Συμβούλιο της Επικρατείας   Ολομέλεια Συμβουλίου της Επικρατείας
 

ΤΟ ΕΡΓΟ "ΕΚΣΥΓΧΡΟΝΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΑΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ ΣτΕ" ΕΝΤΑΧΘΗΚΕ ΣΤΟ ΜΕΤΡΟ 2.2 "ΕΞΥΠΗΡΕΤΗΣΗ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΗ ΚΑΙ ΒΕΛΤΙΩΣΗ ΤΗΣ ΠΟΙΟΤΗΤΑΣ ΖΩΗΣ" ΤΟΥ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΙΑΚΟΥ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΟΣ "ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΤΗΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΑΣ" (ΕπΚτΠ) ΚΑΙ ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΗΘΗΚΕ ΣΕ ΠΟΣΟΣΤΟ 75% ΑΠΟ ΚΟΙΝOΤΙΚΟΥΣ ΠΟΡΟΥΣ.
Συνταγματική εξέλιξη
Του  Βασίλειου Π. Ανδρουλάκη, Παρέδρου του Συμβουλίου της Επικρατείας

Συνταγματική εξέλιξη
Α.Ο διπλός χαρακτήρας της αιτήσεως ακυρώσεως
Α1. Η αίτηση ακυρώσεως ως ατομικό δικαίωμα
Α2. Η υπεράσπιση της ακυρωτικής φυσιογνωμίας του Συμβουλίου της Επικρατείας
Β.Ο αναθεωρητικός νομοθέτης απέναντι στη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας.
Γ.Σύνταγμα και μέτρα διηθήσεως στην αναίρεση
Δ.Στελέχωση του Συμβουλίου της Επικρατείας και συνταγματική αναθεώρηση.

Ουδέποτε, μετά την έναρξη λειτουργίας του Συμβουλίου της Επικρατείας, αμφισβητήθηκε, πλέον, σοβαρά η ύπαρξη του θεσμού αυτού, παρά τον αντίκτυπο που είχαν, και τις αντιρρήσεις τις οποίες, αναπόφευκτα λόγω του είδους των διαφορών που δίκαζε και δικάζει, ήγειραν συχνά οι αποφάσεις του(1). Το γεγονός αυτό επιβεβαιώνει ότι πράγματι το Συμβούλιο της Επικρατείας καλύπτει την ανάγκη, σε ένα σύγχρονο Κράτος, για έλεγχο της διοικητικής και εν γένει κρατικής δράσεως και ότι οποιαδήποτε αμφισβήτησή του, ως τέτοιου, θα αποτελούσε αναντίρρητα θεσμική οπισθοδρόμηση.
Τα Συντάγματα του 1952(2) και του 1975 (3) περιέλαβαν, ως προς τις αρμοδιότητες του Δικαστηρίου, διατάξεις παρόμοιες με αυτές του Συντάγματος του 1927. Θα πρέπει, πάντως, να επισημανθεί ότι με το Σύνταγμα του 1975 οι περί Συμβουλίου της Επικρατείας διατάξεις δεν ετέθησαν σε ξεχωριστό κεφάλαιο (Περί Συμβουλίου της Επικρατείας, ή Περί Διοικητικής Δικαιοσύνης), όπως συνέβαινε με τα προηγούμενα Συντάγματα, αλλά εντάχθηκαν στο Ε' Τμήμα του Συντάγματος που είναι αφιερωμένο στην Δικαστική Εξουσία. Με το ίδιο Σύνταγμα οι διατάξεις περί ισοβιότητος επεκτάθηκαν σε όλους τους υπηρετούντες στο Δικαστήριο, δηλ. και στους Παρέδρους και Εισηγητές(4), ενώ προβλέφθηκε ότι η Διοίκηση είναι υποχρεωμένη να συμμορφώνεται προς τις ακυρωτικές αποφάσεις του Δικαστηρίου (άρθρ. 95 παρ.5)(5). Για πρώτη δε φορά δεν έγινε προσδιορισμός του (ανώτερου ή κατώτερου) αριθμού των Συμβούλων της Επικρατείας στο ίδιο το Σύνταγμα(6). Ακολούθως, όμως, και εν όψει των ζητημάτων που τίθενται από την εξέλιξη της διοικητικής δικαιοσύνης, η πρόσφατη αναθεώρηση του 2001 μετέβαλε, σε κάποιο βαθμό, την οικονομία του Συμβουλίου της Επικρατείας, όπως είχε παγιωθεί μέχρι τότε.(7)
Διατρέχοντας τα παραπάνω συνταγματικά κείμενα είναι δυνατόν να εντοπισθούν ορισμένα ζητήματα στα οποία και θα περιορισθούν όσα θα ακολουθήσουν.
Από την ίδρυσή του το Συμβούλιο της Επικρατείας με όπλο τα ένδικα μέσα και βοηθήματα με τα οποία το είχε εξοπλίσει ο συντακτικός νομοθέτης προσπάθησε και σε μεγάλο βαθμό το επέτυχε, να ελέγξει την διοικητική δραστηριότητα. Βασικό, όμως, ένδικο βοήθημα με το οποίο προικοδοτήθηκε αποτελεί η αίτηση ακυρώσεως, την οποία συχνά αναγκάστηκε να υπερασπιστεί, καθώς θεωρεί ότι μέσω αυτής κυρίως ανταποκρίνεται στην αποστολή του που είναι η υπεράσπιση του Κράτους Δικαίου (Α). Ενίοτε, βέβαια, ο έλεγχος που άσκησε με το ένδικο αυτό βοήθημα θεωρήθηκε υπερβολικός και ο αναθεωρητικός νομοθέτης έφθασε μέχρι του σημείου να αναζητήσει τρόπους περιορισμού του ελέγχου, όχι κατ' ανάγκην θίγοντας αμέσως την αρμοδιότητα του Δικαστηρίου (B). Περαιτέρω, όμως, η εξέλιξη της διοικητικής δικαιοσύνης μετέτρεψε το Συμβούλιο της Επικρατείας, σε σημαντικό βαθμό, σε αναιρετικό δικαστήριο, όπως τουλάχιστον μαρτυρούν τα υπάρχοντα στατιστικά στοιχεία. Ο φόρτος εργασίας που βαραίνει το Δικαστήριο το οποίο αναγκάζεται να επιλαμβάνεται, αναιρετικά, υποθέσεων μικρού ενδιαφέροντος, απασχόλησε και τον αναθεωρητικό νομοθέτη(Γ). Εξ άλλου, η εξέλιξη της διοικητικής δικαιοσύνης δεν μπορεί να μην έχει αντίκτυπο στην παραδοσιακή στελέχωση του Δικαστηρίου(Δ).
Αρχή
1. Όπως σημειώνει ο Μ. Στασινόπουλος in "Σύντομος ιστορία του Συμβουλίου της Επικρατείας" op.cit., σελ. 505, το 1933 απόφαση του δικαστηρίου με την οποία ακυρώθηκε ο εκλογικός χωρισμός των περί την πρωτέυουσα προσφυγικών συνοικισμών, που ζημίωσε την κυβέρνηση, προκάλεσε επιθέσεις του κυβερνητικού τύπου που ζήτησε μέχρι και την κατάργησή του. Οι απειλές περί καταργήσεως επανελήφθησαν μετά το κίνημα του 1935, χωρίς ωστόσο να βρούν ανταπόκριση. Εξ άλλου, σε μελέτη του, η οποία δημοσιεύθηκε στην Θέμιδα 1945, σελ. 233 επ., με τίτλο "Η ανασύνταξις της Πολιτείας και της Δικαιοσύνης", ο Χρ. Πράτσικας αναφέρει ότι η κυβέρνηση Τσολάκογλου σχεδίαζε την δια διατάγματος κατάργηση του Συμβουλίου της Επικρατείας ώστε οι πράξεις της διοικήσεως να μην ελέγχονται δικαστικώς.
2. Άρθρ. 83: "Εις το Συμβούλιον της Επικρατείας ανήκουσιν ιδίως: α) Η επεξεργασία των κανονιστικών διαταγμάτων. β) Η εκδίκασις των κατά τους νόμους υποβαλλομένων εις αυτό διαφορών αμφισβητουμένου διοικητικού. γ) Η κατ' αίτησιν ακύρωσις πράξεων των διοικητικών αρχών δι' υπέρβασιν εξουσίας ή παράβασιν νόμου, κατά τα ειδικώτερον δια νόμου οριζόμενα. δ) Η αίτησις αναιρέσεως δι' υπέρβασιν εξουσίας ή παράβασιν νόμου κατά των τελεσιδίκων αποφάσεων των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων. Νόμος δύναται να ορίσει και άλλους λόγους ακυρώσεως και αναιρέσεως. Κατά τας υπό στοιχεία β' γ' δ' περιπτώσεις εφαρμόζονται αι διατάξεις των άρθρων 92 και 93 του Συντάγματος.". Άρθρ. 84: "Ο αριθμός των συμβούλων της Επικρατεάις ορίζεται διά νόμου, δεν δύναται όμως να είναι μεγαλύτερος των είκοσι πέντε. Οι Σύμβουλοι της Επικρατείας διορίζονται δια διατάγματος, προτάσει του Υπουργικού Συμβουλίου, μετά γνωμοδότησιν του Συμβουλίου της Επικρατείας, είναι δε ισόβιοι, προστατευομένης της ισοβιότητος αυτών κατά τας διατάξεις του άρθρου 88, ειδικώτερον δε κατά τας περί των μελών του Αρείου Πάγου. Τα καθήκοντα των Συμβούλων της Επικρατείας είναι ασυμβίβαστα προς τα καθήκοντα οιουδήποτε δημοσίου, δημοτικού ή εκκλησιαστικού υπαλλήλου, εκτός των καθηκόντων του καθηγητού νομικής σχολής του Πανεπιστημίου ή του καθηγητού νομικών ή οικονομικών επιστημών ανωτάτων ισοτίμων σχολών. Ιδιαίτερος νόμος κανονίζει τα προσόντα των Συμβούλων της Επικρατείας, τα περί αποχωρήσεως αυτών, τα περί βοηθητικού προσωπικού και πάντα τα αφορώντα εις την οργάνωσιν του Συμβουλίου της Επικρατείας.". Οι διατάξεις αυτές, μαζί με εκείνες που ρυθμίζουν τα των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, τα της εκδικάσεως των διοικητικών διαφορών, καθώς και τα της άρσεως συγκρούσεως, στεγάζονται υπό τον τίτλο "Περί Διοικητικής Δικαιοσύνης".
3. Άρθρ. 94: "1. Η εκδίκαση των διοικητικών διαφορών ουσίας ανήκει στα υφιστάμενα τακτικά διοικητικά δικαστήρια. ..." Άρθρ. 95:"1. Στην αρμοδιότητα του Συμβουλίου της Επικρατείας ανήκουν ιδίως: α) Η μετά από αίτηση ακύρωση των εκτελεστών πράξεων των διοικητικών αρχών για υπέρβαση εξουσίας ή για παράβαση νόμου. β) Η μετά από αίτηση αναίρεση των τελεσιδίκων αποφάσεων των διοικητικών δικαστηρίων για υπέρβαση εξουσίας ή παράβαση νόμου. γ) Η εκδίκαση των διοικητικών διαφορών ουσίας που υποβάλλονται σ' αυτό σύμφωνα με το Σύνταγμα και τους νόμους. δ) Η επεξεργασία όλων των διαταγμάτων που έχουν κανονιστικό χαρακτήρα. 2. Κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων του στοιχείου δ' της προηγουμένης παραγράφου δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 92 παράγραφοι 2 και 3. 3. Η εκδίκαση κατηγοριών υποθέσεων της ακυρωτικής αρμοδιότητας του Συμβουλίου της Επικρατείας μπορεί να υπαχθεί με νόμο σε διοικητικά τακτικά δικαστήρια άλλου βαθμού, με την επιφύλαξη πάντως της αρμοδιότητας σε τελευταίο βαθμό του Συμβουλίου της Επικρατείας. 4. Οι αρμοδιότητες του Συμβουλίου της επικρατείας ρυθμίζονται και ασκούνται όπως νόμος ειδικότερα ορίζει. 5. Η διοίκηση έχει υποχρέωση να συμμορφώνεται με τις ακυρωτικές αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας. Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής δημιουργεί ευθύνη για κάθε υπαίτιο όργανο, όπως νόμος ορίζει.". Οι παραπάνω διατάξεις παρατίθενται όπως μεταφέρθηκαν στην δημοτική με το Β' Ψήφισμα της 6ης-3-1986 της Στ' Αναθεωρητικής Βουλής.
4. Η ισοβιότητα είχε επεκταθεί στους παρέδρους και εισηγητές με το άρθρο 8 της από 1ης Ιουλίου 1974 Συνταγματικής πράξεως. Με το άρθ. 96 του συνταγματικού κειμένου του 1968 οι πάρεδροι χαρακτηρίστηκαν για πρώτη φορά, ως ισόβιοι. Το ισχύον Σύνταγμα δεν περιέχει διάταξη σχετικά με το υπηρεσιακό καθεστώς των υπηρετούντων στο Συμβούλιο της Επικρατείας. Προβλέπει ότι όλοι οι δικαστές απολαμβάνουν της ισοβιότητος (άρθρ. 88 παρ.1). Αξιοσημείωτο είναι ότι η Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας, εν Συμβουλίω, με το 3/1975 πρακτικό της, είχε γνωμοδοτήσει κατά της επεκτάσεως της ισοβιότητος στους Εισηγητητές με την αιτιολογία ότι "... εις το λειτούργημά [των], καθαρώς βοηθητικόν, άτε μη παρέχον εις αυτούς δικαίωμα τι ψήφου ή αυτοτελούς εργασίας, δεν προσήκει η ισοβιότης...".
5. Παρόμοια διάταξη ετέθη το πρώτον στα συνταγματικά κείμενα του 1968 και του 1973 (άρθρ. 107 παρ. 4)
6. Αριθμητικό προσδιορισμό δεν περιείχαν ούτε τα συνταγματικά κείμενα του 1968 και του 1973.
7. Άρθ. 94: "Στο Συμβούλιο της Επικρατείας και τα τακτικά διοικητικά δικαστήρια υπάγονται οι διοικητικές διαφορές, όπως νόμος ορίζει με την επιφύλαξη των αρμοδιοτήτων του Ελεγκτικού Συνεδρίου. 2. ...". Άρθρ. 95: "Στην αρμοδιότητα του Συμβουλίου της Επικρατείας ανήκουν ιδίως: α) Η μετά από αίτηση ακύρωση[ς] των εκτελεστών πράξεων των διοικητικών αρχών για υπέρβαση εξουσίας ή για παράβαση νόμου. β) Η μετά από αίτηση αναίρεση τελεσίδικων αποφάσεων των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, όπως νόμος ορίζει. γ) Η εκδίκαση των διοικητικών διαφορών ουσίας που υποβάλλονται σ' αυτό σύμφωνα με το Σύνταγμα και τους νόμους. δ) Η επεξεργασία όλων των διαταγμάτων που έχουν κανονιστικό χαρακτήρα. 2. Κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων του στοιχείου δ' της προηγούμενης παραγράφου δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 93 παράγραφοι 2 και 3. 3. Κατηγορίες υποθέσεων της ακυρωτικής αρμοδιότητας του Συμβουλίου της Επικρατείας μπορεί να υπάγονται με νόμο, ανάλογα με τη φύση ή τη σπουδαιότητά τους, στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια. Το Συμβούλιο της Επικρατείας δικάζει σε δεύτερο βαθμό, όπως νόμος ορίζει. 4. Οι αρμοδιότητες του Συμβουλίου της Επικρατείας ρυθμίζονται και ασκούνται όπως νόμος ειδικότερα ορίζει. 5. Η διοίκηση έχει υποχρέωση να συμμορφώνεται προς τις δικαστικές αποφάσεις. Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής γεννά ευθύνη για κάθε αρμόδιο όργανο, όπως νόμος ορίζει. Νόμος ορίζει τα αναγκαία μέτρα για τη διασφάλιση της συμμόρφωσης της διοίκησης."
Αρχή
 
   © ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ, 2006 - 2010