Συμβούλιο της Επικρατείας   Ολομέλεια Συμβουλίου της Επικρατείας
 

ΤΟ ΕΡΓΟ "ΕΚΣΥΓΧΡΟΝΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΑΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ ΣτΕ" ΕΝΤΑΧΘΗΚΕ ΣΤΟ ΜΕΤΡΟ 2.2 "ΕΞΥΠΗΡΕΤΗΣΗ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΗ ΚΑΙ ΒΕΛΤΙΩΣΗ ΤΗΣ ΠΟΙΟΤΗΤΑΣ ΖΩΗΣ" ΤΟΥ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΙΑΚΟΥ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΟΣ "ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΤΗΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΑΣ" (ΕπΚτΠ) ΚΑΙ ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΗΘΗΚΕ ΣΕ ΠΟΣΟΣΤΟ 75% ΑΠΟ ΚΟΙΝOΤΙΚΟΥΣ ΠΟΡΟΥΣ.
Δελτία Νομολογιακής και Βιβλιογραφικής Ενημέρωσης
Δείτε τα Δελτία Νομολογιακής και Βιβλιογραφικής Ενημέρωσης του Δικαστηρίου. Η σελίδα παρουσιάζει το πιο πρόσφατο δελτίο. Αν θέλετε να δείτε κάποιο παλαιότερο, επιλέξτε απο την λίστα κύλισης που ακολoυθεί.
 
Τεύχος :  
Δελτία Νομολογιακής και Βιβλιογραφικής Ενημέρωσης
Τεύχος: No 42 (Μαρ. - Μαϊ. 2010)
Αποφάσεις Δικαστηρίου Δικαιωμάτων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
C 160/09, Κατσιβαρδάς ΟΕ, απόφαση της 20.5.2010
Διεθνείς συμβάσεις της Ένωσης – Άμεσο αποτέλεσμα δεν εξαρτάται από τη φύση εγκριτικής νομικής πράξης Κανονισμός 1591/84 – Συμφωνία συνεργασίας μεταξύ της ΕΟΚ, του Συμφώνου της Καρθαγένης και των χωρών μελών του (Βολιβίας, Κολομβίας, Ισημερινού, Περού και Βενεζουέλας) – Ρήτρα του μάλλον ευνοουμένου κράτους (άρ. 4) – Όχι άμεσο αποτέλεσμα – Ειδικός φόρος κατανάλωσης επί της εισαγωγής μπανανών στην Ελλάδα (κατόπιν προδικαστικού του ΣτΕ) Η εξακρίβωση του άμεσου αποτελέσματος των διατάξεων που περιλαμβάνονται σε συμφωνία που έχει συνάψει η Ένωση με τρίτες χώρες προϋποθέτει οπωσδήποτε την ανάλυση του πνεύματος, της οικονομίας και του γράμματος της συμφωνίας αυτής. Αντίθετα, η φύση της νομικής πράξης με την οποία εγκρίθηκε η οικεία διεθνής συμφωνία δεν είναι λυσιτελής στο πλαίσιο της εξακρίβωσης αυτής. Συγκεκριμένα, το γεγονός ότι μια διάταξη διεθνούς συμφωνίας έχει εγκριθεί είτε με απόφαση είτε με κανονισμό δεν ασκεί καμία επιρροή επί του ζητήματος αν η διάταξη αυτή παράγει άμεσα αποτελέσματα. Στην υπόθεση C 377/02, Van Parys, το Δικαστήριο έκρινε ότι οι ιδιώτες δεν μπορούν να επικαλούνται τη ρήτρα του μάλλον ευνοουμένου κράτους που περιλαμβάνεται στη συμφωνία-πλαίσιο συνεργασίας, η οποία συνήφθη μεταγενέστερα με τις χώρες που μετέχουν στο Σύμφωνο της Καρθαγένης, ενώπιον των δικαστηρίων των κρατών μελών. Δεν υπάρχουν στοιχεία λόγω των οποίων η ερμηνεία της ρήτρας του μάλλον ευνοουμένου κράτους που περιλαμβάνεται στην επίμαχη συμφωνία συνεργασίας θα μπορούσε να αποκλίνει από την προαναφερθείσα εκτίμηση.
C 56/09, Zanotti, απόφαση της 20.5.2010
Άρθρα 18 ΕΚ και 49 ΕΚ (ιθαγένεια της Ένωσης και ελεύθερη παροχή υπηρεσιών) – Εθνική κανονιστική ρύθμιση περί φορολογίας εισοδήματος – Δικαίωμα εκπτώσεως από τον ακαθάριστο φόρο συγκεκριμένου ποσοστού των συνολικών δαπανών για δίδακτρα – Επιβολή ποσοτικού και εδαφικού περιορισμού – Παρακολούθηση μαθημάτων πανεπιστημιακής εκπαιδεύσεως εντός άλλου κράτους μέλους Τα άρθρα 18 και 49 ΕΚ έχουν την έννοια: – ότι απαγορεύουν εθνική κανονιστική ρύθμιση η οποία προβλέπει τη δυνατότητα των φορολογουμένων να εκπίπτουν από τον ακαθάριστο φόρο τις δαπάνες για μαθήματα πανεπιστημιακής εκπαιδεύσεως που διδάσκονται στα πανεπιστημιακά ιδρύματα που βρίσκονται στο έδαφος του κράτους μέλους αυτού, αλλά αποκλείει γενικώς τη δυνατότητα αυτή όσον αφορά τις δαπάνες για μαθήματα πανεπιστημιακής εκπαιδεύσεως οι οποίες πραγματοποιήθηκαν σε ιδιωτικό πανεπιστημιακό ίδρυμα εντός άλλου κράτους μέλους• – ότι δεν απαγορεύουν εθνική κανονιστική ρύθμιση η οποία προβλέπει τη δυνατότητα των φορολογουμένων να εκπίπτουν από τον ακαθάριστο φόρο τις δαπάνες για μαθήματα πανεπιστημιακής εκπαιδεύσεως οι οποίες πραγματοποιήθηκαν σε ιδιωτικό πανεπιστημιακό ίδρυμα εγκατεστημένο εντός άλλου κράτους μέλους, εφόσον δεν υπερβαίνουν το ανώτατο όριο που έχει καθοριστεί για τις αντίστοιχες δαπάνες που προβλέπονται για την παρακολούθηση παρόμοιων μαθημάτων που διδάσκονται στο ημεδαπό δημόσιο πανεπιστήμιο που βρίσκεται εγγύτερα στη φορολογική κατοικία του φορολογουμένου.
C 145/08 κ.ά., Κλαμπ Οτέλ Λουτράκι ΑΕ κ.ά., απόφαση της 6.5.2010
Αρχή της αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας - Οδηγία 89/665 – Αγωγή αποζημίωσης – Μέλος κοινοπραξίας που συμμετέσχε σε διαδικασία συνάψεως δημοσίας συμβάσεως Όπως παρατηρεί το ΣτΕ, ο συνδυασμός του άρθρου 5, παρ. 2, του ν. 2522/1997, που εξαρτά τη χορήγηση αποζημιώσεως από την προηγούμενη ακύρωση της βλαπτικής πράξεως, και του άρθρου 47, παρ. 1, του π.δ. 18/1989, κατά το οποίο μόνον όλα τα μέλη κοινοπραξίας δύνανται να ασκήσουν παραδεκτώς αίτηση ακυρώσεως κατά πράξεως εντασσομένης στο πλαίσιο διαδικασίας συνάψεως δημοσίας συμβάσεως, οδηγεί σε αδυναμία κάθε μεμονωμένου μέλους κοινοπραξίας όχι μόνο να επιτύχει την ακύρωση της βλαπτικής για τα συμφέροντά του πράξεως, αλλά και να απευθυνθεί στον αρμόδιο δικαστή προς αποκατάσταση της ζημίας που υπέστη ατομικώς. Ένας τέτοιος διαγωνιζόμενος στερείται της αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας των δικαιωμάτων που αρύεται από το δίκαιο της Ένωσης στον τομέα αυτόν. Πρέπει, συναφώς, να υπογραμμιστεί ότι το πλαίσιο της υπό κρίση υποθέσεως διαφέρει από εκείνο της υποθέσεως Espace Trianon (C-129/04). Πράγματι, ενώ η δεύτερη αυτή υπόθεση αφορούσε προσφυγή ακυρώσεως κατά κατακυρωτικής αποφάσεως με την οποία το αντικείμενο της επίδικης συμβάσεως δεν ανατέθηκε στην υποβαλούσα προσφορά κοινοπραξία στο σύνολό της, η υπό κρίση υπόθεση αφορά, σε τελική ανάλυση, αίτημα αποκαταστάσεως της ζημίας που προξενήθηκε από παράνομη απόφαση διοικητικής αρχής με την οποία διαπιστώθηκε η συνδρομή ασυμβίβαστης ιδιότητας, υπό την έννοια της συναφούς εθνικής νομοθεσίας, στο πρόσωπο μόνον του διαγωνιζομένου που άσκησε την αίτηση ακυρώσεως. Επομένως, το δίκαιο της Ένωσης δεν επιτρέπει εθνική ρύθμιση, όπως η επίδικη στην κύρια δίκη, ερμηνευόμενη υπό την έννοια ότι μεμονωμένα μέλη κοινοπραξίας που υπέβαλε προσφορά στο πλαίσιο διαδικασίας συνάψεως δημοσίας συμβάσεως δεν έχουν τη δυνατότητα να ζητήσουν την αποκατάσταση της ζημίας που υπέστησαν ατομικώς από απόφαση εκδοθείσα όχι από την αναθέτουσα αλλά από διαφορετική αρχή (ΕΣΡ), εμπλεκόμενη στη διαδικασία αυτή σύμφωνα με τους εφαρμοστέους εθνικούς κανόνες, και η οποία απόφαση είναι ικανή να επηρεάσει την εξέλιξη της διαδικασίας αυτής.
C 122/09, Ένωση Εφοπλιστών Ακτοπλοΐας, απόφαση της 22.5.2010
Κανονισμός – Διάταξή του που προβλέπει, κατά παρέκκλιση, εφαρμογή του σε κράτος μέλος μετά από ορισμένη ημερομηνία – Θέσπιση και θέση σε εφαρμογή πριν από την ημερομηνία αυτή εθνικών ρυθμίσεων που ενδέχεται να αντίκεινται στον Κανονισμό – Κανονισμός 3577/92 για τις θαλάσσιες ενδομεταφορές Με διάταξη της 28.9.2006, στην υπόθεση C-285/05, το ΔΕΚ έκρινε τα ακόλουθα σε σχέση με προδικαστικά ερωτήματα που υπέβαλε το ΣτΕ για τις ανάγκες της ίδιας κύριας δίκης: Όταν ο κανονισμός τάσσει σε κράτος μέλος ορισμένη προθεσμία για να συμμορφωθεί προς τις υποχρεώσεις που απορρέουν από αυτόν, οι ιδιώτες δεν μπορούν να επικαλεσθούν τον εν λόγω κανονισμό πριν από τη λήξη της εν λόγω προθεσμίας. Η ερμηνεία αυτή δεν μπορεί να αναιρεθεί με βάση τη συλλογιστική που ακολούθησε το ΔΕΚ στην απόφασή του επί της υπόθεσης C-129/96, Inter-Environnement Wallonie, με την οποία κρίθηκε ότι, μολονότι τα κράτη μέλη δεν υποχρεούνται να θεσπίζουν μέτρα πριν από την παρέλευση της προθεσμίας για τη μεταφορά μιας οδηγίας στο εσωτερικό τους δίκαιο, εντούτοις κατά τη διάρκεια της προθεσμίας αυτής, τα κράτη μέλη οφείλουν να απέχουν από τη θέσπιση διατάξεων ικανών να διακυβεύσουν σοβαρά το επιδιωκόμενο από την οδηγία αυτή αποτέλεσμα. Συγκεκριμένα, ακόμη και αν υποτεθεί ότι η προσωρινή εξαίρεση που προβλέπει ο κανονισμός 3577/92 (άρ. 6 παρ. 2-3) για την εφαρμογή του στην Ελλάδα μπορεί να εξομοιωθεί με την προθεσμία μεταφοράς στο εσωτερικό δίκαιο μιας οδηγίας, από την περί παραπομπής απόφαση δεν προκύπτει, εν πάση περιπτώσει, ότι στην υπόθεση της κύριας δίκης έχει προσαφθεί στην Ελληνική Δημοκρατία ότι θέσπισε διατάξεις ικανές να διακυβεύσουν σοβαρά την εφαρμογή του κανονισμού αυτού από την 1.1.2004. Ενόψει της τελευταίας αυτής σκέψης, το ΣτΕ υπέβαλε εκ νέου προδικαστικά ερωτήματα, τα οποία απαντήθηκαν ως εξής: Αν υποτεθεί ότι ο Έλληνας νομοθέτης όφειλε, κατά τη διάρκεια της περιόδου εξαιρέσεως της εφαρμογής στην Ελλάδα του κανονισμού 3577/92, να απόσχει από τη θέσπιση διατάξεων ικανών να διακυβεύσουν σοβαρά την πλήρη και αποτελεσματική εφαρμογή του εν λόγω κανονισμού από την 1.1.2004, ημερομηνία κατά την οποία η εν λόγω περίοδος εξαιρέσεως έληξε, η πλήρης και αποτελεσματική εφαρμογή αυτή δεν διακυβεύεται σοβαρά εκ μόνου του λόγου ότι ο Έλληνας νομοθέτης θέσπισε το 2001 διατάξεις αντίθετες προς τον εν λόγω κανονισμό, με εξαντλητικό και πάγιο χαρακτήρα, οι οποίες δεν προβλέπουν ότι παύουν να ισχύουν από 1.1.2004. Συγκεκριμένα, ένα τέτοιο γεγονός δεν είναι ικανό, αυτό καθεαυτό, να εμποδίσει την πλήρη εφαρμογή του εν λόγω κανονισμού μετά το πέρας της περιόδου προσωρινής εξαιρέσεως. Το αυτό ισχύει όσον αφορά το γεγονός ότι κανονιστική ρύθμιση, όπως ο ν. 2932/2001, έχει πάγιο χαρακτήρα. Πράγματι, τίποτα δεν εμποδίζει την κατάργηση της κανονιστικής αυτής ρυθμίσεως πριν από το πέρας της περιόδου προσωρινής εξαιρέσεως.
C 91/08, Wall, απόφαση της 13.4.2010 (μειζ. συνθ.)
Άρθρα 43 και 49 ΕΚ – Δημόσιες συμβάσεις παραχώρησης υπηρεσιών – Διαδικασία αναθέσεως – Υποχρέωση διαφάνειας – Τροποποίηση ουσιωδών όρων της συμβάσεως - Αντικατάσταση υπεργολάβου Κατά το ισχύον δίκαιο της Ένωσης, οι συμβάσεις παραχωρήσεως υπηρεσιών ουδόλως διέπονται από κάποια από τις οδηγίες με τις οποίες ο νομοθέτης της Ένωσης ρύθμισε τον τομέα των δημοσίων συμβάσεων. Εντούτοις, οι δημόσιες αρχές που συνάπτουν τέτοιες συμβάσεις υποχρεούνται να τηρούν τους θεμελιώδεις κανόνες της Συνθήκης ΕΚ, ιδίως τα άρθρα 43 ΕΚ και 49 EΚ, καθώς και την εξ αυτών απορρέουσα υποχρέωση διαφάνειας, η οποία εφαρμόζεται σε περίπτωση, όπως αυτή της υπόθεσης της κύριας δίκης, κατά την οποία η παραχώρηση υπηρεσιών ενδέχεται να ενδιαφέρει επιχείρηση η οποία είναι εγκατεστημένη σε άλλο κράτος μέλος από αυτό εντός του οποίου ανατίθεται η παραχώρηση. Προς διασφάλιση της διαφάνειας των διαδικασιών και της ίσης μεταχειρίσεως των υποβαλόντων προσφορές, οι ουσιαστικές τροποποιήσεις επί ουσιωδών διατάξεων συμβάσεως για την παραχώρηση υπηρεσιών ενδέχεται, σε ορισμένες περιπτώσεις, να καθιστούν αναγκαία τη σύναψη νέας συμβάσεως παραχωρήσεως, όταν οι όροι τους οποίους προβλέπουν διαφοροποιούνται ουσιαστικώς από εκείνους της αρχικής συμβάσεως παραχωρήσεως υποδηλώνοντας, συνεπώς, τη βούληση των συμβαλλομένων να αναδιαπραγματευθούν τους ουσιώδεις όρους της συμβάσεως αυτής. Τροποποίηση επί ισχύουσας συμβάσεως παραχωρήσεως υπηρεσιών μπορεί να θεωρηθεί ως ουσιώδης οσάκις προστίθενται όροι οι οποίοι, αν είχαν γνωστοποιηθεί στο πλαίσιο της διαδικασίας συνάψεως της αρχικής συμβάσεως, θα είχαν ως αποτέλεσμα να επιτραπεί η συμμετοχή στη διαδικασία άλλων διαγωνιζομένων από εκείνους που έγιναν αρχικώς δεκτοί ή να επιλεγεί προσφορά διαφορετική από εκείνη που αρχικώς επελέγη. Αλλαγή υπεργολάβου, ακόμα και όταν η σύμβαση προβλέπει τη σχετική δυνατότητα, μπορεί, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, να συνιστά τέτοια τροποποίηση ενός εκ των ουσιωδών όρων της συμβάσεως παραχωρήσεως, εφόσον η επιλογή ενός υπεργολάβου έναντι ενός άλλου υπήρξε, λαμβανομένων υπόψη των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών των επίμαχων υπηρεσιών, καθοριστικό στοιχείο κατά τη σύναψη της συμβάσεως, γεγονός που σε κάθε περίπτωση απόκειται στο αιτούν δικαστήριο να διαπιστώσει. Συνεπώς, όταν τροποποιήσεις διατάξεων συμβάσεως για την παραχώρηση υπηρεσιών φέρουν ουσιωδώς διαφορετικά χαρακτηριστικά από εκείνα που δικαιολόγησαν την αρχική ανάθεση της συμβάσεως παραχωρήσεως, θα πρέπει να λαμβάνεται, σύμφωνα με την εσωτερική έννομη τάξη του οικείου κράτους μέλους, κάθε αναγκαίο μέτρο προκειμένου να αποκατασταθεί η διαφάνεια στη διαδικασία, συμπεριλαμβανομένης μιας νέας διαδικασίας αναθέσεως. Η νέα διαδικασία αναθέσεως θα πρέπει, ενδεχομένως, να οργανωθεί κατά τρόπο προσαρμοσμένο στις ιδιαιτερότητες της κρίσιμης παραχωρήσεως υπηρεσιών και να επιτρέπει σε επιχειρήσεις εγκατεστημένες σε άλλα κράτη μέλη να έχουν πρόσβαση σε κατάλληλες πληροφορίες σχετικά με τη συγκεκριμένη παραχώρηση, πριν αυτή ανατεθεί.
C 91/08, Wall, απόφαση της 13.4.2010 (μειζ. συνθ.)
Άρθρα 43 και 49 ΕΚ – Δημόσιες συμβάσεις – Διαδικασία αναθέσεως – Υποχρέωση διαφάνειας – Επιχειρήσεις που βαρύνονται με τέτοια υποχρέωση, ως εξομοιούμενες με δημόσιες αρχές Προκειμένου να διαπιστωθεί κατά πόσον ορισμένη επιχείρηση μπορεί να εξομοιωθεί με δημόσια αρχή που δεσμεύεται από την υποχρέωση διαφάνειας, πρέπει να ληφθούν υπόψη ορισμένα στοιχεία της έννοιας της «αναθέτουσας αρχής» του άρθρου 1, στοιχ. β΄, της οδηγίας 92/50, στο μέτρο που τα στοιχεία αυτά ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις, τις οποίες θέτει η εφαρμογή στις παραχωρήσεις υπηρεσιών της εκ των άρθρων 42 ΕΚ και 49 ΕΚ απορρέουσας υποχρεώσεως διαφάνειας. Συγκεκριμένα, πρέπει να επαληθευθεί κατά πόσον πληρούνται δύο προϋποθέσεις, ήτοι κατά πόσον η συγκεκριμένη επιχείρηση, αφενός, υπόκειται στον αποτελεσματικό έλεγχο του κράτους ή άλλης δημόσιας αρχής, αφετέρου, δεν δρα υπό συνθήκες ανταγωνισμού στην αγορά. Γερμανική Ε.Π.Ε. (GmbH), εταιρικός σκοπός της οποίας είναι η διάθεση και η διαχείριση αποβλήτων, ο καθαρισμός των οδών, καθώς και η ασφάλεια της κυκλοφορίας για λογαριασμό των δημοσίων αρχών και των ιδιωτών. Παρότι ο Δήμος Φρανκφούρτης, ο οποίος την ίδρυσε, κατέχει το 51 % του κεφαλαίου της, το γεγονός αυτό δεν του επιτρέπει να ελέγχει αποτελεσματικώς τη διαχείριση της, δεδομένου ότι για τη λήψη αποφάσεων της Γ.Σ. απαιτείται πλειοψηφία τριών τετάρτων. Επιπλέον, το υπόλοιπο 49 % του μετοχικού κεφαλαίου της κατέχει ιδιωτική επιχείρηση που, ως τέτοια, επιδιώκει την ικανοποίηση ιδιωτικών συμφερόντων και όχι την επίτευξη σκοπών δημοσίου συμφέροντος. Περαιτέρω, στο εποπτικό συμβούλιο της εταιρείας ο Δήμος Φρανκφούρτης δεν διαθέτει παρά το ένα τέταρτο των ψήφων. Το γεγονός ότι ο εν λόγω δήμος έχει το δικαίωμα να προτείνει υποψήφιο για το αξίωμα του προέδρου του εποπτικού συμβουλίου, η ψήφος του οποίου υπερισχύει σε περίπτωση ισοψηφίας, δεν αρκεί ώστε να είναι σε θέση να ασκεί καθοριστική επιρροή στην εταιρεία. Υπό τις συνθήκες αυτές, δεν πληρούται η προϋπόθεση περί αποτελεσματικού ελέγχου του κράτους ή άλλης δημόσιας αρχής. Εξάλλου, πλέον του ημίσεος του κύκλου εργασιών της εταιρείας προέρχεται από αμφοτεροβαρείς συμβάσεις με αντικείμενο τη διάθεση αποβλήτων και τον καθαρισμό των οδών εντός της περιφέρειας του Δήμου Φρανκφούρτης. Μία τέτοια αναλογία πρέπει να εξομοιωθεί με εκείνη που υφίσταται στις συνήθεις εμπορικές σχέσεις. Επίσης, η εταιρεία δρα υπό συνθήκες ανταγωνισμού στην αγορά, όπως προκύπτει, αφενός, από το γεγονός ότι σημαντικό τμήμα των εσόδων της προέρχεται από δραστηριότητες με άλλες δημόσιες αρχές πλην του Δήμου Φρανκφούρτης και με ιδιωτικές επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στην αγορά και, αφετέρου, από το ότι συναγωνίσθηκε με άλλες επιχειρήσεις προκειμένου να της ανατεθεί η επίμαχη στην κύρια δίκη σύμβαση. Υπό αυτές τις συνθήκες, δεν πληρούται ούτε η απαραίτητη δεύτερη προϋπόθεση περί εξομοιώσεως επιχειρήσεως με δημόσια αρχή.
C 73/08, Bressol κ.λπ., απόφαση της 13.4.2010 (μειζ. συνθ.)
Προδικαστικά ερωτήματα – Αρχή της ασφάλειας δικαίου – Διαχρονικός περιορισμός των αποτελεσμάτων της δοθείσας από το Δικαστήριο ερμηνείας Το Δικαστήριο μπορεί, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, κατ’ εφαρμογήν της γενικής αρχής της ασφάλειας δικαίου που είναι συμφυής με την έννομη τάξη της Ένωσης, να υποχρεωθεί να περιορίσει τη δυνατότητα κάθε ενδιαφερομένου να επικαλεστεί την ερμηνεία που έχει δώσει σε μία διάταξη για να θέσει υπό αμφισβήτηση τις έννομες σχέσεις που έχουν δημιουργηθεί καλοπίστως. Προκειμένου να μπορεί να αποφασιστεί ο περιορισμός αυτός, δύο βασικά κριτήρια πρέπει να πληρούνται, και συγκεκριμένα της καλής πίστεως των ενδιαφερομένων κύκλων και του κινδύνου σημαντικών διαταραχών. Το Δικαστήριο έχει προσφύγει στην ανωτέρω εξαιρετική λύση υπό πολύ συγκεκριμένες περιστάσεις, αφενός, όταν υπήρχε κίνδυνος σοβαρών οικονομικών επιπτώσεων οφειλομένων ιδίως στον μεγάλο αριθμό των εννόμων σχέσεων που είχαν συσταθεί καλοπίστως βάσει ρυθμίσεως η οποία εθεωρείτο εγκύρως θεσπισθείσα και, αφετέρου, όταν καθίστατο σαφές ότι οι ιδιώτες και οι εθνικές αρχές είχαν ωθηθεί σε συμπεριφορά μη σύμφωνη προς τη νομοθεσία της Ένωσης λόγω αντικειμενικής και σοβαρής αβεβαιότητας ως προς το περιεχόμενο των διατάξεων της Ένωσης, αβεβαιότητας στη δημιουργία της οποίας είχε συμβάλει η ίδια η συμπεριφορά άλλων κρατών μελών ή της Επιτροπής.
C 246/07, Επιτροπή κατά Σουηδίας, απόφαση της 20.4.2010 (μειζ. συνθ.)
Άρθρο 10 ΕΚ – Συντρέχουσα αρμοδιότητα ΕΕ και κρατών μελών στις εξωτερικές σχέσεις – Υποχρέωση στενής συνεργασίας – Υποχρέωση κράτους μέλους για αποχή Σε όλους τους τομείς που αντιστοιχούν στους σκοπούς της Συνθήκης, το άρθρο 10 ΕΚ επιβάλλει στα κράτη μέλη την υποχρέωση να διευκολύνουν την Κοινότητα στην εκπλήρωση της αποστολής της και να απέχουν από κάθε μέτρο δυνάμενο να θέσει σε κίνδυνο την επίτευξη των σκοπών της Συνθήκης. Το καθήκον ειλικρινούς συνεργασίας που απορρέει από το άρθρο 10 ΕΚ είναι γενικής εφαρμογής και δεν εξαρτάται ούτε από τον αποκλειστικό ή μη χαρακτήρα της οικείας κοινοτικής αρμοδιότητας ούτε από ενδεχόμενο δικαίωμα των κρατών μελών να αναλαμβάνουν υποχρεώσεις έναντι τρίτων χωρών. Οσάκις προκύπτει ότι ο τομέας τον οποίο διέπει μια συμφωνία ή μια σύμβαση εμπίπτει εν μέρει στην αρμοδιότητα της Κοινότητας και εν μέρει στην αρμοδιότητα των κρατών μελών, πρέπει να διασφαλίζεται στενή συνεργασία μεταξύ των κρατών μελών και των κοινοτικών οργάνων τόσο κατά τις διαπραγματεύσεις και κατά τη σύναψή της όσο και κατά την εκτέλεση των αναληφθεισών δεσμεύσεων. Αυτή η υποχρέωση συνεργασίας απορρέει από την ανάγκη ενιαίας διεθνούς εκπροσώπησης της Κοινότητας. Συναφώς έχει κριθεί ότι τα κράτη μέλη υποχρεούνται να τηρούν ιδιαίτερες υποχρεώσεις δράσης και αποχής στην περίπτωση κατά την οποία η Επιτροπή έχει υποβάλει στο Συμβούλιο προτάσεις οι οποίες, μολονότι δεν υιοθετήθηκαν από το Συμβούλιο, αποτελούν το σημείο αφετηρίας για συντονισμένη κοινοτική δράση (βλ. 804/79, C 266/03, C 433/03). Εν προκειμένω, η Σουηδία, προτείνοντας μονομερώς την εγγραφή ορισμένης ουσίας στο παράρτημα Α της Σύμβασης της Στοκχόλμης για τους έμμονους οργανικούς ρύπους, παρεξέκλινε από την κοινή στρατηγική που είχε αποφασιστεί στο πλαίσιο του Συμβουλίου. Μια τέτοια κατάσταση είναι ικανή να θίξει την αρχή της ενιαίας διεθνούς εκπροσώπησης της Ένωσης και των κρατών μελών της καθώς και να εξασθενίσει τη διαπραγματευτική ισχύ τους έναντι των λοιπών συμβαλλομένων μερών στη συγκεκριμένη σύμβαση. Διαπιστώνεται παράβαση του άρθρου 10 ΕΚ.
C 378/08, Raffinerie Mediterranee (ERG) κ.λπ., απόφαση της 9.3.2010 (μειζ. συνθ.)
Αρχή “ο ρυπαίνων πληρώνει” – Οδηγία 2004/35/ΕΚ – Περιβαλλοντική ευθύνη – Ratione temporis εφαρμογή Από το άρθρο 17 της οδηγίας 2004/35 συνάγεται ότι η οδηγία εφαρμόζεται σε ζημίες προκληθείσες από εκπομπή, γεγονός ή ατύχημα που έλαβε χώρα μετά την 30.4.2007, εφόσον οι ζημίες αυτές οφείλονται είτε σε δραστηριότητες αναπτυχθείσες μετά την ημερομηνία αυτή είτε σε δραστηριότητες οι οποίες αναπτύχθηκαν μεν αλλά δεν ολοκληρώθηκαν προ αυτής.
C 384/08, Attanasio Group, απόφαση της 11.3.2010
Άρθρα 43 ΕΚ και 48 ΕΚ – Εθνική (περιφερειακή) ρύθμιση θεσπίζουσα ελάχιστη υποχρεωτική απόσταση μεταξύ των πρατηρίων διανομής καυσίμων κατά μήκος οδικού δικτύου – Προδικαστικό ερώτημα – Επαρκής σύνδεσμος με το κοινοτικό δίκαιο – Περιορισμός της ελευθερίας εγκατάστασης που δεν φαίνεται να δικαιολογείται Εθνική ρύθμιση, όπως η επίμαχη, που εφαρμόζεται αδιακρίτως τόσο επί Ιταλών υπηκόων όσο και επί υπηκόων άλλων κρατών μελών, ενδέχεται, κατά κανόνα, να εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής των διατάξεων της Συνθήκης περί θεμελιωδών ελευθεριών μόνον αν εφαρμόζεται σε καταστάσεις που έχουν σχέση με το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών. Εν προκειμένω, δεν πρέπει ουδόλως να αποκλειστεί ότι επιχειρήσεις εγκατεστημένες σε άλλα κράτη μέλη πλην της Ιταλικής Δημοκρατίας ενδιαφέρθηκαν ή ενδιαφέρονται να εμπορευθούν καύσιμα εντός του εν λόγω κράτους μέλους. Πρόκειται για περιορισμό της ελευθερίας εγκατάστασης. Προϋπόθεση για να δικαιολογηθεί ένας περιορισμός των θεμελιωδών ελευθεριών αποτελεί ότι το επίμαχο μέτρο είναι κατάλληλο για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού και δεν υπερβαίνει τα αναγκαία για την επίτευξη του σκοπού αυτού όρια. Επιπλέον, η εθνική νομοθεσία είναι κατάλληλη για την επίτευξη του προβαλλόμενου σκοπού μόνον αν αποσκοπεί πράγματι στην επίτευξή του με συνέπεια και συστηματικότητα. Όσον αφορά, πρώτον, τους σκοπούς δημοσίου συμφέροντος της οδικής ασφάλειας, καθώς και της προστασίας της υγείας και του περιβάλλοντος, που θα μπορούσαν να δικαιολογήσουν περιορισμούς στην ελευθερία εγκατάστασης, η επίμαχη νομοθεσία προφανώς δεν ανταποκρίνεται στις ανωτέρω απαιτήσεις. Ειδικότερα, η εν λόγω νομοθεσία εφαρμόζεται αποκλειστικώς στην περίπτωση δημιουργίας νέων πρατηρίων. Αντιθέτως, δεν εφαρμόζεται στα προϋπάρχοντα πρατήρια, πράγμα που θα προϋπέθετε, λόγου χάρη, τη σταδιακή μετατόπιση αυτών προκειμένου να τηρηθούν οι σχετικές με την ελάχιστη απόσταση απαιτήσεις. Συνεπώς τίθεται υπό αμφισβήτηση η συνέπεια της επίμαχης νομοθεσίας ως προς τους προαναφερθέντες σκοπούς. Εξάλλου, οι εν λόγω σκοποί μπορούν να επιτευχθούν πιο αποτελεσματικά, και τούτο λαμβανομένου υπόψη του κάθε συγκεκριμένου πρατηρίου, στο πλαίσιο των ελέγχων στους οποίους οφείλουν πάντως οι δήμοι να προβαίνουν σε περίπτωση αιτήσεων χορηγήσεως αδείας κατασκευής νέου πρατηρίου διανομής καυσίμων. Οι έλεγχοι αυτοί αφορούν ιδίως τη συμφωνία του εν λόγω πρατηρίου με τις διατάξεις του σχεδίου χρήσεως γης καθώς και με τις επιταγές περί υγειονομικής, περιβαλλοντικής και οδικής ασφάλειας. Υπ’ αυτές τις συνθήκες, η θέσπιση ελάχιστης αποστάσεως βαίνει μάλλον πέραν του αναγκαίου μέτρου για την επίτευξη των επιδιωκόμενων σκοπών. Όσον αφορά, δεύτερον, τον συνιστάμενο στον «εξορθολογισμό της παρεχόμενης στους χρήστες υπηρεσίας» σκοπό που αναφέρει η απόφαση περί παραπομπής, υπενθυμίζεται, αφενός, ότι σκοποί αμιγώς οικονομικής φύσεως δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγους γενικού συμφέροντος που δικαιολογούν περιορισμό θεμελιώδους ελευθερίας η οποία διασφαλίζεται από τη Συνθήκη. Αφετέρου, ακόμη και αν υποτεθεί ότι ο σκοπός αυτός είναι δυνατό να θεωρηθεί, ως αναγόμενος στην προστασία των καταναλωτών, ότι συνιστά επιτακτικό λόγο γενικού συμφέροντος, είναι δύσκολο να διαγνωσθεί κατά ποιον τρόπο ρύθμιση όπως η επίμαχη είναι δυνατό να προστατέψει τους καταναλωτές ή να τους εξασφαλίσει οφέλη. Αντιθέτως, όπως το αιτούν δικαστήριο επισήμανε κατ’ ουσίαν, παρεμποδίζοντας την είσοδο νέων επιχειρηματιών στην αγορά, τέτοιου είδους ρύθμιση ευνοεί μάλλον τη θέση των ήδη υφιστάμενων επιχειρηματιών στο ιταλικό έδαφος, χωρίς οι καταναλωτές να αντλούν από το γεγονός αυτό πραγματικά πλεονεκτήματα. Εν πάση περιπτώσει, η ως άνω ρύθμιση βαίνει κατά πάσα πιθανότητα πέραν του αναγκαίου για την επίτευξη ενός ενδεχόμενου σκοπού προστασίας των καταναλωτών, στοιχείο η επαλήθευση του οποίου απόκειται, εφόσον κριθεί αναγκαίο, στο αιτούν δικαστήριο.
C 1/09, CELF, απόφαση της 11.3.2010,
Άρθρο 88, παρ. 3, ΕΚ – Κρατικές ενισχύσεις – Αποστολή εθνικού δικαστή σε σχέση με αίτηση ασφαλιστικών μέτρων Η εκ μέρους της Επιτροπής κίνηση διαδικασίας ελέγχου δεν απαλλάσσει τα εθνικά δικαστήρια από την υποχρέωσή τους να διασφαλίζουν τα δικαιώματα των διοικουμένων σε περίπτωση παραβιάσεως της υποχρεώσεως προηγούμενης κοινοποιήσεως και σε περίπτωση κατά την οποία είναι ιδιαιτέρως πιθανό ότι θα παρέλθει ορισμένο χρονικό διάστημα πριν το εθνικό δικαστήριο αποφανθεί οριστικά, για παράδειγμα οσάκις ζητεί από την Επιτροπή διευκρινίσεις σχετικά με την ερμηνεία της έννοιας της κρατικής ενισχύσεως, την οποία ενδέχεται να δώσει ή σε περίπτωση υποβολής προδικαστικού ερωτήματος στο ΔΕΚ, στο εθνικό δικαστήριο εναπόκειται να εκτιμήσει αν απαιτείται να διατάξει προσωρινά μέτρα προκειμένου να διασφαλίσει τα συμφέροντα των διαδίκων (C-39/94, SFEI, σκ. 44-53). Αντικείμενο της αποστολής των εθνικών δικαστηρίων είναι να διατάσσουν τη λήψη μέτρων δυνάμενων να άρουν τον παράνομο χαρακτήρα της καταβολής των ενισχύσεων, προκειμένου ο δικαιούχος να μη διατηρεί τη δυνατότητα διαθέσεώς τους κατά το χρονικό διάστημα που υπολείπεται μέχρι να εκδοθεί η απόφαση της Επιτροπής. Τυχόν απόφαση περί αναστολής της διαδικασίας θα ισοδυναμούσε με διατήρηση του οφέλους της ενισχύσεως κατά το χρονικό διάστημα απαγορεύσεως καταβολής, γεγονός που θα αντέβαινε στον ίδιο τον σκοπό του άρθρου 88, παρ. 3, ΕΚ και θα καθιστούσε τη διάταξη αυτή άνευ πρακτικής αποτελεσματικότητας. Υποχρέωση προς λήψη ασφαλιστικών μέτρων υφίσταται μόνον αν πληρούνται οι προϋποθέσεις που δικαιολογούν τη λήψη τέτοιων μέτρων, δηλαδή εφόσον ο χαρακτηρισμός του μέτρου ως κρατικής ενισχύσεως δεν επιδέχεται αμφισβήτηση, εφόσον η ενίσχυση πρόκειται να χορηγηθεί ή χορηγήθηκε και εφόσον δεν διαπιστώθηκε ότι συντρέχουν εξαιρετικές περιστάσεις που καθιστούν μη προσήκουσα την ανάκτηση. Αποφαινόμενο επί αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων, το εθνικό δικαστήριο δύναται να διατάξει είτε την επιστροφή των ενισχύσεων πλέον τόκων είτε, για παράδειγμα, όπως πρότεινε η Επιτροπή στο σημείο 62 της ανακοινώσεώς της 2009/C 85/01, σχετικά με την εφαρμογή της νομοθεσίας περί κρατικών ενισχύσεων από τα εθνικά δικαστήρια (ΕΕ 2009, C 85, σ. 1), την κατάθεση των ποσών σε δεσμευμένο λογαριασμό, έτσι ώστε ο δικαιούχος της ενισχύσεως να μην εξακολουθεί να έχει τη δυνατότητα διαθέσεώς τους, με την επιφύλαξη της καταβολής τόκων για το χρονικό διάστημα μεταξύ της αρχικής καταβολής της ενισχύσεως και της καταθέσεώς της σε δεσμευμένο λογαριασμό.
C 325/08, Olympique Lyonnais, απόφαση της 16.3.2010 (μειζ. συνθ.)
Άρθρο 39 ΕΚ (45 ΣΛΕΕ) – Ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων – Περιορισμός από Εθνική Συλλογική Σύμβαση – Επαγγελματίες ποδοσφαιριστές – Υποχρέωση του ποδοσφαιριστή να συνάψει την πρώτη σύμβαση ως επαγγελματίας με τον σύλλογο ο οποίος τον κατήρτισε – Υποχρέωση του ποδοσφαιριστή να αποζημιώσει τον σύλλογο λόγω παραβάσεως της υποχρεώσεως αυτής – Δικαιολόγηση – Ενθάρρυνση της προσλήψεως και καταρτίσεως νέων ποδοσφαιριστών – Παράβαση της αρχής της αναλογικότητας Το άρθρο 45 ΣΛΕΕ δεν διέπει μόνον τις πράξεις των δημοσίων αρχών, αλλά και τους πάσης φύσεως κανόνες που σκοπούν στη συλλογική ρύθμιση της μισθωτής εργασίας. Η επίμαχη ρύθμιση αποτελεί περιορισμό της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων. Λαμβανομένης υπόψη της ιδιαίτερης κοινωνικής σημασίας του αθλητισμού και ειδικότερα του ποδοσφαίρου εντός της ΕΕ, πρέπει να γίνει δεκτό ότι η ενθάρρυνση της προσλήψεως και καταρτίσεως νέων ποδοσφαιριστών αποτελεί θεμιτώς επιδιωκόμενο σκοπό. Οι σύλλογοι που καταρτίζουν ποδοσφαιριστές μπορεί να αποθαρρύνονταν να επενδύσουν στην κατάρτιση νέων ποδοσφαιριστών αν δεν είχαν τη δυνατότητα ανακτήσεως των δαπανών στις οποίες υποβλήθηκαν για τον σκοπό αυτόν, σε περίπτωση κατά την οποία ποδοσφαιριστής συνάψει, κατά το πέρας της καταρτίσεώς του, σύμβαση επαγγελματία ποδοσφαιριστή με άλλο σύλλογο. Αυτό ισχύει, ιδίως, στην περίπτωση των μικρών συλλόγων που καταρτίζουν ποδοσφαιριστές και των οποίων οι επενδύσεις σε τοπικό επίπεδο για την πρόσληψη και κατάρτιση νέων ποδοσφαιριστών έχουν ιδιαίτερη σημασία για την εκπλήρωση της κοινωνικής και εκπαιδευτικής αποστολής του αθλητισμού. Ως εκ τούτου, ρύθμιση όπως η επίμαχη δύναται, καταρχήν, να δικαιολογηθεί από τον σκοπό που συνίσταται στην ενθάρρυνση της προσλήψεως και της καταρτίσεως νέων ποδοσφαιριστών. Πάντως, μια τέτοια ρύθμιση πρέπει να είναι πράγματι κατάλληλη για την επίτευξη του σκοπού αυτού και αναλογική προς αυτόν, λαμβανομένων δεόντως υπόψη των εξόδων στα οποία υποβλήθηκαν οι σύλλογοι για την κατάρτιση τόσο των ποδοσφαιριστών που θα ακολουθήσουν στο μέλλον επαγγελματική σταδιοδρομία όσο και αυτών που δεν θα γίνουν ποτέ επαγγελματίες. Προκειμένου περί ρυθμίσεως, όπως η επίμαχη, προκύπτει ότι χαρακτηριστικό γνώρισμά της ήταν ότι στον σύλλογο που κατήρτισε τον ποδοσφαιριστή δεν καταβαλλόταν αποζημίωση καταρτίσεως, αλλά αποζημίωση την οποία όφειλε ο ενδιαφερόμενος ποδοσφαιριστής λόγω αθετήσεως των συμβατικών δεσμεύσεών του και της οποίας το ύψος ήταν ανεξάρτητο των πραγματικών δαπανών του συλλόγου για την κατάρτιση του ποδοσφαιριστή. Συγκεκριμένα, η αποζημίωση αυτή υπολογιζόταν βάσει της συνολικής ζημίας που είχε υποστεί ο σύλλογος. Επίσης, το ύψος της ζημίας αυτής προσδιοριζόταν βάσει κριτηρίων τα οποία δεν ήταν καθορισμένα εκ των προτέρων. Υπό τις συνθήκες αυτές, η προοπτική εισπράξεως τέτοιων αποζημιώσεων υπερέβαινε το αναγκαίο μέτρο για την ενθάρρυνση της προσλήψεως και καταρτίσεως νέων ποδοσφαιριστών, καθώς και για τη χρηματοδότηση των δραστηριοτήτων αυτών.
C 440/08, Gielen, απόφαση της 18.3.2010
Άρθρο 43 ΕΚ (49 ΣΛΕΕ) – Άμεση φορολογία – Δικαίωμα έκπτωσης υπέρ των ανεξάρτητων επαγγελματιών – Αριθμός ωρών εργασίας ως κριτήριο – Διάκριση μεταξύ φορολογούμενων κατοίκων ημεδαπής αφενός και κατοίκων αλλοδαπής – Έμμεση διάκριση λόγω ιθαγένειας – Δεν αναιρείται από το δικαίωμα επιλογής εξομοίωσης Κατά την επίμαχη εθνική ρύθμιση, ο φορολογούμενος επιχειρηματίας που είναι κάτοικος ημεδαπής μπορεί, προκειμένου να εξακριβωθεί αν πληρούται το κριτήριο των ωρών εργασίας βάσει του οποίου παρέχεται το δικαίωμα έκπτωσης υπέρ των ανεξάρτητων επαγγελματιών, να συνυπολογίζει τόσο τις ώρες εργασίας που έχει συμπληρώσει σε άλλο κράτος μέλος όσο και αυτές που έχει πραγματοποιήσει στις Κάτω Χώρες, ενώ ο φορολογούμενος επιχειρηματίας που είναι κάτοικος αλλοδαπής μπορεί να αθροίζει μόνο τις ώρες εργασίας που έχει συμπληρώσει στις Κάτω Χώρες, προκειμένου να κριθεί αν πληρούται το εν λόγω κριτήριο. Πρόκειται για διάκριση λόγω κατοικίας. Η διαφοροποιημένη αυτή μεταχείριση ενέχει τον κίνδυνο επιπτώσεων κυρίως σε βάρος των υπηκόων άλλων κρατών μελών, διότι οι κάτοικοι αλλοδαπής έχουν συνήθως αλλοδαπή ιθαγένεια. Εξάλλου, οι φορολογούμενοι κάτοικοι ημεδαπής και οι φορολογούμενοι κάτοικοι αλλοδαπής βρίσκονται, όσον αφορά την έκπτωση που προβλέπεται υπέρ των ανεξάρτητων επαγγελματιών, σε παρεμφερή κατάσταση. Υπό τις συνθήκες αυτές, επιβάλλεται η συναγωγή του συμπεράσματος ότι εθνική ρύθμιση, όπως η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης σύμφωνα με την οποία για έκπτωση που προβλέπεται υπέρ των ανεξάρτητων επαγγελματιών, χρησιμοποιεί, όσον αφορά την παροχή ενός φορολογικού οφέλους, ένα «κριτήριο ωρών εργασίας» κατά τρόπο ώστε να μην μπορούν οι φορολογούμενοι κάτοικοι αλλοδαπής να συνυπολογίζουν τις ώρες εργασίας που έχουν συμπληρώσει σε άλλο κράτος μέλος ενέχει τον κίνδυνο επιπτώσεων κυρίως σε βάρος των φορολογούμενων που είναι κάτοικοι αλλοδαπής. Κατά συνέπεια, η ρύθμιση αυτή συνιστά έμμεση διάκριση λόγω ιθαγένειας, κατά την έννοια του άρθρου 49 ΣΛΕΕ. Η ορθότητα του συμπεράσματος αυτού δεν αναιρείται από το επιχείρημα ότι το δικαίωμα επιλογής της εξομοίωσης μπορεί να αποκλείει τη δημιουργία της επίμαχης διάκρισης. Σε περίπτωση που γινόταν δεκτό ότι η επιλογή αυτή έχει το εν λόγω αποτέλεσμα, η συνέπεια θα ήταν να αναγνωριστεί ως έγκυρο ένα φορολογικό καθεστώς το οποίο παραμένει, καθαυτό, αντίθετο με το άρθρο 49 ΣΛΕΕ, λόγω του ότι δημιουργεί διακρίσεις. Εξάλλου, ένα εθνικό σύστημα που περιορίζει την ελευθερία εγκατάστασης δεν παύει να είναι ασύμβατο με το δίκαιο της Ένωσης, έστω και αν η εφαρμογή του είναι προαιρετική (βλ., C-446/04, Test Claimants in the FII Group Litigation, σκέψη 162).
C 317/08 κ.λπ., Alassini κ.λπ., απόφαση της 18.3.2010
Πράξεις κοινοτικών οργάνων – Σύσταση – Έννομες συνέπειες – Λήψη υπόψη από τα εθνικά δικαστήρια Έστω και αν οι συστάσεις δεν αποσκοπούν στην παραγωγή δεσμευτικών αποτελεσμάτων και δεν μπορούν να δημιουργούν δικαιώματα των οποίων να είναι δυνατή η επίκληση από ιδιώτες ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων, τούτο δεν σημαίνει ότι στερούνται οποιουδήποτε έννομου αποτελέσματος. Συγκεκριμένα, τα εθνικά δικαστήρια οφείλουν, κατά την επίλυση των διαφορών, να λαμβάνουν υπόψη τους τις συστάσεις, ιδίως όταν αυτές φωτίζουν την ερμηνεία εθνικών διατάξεων που έχουν θεσπιστεί με σκοπό την εφαρμογή των εν λόγω συστάσεων ή ακόμα όταν οι συστάσεις έχουν ως αντικείμενο τη συμπλήρωση διατάξεων της ΕΕ με δεσμευτικό χαρακτήρα.
C 317/08 κ.λπ., Alassini κ.λπ., απόφαση της 18.3.2010
Αρχή της αποτελεσματικής ένδικης προστασίας (άρθρα 47 Χάρτη και 6 παρ. 1 ΕΣΔΑ) – Οδηγία 2002/22/ΕΚ – Δίκτυα και υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών – Διαφορές μεταξύ τελικών χρηστών και παρεχόντων υπηρεσίες – Εθνική ρύθμιση που προβλέπει υποχρεωτική απόπειρα εξώδικου συμβιβασμού ως προϋπόθεση του παραδεκτού ενδίκων βοηθημάτων – Καταρχήν θεμιτή Δυνάμει του άρθρου 34 της οδηγίας 2002/22/ΕΚ, τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν τη διάθεση διαφανών, απλών και μη δαπανηρών εξώδικων διαδικασιών που καθιστούν δυνατή δίκαιη και ταχεία την επίλυση των διαφορών στις οποίες εμπλέκονται καταναλωτές και οι οποίες αφορούν θέματα που καλύπτονται από την οδηγία αυτή. Εθνική κανονιστική ρύθμιση, όπως η επίμαχη, καθόσον εγγυάται τον συστηματικό χαρακτήρα της προσφυγής σε εξώδικη διαδικασία επιλύσεως των διαφορών, τείνει στην ενίσχυση της πρακτικής αποτελεσματικότητας της ανωτέρω ρύθμισης της οδηγίας. Εντούτοις, πρέπει να εξεταστεί αν αυτή συμβιβάζεται με το δικαίωμα αποτελεσματικής ένδικης προστασίας. Υποχρεωτική διαδικασία συμβιβασμού, όπως αυτή στο πλαίσιο της κύριας δίκης, δεν μπορεί να καταστήσει πρακτικώς αδύνατη ή υπερβολικά δυσχερή την άσκηση των δικαιωμάτων που οι πολίτες αντλούν από την οικεία οδηγία. Συγκεκριμένα, πρώτον, το αποτέλεσμα της διαδικασίας συμβιβασμού δεν είναι δεσμευτικό έναντι των ενδιαφερομένων μερών και δεν θίγει επομένως το δικαίωμά τους να ασκήσουν ένδικο βοήθημα. Δεύτερον, με τη διαδικασία συμβιβασμού, υπό κανονικές συνθήκες, η άσκηση ενδίκου βοηθήματος δεν καθυστερεί ουσιωδώς. Πράγματι, η προθεσμία για την ολοκλήρωση της διαδικασίας συμβιβασμού ανέρχεται σε τριάντα ημέρες από την ημερομηνία καταθέσεως της αιτήσεως και, μετά τη λήξη της προθεσμίας αυτής, τα εμπλεκόμενα μέρη μπορούν να ασκήσουν ένδικο βοήθημα, αυτό δε ακόμη και αν η διαδικασία δεν έχει ολοκληρωθεί. Τρίτον, η παραγραφή των δικαιωμάτων αναστέλλεται όσο διαρκεί η διαδικασία συμβιβασμού. Τέταρτον, τα έξοδα που συνδέονται με τη διαδικασία συμβιβασμού ενώπιον των οικείων φορέων είναι ανύπαρκτα ή δεν προκύπτει ότι είναι σημαντικά. Εντούτοις, η άσκηση των δικαιωμάτων που απονέμει η οδηγία για την «καθολική υπηρεσία» θα μπορούσε να καταστεί ουσιαστικά αδύνατη ή εξαιρετικά δυσχερής για ορισμένους πολίτες, και ιδίως εκείνους που δεν διαθέτουν πρόσβαση στο διαδίκτυο, αν η πρόσβαση στη διαδικασία συμβιβασμού είναι δυνατή μόνον ηλεκτρονικώς. Επίσης, στο αιτούν δικαστήριο απόκειται να ελέγξει αν, σε εξαιρετικές περιπτώσεις κατά τις οποίες είναι αναγκαία η λήψη προσωρινών μέτρων, η διαδικασία συμβιβασμού είτε επιτρέπει είτε δεν εμποδίζει τη λήψη των μέτρων αυτών. Οι επίδικες εθνικές διατάξεις, οι οποίες αποσκοπούν σε ταχύτερη και ολιγότερο δαπανηρή διευθέτηση των διαφορών στον τομέα των ηλεκτρονικών επικοινωνιών, καθώς και σε μείωση του φόρτου εργασίας των δικαστηρίων, και επιδιώκουν, κατά συνέπεια, θεμιτούς σκοπούς γενικού συμφέροντος, ικανοποιούν την αρχή της αναλογικότητας. Πράγματι, αφενός, δεν υφίσταται ηπιότερη εναλλακτική λύση, δεδομένου ότι η εισαγωγή μιας καθαρά προαιρετικής εξώδικης διαδικασίας διευθετήσεως των διαφορών δεν αποτελεί εξίσου αποτελεσματικό μέσο για την επίτευξη των εν λόγω σκοπών. Αφετέρου, δεν υφίσταται πρόδηλη δυσαναλογία μεταξύ των σκοπών αυτών και των ενδεχομένων μειονεκτημάτων που προκαλεί ο υποχρεωτικός χαρακτήρας της εξώδικης διαδικασίας συμβιβασμού.
C-236-8/08, Google France & Google Inc., απόφαση της 23.3.2010 (μειζ. συνθ.)
Σήματα – Διαδίκτυο – Μηχανή αναζήτησης – Διαφήμιση με τη χρήση λέξεων κλειδιών (“keyword advertising”) – Εμφάνιση, βάσει λέξεων κλειδιών που αντιστοιχούν σε σήματα, συνδέσμων προς ιστοτόπους ανταγωνιστών των δικαιούχων των εν λόγω σημάτων ή προς ιστοτόπους στους οποίους προβάλλονται προϊόντα απομίμησης – Οδηγία 89/104/ΕΟΚ – Άρθρο 5 – Κανονισμός (ΕΚ) 40/94 – Άρθρο 9 – Ευθύνη του εκμεταλλευόμενου τη μηχανή αναζήτησης – Οδηγία 2000/31/ΕΚ (“οδηγία για το ηλεκτρονικό εμπόριο”) Υπηρεσία που προσφέρει η Google επ’ αμοιβή με την ονομασία «AdWords». Η υπηρεσία αυτή παρέχει τη δυνατότητα στους επιχειρηματίες, μέσω της επιλογής μιας ή περισσοτέρων λέξεων-κλειδιών, να εμφανίζεται, σε περίπτωση που οι εν λόγω λέξεις-κλειδιά συμπίπτουν με τις λέξεις που περιέχονται στην αναζήτηση που πραγματοποιεί ο χρήστης του Διαδικτύου με τη μηχανή αναζήτησης, ένας διαφημιστικός σύνδεσμος προς τον ιστότοπο του επιχειρηματία. Η αμοιβή προσδιορίζεται από τον αριθμό των κλικ στον διαφημιστικό σύνδεσμο. Περισσότεροι διαφημιζόμενοι μπορούν να επιλέξουν την ίδια λέξη-κλειδί. Στην περίπτωση αυτή, η σειρά εμφάνισης των διαφημιστικών τους συνδέσμων καθορίζεται ανάλογα με τη μέγιστη τιμή ανά κλικ, τον αριθμό των προηγούμενων κλικ στους συνδέσμους αυτούς και την ποιότητα της διαφήμισης όπως αυτή εκτιμήθηκε από την Google. Οι διαφορές της κύριας δίκης προέρχονται από τη χρήση, ως λέξεων-κλειδιών στο πλαίσιο υπηρεσίας αντιστοίχησης στο Διαδίκτυο, σημείων που αντιστοιχούν σε σήματα, χωρίς τη συγκατάθεση των δικαιούχων τους. Οι εν λόγω λέξεις-κλειδιά επιλέχθηκαν από πελάτες του παρέχοντος την υπηρεσία αντιστοίχησης ο οποίος τις δέχθηκε και τις αποθήκευσε. Οι πελάτες αυτοί εμπορεύονται απομιμήσεις των προϊόντων του δικαιούχου του σήματος (υπόθεση 236/08) ή είναι απλώς ανταγωνιστές του (υποθέσεις C 237/08 και C 238/08). Ο παρέχων την υπηρεσία αντιστοίχησης δραστηριοποιείται «στις συναλλαγές» όταν παρέχει τη δυνατότητα στους διαφημιζόμενους να επιλέξουν ως λέξεις-κλειδιά σημεία πανομοιότυπα με σήματα, αποθηκεύει τα σημεία αυτά και εμφανίζει τις διαφημίσεις των πελατών του με βάση τα εν λόγω σημεία, εντούτοις αυτό δεν σημαίνει ότι ο εν λόγω πάροχος «χρησιμοποιεί» ο ίδιος τα σημεία αυτά υπό την έννοια των άρθρων 5 της οδηγίας 89/104 και 9 του κανονισμού 40/94. Ο παρέχων υπηρεσία αντιστοίχησης στο Διαδίκτυο ο οποίος αποθηκεύει ως λέξη-κλειδί σημείο πανομοιότυπο με σήμα που χαίρει φήμης και οργανώνει την εμφάνιση διαφημίσεων βάσει αυτής της λέξης-κλειδιού δεν κάνει χρήση του εν λόγω σημείου υπό την έννοια των ανωτέρω ρυθμίσεων. Τα άρθρα 5, παρ. 1, στοιχ. α΄, της οδηγίας 89/104 και 9, παρ. 1, στοιχ. α΄, του κανονισμού 40/94 έχουν την έννοια ότι ο δικαιούχος σήματος μπορεί να απαγορεύσει σε διαφημιζόμενο να προβάλει, βάσει μιας λέξης-κλειδιού πανομοιότυπης με το εν λόγω σήμα την οποία ο διαφημιζόμενος αυτός επέλεξε χωρίς τη συγκατάθεση του εν λόγω δικαιούχου στο πλαίσιο υπηρεσίας αντιστοίχησης στο Διαδίκτυο, διαφήμιση για προϊόντα ή υπηρεσίες πανομοιότυπα με τα προϊόντα και τις υπηρεσίες για τις οποίες καταχωρίστηκε το εν λόγω σήμα, όταν η εν λόγω διαφήμιση δεν επιτρέπει ή επιτρέπει δυσχερώς στον μέσο χρήστη του Διαδικτύου να αντιληφθεί αν τα διαφημιζόμενα προϊόντα ή οι υπηρεσίες προέρχονται από τον δικαιούχο του σήματος ή από επιχείρηση που συνδέεται οικονομικώς με αυτόν ή αν, αντιθέτως, προέρχονται από τρίτον. Περιορισμός της ευθύνης που προβλέπεται στο άρθρο 14, παρ. 1, της οδηγίας 2000/31 σε περίπτωση «παροχής μιας υπηρεσίας της κοινωνίας της πληροφορίας η οποία συνίσταται στη μετάδοση πληροφοριών που παρέχει ο αποδέκτης της υπηρεσίας σε ένα δίκτυο επικοινωνιών ή στην παροχή πρόσβασης στο δίκτυο επικοινωνιών». Προκειμένου να εξακριβωθεί αν η ευθύνη του παρέχοντος υπηρεσίες αντιστοίχησης μπορεί να περιοριστεί βάσει της ως άνω ρύθμισης, είναι αναγκαίο να εξεταστεί αν ο ρόλος που διαδραματίζει ο εν λόγω πάροχος είναι ουδέτερος, στο μέτρο που η συμπεριφορά του είναι καθαρά τεχνική, αυτόματη και παθητική, γεγονός που συνεπάγεται ότι δεν είχε γνώση ή έλεγχο των στοιχείων που αποθηκεύει. Όταν ο εν λόγω παρέχων δεν είχε ενεργό ρόλο που θα του επέτρεπε να έχει γνώση ή έλεγχο των αποθηκευμένων στοιχείων, δεν μπορεί να θεωρηθεί υπεύθυνος για τα στοιχεία που αποθήκευσε κατόπιν αιτήματος διαφημιζόμενου, εκτός εάν, έχοντας λάβει γνώση του παράνομου χαρακτήρα των στοιχείων αυτών ή των δραστηριοτήτων του εν λόγω διαφημιζόμενου, δεν προέβη αμέσως σε ενέργειες για να τα αποσύρει ή να καταστήσει αδύνατη την πρόσβαση σ’ αυτά.
C 265/08, Federutility κ.ά., απόφαση της 20.4.2010 (μειζ. συνθ.)
Οδηγία 2003/55/ΕΚ (κοινοί κανόνες για την εσωτερική αγορά φυσικού αερίου) - Άρθρα 3 και 23 - Κρατική παρέμβαση στην τιμή παροχής από τις επιχειρήσεις φυσικού αερίου μετά την 1.7.2007 – Υποχρεώσεις δημόσιας υπηρεσίας – Άρθρο 106 παρ. 2 ΣΛΕΕ (πρώην άρθρο 86 παρ. 2 ΕΚ) Η οδηγία 2003/55, με την επιφύλαξη να πληρούνται οι όροι του άρθρου της 3, παρέχει τη δυνατότητα παρεμβάσεως του κράτους μέλους στον καθορισμό της τιμής παροχής φυσικού αερίου στον τελικό καταναλωτή μετά την 1.7.2007, προκειμένου να διασφαλίσουν ότι η τιμή αυτή διατηρείται σε λογικά επίπεδα. Από το γράμμα της παρ. 2 προκύπτει ότι τα μέτρα αυτά πρέπει να εξυπηρετούν το γενικό οικονομικό συμφέρον, να ορίζονται σαφώς, να είναι διαφανή, αμερόληπτα, επαληθεύσιμα και να διασφαλίζουν την ισότιμη πρόσβαση των επιχειρήσεων αερίου της Ένωσης στους εθνικούς καταναλωτές. Στην ίδια διάταξη προστίθεται ότι τα κράτη μέλη πρέπει να λαμβάνουν «πλήρως υπόψη» το άρθρο 106 ΣΛΕΕ, σύμφωνα με το οποίο πρέπει να τηρείται η αρχή της αναλογικότητας. Επομένως, οι υποχρεώσεις αυτές δεν επιτρέπεται να θίγουν τον ελεύθερο καθορισμό της τιμής παροχής φυσικού αερίου, παρά μόνον καθόσον απαιτείται για την υλοποίηση του σκοπού γενικού οικονομικού συμφέροντος τον οποίο επιδιώκουν. Πρώτον, η παρέμβαση αυτή πρέπει να είναι περιορισμένη, ως προς τη διάρκειά της, σε αυτό που είναι αυστηρώς αναγκαίο για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού προκειμένου, μεταξύ άλλων, να μη διαιωνίζεται μέτρο το οποίο, ως εκ της φύσεώς του, συνιστά εμπόδιο στην πραγματοποίηση λειτουργικής εγχώριας αγοράς φυσικού αερίου. Δεύτερον, η εφαρμοζόμενη μέθοδος παρεμβάσεως δεν πρέπει να βαίνει πέραν αυτού που είναι αναγκαίο προς επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού γενικού οικονομικού συμφέροντος. Τρίτον, η επιταγή περί αναλογικότητας πρέπει επίσης να εκτιμάται σε σχέση με το προσωπικό πεδίο εφαρμογής του μέτρου και, ειδικότερα, των δικαιούχων του (λ.χ. το μέτρο μπορεί να εφαρμόζεται στο σύνολο των ιδιωτών πελατών, των οποίων η κατανάλωση φυσικού αερίου υπερβαίνει ορισμένο κατώτατο όριο ή τα μέτρα ενδέχεται να διαφέρουν αναλόγως του αν απευθύνονται σε νοικοκυριά ή σε επιχειρήσεις ή αναλόγως του μεγέθους των επιχειρήσεων). Η προαναφερθείσα επιταγή περί αναλογικότητας δεν τηρείται, κατ’ αρχήν, αν το μέτρο ευνοεί κατά τον ίδιο τρόπο ιδιώτες και επιχειρήσεις, ως τελικούς καταναλωτές φυσικού αερίου, ενόψει της διαφορετικής κατάστασής τους. Τέλος, πρέπει να πληρούνται οι λοιπές προϋποθέσεις του άρθρου 3, παρ. 2, της οδηγίας, περί του σαφώς καθορισμένου, διαφανούς, αμερόληπτου (που δεν δημιουργεί δυσμενείς διακρίσεις μεταξύ των παρόχων φυσικού αερίου) και επαληθεύσιμου χαρακτήρα των επιβαλλόμενων υποχρεώσεων δημόσιας υπηρεσίας, καθώς και περί της ανάγκης ισότιμης προσβάσεως των επιχειρήσεων φυσικού αερίου της Ένωσης στους καταναλωτές.
C 175/08 κ.λπ., Salahadin Abdulla κ.λπ., απόφαση της 2.3.2010 (μειζ. συνθ.)
Οδηγία 2004/83/EΚ – Ελάχιστες απαιτήσεις σχετικά με τις προϋποθέσεις χορηγήσεως καθεστώτος πρόσφυγα ή καθεστώτος επικουρικής προστασίας –Παύση του καθεστώτος πρόσφυγα λόγω μεταβολής των συνθηκών – Άρθρο 11 – Απόδειξη – Άρθρο 14, παρ. 2 Το άρθρο 11, παρ. 1, στοιχ. ε΄, της οδηγίας έχει την έννοια ότι: – πρόσωπο παύει να υπάγεται στο καθεστώς πρόσφυγα όταν, λόγω ουσιαστικής και μη προσωρινής μεταβολής των συνθηκών στο οικείο τρίτο κράτος, αφενός, έχουν εξαλειφθεί οι περιστάσεις βάσει των οποίων υπήχθη στο καθεστώς του πρόσφυγα και οι οποίες δικαιολογούσαν τον φόβο του ότι θα υποστεί δίωξη για έναν από τους λόγους του άρθρο 2, στοιχ. γ΄, της οδηγίας, αφετέρου, δεν υφίστανται άλλοι λόγοι που να του προκαλούν φόβο ότι θα «υποστεί δίωξη» κατά την έννοια του άρθρου 2, στοιχ. γ΄, της οδηγίας, – προκειμένου να αξιολογήσουν τη μεταβολή των συνθηκών, οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους πρέπει να επαληθεύσουν, λαμβανομένης υπόψη της ατομικής καταστάσεως του πρόσφυγα, ότι ο φορέας ή οι φορείς προστασίας, που αναφέρονται στο άρθρο 7, παράγραφος 1, της οδηγίας, έλαβαν εύλογα μέτρα για να αποτρέψουν τη δίωξη, ότι επομένως διαθέτουν, μεταξύ άλλων, αποτελεσματικό νομικό σύστημα για τον εντοπισμό, την ποινική δίωξη και τον κολασμό πράξεων που συνιστούν δίωξη, και ότι ο ενδιαφερόμενος πρόσφυγας θα έχει πρόσβαση στην προστασία αυτή, σε περίπτωση παύσεως της υπαγωγής του στο καθεστώς πρόσφυγα, – στους φορείς προστασίας, που αναφέρονται στο άρθρο 7, παρ. 1, της οδηγίας, μπορούν να συγκαταλέγονται διεθνείς οργανισμοί, που ελέγχουν το κράτος ή ουσιώδες μέρος του εδάφους του, μεταξύ άλλων, μέσω παρουσίας πολυεθνικής δυνάμεως στο εν λόγω έδαφος. Το κριτήριο της πιθανολόγησης εφαρμόζεται κατά την εκτίμηση της σοβαρότητας του κινδύνου πραγματικών πράξεων διώξεως στο πλαίσιο της συνεργασίας κράτους μέλους και ενδιαφερόμενου, στην οποία αναφέρονται τα άρθρα 4, παρ. 1, και 14, παρ. 2, της οδηγίας. Ο βαθμός δυσκολίας αναφορικά, καταρχάς, με τη συγκέντρωση των σχετικών στοιχείων προκειμένου να εκτιμηθούν οι περιστάσεις ενδέχεται, υπό το πρίσμα και μόνον του υποστατού των πραγματικών περιστατικών, να αποδειχθεί περισσότερο ή λιγότερο υψηλός, ανάλογα με την περίπτωση. Συναφώς, πρόσωπο που, έχοντας διαμείνει ως πρόσφυγας εκτός της χώρας καταγωγής του για πολλά έτη, επικαλείται άλλες περιστάσεις, προκειμένου να δικαιολογήσει φόβο ότι θα υποστεί δίωξη, δεν έχει, κατά κανόνα, τις ίδιες δυνατότητες να αξιολογήσει τον κίνδυνο στον οποίο θα εξετίθετο στη χώρα καταγωγής του, σε σχέση με κάποιον αιτούντα που εγκατέλειψε προσφάτως τη χώρα καταγωγής του. Αντιθέτως το επίπεδο των απαιτήσεων που πρέπει, εν συνεχεία, να διέπει την εκτίμηση των συγκεντρωθέντων στοιχείων δεν ποικίλλει, τόσο κατά το στάδιο εξετάσεως αιτήσεως για τη χορήγηση καθεστώτος πρόσφυγα, όσο και κατά το στάδιο εξετάσεως του ζητήματος αναφορικά με τη διατήρηση του εν λόγω καθεστώτος, όταν, αφού διαπιστωθεί ότι έχουν εκλείψει οι περιστάσεις που δικαιολόγησαν τη χορήγησή του, εκτιμώνται άλλες περιστάσεις οι οποίες έχουν ενδεχομένως προκαλέσει βάσιμο φόβο διώξεως.
C 175/08 κ.λπ., Salahadin Abdulla κ.λπ., απόφαση της 2.3.2010 (μειζ. συνθ.)
Προδικαστικά ερωτήματα – Αρμοδιότητα του Δικαστηρίου – Εθνικές ρυθμίσεις που αφορούν σε κατάσταση αμιγώς εσωτερικής φύσης και παραπέμπουν στο περιεχόμενο κοινοτικών διατάξεων Εφόσον τα εθνικά δικαστήρια υποβάλλουν ερωτήματα που αφορούν την ερμηνεία διατάξεως του κοινοτικού δικαίου, το Δικαστήριο οφείλει καταρχήν να αποφαίνεται. Πράγματι, ούτε από το γράμμα των άρθρων 68 ΕΚ και 234 ΕΚ, ούτε από το αντικείμενο της προβλεπόμενης από το άρθρο 234 ΕΚ διαδικασίας προκύπτει ότι πρόθεση των συντακτών της Συνθήκης ήταν να αποκλείσουν από την αρμοδιότητα του Δικαστηρίου τις αιτήσεις εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως που αφορούν οδηγία, στην ειδική περίπτωση κατά την οποία το εθνικό δίκαιο κράτους μέλους παραπέμπει στο περιεχόμενο των διατάξεων της οδηγίας αυτής προκειμένου να προσδιοριστούν οι κανόνες που θα εφαρμοστούν σε αμιγώς εσωτερικής φύσεως κατάσταση του κράτους αυτού. Σε μία τέτοια περίπτωση, υφίσταται οπωσδήποτε κοινοτικό συμφέρον να ερμηνεύονται ομοιόμορφα οι διατάξεις που συμπίπτουν με διατάξεις του κοινοτικού δικαίου, ανεξαρτήτως των συνθηκών υπό τις οποίες εφαρμόζονται, προκειμένου να αποφεύγονται στο μέλλον ερμηνευτικές αποκλίσεις (βλ. C-3/04, Poseidon Chartering, σκ. 15 και 16).
C 135/08, Rottmann, απόφαση της 2.3.2010 (μειζ. συνθ.)
Ιθαγένεια ΕΕ – Ζήτημα εάν το άρθρο 17 ΕΚ απαγορεύει σε ένα κράτος μέλος να ανακαλεί την πράξη απονομής της ιθαγένειάς του σε πολίτη της Ένωσης, ιθαγένειας την οποία απέκτησε κατόπιν πολιτογράφησης ο ενδιαφερόμενος χάρη σε απάτη, εφόσον η ανάκληση αυτή στερεί από τον ενδιαφερόμενο την ιδιότητα του πολίτη της Ένωσης και τα συνακόλουθα δικαιώματα και τον καθιστά ανιθαγενή, δεδομένου ότι η κτήση της ιθαγένειας του εν λόγω κράτους μέλους κατόπιν πολιτογράφησης είχε ως συνέπεια να απολέσει ο ενδιαφερόμενος την ιθαγένεια του κράτους μέλους καταγωγής του – Αρχή της αναλογικότητας Ο καθορισμός των προϋποθέσεων κτήσης και απώλειας της ιθαγένειας εμπίπτει, σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο, στην αρμοδιότητα κάθε κράτους μέλους. Δεδομένου, όμως, ότι η ιδιότητα του πολίτη της Ένωσης τείνει να αποτελέσει τη θεμελιώδη ιδιότητα των υπηκόων των κρατών μελών και το άρθρο 17, παρ. 2, ΕΚ συναρτά προς την ιδιότητα αυτή τις υποχρεώσεις και τα δικαιώματα που προβλέπονται από τη Συνθήκη ΕΚ, τα κράτη μέλη, κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων τους στον τομέα της ιθαγένειας, οφείλουν να τηρούν το δίκαιο της Ένωσης [πρβλ. C 274/96, Bickel και Franz, σκ. 17 (εθνική ρύθμιση ποινικού ουσιαστικού και δικονομικού δικαίου), C-148/02, Garcia Avello, σκ. 25 (εθνικές διατάξεις που ρύθμιζαν το όνομα), C-403/03, Schempp, σκ. 19 (εθνικές διατάξεις περί άμεσης φορολογίας), και C-145/04, Ισπανία κατά Ηνωμένου Βασιλείου, σκ. 78 (εθνικές διατάξεις για το δικαίωμα του εκλέγειν και εκλέγεσθαι στις εκλογές του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου)]. Η απόφαση για ανάκληση της πολιτογράφησης λόγω τέλεσης απάτης στηρίζεται σε λόγο αναγόμενο στο γενικό συμφέρον. Είναι συναφώς θεμιτό να θέλει το κράτος μέλος να προστατεύσει αφενός την ιδιαίτερη σχέση αλληλεγγύης και πίστης που υπάρχει μεταξύ του κράτους και των υπηκόων του και αφετέρου την αμοιβαιότητα δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που αποτελούν το θεμέλιο του δεσμού της ιθαγένειας. Επομένως είναι καταρχήν νόμιμη τέτοια απόφαση. Τούτο επιβεβαιώνεται από τις εφαρμοστέες διατάξεις της Σύμβασης για την εξάλειψη της ανιθαγένειας (άρ. 8 παρ. 2) και της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την ιθαγένεια (άρ. 7 παρ. 1 και 3). Εντούτοις, στην περίπτωση αυτή εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να εξακριβώσει κατά πόσον η επίμαχη στην κύρια δίκη πράξη ανάκλησης τηρεί την αρχή της αναλογικότητας, όσον αφορά τις συνέπειές της για τον ενδιαφερόμενο από την άποψη του δικαίου της Ένωσης. Κατά συνέπεια, με δεδομένη τη σημασία που προσδίδει το πρωτογενές δίκαιο στην ιδιότητα του πολίτη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, πρέπει, κατά την εξέταση των πράξεων ανάκλησης της πολιτογράφησης, να λαμβάνονται υπόψη οι συνέπειες που έχει ενδεχομένως η οικεία πράξη για τον ενδιαφερόμενο και για τα μέλη της οικογένειάς του, όσον αφορά την απώλεια των δικαιωμάτων που απονέμονται σε κάθε πολίτη της Ένωσης. Από την άποψη αυτή έχει σημασία να εξακριβώνεται, μεταξύ άλλων, αν η απώλεια αυτή είναι δικαιολογημένη σε σχέση με τη βαρύτητα της παράβασης που έχει τελέσει ο ενδιαφερόμενος, με τον χρόνο που έχει παρέλθει μεταξύ της απόφασης πολιτογράφησης και της απόφασης ανάκλησής της και με τη δυνατότητά του να ανακτήσει την αρχική του ιθαγένεια. Όσον αφορά ειδικότερα το τελευταίο αυτό σημείο, το κράτος μέλος του οποίου την ιθαγένεια απέκτησε ο ενδιαφερόμενος χάρη σε απάτη δεν είναι δυνατόν να θεωρηθεί υποχρεωμένο, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 17 ΕΚ, να μην προβεί στην ανάκληση της πολιτογράφησης για τον λόγο και μόνον ότι ο ενδιαφερόμενος δεν ανακτά την ιθαγένεια του κράτους μέλους της καταγωγής του. Στο εθνικό δικαστήριο εναπόκειται επίσης να εκτιμήσει κατά πόσον η τήρηση της αρχής της αναλογικότητας απαιτεί, ενόψει όλων των κρίσιμων περιστάσεων, να προβλέπεται ότι ο ενδιαφερόμενος θα έχει στη διάθεσή του, πριν αρχίσει να παράγει αποτελέσματα η απόφαση ανάκλησης της πολιτογράφησης, ένα εύλογο χρονικό διάστημα εντός του οποίου θα πρέπει να επιδιώξει να ανακτήσει την ιθαγένεια του κράτους μέλους της καταγωγής του.
C 578/08, Chakroun, απόφαση της 4.3.2010
Οδηγία 2003/86/ΕΚ – Δικαίωμα οικογενειακής επανένωσης – Δικαίωμα στο σεβασμό του ιδιωτικού βίου – Χρόνος δημιουργίας των οικογενειακών δεσμών (πριν ή μετά την είσοδο του συντηρούντος στο κράτος) – Διάκριση ανάλογα με το χρόνο αυτό σχετικά με την προϋπόθεση περί πόρων Το άρθρο 2, αρχή και στοιχ. δ΄, της οδηγίας ορίζει την οικογενειακή επανένωση χωρίς να διακρίνει ανάλογα με τον χρόνο τελέσεως του γάμου των συζύγων, δεδομένου ότι διευκρινίζει ότι η επανένωση αυτή πρέπει να νοείται ως η είσοδος και η διαμονή στο κράτος μέλος υποδοχής των μελών της οικογένειας, προκειμένου να διατηρηθεί η οικογενειακή ενότητα, «ασχέτως εάν οι οικογενειακοί δεσμοί δημιουργήθηκαν πριν ή μετά την είσοδο του διαμένοντος». Μόνον το σχετικό με τους πρόσφυγες άρθρο 9, παρ. 2, της οδηγίας προβλέπει ότι τα «κράτη μέλη μπορούν να περιορίζουν την εφαρμογή [των διατάξεων του κεφαλαίου V της οδηγίας] στους πρόσφυγες των οποίων οι οικογενειακοί δεσμοί είναι προγενέστεροι της εισόδου τους». Η διάταξη αυτή εξηγείται από την ευνοϊκότερη μεταχείριση της οποίας απολαύουν οι πρόσφυγες κατά την άφιξή τους στη χώρα. Η ερμηνεία αυτή επιρρωννύεται από την έκτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας, η οποία αναφέρεται «στην προστασία της οικογένειας και τη δημιουργία ή διατήρηση οικογενειακού βίου». Εξάλλου, η ερμηνεία αυτή είναι σύμφωνη με το άρθρο 8 της ΕΣΔΑ και το άρθρο 7 του Χάρτη, τα οποία ουδόλως διακρίνουν ανάλογα με τις περιστάσεις ή τον χρόνο δημιουργίας της οικογένειας. Η οδηγία, ιδίως δε το άρθρο 2, αρχή και στοιχ. δ΄, έχει την έννοια ότι η διάταξη αυτή δεν επιτρέπει την εφαρμογή εθνικής ρυθμίσεως η οποία, όσον αφορά τη σχετική με τους πόρους προϋπόθεση του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, της οδηγίας διακρίνει ανάλογα με το αν οι οικογενειακοί δεσμοί έχουν δημιουργηθεί πριν ή μετά την είσοδο του συντηρούντος στο κράτος μέλος υποδοχής.
C 578/08, Chakroun, απόφαση της 4.3.2010
Οδηγία 2003/86/ΕΚ – Δικαίωμα οικογενειακής επανένωσης – Επαρκείς πόροι και προσφυγή στο σύστημα κοινωνικής αρωγής Υποχρέωση των κρατών μελών να επιτρέπουν την οικογενειακή επανένωση ορισμένων μελών της οικογένειας του συντηρούντος. Το άρθρο 7, παρ. 1, αρχή και στοιχ. γ΄, της οδηγίας 2003/86 επιτρέπει στα κράτη μέλη να απαιτήσουν να προσκομίσει ο συντηρών αποδεικτικά στοιχεία ότι διαθέτει σταθερούς και τακτικούς πόρους, επαρκείς για τη συντήρηση του ιδίου και των μελών της οικογένειάς του, χωρίς να απαιτείται «προσφυγή στο σύστημα κοινωνικής αρωγής» του συγκεκριμένου κράτους μέλους. Δεδομένου ότι η έκταση των αναγκών διαφέρει κατά πολύ από άτομο σε άτομο, το γεγονός ότι επιτρέπεται η οικογενειακή επανένωση έχει την έννοια ότι τα κράτη μέλη μπορούν μεν να καθορίζουν ένα ποσό ως ποσό αναφοράς, πλην όμως όχι υπό την έννοια ότι μπορούν να επιβάλλουν ένα ελάχιστο όριο εισοδήματος η μη επίτευξη του οποίου να έχει ως συνέπεια την απόρριψη οποιασδήποτε αιτήσεως περί οικογενειακής επανένωσης, χωρίς να εξετάζεται συγκεκριμένα η κατάσταση εκάστου αιτούντος. Η ερμηνεία αυτή επιρρωννύεται από το άρθρο 17 της οδηγίας, το οποίο επιβάλλει εξατομικευμένη εξέταση των αιτήσεων επανένωσης. Ο καθορισμός εισοδήματος ίσου προς το 120 % του κατώτατου μισθού εργαζομένου ηλικίας 23 ετών ως ποσού αναφοράς, του οποίου η υπέρβαση αποκλείει, καταρχήν, οποιαδήποτε παροχή κοινωνικής αρωγής, δεν εξυπηρετεί τον σκοπό του ατομικού προσδιορισμού της υπάρξεως τακτικών πόρων διαβιώσεως. Η φράση «προσφυγή στο σύστημα κοινωνικής αρωγής» που περιλαμβάνεται στην προαναφερόμενη διάταξη έχει την έννοια ότι απαγορεύει σε κράτος μέλος να θεσπίζει ρύθμιση περί οικογενειακής επανένωσης έχουσα ως συνέπεια την μη παροχή της δυνατότητας αυτής σε συντηρούντα ο οποίος έχει προσκομίσει αποδεικτικά στοιχεία ότι διαθέτει σταθερούς και τακτικούς πόρους, επαρκείς για την κάλυψη των γενικώς αναγκαίων εξόδων διαβιώσεως του ιδίου και των μελών της οικογένειάς του, ο οποίος όμως, παρά ταύτα, λαμβανομένου υπόψη του επιπέδου των εισοδημάτων του, μπορεί να ζητήσει ειδική αρωγή για την αντιμετώπιση ιδιαιτέρων, επί ατομικής βάσεως καθοριζομένων και αναγκαίων, εξόδων διαβιώσεως, καθώς και εξαρτώμενες από το εισόδημα επιστροφές φόρων εκ μέρους οργανισμών τοπικής αυτοδιοικήσεως ή ενισχυτικά του εισοδήματος μέτρα στο πλαίσιο της περί ελαχίστου εισοδήματος πολιτικής δήμων ή κοινοτήτων.
C 297/08, Επιτροπή κατά Ιταλίας, απόφαση της 4.3.2010
Οδηγία 2006/12/ΕΚ – Άρθρα 4 και 5 – Διαχείριση των αποβλήτων – Σχέδια διαχειρίσεως – Κατάλληλο και ολοκληρωμένο δίκτυο εγκαταστάσεων διαθέσεως των αποβλήτων Ένα από τα σημαντικότερα μέτρα που πρέπει να λάβουν τα κράτη μέλη στο πλαίσιο της υποχρεώσεως που υπέχουν, δυνάμει της οδηγίας 2006/12, να εκπονήσουν σχέδια διαχειρίσεως είναι η προβλεπόμενη από το άρθρο 5, παρ. 2, της οδηγίας επεξεργασία των αποβλήτων στην πλησιέστερη εγκατάσταση. Συναφώς, το Δικαστήριο έχει αποφανθεί ότι τα κριτήρια για την επιλογή της θέσεως των εγκαταστάσεων διαθέσεως των αποβλήτων πρέπει να καθορίζονται υπό το πρίσμα των σκοπών της οδηγίας 2006/12 στους οποίους συγκαταλέγονται κυρίως η προστασία της υγείας και του περιβάλλοντος καθώς και η δημιουργία ολοκληρωμένου και κατάλληλου δικτύου εγκαταστάσεων διαθέσεως των αποβλήτων, το οποίο πρέπει ιδίως να καθιστά δυνατή τη διάθεση των αποβλήτων σε μία από τις πλησιέστερες κατάλληλες εγκαταστάσεις. Συνεπώς, αυτά τα κριτήρια επιλογής θέσεως πρέπει να συνίστανται, ιδίως, στην απόσταση των εν λόγω χώρων από τις κατοικημένες περιοχές όπου παράγονται τα απόβλητα, στην απαγόρευση δημιουργίας εγκαταστάσεων πλησίον ευαίσθητων ζωνών και στην ύπαρξη κατάλληλων υποδομών για τη μεταφορά των αποβλήτων, όπως τη σύνδεση με δίκτυα μεταφοράς (βλ. C 53/02, Commune de Braine-le-Château, σκέψη 34). Μολονότι το άρθρο 5 της οδηγίας 2006/12 επιτρέπει τη διαπεριφερειακή συνεργασία όσον αφορά τη διαχείριση και τη διάθεση των αποβλήτων, ή ακόμη και τη συνεργασία μεταξύ κρατών μελών, εντούτοις εν προκειμένω δεν κατέστη δυνατό, έστω και με τη βοήθεια άλλων περιφερειών της Ιταλίας και των γερμανικών αρχών, να αποκατασταθεί το δομικό έλλειμμα σε αναγκαίες εγκαταστάσεις για τη διάθεση των αστικών αποβλήτων που παράγονται στην Περιφέρεια Καμπανίας. Τούτο μαρτυρούν οι μεγάλες ποσότητες αποβλήτων που συσσωρεύτηκαν στο οδικό δίκτυο της ως άνω περιφέρειας.
C 197/08, Επιτροπή κατά Γαλλίας, απόφαση της 4.3.2010
Οδηγία 95/59/ΕΚ – Φόροι, εκτός των φόρων κύκλου εργασιών, επί της καταναλώσεως επεξεργασμένων καπνών – Άρθρο 9, παρ. 1 – Μη συμβατή εθνική ρύθμιση επιβάλλουσα ένα κατώτατο όριο τιμής λιανικής πωλήσεως τσιγάρων Το άρθρο 8, παρ. 1, της οδηγίας 95/59 αυτής προβλέπει ότι στα παρασκευαζόμενα εντός της Κοινότητας και στα εισαγόμενα από τρίτες χώρες τσιγάρα επιβάλλεται εντός κάθε κράτους μέλους αναλογικός ειδικός φόρος καταναλώσεως υπολογιζόμενος επί της μέγιστης τιμής λιανικής πωλήσεως, περιλαμβανομένων των δασμών, καθώς και πάγιος φόρος καπνού υπολογιζόμενος ανά μονάδα προϊόντος. Επιπροσθέτως, από την έβδομη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 95/59 προκύπτει ότι οι απαιτήσεις του ανταγωνισμού προϋποθέτουν ένα σύστημα ελευθέρως διαμορφούμενων τιμών για όλες τις κατηγορίες επεξεργασμένων καπνών. Συναφώς, το άρθρο 9, παρ. 1, εδαφ. β΄, της οδηγίας αυτής προβλέπει ότι οι καπνοβιομήχανοι ή, ενδεχομένως, οι αντιπρόσωποι ή εντολοδόχοι τους στην Κοινότητα, καθώς και οι εισαγωγείς από τρίτες χώρες, καθορίζουν ελεύθερα τα ανώτατα όρια τιμής λιανικής πωλήσεως για καθένα από τα προϊόντα τους, έτσι ώστε να διασφαλίζεται η ουσιαστική ανάπτυξη του ανταγωνισμού μεταξύ τους. Εντούτοις, η εκ μέρους των δημοσίων αρχών επιβολή ενός κατωτάτου ορίου τιμής λιανικής πωλήσεως έχει ως αποτέλεσμα ότι, εν πάση περιπτώσει, το ανώτατο όριο τιμής λιανικής πωλήσεως που ορίζουν οι καπνοβιομήχανοι και οι εισαγωγείς δεν μπορεί να είναι χαμηλότερο από αυτό το υποχρεωτικό κατώτατο όριο τιμής. Συνεπώς, σύστημα κατωτάτου ορίου τιμής λιανικής πωλήσεως επεξεργασμένων προϊόντων καπνού δεν μπορεί να είναι σύμφωνο προς το άρθρο 9, παρ. 1, της οδηγίας 95/59 αν δεν είναι έτσι διαμορφωμένο ώστε να αποκλείει, σε κάθε περίπτωση, περιορισμό του ανταγωνιστικού πλεονεκτήματος που μπορεί να προκύπτει, για ορισμένους καπνοβιομηχάνους ή εισαγωγείς τέτοιων προϊόντων, από ενδεχόμενο χαμηλότερο κόστος και, επομένως, στρέβλωση του ανταγωνισμού. Πάντως, αν τα κράτη μέλη επιθυμούν να εξαλείψουν οριστικά κάθε δυνατότητα των καπνοβιομηχάνων ή των εισαγωγέων να απαμβλύνουν, ακόμα και πρόσκαιρα, την επίπτωση των φόρων επί των τιμών λιανικής των επεξεργασμένων καπνών με την πώλησή τους κάτω του κόστους, έχουν τη δυνατότητα, μεταξύ άλλων, να απαγορεύουν την πώληση επεξεργασμένων προϊόντων καπνού σε τιμή χαμηλότερη από το άθροισμα της τιμής κόστους και του συνόλου των φόρων, παρέχοντας παράλληλα με τον τρόπο αυτόν τη δυνατότητα στους καπνοβιομηχάνους και στους εισαγωγείς να εκμεταλλεύονται ουσιαστικά το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα που προκύπτει ενδεχομένως από χαμηλότερο κόστος κτήσεως Η επίμαχη εθνική ρύθμιση επιβάλλει στους καπνοβιομηχάνους και στους εισαγωγείς ένα κατώτατο όριο τιμής λιανικής πωλήσεως τσιγάρων στη Γαλλία, που αντιστοιχεί στο 95 % της μέσης τιμής των προϊόντων αυτών, ενώ παράλληλα απαγορεύει την πώληση κάθε προϊόντος καπνού σε τιμή χαμηλότερη από την καθοριζόμενη. Το εν λόγω σύστημα προσβάλλει την ελευθερία των καπνοβιομηχάνων και των εισαγωγέων να προσδιορίζουν τα ανώτατα όρια των τιμών λιανικής πωλήσεως, ελευθερία την οποία διασφαλίζει το άρθρο 9, παρ. 1, εδαφ. β΄, της οδηγίας 95/59. Αντιθέτως προς τους ισχυρισμούς της Γαλλίας, το επίμαχο σύστημα δεν εμπίπτει στην εξαίρεση την οποία προβλέπει το άρθρο 9, παρ. 1, εδαφ. γ΄, κατά την οποία «Η διάταξη του δευτέρου εδαφίου δεν εμποδίζει την εφαρμογή των εθνικών νομοθεσιών όσον αφορά τον έλεγχο των τιμών ή την τήρηση των επιβαλλόμενων τιμών, εφόσον οι νομοθεσίες αυτές δεν αντιβαίνουν προς την κοινοτική νομοθεσία.» Αφενός, η έκφραση «έλεγχος των επιβαλλομένων τιμών» αφορά τις εθνικές νομοθεσίες γενικού χαρακτήρα, για παράδειγμα εκείνες που αποσκοπούν στη συγκράτηση των τιμών. Αφετέρου, η έκφραση «τήρηση των επιβαλλομένων τιμών» πρέπει να νοείται, στο πλαίσιο του μηχανισμού φορολογήσεως του καπνού, ως ορίζουσα τιμή η οποία, από τη στιγμή του καθορισμού της από τον καπνοβιομήχανο ή τον εισαγωγέα και της εγκρίσεώς της από τη δημόσια αρχή, επιβάλλεται ως ανώτατο όριο τιμής και πρέπει να ακολουθείται ως τέτοια σε όλα τα στάδια της εμπορικής διανομής μέχρι την πώληση στον καταναλωτή, καθόσον η λειτουργία του εν λόγω μηχανισμού καθορισμού των τιμών έγκειται στην αποφυγή του ενδεχομένου να θίγεται το σύστημα των δημοσιονομικών εσόδων μέσω της υπερβάσεως της επιβαλλομένης τιμής. Επιπλέον η Σύμβαση-πλαίσιο της Παγκόσμιας Οργάνωσης Υγείας για την καταπολέμηση του καπνίσματος, που υπογράφηκε στη Γενεύη στις 21 Μαΐου 2003 και εγκρίθηκε με την απόφαση 2004/513/ΕΚ του Συμβουλίου σύμβαση αυτή δεν επιβάλλει στα συμβαλλόμενα μέρη καμία συγκεκριμένη υποχρέωση έναντι της πολιτικής τιμών στον τομέα των προϊόντων καπνού, αλλά απλώς περιγράφει τις ενδεχόμενες λύσεις ώστε να ληφθούν υπόψη σκοποί εθνικού χαρακτήρα όσον αφορά την καταπολέμηση του καπνίσματος. Πράγματι, το άρθρο 6, παρ. 2, της Συμβάσεως αυτής απλώς προβλέπει ότι τα συμβαλλόμενα μέρη θεσπίζουν ή διατηρούν σε ισχύ μέτρα «τα οποία μπορούν να περιλαμβάνουν» την υιοθέτηση φορολογικής πολιτικής και, «ανάλογα με την περίπτωση», τιμολογιακής πολιτικής όσον αφορά τα προϊόντα καπνού. Διαπιστώνεται παράβαση του άρθρου 9 παρ. 1 της οδηγίας 95/59.
C-518/07, Επιτροπή κατά Γερμανίας, απόφαση της 9.3.2010 (μειζ. συνθ.)
Οδηγία 95/46/ΕΚ – Προστασία των φυσικών προσώπων από την επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών – Επιταγή περί ανεξαρτησίας των εθνικών αρχών ελέγχου (άρθρο 28 παρ. 1) – Διοικητική εποπτεία ασκούμενη επί των αρχών αυτών – Δημοκρατική αρχή (άρθρο 6 παρ. 1 ΕΕ) – Αρχές της αναλογικότητας και της επικουρικότητας Το άρθρο 28, παρ. 1, της οδηγίας 95/46 έχει την έννοια ότι οι αρχές ελέγχου που είναι αρμόδιες για την επίβλεψη της επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα στον εκτός του δημοσίου τομέα πρέπει να απολαύουν ανεξαρτησίας η οποία τους παρέχει τη δυνατότητα να ασκούν τα καθήκοντά τους χωρίς εξωτερική επιρροή. Η ανεξαρτησία αυτή αποκλείει όχι μόνον κάθε εξωτερική επιρροή εκ μέρους των ελεγχομένων οργανισμών, αλλά και κάθε εντολή και κάθε άλλη εξωτερική επιρροή, άμεση ή έμμεση, η οποία θα μπορούσε να διακυβεύσει την εκ μέρους των εν λόγω αρχών εκπλήρωση των καθηκόντων τους που συνίσταται στην επίτευξη της προσήκουσας ισορροπίας μεταξύ της προστασίας του δικαιώματος στην ιδιωτική ζωή και της ελεύθερης κυκλοφορίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Εν προκειμένω, η κρατική εποπτεία επιτρέπει κατ’ αρχήν στην κυβέρνηση του οικείου Land ή σε ένα όργανο της διοικητικής αρχής που υπακούει στις εντολές της κυβερνήσεως αυτής να επηρεάζει άμεσα ή έμμεσα τις αποφάσεις των αρχών ελέγχου ή, ενδεχομένως, να ακυρώνει και να αντικαθιστά τις αποφάσεις αυτές. Η εποπτεία αυτή δεν συμβιβάζεται με την ανωτέρω επιταγή περί ανεξαρτησίας. Απορρίπτεται ο ισχυρισμός της Γερμανίας ότι η δημοκρατική αρχή αντιβαίνει στην ευρεία ερμηνεία της εν λόγω επιταγής περί ανεξαρτησίας, διότι επιβάλλει την υποταγή της διοικήσεως στις εντολές της κυβερνήσεως η οποία είναι υπεύθυνη ενώπιον του κοινοβουλίου και, συνεπώς, οι παρεμβάσεις που αφορούν τα δικαιώματα των πολιτών και των επιχειρήσεων πρέπει να υπόκεινται στον έλεγχο νομιμότητας του αρμόδιου υπουργού. Η αρχή αυτή, που απορρέει από την κοινοτική έννομη τάξη και θεσπίστηκε ρητώς με το άρθρο 6, παρ. 1, ΕΕ ως ένα από τα θεμέλια της ΕΕ, δεν αντιβαίνει στην ύπαρξη δημοσίων αρχών κειμένων εκτός της κλασικής ιεραρχικής διοικήσεως και κατά το μάλλον ή ήττον ανεξαρτήτων της κυβερνήσεως. Η ύπαρξη και οι συνθήκες λειτουργίας των αρχών αυτών απορρέουν, εντός των κρατών μελών, από τον νόμο ή ακόμη, εντός ορισμένων κρατών μελών, από το Σύνταγμα και οι αρχές αυτές υποχρεούνται να τηρούν τον νόμο υπό τον έλεγχο των αρμοδίων δικαστηρίων. Βεβαίως, δεν νοείται η έλλειψη κάθε κοινοβουλευτικής επιρροής επί των αρχών αυτών ούτε άλλωστε επιβάλλεται έλλειψη τέτοιας επιρροής από την οδηγία 95/46. Ως εκ τούτου, αφενός, τα πρόσωπα που αναλαμβάνουν τη διεύθυνση των αρχών ελέγχου μπορούν να διορίζονται από τη βουλή ή την κυβέρνηση. Αφετέρου, ο νομοθέτης μπορεί να καθορίσει τις αρμοδιότητες των εν λόγω αρχών. Επιπλέον, ο νομοθέτης μπορεί να επιβάλει στις αρχές ελέγχου την υποχρέωση να λογοδοτούν για τις δραστηριότητές τους στο κοινοβούλιο. Απορρίπτεται και η επιχειρηματολογία της Γερμανίας περί παραβίασης των αρχών της επικουρικότητας και της αναλογικότητας, καθόσον η ανωτέρω ερμηνεία της περί ανεξαρτησίας επιταγής του άρθρου 28, παρ. 1, της οδηγίας 95/46 δεν υπερβαίνει το μέτρο του αναγκαίου για την επίτευξη των σκοπών της Συνθήκης ΕΚ. Διαπιστώνεται παράβαση της οδηγίας από τη Γερμανία.
C 378/08, Raffinerie Mediterranee (ERG) κ.λπ., απόφαση της 9.3.2010 (μειζ. συνθ.)
Αρχή “ο ρυπαίνων πληρώνει” – Οδηγία 2004/35/ΕΚ – Περιβαλλοντική ευθύνη –Εθνική ρύθμιση η οποία παρέχει τη δυνατότητα στην αρμόδια αρχή να επιβάλει στους φορείς εκμεταλλεύσεως, λόγω της εγγύτητας των εγκαταστάσεών τους με τη μολυσμένη ζώνη, μέτρα αποκαταστάσεως περιβαλλοντικής ζημίας, χωρίς προηγουμένως να έχει εξετάσει το γεγονός που αποτέλεσε την πηγή ρυπάνσεως ούτε να έχει διαπιστώσει την ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της εν λόγω ζημίας και των φορέων αυτών ούτε και την πλήρωση των υποκειμενικών προϋποθέσεων δόλου ή πταίσματος των εν λόγω φορέων Δεδομένου ότι το άρθρο 174 ΕΚ, το οποίο θέτει την αρχή «ο ρυπαίνων πληρώνει», αφορά τη δράση της Κοινότητας, δεν μπορεί να γίνει επίκληση της διατάξεως αυτής από ιδιώτες προκειμένου να αποκλεισθεί η εφαρμογή εθνικής ρυθμίσεως, όπως αυτή της κύριας δίκης, που παρεμβαίνει σε τομέα σχετικό με την πολιτική περιβάλλοντος, εφόσον δεν εφαρμόζεται καμία κοινοτική ρύθμιση ληφθείσα δυνάμει του άρθρου 175 ΕΚ που να καλύπτει ειδικώς τη σχετική δράση. Όπως προκύπτει από τη δέκατη τρίτη αιτιολογική σκέψη και τα άρθρα 4, παρ. 5, και 11, παρ. 2, της οδηγίας 2004/35, για την εφαρμογή της πρέπει να αποδειχθεί η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ των δραστηριοτήτων του ή των εντοπισθέντων ρυπαντών και της συγκεκριμένης και ποσοτικά προσδιορίσιμης περιβαλλοντικής ζημίας. Τέτοια αιτιώδης συνάφεια μπορεί ευχερώς να αποδειχθεί όταν η αρμόδια αρχή αντιμετωπίζει περίπτωση ρυπάνσεως ελεγχόμενη, από απόψεως χώρου και χρόνου, προκαλούμενη από περιορισμένο αριθμό φορέων. Αντιθέτως, τούτο δεν ισχύει στην περίπτωση φαινομένων ρυπάνσεως διάχυτου χαρακτήρα. Πάντως, στο πλαίσιο αυτό και δεδομένου ότι, ελλείψει σχετικής κοινοτικής ρύθμισης, τα κράτη μέλη διαθέτουν ευρεία διακριτική ευχέρεια ως προς τη θέσπιση εθνικών κανόνων για τη διαχείριση ή συγκεκριμενοποίηση της αρχής «ο ρυπαίνων πληρώνει» (πρβλ. C 254/08, Futura Immobiliare), εθνική ρύθμιση μπορεί να προβλέπει ότι η αρμόδια αρχή έχει τη δυνατότητα να επιβάλλει μέτρα αποκαταστάσεως περιβαλλοντικής ζημίας τεκμαίροντας αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της διαπιστωθείσας ρυπάνσεως και των δραστηριοτήτων φορέων εκμεταλλεύσεως. Προκειμένου να τεκμαρθεί η αιτιώδης συνάφεια, η αρμόδια αρχή οφείλει να διαθέτει ευλογοφανείς ενδείξεις ικανές να στηρίζουν την υπόθεσή της, όπως είναι η εγγύτητα της εγκαταστάσεως του φορέα εκμεταλλεύσεως με τη διαπιστωθείσα ρύπανση και αντιστοιχία μεταξύ των ρυπογόνων ουσιών που ανευρέθηκαν και των συστατικών που χρησιμοποιεί ο εν λόγω φορέας εκμεταλλεύσεως στο πλαίσιο των δραστηριοτήτων του. Από τις διατάξεις των άρθρων 3, παρ. 1, 4, παρ. 5, και 11, παρ. 2, της οδηγίας 2004/35 προκύπτει ότι, όταν η αρμόδια αρχή αποφασίζει να επιβάλλει μέτρα αποκαταστάσεως σε φορείς εκμεταλλεύσεως των οποίων οι δραστηριότητες εμπίπτουν στο παράρτημα ΙΙΙ της οδηγίας αυτής (όπως στον τομέα των βιομηχανιών ενεργειακών δραστηριοτήτων και της χημικής βιομηχανίας, κατά την έννοια των σημείων 2.1 και 2.4 της οδηγίας 96/61), δεν οφείλει να αποδείξει ούτε πταίσμα ούτε αμέλεια ούτε δόλο εκ μέρους των φορέων εκμεταλλεύσεως των οποίων οι δραστηριότητες φέρονται ως ευθυνόμενες για την προκληθείσα ζημία στο περιβάλλον. Αντιθέτως, απόκειται στην αρχή αυτή, αφενός, να διεξαγάγει προηγουμένως έρευνα για τον εντοπισμό της πηγής της διαπιστωθείσας ρυπάνσεως, διαθέτοντας ευρεία διακριτική ευχέρεια ως προς τις διαδικασίες, τα μέσα που πρέπει να χρησιμοποιηθούν και τη διάρκεια της έρευνας αυτής. Αφετέρου, η αρχή οφείλει να αποδείξει, κατά τους εθνικούς κανόνες περί αποδείξεως, αιτιώδη συνάφεια μεταξύ των δραστηριοτήτων των φορέων εκμεταλλεύσεως τους οποίους αφορούν τα μέτρα αποκαταστάσεως και της ρυπάνσεως αυτής. Εξάλλου το άρθρο 16, παρ. 1, της οδηγίας 2004/35, όπως και το άρθρο 176 ΕΚ, προβλέπει ρητώς ότι η οδηγία δεν εμποδίζει τα κράτη μέλη να διατηρούν ή να θεσπίζουν αυστηρότερες διατάξεις σχετικά με την πρόληψη και την αποκατάσταση περιβαλλοντικής ζημίας. Η διάταξη αυτή επισημαίνει επιπλέον ότι τα μέτρα αυτά μπορούν να συνίστανται ειδικότερα στον προσδιορισμό, αφενός, των πρόσθετων δραστηριοτήτων που είναι δυνατόν να αποτελέσουν αντικείμενο των απαιτήσεων της εν λόγω οδηγίας και, αφετέρου, στον εντοπισμό πρόσθετων υπευθύνων. Συνεπώς, κράτος μέλος μπορεί, ειδικότερα, να αποφασίζει ότι και άλλοι φορείς εκμεταλλεύσεως, πέραν των προβλεπομένων στο παράρτημα ΙΙΙ της οδηγίας, είναι δυνατό να φέρουν αντικειμενική ευθύνη για περιβαλλοντική ζημία, ήτοι όχι μόνο για ζημία προκληθείσα σε προστατευόμενα είδη και φυσικούς οικοτόπους αλλά και σε ζημία που επηρεάζει τα ύδατα και τα εδάφη.
C 451/08, Helmut Müller, απόφαση της 25.3.2010
Οδηγία 2004/18/ΕΚ – Έννοια συμβάσεως παραχωρήσεως δημοσίου έργου – Διάρκεια Η αναθέτουσα αρχή, προκειμένου να μεταβιβάσει στον αντισυμβαλλόμενό της το δικαίωμα εκμεταλλεύσεως του έργου υπό την έννοια της διατάξεως του άρθρου 1, παρ. 3, της οδηγίας 2004/18 περί παραχωρήσεως δημοσίου έργου, πρέπει να έχει η ίδια δικαίωμα να εκμεταλλεύεται το εν λόγω έργο. Τέτοια περίπτωση δεν συντρέχει όταν το δικαίωμα εκμεταλλεύσεως πηγάζει αποκλειστικώς από το δικαίωμα κυριότητας του εμπλεκόμενου φορέα. Όσον αφορά τη διάρκεια των συμβάσεων παραχώρησης, σοβαροί λόγοι, μεταξύ των οποίων και η διατήρηση του ανταγωνισμού, συνηγορούν υπέρ της εκτιμήσεως ότι η ανάθεση συμβάσεων παραχώρησης χωρίς χρονικό περιορισμό αντίκειται στην έννομη τάξη της Ένωσης.
C 451/08, Helmut Müller, απόφαση της 25.3.2010
Οδηγία 2004/18/ΕΚ – Έννοια συμβάσεως δημοσίου έργου – Πώληση από δημόσιο φορέα ακινήτου στο οποίο ο αγοραστής πρόκειται να εκτελέσει πολεοδομικές εργασίες – Έργο ανταποκρινόμενο σε σκοπούς πολεοδομικής ανάπτυξης που έχει θέσει δήμος Μόνον οι εξ επαχθούς αιτίας συναπτόμενες συμβάσεις μπορούν να αποτελούν δημόσιες συμβάσεις υπαγόμενες στην οδηγία 2004/18. Από τον επαχθή χαρακτήρα της σύμβασης προκύπτει ότι η αναθέτουσα αρχή, η οποία συνήψε δημόσια σύμβαση, λαμβάνει, δυνάμει της σύμβασης αυτής, μια παροχή έναντι ανταλλάγματος. Η παροχή αυτή πρέπει, ως εκ της φύσεώς της αλλά και ως εκ της οικονομίας και των σκοπών της οδηγίας 2004/18, να προσπορίζει άμεσο οικονομικό όφελος στην αναθέτουσα αρχή, χωρίς ωστόσο να είναι απαραίτητο η παροχή να συνίσταται στην απόκτηση υλικού ή ενσώματου αγαθού. Έτσι το οικονομικό όφελος μπορεί να έγκειται στα οικονομικά πλεονεκτήματα που μπορεί να αποκομίσει η αναθέτουσα αρχή από τη μελλοντική χρήση ή εκποίηση του έργου, στο γεγονός ότι συμμετέσχε οικονομικά στην υλοποίηση του έργου ή στον κίνδυνο που αυτή φέρει σε περίπτωση ανεπιτυχούς εκτέλεσης των εργασιών. Η άσκηση ρυθμιστικών αρμοδιοτήτων σε ζητήματα πολεοδομίας, με σκοπό την ικανοποίηση του δημοσίου συμφέροντος, δεν έχει αφεαυτής ως αντικείμενο τη λήψη συμβατικής παροχής ούτε την αποκόμιση άμεσου οικονομικού οφέλους από την αναθέτουσα αρχή, όπως επιβάλλει το άρθρο 1, παρ. 2, στοιχείο α΄, της οδηγίας 2004/18. Στο πλαίσιο της τρίτης περιπτώσεως που προβλέπει το άρθρο 1, παρ. 2, στοιχ. β΄, της οδηγίας 2004/18, ορίζεται ότι οι δημόσιες συμβάσεις έργων έχουν ως αντικείμενο την υλοποίηση «έργου το οποίο ανταποκρίνεται στις επακριβώς οριζόμενες από την αναθέτουσα αρχή ανάγκες». Οι ανάγκες αυτές δεν μπορούν να συνίστανται μόνο στην εξέταση από τη δημόσια αρχή ορισμένων πολεοδομικών σχεδίων που της έχουν υποβληθεί ή στην έκδοση πράξεως δυνάμει των ρυθμιστικών της αρμοδιοτήτων σε ζητήματα πολεοδομίας.
C 82/09, Δήμος Αγίου Νικολάου, απόφαση της 22.4.2010
Άρθρα 174 και 176 ΕΚ - Κανονισμός 2152/2003 – Κοινοτικό πρόγραμμα (με διάρκεια από 1.1.2003 έως 31.12.2006) για την παρακολούθηση της κατάστασης των δασών και των περιβαλλοντικών αλληλεπιδράσεων στην Ένωση – Ορισμοί και πεδίο εφαρμογής – Ζήτημα αν οι διατάξεις του άρθρου 3, στοιχ. α΄ και β΄, οι οποίες ορίζουν, για τους σκοπούς του κανονισμού, τις έννοιες «δάση» και «δασικές εκτάσεις», αποκλείουν εθνικές διατάξεις περιέχουσες διαφορετικούς ορισμούς των εννοιών αυτών όσον αφορά προγράμματα τα οποία δεν διέπονται ρητώς από τον κανονισμό (κατόπιν προδικαστικού ερωτήματος του ΣτΕ σε υπόθεση κήρυξης αναδασωτέας ορισμένης έκτασης) Δεν αμφισβητείται ότι ο κοινοτικός νομοθέτης δεν είχε την πρόθεση να προβεί με τον εν λόγω κανονισμό σε πλήρη εναρμόνιση όλων των δραστηριοτήτων που αφορούν τη διαχείριση των δασικών περιοχών. Συναφώς υπενθυμίζεται ότι, μολονότι το άρθρο 174 ΕΚ θέτει ορισμένους κοινοτικούς σκοπούς που πρέπει να επιτευχθούν, το άρθρο 176 ΕΚ προβλέπει τη δυνατότητα για τα κράτη μέλη να λαμβάνουν ενισχυμένα μέτρα προστασίας. Το άρθρο 3 του ανωτέρω κανονισμού, κατά το σαφές γράμμα του, ορίζει τις δύο παραπάνω έννοιες αποκλειστικά και μόνο για τους σκοπούς του. Κατά συνέπεια, το άρθρο αυτό δεν είχε ως αντικείμενο και δεν μπορούσε να έχει ως αποτέλεσμα να αποκλείσει κάθε άλλο ορισμό των δασών και των δασικών εκτάσεων που τα κράτη μέλη έχουν ενδεχομένως την πρόθεση να υπαγάγουν σε όλα τα άλλα προγράμματα πλην εκείνων που διέπονται από τον κανονισμό 2152/2003. Εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο να εξακριβώσει αν το επίμαχο στην κύρια δίκη πρόγραμμα διέπεται ή όχι από τον κανονισμό 2152/2003.
C 73/08, Bressol κ.λπ., απόφαση της 13.4.2010 (μειζ. συνθ.)
Άρθρα 18 ΣΛΕΕ και 21 ΣΛΕΕ – Αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων λόγω ιθαγένειας – Ζήτημα αν αντίκειται προς την αρχή αυτή διάταξη της βελγικής νομοθεσίας που περιορίζει τον αριθμό των σπουδαστών κατοίκων αλλοδαπής που μπορούν να εγγραφούν για πρώτη φορά σε ιατρικά και παραϊατρικά προγράμματα σπουδών στα ΑΕΙ, όταν στο συγκεκριμένο κράτος μέλος συρρέουν σπουδαστές από τη Γαλλία, γεγονός που οφείλεται στην περιοριστική πολιτική που ακολουθεί το δεύτερο αυτό κράτος, και όταν η εν λόγω κατάσταση έχει ως αποτέλεσμα να αποφοιτούν από τα επίμαχα προγράμματα σπουδών ελάχιστοι σπουδαστές κάτοικοι του Βελγίου Τα κράτη μέλη είναι ελεύθερα να επιλέξουν είτε ένα σύστημα εκπαιδεύσεως βασισμένο στην ελεύθερη πρόσβαση στην εκπαίδευση – χωρίς περιορισμό του αριθμού των εγγραφόμενων σπουδαστών – είτε ένα σύστημα επιλογής των σπουδαστών βασισμένο σε ρυθμιζόμενη πρόσβαση. Εντούτοις, εφόσον επιλέξουν ένα εκ των δύο συστημάτων ή συνδυασμό αυτών, οι όροι του επιλεγέντος συστήματος πρέπει να είναι σύμφωνοι με το δίκαιο της Ένωσης και, ιδίως, την αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων λόγω ιθαγένειας. Κάθε πολίτης της Ένωσης μπορεί να επικαλεσθεί το άρθρο 18 ΣΛΕΕ, που απαγορεύει κάθε διάκριση λόγω ιθαγένειας σε όλες τις περιπτώσεις που εμπίπτουν στο καθ’ ύλην πεδίο εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης, στις οποίες περιλαμβάνονται η ελευθερία κυκλοφορίας και διαμονής στο έδαφος των κρατών μελών που κατοχυρώνει το άρθρο 21 ΣΛΕΕ. Η εν λόγω απαγόρευση καλύπτει και τις καταστάσεις που αφορούν τις προϋποθέσεις προσβάσεως στην επαγγελματική εκπαίδευση (βλ. και C-147/03, Επιτροπή κατά Αυστρίας). Προϋπόθεση κατοικίας όπως αυτή που θέτει η επίμαχη ρύθμιση είναι φυσικά ευχερέστερο να πληρούν οι ημεδαποί, που κατοικούν συνήθως στο Βέλγιο, παρά οι υπήκοοι άλλων κρατών μελών. Η επίμαχη εθνική ρύθμιση ενέχει έμμεση διάκριση λόγω ιθαγένειας, η οποία απαγορεύεται, εκτός αν δικαιολογείται αντικειμενικά και είναι ανάλογη προς τον επιδιωκόμενο σκοπό. Άνιση μεταχείριση στηριζόμενη εμμέσως στην ιθαγένεια μπορεί να δικαιολογηθεί από το σκοπό διατηρήσεως ποιοτικής, ισορροπημένης και προσιτής σε όλους ιατρικής περιθάλψεως στο μέτρο που συμβάλλει στο να υπάρξει υψηλό επίπεδο προστασίας της υγείας. Σχετικώς, σκόπιμο είναι να αναγνωριστεί ότι η αποτροπή του ενδεχομένου έλλειψης επαγγελματιών στον χώρο της υγείας προϋποθέτει ότι επαρκής αριθμός πτυχιούχων θα εγκατασταθούν στη συγκεκριμένη επικράτεια προκειμένου να ασκήσουν ένα από τα ιατρικά ή παραϊατρικά επαγγέλματα που προβλέπονται στην επίμαχη ρύθμιση. Κατά την αξιολόγηση του κινδύνου, το αιτούν δικαστήριο πρέπει να λάβει υπόψη, καταρχάς, ότι ο σύνδεσμος μεταξύ της εκπαιδεύσεως των μελλοντικών επαγγελματιών στο χώρο της υγείας και του σκοπού της διατηρήσεως ποιοτικής, ισορροπημένης και προσιτής σε όλους ιατρικής περιθάλψεως είναι μόνον έμμεσος και λιγότερο αιτιώδης έναντι του συνδέσμου μεταξύ του σκοπού της δημόσιας υγείας και της δραστηριότητας των επαγγελματιών στο χώρο της υγείας που δραστηριοποιούνται ήδη στην αγορά. Ακολούθως, το αιτούν δικαστήριο πρέπει να λάβει υπόψη το ότι οσάκις υφίστανται αμφιβολίες ως προς τη συνδρομή ή τη σημασία των κινδύνων για την υγεία των ατόμων ή την εκπαίδευση στον τομέα της υγείας, πρέπει το κράτος μέλος να μπορεί να λαμβάνει μέτρα προστασίας χωρίς να οφείλει να αναμείνει την πραγματική έλλειψη επαγγελματιών στο χώρο της υγείας. Πρέπει, λοιπόν, βάσει αντικειμενικής, λεπτομερούς και αριθμητικής αναλύσεως να αποδειχτεί, με τη χρήση αξιόπιστων και συγκλινόντων δεδομένων με αποδεικτική ισχύ ότι υφίστανται πράγματι κίνδυνοι για τη δημόσια υγεία. Εξάλλου, δεν είναι δυνατό η εν λόγω ανάλυση να περιοριστεί στην παράθεση αριθμητικών στοιχείων σχετικά με την καθεμία κατηγορία σπουδαστών στη βάση της γενικεύσεως ότι, κατά το πέρας των σπουδών τους, το σύνολο των σπουδαστών κατοίκων αλλοδαπής εγκαθίσταται στο κράτος στο οποίο είχαν την κατοικία τους πριν ξεκινήσουν τις σπουδές τους, προκειμένου να ασκήσουν ένα από τα επίμαχα επαγγέλματα. Συνεπώς, στην εν λόγω ανάλυση πρέπει να συνεκτιμηθεί (α) η επίδραση που ασκεί η κατηγορία των σπουδαστών κατοίκων αλλοδαπής στην επίτευξη του σκοπού της διασφαλίσεως επαρκούς αριθμού επαγγελματιών στο Βέλγιο, (β) το ενδεχόμενο οι σπουδαστές κάτοικοι ημεδαπής να επιλέξουν να ασκήσουν το επάγγελμά τους σε κράτος μέλος διαφορετικό από το Βέλγιο, και (γ) σε ποιο βαθμό άτομα που δεν έχουν πραγματοποιήσει τις σπουδές τους στο Βέλγιο εγκαθίστανται σε αυτό μεταγενέστερα προκειμένου να ασκήσουν ένα από τα ως άνω επαγγέλματα. Αν το αιτούν δικαστήριο κρίνει ότι υφίστανται πράγματι κίνδυνοι για την προστασία της δημόσιας υγείας, πρέπει να εκτιμήσει αν τυχόν περιορισμός του αριθμού των σπουδαστών κατοίκων αλλοδαπής είναι δυνατό να προκαλέσει αύξηση του αριθμού των πτυχιούχων που μπορούν να διασφαλίσουν, μακροπρόθεσμα, την επαρκή παροχή ιατρικών υπηρεσιών στο Βέλγιο. Περαιτέρω, το εν λόγω δικαστήριο οφείλει να επαληθεύσει συγκεκριμένα κατά πόσο ο προβαλλόμενος σκοπός γενικού συμφέροντος δεν μπορεί να επιτευχθεί μέσω λιγότερο περιοριστικών μέτρων τα οποία θα αποσκοπούσαν στην παρότρυνση των σπουδαστών που πραγματοποιούν τις σπουδές τους στο Βέλγιο να εγκατασταθούν σε αυτό μετά το πέρας των σπουδών τους ή τα οποία θα αποσκοπούσαν να προσελκύσουν επαγγελματίες εκπαιδευθέντες εκτός του Βελγίου να εγκατασταθούν εκεί. Επίσης, στο αιτούν δικαστήριο απόκειται να επαληθεύσει αν η διαδικασία επιλογής σπουδαστών κατοίκων αλλοδαπής περιορίζεται αποκλειστικώς στην επιλογή μετά από κλήρωση και, στην περίπτωση αυτή, αν ο συγκεκριμένος τρόπος επιλογής ο οποίος δεν στηρίζεται στις ικανότητες των ενδιαφερόμενων υποψηφίων αλλά στην τύχη είναι αναγκαίος για την επίτευξη των επιδιωκόμενων σκοπών.
C 91/08, Wall, απόφαση της 13.4.2010 (μειζ. συνθ.)
Άρθρα 43 και 49 ΕΚ – Δημόσιες συμβάσεις παραχώρησης υπηρεσιών – Διαδικασία σύναψης - Υποχρέωση διαφάνειας – Άμεσο αποτέλεσμα - Συνέπειες σε περίπτωση παραβιάσεως – Αρχές της ισοδυναμίας και της αποτελεσματικότητας Οι κατοχυρωμένες στα άρθρα 43 ΕΚ και 49 ΕΚ αρχές της ίσης μεταχειρίσεως και απαγορεύσεως των διακρίσεων λόγω ιθαγένειας, καθώς και η εξ αυτών απορρέουσα υποχρέωση διαφάνειας δεν επιβάλλουν στις δημόσιες αρχές να καταγγέλλουν σύμβαση, ούτε στα εθνικά δικαστήρια να λαμβάνουν μέτρα σε κάθε περίπτωση υποτιθέμενης αθετήσεως της υποχρεώσεως αυτής κατά τη διαδικασία παραχωρήσεως υπηρεσιών. Εναπόκειται στην εσωτερική έννομη τάξη να ρυθμίσει τα μέσα έννομης προστασίας προς προάσπιση των δικαιωμάτων που οι πολίτες αντλούν από την εν λόγω υποχρέωση, κατά τέτοιο τρόπο ώστε τα μέσα αυτά να μην είναι λιγότερο ευνοϊκά από παρόμοιες διαδικασίες εσωτερικής έννομης τάξεως, ούτε να καθιστούν πρακτικώς αδύνατη ή υπερβολικά δυσχερή την άσκηση των δικαιωμάτων αυτών. Η υποχρέωση διαφάνειας απορρέει άμεσα από τα άρθρα 43 ΕΚ και 49 ΕΚ, τα οποία παράγουν άμεσα αποτελέσματα στις εσωτερικές έννομες τάξεις των κρατών μελών και υπερέχουν κάθε αντίθετης διατάξεως του εθνικού δικαίου.
C 423/07, Επιτροπή κατά Ισπανίας, απόφαση της 22.4.2010
Οδηγία 93/37 (άρθρα 3 και 11) και αρχές της ίσης μεταχείρισης και της διαφάνειας – Σύμβαση παραχώρησης δημοσίων έργων - Υποχρεώσεις δημοσιότητας – Περιγραφή του αντικειμένου της σύμβασης και του τόπου εκτέλεσης των έργων στην προκήρυξη του διαγωνισμού (ή στη συγγραφή υποχρεώσεων) – Πρόσθετα έργα Κατά το άρθρο 3, παρ. 1, της οδηγίας 93/37, όταν οι αναθέτουσες αρχές συνάπτουν σύμβαση παραχωρήσεως δημοσίων έργων, εφαρμόζονται οι κανόνες δημοσιότητας που καθορίζονται, ιδίως, στο άρθρο 11, παρ. 3 και 6, της οδηγίας αυτής, εφόσον η αξία της συμβάσεως ανέρχεται σε ποσό ίσο ή μεγαλύτερο των 5 000 000 ECU. Μεταξύ των πληροφοριών που πρέπει να περιέχει προκήρυξη διαγωνισμού παραχώρησης δημοσίων έργων συγκαταλέγονται, σύμφωνα με την Οδηγία, το κύριο αντικείμενο και τα επιμέρους αντικείμενα της συμβάσεως, η περιγραφή και ο τόπος εκτελέσεως των έργων στα οποία αναφέρεται η σύμβαση παραχωρήσεως, καθώς και η ποσότητα και η συνολική έκταση των εν λόγω έργων. Η προαναφερθείσα υποχρέωση δημοσιότητας αποτελεί έκφραση, στον ως άνω τομέα, των αρχών της ίσης μεταχειρίσεως και της διαφάνειας, τις οποίες επιβάλλεται να τηρούν, υπό οποιεσδήποτε περιστάσεις, οι αναθέτουσες αρχές. Με τη σαφή διατύπωση των όρων της προκηρύξεως, πρέπει να παρέχεται αντικειμενικώς η δυνατότητα σε κάθε δυνητικό διαγωνιζόμενο, ο οποίος έχει τη συνήθη ενημέρωση και πείρα και ο οποίος είναι ευλόγως επιμελής, να σχηματίζει συγκεκριμένη αντίληψη για τα προς εκτέλεση έργα, καθώς και για τον τόπο εκτελέσεως των έργων αυτών, και να διατυπώνει, κατά συνέπεια, την προσφορά του. Ωστόσο, δεδομένου ότι είναι περιορισμένος ο διαθέσιμος χώρος στο υπόδειγμα προκηρύξεως παραχωρήσεως δημοσίων έργων το οποίο περιλαμβάνεται στο παράρτημα V της οδηγίας 93/37, οι σχετικές με σύμβαση παραχωρήσεως πληροφορίες μπορούν να εκτεθούν λεπτομερώς στη συγγραφή υποχρεώσεων την οποία οφείλει να εκπονήσει η παραχωρούσα αρχή και η οποία αποτελεί το φυσικό συμπλήρωμα της προκηρύξεως. Προς το σκοπό της αποσαφηνίσεως των απαιτήσεων μιας συμβάσεως παραχωρήσεως δημοσίων έργων, είναι ενίοτε αναπόφευκτο η προκήρυξη ή η συγγραφή υποχρεώσεων να παραπέμπουν στην εθνική νομοθεσία που αφορά τεχνικές προδιαγραφές στον τομέα της ασφάλειας, της υγείας, της προστασίας του περιβάλλοντος ή απαιτήσεις άλλης φύσεως. Ωστόσο, η εν λόγω δυνατότητα παραπομπής δεν μπορεί να απαλλάξει την παραχωρούσα αρχή από τις ανωτέρω υποχρεώσεις δημοσιότητας που επιβάλλονται από την οδηγία 93/37. Εξάλλου, η παραχωρούσα αρχή, αφού λάβει υπόψη τα τυχόν ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των έργων που αποτελούν αντικείμενο συμβάσεως παραχωρήσεως, έχει την ευχέρεια να παράσχει ένα ορισμένο περιθώριο για την ανάπτυξη πρωτοβουλίας εκ μέρους των διαγωνιζομένων όσον αφορά τη διατύπωση των προσφορών τους. Ωστόσο, δεν θα ήταν σύμφωνο προς την οδηγία 93/37 το να συναφθεί, εκτός πλαισίου διασφαλίζοντος την αρχή της διαφάνειας, σύμβαση παραχωρήσεως δημοσίων έργων περιλαμβάνουσα έργα τα οποία αποκαλούνται «πρόσθετα» και τα οποία αποτελούν, καθεαυτά, «δημόσιες συμβάσεις έργων» κατά την έννοια της οδηγίας αυτής και των οποίων η αξία υπερβαίνει το προβλεπόμενο στην οδηγία αυτήν όριο. Σε αντίθετη περίπτωση, τούτο θα σήμαινε ότι τα εν λόγω έργα θα εξέφευγαν της υποχρεώσεως δημοσιότητας και, κατά συνέπεια, οποιασδήποτε διεργασίας συνάδουσας προς τη λειτουργία του ανταγωνισμού. Δεδομένου ότι οι διαγωνιζόμενοι που χρησιμοποιούν την ευχέρειά τους για ανάληψη πρωτοβουλίας θα ήσαν απολύτως ελεύθεροι να υποβάλλουν προτάσεις με τις οποίες θα καθόριζαν τη φύση, την έκταση και το γεωγραφικό προσδιορισμό του τόπου εκτελέσεως των σχεδιαζόμενων έργων, κατά τρόπο ανεξάρτητο και χωρίς να είναι αναγκαίο να μνημονευθεί ένα προκαθορισμένο αντικείμενο, δεν θα υπήρχε καμία δυνατότητα συγκρίσεως των προσφορών τους. Εν προκειμένω, τα επίμαχα πρόσθετα έργα (κατασκευή πρόσθετης λωρίδας κυκλοφορίας και νέας σήραγγας για αυτοκινητόδρομο), των οποίων η αξία υπερβαίνει πολύ αισθητά το προβλεπόμενο από το άρθρο 3, παρ. 1, της οδηγίας 93/37 όριο, δεν είχαν περιληφθεί στο αντικείμενο της επίμαχης συμβάσεως παραχωρήσεως, όπως αυτό ορίζεται στη δεύτερη προκήρυξη και στη δεύτερη συγγραφή υποχρεώσεων. Διαπιστώνεται παράβαση της Οδηγίας από την Ισπανία.
C 145/08 και C 149/08, Κλαμπ Οτέλ Λουτράκι ΑΕ κ.ά., απόφαση της 6.5.2010
Οδηγία 92/50 – Πεδίο εφαρμογής – Μικτή σύμβαση – Μεταβίβαση πακέτου μετοχών δημοσίας επιχειρήσεως καζίνο και ανάθεση στον ανάδοχο της διαχείρισης της επιχειρήσεως και της υλοποίησης σχεδίου εκσυγχρονισμού και αναπτύξεως των χώρων του Στην περίπτωση μικτής συμβάσεως της οποίας τα διάφορα σκέλη, σύμφωνα με την προκήρυξη του διαγωνισμού, συνδέονται άρρηκτα μεταξύ τους και σχηματίζουν μια αδιαίρετη ολότητα, η επίμαχη πράξη πρέπει να εξετάζεται, προς τον σκοπό του νομικού χαρακτηρισμού της, στο σύνολό της κατά τρόπο ενιαίο και να εκτιμάται βάσει των κανόνων που διέπουν το σκέλος που αποτελεί το κύριο αντικείμενο ή το επικρατέστερο στοιχείο της συμβάσεως. Το συμπέρασμα αυτό ισχύει ανεξαρτήτως του αν το σκέλος που αποτελεί το κύριο αντικείμενο μικτής συμβάσεως εμπίπτει ή όχι στο πεδίο εφαρμογής των οδηγιών περί δημοσίων συμβάσεων. Τα διάφορα σκέλη της συμβάσεως αυτής πρέπει να εκληφθούν ως συνιστώντα μια αδιαίρετη ολότητα. Εξάλλου, από τις διαπιστώσεις στις οποίες προέβη το αιτούν δικαστήριο (ΣτΕ) προκύπτει ότι το κύριο αντικείμενο της μικτής συμβάσεως ήταν η πώληση, στον πλειοδότη, του 49 % των μετοχών της Ελληνικό Καζίνο Πάρνηθας ΑΕ (ΕΚΠ) και ότι το σκέλος «έργα» της πράξεως αυτής καθώς και το σκέλος «υπηρεσίες», ανεξαρτήτως του αν το τελευταίο αυτό σκέλος συνιστά δημόσια σύμβαση παροχής υπηρεσιών ή παραχωρήσεως υπηρεσιών, είχαν παρεπόμενο χαρακτήρα σε σχέση προς το κύριο αντικείμενο της συμβάσεως. Η εκτίμηση αυτή επιβεβαιώνεται από τα στοιχεία της δικογραφίας που υποβλήθηκε στο Δικαστήριο. Όμως, η μεταβίβαση μετοχών σε υποβάλλοντα προσφορά στο πλαίσιο πράξεως ιδιωτικοποιήσεως μιας δημόσιας επιχειρήσεως δεν εμπίπτει στις οδηγίες περί δημοσίων συμβάσεων. Συνεπώς, η εν λόγω μικτή σύμβαση δεν εμπίπτει, στο σύνολό της, στο πεδίο εφαρμογής των οδηγιών περί δημοσίων συμβάσεων. Τούτο δεν αποκλείει την υποχρέωση τηρήσεως, στο πλαίσιο μιας τέτοιας συμβάσεως, των θεμελιωδών κανόνων και των γενικών αρχών της Συνθήκης, ιδίως όσον αφορά την ελευθερία εγκαταστάσεως και την ελεύθερη κυκλοφορία των κεφαλαίων.
Αποφάσεις Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου
Απόφαση της 29.3.2010, Depalle κατά Γαλλίας (34044/02) Ολομέλειας
Άρθρο 1 ΠΠΠ : άρνηση ανανέωσης άδειας για την κατάληψη έκτασης ανήκουσας στη δημόσια κτήση. Το 1960 ο προσφεύγων αγόρασε από ιδιώτες κατοικία που είχε ανεγερθεί πριν από το 1889 σε τεχνητό ανάχωμα εφαπτόμενο του αιγιαλού. Για την πρόσβαση σε αυτήν έλαβε άδεια από τον οικείο Νομάρχη, με την οποία εγκρίθηκε η προσωρινή κατάληψη του αναχώματος. Η άδεια αυτή ανανεωνόταν διαρκώς έως το 1993, οπότε και ο Νομάρχης αρνήθηκε την εκ νέου έγκριση της κατάληψης, επικαλούμενος το νέο νόμο για την προστασία των παράκτιων περιοχών. Τα εθνικά δικαστήρια απέρριψαν ένδικα μέσα του προσφεύγοντος κατά της αρνητικής αυτής πράξης. Το ΕΔΔΑ έκρινε ότι περιουσία, κατά την αυτόνομη έννοια του άρθρου 1 ΠΠΠ, αποτελεί εν προκειμένω μόνο η εύλογη και νόμιμη προσδοκία του προσφεύγοντος στην ανεμπόδιστη και αποτελεσματική απόλαυση της κατοικίας του και όχι κάποιο εμπράγματο δικαίωμα, ενόψει της αδιαμφισβήτητης ένταξης της έκτασης στη δημόσια κτήση. Η προσδοκία δε αυτή θεμελιώνεται στην παρέλευση μακρού χρονικού διαστήματος ακώλυτης χρήσης της. Περαιτέρω, έκρινε ότι η άρνηση του Νομάρχη δεν συνιστά στέρηση περιουσίας, κατ’ άρθρο 1 παρ. 1 εδ. β΄ ΠΠΠ, αλλά επέμβαση στη χρήση της προς όφελος του δημοσίου συμφέροντος, κατ’ άρθρο 1 παρ. 2 ΠΠΠ. Με την επέμβαση αυτή επιδιώκονται θεμιτοί σκοποί, συνιστάμενοι στην προστασία της δημόσιας περιουσίας και, κυρίως, στην προστασία του περιβάλλοντος, για την επίτευξη των οποίων, άλλωστε, τα Κράτη διαθέτουν ευρύτερο περιθώριο εκτίμησης κατά τη λήψη μέτρων που περιορίζουν τα περιουσιακά δικαιώματα. Η άρνηση, δε, ανανέωσης της άδειας για την κατάληψη του αναχώματος δεν παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας. Στην κρίση αυτή το ΕΔΔΑ κατέληξε κυρίως μετά από εκτίμηση του περιεχομένου των προγενέστερων εγκριτικών αποφάσεων των εθνικών αρχών (θέσπιση όρων για τη διασφάλιση της κοινής χρήσης του αναχώματος, υποχρέωση κατεδάφισης κατασκευών εάν τούτο είναι αναγκαίο, δυνατότητα ανάκλησης), από το οποίο συνάγεται ότι ο προσφεύγων γνώριζε ότι η έκταση εντάσσεται στη δημόσια κτήση και ότι οι αρχές επεδείκνυαν συνειδητά και υπό όρους ανοχή στη συνεχιζόμενη χρήση της κατοικίας από αυτόν. Επιπλέον, συνεκτιμήθηκε η ανάγκη επίτευξης των στόχων της περιβαλλοντικής νομοθεσίας, η οποία επιβάλλει την ομοιόμορφη και αυστηρή εφαρμογή της από τις εθνικές αρχές, χωρίς αποκλίσεις χάριν προστασίας ιδιωτικών συμφερόντων. Τέλος, στην κρίση του ΕΔΔΑ βάρυνε και η άρνηση του προσφεύγοντος να δεχθεί την πρόταση του Νομάρχη για περιορισμένη και προσωπική χρήση της κατοικίας. Κατά συνέπεια, δεν υπήρξε παραβίαση του άρθρου 1ΠΠΠ.
Απόφαση της 11.2.2010, Sud Parisienne de Construction κατά Γαλλίας (33704/04)
Άρθρο 1 ΠΠΠ: αναδρομική μείωση επιτοκίου υπερημερίας σύμβασης δημοσίου έργου. Στο πλαίσιο σύμβασης για την κατασκευή νοσοκομείου που καταρτίστηκε το 1984 μεταξύ κατασκευαστικής εταιρείας και της APHP (ν.π.δ.δ. του δημόσιου συστήματος υγείας) η προσφεύγουσα, επίσης κατασκευαστική εταιρεία, ανέλαβε ως υπεργολάβος την εκτέλεση ορισμένων εργασιών, για τις οποίες συμφωνήθηκε, σε περίπτωση υπερημερίας της APHP, σύμφωνα με τις διατάξεις του κώδικα δημοσίων συμβάσεων (ΚΔΣ) για συμβάσεις συναφθείσες προ της 19.12.1993, επιτόκιο ίσο με το ισχύον από το 1981 για τις ασφαλισμένες απαιτήσεις (14,5%) πλέον 2,5%. Μετά τη διάλυση της υπεργολαβίας το 1987, αίτημα της προσφεύγουσας κατά της APHP προς καταβολή 1.420.300 γαλλικών φράγκων πλέον τόκων υπερημερίας για τις εκτελεσθείσες έως τότε εργασίες έγινε τελεσιδίκως δεκτό στις 3.6.1997 για 1.346.952,57 γαλλικά φράγκα πλέον «των προβλεπόμενων στον ΚΔΣ τόκων υπερημερίας». Επί διαφοράς περί την εκτέλεση ως προς το ύψος του επιτοκίου κρίθηκε αμετακλήτως ότι, σύμφωνα νεότερη διάταξη της 31.5.1997 που τροποποίησε τις πιο πάνω διατάξεις του ΚΔΣ και κατέλαβε όσες αξιώσεις καταβολής τόκων απέρρεαν από συμβάσεις συναφθείσες προ της 19.12.1993, για τις οποίες δεν είχε εκδοθεί ένταλμα πληρωμής μέχρι 1.1.1997, εφαρμογή έχει το ισχύον για αξιώσεις από δημόσιες συμβάσεις συναφθείσες μετά την 19.12.1993 γενικό επιτόκιο υπερημερίας (9,5% για το 1988) πλέον 2%. Το ΕΔΔΑ έκρινε καταρχάς ότι η αναδρομική μεταβολή του τρόπου υπολογισμού των τόκων υπερημερίας, συνεπεία της οποίας η προσφεύγουσα απώλεσε τμήμα της αξίωσής της για καταβολή τόκων, συνιστά στέρηση περιουσίας κατ’ άρθρο 1 εδ. β΄ ΠΠΠ, προβλεπόμενη στο νόμο και δικαιολογούμενη από επιτακτικούς λόγους γενικού συμφέροντος, όπως η ανάγκη διόρθωσης της οικονομικής δυσλειτουργίας που προκλήθηκε από τη δραματική πτώση του πληθωρισμού μεταξύ 1981 και 1997 και εναρμόνισης του τρόπου υπολογισμού των τόκων υπερημερίας για τις πριν και μετά το 1993 συναφθείσες συμβάσεις. Περαιτέρω, συνεκτιμώντας ότι η νεότερη αναδρομική ρύθμιση αφορούσε σε μέρος μόνο της αξίωσης της προσφεύγουσας για καταβολή τόκων και, πάντως, δεν εμπόδισε την εκτέλεση της τελεσίδικης απόφασης της 3.6.1997, αλλά με αυτήν απλώς ορίστηκε το επιτόκιο υπερημερίας σε ύψος ανάλογο με την πραγματική επιβάρυνση του οφειλέτη λαμβανομένης υπόψη της πτώσης του πληθωρισμού, έκρινε ότι αυτή δεν έθιξε τον πυρήνα του δικαιώματος της προσφεύγουσας στην περιουσία ούτε της επέρριψε ένα «εξαιρετικό και ασυνήθιστο βάρος», και, ως εκ τούτου, δεν παραβιάστηκε η αρχή της αναλογικότητας. Συνεπώς, δεν παραβιάστηκε το άρθρο 1 ΠΠΠ.
Απόφαση της 25.3.2010, Mutlag κατά Γερμανίας (40601/05)
Άρθρο 8: απέλαση νεαρού αλλοδαπού Ο προσφεύγων, υπήκοος Ιορδανίας, γεννήθηκε το 1981 στη Γερμανία. Το 1997 έλαβε άδεια παραμονής αόριστης διάρκειας και το 1999 «υπόσχεση πολιτογράφησης» σε περίπτωση αποδεδειγμένης απώλειας της ιορδανικής ιθαγένειας. Το 1998 καταδικάστηκε σε φυλάκιση (ως ανήλικος) 11 μηνών με αναστολή και επιτήρηση για εκβίαση και επικίνδυνη σωματική βλάβη (επίθεση με μαχαίρι), το ίδιο έτος εκ νέου σε φυλάκιση ενός έτους και 10 μηνών για κλοπή, οδήγηση χωρίς άδεια και επικίνδυνη σωματική βλάβη (και πάλι με μαχαίρι), το 2000 σε κοινωφελή εργασία 20 ωρών για αντίσταση κατά της αρχής και το 2001 σε φυλάκιση 2 ετών και 11 μηνών για 5 πράξεις (επικίνδυνες σωματικές βλάβες, φθορά ξένης ιδιοκτησίας και εξύβριση). Στις 19.3.2002 διατάχθηκε η διοικητική απέλασή του επ’ αόριστον, η οποία και εκτελέστηκε στις 14.6.2002, μετ’ απόρριψη αίτησης αναστολής, ενώ την ίδια τύχη είχε και προσφυγή του αρχικά ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων και, στη συνέχεια, ενώπιον του BVerfG. Στις 7.10.2002 ο προσφεύγων επέστρεψε λαθραία στη Γερμανία, όπου συνελήφθη το 2004 και φυλακίστηκε για το υπόλοιπο της ποινής του. Το 2006 απομακρύνθηκε εκ νέου προς Ιορδανία. Το ΕΔΔΑ επανέλαβε τα κριτήρια συμβατότητας της απέλασης με το δικαίωμα στην ιδιωτική και οικογενειακή ζωή, όπως τα είχε εξειδικεύσει, προκειμένου περί ατόμων νεαρής ηλικίας, στην απόφαση Maslov (ΔΝΒΕ 35). Εν προκειμένω, έλαβε υπόψη: α) τις καταδίκες του προσφεύγοντος για επικίνδυνες σωματικές βλάβες αξιοσημείωτης βαρύτητας και βιαιότητας, τις οποίες συνέχισε να τελεί, μαζί με άλλες αξιόποινες πράξεις, και μετά την ενηλικίωσή του και ενώ του είχαν επισημανθεί από τις διοικητικές αρχές οι συνέπειες μιας νέας καταδίκης, σε συνδυασμό με την ηλικία που είχε κατά το χρόνο της απέλασης (21 ετών) και της επικύρωσής της από το εφετείο (24 ετών), β) την από γεννήσεως αρχικά νόμιμη (ως το 2002) και, μετά την απέλασή του, παράνομη (ως το 2006) παραμονή του στη Γερμανία, γ) τη συμπεριφορά του μετά τη διάπραξη των τελευταίων αξιόποινων πράξεων το 2000, με μειωμένη όμως σημασία λόγω της ιδιαιτερότητας των συνθηκών υπό τις οποίες τελούσε (λαθραία διαμονή από το 2002 και φυλάκιση από το 2004 ως την εκ νέου απομάκρυνσή του το 2006), δ) το γεγονός ότι ανατράφηκε μεν στη Γερμανία, δεν ανέπτυξε όμως κοινωνικές σχέσεις εκτός της οικογένειάς του και της κοινωνικής λειτουργού που τον παρακολουθούσε, η δε μητρική του γλώσσα (αραβικά) δεν του είναι εντελώς άγνωστη, αφού, κατά δήλωση της μητέρας του, την ομιλούσε κατά τα πρώτα έτη της ζωής του αλλά και κατά το διάστημα της 4μηνης παραμονής του στην Ιορδανία το 2002 (βλ. παραπάνω). Υπό τα δεδομένα αυτά, και παρά το γεγονός ότι η απέλαση ήταν αόριστης διάρκειας, το ΕΔΔΑ έκρινε, ενόψει ιδίως της βαρύτητας των αδικημάτων που διέπραξε ο προσφεύγων και του βίαιου και επαναλαμβανόμενου χαρακτήρα τους, ότι οι γερμανικές αρχές προέβαλαν λόγους επαρκείς, για να δικαιολογήσουν την απέλαση και ότι, συνεπώς, δεν παραβιάστηκε το άρθρο 8.
Απόφαση της 8.4.2010, Frodl κατά Αυστρίας (20201/04)
Άρθρο 3 ΠΠΠ : στέρηση του δικαιώματος ψήφου φυλακισμένου Διάταξη του αυστριακού εκλογικού νόμου προβλέπει αυτοδίκαιη στέρηση των πολιτικών δικαιωμάτων όσων καταδικάζονται για αδικήματα που διαπράχθηκαν με δόλο σε ποινή φυλάκισης άνω του ενός έτους. Ο προσφεύγων καταδικάστηκε σε ισόβια κάθειρξη για φόνο. Το ΕΔΔΑ, εφαρμόζοντας τα κριτήρια της απόφασης Hirst (αποφ. της 6.10.2005, Hirst κ. Η.Β., 74025/01, Ολομ.), έκρινε ότι η στέρηση του δικαιώματος ψήφου από τον προσφεύγοντα συνιστά παραβίαση του άρθρου 3 ΠΠΠ. Και τούτο, διότι η εθνική νομοθεσία, μπορούσε μόνο κατ΄ εξαίρεση, ακόμη και για τους φυλακισμένους, να προβλέπει τη στέρηση του δικαιώματος ψήφου, και μόνο για αδικήματα που από τη φύση τους συνάπτονται με τις εκλογές και τους δημοκρατικούς θεσμούς (όπως π.χ. η κατάχρηση δημόσιας θέσης ή η υπονόμευση του κράτους δικαίου ή των θεμελίων του δημοκρατικού πολιτεύματος), η δε στέρηση δεν δύναται να είναι αυτοδίκαιη, αλλά πρέπει να επιβάλλεται από δικαστήριο, το οποίο θα μπορεί να λαμβάνει υπόψη τις ιδιαίτερες περιστάσεις της κάθε περίπτωσης.
Απόφαση επί του παραδεκτού της 18.3.2010, Furuholmen κατά Νορβηγίας (53349/08)
Άρθρο 10 : πρόστιμο σε δικηγόρο λόγω διάθεσης στον τύπο αποδεικτικών στοιχείων, των οποίων η δικαστική χρήση απαγορεύθηκε από το δικαστήριο, για να μην επηρεαστούν οι ένορκοι. Στον προσφεύγοντα, συνήγορο υπεράσπισης, επιβλήθηκε πρόστιμο ύψους αντίστοιχου με 1.200 ευρώ λόγω διάθεσης στον τύπο αποδεικτικών στοιχείων, η χρήση των οποίων σε συγκεκριμένη δίκη απαγορεύθηκε από το οικείο ποινικό δικαστήριο. Έφεση κατά της απόφασης αυτής απορρίφθηκε με την αιτιολογία ότι ο προσφεύγων δεν σεβάσθηκε την απόφαση του δικαστηρίου ως προς το παραδεκτό των αποδεικτικών μέσων και ότι έπρεπε να αναμείνει την ετυμηγορία των ενόρκων. Το ΕΔΔΑ δεν αμφισβήτησε την κρίση ότι η συμπεριφορά του προσφεύγοντος αποσκοπούσε στον εξωδικαστικό επηρεασμό των ενόρκων και θεώρησε ότι συνιστούσε καταστρατήγηση της σχετικής δικαστικής απόφασης. Επομένως, ο περιορισμός αυτός της ελευθερίας της έκφρασης, που προβλέπεται στο νορβηγικό δίκαιο και αποσκοπεί στη διαφύλαξη του κύρους και της αμεροληψίας της δικαιοσύνης δεν ήταν δυσανάλογος σε σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό, λαμβανομένων ιδίως υπόψη ότι ο προσφεύγων μπορούσε να ασκήσει την κριτική του και να δημοσιοποιήσει τα σχετικά στοιχεία μετά την ετυμηγορία των ενόρκων, ότι μπορούσε να ασκήσει έφεση κατά της απόφασης περί απαγόρευσης της χρήσης τους, και ότι το ύψος του προστίμου ήταν σχετικά χαμηλό. Συνεπώς, δεν παραβιάστηκε το άρθρο 10 της ΕΣΔΑ.
Απόφαση της 23.03.2010, Oyal κατά Τουρκίας (4864/05)
Άρθρα 2, 6 παρ. 1 και 13 ΕΣΔΑ: μετάγγιση μολυσμένου με ιό HIV αίματος, παράβαση θετικών υποχρεώσεων κράτους, αποτελεσματική δικαστική προστασία Ο πρώτος εκ των προσφευγόντων μολύνθηκε από τον ιό HIV όταν υποβλήθηκε, ως πρόωρο νεογνό, σε σειρά μεταγγίσεων. Οι γονείς του προσέφυγαν στην ποινική, πολιτική και διοικητική δικαιοσύνη. Ποινικές ευθύνες δεν στοιχειοθετήθηκαν, τα αστικά και τα διοικητικά δικαστήρια επιδίκασαν όμως αποζημιώσεις και χρηματική ικανοποίηση σε βάρος του τουρκικού Ερυθρού Σταυρού και του Υπουργείου Υγείας, λόγω πλημμελούς ελέγχου του μεταγγιζόμενου αίματος. Το ΕΔΔΑ έκρινε ότι παρότι τα τουρκικά δικαστήρια προσέγγισαν θετικά και με ευαισθησία το ζήτημα της αστικής ευθύνης, η αποκατάσταση της βλάβης των προσφευγόντων δεν ήταν ικανοποιητική, δεδομένου ότι η επιδικασθείσα αποζημίωση κάλυπτε περίθαλψη και φαρμακευτική αγωγή ενός μόνο έτους, ενώ το Υπουργείο Υγείας αφαίρεσε μετά την έκδοση των δικαστικών αποφάσεων την πράσινη κάρτα που παρείχε σε άτομα χαμηλού εισοδήματος, όπως οι προσφεύγοντες, δωρεάν ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, με αποτέλεσμα οι τελευταίοι να έχουν εγκαταλειφθεί στην τύχη τους. Το Δικαστήριο θεωρώντας, αφενός, ότι η πλέον ενδεδειγμένη αποζημίωση θα ήταν να υποχρεωθεί το τουρκικό δημόσιο να παράσχει δωρεάν εφ’ όρου ζωής υγειονομική περίθαλψη στον πρώτο προσφεύγοντα και λαμβάνοντας, αφετέρου, υπόψη την αδικαιολόγητα μεγάλη διάρκεια της διοικητικής δίκης (9 χρόνια), ενόψει της σοβαρότητας του ζητήματος και της σημασίας της πρόληψης παρομοίων λαθών για τη δημόσια υγεία και ασφάλεια, έκρινε ότι υπήρξε παραβίαση του άρθρου 2 της Συνθήκης. Λόγω, δε, της εξαιρετικής επιμέλειας που όφειλαν να επιδείξουν τα διοικητικά δικαστήρια, ενόψει της σοβαρότητας της υπόθεσης και του διακυβεύματος για τους προσφεύγοντες, το ΕΔΔΑ έκρινε ότι λόγω της υπερβολικής διάρκειας της δίκης υπήρξε παραβίαση των άρθρων 2 και 6 παρ. 1, ενώ η απουσία ενδίκου βοηθήματος κατά της καθυστέρησης στην απονομή της δικαιοσύνης συνιστά παράβαση του άρθρου 13 της ΕΣΔΑ.
Απόφαση της 2.3.2010, Kozak κατά Πολωνίας (13102/02)
Άρθρα 14 και 8: αποκλεισμός ομοφυλόφιλου από διαδοχή σε σύμβαση μίσθωσης Ο προσφεύγων διέμενε από το 1989 σε διαμέρισμα κυριότητας του Δήμου με τον Τ.Β., με τον οποίο διατηρούσε ομοφυλοφιλική σχέση. Μετά το θάνατο του τελευταίου, ο προσφεύγων υπέβαλε αίτηση προς το Δήμο προκειμένου να διαδεχθεί τον Τ.Β. στη θέση του μισθωτή του διαμερίσματος στο οποίο διέμεναν, πλην το αίτημά του απορρίφθηκε με απόφαση του Δημάρχου. Ακολούθως, ο προσφεύγων επεδίωξε να αναγνωριστεί δικαστικά ως διάδοχος του Τ.Β. στη σύμβασή του με το Δήμο, επικαλούμενος εθνική ρύθμιση κατά την οποία τον θανόντα μισθωτή δύνανται να διαδέχονται και τα πρόσωπα εκείνα που τελούσαν σε «de facto έγγαμη συμβίωση» με αυτόν. Τα εθνικά δικαστήρια απέρριψαν το αίτημά του, με το σκεπτικό ότι η σχέση του με τον Τ.Β. δεν συνιστούσε «de facto έγγαμη συμβίωση». Και τούτο διότι ο νομικός αυτός θεσμός, εναλλακτικός του γάμου, είναι θεσμός του οικογενειακού δικαίου, με συνέπεια να αφορά αποκλειστικά σε πρόσωπα διαφορετικού φύλου. Το ΕΔΔΑ έκρινε ότι με την παραπάνω ερμηνεία και εφαρμογή του νομικού όρου «de facto έγγαμη συμβίωση» τα εθνικά δικαστήρια προέβησαν σε παραβίαση του άρθρου 14 σε συνδυασμό με το άρθρο 8 ΕΣΔΑ, συνιστάμενη στο γεγονός ότι θεμελίωσαν τη διαφορετική μεταχείριση του προσφεύγοντος στη βάση του γενετήσιου προσανατολισμού του, ο οποίος εμπίπτει στον πυρήνα του ιδιωτικού βίου. Και ναι μεν απέβλεψαν με τον τρόπο αυτό στην ικανοποίηση ενός δημόσιου σκοπού, αυτόν της προστασίας της παραδοσιακής οικογένειας, πλην το επιλεγέν για την επίτευξή του μέτρο του πλήρους και απόλυτου αποκλεισμού των ομοφυλόφιλων από τη διαδοχή στη μίσθωση κατοικίας στερείτο εύλογης και αντικειμενικής δικαιολόγησης. Και τούτο διότι δεν τελούσε, ενόψει μάλιστα και των σύγχρονων κοινωνικών συνθηκών, σε εύλογη σχέση αναλογικότητας, γεγονός, άλλωστε, που επιρρωνύεται από τη μεταγενέστερη τροποποίηση της εθνικής ρύθμισης, στο πεδίο εφαρμογής της οποίας εμπίπτουν και οι δεσμοί μεταξύ προσώπων του ίδιου φύλου.
Απόφαση της 22.4.2010, Fatullayev κατά Αζερμπαϊτζάν (40984/04)
Άρθρο 6 παρ.1 και 2 : παραβίαση της αρχής της αντικειμενικής αμεροληψίας του δικαστή και του τεκμηρίου αθωότητας. Ο προσφεύγων, εκδότης εφημερίδας, δημοσίευσε το 2005 άρθρο, με το οποίο υποστήριξε ότι οι Αζέροι στρατιώτες συνέβαλαν στη μαζική δολοφονία ομοεθνών τους προσφύγων από τις αρμενικές ένοπλες δυνάμεις στην πόλη Khojaly το 1992, αμφισβητώντας με τον τρόπο αυτό την επίσημη εκδοχή των γεγονότων που έλαβαν χώρα κατά τη διάρκεια του πολέμου στο Ναγκόρνο - Καραμπάχ. Το 2007 ο Πρόεδρος του Κέντρου Προστασίας Προσφύγων άσκησε σε βάρος του αγωγή αποζημίωσης για την αποκατάσταση της βλάβης που υπέστη η τιμή και η αξιοπρέπεια των θυμάτων του Khojaly από το πιο πάνω δημοσίευμα. Η αγωγή εκδικάστηκε από δικαστήριο μονομελούς συνθέσεως και έγινε δεκτή. Ακολούθως, και για το ίδιο δημοσίευμα, επιζήσαντες πρόσφυγες και στρατιώτες άσκησαν κατά του προσφεύγοντος έγκληση για δυσφήμηση σε βάρος τους. Η υπόθεση εκδικάστηκε από τον ίδιο δικαστή, ο οποίος και έκρινε τον προσφεύγοντα ένοχο, και τον καταδίκασε σε ποινή φυλάκισης. Την ίδια περίοδο, ο προσφεύγων δημοσίευσε στην εφημερίδα του άρθρο, στο οποίο υποστήριξε ότι οι ιρανικές ένοπλες δυνάμεις ήταν έτοιμες να βάλουν κατά του Αζερμπαϊτζάν στην περίπτωση που η κυβέρνηση συμμαχούσε με τις ΗΠΑ κατά του Ιράν, προσδιορίζοντας τους στόχους που θα πλήττονταν. Για το εν λόγω δημοσίευμα ασκήθηκε σε βάρος του νέα ποινική δίωξη για τρομοκρατική απειλή, αδίκημα για το οποίο κρίθηκε ένοχος και καταδικάστηκε. Κατά τη διάρκεια της προκαταρκτικής εξέτασης που προηγήθηκε της ποινικής δίωξης, αναρτήθηκε σε ειδησεογραφικές ιστοσελίδες δήλωση του Γενικού Εισαγγελέα, κατά την οποία οι περιεχόμενες στο άρθρο του προσφεύγοντος πληροφορίες συνιστούσαν όντως τρομοκρατική απειλή. Το ΕΔΔΑ έκρινε ότι, ενόψει ιδίως της διαφορετικής φύσης της αστικής και της ποινικής ευθύνης και του διαφορετικού επιπέδου απόδειξης που ισχύει στις δύο διαδικασίες, μόνο το γεγονός ότι ο ίδιος δικαστής εκδίκασε ζητήματα αστικής και ποινικής ευθύνης που αναφύονται από τα ίδια πραγματικά περιστατικά, δεν τον καθιστά μη αμερόληπτο κατά την έννοια του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ. Στην προκείμενη, όμως περίπτωση, η οποία αφορούσε συκοφαντική δυσφήμηση, ο συγκεκριμένος δικαστής εκδίκασε πρώτα την αστική υπόθεση και ακολούθως την ποινική και αποφάνθηκε επί των ιδίων ακριβώς ζητημάτων, τα οποία έθεσε ο ίδιος δικηγόρος, υπήρξε παραβίαση του άρθρου 6 παρ. 1 ΕΣΔΑ, διότι η εκδίκαση της έγκλησης από το δικαστή της αγωγής ήταν ικανή να προκαλέσει τον αντικειμενικώς δικαιολογημένο φόβο του προσφεύγοντος ως προς την αμεροληψία του. Περαιτέρω, οι δηλώσεις του Γενικού Εισαγγελέα στον Τύπο έγιναν σε χρονικό σημείο κατά το οποίο δεν είχε καν ασκηθεί ποινική δίωξη σε βάρος του προσφεύγοντος, από τις εκφράσεις δε που χρησιμοποίησε προέκυπτε κατά τρόπο κατηγορηματικό και ανεπιφύλακτο η ενοχή του τελευταίου. Κατά συνέπεια, οι δηλώσεις αυτές ήταν ικανές να προκαταλάβουν τόσο την κοινή γνώμη όσο και το ποινικό δικαστήριο ως προς την ενοχή του προσφεύγοντος, κατά παράβαση του άρθρου 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ, με το οποίο κατοχυρώνεται το τεκμήριο της αθωότητας.
Απόφαση της 2.3.2010, Adamkiewicz κατά Πολωνίας, (54729/00)
Άρθρο 6 παρ. 1 : αμεροληψία δικαστηρίου Ο προσφεύγων, όταν ήταν ανήλικος, συνελήφθη και ανακρίθηκε από τις πολωνικές αστυνομικές αρχές για το θάνατο ενός παιδιού και στη συνέχεια, αφού ομολόγησε την πράξη του, οδηγήθηκε ενώπιον του δικαστή ανηλίκων. Με βάση την πρακτική που ακολουθείται στην Πολωνία, για την καλύτερη προστασία των συμφερόντων των ανηλίκων, ο δικαστής που διεξάγει την ανάκριση και συλλέγει τα στοιχεία κατά την προδικασία, αποφαίνεται στη συνέχεια για την παραπομπή ή μη του ανηλίκου στο δικαστήριο ανηλίκων και, ακολούθως, μετέχει και ο ίδιος στη σύνθεση του δικαστηρίου, το οποίο επιβάλλει θεραπευτικά ή αναμορφωτικά μέτρα. Το ΕΔΔΑ, καίτοι αναγνώρισε την ιδιαιτερότητα του ποινικού συστήματος ανηλίκων, υπενθύμισε ότι δεν εναπόκειται στην αρμοδιότητά του να εξετάζει in abstracto την εθνική νομοθεσία και πρακτική, αλλά οφείλει να εξετάζει αν στη συγκεκριμένη περίπτωση υπήρξε παραβίαση του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ. Ακολούθως, υπενθύμισε ότι το γεγονός και μόνο ότι ένας δικαστής έχει λάβει μέτρα πριν τη δίκη και έχει εκτιμήσει το φάκελο της υπόθεσης δεν συνεπάγεται αυτό καθεαυτό μεροληψία του δικαστηρίου. Αυτό που έχει σημασία είναι η έκταση των μέτρων που έχουν ληφθεί και η επιρροή της προηγούμενης εκτίμησης του δικαστή στην κρίση του δικαστηρίου. Στην προκειμένη περίπτωση, το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι ο προσφεύγων παραπέμφθηκε στο δικαστήριο με διάταξη του δικαστή ανηλίκων, με την αιτιολογία ότι «τα συλλεγέντα κατά την ανάκριση στοιχεία δείχνουν ότι ο προσφεύγων είναι ο δράστης της πράξης». Ενόψει του περιεχομένου της διάταξης αυτής, έκρινε ότι είναι δυσχερώς υποστηρίξιμο ότι ο εν λόγω δικαστής δεν ήταν προκατειλημμένος για την υπόθεση, ενώ εξάλλου δεν διέγνωσε με ποιο τρόπο συνέβαλε στην καλύτερη προστασία του ανηλίκου το γεγονός ότι ο ίδιος δικαστής διεξήγαγε την ανάκριση και προήδρευσε στο δικαστήριο που κήρυξε τον προσφεύγοντα ένοχο. Με τα δεδομένα αυτά έκρινε ότι υπήρξε παραβίαση του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ αναφορικά με την αμεροληψία του δικαστηρίου.
Απόφαση επί του παραδεκτού της 23.3.2010, Döşemealti Belediyesi κατά Τουρκίας, (50108/06)
Άρθρο 34: Οι ΟΤΑ δεν είναι «μη κυβερνητικοί οργανισμοί». Άρθρο 6 παρ. 1: δικαιώματα αστικής φύσης, διοικητική αναδιάρθρωση ΟΤΑ. Στα πλαίσια αστικού ανασχεδιασμού, ο αρμόδιος Υπουργός αποφάσισε τη διοικητική αναδιάρθρωση ορισμένων δήμων, μεταξύ των οποίων και του προσφεύγοντος. Κατά της απόφασης αυτής ο προσφεύγων δήμος άσκησε αίτηση ακυρώσεως και κατόπιν παραπονέθηκε ενώπιον του ΕΔΔΑ για την υπέρμετρη διάρκεια της δίκης. Το ΕΔΔΑ, εξετάζοντας κατ’ αρχάς τη νομιμοποίηση του προσφεύγοντος να ασκήσει προσφυγή, υπενθύμισε ότι κατά την έννοια του άρθρου 34 της ΕΣΔΑ «κυβερνητικοί οργανισμοί» είναι νομικά πρόσωπα, τα οποία μετέχουν στην άσκηση δημόσιας εξουσίας ή παρέχουν δημόσια υπηρεσία υπό τον έλεγχο των αρχών. Σύμφωνα με τη νομολογία του, υπάρχουν περιπτώσεις ν.π.δ.δ. κατά το εθνικό δίκαιο, που δεν πληρούν αυτό το κριτήριο και επομένως δεν αποτελούν «κυβερνητικούς οργανισμούς» (βλ. αποφ. της 9.12.1994, Ιερές Μονές κατά Ελλάδας). Οι δήμοι, όμως, όποιος και αν είναι ο βαθμός ανεξαρτησίας τους από την κυβέρνηση, ασκούν πάντοτε δημόσια εξουσία, και επομένως, αντιμετωπίζονται πάντοτε ως «κυβερνητικοί οργανισμοί», ανεξαρτήτως του αντικειμένου της διαφοράς (βλ. αποφ. της 18.2.2000, Χατζητάκης και Δήμοι Θερμαϊκού και Μίκρας κ. Ελλάδας - οι δήμοι που προσέφυγαν στο ΕΔΔΑ παραπονέθηκαν για στέρηση, λόγω απαλλοτρίωσης, της ιδιωτικής τους περιουσίας). Τέτοια είναι και η περίπτωση των Δήμων κατά το τουρκικό δίκαιο, συνεπώς, η προσφυγή του δήμου Döşemealti είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη ratione personae, πέραν του ότι και το αντικείμενο της προσφυγής δεν αφορούσε δικαιώματα και υποχρεώσεις αστικής φύσης και, ως εκ τούτου, δεν ενέπιπτε στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ.
Απόφαση της 22.4.2010, Καμβύσης κατά Ελλάδας (2735/08)
Άρθρο 6 παρ. 1 : προθεσμία αιτήσεως ακυρώσεως - τεκμήριο πλήρους γνώσης της προσβαλλόμενης πράξης Την 1.11.2001 ο προσφεύγων εξελέγη αναπληρωτής καθηγητής της Σχολής Εφαρμοσμένων Μαθηματικών και Φυσικών Επιστημών του Ε.Μ.Π. Προκειμένου να προχωρήσει στο διορισμό, ο Πρύτανης του ζήτησε στις 20.2.2002 να προσκομίσει, μεταξύ άλλων, πιστοποιητικό στρατολογικής κατάστασης τύπου Α΄, σύμφωνα με την προκήρυξη και την υπεύθυνη δήλωση που είχε υποβάλει με την υποψηφιότητά του. Μετά την άπρακτη πάροδο διμήνου, ο Πρύτανης ενημέρωσε τον προσφεύγοντα, με το από 30.4.2002 έγγραφό του - του οποίου αυτός έλαβε γνώση, ευρισκόμενος στο εξωτερικό, στις 14.5.2002 - ότι θα επανεισήγε το θέμα στο αρμόδιο όργανο (Γ.Σ. και εκλεκτορικό σώμα) για ανάκληση της εκλογής του. Με τις από 27.5.2002 και 28.6.2002 επιστολές του προς τον Πρύτανη, ο προσφεύγων απέστειλε τα αιτηθέντα δικαιολογητικά πλην του ως άνω πιστοποιητικού, επικαλούμενος τη ΣτΕ 1762/2001, κατά δε του εν λόγω εγγράφου του Πρύτανη κατέθεσε, στις 21.6.2002, αίτηση ακυρώσεως. Τελικά, κατόπιν γνωμοδότησης του νομικού συμβούλου του Ε.Μ.Π. υπέρ της ανάκλησης, που διαβιβάστηκε στη Σχολή με το από 26.7.2002 έγγραφο του Πρύτανη (του οποίου ο προσφεύγων έλαβε γνώση στις 3.9.2002, οπότε και ζήτησε αντίγραφο της γνωμοδότησης), η εκλογή αυτού ανακλήθηκε με την από 26.9.2002 απόφαση του αρμόδιου οργάνου. Εξάλλου, αντίγραφο της αιτηθείσας γνωμοδότησης περιήλθε στον προσφεύγοντα, ευρισκόμενο ακόμη στο εξωτερικό, στις 8.10.2002. Ενόψει των ανωτέρω, σε συνδυασμό με «το έντονο και εύλογο ενδιαφέρον του αιτούντος για την έκβαση της υποθέσεώς του, το οποίο προκύπτει τόσο από την αλληλογραφία του με το Ε.Μ.Π. όσο και από την άσκηση από αυτόν αιτήσεως ακυρώσεως κατά του ανωτέρω υπ' αριθμ. 10715/30.4.2002 εγγράφου του Πρύτανη του Ε.Μ.Π.», αίτηση ακυρώσεως του προσφεύγοντος κατά της ανακλητικής απόφασης, που κατατέθηκε στις 10.2.2003, απορρίφθηκε ως εκπρόθεσμη με την 1880/2007 απόφαση του ΣτΕ, διότι κρίθηκε ότι αυτός είχε λάβει πλήρη γνώση της προσβαλλόμενης απόφασης σε χρόνο προγενέστερο των εξήντα ημερών από την άσκηση της κρινομένης αιτήσεως. Το ΕΔΔΑ, αφού επανέλαβε τη νομολογία του για τους δικονομικούς περιορισμούς στο δικαίωμα πρόσβασης σε δικαστήριο, έκρινε ότι πιθανολογώντας απλώς ως προς στην ημερομηνία από την οποία άρχισε να τρέχει η προθεσμία για την άσκηση της αιτήσεως ακυρώσεως, και αποφεύγοντας να την προσδιορίσει, το Συμβούλιο της Επικρατείας απήγγειλε το εκπρόθεσμο αυτής κατά τρόπο αυθαίρετο, χωρίς να έχει προσδιορίσει πέρα από κάθε εύλογη αμφιβολία το χρόνο κατά τον οποίο ο προσφεύγων έλαβε πράγματι γνώση της ένδικης πράξης, φράσσοντας έτσι στην πράξη την πρόσβασή του στην κατ’ ουσίαν εξέταση της αιτήσεώς του. Συνεπώς, παραβιάστηκε το άρθρο 6 παρ. 1.
Απόφαση της 23.03.2010, Čudak κατά Λιθουανίας (15869/02) Ολομέλειας
Άρθρο 6 παρ. 1: απόλυση υπαλλήλου πρεσβείας, ετεροδικία Το Νοέμβριο του 1997 η προσφεύγουσα, Λιθουανή υπήκοος, προσλήφθηκε ως γραμματέας - τηλεφωνήτρια της πολωνικής πρεσβείας στο Βίλνιους. Οι συμβατικές της υποχρεώσεις συνέπιπταν με όσες αναμένονται συνήθως σε μια τέτοια θέση, ενώ ως εφαρμοστέο δίκαιο οριζόταν το λιθουανικό. Το 1999 η προσφεύγουσα κατήγγειλε στο Συνήγορο του Πολίτη σεξουαλική παρενόχληση από συνάδελφο, συνεπεία της οποίας έλαβε δίμηνη αναρρωτική άδεια. Με το πέρας της άδειας δεν της επιτράπηκε επανειλημμένως η είσοδος στην πρεσβεία, ενώ κατόπιν έγγραφης διαμαρτυρίας προς τον πρέσβη πληροφορήθηκε ότι είχε απολυθεί λόγω απουσίας από την εργασία της. Προσφυγή κατά της απόλυσης ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων απορρίφθηκε για έλλειψη δικαιοδοσίας, μετά την επίκληση ετεροδικίας εκ μέρους του πολωνικού Υπ. Εξωτερικών. Το Ανώτατο Ακυρωτικό έκρινε, ειδικότερα, ότι η προσφεύγουσα παρείχε δημόσια υπηρεσία, από τον τίτλο και μόνο της θέσης της προέκυπτε ότι εξυπηρετούσε την άσκηση της εθνικής κυριαρχίας της Πολωνίας και, ως εκ τούτου, δικαιολογείται η εφαρμογή της εν λόγω αρχής, παρά την καταρχήν συσταλτική εφαρμογή της. Το ΕΔΔΑ επεσήμανε την τάση περιορισμού της εφαρμογής της αρχής της ετεροδικίας στο διεθνές δίκαιο, κυρίως με την εξαίρεση των συμβάσεων εργασίας του προσωπικού των διπλωματικών αποστολών, εκτός από ορισμένες εξαιρετικές περιπτώσεις, όπως όταν ο εργαζόμενος έχει την ιθαγένεια του κράτους - εργοδότη, όταν πρόκειται για διπλωματικό ή προξενικό υπάλληλο, όταν η διαφορά έχει αντικείμενο την πρόσληψη, ανανέωση της απασχόλησης ή επαναφορά (όχι όμως την απόλυση) του υπαλλήλου, και όταν υπάρχει γραπτή συμφωνία εργοδότη και εργαζομένου. Εν προκειμένω, τα καθήκοντα της προσφεύγουσας δεν μπορεί, σύμφωνα με την κρίση του Δικαστηρίου, να θεωρηθεί ότι συνδέονταν αντικειμενικά με τα κυριαρχικά συμφέροντα του πολωνικού κράτους, επομένως είναι εφαρμοστέο το άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ. Εξάλλου, δεν προέκυψε ούτε η de facto άσκηση εξουσίας εκ μέρους της, συνεπώς δεν ενέπιπτε στις ανωτέρω εξαιρέσεις εφαρμογής της αρχής της ετεροδικίας. H δυνατότητα πρόσβασης σε έγγραφα και εμπιστευτικές τηλεφωνικές συνομιλίες κρίθηκε ότι δεν αρκεί προς τούτο, ενώ η απόλυση και η διαδικασία ενώπιον των δικαστηρίων που ακολούθησε οφείλονταν καταρχήν στη σεξουαλική παρενόχληση της προσφεύγουσας, η οποία όντως διαπιστώθηκε μετά από έρευνα του Συνηγόρου του Πολίτη, πράξη που δεν συνάπτεται με τα εθνικά συμφέροντα ασφάλειας της Πολωνίας. Κατά συνέπεια, η απόρριψη του αιτήματος παροχής δικαστικής προστασίας της προσφεύγουσας από τα δικαστήρια της Λιθουανίας κατ’ αποδοχή της ένστασης ετεροδικίας της πολωνικής κυβέρνησης έθιξε, εν προκειμένω, τον πυρήνα του δικαιώματος της προσφεύγουσας για πρόσβαση σε δικαστήριο, ενόψει και του ότι η άσκηση ενδίκων βοηθημάτων ενώπιον των πολωνικών δικαστηρίων, τα οποία θα όφειλαν να εφαρμόσουν το λιθουανικό ουσιαστικό δίκαιο, για Λιθουανή υπήκοο, που προσλήφθηκε στη Λιθουανία, δεν θα αποτελούσε, κατά το ΕΔΔΑ, αποτελεσματική δικαστική προστασία.
Απόφαση της 16.3.2010, Carson κατά Η.Β. (42184/05) Ολομέλειας
Άρθρο 14 ΕΣΔΑ σε συνδυασμό με 1 ΠΠΠ : μη τιμαριθμική αναπροσαρμογή της σύνταξης βρετανών υπηκόων διαμενόντων στην αλλοδαπή, όταν δεν υπάρχει ειδική διακρατική σύμβαση, ενώ αναπροσαρμόζεται η σύνταξη τόσο των διαμενόντων στο Η.Β., όσο και των διαμενόντων σε χώρες με τις οποίες υπάρχει ειδική σύμβαση. Οι προσφεύγοντες, βρετανοί μετανάστες σε χώρες της Κοινοπολιτείας, λαμβάνουν σύνταξη, για την οποία είχαν καταβάλει εισφορές όταν εργάζονταν στο Η.Β., η οποία δεν αναπροσαρμόζεται, ενώ οι συντάξεις όσων διαμένουν στο Η.Β., αλλά και όσων διαμένουν σε κράτη με τα οποία υπάρχει ειδική διακρατική σύμβαση, αναπροσαρμόζονται κάθε χρόνο με βάση τον τιμάριθμο στο Η.Β. Το ΕΔΔΑ υπενθύμισε ότι το άρθρο 14 έλκεται σε εφαρμογή, όταν τίθεται ζήτημα διαφορετικής μεταχείρισης όχι μόνο ως προς δικαιώματα που κατοχυρώνονται στην ΕΣΔΑ και τα πρωτόκολλά της, αλλά και ως προς δικαιώματα που κατοχυρώνονται από την εθνική νομοθεσία και εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής κάποιας από τις διατάξεις της ΕΣΔΑ ή των πρωτοκόλλων της. Το άρθρο 1 ΠΠΠ δεν υποχρεώνει τα συμβαλλόμενα κράτη να θεσμοθετήσουν σύστημα κοινωνικής ασφάλισης ή παροχής συντάξεων, εφόσον όμως το πράξουν, όπως εν προκειμένω, η οικεία νομοθεσία εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 1 ΠΠΠ, ανεξαρτήτως του αν τα σχετικά δικαιώματα προϋποθέτουν καταβολή εισφορών. Περαιτέρω, κρίθηκε ότι ναι μεν η συνήθης διαμονή των προσφευγόντων αποτελεί πτυχή της προσωπικής «κατάστασής» τους, κατά την έννοια του άρθρου 14, πλην αυτοί δεν τελούν σε όμοιες συνθήκες με όσους δικαιούνται την αναπροσαρμογή των συντάξεών τους. Ειδικότερα, οι εισφορές που έχουν καταβάλει δεν προορίζονται μόνο για τη σύνταξη που λαμβάνουν αλλά για ένα σύνολο κοινωνικών παροχών, που χρηματοδοτούνται επίσης από άλλες πηγές, μεταξύ των οποίων και από φορολογικά έσοδα, στα οποία μάλιστα συμβάλλουν και οι διαμένοντες στο Η.Β. συνταξιούχοι. Εξάλλου, οι κοινωνικές αυτές παροχές αποτελούν σύστημα κοινωνικής προστασίας που στοχεύει στην εξασφάλιση ενός ικανοποιητικού επιπέδου διαβίωσης σε όσους κατοικούν στο Η.Β., ειδικώς δε οι συντάξεις αναπροσαρμόζονται με βάση τις αυξήσεις των τιμών στο Η.Β. Τέλος, και οι διεθνείς συμβάσεις που αφορούν στα συστήματα κοινωνικής ασφάλισης αναγνωρίζουν τον εθνικό χαρακτήρα των συστημάτων αυτών. Συνεπώς, οι προσφεύγοντες δεν τελούν σε όμοιες συνθήκες με τους διαμένοντες στο Η.Β. Επίσης, δεν βρίσκονται σε κατάσταση συγκρίσιμη με όσους κατοικούν σε κράτη με τα οποία το Η.Β. έχει συνάψει διεθνείς συμβάσεις, μετά από στάθμιση ποικίλων παραγόντων, σύμφωνα με τα ισχύοντα στο διεθνές δίκαιο. Συνεπώς, δεν παραβιάστηκε το άρθρο 14 της ΕΣΔΑ σε συνδυασμό με το άρθρο 1 ΠΠΠ.
Αποφάσεις Συνταγματικού Συμβουλίου της Γαλλίας
ΑΠΟΦΑΣΗ 2010-3, Union des familles en Europe, 28.5.2010
Το Conseil Constitutionnel, το οποίο επελήφθη της υποθέσεως μετά την παραπομπή στις 14.4.2010 «προέχοντος ζητήματος συνταγματικότητας» από το Conseil d’Etat, έκρινε συνταγματική τη διάταξη της περ. 2 του άρθρου L211-3 του κώδικα κοινωνικής δράσης σύμφωνα με την οποία μόνο δύο ενώσεις σωματείων για την προάσπιση των δικαιωμάτων της οικογένειας (UNAF, UDAF) αποτελούν τους θεσμικούς συνομιλητές της κυβέρνησης και των υπολοίπων δημοσίων αρχών στα ζητήματα που αφορούν την προστασία της οικογένειας διότι: α) οι ενώσεις αυτές (UNAF, UDAF) δεν βρίσκονται σε όμοια κατάσταση με τα αιτούντα σωματεία, β) δεν παραβιάζεται η ελευθερία της έκφρασης των αιτούντων σωματείων καθώς η επίδικη διάταξη δεν τους απαγορεύει να προβάλλουν τις θέσεις τους και γ) δεν παραβιάζεται η ελευθερία του συνεταιρίζεσθαι καθώς τα αιτούντα σωματεία είναι ελεύθερα να συγκροτηθούν και να προσχωρήσουν σε ενώσεις όπως οι UNAF, UDAF ή άλλες.
ΑΠΟΦΑΣΗ 2010-2, Madame Viviane L., 11.6.2010
Το Conseil Constitutionnel, το οποίο επελήφθη της υποθέσεως μετά την παραπομπή στις 14.4.2010 «προέχοντος ζητήματος συνταγματικότητας» από το Conseil d’Etat, έκρινε σύμφωνες με το Σύνταγμα τις διατάξεις του άρθρου L114-5 του κώδικα κοινωνικής δράσης το οποίο δεν επιτρέπει σε κάποιον να ζητήσει αποζημίωση για τη βλάβη που υπέστη από το γεγονός ότι γεννήθηκε με αναπηρία την οποία οι γιατροί δεν διέγνωσαν πριν τη γέννησή του εφόσον βέβαια η αναπηρία αυτή δεν οφείλεται σε ιατρικό σφάλμα. Το Conseil Constitutionnel οδηγήθηκε στη κρίση αυτή λαμβάνοντας υπ’ όψη ότι α) με την διάταξη αυτή οι γιατροί και το προσωπικό δεν απαλλάσσονται από κάθε ευθύνη, β) τα κριτήρια που χρησιμοποίησε ο νομοθέτης εξυπηρετούν τους σκοπούς του νόμου και γ) δεν παραβιάζεται η αρχή της ισότητας. Όσον αφορά την ρύθμιση του ίδιου άρθρου που προβλέπει ότι τα νοσηλευτικά ιδρύματα και οι εργαζόμενοι στο χώρο της υγείας υποχρεούνται να αποζημιώσουν τους γονείς για το γεγονός ότι δεν εντοπίστηκε η αναπηρία του εμβρύου κατά τη διάρκεια της κυήσεως μόνο εάν έχουν διαπράξει κάποιο πταίσμα ιδιαίτερης βαρύτητας, το Conseil Constitutionnel έκρινε ότι η υποχρέωση για πλήρη αποζημίωση δεν είναι συνταγματικά κατοχυρωμένη και μπορεί να περιορισθεί για λόγους δημοσίου συμφέροντος. Εφόσον λοιπόν στη προκειμένη περίπτωση α) τα έξοδα από την αναπηρία τα αναλαμβάνει ούτως ή άλλως το Κράτος, β) δεν υπάρχει γενική απαλλαγή από την αποζημιωτική ευθύνη αλλά περιορισμός της και γ) ελήφθησαν υπ’ όψη ηθικά, κοινωνικά και οικονομικά κριτήρια, ο περιορισμός της ευθύνης που θεσπίζεται με την επίδικη διάταξη δεν είναι δυσανάλογος και δεν αντίκειται σε κάποια από τα δικαιώματα ή τις ελευθερίες που κατοχυρώνονται στο Σύνταγμα. Αντιθέτως το Conseil Constitutionnel έκρινε ότι η εφαρμογή της επίδικης διάταξης και στις εκκρεμείς υποθέσεις είναι αντίθετη με την αρχή της διάκρισης των λειτουργιών και το δικαίωμα για αποτελεσματική δικαστική προστασία καθώς δεν υπάρχει κάποιος λόγος δημοσίου συμφέροντος που να δικαιολογεί την αναδρομικότητα.
Νέα σημαντικά νομοθετήματα
2/37345/0004/2010 απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Αποκέντρωσης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και Οικονομικών
«Απογραφή προσωπικού του δημοσίου, των Ν.Π.Δ.Δ. και των Ο.Τ.Α α΄ και β΄ βαθμού και σύσταση Ενιαίας Αρχής Πληρωμής» (Β΄ 784/4.6.2010)
Δ1/Α/5815/2010 απόφαση του Υφυπουργού Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής
«Κανονισμός αδειών φυσικού αερίου» (Β΄ 464, 19.4.2010)
Φ80000/ΟΙΚ.8755/892/2010 απόφαση των Υπουργών Οικονομίας, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας, Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης και Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης
«Καθορισμός εφαρμογής αντικειμενικών κριτηρίων για την κατάρτιση, αναθεώρηση και συμπλήρωση του Καταλόγου συνταγογραφούμενων φαρμάκων βάσει των διατάξεων του άρθρου 12 παρ. 1 περ. β του νόμου 3816/2010 (A΄ 6)» (Β΄417/12.4.2010)
Δ6/Β/οικ. 5825/2010 απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής
«Έγκριση Κανονισμού Ενεργειακής Απόδοσης Κτιρίων» (Β΄ 407/9.4.2010)
Δ1/Α/5346/2010 απόφαση του Υφυπουργού Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής
«Κώδικας διαχείρισης του Εθνικού Συστήματος Φυσικού Αερίου» (Β΄ 379/1.4.2010)
Π.Δ.43/2010
«Τροποποίηση και συμπλήρωση του Π.Δ. 50/2008 (ΦΕΚ 81 Α΄) “Φοίτηση και αξιολόγηση των μαθητών του Επαγγελματικού Λυκείου (ΕΠΑ.Λ.)”» (Α΄ 86/7.6.2010)
Π.Δ.38/2010
«Προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας στην Οδηγία 2005/36/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 7ης Σεπτεμβρίου 2005, σχετικά με την αναγνώριση των επαγγελματικών προσόντων» (Α΄ 78/25.5.2010)
Π.Δ.32/2010
«Καθορισμός απαιτήσεων οικολογικού σχεδιασμού, όσον αφορά τα προϊόντα που καταναλώνουν ενέργεια και τροποποίηση των ΠΔ 335/1993 (ΦΕΚ 143/Α/93), 178/1998 (ΦΕΚ 131/Α/1998) και της ΚΥΑ Δ6/Β/17682 (ΦΕΚ 1407/Β/2001) σε συμμόρφωση προς την Οδηγία 2005/32/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου» (Α΄ 70/14.5.2010)
Π.Δ.31/2010
«Τροποποίηση του Π.Δ. 60/2006 (Α’ 65) “Αξιολόγηση των μαθητών του Ενιαίου Λυκείου”» (Α΄ 69/14.5.2010)
Π.Δ.28/2010
«Ανακατανομή αρμοδιοτήτων των Υπουργείων και τροποποιήσεις του π.δ. 189/2009» (Α΄ 64/6.5.2010)
Π.Δ.24/2010
«Ανακαθορισμός των αρμοδιοτήτων των Υπουργείων και τροποποιήσεις του π.δ. 189/2009» (Α΄ 56/15.4.2010)
N.3852/2010
«Νέα Αρχιτεκτονική της Αυτοδιοίκησης και της Αποκεντρωμένης Διοίκησης − Πρόγραμμα Καλλικράτης» (Α΄ 87/7.6.2005)
Ν.3851/2010
«Επιτάχυνση της ανάπτυξης των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής και άλλες διατάξεις σε θέματα αρμοδιότητας του Υπουργείου Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής» (Α΄ 85/4.6.2010)
Ν.3850/2010
«Κύρωση του Κώδικα νόμων για την υγεία και την ασφάλεια των εργαζομένων» (Α΄ 84/2.6.2010)
Ν.3849/2010
«Τροποποίηση του ν. 3213/2003, διατάξεων του Ποινικού Κώδικα που αφορούν εγκλήματα σχετικά με την Υπηρεσία και άλλες διατάξεις» (Α΄ 80/26.5.2010)
Ν.3848/2010
«Αναβάθμιση του ρόλου του εκπαιδευτικού – καθιέρωση κανόνων αξιολόγησης και αξιοκρατίας στην εκπαίδευση και λοιπές διατάξεις» (Α΄ 71/19.5.2010)
Ν.3847/2010
«Επανακαθορισμός των επιδομάτων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα και του επιδόματος αδείας για τους συνταξιούχους και βοηθηματούχους του Δημοσίου» (Α΄ 67/11.5.2010)
Ν.3846/2010
«Εγγυήσεις για την εργασιακή ασφάλεια και άλλες διατάξεις» (Α΄ 66/11.5.2010)
Ν.3845/2010
«Μέτρα για την εφαρμογή του μηχανισμού στήριξης της ελληνικής οικονομίας από τα κράτη − μέλη της Ζώνης του ευρώ και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο» (Α΄ 65/6.5.2010)
Ν.3844/2010
«Προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας στην Οδηγία 2006/123 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με τις υπηρεσίες στην εσωτερική αγορά και άλλες διατάξεις» (Α΄ 63/3.5.2010)
Ν.3843/2010
«Ταυτότητα κτιρίων, υπερβάσεις δόμησης και αλλαγές χρήσης, μητροπολιτικές αναπλάσεις και άλλες διατάξεις» (Α΄ 62/28.4.2010)
Ν.3842/2010
«Αποκατάσταση φορολογικής δικαιοσύνης, αντιμετώπιση της φοροδιαφυγής και άλλες διατάξεις» (Α΄ 58/23.4.2010)
Ν.3841/2010
«Επιλογή δικαστικών λειτουργών στις κορυφαίες θέσεις της Δικαιοσύνης και επαναφορά του αυτοδιοίκητου των δικαστηρίων» (Α΄ 55/6.4.2010)
Ν.3840/2010
«Αποκέντρωση, απλοποίηση και ενίσχυση της αποτελεσματικότητας των διαδικασιών του Εθνικού Στρατηγικού Πλαισίου Αναφοράς (ΕΣΠΑ) 2007−2013 και άλλες διατάξεις» (Α΄ 53/31.3.2010)
Ν.3839/2010
«Σύστημα επιλογής προϊσταμένων οργανικών μονάδων με αντικειμενικά και αξιοκρατικά κριτήρια − Σύσταση Ειδικού Συμβουλίου Επιλογής Προϊσταμένων (ΕΙ.Σ.Ε.Π.) και λοιπές διατάξεις» (Α΄ 51/29.3.2010) –βλ. και διόρθωση του τελευταίου εδαφίου της παρ. 3γ(1) του άρθρου 85 στο ΦΕΚ Α΄ 83/1.6.2010
Ν.3838/2010
«Σύγχρονες διατάξεις για την Ελληνική Ιθαγένεια και την πολιτική συμμετοχή ομογενών και νομίμως διαμενόντων μεταναστών και άλλες ρυθμίσεις» (Α΄ 49/24.3.2010)
Νομολογία Αρείου Πάγου
Απόφαση 5/2010 τακτικής Ολομέλειας (Πολ)
Σύμφωνα με το άρθρο μόνο παρ. 2 του ν. 1178/1981 (αντικ. άρθρο μόνο παρ. 4 ν. 2243/1994, τροπ. άρθρο 10 παρ. 4 ν. 2328/1995), η χρηματική ικανοποίηση του αδικηθέντος για ορισμένες πράξεις που τελέσθηκαν από τηλεοπτικούς σταθμούς εθνικής εμβέλειας δεν μπορεί να είναι κατώτερη των 100.000.000 δρχ. Η ρύθμιση αυτή έχει μεν σκοπό να διασφαλίσει τους πολίτες από ιδιαίτερα έντονες, λόγω της μεγάλης δημοσιότητας, προσβολές της τιμής και της υπόληψής τους, ενόψει και του άρθρου 2 παρ. 1 Συντ., όμως παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας. Και τούτο, διότι η καθιέρωση μόνο του στοιχείου της εθνικής εμβέλειας του τηλεοπτικού σταθμού για την καθορισμό του ελάχιστου ορίου της χρηματικής ικανοποίησης στο ανωτέρω ποσό, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη το είδος και η βαρύτητα της προσβολής, δεν είναι εν στενή εννοία ανάλογη προς τον επιδιωκόμενο σκοπό, δοθέντος ότι η βλάβη που προκαλείται με την υποχρέωση καταβολής του εν λόγω ποσού, μπορεί να είναι κατά τις περιστάσεις και τις ιδιαίτερες συνθήκες της πράξης, δυσανάλογα επαχθέστερη από τη διωκόμενη ωφέλεια προστασίας της τιμής και υπόληψης του προσβληθέντος. Παραπέμπει το ζήτημα στην πλήρη Ολομέλεια.
Αποφάσεις του γαλλικού Συμβουλίου της Επικρατείας
ΑΠΟΦΑΣΗ 320196, ASSOCIATION AIDES et autres, 16.4.2010
Με Πρωθυπουργικό Διάταγμα δημιουργήθηκε ένα αρχείο προσωπικών δεδομένων με την ονομασία CRISTINA προκειμένου να διευκολυνθεί το έργο της Κεντρικής Διεύθυνσης Πληροφοριών. Με ένα δεύτερο Διάταγμα ο Πρωθυπουργός αποφάσισε βάσει του άρθρου 26 του νόμου της 6ης Ιανουαρίου 1978 να μη δημοσιευθεί το πρώτο Διάταγμα. Κάποια σωματεία ζήτησαν την ακύρωση των δύο Διαταγμάτων βάσει του άρθρο 26 του νόμου της 6ης Ιανουαρίου 1978, της αρχής της ασφάλειας δικαίου και του άρθρου 8 της ΕΣΔΑ. Το Conseil d’Etat επεσήμανε ότι η δυνατότητα του Πρωθυπουργού να αποφασίσει τη μη δημοσίευση ενός Διατάγματος προβλέπεται από το νόμο και περιβάλλεται με εγγυήσεις (δημοσίευση του Διατάγματος με το οποίο απαγορεύεται η δημοσίευση, γνωμοδότηση της Εθνικής Επιτροπής για την Πληροφορική και τις Ελευθερίες και του Conseil d’Etat, δικαίωμα πρόσβασης των φυσικών προσώπων στα δεδομένα που τους αφορούν και δυνατότητα διόρθωσης και αφαίρεσης των δεδομένων αυτών). Εξάλλου η αποτελεσματικότητα της δικαστικής προστασίας από ένα Διάταγμα που δεν δημοσιεύεται εξασφαλίζεται από το γεγονός ότι ο διοικητικός δικαστής έχει στην περίπτωση αυτή αυξημένες ανακριτικές αρμοδιότητες. Χρησιμοποιώντας δε τις αρμοδιότητες αυτές στην προκειμένη περίπτωση, το Conseil d’Etat έκρινε ότι το αρχείο CRISTINA αφορά πράγματι στην εθνική ασφάλεια και τα δεδομένα που περιλαμβάνει είναι πράγματι κατάλληλα για την εξυπηρέτηση των σκοπών που επιδιώκει και ιδίως για την μάχη κατά της κατασκοπείας και της τρομοκρατίας. Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο έκρινε ότι νομίμως ο Πρωθυπουργός απαγόρευσε τη δημοσίευση. Περαιτέρω, το Conseil d’Etat έκρινε ότι τα δεδομένα που καταγράφονται στο αρχείο CRISTINA είναι κατάλληλα για την εξυπηρέτηση των σκοπών του Διατάγματος, ότι η συλλογή τους και η χρήση τους γίνεται με τέτοιες προϋποθέσεις και περιορισμούς ώστε να διασφαλίζεται πλήρως η προστασία τους και ότι, συνεπώς, οι ρυθμίσεις του δεύτερου Διατάγματος δεν παραβιάζουν το άρθρο 26 του νόμου της 6ης Ιανουαρίου 1978, την αρχή της ασφάλειας δικαίου και το άρθρο 8 της ΕΣΔΑ.
ΑΠΟΦΑΣΗ 329290, Mme L., 14.4.2010
Στην υπόθεση αυτή αμφισβητήθηκε η συνταγματικότητα των διατάξεων του άρθρου L114-5 του κώδικα κοινωνικής δράσης, το οποίο δεν επιτρέπει σε κάποιον να ζητήσει αποζημίωση για τη βλάβη που υπέστη από το γεγονός ότι γεννήθηκε με αναπηρία, την οποία οι γιατροί δεν διέγνωσαν πριν τη γέννησή του, εφόσον βέβαια η αναπηρία αυτή δεν οφείλεται σε ιατρικό σφάλμα. Με την ίδια διάταξη τα νοσηλευτικά ιδρύματα και οι εργαζόμενοι στο χώρο της υγείας υποχρεούνται να αποζημιώσουν τους γονείς για το γεγονός ότι δεν εντοπίστηκε η αναπηρία του εμβρύου κατά τη διάρκεια της κυήσεως μόνο εάν έχουν διαπράξει κάποιο πταίσμα ιδιαίτερης βαρύτητας. Η συνταγματικότητα των διατάξεων αυτών αμφισβητήθηκε ως προς το άρθρο 4 της Διακήρυξης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και του Πολίτη του 1789, το οποίο ορίζει ότι ο ζημιών οφείλει να αποζημιώσει το ζημιούμενο. Περαιτέρω, η ως άνω διάταξη του κώδικα κοινωνικής δράσης προβλέπει ότι είναι εφαρμοστέα και στις εκκρεμείς υποθέσεις με αποτέλεσμα να καταλαμβάνει και ζημίες οι οποίες είχαν προκληθεί πριν από τη θέση σε ισχύ του νόμου. Η συνταγματικότητα της αναδρομικής αυτής ρύθμισης αμφισβητήθηκε ως προς την αρχή της διάκρισης των λειτουργιών και το δικαίωμα για αποτελεσματική δικαστική προστασία που κατοχυρώνεται στο άρθρο 16 της Διακήρυξης του 1789. Το Conseil d’Etat έκρινε ότι πληρούνται οι νόμιμες προϋποθέσεις και παρέπεμψε και τα δύο «προέχοντα ζητήματα συνταγματικότητας» στο Conseil Constitutionnel.
ΑΠΟΦΑΣΗ 323830, Union des familles en Europe, 14.4.2010
Στην υπόθεση αυτή αμφισβητήθηκε από ένα σωματείο για την προστασία της οικογένειας (Union des familles en Europe) η συνταγματικότητα των διατάξεων της περ. 2 του άρθρου L211-3 του κώδικα κοινωνικής δράσης. Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή μόνο δύο ενώσεις σωματείων για την προάσπιση των δικαιωμάτων της οικογένειας (UNAF, UDAF) αποτελούν τους θεσμικούς συνομιλητές της κυβέρνησης και των υπολοίπων δημοσίων αρχών στα ζητήματα που αφορούν την προστασία της οικογένειας. Το Conseil d’Etat παρέπεμψε το ζήτημα, ως «προέχον ζήτημα συνταγματικότητας», στο Conseil Constitutionnel, διότι έκρινε ότι συντρέχουν προς τούτο οι προϋποθέσεις του νόμου. Ειδικότερα, κρίθηκε ότι : α) η αμφισβητούμενη διάταξη είναι εφαρμοστέα στην επίδικη διαφορά, β) δεν έχει ήδη κηρυχθεί αντισυνταγματική σε διατακτικό απόφασης του Conseil Constitutionnel και γ) το ζήτημα παρουσιάζει σοβαρότητα, ιδίως ενόψει της αρχής της ισότητας μεταξύ των πιο πάνω σωματείων.
Νομολογία Ομοσπονδιακού Συνταγματικού Δικαστηρίου της Γερμανίας
Απόφαση επί αιτήσεως αναστολής της 7.5.2010 – 2 BvR 987/2010
Εγγύηση πιστώσεων προς την Ελλάδα-Στάθμιση της βλάβης-Εκτίμηση του κινδύνου-Έκταση του δικαστικού ελέγχου Η δύσκολη δημοσιονομική θέση της Ελλάδας και η εξαιτίας αυτής δημιουργηθείσα ανησυχία στις χρηματαγορές οδήγησαν τους επικεφαλής των κρατών και κυβερνήσεων της Ευρωζώνης το Μάρτιο του 2010 να δηλώσουν ότι είναι καταρχήν έτοιμοι να υποστηρίξουν την Ελλάδα με διμερείς δανειακές συμφωνίες επιπροσθέτως της χρηματοδότησης της Ελλάδας από το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ). Στη συνέχεια ακολούθησαν διαπραγματεύσεις μεταξύ της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ), του ΔΝΤ και της Ελλάδας σχετικά με τις λεπτομέρειες και τους όρους ενός πακέτου βοήθειας. Η βοήθεια στην Ελλάδα θα δινόταν όταν αυτή θα ήταν πράγματι αναγκαία. Τα κράτη τα οποία μετέχουν στο πακέτο βοήθειας θα έπρεπε να αποφασίσουν τότε σχετικά με τις πληρωμές. Την 23η Απριλίου 2010 η Ελλάδα αιτήθηκε οικονομική βοήθεια από τα κράτη της Ευρωζώνης και από το ΔΝΤ. Τα κράτη της Ευρωζώνης αποφάσισαν στις 2 Μαΐου 2010 να θέσουν στη διάθεση της Ελλάδας μέχρι 80 δις ευρώ ως οικονομική βοήθεια με τη μορφή συντονισμένων διμερών πιστώσεων (εκ των οποίων 30 δις τον πρώτο χρόνο) σε συνδυασμό με ένα τριετές πρόγραμμα του ΔΝΤ και με μια εκτιμώμενη ανάγκη συνολικής χρηματοδότησης 110 δις ευρώ. Η οικονομική βοήθεια θα πρέπει να διατεθεί στο πλαίσιο αυστηρών όρων στους οποίους κατέληξαν οι διαπραγματεύσεις μεταξύ της Ελλάδας, του ΔΝΤ και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, λαμβανομένων υπόψη και των θέσεων της ΕΚΤ. Για να λάβει τα απαραίτητα μέτρα σε εθνικό επίπεδο η γερμανική Ομοσπονδιακή Βουλή εξέδωσε στις 7.5.2010 έναν νόμο για την εγγύηση πιστώσεων για τη διατήρηση της αναγκαίας για την οικονομική σταθερότητα της Νομισματικής Ένωσης ικανότητας πληρωμών της Ελληνικής Δημοκρατίας. Ο νόμος αυτός εξουσιοδοτεί την Ομοσπονδιακή Κυβέρνηση να εγγυηθεί πιστώσεις μέχρι του ύψους των 22,4 δις ευρώ προς την Ελληνική Δημοκρατία. Το κομμάτι των πιστώσεων που αναλογεί στη Γερμανία θα πληρωθεί στην Ελλάδα από το Πιστωτικό Ίδρυμα Ανοικοδόμησης (Kreditanstalt fuer Wiederaufbau, KfW). Οι προσφεύγοντες κατέθεσαν μαζί με τη συνταγματική προσφυγή και μια αίτηση αναστολής με την οποία ζητούσαν να απαγορευθεί στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας να χορηγήσει οικονομική βοήθεια στην Ελλάδα χάριν της σταθερότητας του ευρωπαϊκού νομισματικού χώρου. Το δεύτερο Τμήμα του Συνταγματικού Δικαστηρίου απέρριψε την αίτηση αυτή. Η στάθμιση την οποία διενήργησε το Δικαστήριο έδειξε ότι σοβαρότεροι κίνδυνοι θα απειλούσαν το γενικό συμφέρον σε περίπτωση που θα γινόταν δεκτή η αίτηση αναστολής και κρινόταν αργότερα ότι η εγγύηση των πιστώσεων είναι σύμφωνη με το Σύνταγμα. Στην περίπτωση αυτή, η Γερμανία θα έπρεπε να διακόψει τη συμβολή της στα έκτακτα μέτρα για τη διατήρηση της ικανότητας πληρωμών της Ελλάδας ακριβώς στο χρονικό σημείο που αυτή είναι απαραίτητη. Αυτό δεν θα οδηγούσε μόνο σε απογοήτευση των εταίρων της στην Ευρωζώνη των οποίων τις προσδοκίες η ίδια η Γερμανία εξέθρεψε, αλλά θα έθετε υπό αμφισβήτηση τη σκοπιμότητα του πακέτου διάσωσης. Σε περίπτωση που δεν επιτυγχανόταν ο σκοπός της αποφυγής της αδυναμίας πληρωμών από την Ελλάδα, θα ετίθετο σε κίνδυνο, κατά την άποψη της Ομοσπονδιακής Κυβέρνησης, η σταθερότητα ολόκληρης της Ευρωπαϊκής Νομισματικής Ένωσης. Το Ομοσπονδιακό Συνταγματικό Δικαστήριο δεν έχει ενδείξεις ότι η εκτίμηση της Ομοσπονδιακής Κυβέρνησης είναι εσφαλμένη. Μεταξύ των συνταγματικών οργάνων η Ομοσπονδιακή Κυβέρνηση είναι αρμόδια να προβαίνει σε τέτοιου είδους εκτιμήσεις, τις οποίες το Ομοσπονδιακό Συνταγματικό Δικαστήριο μόνον περιορισμένα μπορεί να ελέγξει. Αντίθετα, είναι λιγότερο σοβαροί οι κίνδυνοι οι οποίοι θα προκύψουν αν απορριφθεί η αίτηση αναστολής και η οικονομική βοήθεια κριθεί αργότερα ότι αντίκειται στο Σύνταγμα. Η ενδεχόμενη ευθύνη της Ομοσπονδίας λόγω της θέσης της ως εγγυήτριας αντισταθμίζεται από την μείωση των παρόντων κινδύνων για τον ομοσπονδιακό προϋπολογισμό, οι οποίοι θα μπορούσαν να προκύψουν από την οικονομική αστάθεια της Νομισματικής Ένωσης. Οι προσφεύγοντες δεν προσέφεραν ενδείξεις ότι ειδικά το δικαίωμα ιδιοκτησίας τους θα μπορούσε να επηρεαστεί κατά τρόπο επαχθή και ανεπανόρθωτο στην περίπτωση της εγγύησης των πιστώσεων προς την Ελλάδα.
Απόφαση της 14.4.2010-1 BvL 08/08
Iδιωτικοποίηση κλινικών του Δήμου του Αμβούργου - Άνιση μεταχείριση των εργαζομένων H LBK, ίδρυμα δημοσίου δικαίου του οποίου φορέας ήταν ο Δήμος του Αμβούργου και ασκούσε από το 1995 την επιχείρηση όλων των δημοτικών νοσοκομείων της πόλης, ανέλαβε και τις εργασιακές σχέσεις των εργαζομένων στα νοσοκομεία της πόλης. Σε περίπτωση ιδιωτικοποίησης μέρους της επιχείρησης προβλεπόταν το δικαίωμα των εργαζομένων στο ίδρυμα για επιστροφή τους στη δημόσια υπηρεσία. Από την 1.1.2000 η LBK ανέθεσε στη θυγατρική της εταιρεία (EΠΕ) C.GmbH την εκτέλεση των εργασιών καθαρισμού των νοσοκομείων. Οι εργασιακές σχέσεις των εργαζομένων στον καθαρισμό μεταβιβάστηκαν σύμφωνα με τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα στην C.GmbH. Στις αρχές του 2005 η LBK μετατράπηκε σε ΕΠΕ και έγινε βάσει νόμου εργοδότης του μεγαλύτερου μέρους των εργαζομένων των οποίων τις εργασιακές σχέσεις είχε αναλάβει το 1995 από το Δήμο του Αμβούργου, όχι όμως και των εργαζομένων στην C.GmbH. Κύριος εταίρος της LKB παρέμεινε ο Δήμος του Αμβούργου. Στο άρθρο 17 παρ. 1 του Νόμου για το Ταμείο Προνοίας του Αμβούργου (Ίδρυμα δημοσίου δικαίου) περιορίστηκε το δικαίωμα για επιστροφή στο Δημόσιο σε περίπτωση πώλησης της πλειοψηφίας των μετοχών στους εργαζόμενους στην LKB (μη καταλαμβάνοντας πλέον τους εργαζόμενους στην C.GmbH). Την 1.1.2007 μεταβιβάστηκε η πλειοψηφία των μετοχών της LKB από τον Δήμο σε έναν ιδιωτικό φορέα. Το Bundesverfassungsgericht έκρινε ότι το άρθρο 17 παρ. 1 του ανωτέρω νόμου παραβιάζει τόσο τη γενική αρχή της ισότητας (άρθρο 3 παρ. 1 του Θεμελιώδους Νόμου, ΘΝ) όσο και την αρχή της ισότητας ανδρών και γυναικών (άρθρο 3 παρ. 2 ΘΝ). Η γενική αρχή της ισότητας παραβιάζεται καθώς υπάρχει άνιση μεταχείριση των εργαζομένων των οποίων οι εργασιακές σχέσεις μεταβιβάστηκαν το 1995 από τον Δήμο Αμβούργου στην LKB. Μεταξύ των εργαζόμενων στον καθαρισμό νοσοκομείων και των υπολοίπων εργαζομένων δεν υπήρχε ουσιαστική διαφοροποίηση των συνθηκών, καθώς από το 2005 και μετά και οι μεν και οι δε εργάζονταν για μία ΕΠΕ. Επίσης, η δυσμενής μεταχείριση των εργαζομένων στον καθαρισμό δεν μπορεί να στηριχθεί στο γεγονός ότι ο καθαρισμός κτιρίων δεν αποτελεί υπηρεσία που κατατάσσεται άμεσα στον τομέα της υγείας, καθώς ο Δήμος ιδιωτικοποίησε όλους τους κλάδους των νοσοκομείων και δεν θεώρησε αναγκαίο να αφήσει ορισμένους κλάδους στο Δημόσιο. Τέλος, η ρύθμιση αντίκειται και στο άρθρο 3 παρ. 2 του ΘΝ, καθώς ο νομοθέτης μεταχειρίζεται εν τοις πράγμασι δυσμενώς και χωρίς κάποιον επαρκή δικαιολογητικό λόγο τις γυναίκες εργαζομένους, οι οποίες αποτελούν το 93,5% των εργαζομένων στον κλάδο του καθαρισμού των νοσοκομείων.
Αρθρογραφία
1) Αθανασόπουλος Ε. Μεταθανάτια προστασία του δικαιώματος οικονομικής εκμετάλλευσης στοιχείων της προσωπικότητας (“right of publicity”) – Συγκριτική επισκόπηση του αμερικανικού, γερμανικού και ελληνικού δικαίου, ΔιΜΕΕ τχ 1/2010, σελ. 21 επ.
2) Άνθιμος Α. Η έλευση ενός «νέου» θεσμού – Διαμεσολάβηση, Αρμ. τχ 64/2010, σελ. 469 επ.
3) Ασημάκη Π. Η ευρεία ερμηνεία της αρχής της ελεύθερης κυκλοφορίας των προσώπων από τον Ευρωπαϊκό Δικαστή. Σκέψεις με αφορμή την Δ.Ε.Ε. Απόφ. 23.4.2009, Uwe Rüffler, EΔKA τχ 3/2010, σελ. 208 επ.
4) Γεραρής Χ. Τα προσωπικά δεδομένα και οι νέες προκλήσεις, ΔιΜΕΕ τχ 1/2010, σελ. 42 επ.
5) Γεωργιάδου Ν. Οι ειδικοί όροι εργασίας των αναπληρωτών και ωρομισθίων εκπαιδευτικών στα ιδιωτικά σχολεία, ΔΕΝ τχ 1559/2010, σελ. 481 επ.
6) Δερμιτζάκη Φ. Αμετάκλητες αποφάσεις πολιτικών δικαστηρίων σε διαφορές από σχέσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου στον δημόσιο τομέα και «παρεμπίπτων» έλεγχος από το Ελεγκτικό Συνέδριο· Με αφορμή τις θέσεις της Ολομέλειας του Ελεγκτικού Συνεδρίου των συνεδριάσεων 22ης/8.11.2006 και 3ης/17.2.2010, ΕΕργΔ τχ 9/2010, σελ. 529 επ.
7) Δετσαρίδης Χρ. Η επίδραση του κοινοτικού δικαίου στην νομιμότητα της διοικητικής δράσης, ΕΔΔΔ τχ 1/2010, σελ. 19 επ.
8) Ζολώτας Τρ. Η δέσμευση του εθνικού δικαστή από το νομολογιακό προηγούμενο και το δεδικασμένο των αποφάσεων του ΕΔΔΑ, ΕφημΔΔ τχ 1/2010, σελ. 102 επ.
9) Ιωαννίδου Α. Το θεμελιώδες κοινωνικό δικαίωμα ανάληψης συλλογικής δράσης και οι ελευθερίες εγκατάστασης και παροχής υπηρεσιών της Συνθήκης ΕΚ, ΘΠΔΔ τχ 24/2010, σελ. 265 επ.
10) Κοτσαλής Λ. Κράτος δικαίου και κράτος δικαστών, ΝoΒ τχ 1/2010, σελ. 14 επ.
11) Κουσουνή – Πανταζοπούλου Α. Η ελευθερία της τηλεόρασης – Κρατικός έλεγχος και απαγόρευση της λογοκρισίας, ΔιΜΕΕ τχ 1/2010, σελ. 13 επ.
12) Λεβέντης Γ. Η σύμβαση εξηρτημένης εργασίας, ΔΕΝ τχ 1560/2010, σελ. 561 επ.
13) Μάλλιος Β. Το Στρασβούργο αντιμέτωπο με τα διλήμματα βιοηθικής. Κριτική επισκόπηση της νομολογίας του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου σχετικά με την «έναρξη» και το «τέλος» της ζωής του ανθρώπου, ΔτΑ τχ Νο 44/2009, σελ. 1161 επ.
14) Μαρίνος Α. Τα θρησκευτικά σύμβολα στα σχολεία, ΕΔΔΔ τχ 1/2010, σελ. 5 επ.
15) Μηλιόπουλος Α. Ο δικαστής και η διερεύνηση της ευθύνης του αναισθησιολόγου, Αρμ. τχ 64/2010, σελ. 610 επ.
16) Μιχαηλίδης Γ. Φορολόγηση των συναλλαγών στο διαδίκτυο. Θεσμικό και νομοθετικό πλαίσιο στο διεθνές, κοινοτικό και εθνικό δίκαιο, ΔΕΕ τχ 4/2010, σελ. 418 επ.
17) Μπαρτζελιώτης Κ. Η απαγόρευση των διακρίσεων λόγω αναπηρίας, ΕΔΚΑ τχ 2/2010, σελ. 81 επ.
18) Ξηνταρόπουλος Ε. Υπόθεση KADI: Praeter Legem προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου, ΕΕΕυρΔ τχ 4/2009, σελ. 469 επ.
19) Πατρίκιος Γ. Η δυνατότητα έκδοσης διαταγής πληρωμής για απαίτηση που πηγάζει από σχέση δημοσίου δικαίου, ΘΠΔΔ τχ 24/2010, σελ. 257 επ.
20) Σπανού Κ. Ναπολεόντεια παράδοση και διοικητικές μεταρρυθμίσεις στην Ελλάδα, ΕφΔΔ τχ ΙΙ/2009, σελ. 455 επ.
21) Τσακηρίδη Ό. Μουσουλμάνοι μετανάστες στην Ελλάδα. Ανάπτυξη προβληματισμού και πρόταση πολιτισμικής προσέγγισης, ΔτΑ τχ Νο 44/2009, σελ. 1205 επ.
22) Αναγνώστου - Δεδούλη Α. Η ισότητα των φύλων στην κοινωνική προστασία, 2008
23) Βενιζέλος Ε. Μαθήματα συνταγματικού δικαίου. Αναθεωρημένη έκδοση, 2008
24) Βρετού Β. Ευρωπαϊκός διαμεσολαβητής και συνήγορος του πολίτη, 2008
25) Γιαννακούρου Γ. – Μενουδάκος Κ. Ο χωροταξικός σχεδιασμός στην Ελλάδα. Νομικό πλαίσιο και εφαρμογή στην πράξη, 2008
26) Γιωτοπούλου - Μαραγκοπούλου Α. Η προστασία του περιβάλλοντος στο δίκαιο και στην πράξη, 2008
27) Ευπραξία - Αίθρα Μ. Η νομική προστασία του τοπίου στο διεθνές, κοινοτικό και εθνικό δίκαιο, 2009
28) Ζευγώλης Ν. Το καρτέλ στο δίκαιο του ανταγωνισμού, 2008
29) Θεοχαροπούλου Ε. Η φορολογία εισοδήματος από φορολογικό δίκαιο. Δηλωτικά και παραστατικά έγγραφα, 2007
30) Κακκαλής Π. Συλλογή νομολογίας της ολομέλειας των ανωτάτων δικαστηρίων έτους 2007, 2008
31) Κάλλια Α., Σαμαρά Κ. Ατμοσφαιρική ρύπανση και κλιματική αλλαγή. Πηγές -επιπτώσεις νομικό πλαίσιο, 2007
32) Καλλιντέρης Κ. Η προσωπική ευθύνη διοικητών νομικών προσώπων για φορολογικές παραβάσεις και χρέη προς το δημόσιο, 2004
33) Καρακώστας Β. Κώδικας διοικητικής διαδικασίας, 2009
34) Καραμανώφ Μ. Βιώσιμο κράτος & δημόσια κτήση. Τα όρια των ιδιωτικοποιήσεων, 2010
35) Κατσιμάνη Ε. Κοινοτικό δίκαιο δημοσίων συμβάσεων. Κριτική προσέγγιση των θεμελιωδών αρχών, 2007
36) Κατσιμπάρδης Κ. Το διεθνές καθεστώς για την προστασία της ατμόσφαιρας: η περίπτωση του θερμοκηπίου, 2007
37) Κιτσαράς Λ. Η πλαγιαστική άσκηση των δικαιωμάτων, 2007
38) Κόκκορης Ι. Η μεταρρύθμιση του ευρωπαϊκού και ελληνικού δικαίου του ελεύθερου ανταγωνισμού, 2008
39) Κονιδάρης Ι. Ζητήματα βυζαντινού και εκκλησιαστικού δικαίου Ι, 1990
40) Κονιδάρης Ι. Ζητήματα βυζαντινού και εκκλησιαστικού δικαίου ΙΙ, 2008
41) Κοντός - Μάναλης Λ. Οι λειτουργίες των εγγράφων στο φορολογικό δίκαιο, 2002
42) Κοσμίδης Ν. Διεθνείς συγκεντρώσεις επιχειρήσεων, 2002
43) Κοσμίδης Σ. «Μια αχρείαστη» συνταγματική αναθεώρηση, 2008
44) Λοβέρδος Α. Πέντε κείμενα για τη συνθήκη της Λισσαβώνας, 2008
45) Λυμπέρης Α. Τελωνειακός Κώδικας, 2008
46) Μαθιουδάκης Ι. Η αρχή της αμεροληψίας της διοίκησης, 2008
47) Μανιάτης Α. Ο εκδημοκρατισμός των ΜΜΕ, 2008
48) Μαντζούτσος Α. Ισότητα και εκπαίδευση. Το δικαίωμα ίσης πρόσβασης στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, 2008
49) Μηλιώνης Ν. Στοιχεία ευρωπαϊκού δημοσιονομικού δικαίου, 2008
50) Μητκίδης Χρ. Δημόσιες συμβάσεις μελετών και συναφών υπηρεσιών (ν. 3316/2005 - κατ’ άρθρο ερμηνεία και νομολογία), 2010
51) Μιχαηλίδης Γρ. Εναρμόνιση της φορολογίας εισοδήματος των επιχειρήσεων στην Ε.Ε., 2006
52) Μουκίου Χρ. Κανονιστική αρμοδιότητα της διοίκησης, 2009
53) Μουστάκας Μ. Τα σώματα επιθεωρητών - ελεγκτών δημόσιας διοίκησης στη Γαλλία. Ο θεσμός και ο ρόλος τους στη γαλλική κρατική διοίκηση και τοπική αυτοδιοίκηση, 2008
54) Μπουχαγιάρ Κ. Η αντιμετώπιση των φορολογικών διακρίσεων, 2007
55) Ξηρός Α. Ζητήματα εκλογικού δικαίου, 2007
56) Παπαδημητρίου Γ. Η κοινωνία των πολιτών και η εφαρμογή του περιβαλλοντικού δικαίου, 2007
57) Παπαδημητρίου Γ. Περιβαλλοντικά επίκαιρα, 2007
58) Παπαρρηγοπούλου - Πεχλιβανίδη Π. Ο νέος ασφαλιστικός νόμος (ν. 3655/2008), 2008
59) Ρέππας Π. Φορολογία χαρτοσήμου. Ερμηνεία των διατάξεων του κώδικα τελών χαρτοσήμου (π.δ. της 28 Ιουλίου 1931) όπως ισχύει, 2007
60) Σαμώνη - Ράντου Κ. – Μαύρος Γ. Ελλάδα και ΔΕΚ : μια εξελικτική διαδικασία συλλογή νομολογίας ΙΙ 2001-2007, 2008
61) Σβώλος Α. Το νέο σύνταγμα και αι βάσεις του πολιτεύματος (ανατύπωση), 2008
62) Σκλήκας Ν. Ο εκσυγχρονισμός του συντονιστικού μηχανισμού των εθνικών συστημάτων κοινωνικής ασφάλειας. Η υγειονομική περίθαλψη, 2008
63) Σοϊλεντάκης Ν. Διοικητική δικονομία, εκλογική διαδικασία και εκλογικές διαφορές ΟΤΑ και Ν.Π.Δ.Δ., 2002
64) Σοϊλεντάκης Ν. Η απόδειξη και η απόφαση στη διοικητική δικονομία, 2006
65) Σπηλιωτόπουλος Ε. Εγχειρίδιο διοικητικού δικαίου. Ι, 2007
66) Σπηλιωτόπουλος Ε. Εγχειρίδιο διοικητικού δικαίου. ΙΙ, 2006
67) Σταθόπουλος Μ. Μελέτες Ι. Γενική θεωρία του δικαίου, ανθρώπινα δικαιώματα, δικαστική εξουσία και Σύνταγμα, 2007
68) Σταματούδη Ε. Κοινοτικό δίκαιο του ανταγωνισμού και διανοητική ιδιοκτησία, 2006
69) Σταμέλος Χ. Αγγλική νομική ορολογία, 2006
70) Τζουγανάτος Δ. Οι συμφωνίες αποκλειστικής και επιλεκτικής διανομής στο δίκαιο του ανταγωνισμού, 2005
71) Τζουγανάτος Δ. Ολιγοπώλιο και συλλογική δεσπόζουσα θέση στο δίκαιο του ελεύθερου ανταγωνισμού, 2004
72) Τριανταφυλλάκης Γ., Δερεδάκης Μ. Ελεύθερος ανταγωνισμός, 2005
73) Τσαϊτουρίδης Χρ. Το δέντρο και το δάσος. Πρακτικά ημερίδας του συνηγόρου του πολίτη, 2008
74) Τσέβας Α. Διασφάλιση του πλουραλισμού και έλεγχος συγκέντρωσης στα μέσα ενημέρωσης, 2007
75) Φορτσάκη Θ. Διοικητική δικονομία, 2009
76) Φορτσάκη Θ. Δίκαιο της ενέργειας, 2009
77) Φραγκάκης Ν. Οι ανεξάρτητες αρχές στη σύγχρονη δημοκρατία, 2008
78) Χατζηιωακειμίδου Ε. Φορολογικές συμβάσεις, 2005
79) Χορομίδης Κ. Αναγκαστική απαλλοτρίωση, 2008
80) Χριστοφιλόπουλος Δ. Προστασία πολιτισμικών αγαθών. Μνημειακά, παραδοσιακά, οικιστικά. Πνευματικά, πολιτιστικά αγαθά, 2006
81) Χρυσανθάκης Χ., Πανταζόπουλος Π. Εισηγήσεις διοικητικού δικαίου, 2002
82) Χρυσανθάκης Χ., Πανταζόπουλος Π. Εισηγήσεις συνταγματικού δικαίου, 2007
83) Ελληνική Εταιρία Μελέτης Δικαίου Τεχνολογίας και Κατασκευών Συμπράξεις δημοσίου και ιδιωτικού τομέα - ο νέος νόμος 3389/2005 για τις συμπράξεις και η διεθνής εμπειρία (ημερίδα ΕΜΕΔΙΤΕΚΑ 2006), 2007
84) Κέντρο Ευρωπαϊκού Δικαίου Σύνταγμα και ερμηνεία - συμβολή του Δημήτρη Τσάτσου (γράφουν οι : Χ. Ανθόπουλος, Γ. Κατρούγκαλος, Ξ. Κοντιάδης, Γ. Τασόπουλος), 2008
85) Το Σύνταγμα Ειδικό τεύχος - αφιέρωμα: η πολιτική ενοποίησης της Ευρώπης και η ανάδυση του ευρωπαϊκού συνταγματισμού, 2009
86) Ύπατη Αρμοστεία Ηνωμένων Εθνών για τους πρόσφυγες Επετηρίδα δικαίου προσφύγων & αλλοδαπών 2008, 2009
87) Χαριστήριο εις Λουκά Θεοχαρόπουλο και Δήμητρα Κοντόγιωργα - Θεοχαροπούλου τόμοι Ι, ΙΙ, ΙΙΙ, 2010
88) Τσούκας Π. (επιμέλεια) Κων/νος Δ. Τριανταφυλλόπουλος Άπαντα - τόμοι α, β1, β2/2009 και τόμοι γ1, γ2, γ3/2010.
89) Jarass – Bundes Immissionsschutzgestz: Blmschg, 2010
90) Schlaich Korioth Das Bundesverfassungsgericht, 2010
91) Mark Bossuyt Strasbourg et les Demandeurs d’ asile: des juges sur un terrain glissant, 2010
92) Olivier de Schutter (Coord.) The European Social Charter: A social constitution for Europe. La Charte sociale Europeenne : Une constitution sociale pour l’ Europe, 2010
93) Jurgen Schwarze Droit administratif europeen, 2009
94) Frederic Sudre, Caroline Picheral La diffusion du modele europeen du process equitable, 2003
95) Schlaich Klaus, Korioth Stefan Das Bundes-verfassungsgericht (8. auflage), 2009
96) Spiliotopoulos Ep. Greek administrative law, 2004
 
   © ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ, 2006 - 2010