ΤΟ ΕΡΓΟ "ΕΚΣΥΓΧΡΟΝΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΑΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ ΣτΕ" ΕΝΤΑΧΘΗΚΕ ΣΤΟ ΜΕΤΡΟ 2.2 "ΕΞΥΠΗΡΕΤΗΣΗ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΗ ΚΑΙ ΒΕΛΤΙΩΣΗ ΤΗΣ ΠΟΙΟΤΗΤΑΣ ΖΩΗΣ" ΤΟΥ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΙΑΚΟΥ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΟΣ "ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΤΗΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΑΣ" (ΕπΚτΠ) ΚΑΙ ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΗΘΗΚΕ ΣΕ ΠΟΣΟΣΤΟ 75% ΑΠΟ ΚΟΙΝOΤΙΚΟΥΣ ΠΟΡΟΥΣ.
1.
Η ένταση του δικαστικού ελέγχου προκαλεί αναπόφευκτα την αντίδραση του
νομοθέτη και ειδικώτερα του συντακτικού/αναθεωρητικού νομοθέτη. Αυτή
μπορεί να λάβει την μορφή της αποδοχής των επιλογών του Δικαστηρίου,
όπως επί παραδείγματι έγινε με την, κατά το έτος 1975, συνταγματοποίηση
της αρχής της προηγουμένης ακροάσεως στο άρθρο 20 παρ. 2 του
Συντάγματος (1), ή της αρχής της αναλογικότητος στο αναθεωρημένο, το 2001, άρθρ. 25 παρ.1. (2).
2.
Μεγαλύτερο, βέβαια, ενδιαφέρον παρουσιάζει η περίπτωση της αρνητικής
αντιδράσεως του συντακτικού νομοθέτη στις ερμηνευτικές επιλογές του
Δικαστηρίου. Τέτοιο παράδειγμα αποτελεί αναμφίβολα η αναθεώρηση του
άρθρ. 24 του Συντάγματος περί προστασίας του περιβάλλοντος. Το
παράδειγμα αυτό παρουσιάζει ακόμη μεγαλύτερο ενδιαφέρον διότι η
επιχειρηθείσα αναθεώρηση της εν λόγω διατάξεως προκάλεσε την έντονη
ενεργοποίηση των πολιτών, που, μέσω περιβαλλοντικών οργανώσεων,
επηρέασαν, εξ αντικειμένου, ενεργά την οριστική διαμόρφωση του
συνταγματικού κειμένου.
3.
Από το άρθρο 24 του Συντάγματος το Δικαστήριο, κατά την δεκαετία του
1990, συνήγαγε την αρχή της βιώσιμης ανάπτυξης, ως αρχή μέσω της οποία
επιχειρείται ο συγκερασμός τόσο των αρχών της οικονομικής αναπτύξεως,
όσο και αυτών της προστασίας του περιβάλλοντος. (3)-(4).
Με γνώμονα την αρχή αυτή ήλεγξε τόσο τις επιλογές της διοικήσεως όσο
και αυτές του νομοθέτη. Για τις θέσεις που υιοθέτησε η νομολογία,
ειδικά του Ε' τμήματος, κατηγορήθηκε συχνά για δικαστικό ακτιβισμό, για
υποκατάσταση των κρίσεων του νομοθέτη, για ανεπίτρεπτη αποδοχή της
υπεροχής του περιβάλλοντος εις βάρος άλλων συνταγματικώς
προστατευομένων δικαιωμάτων. Οι κατηγορίες αυτές διατυπώθηκαν με
ιδιαίτερη ενάργεια και ένταση στην αναθεωρητική Βουλή (5)-(6)
: Έτσι, ο εισηγητής της πλειοψηφίας διευκρίνιζε στην εισήγησή του προς
την Επιτροπή αναθεωρήσεως του Συντάγματος ότι ο δικαστικός έλεγχος "...
μετατράπηκε σιγά - σιγά σε μία έμμεση αλλά σαφή και σε πολλές
περιπτώσεις απροκατάληπτη, υποκατάσταση της δικαιοσύνης στις
αρμοδιότητες του νομοθέτη αλλά και στα καθήκοντα της επιστημονικής
προετοιμασίας και πρόγνωσης που πρέπει να βρίσκεται στο θεμέλιο της
νομοθετικής ρύθμισης...", οι δικαστικές αποφάσεις, οι σχετικές με την
προστασία του περιβάλλοντος, θέτουν "... πολλά σοβαρά προβλήματα
διάκρισης των εξουσιών και σεβασμού της δυνατότητας αλλά και της
υποχρέωσης του νομοθέτη (και της κανονιστικής διοίκησης) να προβαίνει
σε σταθμίσεις, προγνώσεις και ρυθμίσεις". Εν όψει αυτών η αναθεωρητική
Βουλή "... καλείται να οριοθετήσει αλλά και να προσανατολίσει ορθά τόσο
τον κοινό νομοθέτη όσο και τον δικαστή... Θεμελιώδης υποχρέωση του
δημοκρατικού κράτους δικαίου είναι να παρέχεται ασφάλεια δικαίου στον
διοικούμενο που αδυνατεί να αντιληφθεί ότι ως γραπτό και αυστηρό
Σύνταγμα της χώρας μπορεί η νομολογία να εκλαμβάνει τις θεωρητικές
απόψεις των μελών των αρμοδίων δικαστικών σχηματισμών, οι οποίες
μάλιστα δεν συνάγονται ερμηνευτικά από την οικεία συνταγματική διάταξη,
αλλά προτάσσονται στην μείζονα σκέψη του δικανικού συλλογισμού ως
οιονεί θεσπισμένος συνταγματικός κανόνας. Θα ήταν, αν μη τι άλλο,
παράδοξο για την ίδια τη διάρθρωση της έννομης τάξης, οι θεωρητικές
απόψεις ορισμένων (...) μελών ανωτάτων δικαστηρίων να εκλαμβάνονται ως
"παράρτημα" του συνταγματικού κειμένου, δηλαδή ενός κειμένου κατεξοχήν
λιτού και συστηματικού". (7)-(8)
4.
Η αρχική πρόταση αναθεώρησης του άρθρ. 24 προκάλεσε, όπως
προαναφέρθηκε, έντονες αντιδράσεις που εκφράστηκαν με σειρά
δημοσιευμάτων στον τύπο και με εκδηλώσεις περιβαλλοντικών οργανώσεων.
Εν όψει των αντιδράσεων αυτών ο αναθεωρητικός νομοθέτης αναδιπλώθηκε
μερικώς και έτσι, τελικώς, η αναθεώρηση του άρθρου αυτού εξαντλήθηκε σε
καταγραφή αρχών και κανόνων που είχαν ήδη συναχθεί από την νομολογία
κατά την ερμηνεία της σχετικής διατάξεως (όπως: το ατομικό δικαίωμα
στην προστασία του περιβάλλοντος, η αρχή της αειφορίας, η εξομοίωση
δημοσίων και ιδιωτικών δασών ως προς τους όρους της μεταβολής του
προορισμού των, η ερμηνευτική δήλωση περί της εννοίας του δάσους
κ.λπ.). Ωστόσο, η ρητή αναφορά στο συνταγματικό κείμενο των κανόνων που
συνάγονταν από την νομολογία διευκολύνει την χωρίς αμφισβήτηση αποδοχή
και κατανόησή τους, ενισχύοντας, ως εκ τούτου, την αναγκαία ασφάλεια
δικαίου. (9)