Συμβούλιο της Επικρατείας   Ολομέλεια Συμβουλίου της Επικρατείας
 

ΤΟ ΕΡΓΟ "ΕΚΣΥΓΧΡΟΝΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΑΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ ΣτΕ" ΕΝΤΑΧΘΗΚΕ ΣΤΟ ΜΕΤΡΟ 2.2 "ΕΞΥΠΗΡΕΤΗΣΗ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΗ ΚΑΙ ΒΕΛΤΙΩΣΗ ΤΗΣ ΠΟΙΟΤΗΤΑΣ ΖΩΗΣ" ΤΟΥ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΙΑΚΟΥ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΟΣ "ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΤΗΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΑΣ" (ΕπΚτΠ) ΚΑΙ ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΗΘΗΚΕ ΣΕ ΠΟΣΟΣΤΟ 75% ΑΠΟ ΚΟΙΝOΤΙΚΟΥΣ ΠΟΡΟΥΣ.
Α. Το ένδικο βοήθημα της αιτήσεως ακυρώσεως
Συνταγματική εξέλιξη του θεσμού
Α.Το ένδικο βοήθημα της αίτησεως ακυρώσεως
Α1. Η αίτηση ακυρώσεως ως ατομικό δικαίωμα
Α2. Η ακυρωτική φυσιογνωμία του Συμβουλίου της Επικρατείας υπό το Σύνταγμα του 1975
Β.Ο αναθεωρητικός νομοθέτης απέναντι στη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας.
Γ.Σύνταγμα και μέτρα διηθήσεως στην αναίρεση
Δ.Στελέχωση του Συμβουλίου της Επικρατείας και συνταγματική αναθεώρηση.
Με την πρώτη απόφασή του (1/1929), εκδοθείσα επί προσφυγής απολυθέντος αστυνομικού, το Συμβούλιο της Επικρατείας, έδειξε πώς αντιλαμβανόταν τον ρόλο του ως δικαστή της νομιμότητας: Ακύρωσε την προσβληθείσα διοικητική πράξη λόγω αντισυνταγματικότητος του νόμου στον οποίον η έκδοσή της στηριζόταν (1). Η έκταση, όμως, του δικαστικού ελέγχου δεν είναι απεριόριστη και κυρίως δεν είναι, ούτε μπορεί να είναι, ανεξάρτητη από το περιβάλλον όπου το Δικαστήριο αναπτύσσει την δραστηριότητά του: Η πολιτική κατάσταση στην Ελλάδα μετά το 1929 δεν υπήρξε αδιατάρακτη: Το Δικαστήριο έπρεπε να δικαιοδοτήσει και να επιβιώσει στα ταραγμένα χρόνια του μεσοπολέμου, στην κατοχή, σε δικτατορικά καθεστώτα, στην περίοδο της τυπικής ομαλότητας, αλλά και του "παρασυντάγματος" (2). Έτσι, μπορεί ο έλεγχος των κρατούντων να μην έφθασε μέχρι του σημείου το Δικαστήριο να απορρίψει την αρχή ότι ένα καθεστώς που επεβλήθη, έστω και κατά παρέκκλιση της συνταγματικής νομιμότητος, και επεκράτησε, δημιουργεί δίκαιο,(3) αποφεύγοντας τις κατά μέτωπον συγκρούσεις με την πολιτική εξουσία(4) οι οποίες πιθανόν να έθεταν σε αμφισβήτηση την ίδια την ύπαρξή του, ωστόσο πάντοτε προσπάθησε να διαφυλάξει τις βασικές φιλελεύθερες και δημοκρατικές αρχές που επέβαλαν την ίδρυσή του, θεματοφύλακα των οποίων θεωρεί τον εαυτό του (5). Στο πλαίσιο, λοιπόν, αυτό υπεραμύνθηκε της αιτήσεως ακυρώσεως τόσο ως ατομικού δικαιώματος των διοικουμένων (Α1), όσον και ως αρμοδιότητά του (Α2)

Α1. Η αίτηση ακυρώσεως ως ατομικό δικαίωμα.

1. Τα μετά το 1911 Συντάγματα, με ελάχιστες παραλλαγές, κατοχύρωναν την αίτηση ακυρώσεως.(6)(7) Η διαφοροποίηση αφορά στα Συντάγματα του 1925/26, του 1927 και του 1952 σύμφωνα με τα οποία, στην αρμοδιότητα του Σ.τ.Ε. ανήκει η μετά από αίτηση ακύρωση "...πράξεων των διοικητικών αρχών" και όχι "... των πράξεων των διοικητικών αρχών", όπως προέβλεπε το Σύνταγμα του 1911. Υποστηρίζεται ότι η απάλειψη του οριστικού άρθρου από το κείμενο διευκόλυνε την υιοθέτηση από τον ν. 3713/1928 και από την νομολογία, των πέραν της υπάρξεως εννόμου συμφέροντος και της τηρήσεως προθεσμίας, περιορισμών για το παραδεκτό της ασκήσεως της αιτήσεως ακυρώσεως.(8) Το ισχύον Σύνταγμα στο άρθρ. 95 επανέφερε το οριστικό άρθρ. "των" προσθέτοντας και τον προσδιορισμό "εκτελεστών". Η προσθήκη βέβαια του προσδιορισμού αυτού δεν αλλοιώνει τα μέχρι τότε ισχύοντα ως προς το παραδεκτό της αιτήσεως, δεδομένου ότι ήδη ο νόμος 3713/1928, προέβλεπε, σύμφωνα και με τα κρατούντα στην Γαλλία, ότι η χαρακτηριστικό της πράξεως κατά της οποίας μπορεί να στραφεί η αίτηση ακυρώσεως είναι η εκτελεστότητά της.
2. Το ισχύον, όμως, Σύνταγμα κατοχυρώνει στην παρ. 1 του άρθρ. 20, και το εν γένει δικαίωμα δικαστικής προστασίας. Επομένως, το Σύνταγμα δεν εγγυάται, εφεξής, μόνον την ακυρωτική αρμοδιότητα του Συμβουλίου της Επικρατείας. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρ. 95 παρ. 1 εδ. α και 20 παρ. 1, συνάγεται ότι κατοχυρώνεται πλέον ένα ατομικό δικαίωμα, με κοινωνικό συνάμα χαρακτήρα, το οποίο συνίσταται στην εκ μέρους των διοικουμένων δυνατότητα ασκήσεως αιτήσεως ακυρώσεως. Το άρθρ. 20 τελεί προς το άρθρ. 95 σε σχέση γένους προς είδος.(9)
3. Είναι προφανές ότι η συνταγματική κατοχύρωση της αιτήσεως ακυρώσεως δεν είναι άμοιρη συνεπειών. Με μιά πλούσια νομολογία το Δικαστήριο επιχειρεί να διασώσει την αίτηση ακυρώσεως τόσο ως αρμοδιότητα που του αναγνωρίζεται συνταγματικά, όσο και ως δικαίωμα που υφίσταται υπέρ του βλαπτόμενου από την διοικητική πράξη διοικουμένου.(10) Γι' αυτό και σύμφωνα με τον Εμ. Δαρζέντα, η πρακτική συνεισφορά του άρθρ. 20 παρ. 1 του ισχύοντος Συντάγματος στην δυνατότητα ασκήσεως αιτήσεως ακυρώσεως κατά διοικητικής πράξεως είναι, εν όψει της νομολογίας που είχε εν τω μεταξύ αναπτυχθεί, ελάχιστη.(11) Έτσι, κρίθηκε ότι είναι αντισυνταγματικές και άρα ανίσχυρες, διατάξεις νόμων με τις οποίες αποκλείεται η άσκηση αιτήσεως ακυρώσεως (Σ.τ.Ε. 97/1937, 520/1943, 1483/1953 κ.ά.) ή εκείνες με τις οποίες επιχειρείται η κύρωση παράνομης ατομικής πράξεως κατά της οποίας εκκρεμεί αίτηση ακυρώσεως (Σ.τ.Ε. 18/1945, 1573/1951, 39/1959 κ.ά.), ή η αναδρομική κύρωση κανονιστικής πράξεως που έχει εκδοθεί χωρίς νομοθετική εξουσιοδότηση.(12) Οι κατοχυρωτικές της αιτήσεως ακυρώσεως διατάξεις παραβιάζονται, σύμφωνα με την νομολογία, και από ρυθμίσεις που προβλέπουν την υποχρέωση του διοικουμένου να λάβει άδεια από προϊσταμένη αυτού αρχή ώστε να δυνηθεί να ασκήσει αίτηση ακυρώσεως (Σ.τ.Ε. 380/1941, 102/1956 κ.ά). Εξ άλλου, νομοθετική διάταξη που προβλέπει ότι διοικητική πράξη εκδιδόμενη κατ' εφαρμογή της δεν υπόκειται σε ένδικο μέσον, δεν μπορεί να αποκλείσει την άσκηση αιτήσεως ακυρώσεως (623/1930, 1855/1951), ενώ ο χαρακτηρισμός μιάς διοικητικής πράξεως ως κυβερνητικής γίνεται εν όψει της φύσεώς της, αποκλειστικά από τον δικαστή (Σ.τ.Ε. 2438/1966, 2528/1974). Νομοθετικός χαρακτηρισμός πράξεως ως κυβερνητικής δεν είναι συνταγματικά ανεκτός διότι θα κατέληγε στον περιορισμό της ακυρωτικής αρμοδιότητας του Συμβουλίου της Επικρατείας.(13) Το Δικαστήριο ωστόσο δεν διέγνωσε περιορισμό της ακυρωτικής του αρμοδιότητας και προσβολή του δικαιώματος δικαστικής προστασίας, στις περιπτώσεις που ο νομοθέτης κατ' ουσίαν ασκεί διοικητικό έργο, με την προφανή αλλά και ανομολόγητη διάθεση να αποφύγει τον δικαστικό έλεγχο.(14)
4. Μείζον πρόβλημα δημιουργούν διατάξεις συνταγματικού επιπέδου οι οποίες αποβλέπουν στον περιορισμό της αιτήσεως ακυρώσεως.(15) Και στις περιπτώσεις αυτές το Δικαστήριο προσπάθησε να διαφυλάξει, κατά το δυνατόν, την αρμοδιότητά του, κρίνοντας ότι η ρήτρα περί του απαραδέκτου δεν αποκλείει την δυνατότητα ασκήσεως της αιτήσεως ακυρώσεως. Περιορίζει απλώς τους λόγους ακυρώσεως, οι οποίοι μπορούν να αναφέρονται στον έλεγχο των όρων και προϋποθέσεων που η συνταγματικού χαρακτήρα διάταξη θέτει για την έγκυρη έκδοση των προσβληθεισών διοικητικών πράξεων. (16)
Αρχή

Α2. Η ακυρωτική φυσιογνωμία του Συμβουλίου της Επικρατείας υπό το Σύνταγμα του 1975

1. Όπως γίνεται δεκτό, ο ακυρωτικός δικαστής δεν μπορεί να ελέγξει παρά μόνον οριακά την ουσιαστική εκτίμηση των πραγμάτων(17) στην οποία προέβη η διοίκηση (18) και, περαιτέρω, περιορίζεται στην ακύρωση της προσβαλλομένης πράξεως ή παραλείψεως ή στην απόρριψη της αιτήσεως. Ο ουσιαστικός δικαστής (ο δικαστής του "αμφισβητουμένου διοικητικού", σύμφωνα με την παλαιότερη, και μάλλον ατυχή, απόδοση του γαλλικού όρου contentieux administratif (19) ) μπορεί, αντιθέτως, και να εκτιμήσει ο ίδιος τα πραγματικά περιστατικά, αλλά και να διαπλάσσει το περιεχόμενο του δικαιώματος ή της νομικής καταστάσεως, το δε ενώπιόν του αίτημα μπορεί να είναι είτε η καταψήφιση σε χρηματική ή άλλη παροχή, είτε η αναγνώριση ή αποκατάσταση δικαιωμάτων δημοσίου δικαίου.(20)
2. Σύμφωνα με το Σύνταγμα του 1952 οι διοικητικές διαφορές ουσίας θα εκδικάζονταν από τα διοικητικά δικαστήρια, την σύσταση των οποίων, όπως έγινε δεκτό, επέτασσε. Με το Σύνταγμα αυτό (άρθρ. 82) για πρώτη φορά προβλέφθηκε ρητώς η σύσταση ενιαίας και ομοιόμορφης κατηγορίας διοικητικών δικαστηρίων στα οποία θα ανετίθετο η εκδίκαση των διοικητικών διαφορών (21). Στην από 21-4-1950 έκθεση επί του σχεδίου Συντάγματος, του Προέδρου της επί της Αναθεωρήσεως του Συντάγματος Επιτροπής της Δ' Αναθεωρητικής Βουλής Γ. Μπακόπουλου, προκειμένου να τεκμηριωθεί η πρόταση δημιουργίας αυτοτελούς διοικητικής δικαιοσύνης, επισημαίνεται ότι: "Ασκείται, βεβαίως, και κατά το παρόν διοικητική δικαιοσύνη, αλλά κατά τρόπον ασυστηματοποίητον. Ασκείται δε δια πολλών και ποικιλωνύμων συλλογικών οργάνων, άτινα συγκροτούνται είτε δια γενικού, είτε δι' ειδικών εκάστοτε νόμων, και καλούνται άλλα εξ αυτών "διοικητικά δικαστήρια" και άλλα "εκδικαστικαί επιτροπαί" . Ούτε είναι ευχερές να ανεύρη τις τον ακριβή αριθμόν των δικαστηρίων ή εκδικαστικών επιτροπών. Είναι πολυάριθμα. Και δεν είναι μόνον η ποικιλία και το ασυστηματοποίητον των συλλογικών αυτών οργάνων, εις τα οποία ανατίθεται η απονομή της διοικητικής δικαιοσύνης, αλλά και η ποικιλία της δικονομίας και τρόπου εκδικάσεως και διαφόρου, ως εκ τούτου, κρίσεως επί υποθέσεων ιδίου περιεχομένου. Η αναρχία αυτή εμφανίζει την διοικητικήν δικαιοσύνην ως ευρισκομένην εις πρωτόγονον κατάστασιν και δημιουργεί χάος. Επί πλέον, η δαπάνη του Δημοσίου δια την λειτουργίαν όλων αυτών των δικαστηρίων και επιτροπών δεν είναι δυνατόν να υπολογισθεί επακριβώς και συνολικώς. Είναι όπως ο υπόγειος χείμαρρος, ο οποίος δεν φαίνεται μεν, αλλά ρέει τόσον εις βάρος του Κεντρικού προϋπολογισμού, όσον και εις βάρος των διαδίκων πολιτών υπό μορφήν παραβόλων και προκαταβολών, τα οποία, ..., ούτε καν υπολογίζονται ως έσοδα του προϋπολογισμού, διότι εισπράττονται από τας επιτροπάς και διάφορα διοικητικά δικαστήρια. Ενώ, τουναντίον, τα διοικητικά δικαστήρια, οργανούμενα όπως και τα πολιτικά, θα απέβαινον πηγή δημοσίου εσόδου..."(22) Υπό την ισχύ του Συντάγματος αυτού ιδρύθηκαν μόνον τα φορολογικά δικαστήρια (ν.δ. 3845/1958). Το Σύνταγμα του 1975 (άρθρ. 94) ανέθεσε την εκδίκαση των διοικητικών  διαφορών ουσίας στα υφιστάμενα τακτικά διοικητικά δικαστήρια (23) και με ερμηνευτική δήλωση, υπό το άρθρ. 94, διευκρινίσθηκε ότι ως τέτοια νοούνται τα υπάρχοντα φορολογικά δικαστήρια. Με τον ν. 1406/1983 οι υφιστάμενες διαφορές ουσίας υπήχθησαν στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια και έπαυσε η, κατά το καταργηθέν με τον ίδιο νόμο εδ. δ' άρθρ. 1 ΚΠολΔ, αρμοδιότητα των πολιτικών δικαστηρίων επί των διαφορών αυτών.
3. Σύμφωνα με το σύστημα δικαστικού ελέγχου που οργανώνεται συνταγματικά, οι διοικητικές πράξεις υπόκεινται σε ακυρωτικό έλεγχο, ασκούμενο, κατ' αρχήν, από το Συμβούλιο της Επικρατείας, πλην εάν το ίδιο το Σύνταγμα προβλέπει ότι ο εν λόγω έλεγχος αποκλείεται (άρθρ. 90 παρ. 6, άρθρ. 91), ή εάν, ρητώς, για συγκεκριμένες κατηγορίες υποθέσεων προβλέπεται (από το Σύνταγμα ή από ειδικό νόμο) η άσκηση ουσιαστικής προσφυγής, για την εκδίκαση της οποίας είναι, κατ' αρχήν, αρμόδια τα τακτικά διοικητικά δικαστήρια (24). Πάντως, κατά το άρθρο 95 παρ.1 περ. γ΄ του Συντάγματος είναι δυνατή η ανάθεση της εκδικάσεως ουσιαστικών διαφορών στο Συμβούλιο της Επικρατείας.
4. Όπως γίνεται δεκτό η δικαστική προστασία που παρέχεται στον διοικούμενο με την προσφυγή ουσίας είναι πληρέστερη αυτής που παρέχεται με την αίτηση ακυρώσεως διότι, κατά τα προαναφερθέντα, ο δικαστής ελέγχει την εκ μέρους της διοικήσεως ουσιαστική εκτίμηση των πραγμάτων και μπορεί, αν συντρέχει περίπτωση, όχι μόνον να ακυρώσει μια διοικητική πράξη, αλλά και να επιδικάσει ορισμένο χρηματικό ποσόν.(25) Το γεγονός αυτό σε συνδυασμό με την ανάγκη ελαφρύνσεως του Δικαστηρίου από τον όγκο των υποθέσεων που σιγά-σιγά το κατακλύζει, αλλά και η πρόσφατη επίδραση της νομολογίας του Ε.Δ.Δ.Α. σύμφωνα με την οποία η δικαστική κρίση επί υποθέσεων που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής της Ε.Σ.Δ.Α, πρέπει να αφορά στον νόμο και στην ουσία,(26) όπως, στην ειδικότερη περίπτωση των διοκητικών κυρώσεων (27) όπου το δικαστήριο, υπό την έννοια απου του αποδίδεται από την Ε.Σ.Δ.Α., πρέπει να έχει την εξουσία τροποποιήσεως της προσβαλλομένης πράξεως (28), οδήγησαν τον νομοθέτη σε αθρόα ουσιαστικοποίηση των διοικητικών διαφορών (29). Εξ άλλου, για να αντεπεξέλθει στον μεγάλο αριθμό υποθέσεων που μεταφέρθηκαν σ' αυτήν, η τακτική διοικητική δικαιοσύνη οργανώθηκε υπό την ισχύ του Συντάγματος του 1975 και οι θέσεις των υπηρετούντων σ' αυτήν δικαστών αυξήθηκαν σημαντικά.
5. Η Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας εν Συμβουλίω γνωμοδοτώντας επί του σχεδίου Συντάγματος, με το 3/1975 πρακτικό της, διατύπωσε, μεταξύ άλλων, την γνώμη ότι "Το φαινόμενον του πολλαπλασιασμού των εις το Συμβούλιον της Επικρατείας εισαγομένων αιτήσεων ακυρώσεως έφθασεν εις βαθμόν επικίνδυνον, απολήγει δε εις αφάνταστον καθυστέρησιν της εκδικάσεως αυτών επί βλάβη και των προσφευγόντων και της ομαλής λειτουργίας της διοικήσεως.". Για τούτο πρότεινε προς την Ε' Αναθεωρητική Βουλή να προσθέσει στην περί των αρμοδιοτήτων του διάταξη, ρύθμιση με την οποία να προβλέπεται η δυνατότητα υπαγωγής στα διοικητικά δικαστήρια ορισμένων κατηγοριών ακυρωτικών υποθέσεων, διατηρουμένου πάντοτε του δευτεροβαθμίου ακυρωτικού ελέγχου, μέσω του ενδίκου μέσου της εφέσεως, από το Δικαστήριο. Η πρόταση αυτή δεν συνάντησε αντιρρήσεις από τα μέλη της αναθεωρητικής Βουλής και έτσι διατυπώθηκε και ψηφίστηκε η παρ. 3 του άρθρ. 95 του Συντάγματος του 1975.(30)
6. Σε σημείωμά του με το οποίο ο Φ. Βεγλερής προλόγιζε, το 1977, επανέκδοση μελέτης του που πρωτοδημοσιεύθηκε το 1960 (31) , παρατηρούσε ότι ο φόρτος του Συμβουλίου της Επικρατείας είχε αυξηθεί και ότι ο μοναδικός τρόπος ελαφρύνσεώς του θα ήταν "η αποκέντρωση της ακυρωτικής δικαιοδοσίας" Κατέκρινε, ωστόσο, ως ατυχή την διάταξη του Συντάγματος βάσει της οποίας επιφυλασσόταν η σε τελευταίο βαθμό αρμοδιότητα του Συμβουλίου της Επικρατείας. Και τούτο διότι "... εφ' όσον το δικαίωμα της εφέσεως δεν μπορεί να δοθεί στον ένα μόνο διάδικο, λίγες ελπίδες υπάρχουν ότι ο ίδιος αριθμός υποθέσεων δε θα βαρύνει τελικά, υπό τη μορφή της αιτήσεως ακυρώσεως ή της εφέσεως, το πινάκιο του ανωτάτου δικαστηρίου" (32) Φαίνεται ότι ο διορατικός δημοσιολόγος είχε δίκιο: Είκοσι τρία χρόνια αργότερα η ίδια Ολομέλεια εν Συμβουλίω με τα 4/2001 και 6/2000 πρακτικά της πρότεινε προς την Ζ' Αναθεωρητική Βουλή την αναθεώρηση της παρ. 3 του άρθρ. 95 εις τρόπον ώστε ο νομοθέτης να μπορεί να υπαγάγει στην αρμοδιότητα των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων κατηγορίες ακυρωτικών υποθέσεων, ανάλογα με την σπουδαιότητά τους, και να μπορεί να θεσπίζει μόνον ένα βαθμό δικαιοδοσίας για τις ήσσονος σημασίας υποθέσεις. Όταν, όμως, προβλέπεται και δευτεροβάθμιος έλεγχος, αυτός να ασκείται πάντοτε από το Συμβούλιο της Επικρατείας. Η πρόταση αυτή έγινε δεκτή από τον αναθεωρητικό νομοθέτη (33).
7. Το Συμβούλιο της Επικρατείας, εν όψει των αθρόων ουσιαστικοποιήσεων ακυρωτικών διαφορών, αλλά και της μεταβιβάσεως ακυρωτικών υποθέσεων στα διοικητικά εφετεία, αισθάνθηκε ότι η φυσιογνωμία του ως του κατ' εξοχήν ακυρωτικού δικαστηρίου κλονίζεται και αντέδρασε με την 1095/1987 απόφαση της Ολομελείας του. Σύμφωνα με αυτήν "...Η θέση του Συμβουλίου της Επικρατείας ως δικαστηρίου που δικάζει, σύμφωνα με την ... παρ. 1 α του άρθρου 95 του Συντάγματος, την αίτηση ακυρώσεως κατά των εκτελεστών πράξεων των διοικητικών αρχών, είναι καίρια στο σύστημα του Κράτους Δικαίου που καθιερώνει το Σύνταγμα και η γενική ακυρωτική δικαιοδοσία του δικαστηρίου τούτου δεν αφήνεται από τον συντακτικό νομοθέτη στην απόλυτη διάθεση του κοινού νομοθέτη. Η δυνατότητα του κοινού νομοθέτη να υπαγάγει στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια, σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 95 του Συντάγματος, κατηγορίες ακυρωτικών διαφορών , καθώς και να υπαγάγει στα ίδια δικαστήρια τις ουσιαστικές διοικητικές διαφορές, σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 94 του Συντάγματος, ..., δεν μπορεί, κατά την έννοια των συνταγματικών αυτών διατάξεων, να εκταθεί σε σημείο που να καταλυθεί ή ν' απορροφηθεί η γενική ακυρωτική δικαιοδοσία του Συμβουλίου της Επικρατείας η διατήρηση της οποίας τίθεται ως όριο στη σχετική νομοθετική ευχέρεια". Ωστόσο, όσες φορές η μεταγενέστερη νομολογία εφήρμοσε τα (ποσοτικά) κριτήρια που έθεσε η παραπάνω απόφαση (arrêt de principe, κατά τον Εμ Δαρζέντα (34)) κατέληξε στην κρίση ότι δεν εθίγετο η ακυρωτική του αρμοδιότητα(35).
8. Σύμφωνα με τον Εισηγητή της πλειοψηφίας στην Ζ' Αναθεωρητική Βουλή (36), η παραπάνω νομολογία "Είναι μιά ατυχής νομολογία" διότι μέσω αυτής το Δικαστήριο "... έχει εξαγγείλει ... ένα αφηρημένο δικαστικό έλεγχο της συνταγματικότητας του μελλοντικού νόμου" Γιά τούτο επιχειρήθηκε η αναθεώρηση των σχετικών με την αρμοδιότητα του Συμβουλίου της Επικρατείας διατάξεων. Η προσπάθεια αυτή έγινε, συνδυαστικά, προς δύο κατευθύνσεις: Αφ' ενός μεν με την αναθεώρηση του άρθρ. 94 παρ. 1, αφ' ετέρου δε με την αναθεώρηση του άρθρ. 95 παρ. 1 εδ. α'(37). Με την πρώτη επιχειρήθηκε "... η μετατροπή της έννοιας της διοικητικής διαφοράς, ακυρωτικής και ουσιαστικής, και της έννοιας της ιδιωτικής διαφοράς σε έννοιες που μπορεί να τις διαπλάσει ο κοινός νομοθέτης" (38) με την δεύτερη επιχειρήθηκε η υπαγωγή στην ακυρωτική αρμοδιότητα του Συμβουλίου της Επικρατείας των υποθέσεων που ο νομοθέτης θα αξιολογήσει ως σημαντικές. Έτσι να άρθρα αυτά του Συντάγματος θα διατυπώνονταν ως εξής: Άρθρ. 94: "1. Στο Συμβούλιο της Επικρατείας και τα τακτικά διοικητικά δικαστήρια υπάγονται οι διοικητικές διαφορές, όπως νόμος ορίζει, με την επιφύλαξη των αρμοδιοτήτων του Ελεγκτικού Συνεδρίου. 2..." το δε άρθρ. 95: "1. Στην αρμοδιότητα του Συμβουλίου της Επικρατείας ανήκουν ιδίως: α) Η μετά από αίτηση ακύρωση των εκτελεστών πράξεων των διοικητικών αρχών για υπέρβαση εξουσίας ή για παράβαση νόμου, σε όσες περιπτώσεις λόγω της σοβαρότητάς τους κρίνεται από το νόμο αναγκαίο να υπαχθούν σ' αυτό". Οι προτάσεις αυτές, συνδυαζόμενες με την πρόταση αναθεωρήσεως του άρθρ. 24, θεωρήθηκε ότι αποβλέπουν στον περιορισμό της ακυρωτικής αρμοδιότητας του δικαστηρίου, κυρίως με την ανατροπή του τεκμηρίου της ακυρωτικής αρμοδιότητας, και προκάλεσαν αντιδράσεις (39), οι οποίες αποδόθηκαν από τον Εισηγητή της πλειοψηφίας σε "αδικαιολόγητες δημοσιογραφικές παρεξηγήσεις".(40) Εξ άλλου, το Συμβούλιο της Επικρατείας με πρακτικά της Ολομελείας του εν Συμβουλίω (41) έλαβε θέση στο ζήτημα ζητώντας να μην αναθεωρηθούν οι εν λόγω διατάξεις, καθ' ο μέρος δι' αυτών ο συνταγματικός νομοθέτης είχε, ανέκαθεν, αναγνωρίσει υπέρ του Δικαστηρίου τεκμήριο αρμοδιότητας στις ακυρωτικές διαφορές. Εν όψει των αντιδράσεων, η πρόταση αναθεωρήσεως μετεβλήθει και, ειδικώς για το άρθρ. 95, τροποποίηθηκε ως εξής: "1. Στην αρμοδιότητα του Συμβουλίου της Επικρατείας ανήκουν ιδίως: α) Η μετά από αίτηση ακύρωση των εκτελεστών πράξεων των διοικητικών αρχών για υπέρβαση εξουσίας ή παράβαση νόμου, σε όσες περιπτώσεις κρίνεται από το νόμο αναγκαίο να υπαχθούν απευθείας σ' αυτό και σ' όσες περιπτώσεις δεν έχει ορισθεί ως αρμόδιο άλλο διοικητικό δικαστήριο. Ο δευτεροβάθμιος ακυρωτικός έλεγχος ασκείται από το Συμβούλιο της Επικρατείας ή τα διοικητικά εφετεία, όπως νόμος ορίζει". Ενώπιον της Επιτροπής Αναθεωρήσεως υποστηρίχθηκε ότι η αρχική πρόταση δεν απέβλεπε στην αποδυνάμωση του Δικαστηρίου, ούτε στην ανατροπή του τεκμηρίου αρμοδιότητας στις ακυρωτικές διαφορές. Στόχος ήταν η δυνατότητα ελάφρυνσης του Συμβουλίου της Επικρατείας από υποθέσεις που θα μπορούσαν να υπαχθούν στην ακυρωτική αρμοδιότητα των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, χωρίς να υπάρχει ο φόβος η μεταφορά να κηρυχθεί αντισυνταγματική.(42) Τελικώς, στην Ολομέλεια της Αναθεωρητικής Βουλής έγινε δεκτή η άποψη περί μη τροποποιήσεως της παρ. α της παρ. 1 του άρθρ. 95, θέση που είχε διατυπωθεί και από το Συμβούλιο της Επικρατείας στα πρακτικά της Ολομελείας του.(43) Φαίνεται πάντως, ότι, παρά τις πολύωρες συζητήσεις στην Αναθεωρητική Βουλή, δεν έχει επέλθει ουσιώδης μεταβολή καθ' όσον αφορά σε όσα γίνονταν δεκτά σχετικά με την κατανομή των αρμοδιοτήτων μεταξύ του Συμβουλίου της Επικρατείας και των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων προ του 2001.(44)
Αρχή
1."Επειδή, κατά ταύτα, η περί απολύσεως ληφθείσα απόφασις κατά του προσφεύγοντος, εκδοθείσα υπό Συμβουλίου ιδρυθέντος παρά το Σύνταγμα, ουδέν έχει κύρος, του Συμβουλίου της Επικρατείας δυναμένου παρεμπιπτόντως να εξετάση την αντισυνταγματικότητα νόμου, εφ' όσον εις αυτό στηρίζεται η απόφασις ...". Για την απόφαση αυτή το Ελεύθερον Βήμα της 25ης Μαϊου 1929 σημειώνει, μεταξύ άλλων: "... Η πρώτη αύτη απόφασις πληροί ικανοποιήσεως το δημόσιον αίσθημα, επειδή του παρέχει την απτοτέραν απόδειξιν της απολύτου ανεξαρτησίας από την οποίαν εμπνέονται οι αναλαβόντες το τιμητικόν έργον να δικάζουν τας διαφοράς μεταξύ του κράτους και των πολιτών..." Πηγή: Αρχείο ΔΟΛ
2. Για την περίοδο 1922-1974 βλ. N. Alivizatos: "Les institutions politiques de la Grèce à travers les crises 1922-1974" LGDJ, Paris, 1979, passim.
3. βλ. Γ. Δρόσος: "Δοκίμιο Ελληνικής Συνταγματικής Θεωρίας", Α.Ν. Σάκκουλας, 1996, σελ. 222 επ. Γ. Κατρούγκαλου: "Νομιμότητα και νομιμοποίηση των de facto κυβερνήσεων" in ΤοΣ 1994, σελ. 797 επ., 812 επ.
4. "Σύμμαχο[ς] κατ' αρχήν των κυβερνώντων"το χαρακτηρίζει ο Ν. Αλιβιζάτος: "Η ίδρυση του Σ.τ.Ε. ..." op. cit., σελ. 254, ο οποίος, όμως, αμέσως μετά σημειώνει ότι ο μελετητής του θεσμού δεν πρέπει να περιοριστεί στην διαπίστωση αυτή διότι άλλως ο επιχειρούμενος απολογισμός του έργου του Συμβουλίου της Επικρατείας θα ήταν "αφελής, ανιστόρητος και πάντως άδικος".
5. βλ. Αναλυτικά, Ι. Σαρμά: "Κράτος και δικαιοσύνη", τ. 2, Α.Ν. Σάκκουλας, 2003, σελ. 39 επ.
6. Σύμφωνα με τον Μ. Στασινόπουλο in "Συμβολή εις την ιστορίαν του πρώτου Συμβουλίου της Επικρατείας της Μοναρχικής περιόδου", σελ. 17, η αρμοδιότητα που απονέμεται στο Οθωνικό Συμβούλιο της Επικρατείας με το άρθ. 41 του από 18/30-9-1835 διατάγματος, κατά το οποίο: "Εις το Συμβούλιον της Επικρατείας ανήκει η θεώρησις των εις τον Βασιλέα και το Ανακτοβούλιον διδομένων αναφορών κατά δημοσίων πράξεων των Υπουργείων, αι οποίαι προσέβαλον δήθεν την ατομικήν ελευθερίαν και την ιδιοκτησίαν και αι οποίαι ούτε εις τα τακτικά δικαστήρια δύνανται να ακαταδιωχθώσιν ούτε είναι της αρμοδιότητος του επί των αμφισβητουμένων διοικητικών υποθέσεων Τμήματος ...", αποτελεί ένα "... αρχικόν έμβρυον της μεταγενεστέρως αναπτυχθείσης αιτήσεως ακυρώσεως..."
7. βλ. Ακόμα και το άρθρ. 107 των συνταγματικών κειμένων του 1968 και 1973
8. Π. Παυλόπουλου: "Η συνταγματική κατοχύρωση της αιτήσεως ακυρώσεως", Α. Ν. Σάκκουλας, 1982, σελ. 98 επ..
9. Π. Παυλόπουλου, ibid, σελ. 110 επ.
10. Πορίσματα Νομολογίας του Συμβουλίου της Επικρατείας 1929-1959, σελ. 223 επ. Ε. Σπηλιωτόπουλου: "Εγχειρίδιο Διοικητικού Δικαίου", Α.Ν. Σάκκουλας, 2002, 11η έκδ. σελ. 466 επ. Διεξοδικά για το θέμα βλ. Π. Παυλόπουλου, "Η συνταγματική κατοχύρωση της αιτήσεως ακυρώσεως"
11. Εμ. Δαρζέντα: "Αίτηση ακυρώσεως και Κράτος Δικαίου", Α.Ν. Σάκκουλας, 1995, σελ. 308.
12. Όλγας Παπαδοπούλου: "Νομοθετική κύρωση κανονιστικών πράξεων", Νοβ 1992, σελ. 198 επ. και σε ανάτυπο.
13. Μ. Στασινόπουλου: "Δίκαιον των διοικητικών πράξεων", 1951, ανατύπωση 1982, σελ. 35.
14. Αθ. Τσεβά: "Θέσπιση διοικητικής πράξης με νόμο", in Τιμ. Τομ. για τα 75 χρόνια Σ.τ.Ε., εκδ. Σάκκουλα, 2004, σελ. 463 επ.
15. Όπως τα άρθρ. 90 παρ. 1 έως 5 του ισχύοντος Συντάγματος ή το απαράδεκτο που καθιέρωναν κατά καιρούς διάφορες συντακτικές πράξεις και ψηφίσματα. Βλ. Π. Παραρά: "Το εκ συντακτικών πράξεων απαράδεκτον της αιτήσεως ακυρώσεως", Ε.Ε.Ν. 1975, σελ. 132 επ. του ιδίου Corpus III, σελ. 508 επ.
16. Η περιορισμένη δυνατότητα ελέγχου υποχωρεί, πάντως, στις περιπτώσεις που οι συντακτικού χαρακτήρα πράξεις αποκλείουν ρητά την προβολή λόγων που ανάγονται στην τήρηση των όρων και προϋποθέσεων έκδοσης των.
17. Μέσω του ελέγχου της υπερβάσεως των ακραίων ορίων της διακριτικής ευχέρειας, που καθορίζονται από το λογικό περιεχόμενο των εννοιών που χρησιμοποιεί ο νομοθέτης, από την αρχή της ισότητας, των αρχών της χρηστής διοικήσεως, της αναλογικότητας και της προστατευόμενης εμπιστοσύνης. βλ. Ε. Σπηλιωτόπουλου: "Εγχειρίδιο Διοικητικού Δικαίου", Α.Ν. Σάκκουλας, 2002, 11η έκδ. σελ. 528 επ. Μ. Στασινόπουλου: "Δίκαιον των διοικητικών διαφορών", Αθήνα, 1964, 4η έκδ. αντυπ. 1980, σελ. 233 επ.
18. Υποστηρίζεται, πάντως, ότι δεν ήταν ανέκαθεν αυτή η στάση της νομολογίας και ότι στα πρώτα τουλάχιστον χρόνια της λειτουργίας του το Συμβούλιο της Επικρατείας προέβαινε σε εκτίμηση των ουσιαστικών κρίσεων της διοικήσεως. βλ. Ι. Σαρμά: "Η κρίση της αιτήσεως ακυρώσεως", in Δικαιοσύνη και Δίκαιο. Πνευματικό αφιέρωμα στον Μ. Στασινόπουλο.", Α.Ν. Σάκκουλας, 2001, σελ. 519 επ. με παράθεση σχετικής νομολογίας.
19. βλ. Δ. Κόρσου: "Εισηγήσεις Διοικητικού Δικονομικού δικαίου", τομ. Β', τεύχος Α', Αθήνα 1984, σελ. 25 υποσ. 17.
20. Επ. Σπηλιωτόπουλου: op. cit., σελ. 426
21. Μ. Στασινοπούλου: op. cit. σελ. 103.
22. Εστενογραφημένα πρακτικά της Επιτροπής αναθεωρήσεως του Συντάγματος, Ψήφισμα ΞΗ', Αθήνα 1953, σελ. κε' επ.
23. Με την επιφύλαξη βεβαίως της αρμοδιότητας άλλων δικαστηρίων όταν το Σύνταγμα το προβλέπει.
24. Π. Δαγτόγλου: "Διοικητικό Δικονομικό δίκαιο", Α. Ν. Σάκκουλας, 2004, 3η έκδ., σελ. 152 επ.
25. Επ. Σπηλιωτόπουλος: op. cit. , σελ. 428. Σύμφωνα, όμως, με τον Εμ. Δαρζέντα, op. cit. σελ. 313, η μεγαλύτερη δικαστική προστασία περιορίζεται, πάντως, στις ατομικές πράξεις που εκδίδονται κατά δεσμία αρμοδιότητα. Εξ άλλου, δεν πρέπει να λησμονείται, ότι λόγω του αντικειμενικού χαρακτήρα της αιτήσεως ακυρώσεως, νομιμοποιείται για την άσκησή της όποιος έχει έννομο απλώς συμφέρον προς ακύρωση διοικητικής πράξεως και δεν απαιτείται η προσβολή δικαιώματος. βλ. και Αθ. Τσαμπάση: "Σκέψεις και προβληματισμοί της προσφάτου νομολογίας ως προς τις δικονομικές συνέπειες της διακρίσεως διαφορών ουσίας - ακυρώσεως" in "Χαριστήριον - Σύμμεικτα προς τιμήν Γεωργίου Μ. Παπαχατζή", Α. Ν. Σάκκουλας 1989, σελ. 861 επ., σελ. 870.
26. L. Pettiti (υπό την διεύθυνση): "La Convention Européenne des droits de l' homme. Commentaire article par article", εκδ. Economica 1999, σελ. 261. R.Chapus "Droit du Contentieux administratif", εκδ. Montchrestien, 2001, σελ. 117.
27. C. Mamontoff :"La notion de pleine juridiction au sens de l' article 6 de la Convention européenne des droits de l' homme et ses implications en matière de sanctions administratives" in RFDA, 1999, σελ. 1004 επ. βλ. και J. C. Bonichot: "Les sanctions administratives en droit français et la Convention européenne des droits de l homme" in AJDA, Numero Spécial, Les sanctions administratives, 2001, σελ. 73.
28. Η νομολογία αυτή δεν σημαίνει ότι όλες οι διοικητικές διαφορές θα πρέπει να ουσιαστικοποιηθούν ούτε ότι αναγκαστικά θίγεται η συνταγματική επιλογή για τον κατ' αρχήν ακυρωτικό χαρακτήρα των διοικητικών διαφορών. Και τούτο διότι η Ε.Σ.Δ.Α. δεν μπορεί να ερμηνευθεί με τρόπο που να θίγει την θεμελιώδη δικαιοκρατική αρχή της διακρίσεως των εξουσιών. Άλλο είναι το ζήτημα της εκτάσεως που μπορεί να λάβει η ουσιαστικοποίηση.
29. Βλ. πίνακα που αριθμεί 48 νομοθετήματα τα οποία προβλέπουν ουσιαστικές διαφορές in Θ. Φορτσάκη (επιμέλεια): "Διοικητική Δικονομία", εκδ. Νομικής Βιβλιοθήκης, 2003, σελ. 483 επ.
30. Ο νομοθέτης αξιοποίησε την διάταξη αυτή και με σειρά νομοθετημάτων υπήγαγε κατηγορίες ακυρωτικών υποθέσεων στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια, βλ. ν. 702/1977 (Α' 268), ν. 1892/1990 (Α' 101), ν. 2721/1999 (Α' 112), ν. 2773/1999 (Α' 286), ν. 2944/2001 (Α' 222)
31. Φ. Βεγλερή: "Η Διοικητική Δικαιοσύνη και τα προβλήματά της", Α. Ν. Σάκκουλας, 1977.
32. Όπως συνάγεται από το κείμενο, η παρατήρηση διατυπώθηκε προ της δημοσιεύσεως του ν. 702/1977.
33. Ακολούθησε ο κοινός νομοθέτης ο οποίος με το άρθρ. 3 ν. 2944/2001 (Α' 222), όρισε ότι οι αποφάσεις των διοικητικών εφετείων επί ορισμένων κατηγοριών ακυρωτικών υποθέσεων του ν. 702/1977, όπως ισχύει, είναι ανέκκλητες.
34. Εμ. Δαρζέντα: op. cit. , σελ. 325
35. Για την ασάφεια και το δυσεφάρμοστο του ποσοτικού κριτηρίου που αποδέχεται η απόφαση βλ. Αθ. Τσαμπάση: op. cit., σελ. 872 επ. Κατά τον Ι. Σαρμά, op. cit. σελ. 605, μόνη εφικτή λύση εν όψει της καταστάσεως που είχε δημιουργηθεί από την ουσιαστικοποίηση των διαφορών ήταν αυτή που επέλεξε το Δικαστήριο με την εν λόγω απόφαση.
36. βλ. Ε. Βενιζέλου: Εισήγηση στην Επιτροπή Αναθεώρησης της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής, στην Έκθεση της Επιτροπής Αναθεώρησης του Συντάγματος, έκδοση της Βουλής των Ελλήνων, σελ. 71.
37. Σύμφωνα με την πλειοψηφία η τροποποίηση του άρθρ. 95 προτεινόταν "... για να οριοθετηθούν καλύτερα οι αρμοδιότητες μεταξύ του Συμβουλίου της Επικρατείας και των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων" βλ. την πρόταση αναθεωρήσεως του ΠΑΣΟΚ in Ε. Βενιζέλου: "Η αναθεώρηση του Συντάγματος. Συνολικό σχέδιο για την Ελλάδα του 21ου αιώνα. Συναινετική αναθεώρηση ΙΙ" εκδ. Α.Ν.Σάκκουλα, 1998, σελ. 206.
38. Ε. Βενιζέλου, ο.π. υποσ. 36, σελ. 69. του αυτού: "Το Αναθεωρητικό Κεκτημένο. Το συνταγματικό φαινόμενο στον 21ο αιώνα και η εισφορά της αναθεώρησης του 2001", εκδ. Α.Ν. Σάκκουλας, Αθήνα 2002, σελ 351.
39. Ενδεικτικώς: Φ. Σπυρόπουλου: "Η αναθεώρηση των αρμοδιοτήτων του Συμβουλίου της Επικρατείας (κατά την γενική εισήγηση της πλειοψηφίας), ΤοΣ, 2000, σελ. 1151 επ. Π.Μ.Ευστρατίου: Διοικητική Δικαιοσύνη και αναθεώρηση του Συντάγματος", ΝοΒ, τ. 2001, σελ. 166 επ. Κ. Καρκαγιάννη: "Συνταγματικό πραξικόπημα", εφ. Καθημερινή, 20-9-2000, Κ. Καρκαγιάννη: "Βενιζέλος ο ένας, Βενιζέλος και ο άλλος", εφ. Καθημερινή, 24-9-2000, Επ. Σπηλιωτόπουλου: "Να μην χαθούν τα εβδομήντα χρόνια παράδοσης του Σ.τ.Ε.", εφ. Καθημερινή 1-10-2000, Δ. Καστριώτη: "Η εξουσία της ... ερμηνείας", εφ. Καθημερινή 18-10-2000, Γ. Βότση: "Ακόμα πιο ασύδοτη η πολιτική εξουσία με το νέο Σύνταγμα;", εφ. Ελευθεροτυπία, 30-10-2000, Γ. Κουμάντου: ”Πονηρές συναινέσεις για το Σύνταγμα", εφ. Καθημερινή, 5-11-2000, Ν. Κ.Αλιβιζάτου: "Η επικίνδυνη αναθεώρηση του Συντάγματος. Ο φόβος των αντιβάρων", εφ. Τα Νέα, 6-11-2000,
40. Πρακτικά των Συνεδριάσεων της Επιτροπής Αναθεωρήσεως του Συντάγματος της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής, σελ. 448
41. Βλ. Ιδίως Πρακτικό 4/2001 και την από 8-6-2000 Εισήγηση της Ειδικής Επιτροπής προς την Ολομέλεια του Σ.τ.Ε. Σχετικό και το πρακτικό 21/2000, που αναφέρεται σε συνάντηση του Προέδρου του Δικαστηρίου με τους εισηγητές των κομμάτων όπου συζητήθηκαν τα ζητήματα που αφορούσαν στο Δικαστήριο. βλ. τα κείμενα αυτά στην έκδοση της Ενώσεως Δικαστικών Λειτουργών του Σ.τ.Ε. , "Η αναθεώρηση του Συντάγματος και το Συμβούλιο της Επικρατείας" εκδ. Α. Ν. Σάκκουλας, 2001.
42 "Η μεταφορά ακυρωτικών διαφορών από το Συμβούλιο της Επικρατείας στα διοικητικά δικαστήρια προβλέπεται και από την ισχύουσα παράγραφο 3. Όμως το Συμβούλιο της Επικρατείας έχει ερμηνεύσει την ισχύουσα παράγραφο 3 του άρθρου 95 υπό την ρητή επιφύλαξη πως θα ελέγχει διαρκώς, εάν διασφαλίζεται ο πυρήνας της ακυρωτικής αρμοδιότητάς του ..." Ε. Βενιζέλος, Πρακτικά Επιτροπής..., σελ. 449. "Πρέπει να διατηρηθεί το τεκμήριο αρμοδιότητας υπέρ του Συμβουλίου της Επικρατείας. Φυσικά να είναι περισσότερο ελεύθερη η δυνατότητα μεταφοράς αρμοδιοτήτων σε άλλα διοικητικά δικαστήρια" Π. Παυλόπουλος, Πρακτικά,..., σελ. 468. "Δεν ήταν ποτέ στην πρόθεση κανενός να αρνηθεί ότι το τεκμήριο της αρμοδιότητας το έχει το Συμβούλιο της Επικρατείας. Ο νόμος όμως μπορεί να αφαιρέσει και πρέπει να αφαιρέσει. ... Είναι χρέος και αυτών που υπηρετούν εκεί, ..., αλλά και χρέος της πολιτείας να βοηθήσει ώστε να μην υπάρχουν υπέρμετρες καθυστερήσεις." Κ. Μητσοτάκης, Πρακτικά,..., σελ. 472. "... πρέπει να προχωρήσουμε στην υπερψήφιση του άρθρου 95 παρ. 1, φροντίζοντας βέβαια να τονίσουμε πως το τεκμήριο αρμοδιότητας ... παραμένει στο Σ.τ.Ε. Έτσι με την διευκρίνιση αυτή αφενός μεν θα επιτύχουμε την αποσυμφόρηση του Σ.τ.Ε.,..., και από την άλλη θα διατηρήσουμε το Σ.τ.Ε. ως θεματοφύλακα του ακυρωτικού ελέγχου..." Α. Λοβέρδος, Πρακτικά,..., σελ. 480. "... για τις ακυρωτικές διαφορές να έχει το τεκμήριο της αρμοδιότητας το Συμβούλιο της Επικρατείας, αλλά με πλήρη ελευθερία του νομοθέτη να αφαιρεί υποθέσεις από το Συμβούλιο της Επικρατείας και να τις δίνει στα διοικητικά δικαστήρια, κυρίως για να ανακουφίζεται και το Συμβούλιο της Επικρατείας" Μ. Σταθόπουλος, Πρακτικά,..., σελ. 484. βλ. και Ε. Βενιζέλου: "Το Αναθεωρητικό Κεκτημένο ...", op.cit., σελ. 358
43. "Στο άρθρο 95 του Συντάγματος αποδεχόμαστε ... την νομοτεχνική κατάστρωση που προτείνει το Συμβούλιο της Επικρατείας στο υπ' αριθμόν 4/2001 πρακτικό της διοικητικής του ολομέλειας." Ε. Βενιζέλος, Πρακτικά της Ολομέλειας της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής, σελ. 627.
44. Ι. Σαρμάς: op.cit. σελ. 568, βλ. και Σ.τ.Ε. 468/2005 επταμ. Γιά το αναθεωρημένο κείμενο του Συντάγματος βλ. ανωτ.
Αρχή
 
   © ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ, 2006 - 2010