Συμβούλιο της Επικρατείας   Ολομέλεια Συμβουλίου της Επικρατείας
 

ΤΟ ΕΡΓΟ "ΕΚΣΥΓΧΡΟΝΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΑΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ ΣτΕ" ΕΝΤΑΧΘΗΚΕ ΣΤΟ ΜΕΤΡΟ 2.2 "ΕΞΥΠΗΡΕΤΗΣΗ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΗ ΚΑΙ ΒΕΛΤΙΩΣΗ ΤΗΣ ΠΟΙΟΤΗΤΑΣ ΖΩΗΣ" ΤΟΥ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΙΑΚΟΥ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΟΣ "ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΤΗΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΑΣ" (ΕπΚτΠ) ΚΑΙ ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΗΘΗΚΕ ΣΕ ΠΟΣΟΣΤΟ 75% ΑΠΟ ΚΟΙΝOΤΙΚΟΥΣ ΠΟΡΟΥΣ.
Δελτία Νομολογιακής και Βιβλιογραφικής Ενημέρωσης
Δείτε τα Δελτία Νομολογιακής και Βιβλιογραφικής Ενημέρωσης του Δικαστηρίου. Η σελίδα παρουσιάζει το πιο πρόσφατο δελτίο. Αν θέλετε να δείτε κάποιο παλαιότερο, επιλέξτε απο την λίστα κύλισης που ακολoυθεί.
 
Τεύχος :  
Δελτία Νομολογιακής και Βιβλιογραφικής Ενημέρωσης
Τεύχος: No 47 (Ιουν. - Σεπ. 2011)
Αποφάσεις Σ.τ.Ε.
Α 1316/2011 (Στ)->7μ Παραπέμπονται στην επταμελή σύνθεση λόγω σπουδαιότητος τα ζητήματα εκτάσεως ελέγχου του νομίμου τίτλου από το δικαστήριο της ανακοπής κατ’ άρθρο 224 παρ. 2 Κ.Διοικ.Δικ., όταν κατά του νομίμου αυτού τίτλου προβλέπεται από το νόμο η άσκηση αιτήσεως ακυρώσεως.
Α 1561/2011 (Ε)->Ολ Παραπέμπεται στην Ολομέλεια το ζήτημα της αντιθέσεως προς το άρθρο 24 παρ. 1 και 2 του Συντάγματος του άρθρου 9 παρ. 4 του Ν. 3044/2002, με το οποίο μεταβάλλεται επί το δυσμενέστερο καθεστώς χρήσεων γης σε συγκεκριμένο οικισμό, χωρίς να στηρίζεται σε αναγκαία ειδική τεχνική μελέτη.
Α 1620/2011 (Στ)->Ολ Παραπέμπεται στην Ολομέλεια το ζήτημα συμφωνίας του άρθρου 21 του Κώδικα περί Δικών του Δημοσίου ως προς τον τόκο οφειλών του Δημοσίου προς το Σύνταγμα και το άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου ΕΣΔΑ ενόψει των ρυθμίσεων του Ν. 3845/2010 που αποσκοπούν στην αποτροπή της οικονομικής κατάρρευσης της χώρας και της αντιθέσεως της νομολογίας του Συμβουλίου Επικρατείας (1663/2009) και Αρείου Πάγου (1127-8/2010).
Α 1621/2011 (Στ)->7μ Παραπέμπεται στην επταμελή σύνθεση λόγω αντιθέτου νομολογίας (ΣΕ 2371/2006, 906/2007, 2780/2008, 1947/2009) το ζήτημα του αν ισχυρισμοί που προβάλλονται από αναιρεσείον ν.π.δ.δ. για τις ευρύτερες οικονομικές επιπτώσεις που έχει γι’ αυτό η επίλυση διαφοράς είναι συγκεκριμένοι και βάσιμοι.
Α 1637/2011 (Δ)->7μ Παραπέμπεται λόγω σπουδαιότητος στην επταμελή σύνθεση το ζήτημα αν οι αποφάσεις του Διοικητικού Εφετείου που εκδίδονται κατόπιν ασκήσεως προσφυγής κατά πράξεων της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, με τις οποίες επιβάλλεται χρηματικό πρόστιμο για παράβαση των κανόνων που διέπουν τη λειτουργία της κεφαλαιαγοράς υπόκεινται σε αίτηση αναιρέσεως ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας.
Α 1658/2011 (Β)->7μ Παραπέμπεται στην επταμελή σύνθεση λόγω σπουδαιότητας το ζήτημα αν επί προσφυγής ασκουμένης χωρίς να καταβληθεί το απαιτούμενο παράβολο ή ελλιπές παράβολο υφίσταται υποχρέωση του δικαστηρίου να καλέσει το διάδικο ή το δικηγόρο του να καταβάλει ολόκληρο ή να συμπληρώσει το ελλιπές παράβολο.
Α 1667/2011 (Ολ)->Στ Η αδυναμία παρεμπίπτουσας αμφισβήτησης της νομιμότητας όρων της διακήρυξης, η οποία δεν έχει προσβληθεί ευθέως, ισχύει, κατά λογική ακολουθία, και στο μεταγενέστερο στάδιο της εκτέλεσης της συναφθείσης με τον ανάδοχο σύμβασης, οπότε οι όροι της διακήρυξης έχουν πλέον καταστεί όροι της σύμβασης και τούτο διότι η αντίθετη άποψη θα είχε και ως συνέπεια την, κατά παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχείρισης των διαγωνιζομένων, ανεπίτρεπτη, εκ των υστέρων, ανατροπή των όρων με βάση τους οποίους αναπτύχθηκε ο ανταγωνισμός, διαμορφώθηκαν οι προσφορές των διαγωνιζομένων και ανακηρύχθηκε ο ανάδοχος, όταν μία σύμβαση παραπέμπει ως προς ορισμένο θέμα σε κανονιστική ρύθμιση που περιέχεται σε τυπικό νόμο ή κανονιστική πράξη και η οποία ρυθμίζει περισσότερες περιπτώσεις με διαφορετικό τρόπο τάσσοντας συγκεκριμένες κατά περίπτωση προϋποθέσεις εφαρμογής, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς την έννοια της συμβατικής ρήτρας παραπομπής, αποτελεί ουσιαστική εκτίμηση συμβατικού όρου, η ορθότητα της οποίας ως εκτίμηση πραγμάτων δεν ελέγχεται αναιρετικώς, παρά μόνον από πλευράς αιτιολογίας της δικαστικής κρίσεως.
Α 1716/2011 (Γ/7μ) Υπάγεται στην αρμοδιότητα του Διοικητικού Εφετείου η επιλογή Διευθυντών Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης, οι οποίοι δεν χαρακτηρίζονται από τον νόμο ως ανώτατοι.
Α 1912/2011 (Α) Η πενταετής παραγραφή της αξίωσης κατά του Δημοσίου προς αποζημίωση λόγω παραλείψεως των οργάνων του Δημοσίου να συμπεριλάβουν στον κτηματολογικό πίνακα συστατικό του προς απαλλοτρίωση ακινήτου αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους, κατά το οποίο έγινε η συντέλεση της απαλλοτριώσεως.
Α 1899/2011 (Α)->7μ Παραπέμπεται λόγω σπουδαιότητος στην επταμελή σύνθεση το ζήτημα αν κατ’ άρθρο 63 του Κωδ. Διοικ. Δικον. η τυχόν μέχρι της συζήτησης της προσφυγής, η οποία στρέφεται κατά της τεκμαιρόμενης απορρίψεως αιτήματος του διοικουμένου, εκδοθείσα ρητή αρνητική πράξη λογίζεται συμπροσβαλλόμενη με την προσφυγή, ανεξάρτητα αν η τεκμαιρόμενη απόρριψη προσβάλλεται εκπροθέσμως.
Α 1861/2011 (Δ) Σύμβαση, με την οποία Δήμος αναθέτει την ασφάλιση οχημάτων και μηχανημάτων του σε ιδιωτική ασφαλιστική εταιρεία στα πλαίσια υποχρεώσεως εκ του νόμου που επιβάλλεται γενικώς σε όλους τους κυρίους ή κατόχους οχημάτων κινείται στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου.
Α 1859/2011 (Δ) Το άρθρο 66 του Ν. 2910/2001 δεν καλύπτει την περίπτωση εγγραφής αλλοδαπού στον κατάλογο ανεπιθυμήτων συνεπεία απελάσεώς του που διατάχθηκε με απόφαση ποινικού δικαστηρίου.
Α 1818/2011 (Στ/7μ) Η δυνάμει υπουργικής αποφάσεως χορηγουμένη αποζημίωση στους υπαλλήλους της Κεντρικής Υπηρεσίας του Υπουργείου Υγείας και Πρόνοιας αποτελεί ειδική πρόσθετη αμοιβή που χορηγήθηκε σ’ αυτούς ως κίνητρο αποδοτικότητας για την παροχή πρόσθετης εργασίας προκειμένου να αντιμετωπισθούν οι ιδιαίτερες υπηρεσιακές ανάγκες που ανέκυψαν στα πλαίσια της μεταρρυθμίσεως στο χώρο της υγείας.
Α 1795/2011 (Ολ) Με την εκλογή προέδρου και μελών τριμελούς συμβουλίου διεύθυνσης δικαστηρίου ασκείται έργο διοικήσεως Δικαιοσύνης και δεδομένου ότι η διαδικασία της εκλογής διεξάγεται στο σύνολό της από όργανα της δικαστικής αρχής, ουδεμία σχετική πράξη υπόκειται σε ακυρωτικό έλεγχο, ενώ εξάλλου η εκλογή δικαστών ως οργάνων διευθύνσεως δικαστηρίων είναι εσωτερική υπόθεση της δικαστικής εξουσίας ασύνδετη προς δικαιώματα χρήζοντα δικαστικής προστασίας.
Α 1794/2011 (Ολ)->Β Σε περίπτωση αναζήτησης στο χώρο της εργασίας του και μη ανεύρεσης του αντικλήτου, εφαρμόζονται οι περί θυροκόλλησης διατάξεις του άρθρου 55 του Κ.Διοικ.Δικονομίας, χωρίς να απαιτείται, επιπλέον, ως προϋπόθεση του κύρους της να έχει προηγουμένως αναζητηθεί ο αντίκλητος στην κατοικία του.
Α 1793/2011 (Ολ) Το άρθρο 90 παρ. 6 του Συντάγματος που αποκλείει την αίτηση ακυρώσεως κατά πράξεων που αφορούν προαγωγές δικαστικών λειτουργών δεν εφαρμόζεται αναλόγως και προκειμένου περί προαγωγής στις θέσεις Προέδρου και Αντιπροέδρων του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.
Α 1792/2011 (Ολ)->Δ Το αρμόδιο όργανο του Ο.Τ.Α. προκειμένου να χορηγήσει άδεια λειτουργίας συγκεκριμένης εγκαταστάσεως, οφείλει να ελέγξει κατά πόσον η χρήση αυτή συμβιβάζεται προς τη χρήση που προβλέπεται από το γενικό πολεοδομικό σχέδιο για τη συγκεκριμένη περιοχή, ιδίως, εφ’ όσον δεν έχει προηγηθεί τέτοιος έλεγχος κατά τα προγενέστερα στάδια αδειοδοτήσεως – εφ’ όσον δε δεν επιτρέπεται η δημιουργία καταστάσεων που αντιβαίνουν στις αρχές του ορθού χωροταξικού και πολεοδομικού σχεδιασμού και επιβάλλει ο έλεγχος του επιτρεπτού της εγκαταστάσεως σε ορισμένη περιοχή από την άποψη των χρήσεων τόσο κατά το στάδιο χορηγήσεως της αδείας ιδρύσεως, όσο και κατά το στάδιο της χορηγήσεως αδείας λειτουργίας δεν τίθεται ζήτημα εφαρμογής των αρχών της προστατευομένης εμπιστοσύνης και της σταθερότητας των διοικητικών καταστάσεων ιδίως σε περιπτώσεις που η κατάσταση δημιουργήθηκε κατά παράβαση συνταγματικών διατάξεων.
Α 2046/2011 (Γ/7μ)->ΠΡ Παραπέμπεται κατ’ άρθρο 4 παρ. 3 Ν. 3900/2010 στον Πρόεδρο του Δικαστηρίου η επίλυση του ζητήματος του αρμοδίου Τμήματος για εκδίκαση αιτήσεως ακυρώσεως Δήμου κατά αποφάσεως ακυρωτικής αποφάσεως του Δημοτικού Συμβουλίου περί συμβιβαστικής επιλύσεως χρηματικής διαφοράς μεταξύ του Δήμου και υπαλλήλων του.
Α 2044/2011 (Γ/7μ) Εφόσον το οικείο σχέδιο νόμου είχε κατατεθεί στη Βουλή πριν από την έκδοση του προσβαλλομένου εγγράφου και την άσκηση της αιτήσεως ακυρώσεως και η σχετική διάταξη ψηφίσθηκε και δημοσιεύθηκε καθ’ ον χρόνο ήταν εκκρεμής η αίτηση δεν υπάρχει αντίθεσή της στα άρθρα 20 παρ. 1, 26, 43 παρ. 2 και 45 παρ. 1 του Συντάγματος.
Α 2037/2011 (Γ/7μ) Και η πειθαρχική ποινή επιπλήξεως δικηγόρου τοιχοκολλάται υποχρεωτικώς στα γραφεία του οικείου συλλόγου.
Α 2035/2011 (Ολ) Σε τριτανακοπή δεν υπόκεινται αυτοτελώς μη οριστικές αποφάσεις του Δικαστηρίου, έστω και αν αυτές περιέχουν οριστικές κρίσεις, παρά μόνον μετά την τυχόν έκδοση οριστικής ακυρωτικής απόφασης συμπροσβαλλόμενες με αυτήν – τριτανακοπή μπορεί να ασκήσει και ο ειδικός διάδοχος του έχοντος το δικαίωμα παρεμβάσεως στην ακυρωτική δίκη, ανεξάρτητα αν ο δικαιοπάροχός του είχε ασκήσει παρέμβαση ή αν στο δικαιοπάροχο έχει κοινοποιηθεί νομίμως αντίγραφο της αίτησης ακυρώσεως, ενώ, αντιθέτως, στερείται του δικαιώματος αυτού ο ειδικός διάδοχος εφόσον έχει κοινοποιοηθεί σ’ αυτόν νομίμως αντίγραφο της αίτησης ακυρώσεως με σημείωση της δικασίμου ή αν προκύπτει πλήρης γνώση της εκκρεμοδικίας σε χρόνο απέχοντα τουλάχιστον 20 ημέρες πριν από τη δικάσιμο με την παροχή στους τριτανακόπτοντες δικαιώματος αποζημιώσεως για παράνομη δράση της Διοικήσεως, η οποία δημιούργησε σ’ αυτούς τη δικαιολογημένη πεποίθηση ότι οι επίδικες οικοδομικές άδειες εντός δασικής έκτασης ήταν νόμιμες εναρμονίζεται αφενός η προστασία του δάσους και η απαγόρευση δόμησης και αφετέρου η προστασία της ιδιοκτησίας και της εμπιστοσύνης των τριτανακοπτόντων προς τις πράξεις της Διοίκησης.
Α 2033/2011 (Δ)->7μ Παραπέμπεται στην επταμελή σύνθεση λόγω σπουδαιότητας και ενόψει νομολογίας της Ολομελείας το ζήτημα αν δεν συνιστά πάντοτε βάσιμο λόγο ακυρώσεως η μη τήρηση της αρχής της δημοσιότητας των συνεδριάσεων των ανεξάρτητων διοικητικών αρχών που επιβάλλεται από τα άρθρα 1, 61 και 93 του Συντάγματος και το άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ.
Α 2032/2011 (Δ) Παραπέμπεται στο ΔΕΚ το εξής προδικαστικό ερώτημα : αν κατά την έννοια του άρθρου 43 της Σ.ΕΚ. η επιδίωξη διασφαλίσεως παροχής υψηλού επιπέδου υπηρεσιών υγείας αρκεί, λαμβανομένης υπόψη και της αρχής της αναλογικότητας, για να δικαιολογήσει περιορισμό στην ελευθερία εγκαταστάσεως, ο οποίος προκύπτει από σύστημα διατάξεων, οι οποίες ισχύουν σε ορισμένο κράτος μέλος και οι οποίες συνεπάγονται πλήρη αδυναμία ενός υπηκόου του κράτους μέλους υποδοχής, ο οποίος απέκτησε σε άλλο κράτος μέλος τίτλο που του επιτρέπει την άσκηση νομοθετικώς κατοχυρωμένου στο τελευταίο αυτό κράτος μέλος επαγγέλματος συναπτομένου με την παροχή υπηρεσιών υγείας ή του επιτρέπουν να ασκήσει στο κράτος μέλος υποδοχής ορισμένες μόνον από τις υπαγόμενες στο επάγγελμα αυτό δραστηριότητες.
Α 1974/2011 (Α)->7μ Παραπέμπεται λόγω σπουδαιότητας στην επταμελή σύνθεση το ζήτημα αν ο συνυπολογισμός στα έσοδα ιδρύματος και των προερχομένων από κληρονομίες ή κληροδοσίες και δωρεές για την επιβολή εισφοράς υπέρ άλλου νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου αντίκειται στο άρθρο 109 του Συντάγματος ως και επίσης αν συνυπολογίζονται και οι κρατήσεις από τους μισθούς των υπαλλήλων του ιδρύματος υπέρ ασφαλιστικών οργανισμών.
Α 1973/2011 (Α) Δεν είναι αντίθετη προς τη συνταγματικά κατοχυρωμένη αρχή της ισότητας η διαφοροποίηση ως προς το χρόνο παραγραφής της αξιώσεως ασφαλιστικού ταμείου έναντι του ασφαλισμένου σ’ αυτό για μη καταβληθείσες ασφαλιστικές εισφορές έναντι των αντιστοίχων αξιώσεων του ασφαλισμένου κατά του ταμείου για καταβολή ασφαλιστικής παροχής ή λόγω αχρεωστήτου καταβολής διότι η ασφαλιστική εισφορά, η οποία οφείλεται ενδιαφέρει το σύνολο των ασφαλισμένων αφού αποτελεί πόρο του ταμείου, από τον οποίο αντλείται η δυνατότητα καταβολής συντάξεως σε όλους τους ασφαλισμένους.
Α 1956/2011 (Δ/7μ)->ΔΕφ Κατ’ άρθρο 47 παρ. 1 και 48 παρ. 3 του Ν. 3900/2010 υπάγονται στην αρμοδιότητα του Διοικητικού Εφετείου ως ακυρωτικές όλες οι διαφορές που ανακύπτουν από τη χορήγηση αδειών υπέρ φυσικών ή νομικών προσώπων για την άσκηση κάθε είδους επαγγελματικής δραστηριότητας, καθώς και οι διαφορές που ανακύπτουν από την ίδρυση και λειτουργία επαγγελματικών εγκαταστάσεων και ως διαφορές ουσίας όλες οι διαφορές που αφορούν στην επιβολή κυρώσεων λόγω παράβασης διατάξεων της νομοθεσίας που διέπει την άσκηση κάθε είδους επαγγελματικής δραστηριότητας.
Α 2715/2011 (Δ) Ως αξιόποινη πράξη η οποία υποχρεώνει τη Διοίκηση σε ανάκληση των αδειών εργασίας και διαμονής αλλοδαπού νοείται, εφόσον οι σχετικές διατάξεις του άρθρου 81 του Ν. 2910/2001 δεν διακρίνουν, οποιαδήποτε αξιόποινη πράξη και όχι μόνον εκείνες που αφορούν την εθνική ασφάλεια και τη δημόσια τάξη της Χώρας, αφού η ερμηνεία αυτή επιβάλλεται και από τον εξαιρετικό χαρακτήρα που αφορά αλλοδαπούς που διαμένουν στη χώρα παρανόμως.
Α 2606/2011 (Δ/7μ)->Ολ Παραπέμπεται στην Ολομέλεια λόγω μείζονος σπουδαιότητος και προηγουμένης νομολογίας του Δικαστηρίου αν η κατά τα άρθρα 99 επί του Ποινικού Κώδικα αναστολή εκτελέσεως της ποινής συνιστά λόγο κωλύοντα την ανάκληση της χορηγηθείσης αδείας ιδρύσεως φαρμακείου στον καταδικασθέντα αμετακλήτως φαρμακοποιό.
Α 2583/2011 (Γ)->Ολ Παραπέμπεται στην Ολομέλεια το ζήτημα αν είναι δυνατή η συμπλήρωση ελλείποντος παραβόλου και εισφοράς υπέρ ΤΑΧΔΙΚ, σε περίπτωση παραπομπής ενδίκου βοηθήματος από διοικητικό δικαστήριο στο Συμβούλιο της Επικρατείας και μετά την πάροδο της μηνιαίας προθεσμίας των άρθρων 35 και 36 του Π.Δ. 18/89).
Α 2536/2011 (Δ) Παραπέμπεται στο ΔΕΚ το εξής προδικαστικό ερώτημα «Η διάταξη της παραγράφου 3 δεύτερο εδάφιο του άρθρου 3 της Οδηγίας 2002/92/Ε.Κ., κατά την οποία «Δεν θεωρούνται ασφαλιστική διαμεσολάβηση οι εν λόγω δραστηριότητες (που απαριθμούνται στο πρώτο εδάφιο της ίδιας διατάξεως) όταν αναλαμβάνονται από ασφαλιστική επιχείρηση ή από υπάλληλο ασφαλιστικής επιχείρησης ο οποίος ενεργεί υπό την ευθύνη της ασφαλιστικής επιχείρησης» έχει την έννοια ότι επιτρέπεται σε υπάλληλο ασφαλιστικής επιχείρησης μη διαθέτοντα τα προσόντα του άρθρου 4 παρ. 1 της Οδηγίας η περιστασιακή και όχι κατά κύριο επάγγελμα άσκηση δραστηριοτήτων ασφαλιστικής διαμεσολάβησης έστω και αν ο υπάλληλος αυτός δεν τελεί σε σχέση εξαρτημένης εργασίας με την επιχείρηση, η οποία, πάντως, ασκεί εποπτεία επί των ενεργειών του, ή η οδηγία επιτρέπει την δραστηριότητα αυτή μόνον όταν ασκείται στο πλαίσιο σχέσεως εξηρτημένης εργασίας».
Α 2532/2011 (Δ)->Ολ Παραπέμπεται στην Ολομέλεια όπως η 2522 και με το επιπλέον ζήτημα της συμφωνίας του άρθρου 13 παρ. 1 του Ν. 3457/2006 και προς το άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ.
Α 2522/2011 (Δ)->Ολ Παραπέμπεται στην Ολομέλεια το ζήτημα της συμφωνίας προς το άρθρο 5 παρ. 1 του Συντάγματος και προς την αρχή της αναλογικότητας, του άρθρου 13 παρ. 1 του Ν. 3457/2006, με το οποίο θεσπίζονται κατά τρόπο αντικειμενικό και πρόσφορο εξυπηρετούντα το δημόσιο συμφέρον πληθυσμιακά κριτήρια για τη χορήγηση αδείας ιδρύσεως φαρμακείου.
Α 2511/2011 (Δ)->ΔΠρ Στην περίπτωση, κατά την οποία, χωρεί αλλαγή στο πρόσωπο αναδόχου δημοσίου έργου, λόγω συγχωνεύσεως με απορρόφηση σύμφωνα με το δίκαιο των ανωνύμων εταιρειών, η Διοίκηση ως κύριος του έργου οφείλει να προβεί στις απαιτούμενες ενέργειες για την έκδοση νέων εγγυητικών επιστολών υπέρ του νέου αναδόχου, ιδίως στην περίπτωση που οι επιστολές αυτές έχουν εκδοθεί εις βάρος τρίτων προσώπων ως αντεγγυητών έναντι του εκδότη της επιστολής.
Α 2510/2011 (Δ/7μ) Δεν υπάγονται στο καθεστώς εποπτείας της Τραπέζης της Ελλάδος τα αλληλοβοηθητικά ταμεία, των οποίων το κεφάλαιο σχηματίζεται αποκλειστικά από εισφορές των εργαζόμενων μελών τους, τα οποία προσιδιάζουν προς σωματεία μάλλον, παρά προς οργανισμούς υποχρεωτικής κοινωνικής ασφαλίσεως.
Α 2507/2011 (Δ)->7μ Παραπέμπει λόγω σπουδαιότητος στην επταμελή σύνθεση το ζήτημα αν κατά το άρθρο 21 παρ. 1 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας διοικητική πράξη δύναται να ανακαλείται για οποιοδήποτε λόγο εξωτερικής ή εσωτερικής νομιμότητας είτε από το όργανο που την εξέδωσε είτε από το όργανο, το οποίο είναι κατά το χρόνο της ανακλήσεως, αρμόδιο για την έκδοσή της.
Α 2849/2011 (Α/7μ) Είναι αντίθετη προς το άρθρο 171 παρ. 5 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας η λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας αντιγράφου ιδιωτικού εγγράφου που προσεκόμισε ο διάδικος που το επικαλέσθηκε και που το είχε συντάξει ο ίδιος χωρίς με προδικαστική απόφαση του δικαστηρίου να διαταχθεί και η προσκόμιση του πρωτοτύπου από τη Διοίκηση.
Α 2790/2011 (Στ)->Ολ Παραπέμπεται στην Ολομέλεια λόγω αντιθέτου νομολογίας (ΣΕ 1992/2003, 1269/2004, 2756/2008, 3237, 3614/2009) το ζήτημα αν κατ’ άρθρ. 12 και 13 του Ν. 1418/1984 η Διοίκηση οφείλει να ενημερώνει τον ανάδοχο για την υποχρεωτική τήρηση ως παραδεκτού της προσφυγής της διαγραφόμενης στο άρθρο 12 ενδικοφανούς διαδικασίας και εάν, σε περίπτωση μη ενημέρωσης, αίρεται το απαράδεκτο της προσφυγής.
Α 2771/2011 (Ολ) Επί υποβολής αιτήσεως για εγγραφή ασκουμένου σε δικηγορικό σύλλογο, η ιδιότητα του πτυχίου, του οποίου γίνεται επίκληση με την αίτηση, ως πληρούντος νόμιμη προϋπόθεση της εγγραφής, ερευνάται κατά το στάδιο του ελέγχου της αιτήσεως. εφ’ όσον δε χωρήσει η εγγραφή, η τελευταία ως ατομική διοικητική πράξη περιβάλλεται το τεκμήριο νομιμότητος και δεν μπορεί να αμφισβητηθεί παρεμπιπτόντως το κύρος αυτής κατά το μεταγενέστερο στάδιο της λήψεως του πιστοποιητικού ασκήσεως, εξαιρουμένης της περιπτώσεως της ρητής ανακλήσεως της πράξεως εγγραφής.
Α 2770/2011 (Ολ) Όταν κοινοτικός υπήκοος ζητεί να του επιτραπεί να διανύσει σε ορισμένο κράτος-μέλος την περίοδο πρακτικής ασκήσεως που προβλέπεται στο κράτος αυτό ως προϋπόθεση για την άσκηση του επαγγέλματος του δικηγόρου και επικαλείται προς τούτο τίτλους που έχει αποκτήσει σε άλλο κράτος μέλος και οι οποίοι μπορούν να χρησιμοποιηθούν στο κράτος εκείνο για την πρόσβαση σε αντίστοιχη πρακτική άσκηση, η αρμόδια αρχή του κράτους υποδοχής οφείλει να λάβει υπόψη της τους εν λόγω τίτλους και συνεκτιμώντας τους στο πλαίσιο συνολικής αξιολόγησης της εκπαιδεύσεως και των εν γένει προσόντων του αιτούντος, να εξακριβώσει εάν και κατά πόσον οι γνώσεις που πιστοποιούνται με τους τίτλους αυτούς και τα κτηθέντα στο κράτος προελεύσεως προσόντα ή επαγγελματική πείρα, πληρούν, μερικώς έστω, τις ουσιαστικές προϋποθέσεις που απαιτούνται στο κράτος υποδοχής για την πρόσβαση στην επιδιωκόμενη άσκηση. Η μη αρμόδια αρχή δεν μπορεί να αρνηθεί την ικανοποίηση του σχετικού συστήματος με μόνη την αιτιολογία ότι πτυχίο νομικής που αποκτήθηκε από τον αιτούντα στο κράτος προελεύσεως δεν έχει τύχει ακαδημαϊκής αναγνώρισης στο κράτος υποδοχής. Οι διατάξεις περί ελευθεριών του πρωτογενούς κοινοτικού δικαίου εφαρμόζονται και επί ασκήσεως κατά της διατάξεις του Κώδικα περί Δικηγόρων.
Α 2769/2011 (Ολ) Το άρθρο 21 παρ. 4 του Ν. 3232/2004 δεν αντίκειται στα άρθρα 4 παρ. 1 και 22 παρ. 5 του Συντάγματος κατά το μέρος που θεσπίζει ανώτατο όριο αποδοχών για τον υπολογισμό του εφ’ άπαξ βοηθήματος που δικαιούνται οι εξερχόμενοι από την ενεργό υπηρεσία μετά την έναρξη ισχύος του Ν. 3232/2004, διότι με αυτό δεν αναιρείται ο συνταγματικός κανόνας ότι το μέγεθος του εφάπαξ βοηθήματος που έχει αμιγώς ανταποδοτικό χαρακτήρα, πρέπει να είναι ανάλογο προς τις καταβληθείσες εισφορές, ούτε ανατρέπεται η κλιμάκωση του βοηθήματος αναλόγως του χρόνου υπηρεσίας και των αποδοχών – ούτε αντίκειται στο άρθρο 1 παρ. 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου ΕΣΔΑ.
Α 2764/2011 (Ολ) Ρύθμιση του Ν. 1474/1984, κατά την οποία η εκ μέρους τακτικού μέλους του ΓΕΩΤ.Ε.Ε. μετά την συμπλήρωση τριακονταπενταετούς συνολικής υπηρεσίας, παύση της ασκήσεως του επαγγέλματος του γεωτεχνικού ή συνταξιοδότησή του από το επάγγελμα αυτό αντιβαίνει στο άρθρο 5 παρ. 1 του Συντάγματος, ως επιφέρουσα ανεπίτρεπτο περιορισμό στην ελευθερία ασκήσεως επαγγέλματος, διότι ο περιορισμός αυτός δεν είναι γενικός, αφού αφορά μόνον στους γεωτεχνικούς και στηρίζεται αποκλειστικά στο κριτήριο του χρόνου συνολικής υπηρεσίας ή τη συνταξιοδότηση από το επάγγελμα.
Α 2729/2011 (Ε)->7μ Παραπέμπεται στην επταμελή σύνθεση λόγω σπουδαιότητας το ζήτημα αν απαιτείται έγγραφη ειδοποίηση του ενδιαφερομένου να μεριμνήσει για την έκδοση της οικείας αδείας ή για την αναθεώρηση της ήδη χορηγηθείσης ως προϋπόθεση εκδόσεως εκθέσεως αυτοψίας αυθαιρέτου, το οποίο δεν παραβιάζει ισχύοντες όρους δομήσεως ή περιορισμούς χρήσεως ή άλλη ουσιαστική πολεοδομική διάταξη.
Α 2719/2011 (Δ/7μ) Από τις διατάξεις του Ν. 3431/2006 συνάγεται ότι μετά την έναρξη ισχύος του η Ε.Ε.Τ.Τ. κατέστη αποκλειστικώς αρμοδία για την επιβολή των προβλεπομένων κυρώσεων για παραβάσεις σχετιζόμενες με τη χρήση του φάσματος ραδιοσυχνοτήτων.
Α 2717/2011 (Δ) Για να είναι νόμιμη η κατασκευή οδού με βάση τις διατάξεις της νομοθεσίας περί δημοσίων έργων, πρέπει όχι μόνον, κατ’ αρχήν να προβλέπεται η οδός από το ισχύον για την περιοχή ρυμοτομικό σχέδιο αλλά και να συμφωνεί η κατασκευή της με τις περιλαμβανόμενες στο σχέδιο σχετικές προβλέψεις, ως προς τη θέση, το πλάτος της οδού και την κυκλοφοριακή της λειτουργία.
Α 2498/2011 (Δ) Η απόλυτη απαγόρευση χρησιμοποιήσεως κρυφής κάμερας αναφέρεται στις περιπτώσεις όπου η είδηση αφορά συγκεκριμένο πρόσωπο και όχι και στις περιπτώσεις όπου η χρησιμοποίηση του μέσου αυτού αποσκοπεί στην αποκάλυψη γεγονότων που είναι δυνατόν να αφορούν σε θέμα που ενδιαφέρει το ευρύ κοινό, όπως είναι η προστασία της δημόσιας υγείας, οπότε και γίνεται στάθμιση του λόγου δημοσίου συμφέροντος που επέβαλε τη χρησιμοποίηση του μέσου αυτού από το αρμόδιο Ε.Σ.Ρ.
Α 2475/2011 (Δ/7μ) Οι κανόνες της παροχής ανοικτού δικτύου και του ανταγωνισμού συνιστούν δύο διαφορετικά συστήματα νομικών κανόνων, τα οποία είναι συνεπή το ένα προς το άλλο και συμπληρωματικά μεταξύ τους, χωρίς, όμως, η εφαρμογή του ενός να έχει ως συνέπεια τον αποκλεισμό της εφαρμογής του άλλου, η δε συμμόρφωση των επιχειρήσεων που ασκούν δραστηριότητες στον τομέα των τηλεπικοινωνιών προς τους κανόνες του ενός από τα ανωτέρω συστήματα δεν τις απαλλάσσει και από το καθήκον συμμόρφωσης και προς τους κανόνες του άλλου.
Α 2474/2011 (Ε/7μ)->Ολ Παραπέμπεται στην Ολομέλεια το ζήτημα αν αντίκειται στο άρθρο 24 παρ. 1 και 117 παρ. 1 του Συντάγματος η εγκατάσταση αιολικού σταθμού παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειες εντός εκτάσεως που έχει κηρυχθεί αναδασωτέα ενόψει και των κριθέντων με την υπ’ αριθμ. 2778/1988 απόφαση της Ολομελείας του Δικαστηρίου.
Α 2468/2011 (Ε/7μ) Οι διατάξεις του Ν. 3325/2005 κατά το μέρος που επιτρέπουν την ίδρυση σε περιοχή εκτός σχεδίου, για τις οποίες δεν έχει καθορισθεί από τις πολεοδομικές διατάξεις συγκεκριμένη χρήση γης, εγκαταστάσεων χαμηλής όχλησης δεν είναι αντίθετες προς το άρθρο 24 του Συντάγματος.
Α 2361/2011 (Δ) Δεν αντίκειται στη διάταξη του άρθρου 20 παρ.2 του Συντάγματος το άρθρο 63 παρ. 4 του Ν. 3431/2006, με το οποίο παρέχεται η δυνατότητα στην Εθνική Επιτροπή Τηλεπικοινωνιών και Ταχυδρομείων να λαμβάνει σε περίπτωση που συντρέχουν λόγοι δημοσίου συμφέροντος, - όπως η εξαιτίας μη σύννομης συμπεριφοράς συγκεκριμένης τηλεπικοινωνιακής επιχείρησης δημιουργία σοβαρών οικονομικών ή λειτουργικών προβλημάτων σε άλλες επιχειρήσεις παροχής τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών, με αποτέλεσμα να διαταράσσεται σοβαρά η λειτουργία του ελεύθερου ανταγωνισμού στα πλαίσια της οικείας αγοράς, - προσωρινά διοικητικά μέτρα για την αντιμετώπιση αποκλειστικώς εξαιρετικών καταστάσεων χωρίς προηγούμενη ακρόαση της εμπλεκομένης επιχειρήσεως, εφόσον η ισχύς των μέτρων αυτών δεν μπορεί να υπερβεί τις 15 ημέρες από τη λήψη τους και αίρεται αυτοδικαίως, αν εντός της προθεσμίας αυτής δεν κληθεί ο ενδιαφερόμενος να εκφράσει τις απόψεις του.
Α 2302/2011 (Γ/7Ε) Σε περίπτωση προβολής λόγου αναιρέσεως περί αντιθέσεως της κρίσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως προς νομολογία ανωτάτων δικαστηρίων ή ανέκκλητη απόφαση διοικητικού δικαστηρίου θα πρέπει στο δικόγραφο να μνημονεύονται ειδικώς οι αποφάσεις αυτές, το δε υπ’ αυτών κριθέν νομικό ζήτημα θα πρέπει να ήταν ουσιώδες για την επίλυση της διαφοράς.
Α 2244/2011 (Γ/7μ) Δεν προσκρούει στην αρχή της αμεροληψίας της Διοικήσεως που απορρέει από το Σύνταγμα η συμμετοχή ως μελών της Ολομέλειας και όσων μελών του Ν.Σ.Κ. είχαν συμμετάσχει στη σύνθεση του υπηρεσιακού συμβουλίου που διενήργησε προηγουμένως τη σχετική κρίση του μέλους του Ν.Σ.Κ., ενόψει και του χαρακτήρος του Ν.Σ.Κ. κατ’ άρθρο 100 Α του Συντάγματος.
Α 2242/2011 (Γ/7Ε) Παραδεκτός λόγος αναιρέσεως, διότι η επικαλούμενη στην απόφαση νομολογία δεν έχει αντιμετωπίσει ευθέως το ζήτημα αυτό, ενώ η σχετική με το θέμα διάταξη δεν έχει ερμηνευθεί – για να μπορεί να εκλεγεί δημότης σύμβουλος δημοτικής ή τοπικής κοινότητας πρέπει να είναι κάτοικος της περιφέρειας της δημοτικής ή τοπικής κοινότητας, στην οποία είναι υποψήφιος.
Α 2179/2011 (Β)->7μ Παραπέμπεται στην επταμελή σύνθεση λόγω σπουδαιότητος το ζήτημα της αντιθέσεως προς τα άρθρα 4 παρ. 1 και 20 παρ. 1 του Συντάγματος του άρθρου 38 παρ. 2 του Ν. 1473/1984 που προβλέπει αφετηρία της υπερημερίας του Δημοσίου για ευθύνη του από παράνομες καταλογιστικές πράξεις διαφορετική σε σχέση με τη ρύθμιση του Κώδικα Δικών Δημοσίου και δυσμενέστερη για τον δανειστή του ενόψει και του άρθρου 6 του ΚΕΔΕ.
Α 2177/2011 (Β/7μ) Κατ’ άρθρο 2 του Ν. 3900/2010 αίτηση αναιρέσεως κατά παρέκκλιση κάθε άλλης διατάξεως κατά αποφάσεως διοικητικού δικαστηρίου που κρίνει διάταξη τυπικού νόμου αντισυνταγματική ή αντίθετη σε άλλη υπερνομοθετική διάταξη, χωρίς το ζήτημα αυτό να έχει κριθεί με προηγούμενη απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, χωρεί μόνο όταν η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει ρητή και απερίφραστη κρίση περί αντιθέσεως διατάξεως τυπικού νόμου σε διατάξεις υπέρτερης τυπικής ισχύος.
Α 2123/2011 (Γ/7Ε) Κρίσιμο χρονικό σημείο, κατά το οποίο κρίνεται το παραδεκτό της δήλωσης κατάρτισης συνδυασμού από την άποψη της συμμετοχής σε αυτόν του νόμιμου αριθμού γυναικών υποψηφίων είναι το χρονικό σημείο ανακήρυξης του συνδυασμού αυτού από το αρμόδιο πολιτικό δικαστήριο.
Α 2094/2011 (Α)->Ολ Παραπέμπεται στην Ολομέλεια λόγω αντιθέτου νομολογίας του Αρείου Πάγου (ΑΠ 3/2006, 972/2009) το ζήτημα της αντιθέσεως προς τα άρθρα 4 παρ. 1, 20 παρ. 1 του Συντάγματος και 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ της διατάξεως του άρθρου 7 παρ. 2 Ν.Δ. 446/74 που ορίζει ότι ο τόκος οφειλών ν.π.δ.δ. είναι 6%.
Α 2086/2011 (Δ/7μ) Δεν είναι επιτρεπτή η κατάρτιση προγραμματικής συμβάσεως από ΟΤΑ με την συμμετοχή ως μόνου αντισυμβαλλομένου μιάς δημοτικής επιχειρήσεως ή μιάς επιχειρήσεως Νομαρχιακής Αυτοδιοικήσεως.
Α 2067/2011 (Β/7μ) Η εφαρμογή της νομολογίας του ΕΔΔΑ ως προς το ζήτημα της φύσεως των διοικητικών κυρώσεων και ιδίως των πολλαπλών τελών λαθρεμπορίας ως ποινικής φύσεως κυρώσεων που συνήχθη από την ερμηνεία του άρθρου 4 παρ. 1 του 7ου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ είναι αντίθετη προς τα άρθρα 94 παρ. 1 και 96 παρ. 1 του Συντάγματος διότι καταλήγει κατ’ ουσίαν στο να στερεί από τα δικαστήρια διοικητικά και ποινικά την υποχρέωσή τους να κρίνουν διαφορά που τους έχει αναθέσει το Σύνταγμα και τούτο, ανεξαρτήτως του θέματος τυχόν διεθνούς ευθύνης της χώρας – το αυτό δε ισχύει και για την νομολογία του ΕΔΔΑ που ερμηνεύοντας το άρθρο 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ έκρινε ότι το διοικητικό δικαστήριο δεσμεύεται και από αθωωτική λόγω αμφιβολιών απόφαση ποινικού δικαστηρίου, όταν πρόκειται για τη διοικητική παράβαση της λαθρεμπορίας.
Α 2055/2011 (Γ/7μ) Δεν είναι νόμιμη η παύση προϊσταμένου Τμήματος Τ.Ε.Ι. πριν από τη λήξη της θητείας του, διότι αυτό δεν προβλέπεται από καμμία διάταξη ή αρχή ούτε συνάγεται από τη σχετική νομοθεσία.
Α 2054/2011 (Γ/7Ε) Η πρόβλεψη με τον Ν. 3852/2010 της δυνατότητας ασκήσεως ενστάσεως μόνο κατά της αποφάσεως του πολιτικού πρωτοδικείου περί ανακηρύξεως των επιτυχόντων και επιλαχόντων συνδυασμών και υποψηφίων δεν δυσχεραίνει ουσιωδώς την άσκηση του διασφαλιζόμενου από το άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος δικαιώματος παροχής δικαστικής προστασίας ούτε αντίκειται στην αρχή της αναλογικότητας.
Α 2958/2011 (Β/7μ) Ο ΟΤΕ δεν απαλλάσσεται από την επιβολή τελών χρήσεως κοινοχρήστων χώρων για την εγκατάσταση και εκμετάλλευση τηλεφωνικών θαλάμων.
Α 2924/2011 (Ε) Κατ’ άρθρο 18, 19 και 21 του Ν. 1650/1986 δεν αποκλείεται να συμπεριληφθούν εντός των ορίων των προστατευτέων περιοχών και εκτάσεις, οι οποίες έχουν ήδη ενταχθεί σε σχέδιο πόλεως, και να καθορισθούν γι’ αυτές αποκλειστικά χρήσεις που συνάδουν με τις κατά το Σύνταγμα και το νόμο απαιτήσεις προστασίας των οικείων συστημάτων ή φυσικών σχηματισμών.
Α 2923/2011 (Ε) Σε περίπτωση που διαπιστώνεται ότι περιορισμοί που επιβάλλονται σε ακίνητα με πολεοδομική ρύθμιση παραβιάζουν το δικαίωμα στην περιουσία που κατοχυρώνεται από την ΕΣΔΑ η επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση που επιτάσσει η ΕΣΔΑ δεν προϋποθέτει απαραιτήτως την ακύρωση ή ανάκληση της πράξεως που επιβάλλει τον περιορισμό, αλλά και την καταβολή αποζημιώσεως διατηρουμένου του περιορισμού.
Α 2890/2011 (Δ/7μ)->ΔΕφ Υπάγεται στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια ως διοικητική διαφορά ουσίας η αναγόμενη στο ζήτημα της υπάρξεως ή μη υποχρεώσεως του αναδόχου να υπογράψει την σύμβαση εκτέλεσης του έργου αφού αυτό ανακύπτει μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας δημοπρασίας.
Α 2886/2011 (Δ) Οι διαχειριστές παιδικών εξοχών του Ν. 749/1948 είναι δημόσιοι υπόλογοι κατά την έννοια του άρθρου 98 παρ. 1 του Συντάγματος.
Α 2850/2011 (Α) Το όργανο που ενεργεί διαχειριστικό έλεγχο σε φορέα κοινωνικής ασφάλισης ύστερα από σχετική εντολή του Γενικού Γραμματέα του Υπουργείου Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων ασκεί δημόσια εξουσία οργάνου του Δημοσίου από την οποία δύναται να θεμελιωθεί ευθύνη του Δημοσίου κατ’ άρθρο 105 Εισ.Ν.Α.Κ.
Α 1711/2011 (Γ/7μ) Η διαδικασία διορισμού κατ’ άρθρ. 36 του Ν. 3556/2007 σε θέση Διοικητού ή Προέδρου των Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης δεν εφαρμόζεται και προκειμένου περί παύσεως ή αντικαταστάσεώς τους, διότι η ανάγκη διασφάλισης της διαφάνειας ικανοποιείται με την παράθεση στην απόφαση περί παύσης ή αντικατάστασης ειδικής αιτιολογίας σχετικά με την ύπαρξη σπουδαίου λόγου αναγόμενου στην άσκηση των καθηκόντων.
Α 1666/2011 (Ολ) Ο Ν. 1959/1991 διατηρώντας σε ισχύ την απαγόρευση μετατροπής φορτηγών δημοσίας χρήσεως αυτοκινήτων σε φορτηγά αυτοκίνητα ειδικών μεταφορών αντίκειται στην κατοχυρούμενη στο άρθρο 5 παρ. 1 του Συντάγματος αρχή της οικονομικής ελευθερίας, εφόσον από τα προπαρασκευαστικά στοιχεία του νόμου δεν προκύπτουν οι λόγοι δημοσίου και κοινωνικού συμφέροντος που δικαιολογούν την διατήρηση της απαγορεύσεως. Ειδικότερα, δεν αποτελούν τέτοιους λόγους η πιθανότητα αθρόων μετατροπών ή αντικαταστάσεων φορτηγών αυτοκινήτων κοινού φόρτου σε φορτηγά ειδικών μεταφορών, ούτε η ανάγκη διασφαλίσεως της εργασιακής ειρήνης, υπό την έννοια ότι ενδέχεται να θιγούν τα οικονομικά συμφέροντα των ήδη κατόχων αδειών ή η αποτροπή της άσκοπης σπατάλης συναλλάγματος.
Α 1654/2011 (Β/7μ) Στην περίπτωση που νοσηλευτικό ίδρυμα, προς αποφυγή κινδύνων ασφαλείας και υγείας, επιθυμεί να θέσει με τη διακήρυξη επιπρόσθετες τεχνικές προδιαγραφές ιατροτεχνολογικών προϊόντων, οφείλει να ενημερώσει σχετικώς τον αρμόδιο εθνικό οργανισμό – Ε.Ο.Φ. – προκειμένου να κινηθεί η διαδικασία διασφαλίσεως της Οδηγίας 93/42/ΕΟΚ και αν η εφαρμογή της εν λόγω διαδικασίας συνεπάγεται καθυστέρηση δυνάμενη να θίξει τη λειτουργία του νοσοκομείου και, ως εκ τούτου τη δημόσια υγεία, η αναθέτουσα αρχή νομιμοποιείται να λάβει όλα τα αναγκαία προσωρινά μέτρα, τηρουμένης της αρχής της αναλογικότητας, προκειμένου να μπορέσει το νοσοκομείο να προμηθευθεί τα αναγκαία προϊόντα.
Α 1629/2011 (Γ/7μ) Πράξεις, με τις οποίες λήγει κατ’ εφαρμογή του Ν. 3527/2007 προώρως η θητεία διοικητή Μονάδας Κοινωνικής Φροντίδας πρέπει να δικαιολογείται είτε κατ’ επίκληση υποκειμενικών λόγων είτε αντικειμενικών αναγομένων στην αποτελεσματικότερη λειτουργία των μονάδων αυτών.
Αποφάσεις Δικαστηρίου Δικαιωμάτων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
C 212/08, Zeturf, απόφαση της 30.6.2011
Άρθρο 49 ΕΚ - Περιορισμός της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών – Παραχώρηση από το κράτος σε εταιρεία αποκλειστικότητας ως προς τη διαχείριση των ιπποδρομιακών στοιχημάτων εκτός ιπποδρομίου – Αρχή της αναλογικότητας Το άρθρο 49 ΕΚ πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι κράτος μέλος το οποίο επιδιώκει την εξασφάλιση ενός ιδιαιτέρως υψηλού επιπέδου προστασίας των καταναλωτών στον τομέα των τυχηρών παιγνίων μπορεί βασίμως να θεωρεί ότι μόνον η χορήγηση αποκλειστικών δικαιωμάτων σε έναν και μοναδικό οργανισμό που υπόκειται σε αυστηρό έλεγχο εκ μέρους των δημοσίων αρχών παρέχει τη δυνατότητα να ελέγχονται οι κίνδυνοι που εγκυμονεί ο εν λόγω τομέας και να επιδιώκεται η επίτευξη του σκοπού αποτροπής του ενδεχομένου ενθαρρύνσεως της υποβολής σε υπερβολικά υψηλές δαπάνες για παίγνια και περιστολής της εξαρτήσεως από αυτά κατά αρκούντως αποτελεσματικό τρόπο. Απόκειται στο αιτούν δικαστήριο να εξακριβώσει αν: (α) οι εθνικές αρχές αποσκοπούσαν πράγματι, κατά το χρόνο των πραγματικών περιστατικών της κύριας δίκης, στην εξασφάλιση ενός τέτοιου ιδιαιτέρως υψηλού επιπέδου προστασίας και αν, με γνώμονα αυτό το επιδιωκόμενο επίπεδο προστασίας, η καθιέρωση μονοπωλίου μπορούσε όντως να θεωρηθεί αναγκαία (συναφώς υπενθυμίζεται ότι η ύπαρξη διοικητικών δυσχερειών στους ελεγκτικούς μηχανισμούς δεν αποτελεί λόγο ικανό να δικαιολογήσει την ύπαρξη προσκόμματος για μια θεμελιώδη ελευθερία, όπως το επίμαχο) και (β) οι κρατικοί έλεγχοι, στους οποίους υπόκεινται κατ’ αρχήν οι δραστηριότητες του οργανισμού που κατέχει τα αποκλειστικά δικαιώματα, ασκήθηκαν όντως κατά συνεπή και συστηματικό τρόπο προς επιδίωξη της επιτεύξεως των σκοπών που έχουν ανατεθεί στον εν λόγω οργανισμό. Προκειμένου μια εθνική ρύθμιση, η οποία καθιερώνει μονοπώλιο στον τομέα των τυχηρών παιγνίων, να συνάδει με τους σκοπούς της καταπολεμήσεως της εγκληματικότητας καθώς και της μειώσεως των ευκαιριών συμμετοχής σε παίγνια, η εν λόγω εθνική ρύθμιση πρέπει (α) να στηρίζεται στη διαπίστωση ότι οι εγκληματικές δραστηριότητες και οι ενέχουσες απάτη δραστηριότητες που σχετίζονται με τυχηρά παίγνια και η εξάρτηση από τυχηρά παίγνια αποτελούν πρόβλημα στο έδαφος του οικείου κράτους μέλους, πρόβλημα το οποίο θα ήταν δυνατό να αντιμετωπισθεί με την επέκταση των εγκεκριμένων και νομοθετικώς ρυθμιζόμενων δραστηριοτήτων, και (β) να επιτρέπει μόνον τη χρησιμοποίηση λελογισμένης διαφημίσεως και αυστηρώς περιοριζόμενης σε ό,τι απαιτείται προκειμένου να κατευθυνθούν οι καταναλωτές προς τα ελεγχόμενα δίκτυα παιγνίων. Για την εκτίμηση του περιορισμού της ελευθερίας παροχής υπηρεσιών, η αγορά των ιπποδρομιακών στοιχημάτων θα πρέπει, κατ’ αρχήν, να εξετάζεται στο σύνολό της, ανεξάρτητα από το ζήτημα αν τα επίμαχα στοιχήματα προτείνονται μέσω των παραδοσιακών διαύλων, ήτοι μέσω των χερσαίων σημείων διαθέσεως, ή μέσω Διαδικτύου, και ένας περιορισμός της δραστηριότητας συλλογής στοιχημάτων θα πρέπει να εξετάζεται ανεξάρτητα από το φορέα υποδομής μέσω του οποίου συνομολογούνται τα εν λόγω στοιχήματα. Ωστόσο, λόγω της ελλείψεως άμεσης επαφής μεταξύ του καταναλωτή και του επιχειρηματικού φορέα, τα προσβάσιμα μέσω Διαδικτύου τυχηρά παίγνια ενέχουν κινδύνους διαφορετικής φύσεως και σημαντικότερους σε σχέση προς τις παραδοσιακές αγορές των παιγνίων αυτών όσον αφορά τυχόν απάτες εκ μέρους των επιχειρηματικών φορέων σε βάρος των καταναλωτών. Εξάλλου, τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της προσφοράς τυχηρών παιγνίων μέσω Διαδικτύου μπορούν, ομοίως, να καταστούν πηγή κινδύνων διαφορετικής φύσεως και σημαντικότερων στον τομέα της προστασίας των καταναλωτών, και ιδιαίτερα των νέων και των προσώπων με ιδιαίτερη ροπή στα τυχηρά παίγνια ή προσώπων που μπορούν να αναπτύξουν τέτοια ροπή, σε σχέση με τις παραδοσιακές αγορές των παιγνίων αυτών. Εκτός από την προαναφερθείσα έλλειψη άμεσης επαφής μεταξύ του καταναλωτή και του επιχειρηματικού φορέα, η ιδιαίτερη διευκόλυνση και η διαρκής δυνατότητα προσβάσεως των προσφερομένων μέσω Διαδικτύου παιγνίων, καθώς και το τυχόν μεγάλο μέγεθος και η συχνότητα της προσφοράς αυτής διεθνούς χαρακτήρα, σε περιβάλλον το οποίο, επιπλέον, χαρακτηρίζεται από απομόνωση του παίκτη, ανωνυμία και απουσία κοινωνικού ελέγχου, αποτελούν παράγοντες δυνάμενους να ευνοήσουν την αύξηση της εξαρτήσεως από τα τυχηρά παίγνια και της υπερβολικής δαπάνης που συνδέεται με αυτά και, συνεπώς, να αυξήσουν τις συναφείς αρνητικές κοινωνικές και ηθικές συνέπειες. Συνεπώς, προκειμένου να εκτιμηθούν οι επιπτώσεις επί της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, τις οποίες επιφέρει ένα σύστημα που καθιερώνει καθεστώς αποκλειστικότητας για τη διοργάνωση των ιπποδρομιακών στοιχημάτων, απόκειται στα εθνικά δικαστήρια να λαμβάνουν υπόψη το σύνολο των δυναμένων να αποτελέσουν αντικείμενο υποκαταστάσεως διαύλων εμπορίας των στοιχημάτων αυτών, εκτός αν η χρήση του Διαδικτύου έχει ως συνέπεια την αύξηση των κινδύνων, οι οποίοι συνδέονται με τα σχετικά τυχηρά παίγνια, και πέραν των υφιστάμενων κινδύνων όσον αφορά τα τυχηρά παίγνια που διατίθενται στο εμπόριο μέσω παραδοσιακών διαύλων.
C 360/09, Pfleiderer, απόφαση της 14.6.2011 (μειζ. συνθ.)
Ανταγωνισμός - Έγγραφα και πληροφοριακά στοιχεία που παρασχέθηκαν στο πλαίσιο εθνικού προγράμματος επιείκειας – Ενδεχόμενες αρνητικές συνέπειες στην αποτελεσματικότητα και στη λειτουργικότητα της συνεργασίας μεταξύ των αρχών που απαρτίζουν το ευρωπαϊκό δίκτυο ανταγωνισμού εκ της προσβάσεως τρίτων σε τέτοια έγγραφα Οι διατάξεις του δικαίου της Ένωσης περί συμπράξεων, και ειδικότερα ο κανονισμός 1/2003, έχουν την έννοια ότι δεν αποκλείουν τη δυνατότητα του ζημιωθέντος από παράβαση του δικαίου της Ένωσης περί ανταγωνισμού ο οποίος διεκδικεί αποζημίωση να έχει πρόσβαση στα έγγραφα που αφορούν διαδικασία επιείκειας σχετική με τον υπαίτιο της εν λόγω παραβάσεως. Εντούτοις, εναπόκειται στα δικαστήρια των κρατών μελών να καθορίσουν, βάσει του εθνικού τους δικαίου, τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες μπορεί να επιτραπεί ή όχι μια τέτοια πρόσβαση, σταθμίζοντας τα συμφέροντα που προστατεύει το δίκαιο της Ένωσης.
C 106/10, Lidl, απόφαση της 28.7.2011
Οδηγία 2006/112/ΕΚ – ΦΠΑ – Βάση επιβολής του φόρου – Τέλος που οφείλεται για την κατασκευή, τη συναρμολόγηση ή την εισαγωγή αυτοκινήτων Το επίμαχο στην υπόθεση της κύριας δίκης τέλος, του οποίου η γενεσιουργός αιτία συνδέεται άμεσα με την παράδοση οχήματος και το οποίο καταβάλλεται από τον προμηθευτή του οικείου οχήματος, περιλαμβάνεται στα «τέλη, δικαιώματα, εισφορές και φόρους» κατά την έννοια του άρθρου 78, πρώτο εδάφιο, στοιχείο α΄, της οδηγίας 2006/112 και πρέπει, κατ’ εφαρμογήν της εν λόγω διατάξεως, να συνυπολογίζεται στη βάση επιβολής του ΦΠΑ της παραδόσεως του ως άνω οχήματος.
C-2/10, Azienda Agro-Zootecnica Franchini, απόφαση της 21.7.2011
Περιβάλλον - Οδηγία 92/43/ΕΟΚ – Οδηγία 79/409/ΕΟΚ – Διατήρηση των αγρίων πτηνών – Ζώνες Natura 2000 – Οδηγίες 2009/28/ΕΚ και 2001/77/ΕΚ – Ανανεώσιμες πηγές ενέργειας – Εθνική απαγόρευση εγκαταστάσεως ανεμογεννητριών που δεν προορίζονται για ίδια τελική κατανάλωση – Απουσία εκτιμήσεως των περιβαλλοντικών επιπτώσεων του έργου Η οδηγία 92/43/ΕΟΚ, η οδηγία 79/409/ΕΟΚ, η οδηγία 2001/77/ΕΚ και η οδηγία 2009/28/ΕΚ έχουν την έννοια ότι δεν αποκλείουν κανονιστική ρύθμιση απαγορεύουσα την εγκατάσταση ανεμογεννητριών μη προοριζόμενων για ίδια τελική κατανάλωση σε τόπους ανήκοντες στο οικολογικό δίκτυο Natura 2000, χωρίς προηγούμενη εκτίμηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων του έργου επί του συγκεκριμένου τόπου, υπό τον όρο ότι τηρούνται οι αρχές περί απαγορεύσεως των διακρίσεων και της αναλογικότητας. Αναφορικά με την τελευταία αρχή, το εθνικό δικαστήριο πρέπει, ειδικότερα, να λάβει υπόψη το γεγονός ότι η επίμαχη ρύθμιση αφορά μόνο τις ανεμογεννήτριες, ενώ εξαιρεί λοιπές μορφές παραγωγής ανανεώσιμης ενέργειας όπως τις φωτοβολταϊκές εγκαταστάσεις. Επιπλέον, η απαγόρευση ισχύει αποκλειστικώς ως προς τις νέες αιολικές εγκαταστάσεις κερδοσκοπικού χαρακτήρα, ενώ οι ανεμογεννήτριες για ίδια τελική κατανάλωση με ισχύ έως 20 kW αποκλείονται από το πεδίο εφαρμογής της εν λόγω απαγορεύσεως.
C 159/10 και C 160/10, Fuchs και Köhler, απόφαση της 21.7.2011
Οδηγία 2000/78/ΕΚ – Άρθρο 6, παρ. 1 – Απαγόρευση των διακρίσεων λόγω ηλικίας – Αυτοδίκαιη συνταξιοδότηση των εισαγγελέων που συμπληρώνουν το 65ο έτος της ηλικίας τους – Αρχή της αναλογικότητας και συνοχή της νομοθεσίας Δεν αντιβαίνει στην οδηγία 2000/78/ΕΚ νόμος ο οποίος προβλέπει την αυτοδίκαιη συνταξιοδότηση των μόνιμων ή ισόβιων δημόσιων υπαλλήλων ή λειτουργών, εν προκειμένω των εισαγγελέων, όταν συμπληρώνουν το 65ο έτος της ηλικίας τους, ενώ παράλληλα τους παρέχει τη δυνατότητα να εξακολουθήσουν να εργάζονται, αν έτσι εξυπηρετείται το συμφέρον της υπηρεσίας, μέχρι την ηλικία των 68 ετών κατ’ ανώτατο όριο, εφόσον με το νόμο αυτό επιδιώκεται ο στόχος της δημιουργίας μιας ισόρροπης ηλικιακής διάρθρωσης, με σκοπό την παροχή κινήτρων για την πρόσληψη και επαγγελματική προώθηση των νέων, τη βέλτιστη δυνατή διαχείριση του προσωπικού και τη συνακόλουθη αποφυγή ένδικων διαφορών σχετικά με την ικανότητα του μισθωτού να ασκεί τα καθήκοντά του μετά από ορισμένη ηλικία και εφόσον ο εν λόγω νόμος καθιστά δυνατή την επίτευξη του στόχου αυτού με πρόσφορα και αναγκαία μέσα. Νόμος όπως ο επίμαχος δεν ενέχει αντιφάσεις εξαιτίας του γεγονότος και μόνο ότι επιτρέπει στους εισαγγελείς, σε ορισμένες περιπτώσεις, να εργάζονται μέχρι την ηλικία των 68 ετών, ότι επιπλέον περιλαμβάνει διατάξεις με τις οποίες επιχειρεί να αποθαρρύνει την αποχώρηση από την υπηρεσία πριν από την ηλικία των 65 ετών και ότι υπάρχουν άλλες νομοθετικές διατάξεις του ενδιαφερόμενου κράτους μέλους που προβλέπουν αφενός την παραμονή ορισμένων δημόσιων υπαλλήλων ή λειτουργών, όπως ορισμένων αιρετών υπαλλήλων ή λειτουργών, στην ενεργό υπηρεσία μετά την ηλικία αυτή και αφετέρου τη σταδιακή αύξηση του ορίου ηλικίας για τη συνταξιοδότηση από το 65ο στο 67ο έτος.
C-150/10, Beneo-Orafti, απόφαση της 21.7.2011
Αρχή non bis in idem – Έννοια κυρώσεως - Γεωργία – Eπιχείρηση που έχει λάβει ενίσχυση αναδιαρθρώσεως και δεν τηρεί τις δεσμεύσεις που ανέλαβε στο πλαίσιο του οικείου σχεδίου – Ανάκτηση της ενισχύσεως, επιβολή κυρώσεως και τέλους επί του πλεονάσματος Όσον αφορά την ανάκτηση της ενισχύσεως κατά την έννοια του άρθρου 26, παρ. 1, του κανονισμού 968/2006, αυτή αποτελεί την ανάκληση αδικαιολογήτως αποκτηθέντος οφέλους κατά την έννοια του άρθρου 4, παρ. 1, του κανονισμού 2988/95. Όπως προκύπτει από το άρθρο 4, παρ. 4, του εν λόγω κανονισμού, το μέτρο αυτό δεν συνιστά κύρωση στην οποία μπορεί να έχει εφαρμογή η αρχή non bis in idem. Το ίδιο ισχύει για το τέλος επί του πλεονάσματος κατά την έννοια του άρθρου 15 του κανονισμού 318/2006. Η ρύθμιση για την παραγωγή εκτός ποσοστώσεως και, ειδικότερα, το κεφάλαιο 3 του κανονισμού 318/2006 δεν παρέχουν τη δυνατότητα να συναχθεί ότι μία τέτοια παραγωγή πρέπει να χαρακτηρισθεί ως παρατυπία κατά την έννοια του άρθρου 1, παρ. 2, του κανονισμού 2988/95. Είναι, βεβαίως, αληθές ότι το τέλος επί του πλεονάσματος συνιστά σημαντικό οικονομικό κίνητρο για τη μη παραγωγή ζάχαρης καθ’ υπέρβαση της ποσοστώσεως. Ωστόσο, από την εν λόγω κανονιστική ρύθμιση δεν προκύπτει ότι η παραγωγή εκτός ποσοστώσεως συνιστά, καθεαυτή, παράβαση διατάξεως του δικαίου της Ένωσης και, ως εκ τούτου, παρατυπία η οποία μπορεί να συνεπάγεται, υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 5, παρ. 2, του κανονισμού 2988/95, την επιβολή κυρώσεως.
C-104/10, Kelly, απόφαση της 21.7.2011
Οδηγίες 76/207/ΕΟΚ, 97/80/ΕΚ και 2002/73/ΕΚ – Ίση μεταχείριση ανδρών και γυναικών - Απόρριψη αιτήσεως συμμετοχής σε πρόγραμμα επαγγελματικής εκπαιδεύσεως – Δικαίωμα του αιτούντος συμμετοχή να λάβει γνώση των στοιχείων που αφορούν τα προσόντα των άλλων υποψηφίων – Προστασία προσωπικών δεδομένων Το άρθρο 4, παρ. 1, της οδηγίας 97/80/ΕΚ, σχετικά με το βάρος απόδειξης σε περιπτώσεις διακριτικής μεταχείρισης λόγω φύλου (ή το άρθρο 4 της οδηγίας 76/207/ΕΟΚ, περί της εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως ανδρών και γυναικών, όσον αφορά την απασχόληση και την επαγγελματική εκπαίδευση, ή το άρθρο 1, σημείο 3, της οδηγίας 2002/73/ΕΚ περί τροποποίησης της οδηγίας αυτής) έχει την έννοια ότι δεν παρέχει στον αιτούντα συμμετοχή σε πρόγραμμα επαγγελματικής εκπαιδεύσεως, ο οποίος εκτιμά ότι δεν του επετράπη η συμμετοχή στο πρόγραμμα αυτό διότι δεν εφαρμόστηκε στην περίπτωσή του η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως, το δικαίωμα να λάβει γνώση στοιχείων που έχει στην κατοχή του ο διοργανωτής του προγράμματος, αφορώντων τα προσόντα των άλλων αιτούντων συμμετοχή στο εν λόγω πρόγραμμα, έτσι ώστε να είναι σε θέση ο αιτών να παρουσιάσει «πραγματικά περιστατικά από τα οποία τεκμαίρεται η ύπαρξη άμεσης ή έμμεσης διακρίσεως», σύμφωνα με τη διάταξη αυτή. Πάντως, δεν αποκλείεται η άρνηση παροχής πληροφοριών εκ μέρους του καθού, στο πλαίσιο της αποδείξεως τέτοιων πραγματικών περιστατικών, να διακυβεύει την επίτευξη του σκοπού τον οποίο επιδιώκει η εν λόγω οδηγία και ως εκ τούτου να καθιστά ιδίως το άρθρο 4, παρ. 1, της οδηγίας 97/80 άνευ πρακτικής αποτελεσματικότητας. Στο αιτούν δικαστήριο εναπόκειται να ελέγξει αν τούτο συμβαίνει στην υπόθεση της κύριας δίκης. Σε περίπτωση που ο αιτών συμμετοχή σε πρόγραμμα επαγγελματικής εκπαιδεύσεως θα μπορούσε να επικαλεσθεί την οδηγία 97/80 προκειμένου να λάβει γνώση στοιχείων που έχει στην κατοχή του ο διοργανωτής του προγράμματος, αφορώντων τα προσόντα των άλλων αιτούντων συμμετοχή στο εν λόγω πρόγραμμα, το ανωτέρω δικαίωμα μπορεί να επηρεάζεται από τους περί εμπιστευτικότητας κανόνες του δικαίου της Ένωσης, όπως είναι το άρθρο 8 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ, η οδηγία 95/46/ΕΚ και η οδηγία 2002/58/ΕΚ, περί προστασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα.
C 52/10, Ελεύθερη Τηλεόραση AE «ALTER CHANNEL», απόφαση της 9.6.2011
Οδηγία 89/552/ΕΟΚ σχετικά με την άσκηση τηλεοπτικών δραστηριοτήτων – Άρθρο 1, στοιχείο δ΄ – Έννοια του όρου “συγκεκαλυμμένη διαφήμιση” – Διαφημιστικός σκοπός – Παρουσίαση, σε τηλεοπτική εκπομπή, οδοντιατρικής θεραπείας αισθητικού χαρακτήρα Το άρθρο 1, στοιχείο δ΄, της οδηγίας 89/552/ΕΟΚ, όπως έχει τροποποιηθεί από την οδηγία 97/36/ΕΚ, έχει την έννοια ότι η παροχή αμοιβής ή άλλου είδους ανταλλάγματος δεν αποτελεί απαραίτητο στοιχείο για να διαπιστωθεί η πρόθεση συγκεκαλυμμένης διαφημίσεως.
C 69/10, Diouf, απόφαση της 28.7.2011
Οδηγία 2005/85/ΕΚ για τις διαδικασίες περί εξετάσεων αιτήσεων χορήγησης του καθεστώτος του πρόσφυγα - Δικαίωμα αποτελεσματικής ένδικης προστασίας - Εθνική ρύθμιση περί εφαρμογής ταχείας διαδικασίας, μεταξύ άλλων, όταν είναι πρόδηλο ότι ο αιτών δεν πληροί τις προϋποθέσεις για την αναγνώριση καθεστώτος διεθνούς προστασίας ή όταν ο αιτών παραπλάνησε τις αρχές με την παρουσίαση ψευδών στοιχείων ή πλαστών εγγράφων ή με την απόκρυψη πληροφοριών ή εγγράφων όσον αφορά την ταυτότητα ή την ιθαγένειά του τα οποία θα μπορούσαν να επηρεάσουν δυσμενώς την απόφαση (άρθρο 23 της Οδηγίας) - Μη πρόβλεψη δυνατότητας προσφυγής κατά της αποφάσεως του Υπουργού να υπαχθεί η αίτηση σε ταχεία διαδικασία – Ρύθμιση περί ένδικης προσβολής της απορριπτικής της αιτήσεως πράξεως εντός 15 ημερών από την κοινοποίησή της, ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου, η απόφαση του οποίου δεν υπόκειται σε έφεση Κατά το άρθρο 39, παράγραφος l, στοιχείο α΄, της οδηγίας τα κράτη μέλη πρέπει να μεριμνούν ώστε οι αιτούντες άσυλο να έχουν δικαίωμα ασκήσεως αποτελεσματικού ενδίκου βοηθήματος κατά «αποφάσεως επί της αιτήσεως ασύλου την οποία υπέβαλαν». Οι αποφάσεις αυτές είναι εκείνες που συνεπάγονται απόρριψη της αιτήσεως ασύλου για ουσιαστικούς λόγους ή, ενδεχομένως, για τυπικούς ή διαδικαστικούς λόγους που αποκλείουν την έκδοση αποφάσεως επί της ουσίας. Το άρθρο 39 της οδηγίας 2005/85 και η αρχή της αποτελεσματικής ένδικης προστασίας έχουν την έννοια ότι δεν αντίκεινται σε εθνική ρύθμιση όπως αυτή της κύριας δίκης, βάσει της οποίας καμία αυτοτελής προσφυγή δεν μπορεί να ασκηθεί κατά της αποφάσεως της αρμόδιας εθνικής αρχής περί εξετάσεως της βασιμότητας της αιτήσεως παροχής ασύλου με εφαρμογή της ταχείας διαδικασίας, εφόσον οι λόγοι που οδήγησαν την αρχή αυτή να εξετάσει τη βασιμότητα της εν λόγω αιτήσεως με εφαρμογή της ταχείας διαδικασίας μπορούν να υπαχθούν αποτελεσματικά σε δικαστικό έλεγχο στο πλαίσιο προσφυγής με την οποία μπορεί να προσβληθεί η τελική απορριπτική απόφαση, πράγμα που απόκειται στο αιτούν δικαστήριο να εκτιμήσει. Όσον αφορά τις συντομευμένες διαδικασίες, η προθεσμία ασκήσεως προσφυγής των δεκαπέντε ημερών δεν είναι, κατ’ αρχήν, ουσιαστικά ανεπαρκής για την προετοιμασία και την άσκηση αποτελεσματικού ενδίκου βοηθήματος, και είναι εύλογη και ανάλογη σε σχέση με τα δικαιώματα και διακυβευόμενα συμφέροντα. Εντούτοις, απόκειται στον εθνικό δικαστή να καθορίσει, σε περίπτωση κατά την οποία, σε συγκεκριμένη κατάσταση, η δεκαπενθήμερη προθεσμία αποδεικνύεται ανεπαρκής υπό το πρίσμα των περιστάσεων της υποθέσεως, εάν το στοιχείο αυτό μπορεί καθεαυτό να συνιστά επαρκή λόγο ώστε να δεχθεί το εν λόγω δικαστήριο τη συναγόμενη έμμεση προσβολή της αποφάσεως περί εφαρμογής της ταχείας διαδικασίας στην εξέταση της αιτήσεως παροχής ασύλου, οπότε, ο εν λόγω δικαστής, δεχόμενος την προσφυγή, θα διατάξει την εξέταση της αιτήσεως κατά την τακτική διαδικασία. Όσον αφορά το γεγονός ότι ο αιτών το άσυλο διαθέτει τη δυνατότητα δικαστικής κρίσης δύο βαθμών δικαιοδοσίας μόνο στην περίπτωση αποφάσεως εκδιδόμενης κατά την τακτική διαδικασία, πρέπει να τονιστεί ότι η οδηγία 2005/85 δεν επιβάλλει την ύπαρξη δύο βαθμών δικαιοδοσίας. Σημαντικό είναι να υφίσταται ένδικο βοήθημα ενώπιον δικαστηρίου, την οποία εγγυάται το άρθρο 39 της οδηγίας 2005/85. Η αρχή της αποτελεσματικής ένδικης προστασίας παρέχει στον πολίτη δικαίωμα πρόσβασης σε δικαστήριο και όχι περισσότερους βαθμούς δικαιοδοσίας.
C 274/10, Επιτροπή κατά Ουγγαρίας, απόφαση της 28.7.2011
Οδηγία 2006/112/ΕΚ – ΦΠΑ - Δικαίωμα εκπτώσεως – Τρόπος ασκήσεως – Άρθρο 183 Όσον αφορά την προβλεπόμενη από το άρθρο 183 της οδηγίας 2006/112 δυνατότητα των κρατών μελών να προβλέπουν είτε τη μεταφορά του πιστωτικού υπολοίπου ΦΠΑ στην επόμενη φορολογική περίοδο είτε την επιστροφή του, σημειώνεται ότι οι τρόποι επιστροφής, τους οποίους τα κράτη μέλη καθορίζουν συναφώς, δεν πρέπει να θίγουν την αρχή της ουδετερότητας του φόρου, υποχρεώνοντας τον υποκείμενο στο φόρο να επωμισθεί, εν όλω ή εν μέρει, τη σχετική φορολογική επιβάρυνση. Ειδικότερα, οι τρόποι αυτοί πρέπει να παρέχουν στον υποκείμενο στο φόρο τη δυνατότητα να εισπράξει, υπό τις κατάλληλες συνθήκες, ολόκληρη την απαίτηση που προκύπτει από τη διαφορά αυτή, πράγμα που σημαίνει ότι η διαφορά πρέπει να επιστρέφεται, εντός εύλογης προθεσμίας, με την καταβολή μετρητών ή με ανάλογο τρόπο και ότι, εν πάση περιπτώσει, η θεσπιζόμενη διαδικασία επιστροφής δεν πρέπει να συνεπάγεται κανένα χρηματοοικονομικό κίνδυνο για τον υποκείμενο στον φόρο. Κατά το σύστημα που θεσπίζει η οδηγία 2006/112, το απαιτητό του ΦΠΑ καθώς και η γένεση και η άσκηση του δικαιώματος προς έκπτωση δεν εξαρτάται, καταρχήν, από το αν η οφειλόμενη για ορισμένη πράξη αντιπαροχή, συμπεριλαμβανομένου του ΦΠΑ, έχει ήδη καταβληθεί ή μη. Το άρθρο 183 της οδηγίας 2006/112 δεν επιτρέπει στα κράτη μέλη να εξαρτούν την άσκηση του δικαιώματος προς επιστροφή της διαφοράς εκπεστέου ΦΠΑ από προϋπόθεση σχετική με την καταβολή του οφειλόμενου για την οικεία πράξη αντιτίμου. Επομένως, η Δημοκρατία της Ουγγαρίας, καθόσον απέκλεισε την επιστροφή της διαφοράς ΦΠΑ, όταν η οφειλόμενη αντιπαροχή, συμπεριλαμβανομένου του ΦΠΑ, για την πράξη από την οποία προκύπτει ο προς έκπτωση ΦΠΑ δεν έχει ακόμη καταβληθεί, υπερέβη τα όρια της διακριτικής ευχέρειας που παρέχει στα κράτη μέλη το εν λόγω άρθρο 183.
C 285/10, Campsa Estaciones de Servicio, απόφαση της 9.6.2011
Έκτη οδηγία ΦΠΑ – Βάση επιβολής του φόρου – Πράξεις μεταξύ συνδεομένων μεταξύ τους συμβαλλομένων μερών σε περίπτωση τιμών προδήλως χαμηλότερων από τις κανονικές τιμές της αγοράς Η δυνατότητα χαρακτηρισμού μιας πράξεως ως «πράξεως εξ επαχθούς αιτίας» κατά την έννοια του άρθρου 2 της έκτης οδηγίας προϋποθέτει απλώς την ύπαρξη άμεσου συνδέσμου μεταξύ της παραδόσεως αγαθών ή της παροχής υπηρεσιών και της πράγματι εισπραχθείσας από τον υποκείμενο στο φόρο αντιπαροχής. Συνεπώς, το γεγονός ότι μια οικονομική πράξη πραγματοποιήθηκε σε τιμή υψηλότερη ή χαμηλότερη της τιμής κόστους και, ως εκ τούτου, σε τιμή υψηλότερη ή χαμηλότερη της κανονικής τιμής της αγοράς είναι άνευ σημασίας όσον αφορά το χαρακτηρισμό αυτό (πρβλ. C 412/03, Hotel Scandic Gåsabäck, σκ. 22). Το αυτό ισχύει και όσον αφορά το σύνδεσμο που υφίσταται ενδεχομένως μεταξύ των συμβαλλομένων στην πράξη αυτή μερών. Αφετέρου, σύμφωνα με τους ίδιους τους όρους των άρθρων 5, παράγραφοι 6 και 7, και 6, παράγραφοι 2 και 3, της έκτης οδηγίας, που εξομοιώνουν ορισμένες πράξεις για τις οποίες ο υποκείμενος στο φόρο δεν έλαβε καμία πραγματική αντιπαροχή με πράξεις εξ επαχθούς αιτίας, οι κανόνες καθορισμού της βάσεως επιβολής του φόρου τους οποίους προβλέπει το άρθρο 11, Α, παράγραφος 1, στοιχεία β΄ έως δ΄, της έκτης οδηγίας δεν μπορούν να εφαρμοστούν παρά μόνο σε πράξεις οι οποίες γίνονται άνευ ανταλλάγματος. Επομένως, εφόσον συμφωνήθηκε και πράγματι καταβλήθηκε αντιπαροχή στον υποκείμενο στο φόρο ως άμεσο αντάλλαγμα για το αγαθό που παραδόθηκε ή την υπηρεσία που παρασχέθηκε, η πράξη αυτή πρέπει να χαρακτηρίζεται ως πράξη εξ επαχθούς αιτίας, έστω και αν πραγματοποιήθηκε μεταξύ συμβαλλομένων μερών που συνδέονται μεταξύ τους και αν η τιμή που συμφωνήθηκε και πράγματι καταβλήθηκε είναι προδήλως χαμηλότερη από την κανονική τιμή της αγοράς. Η βάση επιβολής του φόρου για μια τέτοια πράξη πρέπει, κατά συνέπεια, να καθορίζεται σύμφωνα με το γενικό κανόνα που θεσπίζει το άρθρο 11, Α, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, της έκτης οδηγίας. Κατά το γενικό αυτόν κανόνα, η βάση επιβολής του φόρου για την παράδοση αγαθού ή για την παροχή υπηρεσίας, που γίνονται εξ επαχθούς αιτίας, είναι η αντιπαροχή που πράγματι έλαβε προς τούτο ο υποκείμενος στο φόρο. Η αντιπαροχή αυτή συνιστά, συνεπώς, την υποκειμενική αξία, δηλαδή εκείνη που πράγματι εισπράχθηκε, και όχι αξία εκτιμώμενη βάσει αντικειμενικών κριτηρίων. Επιπροσθέτως, αυτή η αντιπαροχή πρέπει να μπορεί να αποτιμηθεί σε χρήμα. Εφόσον πράξεις, όπως οι επίδικες στην κύρια δίκη, παραμένουν πράξεις εξ επαχθούς αιτίας, στο πλαίσιο των οποίων εισπράχθηκε πράγματι αντιπαροχή δυνάμενη να χρησιμεύσει ως βάση επιβολής του φόρου, η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως δεν είναι, από μόνη της, ικανή να υπαγορεύσει την εφαρμογή, στις πράξεις αυτές, των κανόνων καθορισμού της βάσεως επιβολής του φόρου οι οποίοι προβλέπονται για τις πράξεις άνευ ανταλλάγματος και αποσκοπούν στην εκτίμηση, εν απουσία οποιασδήποτε πραγματικής αντιπαροχής, μιας τέτοιας βάσεως επιβολής του φόρου σύμφωνα με αντικειμενικά κριτήρια, καθόσον αυτά τα δύο είδη πράξεων δεν είναι συγκρίσιμα. Εξάλλου, πρέπει επίσης να υπομνησθεί συναφώς ότι ο νομοθέτης της Ένωσης προέβλεψε ότι, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 27 της έκτης οδηγίας, τα κράτη μέλη μπορούν, εφόσον παρίσταται ανάγκη, να λάβουν άδεια να παρεκκλίνουν από τους κανόνες της οδηγίας αυτής και ιδίως από τον κανόνα του άρθρου 11, Α, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, της οδηγίας.
Αποφάσεις Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου
Απόφαση της 20.9.2011, Ullens De Schooten και Rezabek κατά Βελγίου (3989/07 και 38353/07)
Άρθρο 6 παρ. 1 ΕΣΔΑ : απόρριψη αιτήματος προδικαστικής παραπομπής στο ΔΕΚ από εθνικό ανώτατο δικαστήριο - υποχρέωση αιτιολόγησης. Οι προσφεύγοντες, στις δύο συνεκδικασθείσες υποθέσεις, παραπονέθηκαν ότι ο Άρειος Πάγος και το Συμβούλιο της Επικρατείας αντίστοιχα απέρριψαν αιτήματά τους για αποστολή προδικαστικών ερωτημάτων στο ΔΕΚ. Το ΕΔΔΑ υπενθύμισε ότι η ΕΣΔΑ δεν κατοχυρώνει δικαίωμα παραπομπής μιας υπόθεσης ή ενός προδικαστικού ερωτήματος σε άλλο δικαστήριο, είτε εθνικό, είτε υπερεθνικό. Όμως, το ζήτημα εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 6 παρ. 1, το οποίο ορίζοντας ότι «παν πρόσωπον έχει δικαίωμα όπως η υπόθεσίς του δικασθεί … υπό δικαστηρίου, νομίμως λειτουργούντος …», αφορά και το αρμόδιο, σύμφωνα με τους εφαρμοστέους κανόνες δικαίου, δικαστήριο, το οποίο πρέπει να επιλύσει τα νομικά ζητήματα που τίθενται στα πλαίσια μιας συγκεκριμένης υπόθεσης. Συνεπώς, εφόσον προβλέπεται μηχανισμός προδικαστικής παραπομπής, η άρνηση του εθνικού δικαστηρίου, ακόμη και αν οι αποφάσεις του υπόκεινται σε ένδικα μέσα, να αποστείλει προδικαστικό ερώτημα είτε σε εθνικό είτε σε κοινοτικό (ενωσιακό) δικαστήριο, συνιστά παράβαση του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, όταν είναι αυθαίρετη. Αυτό συμβαίνει όταν στους εφαρμοστέους κανόνες δικαίου προβλέπεται ότι η παραπομπή είναι υποχρεωτική ή η άρνηση παραπομπής ερείδεται σε λόγους διαφορετικούς από αυτούς που προβλέπονται σε αυτούς τους κανόνες δικαίου, ή όταν δεν αιτιολογείται προσηκόντως σε σχέση με αυτούς. Η υποχρέωση αιτιολόγησης είναι πιο έντονη όταν η άρνηση παραπομπής επιτρέπεται μόνο κατ΄ εξαίρεση. Το ΕΔΔΑ ελέγχει από την άποψη αυτή την αιτιολογία των αποφάσεων των εθνικών δικαστηρίων, δεν ελέγχει όμως την ορθότητα της ερμηνείας και εφαρμογής των οικείων κανόνων δικαίου. Συνακόλουθα, τα εθνικά δικαστήρια των οποίων οι αποφάσεις δεν υπόκεινται σε ένδικα μέσα, όταν αρνούνται να αποστείλουν προδικαστικό ερώτημα στο ΔΕΚ (πλέον ΔΕΕ), δυνάμει του άρθρου 234 της Συνθήκης ΕΚ (παλαιό άρθρο 177, και, πλέον, άρθρο 267 της Συνθήκης για τη λειτουργία της ΕΕ), οφείλουν να αιτιολογούν προσηκόντως την άρνησή τους αυτή, με βάση όσα γίνονται δεκτά από τη νομολογία του ΔΕΚ. Ειδικότερα, σύμφωνα με την απόφαση του ΔΕΚ CILFIT (της 6.10.1982, 283/81, Συλλ. 1982, σ. 3426), η αποστολή προδικαστικού ερωτήματος από τα δικαστήρια αυτά, κατ΄ εξαίρεση δεν είναι υποχρεωτική όταν δεν είναι αναγκαία για την επίλυση της διαφοράς, ή το ζήτημα έχει επιλυθεί από τη νομολογία του ΔΕΚ, ή η ορθή ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου είναι προφανής. Στην προκείμενη περίπτωση, το ΕΔΔΑ έκρινε ότι τα βελγικά ανώτατα δικαστήρια αιτιολόγησαν προσηκόντως τις αποφάσεις τους, αναφερόμενα στους ανωτέρω λόγους και απέρριψε τις αιτιάσεις των προσφευγόντων περί εσφαλμένης ερμηνείας του κοινοτικού δικαίου, για το λόγο ότι το ζήτημα αυτό εκφεύγει της δικαιοδοσίας του. Συνεπώς, δεν παραβιάστηκε το άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ.
Απόφαση της 31.5.2011, Κονταλέξης κατά Ελλάδας (59000/08)
Άρθρο 6 παρ. 1: δικαστήριο αμερόληπτο, που προβλέπεται από το νόμο. Ο προσφεύγων καταδικάστηκε πρωτοδίκως, για παράβαση της χρηματιστηριακής νομοθεσίας, σε δεύτερο, όμως, βαθμό, αθωώθηκε. Αίτηση αναιρέσεως, που ασκήθηκε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, έγινε δεκτή, στη μετά την αναίρεση δίκη ο προσφεύγων καταδικάστηκε, ενώ αίτηση αναιρέσεως, που άσκησε, επικαλούμενος πλημμέλειες της σύνθεσης του δικάσαντος δικαστηρίου, απορρίφθηκε. Το ΕΔΔΑ έκρινε ότι, κατά το άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, ένα δικαστήριο πρέπει να προβλέπεται από το νόμο, ως νόμος δε νοείται όχι μόνο η νομοθεσία που ρυθμίζει τα σχετικά με τη συγκρότηση και τις αρμοδιότητες των δικαστικών οργάνων, αλλά και κάθε διάταξη του εσωτερικού δικαίου, η μη τήρηση της οποίας καθιστά πλημμελή τη συμμετοχή ενός δικαστή στην εξέταση μιας υπόθεσης. Τέτοιου είδους διατάξεις αποτελούν και εκείνες σχετικά με τη θητεία, τα ασυμβίβαστα και τους λόγους εξαίρεσης των δικαστών. Ενόψει αυτών, κρίθηκε ότι ο κατ’ εξαίρεση προσδιορισμός δικασίμου για τη μετά την αναίρεση εκδίκαση της επίμαχης υπόθεσης, ενώ κατά το χρόνο του προσδιορισμού ήταν γνωστή η σύνθεση του δικαστηρίου την ημέρα της ορισθείσας δικασίμου, λόγω του κινδύνου της παραγραφής, σύμφωνα με συγκεκριμένη πρόβλεψη του ν. 1756/1988, δεν ερχόταν σε αντίθεση με το άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ. Περαιτέρω, το ΕΔΔΑ, αφού επεσήμανε ότι τα πρακτικά της επίμαχης συνεδρίασης δεν ανέφεραν συγκεκριμένο λόγο από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο νόμο για την αναπλήρωση ενός από τους κληρωθέντες δικαστές (ασθένεια και ανυπέρβλητη υπηρεσιακή ή προσωπική ανάγκη), αλλά αναφέρονταν αορίστως σε αδυναμία του τακτικού μέλους της σύνθεσης να λάβει μέρος στη συνεδρίαση, κατά κατάφωρη (και ως εκ τούτου ελεγκτή από το ΕΔΔΑ) παραβίαση των προβλέψεων του εσωτερικού δικαίου, που προέβλεπε ρητά ότι ο λόγος αντικατάστασης έπρεπε να αναφέρεται στα πρακτικά, έκρινε ότι το δικαστήριο, κατά την επίμαχη συνεδρίαση, λόγω της έλλειψης διαφάνειας ως προς τη διαδικασία και τους λόγους της αναπλήρωσης, δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί ως δικαστήριο «προβλεπόμενο από το νόμο», κατά την έννοια του άρθρου 6 παρ. 1. Ακολούθως, το ΕΔΔΑ εξέτασε τις αιτιάσεις του προσφεύγοντος για παράβαση της αρχής της αμεροληψίας λόγω της συμμετοχής του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και στις δύο δίκες, κατά τις οποίες εκδικάστηκαν οι αιτήσεις αναιρέσεως, που τον αφορούσαν και λόγω του ότι ο Εισαγγελέας άσκησε την πρώτη αίτηση αναιρέσεως, κατά το μέρος της εφετειακής απόφασης που αφορούσε τον προσφεύγοντα, ενώ οι ίδιοι λόγοι συνέτρεχαν, κατά τον προσφεύγοντα, και για άλλους συγκατηγορουμένους του ως προς τους οποίους δεν υποβλήθηκε αίτηση αναιρέσεως. Το ΕΔΔΑ δέχθηκε ότι οι αρχές της αμεροληψίας και της ανεξαρτησίας εφαρμόζονται ως προς τους δικαστές που αποφαίνονται για κατηγορία ποινικής φύσεως όχι όμως και ως προς τον εκπρόσωπο της εισαγγελικής αρχής, που αποτελεί ένα από τα μέρη της κατ’ αντιμωλία δίκης, καθώς και ότι το ίδιο δεν μπορεί να υποκαταστήσει τις εθνικές δικαστικές αρχές στο ζήτημα της πρωτοβουλίας για την κίνηση ποινικής δίωξης, στο πλαίσιο της οποίας εντασσόταν η απόφαση του Εισαγγελέα για άσκηση της επίμαχης αίτησης αναίρεσης σε βάρος του προσφεύγοντος. Κατά τα λοιπά όσον αφορά στη συμμετοχή του Εισαγγελέα στην ενώπιον του Αρείου Πάγου δίκη, παρατήρησε ότι προβλέπεται δικαίωμα των διαδίκων για αντίκρουση των ισχυρισμών και των προτάσεων του Εισαγγελέα, δικαίωμα το οποίο άσκησε, εν προκειμένω ο προσφεύγων, ενώ ο Εισαγγελέας δεν μετέχει στη διάσκεψη για την έκδοση της απόφασης. Με το σκεπτικό αυτό, οι εν λόγω αιτιάσεις περί παραβίασης του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ απορρίφθηκαν ως αβάσιμες.
Απόφαση της 7.6.2011, R.U. κατά Ελλάδας (2237/08)
Άρθρα 3 και 1: συνθήκες κράτησης αλλοδαπού (Κούρδου αντιφρονούντος), αιτήσαντος άσυλο, υπό απέλαση, άρθρο 13 σε συνδυασμό με άρθρο 3: απέλαση σε χώρα όπου κινδυνεύει να υποστεί εξευτελιστική μεταχείριση (Τουρκία) και αποτελεσματική προσφυγή, άρθρο 5 παρ. 1 στ΄ και παρ. 4: νομιμότητα της κράτησης και δικαστικός έλεγχος αυτής. Ο προσφεύγων, Τούρκος υπήκοος κουρδικής καταγωγής, συνελήφθη πολλές φορές από τις τουρκικές αρχές μεταξύ 1985 και 1992 λόγω της πολιτικής του δράσης και φυλακίστηκε. Συνεπεία μιας απεργίας πείνας το 2000-2001 ανέπτυξε το σύνδρομο Wernicke-Korsakoff (νευρολογική πάθηση οφειλόμενη στην έλλειψη της βιταμίνης Β1). Μετά την αποφυλάκισή του εισήλθε λάθρα στην Ελλάδα στις 12.5.2007, συνελήφθη για παράνομη είσοδο και κατοχή πλαστών ταξιδιωτικών εγγράφων και κρατήθηκε - αν και υπέβαλε αμέσως αίτηση ασύλου που δεν καταχωρίστηκε - ενόψει διοικητικής απελάσεώς του, ως την εκδίκαση της ποινικής υπόθεσής του. Νέα αίτηση που υπέβαλε με δικηγόρο καταχωρίστηκε τελικά στις 15.5.2007, ο ίδιος, δε, εξετάστηκε στις 17.5.2007 και ανέπτυξε τους λόγους της αίτησής του (διώξεις και βασανιστήρια που είχε υποστεί στην Τουρκία λόγω των πολιτικών του πεποιθήσεων). Την ίδια μέρα το Πλημμελειοδικείο Αλεξανδρούπολης τον αθώωσε κρίνοντας ότι βρισκόταν σε κατάσταση ανάγκης, όμως ο Αστυνομικός Διευθυντής Αλεξανδρούπολης διέταξε την απέλαση και τη συνέχιση της κράτησής του λόγω κινδύνου φυγής. Προσφυγή του κατά της απέλασης απορρίφθηκε από τον Αστυνομικό Δ/ντη Αν. Μακεδονίας - Θράκης στις 24.5.2007, όπως και οι, κατ’ επίκληση της εκκρεμούς αίτησης ασύλου και του άρθρου 3 ΕΣΔΑ, αντιρρήσεις του της ίδιας ημέρας κατά της κράτησης, από τον Πρόεδρο ΔΠ Αλεξανδρούπολης. Στις 6.6.2007 απορρίφθηκε η αίτησή του περί παροχής ασύλου από το Γ.Γ. του Υπουργείου Δημόσιας Τάξης, όμως, στις 12.7.2007, κατόπιν προσφυγής του κατά της πράξης αυτής, η Γνωμοδοτική Επιτροπή Ασύλου ανέβαλε την εξέταση του αιτήματός του προκειμένου να προσκομίσει αποδείξεις και να εξεταστεί από το Κέντρο Αποκατάστασης Θυμάτων Βασανιστηρίων (ΚΑΘΒ). Αντιρρήσεις που υπέβαλε εκ νέου κατά της κράτησής του στα κρατητήρια της Υποδ/νσης Αλλοδαπών Αττικής - όπου είχε μεταφερθεί από 10.7.2007 - επικαλούμενος την ως άνω επ’ αόριστον αναβολή έγιναν τελικά δεκτές από τον Πρόεδρο ΔΠ Αθηνών στις 16.7.2007 και αφέθηκε ελεύθερος. Ακολούθως εξετάστηκε από την Πρόεδρο του ΚΑΘΒ, η οποία στην από 19.9.2007 έκθεσή της αναφέρει ότι ο προσφεύγων ξυλοκοπήθηκε επανειλημμένα κατά τη διάρκεια των κρατήσεών του στην Τουρκία με αποτέλεσμα να χάσει 2 δάχτυλα του αριστερού ποδιού, ενώ υπέστη και ποικίλα βασανιστήρια, από τις συνέπειες των οποίων υποφέρει ως σήμερα. Τον ακρωτηριασμό και την ύπαρξη του συνδρόμου Wernicke-Korsakoff επιβεβαίωσαν και περαιτέρω εξετάσεις σε δημόσια νοσοκομεία. Το ΕΔΔΑ, αφού απέρριψε ένσταση περί μη εξάντλησης των εσωτερικών ενδίκων μέσων ως προς την αιτίαση για τις συνθήκες κράτησης του προσφεύγοντος, την πάθηση του οποίου γνώριζαν οι αρχές, τα οποία (ένδικα μέσα) έκρινε αναποτελεσματικά (προσφυγή σε ιεραρχικώς ανώτερο αστυνομικό όργανο και αντιρρήσεις κατά της κράτησης), έκρινε ότι η επί 2 μήνες κράτησή του στα κρατητήρια του Τμήματος Συνοριακής Φύλαξης Σουφλίου (12.5-10.7.2007) και της Υποδιεύθυνσης Αλλοδαπών Αττικής (10-16.7.2007), όπου επικρατούσαν άθλιες συνθήκες (βλ. απόφαση S.D. κατά Ελλάδας της 11.6.2009, ΔΝΒΕ 38), συνιστά εξευτελιστική μεταχείριση κατά παραβίαση των άρθρων 3 και 1 ΕΣΔΑ. Περαιτέρω, εφαρμόζοντας τη νομολογία M.S.S. κατά Βελγίου και Ελλάδας (απόφαση Ολομ. της 21.1.2011, ΔΝΒΕ 45), απέρριψε ένσταση περί μη εξάντλησης των εσωτερικών ενδίκων μέσων ως προς την αιτίαση για τη διαδικασία εξέτασης της αίτησης ασύλου του προσφεύγοντος, τα οποία (ένδικα μέσα) έκρινε αναποτελεσματικά, λόγω των υπέρμετρων καθυστερήσεων (στην προκειμένη περίπτωση μόνο η διοικητική προσφυγή κατά της απόρριψης της αίτησης ασύλου ήταν ακόμη εκκρεμής, 3 έτη και 7 μήνες μετά) σε συνδυασμό με την απουσία αυτόματου ανασταλτικού αποτελέσματος της αιτήσεως ακυρώσεως που τυχόν θα ασκείτο, και έκρινε ότι, λόγω των πλημμελειών στη διαδικασία αυτή και του κινδύνου να απελαθεί αυτός στην Τουρκία, όπου αποδεδειγμένα είχε υποστεί βασανιστήρια όχι λόγω της καταγωγής του αλλά ατομικώς, ως πολιτικός αντιφρονών, κινδυνεύει δε prima facie να εκτεθεί εκ νέου σε μεταχείριση αντίθετη προς το άρθρο 3, χωρίς σοβαρή κατ’ ουσίαν εξέταση του αιτήματός του και χωρίς δυνατότητα αποτελεσματικής προσφυγής, παραβιάστηκε και το άρθρο 13 σε συνδυασμό με το άρθρο 3 ΕΣΔΑ. Ακολούθως, το Δικαστήριο έκρινε, όπως στην υπόθεση S.D. κατά Ελλάδας, ότι η κράτηση του προσφεύγοντος, και μάλιστα σε συνθήκες παραβιάζουσες το άρθρο 3 ΕΣΔΑ, ενόψει απελάσεως, δεν ήταν «νόμιμη», κατά την έννοια της περ. στ΄ της παρ. 1 άρθρου 5 ΕΣΔΑ, ακριβώς διότι, όσο εκκρεμούσε η αίτηση ασύλου, δηλ. τουλάχιστον από τις 15.5.2007, η απέλαση δεν μπορούσε να εκτελεστεί, λόγος που δεν έγινε δεκτός από το δικαστή των πρώτων αντιρρήσεων (24.5.2007). Συνεπώς, παραβιάστηκε η διάταξη αυτή. Τέλος, επί της αιτίασης του προσφεύγοντος περί παραβίασης της παρ. 4 του άρθρου 5, το ΕΔΔΑ, αφού επανέλαβε ότι το καθεστώς του ν. 3386/2005 δε συνάδει με τις απαιτήσεις της εν λόγω διάταξης (βλ. αποφάσεις S.D. κατά Ελλάδας, όπ.π., και Tabesh κατά Ελλάδας της 26.11.09, ΔΝΒΕ 40), έκρινε ειδικότερα ότι ο δικαστής των πρώτων αντιρρήσεων κατά της κράτησης δεν ερεύνησε, ως όφειλε, τη νομιμότητα και τη σκοπιμότητα της διατήρησής της, αν και γνώριζε την ύπαρξη της εκκρεμούς αίτησης ασύλου του προσφεύγοντος, απέρριψε δε ισχυρισμό της Κυβέρνησης περί ύπαρξης πάγιας νομολογίας του ΔΠ Αλεξανδρούπολης για αυτόματη άρση της κράτησης σε περίπτωση αποδοχής αίτησης αναστολής κατά της απέλασης λόγω της ασάφειας του νόμου και ενόψει αντίθετης νομολογίας του ΔΠ Αθηνών. Συνεπώς, παραβιάστηκε και η διάταξη αυτή.
Απόφαση της 21.6.2011, Εφραιμίδη κατά Ελλάδας (33225/08)
Άρθρα 3: συνθήκες κράτησης αλλοδαπού υπό απέλαση, 5 παρ. 1 στ΄ και παρ. 4: νομιμότητα της κράτησης και δικαστικός έλεγχος αυτής. Η προσφεύγουσα, υπήκοος Γεωργίας, εισήλθε λάθρα στην Ελλάδα τον Ιανουάριο του 2006, συνελήφθη στις 2.2.2008 και οδηγήθηκε στα κρατητήρια του Τμήματος Συνοριακής Φύλαξης Θέρμης, ενόψει απελάσεώς της εντός 3μήνου, που διατάχθηκε στις 5.2.2008. Αντιρρήσεις της κατά της κράτησης, με τις οποίες αφενός προέβαλλε το ανέφικτο της απέλασης ελλείψει ταξιδιωτικού εγγράφου και ενόψει της άρνησης της Γεωργίας να την αναγνωρίσει ως υπήκοο και αφετέρου παρεπονείτο για τις συνθήκες κράτησης, απορρίφθηκαν αυθημερόν, στις 20.2.2008, από την Πρόεδρο ΔΠΘεσ/νίκης, λόγω κινδύνου φυγής. Στις 26.2.2008 μετήχθη στο Γεν. Προξενείο της Γεωργίας στη Θεσ/νίκη, προκειμένου να της χορηγηθεί διαβατήριο, πράγμα που δεν έγινε. Τελικά, στις 2.5.2008, αφέθηκε ελεύθερη λόγω αδυναμίας εκτέλεσης της απέλασης εντός 3μήνου και της τάχθηκε 30ήμερη προθεσμία αναχώρησης. Το ΕΔΔΑ, αφού απέρριψε ένσταση περί μη εξάντλησης των εσωτερικών ενδίκων μέσων ως προς την αιτίαση για τις συνθήκες κράτησης, δεδομένου ότι η αιτίαση αυτή είχε προβληθεί με τις αντιρρήσεις, η δε προσφυγή σε ιεραρχικώς ανώτερο αστυνομικό όργανο θα ήταν αναποτελεσματική, έκρινε ότι η επί 3μηνο κράτηση της προσφεύγουσας στα κρατητήρια του Τμήματος Συνοριακής Φύλαξης Θέρμης, ακατάλληλα για πολύμηνη κράτηση, και μάλιστα εν αναμονή εκτελέσεως διοικητικού μέτρου, συνιστά εξευτελιστική μεταχείριση κατά παραβίαση του άρθρου 3 ΕΣΔΑ. Ειδικότερα, κρίθηκε ότι, παρά τη βελτίωση που διαπίστωσε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή για την πρόληψη των βασανιστηρίων σε σύγκριση με τις συνθήκες που επικρατούσαν στα εν λόγω κρατητήρια προ του 2008 (βλ. την απόφαση Tabesh κατά Ελλάδας της 26.11.09, ΔΝΒΕ 40), εξακολουθούσαν να απουσιάζουν παντελώς χώροι για βάδισμα ή σωματική άσκηση, γεγονός που θα μπορούσε να γεννήσει στους κρατούμενους αισθήματα απομόνωσης, καθώς και η ουσιαστική μέριμνα για τη διατροφή τους, ιδίως σε περιπτώσεις πολύμηνης κράτησης (η καταβολή χρηματικού ποσού ύψους 5,87 ευρώ ημερησίως κρίθηκε ανεπαρκής). Περαιτέρω, το Δικαστήριο έκρινε ότι η κράτηση της προσφεύγουσας, και μάλιστα σε συνθήκες παραβιάζουσες το άρθρο 3 ΕΣΔΑ, για ολόκληρη την ανώτατη επιτρεπόμενη διάρκεια (2.2-2.5.2008), μολονότι ήδη από το τέλος Φεβρουαρίου, δηλ. τουλάχιστον επί 2μηνο, ήταν σαφές ότι η απέλασή της δεν μπορούσε να εκτελεστεί, δεν ήταν νόμιμη, κατά την έννοια της περ. στ΄ της παρ. 1 άρθρου 5 ΕΣΔΑ. Συνεπώς, παραβιάστηκε και η διάταξη αυτή. Τέλος, επαναλαμβάνοντας την πάγια επί του θέματος νομολογία του (βλ. λ.χ. αποφάσεις Tabesh κατά Ελλάδας, όπ.π., και S.D. κατά Ελλάδας της 11.6.09, ΔΝΒΕ 38), το ΕΔΔΑ έκρινε ακόμη ότι το εφαρμοσθέν εν προκειμένω καθεστώς του ν. 3386/2005 δεν συνάδει με τις απαιτήσεις του άρθρου 5 παρ. 4. Συνεπώς, παραβιάστηκε και η εν λόγω διάταξη.
Απόφαση της 21.6.2011, Ponomaryov κατά Βουλγαρίας (5335/2005)
Άρθρο 14 ΕΣΔΑ σε συνδυασμό με το άρθρο 2 ΠΠΠ : δίδακτρα για παροχή δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης σε αλλοδαπούς μαθητές χωρίς άδεια παραμονής. Οι προσφεύγοντες γεννήθηκαν στο Καζακστάν από Ρώσους γονείς και εγκαταστάθηκαν το έτος 1994, με τη μητέρα τους στη Βουλγαρία, ύστερα από το γάμο της με Βούλγαρο υπήκοο, λόγω του οποίου της χορηγήθηκε άδεια μόνιμης παραμονής. Με βάση την άδεια παραμονής της μητέρας τους παρέμεναν στη χώρα και οι αιτούντες, ως ανήλικοι, ενώ έλαβαν οι ίδιοι άδεια μόνιμης παραμονής το έτος 2006. Κατά τη διάρκεια της φοίτησής τους σε σχολεία της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης και ενώ δεν τους είχε ακόμη χορηγηθεί η άδεια μόνιμης παραμονής, τους ζητήθηκε να καταβάλουν δίδακτρα, σύμφωνα με διάταξη, που όριζε ότι αλλοδαποί μαθητές δεν οφείλουν δίδακτρα μόνο εάν έχουν άδεια μόνιμης παραμονής. Το ΕΔΔΑ έκρινε ότι η υπόθεση, η οποία αφορά στους όρους πρόσβασης στο υφιστάμενο σύστημα δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 2 ΠΠΠ, και, ως εκ τούτου, έλκεται σε εφαρμογή το άρθρο 14 της ΕΣΔΑ. Περαιτέρω, έκρινε ότι το δικαίωμα στην εκπαίδευση, λόγω της φύσης του, αποτελεί αντικείμενο ρύθμισης από τα κράτη μέλη, η οποία διαφέρει ανάλογα με τις υφιστάμενες ανάγκες και τους διαθέσιμους πόρους. Ωστόσο, η παροχή εκπαίδευσης διαφέρει από άλλου είδους κοινωνικές παροχές για την απόλαυση των οποίων είναι ανεκτές διαφοροποιήσεις ως προς προσωρινώς διαμένοντες ή παράνομους μετανάστες ή συγκεκριμένες κατηγορίες αλλοδαπών. Και τούτο, διότι το δικαίωμα στην εκπαίδευση προστατεύεται ειδικά στη Συνθήκη και συνδέεται και με το συμφέρον της κοινωνίας για ενσωμάτωση των μειονοτήτων. Εξάλλου, ενώ σε ανώτατα επίπεδα εκπαίδευσης αναγνωρίζεται μεγαλύτερη ευχέρεια στα Κράτη, έτσι ώστε να γίνεται αποδεκτή ακόμη και η απαίτηση καταβολής διδάκτρων από αλλοδαπούς, στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση, η οποία παρέχει τις βασικές γνώσεις, το περιθώριο εκτίμησης των Κρατών είναι περιορισμένο. Σε ενδιάμεση βαθμίδα βρίσκεται η δευτεροβάθμια εκπαίδευση, η οποία, πάντως, στα σύγχρονα κράτη έχει έναν ολοένα αυξανόμενο ρόλο στην ολοκλήρωση της προσωπικότητας του ανθρώπου και την επιτυχή ένταξή του στη σημερινή κοινωνία. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, οι αιτούντες δεν είχαν εισέλθει στη χώρα παράνομα για να ζητήσουν, στη συνέχεια, την απόλαυση κρατικών παροχών, μεταξύ των οποίων και δωρεάν σχολική φοίτηση. Ακόμα και εάν δεν είχαν κατά τον κρίσιμο χρόνο το καθεστώς του μονίμως διαμένοντος στη χώρα, οι αρχές της Βουλγαρίας δεν είχαν ποτέ την πρόθεση να τους απελάσουν, ζούσαν δε στη χώρα από πολύ μικρή ηλικία λόγω του γάμου της μητέρας τους και ήταν ενσωματωμένοι στη βουλγαρική κοινωνία, ενώ δεν είχαν κάποιες εξειδικευμένες εκπαιδευτικές ανάγκες, ώστε να απαιτείται επιπλέον χρηματοδότηση των σχολείων τους. Ενόψει αυτών, κρίθηκε ότι δεν ήταν δικαιολογημένη η απαίτηση διδάκτρων από τους συγκεκριμένους αιτούντες και, συνεπώς, συνέτρεχε περίπτωση παράβασης του άρθρου 14 της ΕΣΔΑ σε συνδυασμό με το άρθρο 2 ΠΠΠ.
Απόφαση της 31.5.2011, Maggio κατά Ιταλίας (46286/09)
Άρθρα 6 ΕΣΔΑ και 1 ΠΠΠ: αναδρομική ρύθμιση της μεθόδου υπολογισμού των συντάξεων γήρατος. Ο προσφεύγων ζήτησε από το συνταξιοδοτικό του φορέα στην Ιταλία τον υπολογισμό της σύνταξής του γήρατος βάσει των αποδοχών ενεργείας που ελάμβανε κατά το χρόνο απασχόλησής του στην Ελβετία, επικαλούμενος σχετική διάταξη συμβάσεως μεταξύ Ιταλίας και Ελβετίας. Το αίτημα αυτό απορρίφθηκε, με το σκεπτικό ότι η διμερής σύμβαση επιτρέπει τον, κατά το ιταλικό δίκαιο, υπολογισμό της σύνταξης, δηλαδή βάσει πλασματικών αποδοχών. Τα εθνικά δικαστήρια της ουσίας επικύρωσαν την ορθότητα της ερμηνείας αυτής της συμβάσεως, απορρίπτοντας τα ένδικα βοηθήματα και μέσα του προσφεύγοντος, ενώ το Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο διαπίστωσε ότι η ίδια ερμηνεία έχει ήδη λάβει τη μορφή διάταξης νόμου με αναδρομική ισχύ. Το ΕΔΔΑ έκρινε ότι υπήρξε εν προκειμένω παραβίαση του άρθρου 6 ΕΣΔΑ. Και τούτο, διότι: α) η με νόμο αναδρομικής ισχύος ρύθμιση ζητήματος εκκρεμούς ενώπιον των δικαστηρίων, αποβλέπει στην άσκηση επιρροής στην έκβαση των εκκρεμών δικών, β) η νομοθετική αυτή επέμβαση δεν δικαιολογείται από λόγους δημοσίου συμφέροντος. Ειδικότερα, η ανάγκη επιβεβαίωσης με νόμο της παγιωμένης ερμηνείας των διατάξεων της διμερούς συμβάσεως από τα ασφαλιστικά όργανα δεν μπορεί να δικαιολογήσει την επέμβαση στις εκκρεμείς δίκες, τη στιγμή μάλιστα που η ερμηνεία αυτή στις περισσότερες περιπτώσεις δεν γινόταν δεκτή από τα εθνικά δικαστήρια, περιλαμβανομένου του Ανώτατου Ακυρωτικού. Εξάλλου, ο στόχος της αποκατάστασης της ισορροπίας του συστήματος κοινωνικής ασφάλισης, με την απόδοση της ίδιας αξίας στις περιόδους απασχόλησης στην Ιταλία και το εξωτερικό, ναι μεν είναι θεμιτός, πλην όχι τόσο επιτακτικός ώστε να δικαιολογείται η αναδρομή. Περαιτέρω, το ΕΔΔΑ έκρινε ότι δεν υπήρξε παραβίαση του άρθρου 1 του ΠΠΠ. Και τούτο, διότι οι επίμαχες ρυθμίσεις θεσπίζονται με νόμο και επιδιώκουν τη θεραπεία ενός δημόσιου σκοπού, αυτού της διατήρησης της ισορροπίας και της βιωσιμότητας του συστήματος κοινωνικής ασφάλισης, ενώ, εξάλλου, η μείωση της σύνταξης κατά 50%, περίπου, παρίσταται εύλογη και δεν θίγει την ουσία του συνταξιοδοτικού δικαιώματος. Στο συμπέρασμα, δε, αυτό το ΕΔΔΑ κατέληξε λαμβάνοντας επίσης υπόψη το ευρύ περιθώριο εκτίμησης που διαθέτουν τα συμβαλλόμενα κράτη στη διαμόρφωση του κοινωνικοασφαλιστικού τους συστήματος, την αρχή της αλληλεγγύης που διέπει το σύστημα αυτό, καθώς και το γεγονός ότι ο προσφεύγων είχε πράγματι καταβάλει λιγότερες εισφορές σε σχέση με τους συνταξιούχους που απασχολήθηκαν στην Ιταλία.
Απόφαση επί του παραδεκτού της 17.05.2011, Suhadolc κατά Σλοβενίας (57655/2008)
Άρθρο 6 παρ. 1: επιβολή κυρώσεων ΚΟΚ, προφορική και δημόσια διαδικασία. Η σλοβενική αστυνομία επέβαλε στον προσφεύγοντα διοικητικά πρόστιμα συνολικού ύψους 400 ευρώ και 7 βαθμούς ποινής, λόγω υπέρβασης του ορίου ταχύτητας και οδήγησης υπό την επήρεια οινοπνεύματος. Η σχετική προσφυγή του απορρίφθηκε κατ’ ουσία από το Πρωτοδικείο, ενώ η προσφυγή του για παραβίαση των αρχών της δίκαιης δίκης απορρίφθηκε ως απαράδεκτη από το Συνταγματικό Δικαστήριο. Το ΕΔΔΑ υπενθύμισε ότι η προφορική διαδικασία και η δημοσιότητα της δίκης δεν απαιτούνται πάντοτε σε ποινικές υποθέσεις ήσσονος σημασίας, οι δε εθνικές αρχές δύνανται να συνεκτιμούν την ανάγκη εκδίκασης των υποθέσεων εντός εύλογου χρόνου. Δεδομένου ότι οι ανωτέρω τροχαίες παραβάσεις δεν ανήκουν στο σκληρό πυρήνα του ποινικού δικαίου, ενώ τα εθνικά δικαστήρια είχαν κατά την εκδίκαση της προσφυγής πλήρη δικαιοδοσία, η προβλεπόμενη από το νόμο σχετική διακριτική ευχέρεια του πρωτοδικείου δεν αντίκειται στο άρθρο 6 παρ. 1 ΕΣΔΑ. Στην προκείμενη περίπτωση, ο φάκελος της υπόθεσης ήταν πλήρης, βασιζόμενος στη μέτρηση της ταχύτητας και της ποσότητας του οινοπνεύματος με τεχνικά μέσα, οι αιτιάσεις του προσφεύγοντος αντιμετωπίστηκαν ικανοποιητικά από το εθνικό δικαστήριο, χωρίς να υφίσταται ανάγκη εξέτασης μαρτύρων, ο δε προσφεύγων δεν υπέβαλε σχετικό αίτημα. Εξάλλου, και η απόρριψη της προσφυγής του προσφεύγοντος από το Συνταγματικό Δικαστήριο με συνοπτική αιτιολογία, δηλαδή με μόνη την παραπομπή στις σχετικές νομοθετικές διατάξεις, δεν παραβιάζει το άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, δεδομένου ότι τα ανώτατα εθνικά δικαστήρια έχουν τη δυνατότητα αυτή, όταν τα ένδικα μέσα που δικάζουν δεν εγείρουν σοβαρά ζητήματα, όπως στην προκείμενη περίπτωση.
Απόφαση της 30.6.2011, Klouvi κατά Γαλλίας (30754/03)
Άρθρο 6 παρ. 1 και 2: σχέση τεκμηρίου αθωότητας με νόμιμα και δικαστικά τεκμήρια στην ποινική δίκη. Στις 26.9.1994 η προσφεύγουσα, υπάλληλος εταιρείας από το 1982, εγκάλεσε τον μέχρι πρότινος προϊστάμενό της P. για σεξουαλική παρενόχληση και, ακολούθως, βιασμό κατ’ εξακολούθηση μεταξύ Ιουλίου 1992 και αρχών 1994. Με την από 22.1.1998 διάταξη του ανακριτή πρωτοδικών Παρισιού, που εκδόθηκε μετά τη διενέργεια ανάκρισης, έπαυσε οριστικά η δίωξη κατά του P. ελλείψει επαρκών ενδείξεων. Η διάταξη αυτή κατέστη τελεσίδικη μετά την παραίτηση της προσφεύγουσας από ασκηθείσα έφεση, που διαπιστώθηκε με την από 15.5.1998 απόφαση του Συμβουλίου Εφετών. Ακολούθως, ο P. εγκάλεσε την προσφεύγουσα για ψευδή καταμήνυση ενώπιον του Πλημμελειοδικείου Παρισιού, το οποίο, με την από 21.10.1999 απόφασή του, η οποία κατέστη αμετάκλητη, επικαλούμενο το άρθρο 226-10 εδ. β΄ Π.Κ., που όριζε ότι το ψευδές της καταμήνυσης προκύπτει αναγκαίως, μεταξύ άλλων, από τελεσίδικη απόφαση περί οριστικής παύσης της ποινικής δίωξης λόγω του ότι «δεν αποδείχθηκε η αλήθεια του περιστατικού» που καταγγέλθηκε, και δεχόμενο περαιτέρω ότι η προσφεύγουσα δε θα μπορούσε να αγνοεί την αναλήθεια των καταγγελθέντων (και άρα τη γνώριζε), την καταδίκασε σε φυλάκιση 3 μηνών με αναστολή και σε καταβολή στον P. αποζημίωσης ύψους 12.195 ευρώ και δικαστικών εξόδων ύψους 3.048 ευρώ. Το ΕΔΔΑ, αφού υπενθύμισε ότι «το τεκμήριο αθωότητας που καθιερώνεται από την παρ. 2 του άρθρου 6 περιλαμβάνεται μεταξύ των στοιχείων της δίκαιης ποινικής δίκης που απαιτείται από την παρ. 1», επανέλαβε ότι το τεκμήριο αυτό παραγνωρίζεται αν, χωρίς προηγούμενη νόμιμη στοιχειοθέτηση της ενοχής ενός κατηγορουμένου, δικαστική απόφαση που τον αφορά αφήνει την εντύπωση ότι είναι ένοχος. Και ναι μεν τα τεκμήρια, νόμιμα και δικαστικά, επιτρεπτώς χρησιμοποιούνται για τη στοιχειοθέτηση της ενοχής, δεν πρέπει όμως να υπερβαίνουν τα εύλογα όρια λαμβανομένης υπόψη της σοβαρότητας του διακυβεύματος και τηρουμένων των δικαιωμάτων άμυνας του κατηγορουμένου. Στην προκειμένη περίπτωση, το Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη τις κριτικές επισημάνσεις, ως προς την εφαρμοσθείσα διάταξη, του Αναιρετικού στην ετήσια έκθεση του 2009 και της Ειδικής Επιτροπής της Βουλής στην από 10.2.2010 έκθεσή της - που οδήγησε και σε τροποποίηση της επίμαχης διάταξης, ώστε πλέον να απαιτείται να «αποδείχθηκε ότι το περιστατικό δεν έλαβε χώρα» - έκρινε ότι ο συνδυασμός από τα δικαστήρια του νομίμου τεκμηρίου ως προς το ψευδές της καταμήνυσης (αντικειμενική υπόσταση του αδικήματος) και του δικαστικού ως προς τη γνώση (υποκειμενική υπόσταση), η προσφυγή στα οποία έγινε αυτόματα, συρρίκνωσε ουσιωδώς τα δικαιώματα που εγγυάται το άρθρο 6 της Σύμβασης, δεδομένου ότι η προσφεύγουσα στερήθηκε της δυνατότητας να αποδείξει την αλήθεια των καταγγελθέντων και την έλλειψη ενοχής της. Συνεπώς, παραβιάστηκε το άρθρο 6 παρ. 1 - 2 ΕΣΔΑ.
Απόφαση της 21.06.2011, Bellizzi κατά Μάλτας (46575/09)
Άρθρα 1 ΠΠΠ, 14 και 6 παρ. 1 ΕΣΔΑ : δικαίωμα πρόσδεσης σε αγκυροβόλιο, αμεροληψία δικαστηρίου. Στο θείο του πρώτου προσφεύγοντος είχε δοθεί το 1970 άδεια πρόσδεσης σε αγκυροβόλιο, το οποίο η οικογένεια των προσφευγόντων λεμβούχων χρησιμοποιούσε από κοινού με το δικαιούχο κατόπιν διακανονισμού, εξακολούθησε, δε, να το χρησιμοποιεί με την ανοχή των αρχών και μετά το 1986, οπότε ανακλήθηκε η άδεια, λόγω θανάτου του αρχικού δικαιούχου. Το 1992 ο Χ, γιος του τελευταίου, κλήθηκε από τη λιμενική αρχή να καταθέσει αίτηση για την έκδοση νέας αδείας αποκλειστικής χρήσης. Σχετική μεταγενέστερη αίτηση του πρώτου προσφεύγοντος απορρίφθηκε, όπως επίσης και αγωγή του κατά του Χ για παράβαση του διακανονισμού. Το πρωτοδικείο έκρινε ότι για την παραχώρηση δημόσιας γης αποκλειστικά αρμόδια ήταν εν προκειμένω η λιμενική αρχή, ενώ ο ενάγων είχε χάσει την προθεσμία αίτησης για τη χορήγηση άδειας. Το εφετείο επικύρωσε την απόφαση. Συνταγματική προσφυγή των προσφευγόντων, ενώπιον του αρμόδιου πολιτικού δικαστηρίου (κατά την άσκηση της αρμοδιότητάς του ως πρωτοβάθμιου συνταγματικού δικαστηρίου), έγινε δεκτή, με την αιτιολογία ότι ο νόμος δεν προέβλεπε προθεσμία για την αίτηση άδειας και δεν υπήρξε καν σχετική ενημέρωση, παρά μόνο προφορική κλήση του Χ να υποβάλει αίτηση, κατά παραβίαση των δικαιωμάτων του πρώτου προσφεύγοντος και των άρθρων 6 και 14 ΕΣΔΑ, σε συνδυασμό με το άρθρο 1 ΠΠΠ. Το Συνταγματικό Δικαστήριο εξαφάνισε την πιο πάνω απόφαση κατ’ έφεση, κρίνοντας ότι η ανοχή από τις αρχές επί σειρά ετών μιας κατάστασης δεν δημιουργεί περιουσιακό δικαίωμα και επομένως δεν τυγχάνει εφαρμογής το άρθρο 1 ΠΠΠ, ενώ ο προσφεύγων θα μπορούσε να αξιώσει την εφαρμογή του διακανονισμού από τον Χ. Ενώπιον του ΕΔΔΑ, ο προσφεύγων παραπονέθηκε ότι το Συνταγματικό Δικαστήριο δεν ήταν αμερόληπτο, διότι η νομική γραμματέας του Προέδρου του Συνταγματικού Δικαστηρίου είχε συμμετάσχει στις προαναφερθείσες δίκες ως δικηγόρος της λιμενικής αρχής. Το ΕΔΔΑ έκρινε ότι αν και υπήρχε κατά το εθνικό δίκαιο δυνατότητα προσφυγής ενώπιον του Συνταγματικού Δικαστηρίου κατά της απόφασης για το λόγο αυτό, η διάρκεια της σχετικής διαδικασίας καθώς και το γεγονός ότι θα κρινόταν η συμπεριφορά του Προέδρου και άλλων ανώτατων δικαστικών λειτουργών, την καθιστούσαν μη αποτελεσματική. Συνεπώς, η άσκησή της δεν αποτελούσε προϋπόθεση για το παραδεκτό της προσφυγής ενώπιον του ΕΔΔΑ. Περαιτέρω, κρίθηκε ότι και οι νομικοί βοηθοί των δικαστών, όπως οι εισηγητές (referendaires), πρέπει να πληρούν τα εχέγγυα της αμεροληψίας, αυτό δε ισχύει, καταρχήν, και για τη νομική γραμματέα του Προέδρου του Συνταγματικού Δικαστηρίου της Μάλτας, ενόψει των καθηκόντων που μπορεί να ασκήσει (λήψη μαρτυρικών καταθέσεων, σύνταξη σχεδίου απόφασης, κ.α.). Στην προκείμενη όμως περίπτωση η εν λόγω γραμματέας ουδόλως απασχολήθηκε στη συγκεκριμένη υπόθεση, μόνο δε το γεγονός ότι ήταν γραμματέας του Προέδρου, δεν μπορεί να οδηγήσει σε κρίση περί παράβασης του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ. Το Δικαστήριο έκρινε, περαιτέρω, ότι, εφόσον το εθνικό δίκαιο και η νομολογία δεν αναγνωρίζουν αξίωση λήψης άδειας χρήσης αγκυροβολίου και οι προσφεύγοντες χρησιμοποιούσαν επί είκοσι και πλέον έτη το αγκυροβόλιο χωρίς ποτέ να έχουν ή να προσπαθήσουν να αποκτήσουν σχετικό νόμιμο τίτλο, το άρθρο 1 ΠΠΠ δεν τυγχάνει εφαρμογής, διότι οι προσφεύγοντες δεν έχουν προστατευτέα «περιουσία». Για το λόγο αυτό δεν τυγχάνει εφαρμογής ούτε το άρθρο 14 ΕΣΔΑ (σε συνδυασμό με το άρθρο 1 ΠΠΠ). Τέλος, η αιτίαση των προσφευγόντων ότι παραβιάστηκε το άρθρο 6, διότι η λιμενική αρχή δεν τους επέτρεψε να αναπτύξουν τα επιχειρήματά τους ενώπιόν της, απορρίφθηκε ως προδήλως αβάσιμη, για το λόγο ότι η εν λόγω διαδικασία αδειοδότησης ήταν διοικητική και όχι δικαστική, η δε λιμενική αρχή δεν ενήργησε ως «δικαστήριο» κατά την έννοια του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ, και, ως εκ τούτου, η διάταξη αυτή δεν τυγχάνει εφαρμογής.
Απόφαση επί του παραδεκτού της 23.8.2011, Βαγενάς κατά Ελλάδας (53372/07)
Άρθρο 7: Δεν συνιστά «ποινή» η αυτοδίκαιη έκπτωση δημοσίου υπαλλήλου συνεπεία ποινικής καταδίκης - Άρθρο 6 παρ. 1: ορισμός ίδιου εισηγητή και συμμετοχή ίδιων μελών ενώπιον 5μ. και 7μ. σύνθεσης Τμήματος εκδικάζοντος την ίδια υπόθεση. Ο προσφεύγων, τελωνειακός υπάλληλος, καταδικάσθηκε για τη διαπραχθείσα από αυτόν από 9.8-14.8.1994 ψευδή βεβαίωση και άμεση συνέργεια σε λαθρεμπορία κατ’ εξακολούθηση, σε συνολική ποινή φυλάκισης 16 μηνών, μετατρέψιμη σε χρηματική ποινή. Συνεπεία της καταδίκης αυτής, διαπιστώθηκε, κατ’ επίκληση των διατάξεων του άρθρου 159 παρ. 1 του ν. 2960/2001, η αυτοδίκαιη έκπτωσή του από την Υπηρεσία από τις 29.4.2002, ημερομηνία κατά την οποία κατέστη αμετάκλητη η ως άνω ποινική καταδίκη. Αίτηση ακυρώσεως του προσφεύγοντος κατά της πράξης αυτής απορρίφθηκε από το Διοικητικό Εφετείο Αθηνών. Ακολούθως, το Γ΄ Τμήμα του Συμβουλίου της Επικρατείας, επιλαμβανόμενο, υπό πενταμελή σύνθεση, εφέσεως κατά της πρωτόδικης απόφασης, διατύπωσε δύο γνώμες. Κατά την πλειοψηφήσασα γνώμη, η διάταξη του άρθρου 159 παρ. 1 του ν. 2960/2001 δεν μπορούσε να εφαρμοσθεί, διότι η διάταξη αυτή δεν καταλαμβάνει τις περιπτώσεις κατά τις οποίες τα σχετικά αδικήματα τελέσθηκαν πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος της (1.1.2001), όπως εν προκειμένω, ενώ κατά τη γνώμη δύο μελών (μεταξύ των οποίων και του εισηγητή της υπόθεσης), η διάταξη αυτή ήταν εφαρμοστέα, διότι το αντικειμενικό δεδομένο της αμετάκλητης καταδίκης του προσφεύγοντος για λαθρεμπορία στην αναφερθείσα ποινή συνέτρεξε μετά την έναρξη ισχύος της επίμαχης διάταξης και πάντως η υπόθεση ήταν εκκρεμής κατά το χρόνο αυτό, αφού εκκρεμούσε η εκδίκαση ασκηθείσας αίτησης αναίρεσης. Η υπόθεση παραπέμφθηκε στην επταμελή σύνθεση, στην οποία μετέσχον και τα δύο μέλη που είχαν μειοψηφήσει, ορίσθηκε δε ενώπιον της αυξημένης σύνθεσης ο ίδιος εισηγητής. Το Τμήμα υπό την αυξημένη σύνθεση τάχθηκε υπέρ της μειοψηφήσασας γνώμης και απέρριψε την έφεση. Το ΕΔΔΑ απέρριψε ως απαράδεκτη ratione materiae την εκ του άρθρου 7 της ΕΣΔΑ αιτίαση του προσφεύγοντος, όσον αφορά την αναδρομική εφαρμογή νεότερης δυσμενούς γι’ αυτόν διάταξης, με την αιτιολογία ότι η αυτοδίκαιη έκπτωση δεν εμπίπτει στην έννοια της «ποινής» κατά το άρθρο 7 της Συνθήκης. Τούτο δε, διότι η προβλεπόμενη από διατάξεις του υπαλληλικού δικαίου, έκπτωση δεν αποβλέπει στην τιμωρία του δράστη για το διαπραχθέν αδίκημα, αλλά ερείδεται στο γεγονός ότι ο δημόσιος υπάλληλος δεν έχει, λόγω της καταδίκης του, τα απαιτούμενα για την αποστολή του, εχέγγυα και προσόντα. Εξάλλου, η έκπτωση (ανεξαρτήτως του ζητήματος εάν κατά το εθνικό δίκαιο συνιστά διοικητικό μέτρο ή πειθαρχική κύρωση) δεν συνιστά «ποινή» κατά την έννοια του άρθρου 7 της ΕΣΔΑ, παρά τη βαρύτητα των συνεπειών της, δεδομένου ότι η απόλυση από την υπηρεσία είναι χαρακτηριστική πειθαρχική κύρωση και όχι ποινή του ποινικού δικαίου. Ακολούθως, το Δικαστήριο απέρριψε ως απαράδεκτη, λόγω μη εξάντλησης των εσωτερικών ενδίκων μέσων, την εκ του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ αιτίαση, όσον αφορά τη συμμετοχή στην επταμελή σύνθεση των δύο μειοψηφησάντων ενώπιον της πενταμελούς σύνθεσης μελών (μεταξύ των οποίων και του εισηγητή της υπόθεσης), με την αιτιολογία ότι η κατανομή των μελών του Δικαστηρίου στο Γ΄ Τμήμα είχε γίνει ήδη από το 2004, σύμφωνα με το άρθρο 9 του π.δ.18/1989, ενώ με την απόφαση του Τμήματος υπό πενταμελή σύνθεση είχε οριστεί ο εισηγητής της υπόθεσης ενώπιον της επταμελούς σύνθεσης, ο δε προσφεύγων δεν υπέβαλε την προβλεπόμενη στο άρθρο 17 του Κ.Δ.Δ. αίτηση εξαίρεσης.
Απόφαση της 24.5.2011, Κώνστας κατά Ελλάδας (53466/2007)
Άρθρο 6 παρ. 2 : παραβίαση του τεκμηρίου αθωότητας από κοινοβουλευτικές δηλώσεις Υπουργών μετά την πρωτόδικη καταδίκη. Άρθρο 13 : η αγωγή αποζημίωσης δεν αποτελεί επαρκές ένδικο μέσο σε περίπτωση παραβίασης του τεκμηρίου αθωότητας. Στις 6.6.2007 ο προσφεύγων καταδικάστηκε, με απόφαση του Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, σε κάθειρξη 14 ετών για υπεξαίρεση δημόσιου χρήματος, απάτη σε βάρος του Δημοσίου και ψευδή βεβαίωση, κατά τη διάρκεια της θητείας του ως Πρύτανη του Παντείου Πανεπιστημίου (1990 - 1995), την ίδια δε ημέρα άσκησε έφεση και ανεστάλη, μέχρι την εκδίκασή της, η εκτέλεση της ποινής. Ενόσω εκκρεμούσε η έφεση, σε συζητήσεις ενώπιον της Ολομελείας της Βουλής αναφέρθηκαν για την υπόθεση αυτή, η οποία είχε τύχει μεγάλης δημοσιότητας, τα εξής: Στις 11.6.2007, ο Υφυπουργός Οικονομικών αναφερόμενος σε βουλευτές της Αντιπολίτευσης που είχαν καταθέσει στη δίκη ως μάρτυρες υπεράσπισης, δήλωσε: «Και ποιοι είναι οι αδιάφθοροι; Οι συκοφάντες, οι πρωτοκλασάτοι Βουλευτές του ΠΑ.ΣΟ.Κ. και πρώην Υπουργοί του ΠΑ.ΣΟ.Κ. που έτρεξαν να υπερασπιστούν τους καταχραστές της Παντείου; Ήταν ή δεν ήταν προσωπικοί, πολιτικοί σας φίλοι; Τους διορίσατε υπηρεσιακούς Υπουργούς Τύπου, πρέσβεις εκ προσωπικοτήτων στο Συμβούλιο της Ευρώπης, όταν ήδη είχαν αρχίσει να δημοσιοποιούνται τα σκάνδαλα στο Πάντειο; Φιλαράκια σας ήταν, αγαπητοί συνάδελφοι, και τρέξατε να τους υπερασπιστείτε στη Βουλή. Κλέβεστε και μεταξύ σας. Σύμφωνα με την εφημερίδα «ΒΗΜΑ» ακόμα και τα λεφτά του κ. Σημίτη καταχράστηκαν οι φίλοι σας!». Στις 2.7.2007, ο Πρωθυπουργός δήλωσε για την υπόθεση αυτή ότι πρόκειται για «πρωτοφανές σκάνδαλο εσκεμμένης και σχεδιασμένης υπεξαίρεσης 8.000.000 ευρώ προς ίδιον όφελος σε βάρος του Πάντειου Πανεπιστημίου», ενώ στις 12.2.2008 ο Υπουργός Δικαιοσύνης απευθυνόμενος στην Αντιπολίτευση ανέφερε: «Σας θυμίζω το σκάνδαλο του Παντείου. Με θάρρος και παρρησία η ελληνική δικαιοσύνη καταδίκασε εκείνους, τους οποίους εσείς προστατεύατε όλα αυτά τα χρόνια». Ενώπιον του ΕΔΔΑ ο προσφεύγων παραπονέθηκε, μεταξύ άλλων, ότι οι δηλώσεις αυτές παραβίασαν την αρχή του τεκμηρίου αθωότητας. Το Δικαστήριο απέρριψε ένσταση της Ελληνικής Κυβέρνησης για μη εξάντληση των εσωτερικών ένδικων μέσων, με την αιτιολογία ότι αγωγή για αποζημίωση, ερειδόμενη στα άρθρα 57 και 59 του ΑΚ σε συνδυασμό με το άρθρο 105 του ΕισΝΑΚ, δεν θα μπορούσε να θεραπεύσει πλήρως την προβαλλόμενη προσβολή του τεκμηρίου αθωότητας. Ακολούθως, έκρινε ότι το τεκμήριο της αθωότητας, δεν εμποδίζει μεν την αναφορά στην πρωτόδικη καταδίκη ή τη δημόσια συζήτηση σχετικά με αυτήν, πλην εξακολουθεί να ισχύει και μετά από αυτήν, υπό την έννοια ότι οι δηλώσεις των κρατικών οργάνων δεν επιτρέπεται να είναι τέτοιες ώστε να μπορούν να επηρεάσουν την κρίση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου ή, με άλλα λόγια, να λαμβάνουν ως δεδομένο το αποτέλεσμα της κατ΄ έφεση δίκης. Στην προκείμενη περίπτωση, καίτοι δεν έγινε ονομαστική αναφορά του προσφεύγοντος στις επίμαχες δηλώσεις, ωστόσο ήταν αρκούντως «αναγνωρίσιμος», ενόψει κυρίως του βαθμού ανάμειξής του στην υπόθεση, του κύρους και των αξιωμάτων που κατείχε στο παρελθόν (υπηρεσιακός Υπουργός Τύπου, Μόνιμος Αντιπρόσωπος της Ελλάδας στο Συμβούλιο της Ευρώπης). Περαιτέρω, έκρινε ότι οι εκφράσεις του Υφυπουργού Οικονομικών και του Υπουργού Δικαιοσύνης, σε αντίθεση με τις, γενικής αναφοράς, εκφράσεις του Πρωθυπουργού, μπορούσαν να προδικάσουν την απόφαση του Εφετείου, του μεν πρώτου λόγω του ότι διατυπώθηκαν κατά τρόπο απόλυτο ώστε να φαίνεται ότι αντανακλούν την προσωπική εκτίμησή του, του δε δεύτερου κυρίως λόγω της ιδιότητάς του, η οποία απαιτεί ιδιαίτερη προσοχή όσον αφορά στο σχολιασμό δικαστικών αποφάσεων και την εκφορά ανάλογων δηλώσεων. Με τις σκέψεις αυτές, κατέληξε ότι υπήρξε παραβίαση του άρθρου 6 παρ. 2 της Σύμβασης, χωρίς να ασκεί για την κρίση αυτή επιρροή το χρονικό διάστημα που τυχόν θα μεσολαβούσε από τις επίμαχες δηλώσεις έως την επί της ουσίας εξέταση ή επανεξέταση της υπόθεσης. Λαμβάνοντας, τέλος, υπόψη το Δικαστήριο τους λόγους για τους οποίους απέρριψε την ένσταση της μη εξάντλησης των εσωτερικών ένδικων μέσων και δεδομένου ότι η ελληνική κυβέρνηση δεν ανέφερε κανένα άλλο ένδικο μέσο στο οποίο θα μπορούσε να προσφύγει ο προσφεύγων, προκειμένου να πετύχει την αποκατάσταση της παραβίασης του τεκμηρίου αθωότητας, διαπίστωσε ότι η ελληνική κυβέρνηση παραβίασε και τις απορρέουσες από το άρθρο 13 της Σύμβασης υποχρεώσεις της.
Απόφαση της 7.7.2011, Bayatyan κατά Αρμενίας, Ολομελείας (23459/03)
Άρθρο 9 ΕΣΔΑ: αντιρρησίες συνείδησης λόγω θρησκευτικών πεποιθήσεων. Ο προσφεύγων, μάρτυρας του Ιεχωβά, αρνήθηκε να εκπληρώσει τις στρατιωτικές του υποχρεώσεις επικαλούμενος τις θρησκευτικές του πεποιθήσεις, δήλωσε ωστόσο πρόθυμος να παράσχει εναλλακτικές πολιτικές υπηρεσίες. Το αίτημά του αυτό απορρίφθηκε, με την αιτιολογία ότι το υφιστάμενο νομοθετικό καθεστώς δεν παρείχε τη σχετική δυνατότητα. Η άρνησή του να καταταγεί είχε ως συνέπεια την καταδίκη του για λιποταξία. Το ΕΔΔΑ έκρινε, καταρχάς, ότι υφίστανται ικανοί λόγοι για τη μεταστροφή της πάγιας νομολογίας της Επιτροπής, κατά την οποία η αντίρρηση συνείδησης δεν περιλαμβάνεται στον κατάλογο των δικαιωμάτων της ΕΣΔΑ, με κυριότερο αυτόν της ευνοϊκής υπέρ των αντιρρησιών εξέλιξης των εννόμων τάξεων της συντριπτικής πλειοψηφίας των κρατών- μελών του Συμβουλίου της Ευρώπης. Στο πλαίσιο αυτό, έκρινε περαιτέρω ότι στην έννοια των πεποιθήσεων που εμπίπτουν στο πεδίο προστασίας του άρθρου 9 ΕΣΔΑ περιλαμβάνεται και η άρνηση εκπλήρωσης των στρατιωτικών υποχρεώσεων, όταν αυτή απορρέει από μία σοβαρή και ανυπέρβλητη αντίθεση των υποχρεώσεων αυτών στη συνείδηση ή στις βαθύτερες θρησκευτικές ή άλλες πεποιθήσεις του ατόμου. Περαιτέρω, έκρινε ότι υπήρξε εν προκειμένω παραβίαση του άρθρου 9 της ΕΣΔΑ από την άποψη αυτή. Και τούτο, διότι η παράλειψη εισαγωγής του θεσμού της εναλλακτικής θητείας στην εθνική έννομη τάξη, σε συνδυασμό με την ποινική καταδίκη του προσφεύγοντος χωρίς να του παρασχεθεί η δυνατότητα παροχής εναλλακτικών υπηρεσιών, καίτοι ο ίδιος είχε οικειοθελώς υποβάλει σχετικό αίτημα, συνιστά προεχόντως επέμβαση στη θρησκευτική του συνείδηση μη αναγκαία σε μία δημοκρατική κοινωνία και μη συμβάλλουσα στην εμπέδωση του θρησκευτικού πλουραλισμού. Εξάλλου, κρίσιμο για τη διαμόρφωση της κρίσης του ΕΔΔΑ υπήρξε και το γεγονός ότι ο προσφεύγων καταδικάστηκε παρά το γεγονός ότι κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο η Αρμενία είχε αναλάβει, στο πλαίσιο της διαδικασίας προσχώρησής της στο Συμβούλιο της Ευρώπης, την υποχρέωση εισαγωγής του θεσμού της εναλλακτικής θητείας και της απονομής χάριτος σε όλους τους καταδικασθέντες αντιρρησίες συνείδησης.
Απόφαση της 19.7.2011, Βάρφης κατά Ελλάδας (40409/08)
Άρθρα 1 ΠΠΠ και 14 ΕΣΔΑ σε συνδυασμό με 1ΠΠΠ : απαγόρευση δόμησης σε εκτός σχεδίου ακίνητα προς προστασία του φυσικού περιβάλλοντος. Με το από 26.8.1988 π.δ. καθορίστηκαν ζώνες προστασίας του πεντελικού όρους. Στη ζώνη Α, όσον αφορά στα εκτός σχεδίου και εκτός οικισμού προϋφιστάμενου του 1923 ακίνητα, απαγορεύθηκε η δόμηση, πλην της ανέγερσης κτιρίων αναψυχής, αθλητισμού και ορειβατικών καταφυγίων. Ο προσφεύγων, ιδιοκτήτης τέτοιου ακινήτου, ζήτησε την άρση της απαγόρευσης και ακολούθως προσέβαλε τη σιωπηρή απόρριψη της αίτησής του στο Συμβούλιο της Επικρατείας. Αυτό απέρριψε την αίτηση ακυρώσεως με την 1299/2008 απόφασή του, με τη σκέψη, μεταξύ άλλων, ότι με το προαναφερθέν διάταγμα δεν απαλλοτριώθηκε αναγκαστικώς η ιδιοκτησία του προσφεύγοντος, αλλά επιβλήθηκαν περιορισμοί της ιδιοκτησίας που αποβλέπουν στην προστασία και ανάδειξη των προστατευόμενων στοιχείων του τοπίου της Αττικής, μεταξύ των οποίων είναι το όρος Πεντέλη και οι οποίοι, εφόσον θεσπίζονται με αντικειμενικά κριτήρια χάριν προστασίας του δημόσιου συμφέροντος και δεν εξαφανίζουν ούτε καθιστούν την ιδιοκτησία αδρανή σε σχέση με τον προορισμό της, ο οποίος για τα εκτός σχεδίου ακίνητα όπως το επίδικο, δεν είναι καταρχήν η δόμηση ή η τουριστική εκμετάλλευση, αλλά η γεωργική ή δασοπονική εκμετάλλευση καθώς και η αναψυχή του κοινού, είναι σύμφωνοι με τα άρθρα 17 του Συντάγματος και 1 ΠΠΠ της ΕΣΔΑ. Με την προσφυγή προβλήθηκε ότι, κατά παράβαση του άρθρου 1 ΠΠΠ, το δικαίωμα ιδιοκτησίας του προσφεύγοντος υπέστη σοβαρούς περιορισμούς χωρίς αποζημίωση. Το ΕΔΔΑ επιβεβαίωσε τη νομολογία του ΖΑΝΤΕ - Μαραθωνήσι (βλ. ΔΝΒΕ 37), σύμφωνα με την οποία η παραδοχή ότι τα ακίνητα εκτός σχεδίου πόλης δεν έχουν ως προορισμό τη δόμηση ή την τουριστική εκμετάλλευση αλλά τη γεωργική, πτηνοτροφική και δασοπονική εκμετάλλευση, καθώς και την αναψυχή του κοινού, διακρίνεται για την ιδιαίτερη ακαμψία της, αφού με αυτήν εισάγεται αμάχητο τεκμήριο, που παραγνωρίζει τις ιδιαιτερότητες του κάθε εκτός σχεδίου πόλης ακινήτου. Ειδικότερα, η αναφορά στον «προορισμό» ενός ακινήτου, όρο per se ασαφή και αόριστο, δεν επιτρέπει στον εθνικό δικαστή να λάβει υπόψη το δίκαιο που κάθε φορά ρυθμίζει in concreto την εκμετάλλευση του ακινήτου πριν από τη θέσπιση του επίμαχου περιορισμού. Για το λόγο αυτό, το ΕΔΔΑ απέρριψε τον ισχυρισμό της ελληνικής κυβέρνησης, σύμφωνα με τον οποίο η προσφυγή έπρεπε να απορριφθεί ως απαράδεκτη, για το λόγο ότι ο προσφεύγων δεν άσκησε προηγουμένως αγωγή με αίτημα να αποζημιωθεί, διότι, ναι μεν φαίνεται να ήταν δυνατή η άσκηση τέτοιας αγωγής βάσει του άρθρου 24 παρ. 6 του Συντάγματος {σημ. : πάντως, το άρθρο αυτό (και η σχετική νομολογία) αφορά την προστασία του πολιτιστικού και όχι του φυσικού περιβάλλοντος}, όμως μετά την ανωτέρω κρίση του Συμβουλίου της Επικρατείας περί «προορισμού» του ακινήτου δεν θα είχε καμία πρακτική πιθανότητα ευδοκίμησης. Περαιτέρω, δέχθηκε ότι υπήρξε παραβίαση του άρθρου 1 ΠΠΠ, λόγω ακριβώς της ανωτέρω μείζονος της απόφασης ΣτΕ 1299/2008, περί «προορισμού» των εκτός σχεδίου ακινήτων. Τέλος, το ΕΔΔΑ απέρριψε την αιτίαση του προσφεύγοντος περί παραβίασης του άρθρου 14 της ΕΣΔΑ σε συνδυασμό με το άρθρο 1 ΠΠΠ για το λόγο ότι σε όμορα ακίνητα είχε επιτραπεί η οικοδόμηση κατοικιών, διότι, όπως δέχθηκε και το Συμβούλιο της Επικρατείας, οι κατοικίες αυτές ανεγέρθηκαν πριν από την έναρξη ισχύος του από 26.8.1988 π.δ., πριν δηλαδή από τη θέσπιση των ζωνών προστασίας του όρους Πεντέλη, και συνεπώς οι ιδιοκτήτες τους δεν τελούσαν υπό τις ίδιες συνθήκες με τον προσφεύγοντα.
Απόφαση της 12.7.2011, Φιξ κατά Ελλάδας (1001/09)
Άρθρα 35 ΕΣΔΑ, 1 ΠΠΠ : απαράδεκτη προσφυγή, λόγω μη άσκησης αγωγής για αποζημίωση, δυνάμει του άρθρου 24 παρ. 6 του Συντάγματος. Με την από 5.6.2002 απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού χαρακτηρίστηκε ως ιστορικό διατηρητέο μνημείο που χρειάζεται κρατική προστασία, με τον περιβάλλοντα χώρο του, κτίριο ιδιοκτησίας των προσφευγόντων στο Ηράκλειο Αττικής. Αίτηση ακυρώσεως της απόφασης αυτής απορρίφθηκε με την 2179/2008 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας. Ειδικότερα, ο λόγος ακυρώσεως, σύμφωνα με τον οποίο παραβιάστηκε η αρχή της αναλογικότητας, διότι οι προσφεύγοντες στερήθηκαν ουσιαστικά την ιδιοκτησία τους, περιλαμβανομένου του περιβάλλοντος το κτίριο χώρου, χωρίς καταβολή αποζημίωσης, απορρίφθηκε με τη σκέψη ότι το ζήτημα της αποζημίωσης, την οποία δικαιούνται οι προσφεύγοντες, δυνάμει του άρθρου 24 παρ. 6 του Συντάγματος, δεν αποτελεί αντικείμενο της ακυρωτικής δίκης. Το ΕΔΔΑ δέχθηκε τη σκέψη αυτή του Συμβουλίου της Επικρατείας, και κατόπιν σχετικού ισχυρισμού της ελληνικής κυβέρνησης, απέρριψε την προσφυγή περί παραβίασης του άρθρου 1 ΠΠΠ ως απαράδεκτη, διότι οι προσφεύγοντες, παρά την ύπαρξη πάγιας νομολογίας του Συμβουλίου της Επικρατείας, δεν άσκησαν αγωγή ερειδόμενη στο άρθρο 24 παρ. 6 του Συντάγματος προκειμένου να αποζημιωθούν.
Αποφάσεις Συνταγματικού Συμβουλίου της Γαλλίας
ΑΠΟΦΑΣΗ 2011-124 DC, 29 Απριλίου 2011
Το Conseil Constitutionnel, επελήφθη της υποθέσεως μετά την παραπομπή στις 24.2.2011 «προέχοντος ζητήματος συνταγματικότητας» από το Conseil d’ Etat, σχετικά με τη συνταγματικότητα του άρθρου 1730 του Γενικού Κώδικα Φόρων (CGI). Με τη διάταξη αυτή επιβάλλεται προσαύξηση 10% σε περίπτωση καθυστέρησης καταβολής των φορολογικών υποχρεώσεων. Κατά το Conseil Constitutionnel η προσαύξηση αυτή δεν έχει κυρωτικό χαρακτήρα αλλά έχει ως αντικείμενο την αποκατάσταση της ζημίας που υφίσταται το Κράτος λόγω της καθυστερημένης καταβολής των άμεσων φόρων. Συνεπώς, οι προβαλλόμενοι λόγοι περί παραβιάσεως των αρχών της αναγκαιότητας, της αναλογικότητας και της εξατομίκευσης των ποινών που προκύπτουν από το άρθρο 8 της Διακήρυξης του 1789 είναι αβάσιμοι και η επίδικη διάταξη σύμφωνη με το Σύνταγμα.
ΑΠΟΦΑΣΗ 2011-166 DC, 23 Σεπτεμβρίου 2011
Το Conseil Constitutionnel, επελήφθη της υποθέσεως μετά την παραπομπή στις 29.6.2011 «προέχοντος ζητήματος συνταγματικότητας» από το Conseil d’ Etat, σχετικά με τη συνταγματικότητα της παραγράφου ΙΙΙ του άρθρου 31 του νόμου της 30ης Δεκεμβρίου 1996. Με τη διάταξη αυτή νομιμοποιήθηκαν αναδρομικά οι φορολογικοί έλεγχοι που είχαν γίνει σε πρόσωπα τα οποία φορολογούνται στη Γαλλία χωρίς να διαμένουν εκεί. Ο αιτών προέβαλε ότι αυτή η διάταξη ήταν αντίθετη με προηγούμενη απόφαση του Conseil d’ Etat σύμφωνα με την οποία η φορολογική αρχή δεν δύναται να ελέγξει τη συνολική οικονομική κατάσταση των φορολογουμένων που διαμένουν εκτός Γαλλίας. Το Conseil Constitutionnel απέρριψε το λόγο αυτό στηριζόμενο στην πάγια νομολογία του σύμφωνα με την οποία η αρχή της μη αναδρομικότητας των νόμων έχει συνταγματική κατοχύρωση μόνο για τους ποινικούς νόμους και έκρινε ότι η παράγραφος ΙΙΙ του άρθρου 31 του νόμου της 30ης Δεκεμβρίου 1996 είναι σύμφωνη με το Σύνταγμα διότι είναι σαφής, ειδική και στοχεύει στη θεραπεία του δημοσίου συμφέροντος δηλαδή στην πάταξη του οικονομικού εγκλήματος και της φοροδιαφυγής.
Νέα σημαντικά νομοθετήματα
Ν.3983/2011
«Εθνική στρατηγική για την προστασία και διαχείριση του θαλάσσιου περιβάλλοντος − Εναρμόνιση με την Οδηγία 2008/56/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 17ης Ιουνίου 2008 και άλλες διατάξεις» (Α΄ 144/17.6.2011)
Ν.3984/2011
«Δωρεά και μεταμόσχευση οργάνων και άλλες διατάξεις» (Α΄ 150/27.6.2011)
Ν.3979/2001
«Για την ηλεκτρονική διακυβέρνηση και λοιπές διατάξεις» (Α΄ 138/16.6.2011)
N.3978/2011
«Δημόσιες Συμβάσεις Έργων, Υπηρεσιών και Προμηθειών στους τομείς της Άμυνας και της Ασφάλειας − Εναρμόνιση με την Οδηγία 2009/81/ΕΚ − Ρύθμιση θεμάτων του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας» (Α΄ 137/16.6.2011)
Ν.3985/2011
«ΜΕΣΟΠΡΟΘΕΣΜΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΔΗΜΟΣΙΟΝΟΜΙΚΗΣ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗΣ 2012−2015» (Α΄ 151/1.7.2011)
Ν.3994/2011
«Εξορθολογισμός και βελτίωση στην απονομή της πολιτικής δικαιοσύνης και άλλες διατάξεις» (A΄ 165/25.7.2011) (βλ. άρθρο 65 σχετικά με τις τροποποιήσεις των άρθρων 6 παρ. 2 περ. δ΄, 79 παρ. 5, 277 παρ. 3 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας –Ν. 2717/1999, Α΄ 97)
Υ1/Γ.Π/οικ 93828/2011
απόφαση των Υπουργών Οικονομικών, Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης «Καθορισμός όρων και προϋποθέσεων για τη λειτουργία χώρων καπνιζόντων εντός των καζίνο και των κέντρων διασκέδασης, με μουσική, άνω των 300 τ.μ.» (Β΄ 2026/12.9.2011)
οικ. 140384/2011
απόφαση των Υπουργών Οικονομικών – Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας – Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής – Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων – Υγείας και Κοινωνικών Αλληλεγγύης – Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων «Ορισμός Εθνικού Δικτύου Παρακολούθησης της ποιότητας και της ποσότητας των υδάτων με καθορισμό των θέσεων (σταθμών) μετρήσεων και των φορέων που υποχρεούνται στην λειτουργία τους, κατά το άρθρο 4, παράγραφος 4 του Ν. 3199/2003 (Α΄ 280)» (Β΄ 2017/9.9.2011)
οικ. 2/57654/0022/2011
απόφαση του Αναπληρωτή Υπουργού Οικονομικών – Εργασίας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης «Ειδική εισφορά αλληλεγγύης της παρ. 2 α του άρθρου 38 του ν. 3986/2011 (ΦΕΚ 152 Α΄)» (Β΄ 1853/22.8.2011)
Υ4α/οικ. 93320/2011
απόφαση του Υπουργού Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης «Έγκριση σύναψης Συμβάσεων Νοσοκομείων του ΕΣΥ με Ιδιωτικές Ασφαλιστικές Εταιρείες» (Β΄ 1842/19.8.2011)
Υ4α/ΟΙΚ84627/2011
απόφαση του Υπουργού Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης «Διασύνδεση Νοσοκομείων και καθορισμός του τρόπου διασύνδεσής τους και λειτουργίας τους» (Β΄1681/28.7.2011).
Δ15/Α/18070/1501/2011
απόφαση του Υπουργού Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων «Εθνικός Κανονισμός Ασφάλειας Πολιτικής Αεροπορίας» (Β΄ 1485/17.6.2011)
οικ.26804/2011
απόφαση της Υπουργού Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής «Νέο πλαίσιο διενέργειας των αρχιτεκτονικών διαγωνισμών και γενικά των διαγωνισμών μελετών με απονομή βραβείων» (Β΄ 1427/16.6.2011)
Δ7/Α/οικ.12050/2223/2011
απόφαση του Υφυπουργού Περιβάλλοντος Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής «Κανονισμός Μεταλλευτικών και Λατομικών Εργασιών (Κ.Μ.Λ.Ε.)» (Β΄ 1227/14.6.2011)
Π.Δ.68/2001
«Ρυθμίσεις για την πρόσβαση στο επάγγελμα του δικαστικού επιμελητή και την άσκησή του, σύμφωνα με τα άρθρα 2 και 3 του ν. 3919/2011 “Αρχή της επαγγελματικής ελευθερίας, κατάργηση αδικαιολόγητων περιορισμών στην πρόσβαση και άσκηση επαγγελμάτων” (Α΄ 32)» (Α΄ 153/1.7.2011)
ΠΟΛ 1195/2011
απόφαση του Υπουργού Οικονομικών «Ρύθμιση θεμάτων ανάθεσης έρευνας σε τρίτους στο πλαίσιο είσπραξης ληξιπρόθεσμων οφειλών προς το Δημόσιο» (Β΄ 2055/15.9.2011)
Π.Δ.65/2011
«Διάσπαση του Υπουργείου Εσωτερικών, Αποκέντρωσης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης στα Υπουργεία α) Εσωτερικών και β) Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, συγχώνευση των Υπουργείων Οικονομίας, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας και Θαλάσσιων Υποθέσεων, Νήσων και Αλιείας στο Υπουργείο Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας και μεταφορά στον Πρωθυπουργό των Γενικών Γραμματειών Ενημέρωσης και Επικοινωνίας και στο Υπουργείο Παιδείας, Δια Βίου Μάθησης και Θρησκευμάτων της Γενικής Γραμματείας Νέας Γενιάς» (Α΄ 147/27.6.2011) και διόρθωση σφαλμάτων στο ΦΕΚ Α΄ 154/5.7.2011
Ν.4015/2011
«Θεσμικό πλαίσιο για τους αγροτικούς συνεταιρισμούς, τις συλλογικές οργανώσεις και την επιχειρηματικότητα του αγροτικού κόσμου − Οργάνωση της εποπτείας του Κράτους» (Α΄ 210/21.9.2011)
Ν.4014/2011
«Περιβαλλοντική αδειοδότηση έργων και δραστηριοτήτων, ρύθμιση αυθαιρέτων σε συνάρτηση με δημιουργία περιβαλλοντικού ισοζυγίου και άλλες διατάξεις αρμοδιότητας Υπουργείου Περιβάλλοντος» (Α΄ 209/21.9.2011)
Ν.4013/2011
«Σύσταση ενιαίας Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Συμβάσεων και Κεντρικού Ηλεκτρονικού Μητρώου Δημοσίων Συμβάσεων – Αντικατάσταση του έκτου κεφαλαίου του ν. 3588/2007 (πτωχευτικός κώδικας) – Προπτωχευτική διαδικασία εξυγίανσης και άλλες Διατάξεις» (Α΄ 204/15.9.2011)
Ν.4009/2011
«Δομή, λειτουργία, διασφάλιση της ποιότητας των σπουδών και διεθνοποίηση των ανωτάτων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων» (Α΄ 195/6.9.2011)
Ν.4002/2011
«Τροποποίηση της συνταξιοδοτικής νομοθεσίας του Δημοσίου − Ρυθμίσεις για την ανάπτυξη και τη δημοσιονομική εξυγίανση − Θέματα αρμοδιότητας Υπουργείων Οικονομικών, Πολιτισμού και Τουρισμού και Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης» (Α΄ 180/22.8.2011)
Ν.4001/2011
«Για τη λειτουργία Ενεργειακών Αγορών Ηλεκτρισμού και Φυσικού Αερίου, για Έρευνα, Παραγωγή και δίκτυα μεταφοράς Υδρογονανθράκων και άλλες ρυθμίσεις» (Α΄ 179/22.8.2011)
Ν.3996/2011
«Αναμόρφωση του Σώματος Επιθεωρητών Εργασίας, ρυθμίσεις θεμάτων Κοινωνικής Ασφάλισης και άλλες διατάξεις» (Α΄ 170/5.8.2011)
Π.Δ.75/2011
«Περιφερειακές Ενώσεις Δήμων και Κεντρική Ένωση Δήμων Ελλάδας» (Α΄ 182/22.8.2011)
Π.Δ.74/2011
«Ένωση Περιφερειών Ελλάδας» (Α΄ 181/22.8.2011)
Π.Δ.73/2011
«Μετονομασία της Γενικής Γραμματείας Επικοινωνίας και της Γενικής Γραμματείας Ενημέρωσης, ανακατανομή των υπαγομένων σε αυτές υπηρεσιών, μεταφορά υπηρεσιών και αρμοδιοτήτων από το Υπουργείο Πολιτισμού και Τουρισμού στον Πρωθυπουργό, σύσταση Γενικής Γραμματείας Ναυτιλίας στο Υπουργείο Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας και ρύθμιση άλλων συναφών θεμάτων» (Α΄ 178/11.8.2011)
Π.Δ.72/2011
«Κατανομή οργανικών θέσεων δικαστικών λειτουργών στα Εφετεία και στις Εισαγγελίες Εφετών της Χώρας» (Α΄ 176/9.8.2011)
Ν.3986/2001
Επείγοντα Μέτρα Εφαρμογής Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2012−2015» (Α΄ 152/1.7.2011)
Αποφάσεις του γαλλικού Συμβουλίου της Επικρατείας
ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ 347720-347779, Ministre de l’écologie, du développement durable, des transports et du logement et Société Autostrade per l’Italia S.P.A, 24.4.2011
Η εταιρία Société Autostrade per l’Italia S.P.A επελέγη μετά από διαγωνισμό για την σύναψη σύμβασης συνεργασίας με το γαλλικό Δημόσιο διάρκειας δεκατριών ετών και ύψους 2 δισεκατομμυρίων ευρώ με αντικείμενο τη δημιουργία, τη χρηματοδότηση, τη διαχείριση, την εκμετάλλευση και τη συντήρηση του μηχανισμού για τη συλλογή και την καταβολή του οικο-φόρου. Ο φόρος αυτός αφορά όλα τα οχήματα μεταφοράς εμπορευμάτων άνω των 3,5 τόνων που χρησιμοποιούν το οδικό δίκτυο. Μετά από αίτηση των εταιριών που είχαν αποκλειστεί, η Επιτροπή Αναστολών του Διοικητικού Πρωτοδικείου του CERGY-PONTOISE είχε αναστείλει στις 8 Μαρτίου τη διαδικασία σύναψης της σύμβασης συνεργασίας. Το Conseil d’État επελήφθη μετά από αίτηση αναιρέσεως του Υπουργού Οικολογίας και της αναδόχου εταιρίας κατά της ως άνω αποφάσεως. Το Δικαστήριο στηριζόμενο στην απόφαση SMIRGEOMES (C.E., 3 Μαρτίου 2008, n° 305420) σύμφωνα με την οποία o δικαστής των ασφαλιστικών μέτρων οφείλει να διαπιστώσει εάν οι παρανομίες στη διαδικασία που επικαλείται ο αιτών είναι τέτοιες ώστε να του προκαλέσουν ζημία ευνοώντας έναν ανταγωνιστή του, αναίρεσε την προσβαλλόμενη απόφαση διότι δεν προέκυπτε από αυτήν εάν η Επιτροπή Αναστολών του Διοικητικού Πρωτοδικείου είχε προβεί στην ως άνω διαπίστωση. Εν συνεχεία, δικάζοντας ως δικαστής ασφαλιστικών μέτρων, απέρριψε το σύνολο των προβαλλομένων λόγων οι οποίοι συνίσταντο ιδίως στον μη αμερόληπτο χαρακτήρα της διαδικασίας διότι ο υπουργός είχε προσλάβει ως τεχνικούς συμβούλους για το διαγωνισμό, εταιρίες που ανήκαν σε έναν όμιλο εταιριών ο οποίος διατηρούσε εμπορικούς δεσμούς με την ανάδοχο εταιρία. Ειδικότερα, το Conseil d’État στηριζόμενο αφενός στον περιστασιακό χαρακτήρα της συνεργασίας του ως άνω ομίλου με την ανάδοχο εταιρία και αφετέρου στο γεγονός ότι είχαν ληφθεί στο πλαίσιο της διαγωνιστικής διαδικασίας όλες οι αναγκαίες προφυλάξεις (ιδίως, η ύπαρξη, πέρα από τους τεχνικούς συμβούλους, μιας ανεξάρτητης επιτροπής αρμόδιας να εκφέρει γνώμη για την επιλογή και η ρήτρα εμπιστευτικότητας έναντι των υποψηφίων που υπέγραψαν οι τεχνικοί σύμβουλοι), έκρινε ότι τα στοιχεία που προσκόμισαν οι αιτούσες εταιρίες δεν επαρκούσαν για να συναχθεί κάποιο σοβαρό ελάττωμα στον αμερόληπτο χαρακτήρα της διαδικασίας.
ΑΠΟΦΑΣΗ ΠΡΟΣΩΡΙΝΗΣ ΔΙΚΑΣΤΙΚΗΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ 351246, Société FREE MOBILE SAS, 7.9.2011
Με την απόφαση αυτή η Επιτροπή Αναστολών του Conseil d’État απέρριψε την αίτηση της εταιρίας Free Mobile για την αναστολή δύο κανονιστικών πράξεων της 14ης Ιουνίου 2011, με τις οποίες είχαν καθοριστεί οι διαδικασίες και οι προϋποθέσεις χορηγήσεως αδειών κινητής τηλεφωνίας 4G. Η αιτούσα προέβαλε ότι η υποχρέωση για άμεση καταβολή, κατά την υποβολή της αίτησης χορηγήσεως της άδειας, μέρους του ποσού που θα όφειλε εάν τελικώς της χορηγείτο η άδεια, την έθετε σε δυσμενέστερη θέση σε σχέση με τους ανταγωνιστές της. Σύμφωνα με το άρθρο L.521-1 του Κώδικα Διοικητικής Δικαιοσύνης για την αναστολή μιας διοικητικής πράξης πρέπει να συντρέχουν δύο σωρευτικές προϋποθέσεις: να υπάρχει μια ιδιαίτερα επείγουσα κατάσταση και να προβάλλεται κάποιος λόγος που ν’ αμφισβητεί σοβαρά τη νομιμότητα της προσβαλλόμενης πράξεως. Στην προκειμένη περίπτωση, η Επιτροπή Αναστολών απέρριψε την ως άνω αίτηση λόγω ελλείψεως της προϋποθέσεως του επείγοντος καθώς η αιτούσα δεν απέδειξε ούτε τη σοβαρή και άμεση βλάβη των συμφερόντων της ούτε τον κίνδυνο να επηρεαστεί μόνιμα η ανταγωνιστική δομή της αγοράς εξαιτίας των ρυθμίσεων της προσβαλλόμενης απόφασης. Ειδικότερα, η Επιτροπή δέχθηκε ότι παρόλο που η οικονομική δυνατότητα της αιτούσας είναι μικρότερη από αυτή των εταιριών που δραστηριοποιούνται για μεγάλο χρονικό διάστημα στην αγορά της κινητής τηλεφωνίας, δεν προέκυψε από τα στοιχεία του φακέλου ότι η αιτούσα βρισκόταν σε οικονομική αδυναμία να υποβάλει αίτημα για την χορήγηση της άδειας.
ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ 324816, 325439, 325463, 325468, 325469, Canal + distribution et autres, 17.6.2011
Η πλειοψηφία των σύγχρονων ηλεκτρονικών συσκευών αναπαραγωγής εικόνας, ήχου και ψηφιακών δεδομένων έχουν τη δυνατότητα της καταγραφής και της δημιουργίας αντιγράφων. Τα αντίγραφα που γίνονται από ιδιώτες με τις συσκευές αυτές στερούν τους δημιουργούς από τα πνευματικά τους δικαιώματά. Προκειμένου ν’ αντισταθμιστούν αυτές οι απώλειες, η Γαλλία θέσπισε ένα σύστημα καταβολής των πνευματικών δικαιωμάτων που οφείλονται για τα ιδιωτικά αντίγραφα: κάθε πώληση τέτοιου εξοπλισμού προϋποθέτει την καταβολή ενός κατ' αποκοπή ποσού, το οποίο διανέμεται στη συνέχεια μεταξύ των δημιουργών. Το ποσό αυτό καθορίζεται από μια Επιτροπή που αποτελείται από εκπροσώπους των δημιουργών, των κατασκευαστών και των πωλητών των συσκευών αυτών καθώς και των καταναλωτών. Αυτό το σύστημα ισχύει ήδη και στην Ευρωπαϊκή Ένωση με μια οδηγία της 22ης Μαΐου 2001. Το Conseil d’État επελήφθη αιτήσεων ακυρώσεως διαφόρων επιχειρήσεων και επαγγελματικών συνδικάτων των κατασκευαστών και των πωλητών των συσκευών αυτών, κατά της απόφασης της 17ης Δεκεμβρίου 2008 με την οποία η Επιτροπή καθορισμού του ποσού είχε επεκτείνει την υποχρέωση καταβολής του εν λόγω ποσού για κάποιες επιπλέον συσκευές και ιδίως για συσκευές που αγοράζονται από επαγγελματίες για δραστηριότητες άσχετες με τη δημιουργία ιδιωτικών αντιγράφων. Το άρθρο L. 311-8 του Κώδικα Πνευματικής Ιδιοκτησίας προβλέπει την επιστροφή του ποσού αυτού στους επαγγελματίες εφόσον αγοράζουν συσκευές οι οποίες προορίζονται αποκλειστικά για επαγγελματική χρήση. Η Επιτροπή με την προσβαλλόμενη απόφαση επεξέτεινε την υποχρέωση καταβολής του εν λόγω ποσού για τις συσκευές οι οποίες προορίζονται τόσο για επαγγελματική όσο και για προσωπική χρήση. Το Δικαστήριο έκρινε κατ’ αρχήν ότι η Επιτροπή όφειλε να λάβει υπ’ όψιν της τις τεχνικές ιδιότητες των συσκευών και το είδος της χρήσης που συνήθως γίνεται από τους κατόχους τους, προσφεύγοντας σε επίκαιρες μελέτες και σφυγμομετρήσεις προκειμένου να έχει μια αντικειμενική εικόνα για τη χρήση των συσκευών αυτών. Περαιτέρω, το Conseil d’État επικαλέσθηκε την απόφαση της 21ης Οκτωβρίου 2010 Padawan SL (C-467/08) του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης σύμφωνα με την οποία η επιβολή της υποχρέωσης καταβολής του εν λόγω ποσού χωρίς διάκριση της στις συσκευές δημιουργίας αντιγράφων τόσο για ιδιωτική όσο και για επαγγελματική χρήση δεν είναι σύμφωνη με την οδηγία της 22ας Μαΐου 2001. Βάσει των ανωτέρω, το Conseil d’État έκρινε ότι η επίδικη απόφαση της Επιτροπής με την οποία επιβλήθηκε η καταβολή του ως άνω ποσού ανεξαρτήτως της χρήσης των ως άνω συσκευών είναι παράνομη και πρέπει ν’ ακυρωθεί. Εντούτοις το Δικαστήριο έκρινε ότι η αρχή της ασφάλειας του δικαίου δικαιολογεί, κατ' εξαίρεση, την ακύρωση της επίδικης αποφάσεως όχι αναδρομικά αλλά μετά από 6 μήνες από τη δημοσίευση της αποφάσεως του Δικαστηρίου, ιδίως λόγω της μεγάλης αβεβαιότητας σχετικά με τις επιπτώσεις που θα έχει μια τέτοια απόφαση στα δικαιώματα των δημιουργών αλλά και στους υπόχρεους καταβολής τους. Αυτή η προθεσμία θα επιτρέψει στην Επιτροπή να καθορίσει εκ νέου το οφειλόμενο πόσο που πρέπει να καταβληθεί για τα πνευματικά δικαιώματα από ιδιωτικά αντίγραφα λαμβάνοντας υπόψη τους λόγους για τους οποίους ακυρώθηκε η επίδικη απόφαση.
Νομολογία Ομοσπονδιακού Συνταγματικού Δικαστηρίου της Γερμανίας
Απόφαση της 7ης Σεπτεμβρίου 2011 – Υποθέσεις 2 BvR 987/10, 2 BvR 1485/10, 2 BvR 1099/10
 
   © ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ, 2006 - 2012