ΤΟ ΕΡΓΟ "ΕΚΣΥΓΧΡΟΝΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΑΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ ΣτΕ" ΕΝΤΑΧΘΗΚΕ ΣΤΟ ΜΕΤΡΟ 2.2 "ΕΞΥΠΗΡΕΤΗΣΗ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΗ ΚΑΙ ΒΕΛΤΙΩΣΗ ΤΗΣ ΠΟΙΟΤΗΤΑΣ ΖΩΗΣ" ΤΟΥ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΙΑΚΟΥ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΟΣ "ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΤΗΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΑΣ" (ΕπΚτΠ) ΚΑΙ ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΗΘΗΚΕ ΣΕ ΠΟΣΟΣΤΟ 75% ΑΠΟ ΚΟΙΝOΤΙΚΟΥΣ ΠΟΡΟΥΣ.
Ουδέποτε,
μετά την έναρξη λειτουργίας του Συμβουλίου της Επικρατείας,
αμφισβητήθηκε, πλέον, σοβαρά η ύπαρξη του θεσμού αυτού, παρά τον
αντίκτυπο που είχαν, και τις αντιρρήσεις τις οποίες, αναπόφευκτα λόγω
του είδους των διαφορών που δίκαζε και δικάζει, ήγειραν συχνά οι
αποφάσεις του(1).
Το γεγονός αυτό επιβεβαιώνει ότι πράγματι το Συμβούλιο της Επικρατείας
καλύπτει την ανάγκη, σε ένα σύγχρονο Κράτος, για έλεγχο της διοικητικής
και εν γένει κρατικής δράσεως και ότι οποιαδήποτε αμφισβήτησή του, ως
τέτοιου, θα αποτελούσε αναντίρρητα θεσμική οπισθοδρόμηση.
Τα Συντάγματα του 1952(2) και του 1975 (3)
περιέλαβαν, ως προς τις αρμοδιότητες του Δικαστηρίου, διατάξεις
παρόμοιες με αυτές του Συντάγματος του 1927. Θα πρέπει, πάντως, να
επισημανθεί ότι με το Σύνταγμα του 1975 οι περί Συμβουλίου της
Επικρατείας διατάξεις δεν ετέθησαν σε ξεχωριστό κεφάλαιο (Περί
Συμβουλίου της Επικρατείας, ή Περί Διοικητικής Δικαιοσύνης), όπως
συνέβαινε με τα προηγούμενα Συντάγματα, αλλά εντάχθηκαν στο Ε' Τμήμα
του Συντάγματος που είναι αφιερωμένο στην Δικαστική Εξουσία. Με το ίδιο
Σύνταγμα οι διατάξεις περί ισοβιότητος επεκτάθηκαν σε όλους τους
υπηρετούντες στο Δικαστήριο, δηλ. και στους Παρέδρους και Εισηγητές(4),
ενώ προβλέφθηκε ότι η Διοίκηση είναι υποχρεωμένη να συμμορφώνεται προς
τις ακυρωτικές αποφάσεις του Δικαστηρίου (άρθρ. 95 παρ.5)(5).
Για πρώτη δε φορά δεν έγινε προσδιορισμός του (ανώτερου ή κατώτερου)
αριθμού των Συμβούλων της Επικρατείας στο ίδιο το Σύνταγμα(6).
Ακολούθως, όμως, και εν όψει των ζητημάτων που τίθενται από την εξέλιξη
της διοικητικής δικαιοσύνης, η πρόσφατη αναθεώρηση του 2001 μετέβαλε,
σε κάποιο βαθμό, την οικονομία του Συμβουλίου της Επικρατείας, όπως
είχε παγιωθεί μέχρι τότε.(7)
Διατρέχοντας
τα παραπάνω συνταγματικά κείμενα είναι δυνατόν να εντοπισθούν ορισμένα
ζητήματα στα οποία και θα περιορισθούν όσα θα ακολουθήσουν.
Από
την ίδρυσή του το Συμβούλιο της Επικρατείας με όπλο τα ένδικα μέσα και
βοηθήματα με τα οποία το είχε εξοπλίσει ο συντακτικός νομοθέτης
προσπάθησε και σε μεγάλο βαθμό το επέτυχε, να ελέγξει την διοικητική
δραστηριότητα. Βασικό, όμως, ένδικο βοήθημα με το οποίο προικοδοτήθηκε
αποτελεί η αίτηση ακυρώσεως, την οποία συχνά αναγκάστηκε να
υπερασπιστεί, καθώς θεωρεί ότι μέσω αυτής κυρίως ανταποκρίνεται στην
αποστολή του που είναι η υπεράσπιση του Κράτους Δικαίου (Α).
Ενίοτε, βέβαια, ο έλεγχος που άσκησε με το ένδικο αυτό βοήθημα
θεωρήθηκε υπερβολικός και ο αναθεωρητικός νομοθέτης έφθασε μέχρι του
σημείου να αναζητήσει τρόπους περιορισμού του ελέγχου, όχι κατ' ανάγκην
θίγοντας αμέσως την αρμοδιότητα του Δικαστηρίου (B).
Περαιτέρω, όμως, η εξέλιξη της διοικητικής δικαιοσύνης μετέτρεψε το
Συμβούλιο της Επικρατείας, σε σημαντικό βαθμό, σε αναιρετικό
δικαστήριο, όπως τουλάχιστον μαρτυρούν τα υπάρχοντα στατιστικά
στοιχεία. Ο φόρτος εργασίας που βαραίνει το Δικαστήριο το οποίο
αναγκάζεται να επιλαμβάνεται, αναιρετικά, υποθέσεων μικρού
ενδιαφέροντος, απασχόλησε και τον αναθεωρητικό νομοθέτη(Γ). Εξ άλλου, η εξέλιξη της διοικητικής δικαιοσύνης δεν μπορεί να μην έχει αντίκτυπο στην παραδοσιακή στελέχωση του Δικαστηρίου(Δ).