ΤΟ ΕΡΓΟ "ΕΚΣΥΓΧΡΟΝΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΑΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ ΣτΕ" ΕΝΤΑΧΘΗΚΕ ΣΤΟ ΜΕΤΡΟ 2.2 "ΕΞΥΠΗΡΕΤΗΣΗ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΗ ΚΑΙ ΒΕΛΤΙΩΣΗ ΤΗΣ ΠΟΙΟΤΗΤΑΣ ΖΩΗΣ" ΤΟΥ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΙΑΚΟΥ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΟΣ "ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΤΗΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΑΣ" (ΕπΚτΠ) ΚΑΙ ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΗΘΗΚΕ ΣΕ ΠΟΣΟΣΤΟ 75% ΑΠΟ ΚΟΙΝOΤΙΚΟΥΣ ΠΟΡΟΥΣ.
1.
Φυσικό επακόλουθο της ολοκλήρωσης της δικαιοδοσίας των τακτικών
διοικητικών δικαστηρίων και της ουσιαστικοποίησης ακυρωτικών διαφορών
ήταν ότι οι υποθέσεις αυτές θα έφθαναν στο Δικαστήριο δια του ενδίκου
μέσου της αναιρέσεως. Έτσι, το Δικαστήριο δεν άργησε να έρθει
αντιμέτωπο με σημαντικό αριθμό αιτήσεων αναιρέσεως, αλλά και οι
αιτήσεις αναιρέσεως αποτελούν πλέον μεγάλο ποσοστό των κατατιθεμένων
ενδίκων μέσων και βοηθημάτων(1).
Από την δεκαετία του 1980 το Συμβούλιο της Επικρατείας άρχισε να
προβληματίζεται σχετικά με τον αυξανόμενο αριθμό αναιρέσεων και να
αναζητά τρόπους αντιμετωπίσεως των προβλημάτων που το μέγεθος αυτό
έθετε από την άποψη του προστιθέμενου φόρτου και της συνακόλουθης
καθυστέρησης στην παροχή εννόμου προστασίας(2).
Σχετικές προτάσεις όμως απερρίφθησαν από την Ολομέλεια εν Συμβουλίω
(Πρακτικό 3/1983), κατ' επίκληση νομολογίας που είχε διατυπωθεί από τα
πρώτα χρόνια ήδη της λειτουργίας του Δικαστηρίου, περί συνταγματικής
κατοχυρώσεως της αιτήσεως αναιρέσεως(3).
2.
Οι πιεστικές ανάγκες, ωστόσο, ανάγκασαν το Δικαστήριο να μεταβάλει
άποψη λίγα χρόνια αργότερα και να αποδεχθεί, εν Συμβουλίω, ότι δεν θα
προσέκρουε στο Σύνταγμα η εισαγωγή, ως προϋποθέσεως του παραδεκτού της
αιτήσεως αναιρέσεως, κριτηρίου σχετιζομένου με το ποσό της διαφοράς(4).
Ακολούθως, ο νομοθέτης προέβελεψε, αρχικώς, το απαράδεκτο των αιτήσεως
αναιρέσως του Δημοσίου και των ν.π.δ.δ. εάν το ποσό της διαφοράς
υπερβαίνει το όριο των 500.000 δρχ. Περαιτέρω, επεξέτεινε την ρύθμιση
αυτή και σε αιτήσεις αναιρέσεως ιδιωτών, αύξησε δε το αντικείμενο της
διαφοράς σε 2 εκ. δρχ(5).
Το Δικαστήριο, σε δικαστικό σχηματισμό αυτή την φορά, δέχθηκε, κατ'
επανάληψιν, τόσο την συνταγματικότητα των μέτρων αυτών, όσο και την
συμβατότητά τους με την Ε.Σ.Δ.Α., και μάλιστα όχι μόνον ως προς τις
αιτήσεις αναιρέσεως που κατατίθενται μετά την δημοσίευση των παραπάνω
νόμων, αλλά και ως προς την εφαρμογή των διατάξεων και επί εκκρεμών
δικών(6).
Το
Συμβούλιο της Επικρατείας, εν Ολομελεία, με τα ήδη αναφερθέντα πρακτικά
του 4/2001 και 6/2000, πρότεινε στον αναθεωρητικό νομοθέτη, την
αναδιατύπωση της περ. β της παρ. 1 άρθρ. 95 του Συντάγματος, δια της
απαλείψεως του οριστικού άρθρου "των",
ώστε να διευκολυνθεί ο κοινός νομοθέτης στην λήψη των αναγκαίων μέτρων
"διηθήσεως" καθ' όσον αφορά στην αίτηση αναιρέσεως. Με τα μέτρα αυτά ο
αναιρετικός έλεγχος μπορεί να περιορισθεί ή και να αποκλεισθεί, ώστε το
Δικαστήριο, κατά την αναιρετική του λειτουργία, να μπορεί να επιδοθεί
στο κύριό του έργο, που είναι η εξασφάλιση της ενότητας της νομολογίας
επί των ουσιαστικών διαφορών. Η πρόταση αυτή έγινε δεκτή από την
αναθεωρητική Βουλή και η σχετική συνταγματική διάταξη αναθεωρήθηκε προς
παραπάνω κατεύθυνση(7).