Συμβούλιο της Επικρατείας   Ολομέλεια Συμβουλίου της Επικρατείας
 

ΤΟ ΕΡΓΟ "ΕΚΣΥΓΧΡΟΝΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΑΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ ΣτΕ" ΕΝΤΑΧΘΗΚΕ ΣΤΟ ΜΕΤΡΟ 2.2 "ΕΞΥΠΗΡΕΤΗΣΗ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΗ ΚΑΙ ΒΕΛΤΙΩΣΗ ΤΗΣ ΠΟΙΟΤΗΤΑΣ ΖΩΗΣ" ΤΟΥ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΙΑΚΟΥ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΟΣ "ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΤΗΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΑΣ" (ΕπΚτΠ) ΚΑΙ ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΗΘΗΚΕ ΣΕ ΠΟΣΟΣΤΟ 75% ΑΠΟ ΚΟΙΝOΤΙΚΟΥΣ ΠΟΡΟΥΣ.
B. Ο αναθεωρητικός νομοθέτης απέναντι στη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας.
Συνταγματική εξέλιξη του θεσμού
Α.Το ένδικο βοήθημα της αίτησεως ακυρώσεως
Α1. Η αίτηση ακυρώσεως ως ατομικό δικαίωμα
Α2. Η ακυρωτική φυσιογνωμία του Συμβουλίου της Επικρατείας υπό το Σύνταγμα του 1975
Β.Ο αναθεωρητικός νομοθέτης απέναντι στη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας.
Γ.Σύνταγμα και μέτρα διηθήσεως στην αναίρεση
Δ.Στελέχωση του Συμβουλίου της Επικρατείας και συνταγματική αναθεώρηση.
1. Η ένταση του δικαστικού ελέγχου προκαλεί αναπόφευκτα την αντίδραση του νομοθέτη και ειδικώτερα του συντακτικού/αναθεωρητικού νομοθέτη. Αυτή μπορεί να λάβει την μορφή της αποδοχής των επιλογών του Δικαστηρίου, όπως επί παραδείγματι έγινε με την, κατά το έτος 1975, συνταγματοποίηση της αρχής της προηγουμένης ακροάσεως στο άρθρο 20 παρ. 2 του Συντάγματος (1), ή της αρχής της αναλογικότητος στο αναθεωρημένο, το 2001, άρθρ. 25 παρ.1. (2).
2. Μεγαλύτερο, βέβαια, ενδιαφέρον παρουσιάζει η περίπτωση της αρνητικής αντιδράσεως του συντακτικού νομοθέτη στις ερμηνευτικές επιλογές του Δικαστηρίου. Τέτοιο παράδειγμα αποτελεί αναμφίβολα η αναθεώρηση του άρθρ. 24 του Συντάγματος περί προστασίας του περιβάλλοντος. Το παράδειγμα αυτό παρουσιάζει ακόμη μεγαλύτερο ενδιαφέρον διότι η επιχειρηθείσα αναθεώρηση της εν λόγω διατάξεως προκάλεσε την έντονη ενεργοποίηση των πολιτών, που, μέσω περιβαλλοντικών οργανώσεων, επηρέασαν, εξ αντικειμένου, ενεργά την οριστική διαμόρφωση του συνταγματικού κειμένου.
3. Από το άρθρο 24 του Συντάγματος το Δικαστήριο, κατά την δεκαετία του 1990, συνήγαγε την αρχή της βιώσιμης ανάπτυξης, ως αρχή μέσω της οποία επιχειρείται ο συγκερασμός τόσο των αρχών της οικονομικής αναπτύξεως, όσο και αυτών της προστασίας του περιβάλλοντος. (3)-(4). Με γνώμονα την αρχή αυτή ήλεγξε τόσο τις επιλογές της διοικήσεως όσο και αυτές του νομοθέτη. Για τις θέσεις που υιοθέτησε η νομολογία, ειδικά του Ε' τμήματος, κατηγορήθηκε συχνά για δικαστικό ακτιβισμό, για υποκατάσταση των κρίσεων του νομοθέτη, για ανεπίτρεπτη αποδοχή της υπεροχής του περιβάλλοντος εις βάρος άλλων συνταγματικώς προστατευομένων δικαιωμάτων. Οι κατηγορίες αυτές διατυπώθηκαν με ιδιαίτερη ενάργεια και ένταση στην αναθεωρητική Βουλή (5)-(6) : Έτσι, ο εισηγητής της πλειοψηφίας διευκρίνιζε στην εισήγησή του προς την Επιτροπή αναθεωρήσεως του Συντάγματος ότι ο δικαστικός έλεγχος "... μετατράπηκε σιγά - σιγά σε μία έμμεση αλλά σαφή και σε πολλές περιπτώσεις απροκατάληπτη, υποκατάσταση της δικαιοσύνης στις αρμοδιότητες του νομοθέτη αλλά και στα καθήκοντα της επιστημονικής προετοιμασίας και πρόγνωσης που πρέπει να βρίσκεται στο θεμέλιο της νομοθετικής ρύθμισης...", οι δικαστικές αποφάσεις, οι σχετικές με την προστασία του περιβάλλοντος, θέτουν "... πολλά σοβαρά προβλήματα διάκρισης των εξουσιών και σεβασμού της δυνατότητας αλλά και της υποχρέωσης του νομοθέτη (και της κανονιστικής διοίκησης) να προβαίνει σε σταθμίσεις, προγνώσεις και ρυθμίσεις". Εν όψει αυτών η αναθεωρητική Βουλή "... καλείται να οριοθετήσει αλλά και να προσανατολίσει ορθά τόσο τον κοινό νομοθέτη όσο και τον δικαστή... Θεμελιώδης υποχρέωση του δημοκρατικού κράτους δικαίου είναι να παρέχεται ασφάλεια δικαίου στον διοικούμενο που αδυνατεί να αντιληφθεί ότι ως γραπτό και αυστηρό Σύνταγμα της χώρας μπορεί η νομολογία να εκλαμβάνει τις θεωρητικές απόψεις των μελών των αρμοδίων δικαστικών σχηματισμών, οι οποίες μάλιστα δεν συνάγονται ερμηνευτικά από την οικεία συνταγματική διάταξη, αλλά προτάσσονται στην μείζονα σκέψη του δικανικού συλλογισμού ως οιονεί θεσπισμένος συνταγματικός κανόνας. Θα ήταν, αν μη τι άλλο, παράδοξο για την ίδια τη διάρθρωση της έννομης τάξης, οι θεωρητικές απόψεις ορισμένων (...) μελών ανωτάτων δικαστηρίων να εκλαμβάνονται ως "παράρτημα" του συνταγματικού κειμένου, δηλαδή ενός κειμένου κατεξοχήν λιτού και συστηματικού". (7)-(8)
4. Η αρχική πρόταση αναθεώρησης του άρθρ. 24 προκάλεσε, όπως προαναφέρθηκε, έντονες αντιδράσεις που εκφράστηκαν με σειρά δημοσιευμάτων στον τύπο και με εκδηλώσεις περιβαλλοντικών οργανώσεων. Εν όψει των αντιδράσεων αυτών ο αναθεωρητικός νομοθέτης αναδιπλώθηκε μερικώς και έτσι, τελικώς, η αναθεώρηση του άρθρου αυτού εξαντλήθηκε σε καταγραφή αρχών και κανόνων που είχαν ήδη συναχθεί από την νομολογία κατά την ερμηνεία της σχετικής διατάξεως (όπως: το ατομικό δικαίωμα στην προστασία του περιβάλλοντος, η αρχή της αειφορίας, η εξομοίωση δημοσίων και ιδιωτικών δασών ως προς τους όρους της μεταβολής του προορισμού των, η ερμηνευτική δήλωση περί της εννοίας του δάσους κ.λπ.). Ωστόσο, η ρητή αναφορά στο συνταγματικό κείμενο των κανόνων που συνάγονταν από την νομολογία διευκολύνει την χωρίς αμφισβήτηση αποδοχή και κατανόησή τους, ενισχύοντας, ως εκ τούτου, την αναγκαία ασφάλεια δικαίου. (9)
Αρχή
 
1. Η συνταγματική κατοχύρωση του δικαιώματος της προηγουμένης ακροάσεως οφείλεται στην καταξίωση που προσέδωσαν στην αρχή αυτή οι γνωστές αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας (1811-1831/1969) με τις οποίες, κατά την διάρκεια της δικτατορίας των συνταγματαρχών ακυρώθηκαν απολύσεις δικαστών. Για ένα σύντομο ιστορικό της υποθέσεως αυτής βλ. Γ. Αγγελίδη: "Η 10η επέτειος της ιστορικής αποφάσεως του Σ.τ.Ε." in ΝοΒ 1980, σελ. 13 επ. Γιά την αρχή της προηγουμένης ακροάσεως βλ. Μ. Στασινόπουλου: "Το δικαίωμα υπερασπίσεως ενώπιον των διοικητικών αρχών", 1974, Β. Ρώτη: "Η περιπέτεια του άρθρου 20 παρ. 2 του Συντάγματος", Εισήγηση στο Α' συνέδριο της Ενώσεως Ελλήνων Συνταγματολόγων, δημοσιευμένη στο τόμο "Οι συνταγματικές ελευθερίες στην πράξη", Α. Ν. Σάκκουλας, 1986, σελ. 335 επ., Κ.Μ Χαλαζωνίτη: "Η προηγούμενη ακρόασις των ενδιαφερομένων εις τον νόμοον περι α.ε." in Τιμ. Τόμ. Αλ. Τσιριντάνη, εκδ. Α.Ν. Σάκκουλα 1980, σελ.607 επ.
2. Στην αρχή αυτή το Συμβούλιο της Επικρατείας είχε προσδώσει συνταγματική θεμελίωση ήδη με την 2112/1984 απόφασή του. βλ. Δ. Κοντόγιωργα - Θεοχαροπούλου: "Σημεία εργασίας επί της αρχής της αναλογικότητος εξ αφορμής της αποφάσεως 2112/1984 του Σ.τ.Ε." in "Χαριστήριον" σύμμεικτα προς τιμήν Γ. Παπαχατζή" Α. Ν. Σάκκουλας, 1989, σελ. 889 επ.
3. Για την αρχή της βιωσίμου αναπτύξεως βλ. Μ. Δεκλερή:"Ο δωδεκάδελτος του περιβάλλοντος. Εγκόλπιο βιωσίμου αναπτύξεως", Α. Ν. Σάκκουλας, 1996
4. Επισκόπηση της νομολογίας σχετικά με το περιβάλλον, βλ. στον Ι. Σαρμά "Κράτος και Δικαιοσύνη" τ.2, σελ. 165 επ.
5. "...το πέμπτο τμήμα του Συμβουλίου της Επικρατείας κατέστη τούτο "κράτος εν κράτει". Βραχνάς..." Από την παρέμβαση του Ε. Γιαννόπουλου στην Επιτροπή Αναθεωρήσεως του Συντάγματος της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής. Πρακτικά, σελ. 475. Κατά τον τότε Υπουργό Δικαιοσύνης Μ. Σταθόπουλο, το Ε' τμήμα "... ξεκίνησε μια καλή νομολογία, αλλά ξεπέρασε τα όρια. Έχω την εντύπωση ότι κάποιοι από τους δικαστές αυτούς λειτουργούσαν περισσότερο όπως οι έφοροι της αρχαίας Σπάρτης - και ξέρουμε τι πολίτευμα είχε η αρχαία Σπάρτη - παρά ως όργανα μίας δημοκρατικής πολιτείας" Πρακτικά Επιτροπής, σελ. 482. "... σε ορισμένες περιπτώσεις οι δικαστές ξέφευγαν από τις δικές τους αρμοδιότητες και υποκαθιστούσαν σαφώς και τη νομοθετική και την εκτελεστική εξουσία. Απόδειξη η νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας, η οποία ορισμένες φορές έφθασε σε ακρότατες υπερβολές. Αυτό όμως βλάπτει την πορεία του τόπου, βλάπτει την ανάπτυξη, βλάπτει τα γενικότερα συμφέροντα του ελληνικού λαού και κατά συνέπεια σωστό ήταν και είναι ... να οριοθετήσουμε τις εξουσίες" Κ. Μητσοτάκης, Πρακτικά Συνεδριάσεων της Ολομέλειας της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής , 2001, σελ. 36.
6. Ένσταση στις σχέσεις Συμβουλίου της Επικρατείας και κοινού Νομοθέτη είχε δημιουργηθεί και στις αρχές τις δεκαετίας του 1990 όταν η τότε κυβέρνηση είχε επιχειρήσει να ανακατανείμει τις αρμοδιότητες των τμημάτων του Δικαστηρίου. Ο σχετικός νόμος θεωρήθηκε ότι απέβλεπε στην αποδυνάμωση του Ε' τμήματος και κρίθηκε από την Ολομέλεια του Σ.τ.Ε. (2152/1993) ως ψευδοοργανωτικός και ως αντικείμενος στις διατάξεις περί δικαστικής ανεξαρτησίας. βλ. την απόφαση με σχετικό σημείωμα του Καθηγητή Γ. Παπαδημητρίου και την προεισήγηση του Κ. Πισπιρίγκου in ΤοΣ, 1994 σελ. 11 επ.
7. Ε. Βενιζέλου, ο.π. υποσ. 114, σελ. 26 επ. βλ. επίσης, Γ. Δεληγιάννη: "Ζητήματα σχετικά με την αναθεώρηση του Συντάγματος. Α) Προστασία του περιβάλλοντος, Β) Οργάνωση της διοικητικής δικαιοσύνης" in ΤοΣ 2000, σελ. 1037 επ.
8. Η ουσία του ζητήματος των σχέσεων πολιτικής εξουσίας και Συμβουλίου της Επικρατείας αποδίδεται εύστοχα στο κείμενο του Κ. Πισπιρίγκου: "Κρίση εμπιστοσύνης", in "Ισοπολιτεία", 2000, σελ. 359 επ.
9. βλ. διεξοδικά για το ζήτημα της αναθεώρησης του άρθρ. 24, Ξ. Κοντιάδη: "Ο νέος συνταγματισμός και τα θεμελιώδη δικαιώματα μετά την αναθεώρηση του 2001", Α. Ν. Σάκκουλας, 2002, σελ. 339 επ.
Αρχή
 
   © ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ, 2006 - 2012