ΤΟ ΕΡΓΟ "ΕΚΣΥΓΧΡΟΝΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΑΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ ΣτΕ" ΕΝΤΑΧΘΗΚΕ ΣΤΟ ΜΕΤΡΟ 2.2 "ΕΞΥΠΗΡΕΤΗΣΗ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΗ ΚΑΙ ΒΕΛΤΙΩΣΗ ΤΗΣ ΠΟΙΟΤΗΤΑΣ ΖΩΗΣ" ΤΟΥ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΙΑΚΟΥ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΟΣ "ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΤΗΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΑΣ" (ΕπΚτΠ) ΚΑΙ ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΗΘΗΚΕ ΣΕ ΠΟΣΟΣΤΟ 75% ΑΠΟ ΚΟΙΝOΤΙΚΟΥΣ ΠΟΡΟΥΣ.
Με
την πρώτη απόφασή του (1/1929), εκδοθείσα επί προσφυγής απολυθέντος
αστυνομικού, το Συμβούλιο της Επικρατείας, έδειξε πώς αντιλαμβανόταν
τον ρόλο του ως δικαστή της νομιμότητας: Ακύρωσε την προσβληθείσα
διοικητική πράξη λόγω αντισυνταγματικότητος του νόμου στον οποίον η
έκδοσή της στηριζόταν (1).
Η έκταση, όμως, του δικαστικού ελέγχου δεν είναι απεριόριστη και κυρίως
δεν είναι, ούτε μπορεί να είναι, ανεξάρτητη από το περιβάλλον όπου το
Δικαστήριο αναπτύσσει την δραστηριότητά του: Η πολιτική κατάσταση στην
Ελλάδα μετά το 1929 δεν υπήρξε αδιατάρακτη: Το Δικαστήριο έπρεπε να
δικαιοδοτήσει και να επιβιώσει στα ταραγμένα χρόνια του μεσοπολέμου,
στην κατοχή, σε δικτατορικά καθεστώτα, στην περίοδο της τυπικής
ομαλότητας, αλλά και του "παρασυντάγματος" (2).
Έτσι, μπορεί ο έλεγχος των κρατούντων να μην έφθασε μέχρι του σημείου
το Δικαστήριο να απορρίψει την αρχή ότι ένα καθεστώς που επεβλήθη, έστω
και κατά παρέκκλιση της συνταγματικής νομιμότητος, και επεκράτησε,
δημιουργεί δίκαιο,(3) αποφεύγοντας τις κατά μέτωπον συγκρούσεις με την πολιτική εξουσία(4)
οι οποίες πιθανόν να έθεταν σε αμφισβήτηση την ίδια την ύπαρξή του,
ωστόσο πάντοτε προσπάθησε να διαφυλάξει τις βασικές φιλελεύθερες και
δημοκρατικές αρχές που επέβαλαν την ίδρυσή του, θεματοφύλακα των οποίων
θεωρεί τον εαυτό του (5).
Στο πλαίσιο, λοιπόν, αυτό υπεραμύνθηκε της αιτήσεως ακυρώσεως τόσο ως
ατομικού δικαιώματος των διοικουμένων (Α1), όσον και ως αρμοδιότητά του
(Α2)
1. Τα μετά το 1911 Συντάγματα, με ελάχιστες παραλλαγές, κατοχύρωναν την αίτηση ακυρώσεως.(6)(7)
Η διαφοροποίηση αφορά στα Συντάγματα του 1925/26, του 1927 και του 1952
σύμφωνα με τα οποία, στην αρμοδιότητα του Σ.τ.Ε. ανήκει η μετά από
αίτηση ακύρωση "...πράξεων των διοικητικών αρχών" και όχι "... των πράξεων των διοικητικών αρχών",
όπως προέβλεπε το Σύνταγμα του 1911. Υποστηρίζεται ότι η απάλειψη του
οριστικού άρθρου από το κείμενο διευκόλυνε την υιοθέτηση από τον ν.
3713/1928 και από την νομολογία, των πέραν της υπάρξεως εννόμου
συμφέροντος και της τηρήσεως προθεσμίας, περιορισμών για το παραδεκτό
της ασκήσεως της αιτήσεως ακυρώσεως.(8) Το ισχύον Σύνταγμα στο άρθρ. 95 επανέφερε το οριστικό άρθρ. "των" προσθέτοντας και τον προσδιορισμό "εκτελεστών".
Η προσθήκη βέβαια του προσδιορισμού αυτού δεν αλλοιώνει τα μέχρι τότε
ισχύοντα ως προς το παραδεκτό της αιτήσεως, δεδομένου ότι ήδη ο νόμος
3713/1928, προέβλεπε, σύμφωνα και με τα κρατούντα στην Γαλλία, ότι η
χαρακτηριστικό της πράξεως κατά της οποίας μπορεί να στραφεί η αίτηση
ακυρώσεως είναι η εκτελεστότητά της.
2.
Το ισχύον, όμως, Σύνταγμα κατοχυρώνει στην παρ. 1 του άρθρ. 20, και το
εν γένει δικαίωμα δικαστικής προστασίας. Επομένως, το Σύνταγμα δεν
εγγυάται, εφεξής, μόνον την ακυρωτική αρμοδιότητα του Συμβουλίου της
Επικρατείας. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρ. 95 παρ. 1 εδ. α
και 20 παρ. 1, συνάγεται ότι κατοχυρώνεται πλέον ένα ατομικό δικαίωμα,
με κοινωνικό συνάμα χαρακτήρα, το οποίο συνίσταται στην εκ μέρους των
διοικουμένων δυνατότητα ασκήσεως αιτήσεως ακυρώσεως. Το άρθρ. 20 τελεί
προς το άρθρ. 95 σε σχέση γένους προς είδος.(9)
3.
Είναι προφανές ότι η συνταγματική κατοχύρωση της αιτήσεως ακυρώσεως δεν
είναι άμοιρη συνεπειών. Με μιά πλούσια νομολογία το Δικαστήριο
επιχειρεί να διασώσει την αίτηση ακυρώσεως τόσο ως αρμοδιότητα που του
αναγνωρίζεται συνταγματικά, όσο και ως δικαίωμα που υφίσταται υπέρ του
βλαπτόμενου από την διοικητική πράξη διοικουμένου.(10)
Γι' αυτό και σύμφωνα με τον Εμ. Δαρζέντα, η πρακτική συνεισφορά του
άρθρ. 20 παρ. 1 του ισχύοντος Συντάγματος στην δυνατότητα ασκήσεως
αιτήσεως ακυρώσεως κατά διοικητικής πράξεως είναι, εν όψει της
νομολογίας που είχε εν τω μεταξύ αναπτυχθεί, ελάχιστη.(11)
Έτσι, κρίθηκε ότι είναι αντισυνταγματικές και άρα ανίσχυρες, διατάξεις
νόμων με τις οποίες αποκλείεται η άσκηση αιτήσεως ακυρώσεως (Σ.τ.Ε.
97/1937, 520/1943, 1483/1953 κ.ά.) ή εκείνες με τις οποίες επιχειρείται
η κύρωση παράνομης ατομικής πράξεως κατά της οποίας εκκρεμεί αίτηση
ακυρώσεως (Σ.τ.Ε. 18/1945, 1573/1951, 39/1959 κ.ά.), ή η αναδρομική
κύρωση κανονιστικής πράξεως που έχει εκδοθεί χωρίς νομοθετική
εξουσιοδότηση.(12)
Οι κατοχυρωτικές της αιτήσεως ακυρώσεως διατάξεις παραβιάζονται,
σύμφωνα με την νομολογία, και από ρυθμίσεις που προβλέπουν την
υποχρέωση του διοικουμένου να λάβει άδεια από προϊσταμένη αυτού αρχή
ώστε να δυνηθεί να ασκήσει αίτηση ακυρώσεως (Σ.τ.Ε. 380/1941, 102/1956
κ.ά). Εξ άλλου, νομοθετική διάταξη που προβλέπει ότι διοικητική πράξη
εκδιδόμενη κατ' εφαρμογή της δεν υπόκειται σε ένδικο μέσον, δεν μπορεί
να αποκλείσει την άσκηση αιτήσεως ακυρώσεως (623/1930, 1855/1951), ενώ
ο χαρακτηρισμός μιάς διοικητικής πράξεως ως κυβερνητικής γίνεται εν
όψει της φύσεώς της, αποκλειστικά από τον δικαστή (Σ.τ.Ε. 2438/1966,
2528/1974). Νομοθετικός χαρακτηρισμός πράξεως ως κυβερνητικής δεν είναι
συνταγματικά ανεκτός διότι θα κατέληγε στον περιορισμό της ακυρωτικής
αρμοδιότητας του Συμβουλίου της Επικρατείας.(13)
Το Δικαστήριο ωστόσο δεν διέγνωσε περιορισμό της ακυρωτικής του
αρμοδιότητας και προσβολή του δικαιώματος δικαστικής προστασίας, στις
περιπτώσεις που ο νομοθέτης κατ' ουσίαν ασκεί διοικητικό έργο, με την
προφανή αλλά και ανομολόγητη διάθεση να αποφύγει τον δικαστικό έλεγχο.(14)
4. Μείζον πρόβλημα δημιουργούν διατάξεις συνταγματικού επιπέδου οι οποίες αποβλέπουν στον περιορισμό της αιτήσεως ακυρώσεως.(15)
Και στις περιπτώσεις αυτές το Δικαστήριο προσπάθησε να διαφυλάξει, κατά
το δυνατόν, την αρμοδιότητά του, κρίνοντας ότι η ρήτρα περί του
απαραδέκτου δεν αποκλείει την δυνατότητα ασκήσεως της αιτήσεως
ακυρώσεως. Περιορίζει απλώς τους λόγους ακυρώσεως, οι οποίοι μπορούν να
αναφέρονται στον έλεγχο των όρων και προϋποθέσεων που η συνταγματικού
χαρακτήρα διάταξη θέτει για την έγκυρη έκδοση των προσβληθεισών
διοικητικών πράξεων. (16)
1. Όπως γίνεται δεκτό, ο ακυρωτικός δικαστής δεν μπορεί να ελέγξει παρά μόνον οριακά την ουσιαστική εκτίμηση των πραγμάτων(17) στην οποία προέβη η διοίκηση (18)
και, περαιτέρω, περιορίζεται στην ακύρωση της προσβαλλομένης πράξεως ή
παραλείψεως ή στην απόρριψη της αιτήσεως. Ο ουσιαστικός δικαστής (ο
δικαστής του "αμφισβητουμένου διοικητικού", σύμφωνα με την παλαιότερη,
και μάλλον ατυχή, απόδοση του γαλλικού όρου contentieux administratif (19)
) μπορεί, αντιθέτως, και να εκτιμήσει ο ίδιος τα πραγματικά
περιστατικά, αλλά και να διαπλάσσει το περιεχόμενο του δικαιώματος ή
της νομικής καταστάσεως, το δε ενώπιόν του αίτημα μπορεί να είναι είτε
η καταψήφιση σε χρηματική ή άλλη παροχή, είτε η αναγνώριση ή
αποκατάσταση δικαιωμάτων δημοσίου δικαίου.(20)
2.
Σύμφωνα με το Σύνταγμα του 1952 οι διοικητικές διαφορές ουσίας θα
εκδικάζονταν από τα διοικητικά δικαστήρια, την σύσταση των οποίων, όπως
έγινε δεκτό, επέτασσε. Με το Σύνταγμα αυτό (άρθρ. 82) για πρώτη φορά
προβλέφθηκε ρητώς η σύσταση ενιαίας και ομοιόμορφης κατηγορίας
διοικητικών δικαστηρίων στα οποία θα ανετίθετο η εκδίκαση των
διοικητικών διαφορών (21).
Στην από 21-4-1950 έκθεση επί του σχεδίου Συντάγματος, του Προέδρου της
επί της Αναθεωρήσεως του Συντάγματος Επιτροπής της Δ' Αναθεωρητικής
Βουλής Γ. Μπακόπουλου, προκειμένου να τεκμηριωθεί η πρόταση δημιουργίας
αυτοτελούς διοικητικής δικαιοσύνης, επισημαίνεται ότι: "Ασκείται,
βεβαίως, και κατά το παρόν διοικητική δικαιοσύνη, αλλά κατά τρόπον
ασυστηματοποίητον. Ασκείται δε δια πολλών και ποικιλωνύμων συλλογικών
οργάνων, άτινα συγκροτούνται είτε δια γενικού, είτε δι' ειδικών
εκάστοτε νόμων, και καλούνται άλλα εξ αυτών "διοικητικά δικαστήρια" και
άλλα "εκδικαστικαί επιτροπαί" . Ούτε είναι ευχερές να ανεύρη τις τον
ακριβή αριθμόν των δικαστηρίων ή εκδικαστικών επιτροπών. Είναι
πολυάριθμα. Και δεν είναι μόνον η ποικιλία και το ασυστηματοποίητον των
συλλογικών αυτών οργάνων, εις τα οποία ανατίθεται η απονομή της
διοικητικής δικαιοσύνης, αλλά και η ποικιλία της δικονομίας και τρόπου
εκδικάσεως και διαφόρου, ως εκ τούτου, κρίσεως επί υποθέσεων ιδίου
περιεχομένου. Η αναρχία αυτή εμφανίζει την διοικητικήν δικαιοσύνην ως
ευρισκομένην εις πρωτόγονον κατάστασιν και δημιουργεί χάος. Επί πλέον,
η δαπάνη του Δημοσίου δια την λειτουργίαν όλων αυτών των δικαστηρίων
και επιτροπών δεν είναι δυνατόν να υπολογισθεί επακριβώς και συνολικώς.
Είναι όπως ο υπόγειος χείμαρρος, ο οποίος δεν φαίνεται μεν, αλλά ρέει
τόσον εις βάρος του Κεντρικού προϋπολογισμού, όσον και εις βάρος των
διαδίκων πολιτών υπό μορφήν παραβόλων και προκαταβολών, τα οποία, ...,
ούτε καν υπολογίζονται ως έσοδα του προϋπολογισμού, διότι εισπράττονται
από τας επιτροπάς και διάφορα διοικητικά δικαστήρια. Ενώ, τουναντίον,
τα διοικητικά δικαστήρια, οργανούμενα όπως και τα πολιτικά, θα
απέβαινον πηγή δημοσίου εσόδου..."(22)
Υπό την ισχύ του Συντάγματος αυτού ιδρύθηκαν μόνον τα φορολογικά
δικαστήρια (ν.δ. 3845/1958). Το Σύνταγμα του 1975 (άρθρ. 94) ανέθεσε
την εκδίκαση των διοικητικών διαφορών ουσίας στα υφιστάμενα τακτικά
διοικητικά δικαστήρια (23)
και με ερμηνευτική δήλωση, υπό το άρθρ. 94, διευκρινίσθηκε ότι ως
τέτοια νοούνται τα υπάρχοντα φορολογικά δικαστήρια. Με τον ν. 1406/1983
οι υφιστάμενες διαφορές ουσίας υπήχθησαν στα τακτικά διοικητικά
δικαστήρια και έπαυσε η, κατά το καταργηθέν με τον ίδιο νόμο εδ. δ'
άρθρ. 1 ΚΠολΔ, αρμοδιότητα των πολιτικών δικαστηρίων επί των διαφορών
αυτών.
3.
Σύμφωνα με το σύστημα δικαστικού ελέγχου που οργανώνεται συνταγματικά,
οι διοικητικές πράξεις υπόκεινται σε ακυρωτικό έλεγχο, ασκούμενο, κατ'
αρχήν, από το Συμβούλιο της Επικρατείας, πλην εάν το ίδιο το Σύνταγμα
προβλέπει ότι ο εν λόγω έλεγχος αποκλείεται (άρθρ. 90 παρ. 6, άρθρ.
91), ή εάν, ρητώς, για συγκεκριμένες κατηγορίες υποθέσεων προβλέπεται
(από το Σύνταγμα ή από ειδικό νόμο) η άσκηση ουσιαστικής προσφυγής, για
την εκδίκαση της οποίας είναι, κατ' αρχήν, αρμόδια τα τακτικά
διοικητικά δικαστήρια (24).
Πάντως, κατά το άρθρο 95 παρ.1 περ. γ΄ του Συντάγματος είναι δυνατή η
ανάθεση της εκδικάσεως ουσιαστικών διαφορών στο Συμβούλιο της
Επικρατείας.
4.
Όπως γίνεται δεκτό η δικαστική προστασία που παρέχεται στον διοικούμενο
με την προσφυγή ουσίας είναι πληρέστερη αυτής που παρέχεται με την
αίτηση ακυρώσεως διότι, κατά τα προαναφερθέντα, ο δικαστής ελέγχει την
εκ μέρους της διοικήσεως ουσιαστική εκτίμηση των πραγμάτων και μπορεί,
αν συντρέχει περίπτωση, όχι μόνον να ακυρώσει μια διοικητική πράξη,
αλλά και να επιδικάσει ορισμένο χρηματικό ποσόν.(25)
Το γεγονός αυτό σε συνδυασμό με την ανάγκη ελαφρύνσεως του Δικαστηρίου
από τον όγκο των υποθέσεων που σιγά-σιγά το κατακλύζει, αλλά και η
πρόσφατη επίδραση της νομολογίας του Ε.Δ.Δ.Α. σύμφωνα με την οποία η
δικαστική κρίση επί υποθέσεων που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής της
Ε.Σ.Δ.Α, πρέπει να αφορά στον νόμο και στην ουσία,(26) όπως, στην ειδικότερη περίπτωση των διοκητικών κυρώσεων (27)
όπου το δικαστήριο, υπό την έννοια απου του αποδίδεται από την
Ε.Σ.Δ.Α., πρέπει να έχει την εξουσία τροποποιήσεως της προσβαλλομένης
πράξεως (28), οδήγησαν τον νομοθέτη σε αθρόα ουσιαστικοποίηση των διοικητικών διαφορών (29).
Εξ άλλου, για να αντεπεξέλθει στον μεγάλο αριθμό υποθέσεων που
μεταφέρθηκαν σ' αυτήν, η τακτική διοικητική δικαιοσύνη οργανώθηκε υπό
την ισχύ του Συντάγματος του 1975 και οι θέσεις των υπηρετούντων σ'
αυτήν δικαστών αυξήθηκαν σημαντικά.
5.
Η Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας εν Συμβουλίω γνωμοδοτώντας
επί του σχεδίου Συντάγματος, με το 3/1975 πρακτικό της, διατύπωσε,
μεταξύ άλλων, την γνώμη ότι "Το
φαινόμενον του πολλαπλασιασμού των εις το Συμβούλιον της Επικρατείας
εισαγομένων αιτήσεων ακυρώσεως έφθασεν εις βαθμόν επικίνδυνον, απολήγει
δε εις αφάνταστον καθυστέρησιν της εκδικάσεως αυτών επί βλάβη και των
προσφευγόντων και της ομαλής λειτουργίας της διοικήσεως.".
Για τούτο πρότεινε προς την Ε' Αναθεωρητική Βουλή να προσθέσει στην
περί των αρμοδιοτήτων του διάταξη, ρύθμιση με την οποία να προβλέπεται
η δυνατότητα υπαγωγής στα διοικητικά δικαστήρια ορισμένων κατηγοριών
ακυρωτικών υποθέσεων, διατηρουμένου πάντοτε του δευτεροβαθμίου
ακυρωτικού ελέγχου, μέσω του ενδίκου μέσου της εφέσεως, από το
Δικαστήριο. Η πρόταση αυτή δεν συνάντησε αντιρρήσεις από τα μέλη της
αναθεωρητικής Βουλής και έτσι διατυπώθηκε και ψηφίστηκε η παρ. 3 του
άρθρ. 95 του Συντάγματος του 1975.(30)
6. Σε σημείωμά του με το οποίο ο Φ. Βεγλερής προλόγιζε, το 1977, επανέκδοση μελέτης του που πρωτοδημοσιεύθηκε το 1960 (31) , παρατηρούσε ότι ο φόρτος του Συμβουλίου της Επικρατείας είχε αυξηθεί και ότι ο μοναδικός τρόπος ελαφρύνσεώς του θα ήταν "η αποκέντρωση της ακυρωτικής δικαιοδοσίας"
Κατέκρινε, ωστόσο, ως ατυχή την διάταξη του Συντάγματος βάσει της
οποίας επιφυλασσόταν η σε τελευταίο βαθμό αρμοδιότητα του Συμβουλίου
της Επικρατείας. Και τούτο διότι "...
εφ' όσον το δικαίωμα της εφέσεως δεν μπορεί να δοθεί στον ένα μόνο
διάδικο, λίγες ελπίδες υπάρχουν ότι ο ίδιος αριθμός υποθέσεων δε θα
βαρύνει τελικά, υπό τη μορφή της αιτήσεως ακυρώσεως ή της εφέσεως, το
πινάκιο του ανωτάτου δικαστηρίου"(32)
Φαίνεται ότι ο διορατικός δημοσιολόγος είχε δίκιο: Είκοσι τρία χρόνια
αργότερα η ίδια Ολομέλεια εν Συμβουλίω με τα 4/2001 και 6/2000 πρακτικά
της πρότεινε προς την Ζ' Αναθεωρητική Βουλή την αναθεώρηση της παρ. 3
του άρθρ. 95 εις τρόπον ώστε ο νομοθέτης να μπορεί να υπαγάγει στην
αρμοδιότητα των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων κατηγορίες ακυρωτικών
υποθέσεων, ανάλογα με την σπουδαιότητά τους, και να μπορεί να θεσπίζει
μόνον ένα βαθμό δικαιοδοσίας για τις ήσσονος σημασίας υποθέσεις. Όταν,
όμως, προβλέπεται και δευτεροβάθμιος έλεγχος, αυτός να ασκείται πάντοτε
από το Συμβούλιο της Επικρατείας. Η πρόταση αυτή έγινε δεκτή από τον
αναθεωρητικό νομοθέτη (33).
7.
Το Συμβούλιο της Επικρατείας, εν όψει των αθρόων ουσιαστικοποιήσεων
ακυρωτικών διαφορών, αλλά και της μεταβιβάσεως ακυρωτικών υποθέσεων στα
διοικητικά εφετεία, αισθάνθηκε ότι η φυσιογνωμία του ως του κατ' εξοχήν
ακυρωτικού δικαστηρίου κλονίζεται και αντέδρασε με την 1095/1987
απόφαση της Ολομελείας του. Σύμφωνα με αυτήν "...Η
θέση του Συμβουλίου της Επικρατείας ως δικαστηρίου που δικάζει, σύμφωνα
με την ... παρ. 1 α του άρθρου 95 του Συντάγματος, την αίτηση ακυρώσεως
κατά των εκτελεστών πράξεων των διοικητικών αρχών, είναι καίρια στο
σύστημα του Κράτους Δικαίου που καθιερώνει το Σύνταγμα και η γενική
ακυρωτική δικαιοδοσία του δικαστηρίου τούτου δεν αφήνεται από τον
συντακτικό νομοθέτη στην απόλυτη διάθεση του κοινού νομοθέτη. Η
δυνατότητα του κοινού νομοθέτη να υπαγάγει στα τακτικά διοικητικά
δικαστήρια, σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 95 του Συντάγματος,
κατηγορίες ακυρωτικών διαφορών , καθώς και να υπαγάγει στα ίδια
δικαστήρια τις ουσιαστικές διοικητικές διαφορές, σύμφωνα με την παρ. 1
του άρθρου 94 του Συντάγματος, ..., δεν μπορεί, κατά την έννοια των
συνταγματικών αυτών διατάξεων, να εκταθεί σε σημείο που να καταλυθεί ή
ν' απορροφηθεί η γενική ακυρωτική δικαιοδοσία του Συμβουλίου της
Επικρατείας η διατήρηση της οποίας τίθεται ως όριο στη σχετική
νομοθετική ευχέρεια". Ωστόσο,
όσες φορές η μεταγενέστερη νομολογία εφήρμοσε τα (ποσοτικά) κριτήρια
που έθεσε η παραπάνω απόφαση (arrêt de principe, κατά τον Εμ Δαρζέντα (34)) κατέληξε στην κρίση ότι δεν εθίγετο η ακυρωτική του αρμοδιότητα(35).
8. Σύμφωνα με τον Εισηγητή της πλειοψηφίας στην Ζ' Αναθεωρητική Βουλή (36), η παραπάνω νομολογία "Είναι μιά ατυχής νομολογία" διότι μέσω αυτής το Δικαστήριο "... έχει εξαγγείλει ... ένα αφηρημένο δικαστικό έλεγχο της συνταγματικότητας του μελλοντικού νόμου"
Γιά τούτο επιχειρήθηκε η αναθεώρηση των σχετικών με την αρμοδιότητα του
Συμβουλίου της Επικρατείας διατάξεων. Η προσπάθεια αυτή έγινε,
συνδυαστικά, προς δύο κατευθύνσεις: Αφ' ενός μεν με την αναθεώρηση του
άρθρ. 94 παρ. 1, αφ' ετέρου δε με την αναθεώρηση του άρθρ. 95 παρ. 1
εδ. α'(37). Με την πρώτη επιχειρήθηκε "...
η μετατροπή της έννοιας της διοικητικής διαφοράς, ακυρωτικής και
ουσιαστικής, και της έννοιας της ιδιωτικής διαφοράς σε έννοιες που
μπορεί να τις διαπλάσει ο κοινός νομοθέτης"(38)
με την δεύτερη επιχειρήθηκε η υπαγωγή στην ακυρωτική αρμοδιότητα του
Συμβουλίου της Επικρατείας των υποθέσεων που ο νομοθέτης θα αξιολογήσει
ως σημαντικές. Έτσι να άρθρα αυτά του Συντάγματος θα διατυπώνονταν ως
εξής: Άρθρ. 94: "1. Στο
Συμβούλιο της Επικρατείας και τα τακτικά διοικητικά δικαστήρια
υπάγονται οι διοικητικές διαφορές, όπως νόμος ορίζει, με την επιφύλαξη
των αρμοδιοτήτων του Ελεγκτικού Συνεδρίου. 2..." το δε άρθρ. 95: "1.
Στην αρμοδιότητα του Συμβουλίου της Επικρατείας ανήκουν ιδίως: α) Η
μετά από αίτηση ακύρωση των εκτελεστών πράξεων των διοικητικών αρχών
για υπέρβαση εξουσίας ή για παράβαση νόμου, σε όσες περιπτώσεις λόγω
της σοβαρότητάς τους κρίνεται από το νόμο αναγκαίο να υπαχθούν σ' αυτό".
Οι προτάσεις αυτές, συνδυαζόμενες με την πρόταση αναθεωρήσεως του άρθρ.
24, θεωρήθηκε ότι αποβλέπουν στον περιορισμό της ακυρωτικής
αρμοδιότητας του δικαστηρίου, κυρίως με την ανατροπή του τεκμηρίου της
ακυρωτικής αρμοδιότητας, και προκάλεσαν αντιδράσεις (39), οι οποίες αποδόθηκαν από τον Εισηγητή της πλειοψηφίας σε "αδικαιολόγητες δημοσιογραφικές παρεξηγήσεις".(40) Εξ άλλου, το Συμβούλιο της Επικρατείας με πρακτικά της Ολομελείας του εν Συμβουλίω (41)
έλαβε θέση στο ζήτημα ζητώντας να μην αναθεωρηθούν οι εν λόγω
διατάξεις, καθ' ο μέρος δι' αυτών ο συνταγματικός νομοθέτης είχε,
ανέκαθεν, αναγνωρίσει υπέρ του Δικαστηρίου τεκμήριο αρμοδιότητας στις
ακυρωτικές διαφορές. Εν όψει των αντιδράσεων, η πρόταση αναθεωρήσεως
μετεβλήθει και, ειδικώς για το άρθρ. 95, τροποποίηθηκε ως εξής: "1.
Στην αρμοδιότητα του Συμβουλίου της Επικρατείας ανήκουν ιδίως: α) Η
μετά από αίτηση ακύρωση των εκτελεστών πράξεων των διοικητικών αρχών
για υπέρβαση εξουσίας ή παράβαση νόμου, σε όσες περιπτώσεις κρίνεται
από το νόμο αναγκαίο να υπαχθούν απευθείας σ' αυτό και σ' όσες
περιπτώσεις δεν έχει ορισθεί ως αρμόδιο άλλο διοικητικό δικαστήριο. Ο
δευτεροβάθμιος ακυρωτικός έλεγχος ασκείται από το Συμβούλιο της
Επικρατείας ή τα διοικητικά εφετεία, όπως νόμος ορίζει".
Ενώπιον της Επιτροπής Αναθεωρήσεως υποστηρίχθηκε ότι η αρχική πρόταση
δεν απέβλεπε στην αποδυνάμωση του Δικαστηρίου, ούτε στην ανατροπή του
τεκμηρίου αρμοδιότητας στις ακυρωτικές διαφορές. Στόχος ήταν η
δυνατότητα ελάφρυνσης του Συμβουλίου της Επικρατείας από υποθέσεις που
θα μπορούσαν να υπαχθούν στην ακυρωτική αρμοδιότητα των τακτικών
διοικητικών δικαστηρίων, χωρίς να υπάρχει ο φόβος η μεταφορά να
κηρυχθεί αντισυνταγματική.(42)
Τελικώς, στην Ολομέλεια της Αναθεωρητικής Βουλής έγινε δεκτή η άποψη
περί μη τροποποιήσεως της παρ. α της παρ. 1 του άρθρ. 95, θέση που είχε
διατυπωθεί και από το Συμβούλιο της Επικρατείας στα πρακτικά της
Ολομελείας του.(43)
Φαίνεται πάντως, ότι, παρά τις πολύωρες συζητήσεις στην Αναθεωρητική
Βουλή, δεν έχει επέλθει ουσιώδης μεταβολή καθ' όσον αφορά σε όσα
γίνονταν δεκτά σχετικά με την κατανομή των αρμοδιοτήτων μεταξύ του
Συμβουλίου της Επικρατείας και των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων προ
του 2001.(44)