ΤΟ ΕΡΓΟ "ΕΚΣΥΓΧΡΟΝΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΑΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ ΣτΕ" ΕΝΤΑΧΘΗΚΕ ΣΤΟ ΜΕΤΡΟ 2.2 "ΕΞΥΠΗΡΕΤΗΣΗ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΗ ΚΑΙ ΒΕΛΤΙΩΣΗ ΤΗΣ ΠΟΙΟΤΗΤΑΣ ΖΩΗΣ" ΤΟΥ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΙΑΚΟΥ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΟΣ "ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΤΗΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΑΣ" (ΕπΚτΠ) ΚΑΙ ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΗΘΗΚΕ ΣΕ ΠΟΣΟΣΤΟ 75% ΑΠΟ ΚΟΙΝOΤΙΚΟΥΣ ΠΟΡΟΥΣ.
Κατά
την ίδρυσή του το Συμβούλιο της Επικρατείας απαρτιζόταν από την
Ολομέλεια και δύο Τμήματα, το Α’ και το Β’ Τμήμα. Όμως, η ραγδαία
αύξηση των υποθέσεων και η πολυπλοκότητα της διοικητικής δράσεως, η
οποία απαιτεί αντίστοιχη εξειδίκευση των δικαστών, οδήγησε στη σταδιακή
αύξηση των Τμημάτων του Δικαστηρίου. Με το άρθρο 5 παρ. 3 του ν.δ/τος
3830/1958 (Α΄ 123) δημιουργήθηκε το Γ’ Τμήμα. Όπως χαρακτηριστικά
αναφέρεται στην εισηγητική έκθεση του νόμου, «ο
όγκος των υποθέσεων και η επί μήνας καθυστέρησις της εκδικάσεως αυτών
έχουν καταδείξει ομοίως την ανάγκην της δημιουργίας Γ΄ Τμήματος εν τω
Συμβουλίω της Επικρατείας. Η Ολομέλεια έχει ήδη επιβαρυνθή υπερμέτρως,
δυσχερώς δε ανταποκρίνεται, εις το βάρος των υποχρεώσεων, παρά τας
τρεις καθ’ εβδομάδα συνεδριάσεις έναντι της μιας άλλοτε. Ουσιαστικώς
επομένως και σήμερον υπάρχουν πέντε σχηματισμοί, έναντι των τριών
αρχικώς αντιμετωπιζομένων».
Σημειώνεται ότι η σύσταση Γ’ Τμήματος είχε προβλεφθεί ήδη με τον μη
εφαρμοσθέντα νόμο της 4ης Μαΐου 1935, ο οποίος είχε προσθέσει και νέες
αρμοδιότητες στο Συμβούλιο της Επικρατείας, και ειδικότερα την εκδίκαση
των διαφορών από διοικητικές συμβάσεις και των αγωγών αποζημιώσεως για
ζημία προκαλουμένη κατά την ενέργεια των διοικητικών οργάνων. Το Δ’
Τμήμα δημιουργήθηκε με το άρθρο 10 του ν. 702/1977 (Α΄268) και με το
τεκμήριο της αρμοδιότητας ανέλαβε όλες τις υποθέσεις που εκδικάζονταν
μέχρι τότε από την Ολομέλεια. Το Ε’ Τμήμα δημιουργήθηκε με το άρθρο 7
του ν. 1183/1981 (Α΄ 191) με κύρια αρμοδιότητα την επεξεργασία των
κανονιστικών διαταγμάτων. Όπως αναφέρεται στην εισηγητική έκθεση του
νόμου, «…ως έχει επισημανθή και
υπό της Ολομελείας του Συμβουλίου της Επικρατείας, το ήδη
επιφορτισμένον με την εν λόγω αρμοδιότητα Α΄ Τμήμα ευρίσκεται εν
αδυναμία να ανταποκριθή εις την υποχρέωσίν του προς αρτίαν και έγκαιρον
επεξεργασίαν των διαταγμάτων των αφορώντων εις την προσαρμογήν της
ελληνικής νομοθεσίας προς το δίκαιον της Ε.Ο.Κ.».
Στη συνέχεια, ανατέθηκαν στο Ε΄ Τμήμα δικαστικές αρμοδιότητες με το
άρθρο 1 παρ. 5 του ν. 1968/1991 (Α΄150). Τέλος, το Στ’ Τμήμα
δημιουργήθηκε αρχικώς με την παρ. 1 του άρθρου 12 του ν. 2145/1993 (Α΄
88) και, μετά την κατάργηση της διατάξεως, με το π.δ. 239/1994 (Α΄
135). Περαιτέρω, κατά τη διάρκεια των δικαστικών διακοπών λειτουργεί
Τμήμα Διακοπών, το οποίο είναι επιφορτισμένο με την επεξεργασία των
κανονιστικών διαταγμάτων και την έκδοση αποφάσεων επί αιτήσεων
αναστολής ή αιτήσεων ασφαλιστικών μέτρων (άρθρο 11 του π.δ/τος
18/1989).
Η κατανομή των
υπαγομένων σε κάθε Τμήμα κατηγοριών υποθέσεων γίνεται, σύμφωνα με την
παρ. 1 του άρθρου 14 του π.δ./τος 18/1989, όπως ισχύει σήμερα, με
προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται με πρόταση του Υπουργού Δικαιοσύνης
μετά γνώμη της Ολομελείας του Συμβουλίου της Επικρατείας. Η ρύθμιση
αυτή εισήχθη το πρώτον με το ν.δ. 170/1973, ενώ μέχρι τότε ίσχυε το
άρθρο 5 του ν.δ/τος 3830/1958, σύμφωνα με το οποίο η κατανομή των
υποθέσεων στα Τμήματα γινόταν με Κανονισμό του Συμβουλίου. Το 1993
επιχειρήθηκε η δια νόμου (άρθρο 12 παρ. 3-10 του ν. 2145/1993) εν γένει
κατανομή των αρμοδιοτήτων των Τμημάτων του Δικαστηρίου. Με τις
αποφάσεις 2152-3/1993 της Ολομελείας του Συμβουλίου της Επικρατείας
κρίθηκε ότι οι διατάξεις αυτές προσέβαλαν την ανεξαρτησία του
Δικαστηρίου και ήταν, συνεπώς, ανεφάρμοστες ως αντισυνταγματικές. Οι
διατάξεις αυτές καταργήθηκαν στη συνέχεια με το άρθρο 42 παρ. 5 του ν.
2172/1993 (Α΄ 207).
Ήδη
η κατανομή των αρμοδιοτήτων στα διάφορα Τμήματα γίνεται με τις
διατάξεις του π.δ/τος 361/2001 (Α’ 244), όπως τροποποιήθηκε με το π.δ.
334/2003 (Α΄ 285). Η κατανομή αυτή έγινε σύμφωνα με την 7/2001 απόφαση
της Διοικητικής Ολομελείας του Συμβουλίου της Επικρατείας βάσει
στατιστικών στοιχείων, ώστε να επιτευχθεί ισόρροπη ποσοτικά και
ποιοτικά κατανομή των υποθέσεων και κατ’ αποτέλεσμα ικανοποιητική
λειτουργία του Δικαστηρίου. Τα κριτήρια, τα οποία λήφθηκαν υπόψη, ήταν
η ομοιογένεια και σαφής οριοθέτηση των διαφορών, η ισόρροπη κατανομή
των υποθέσεων κατά συνεκτίμηση των υποθέσεων προσωρινής προστασίας και
γνωμοδοτικής αρμοδιότητας, η εξάλειψη των ανισομερών εκκρεμοτήτων
μεταξύ των Τμημάτων, η οριοθέτηση της κατανομής επί τη βάσει της
νομοθεσίας που δημιουργεί τη διαφορά και η αποφυγή εκτεταμένων
μεταβολών στο υφιστάμενο κανονιστικό καθεστώς. Χαρακτηριστικό της
πρόσφατης ρυθμίσεως είναι ότι πλέον κανένα Τμήμα του Δικαστηρίου δεν
είναι αμιγώς αναιρετικό ή ακυρωτικό, αν και σε ορισμένα είναι προέχων ο
αναιρετικός (Α’, Β’ και Στ’ Τμήματα) ή ο ακυρωτικός χαρακτήρας (Γ’, Δ’
και Ε’ Τμήματα).
Η
Ολομέλεια είναι, σύμφωνα με το άρθρο 14 του π.δ/τος 18/1989, αρμόδια α)
για κάθε υπόθεση, την οποία ο Πρόεδρος εισάγει ενώπιόν της λόγω
μεγαλύτερης σπουδαιότητας, ιδίως όταν πρόκειται για θέματα γενικότερης
σημασίας, β) για ζήτημα ή υπόθεση που παραπέμπεται ενώπιόν της με
απόφαση Τμήματος, γ) για την επίλυση ζητήματος αναρμοδιότητας των
Τμημάτων, δ) όταν ένα Τμήμα φέρεται προς λήψη αποφάσεως διαφορετικής
από απόφαση του Αρείου Πάγου ή του Ελεγκτικού Συνεδρίου ως προς την
ουσιαστική συνταγματικότητα ή την έννοια τυπικού νόμου. Με την παρ. 5
του άρθρου 100 του Συντάγματος, όπως προστέθηκε με το από 6.4.2001
Ψήφισμα της Ζ’ Αναθεωρητικής Βουλής, τα Τμήματα υποχρεούνται, όταν
κρίνουν διάταξη τυπικού νόμου ως αντισυνταγματική, να παραπέμπουν το
ζήτημα στην Ολομέλεια (εκτός εάν αυτή έχει ήδη αποφανθεί).
Η
Ολομέλεια όταν συνεδριάζει δημόσια, ως Δικαστήριο, συντίθεται από τον
Πρόεδρο, τους Αντιπροέδρους, τους Συμβούλους, δύο Παρέδρους και τον
Γραμματέα. Για την ύπαρξη απαρτίας απαιτείται πάντως να παρίστανται οι
μισοί συν ένας από το συνολικό αριθμό των μελών της, που έχουν δικαίωμα
ψήφου. Ο αριθμός των μελών πρέπει πάντοτε να διατηρείται περιττός. Αν
τα προσερχόμενα στη συνεδρίαση μέλη σχηματίζουν άρτιο αριθμό, αποχωρεί
ο νεότερος σύμβουλος και αν αυτός είναι εισηγητής στη δικαζόμενη
υπόθεση, ο αμέσως αρχαιότερός του, για να διατηρηθεί ο αριθμός περιττός
(άρθρο 8 παρ. 1 του π.δ/τος 18/1989, όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 1
του άρθρου 1 του ν. 1968/1991).
Η
Ολομέλεια συνέρχεται εν Συμβουλίω όταν αποφαίνεται ή γνωμοδοτεί επί
θεμάτων που προβλέπονται από την κείμενη νομοθεσία. Σε αυτή την
περίπτωση συντίθεται από όλα τα μέλη του Συμβουλίου και συνέρχεται με
τη νόμιμη απαρτία, σε περιττό αριθμό. Κατά την άσκηση γνωμοδοτικών
καθηκόντων δύναται να μετέχουν και δυο Πάρεδροι με συμβουλευτική γνώμη,
καθώς και ο Γραμματέας, εφόσον κληθούν από τον Πρόεδρο του
Δικαστηρίου(άρθρο 8 παρ. 2 του π.δ/τος 18/1989).
Με
απόφαση της Ολομελείας εν Συμβουλίω, που αναρτάται στο κατάστημα του
Συμβουλίου της Επικρατείας, γίνεται η συγκρότηση των Τμημάτων με την
κατανομή σε αυτά των Συμβούλων και των Παρέδρων (1)
Το π.δ. 18/1989 προβλέπει, επίσης, τη δυνατότητα της κατανομής των
Εισηγητών σε Τμήματα με απόφαση της Ολομελείας εν Συμβουλίω (άρθρο 9
παρ. 3). Η διάταξη, όμως, αυτή δεν έχει εφαρμοσθεί, με αποτέλεσμα οι
Εισηγητές να επικουρούν τους Συμβούλους όλων των Τμημάτων. Κύριο
επιχείρημα υπέρ της καθολικής χρεώσεως των Εισηγητών είναι ότι γίνεται
για εκπαιδευτικούς σκοπούς, ώστε να συνεργάζονται οι Εισηγητές με
μεγάλο αριθμό Συμβούλων και να επεξεργάζονται υποθέσεις από όλο το
φάσμα των διοικητικών διαφορών. Πρόσφατα, όμως, το 2002, αποφασίσθηκε,
προς διευκόλυνση και επιτάχυνση της εργασίας τους, να κατανέμονται οι
Εισηγητές, ύστερα από ορισμένο χρόνο υπηρεσίας, σε δύο ομάδες εργασίας,
εκάστη των οποίων εξυπηρετεί τρία Τμήματα.
Τα
Τμήματα συνεδριάζουν δημόσια είτε σε πενταμελή σύνθεση, στην οποία
μετέχουν ο Πρόεδρος του Τμήματος, δύο Σύμβουλοι και δύο Πάρεδροι και ο
Γραμματέας, είτε σε επταμελή σύνθεση, στην οποία μετέχουν ο Πρόεδρος
του Τμήματος, τέσσερις Σύμβουλοι και δύο Πάρεδροι και ο Γραμματέας. Ο
δικαστικός σχηματισμός της πενταμελούς συνθέσεως προβλέφθηκε για πρώτη
φορά με το ν.δ.170/1973 (2), και αποτελεί έκτοτε τον κανόνα (άρθρο 10 του π.δ/τος 18/1989).
Παράλληλα,
ο Πρόεδρος του Συμβουλίου ή του αρμοδίου Τμήματος συγκροτούν κάθε φορά
Επιτροπή, η οποία απαρτίζεται από τον ίδιο ή το νόμιμο αναπληρωτή του,
τον εισηγητή που έχει ορισθεί για την υπόθεση και ένα Σύμβουλο, και
κρίνει επί υποβληθείσης αιτήσεως αναστολής ή αιτήσεως ασφαλιστικών
μέτρων (3).
Μετά την κατάθεση του ενδίκου βοηθήματος ή μέσου ο Πρόεδρος του
Τμήματος με πράξη του ορίζει εισηγητή ένα Σύμβουλο ή Πάρεδρο, καθώς και
τη δικάσιμο. Με την ίδια πράξη ορίζεται επίσης ένας Εισηγητής ως βοηθός
εισηγητής του Συμβούλου και, ενίοτε, κατ’ εξαίρεση, του Παρέδρου. Ο
εισηγητής της υποθέσεως ή ο βοηθός εισηγητής φροντίζει για τη
συγκέντρωση του φακέλου ή την τυχόν συμπλήρωση των στοιχείων της
δικογραφίας σε περίπτωση αιτήσεως αναιρέσεως. Ακολούθως, προβαίνει σε
έρευνα του εφαρμοστέου στη συγκεκριμένη υπόθεση νομοθετικού καθεστώτος
και της προηγούμενης νομολογιακής ή θεωρητικής επεξεργασίας των
ζητημάτων που ανακύπτουν. Από την ίδρυση του Συμβουλίου της Επικρατείας
καθιερώθηκε η δυνατότητα της άμεσης και προσωπικής επικοινωνίας του επί
της υποθέσεως εισηγητή και του βοηθού του με το δικηγόρο που χειρίζεται
την υπόθεση, καθώς και τον εκπροσωπούντα το Δημόσιο. Τούτο δε με σκοπό
να δημιουργηθεί στους διαδίκους η πεποίθηση ότι, ήδη πριν από την
ανάπτυξη της υποθέσεως στο ακροατήριο, οι απόψεις τους ακούσθηκαν και
συζητήθηκαν με πληρότητα κατά τη μελέτη της υποθέσεως από τον αρμόδιο
εισηγητή (4).
Στη συνέχεια, ο μεν βοηθός εισηγητής συντάσσει προεισήγηση, που
αποτελεί εσωτερικό έγγραφο του Δικαστηρίου, ο δε εισηγητής της
υποθέσεως συντάσσει και καταθέτει εισήγηση, η οποία διαλαμβάνει το
ιστορικό της διαφοράς, τα στοιχεία που βεβαιώνονται από τα έγγραφα, τα
ζητήματα που προκύπτουν και την αιτιολογημένη γνώμη του για τα ζητήματα
αυτά. Κατά την ορισθείσα δικάσιμο, η υπόθεση εκφωνείται στο ακροατήριο
και, ακολούθως, ο εισηγητής αναπτύσσει προφορικά την εισήγησή του, οι
δε εκπρόσωποι των διαδίκων αναπτύσσουν τα επιχειρήματά τους επί της
υποθέσεως. Ακολουθεί η διάσκεψη, η οποία είναι μυστική και στην οποία
οι μετέχοντες στη σύνθεση συζητούν την υπόθεση και καταλήγουν στην
απόφαση. Η απόφαση λαμβάνεται κατά πλειοψηφία και καταχωρίζεται σε
αυτήν και η γνώμη της μειοψηφίας. Το σχέδιο αποφάσεως συντάσσεται από
τον εισηγητή της υποθέσεως και υποβάλλεται στον πρόεδρο της συνθέσεως,
ο οποίος δημοσιεύει την απόφαση, με ορισμένες τυχόν διορθώσεις, σε
δημόσια συνεδρίαση. (5).
Εξάλλου, με τη διάταξη του άρθρου 33 του ν. 2721/1999 προστέθηκε άρθρο
34Α στο π.δ. 18/1989, το οποίο ορίζει ότι ο οικείος δικαστικός
σχηματισμός με πενταμελή σύνθεση μπορεί, με απόφασή του που λαμβάνεται
σε συμβούλιο, να απορρίπτει ένδικα μέσα και βοηθήματα που είναι
προφανώς απαράδεκτα ή αβάσιμα και να παραπέμπει στο αρμόδιο διοικητικό
δικαστήριο υποθέσεις που έχουν εισαχθεί στο Συμβούλιο της Επικρατείας
αναρμοδίως. Η απόφαση κοινοποιείται σε αυτόν που άσκησε το ένδικο μέσο
ή βοήθημα, ο οποίος μπορεί μέσα σε προθεσμία τριάντα ημερών από την
κοινοποίηση, να ζητήσει τη συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο. Στην
περίπτωση αυτή η απόφαση που λήφθηκε σε συμβούλιο παύει να ισχύει και ο
Πρόεδρος εισάγει την υπόθεση για συζήτηση.
Για
να είναι αποτελεσματική η παροχή δικαστικής προστασίας δεν αρκεί η
έγκαιρη επίλυση των διαφορών με δικαστικές αποφάσεις. Απαιτείται ακόμη
η συμμόρφωση της Διοικήσεως προς το περιεχόμενο των αποφάσεων (6).
Ο κίνδυνος της μη εκτελέσεως των ακυρωτικών αποφάσεων – κίνδυνος που
στη Γαλλία οδήγησε στην υιοθέτηση ενός πολύ χαρακτηριστικού γι’ αυτές
εκτελεστήριου τύπου «Η Δημοκρατία παραγγέλλει και διατάσσει τον Υπουργό … να εκτελέσει την παρούσα απόφαση»- γνωστός εξαρχής στον Έλληνα νομοθέτη, οδήγησε στη διάταξη του άρθρου 50 παρ. 4 του ν. 3713/1928, σύμφωνα με την οποία «Αι
διοικητικαί αρχαί δέον κατά τας εκάστοτε περιπτώσεις να συμμορφώνται
δια θετικής ενεργείας προς το περιεχόμενον της αποφάσεως του Συμβουλίου
ή απέχωσιν από πάσης ενεργείας, αντιτιθεμένης προς τα υπ’ αυτού
κριθέντα. Ο παραβάτης, πλην της κατά το άρθρον 487 του ποινικού νόμου
διώξεως, υπέχει και προσωπικήν ευθύνην προς αποζημίωσιν».
Για τον ίδιο λόγο διατηρήθηκε η ρύθμιση αυτή στην ταυτάριθμη διάταξη
του ν.δ/τος 170/1973, και ακολούθως αποτυπώθηκε και στο Σύνταγμα (άρθρο
95 παρ. 5). Η τελευταία αυτή διάταξη επικρίθηκε ως περιττή με την
παρατήρηση ότι, ούτως ή άλλως, η υποχρέωση της Διοικήσεως σε συμμόρφωση
προς τις αποφάσεις όλων των δικαστηρίων και όχι μόνον του Συμβουλίου
της Επικρατείας απορρέει από άλλες συνταγματικές αρχές και διατάξεις,
όπως το άρθρο 20 παρ. 1. Μαρτυρεί πάντως εύγλωττα τη γνώση και την
ανησυχία του συνταγματικού νομοθέτη για το πρόβλημα, ανησυχία που του
υπαγόρευσε την ειδική αυτή αναφορά σε σχέση με τις ακυρωτικές αποφάσεις
του Συμβουλίου της Επικρατείας (7). Η ισχύουσα διάταξη του άρθρου 50 παρ. 4 του π.δ/τος 18/1989 επαναλαμβάνει την αρχική διάταξη του ν. 3713/1928.
Για την ασφαλέστερη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων συστάθηκε με το άρθρο
5 του ν. 1470/1984 (Α΄ 112), ήδη άρθρο 72 του π.δ/τος 18/1989, ειδική
επιτροπή, στην οποία ανατέθηκε αφενός η υπόδειξη των ενδεδειγμένων
ενόψει της νομολογίας του Συμβουλίου της Επικρατείας ουσιαστικών,
οργανωτικών ή διαδικαστικών μεταβολών στη νομοθεσία και στις κάθε
μορφής κανονιστικές πράξεις και αφετέρου η παρακολούθηση της
συμμορφώσεως των αρμοδίων διοικητικών οργάνων κατά το στάδιο της
εκτελέσεως των ακυρωτικών αποφάσεων του Δικαστηρίου (8).
Πρόκειται για θεσμό ανάλογο με την Commision du Rapport του Γαλλικού
Conseil d’ Etat, που αποβλέπει στη συνεργασία του ανωτάτου διοικητικού
δικαστηρίου με τη νομοθετική και εκτελεστική εξουσία, με στόχο την
εδραίωση της νομιμότητας και του κράτους δικαίου (9).
Η δημιουργία της Επιτροπής κάλυψε και ένα κενό προστασίας του πολίτη
που δημιουργήθηκε με τη νομολογία, ότι η σιωπηρή μη συμμόρφωση της
Διοικήσεως στις ακυρωτικές αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας δεν
αποτελεί παραδεκτά προσβαλλομένη με αίτηση ακυρώσεως παράλειψη
οφειλομένης νομίμου ενεργείας (10).
Η Επιτροπή δεν ασκεί δικαιοδοτική λειτουργία. Οι πράξεις της έχουν
διοικητικό χαρακτήρα (γνωμοδοτικό ή διαπιστωτικό), εξαιρούνται όμως του
ακυρωτικού ελέγχου, λόγω της συνθέσεως της Επιτροπής από ισόβιους
δικαστικούς λειτουργούς (11).
Ήδη
η Επιτροπή Συμμορφώσεως βαίνει προς κατάργηση. Με το από 6.4.2001
Ψήφισμα της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής αναθεωρήθηκαν οι διατάξεις των
άρθρων 94 παρ. 4 και 95 παρ. 5 του Συντάγματος και προβλέφθηκε η
υποχρέωση συμμορφώσεως προς όλες της δικαστικές αποφάσεις, καθώς και η
αρμοδιότητα των δικαστηρίων να λαμβάνουν μέτρα για τον εξαναγκασμό της
Διοικήσεως σε συμμόρφωση. Με το ν. 3068/2002 (Α΄ 274) προκρίθηκε,
ενόψει των αναθεωρηθεισών αυτών διατάξεων, να ανατεθεί η λήψη των
αναγκαίων μέτρων για τη συμμόρφωση της Διοικήσεως προς τις δικαστικές
αποφάσεις σε δικαστικά όργανα της ανώτατης βαθμίδας, τα οποία ανήκουν
στην ίδια κατά βάση δικαιοδοσία, από την οποία προέρχεται η δικαστική
απόφαση, ως προς την οποία τίθεται ζήτημα συμμορφώσεως της Διοικήσεως.
Όπως αναφέρεται στην οικεία εισηγητική έκθεση, «τα όργανα αυτά
παρέχουν, λόγω και του υψηλού κύρους που διαθέτουν, όλα τα εχέγγυα, να
εκπληρώσουν με επιτυχία το δύσκολο έργο του ελέγχου της συμμορφώσεως
της Διοικήσεως προς τις δικαστικές αποφάσεις». Με τις διατάξεις των
άρθρων 1 έως και 6 του νόμου αυτού προβλέπεται, όσον αφορά στις
δικαστικές αποφάσεις που εκδίδονται μετά την έναρξη ισχύος του, η
συγκρότηση τριμελούς συμβουλίου του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου και
των ανωτάτων δικαστηρίων, στα οποία ανατίθεται η αρμοδιότητα για τη
λήψη των προβλεπομένων μέτρων για τη συμμόρφωση της Διοικήσεως προς τις
δικαστικές αποφάσεις των δικαστηρίων που υπόκεινται σε αυτά.
Το
τριμελές συμβούλιο του Συμβουλίου της Επικρατείας, το οποίο απαρτίζεται
από τον Πρόεδρο και δύο Συμβούλους της Επικρατείας, είναι αρμόδιο για
τη λήψη των προβλεπομένων μέτρων για τη συμμόρφωση της Διοικήσεως προς
τις αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας, των τακτικών διοικητικών
δικαστηρίων και των λοιπών ειδικών δικαστηρίων. Το τριμελές συμβούλιο
επιλαμβάνεται κατόπιν αιτήσεως του ενδιαφερομένου. Εάν διαπιστώσει
καθυστέρηση, παράλειψη ή άρνηση συμμορφώσεως ή πλημμελή συμμόρφωση προς
τα κριθέντα με δικαστική απόφαση, καλεί την αρχή που υποχρεούται σε
συμμόρφωση να εκθέσει μέσα σε ένα μήνα τις απόψεις της και να υποβάλει
τα στοιχεία που έχει στη διάθεσή της. Ακολούθως, εάν μετά τη σχετική
έρευνα, διαγνώσει ότι η καθυστέρηση, παράλειψη ή άρνηση συμμορφώσεως ή
η πλημμελής συμμόρφωση προς τη δικαστική απόφαση είναι αδικαιολόγητη,
καλεί την υπόχρεη προς συμμόρφωση αρχή να συμμορφωθεί προς την απόφαση
μέσα σε εύλογη προθεσμία που το ίδιο ορίζει και η οποία δεν μπορεί να
υπερβεί το τρίμηνο.
Κύρια
χαρακτηριστικά της νέας νομοθετικής ρυθμίσεως είναι αφενός η γενίκευση
του ελέγχου της συμμορφώσεως της Διοικήσεως σε όλες τις δικαστικές
αποφάσεις, και αφετέρου ότι εάν το οικείο συμβούλιο διαπιστώσει ότι η
αρχή που υποχρεούται σε συμμόρφωση, δεν συμμορφωθεί προς την απόφαση
μέσα στην ταχθείσα από αυτό προθεσμία, το συμβούλιο βεβαιώνει τη μη
συμμόρφωση της Διοικήσεως προς τη δικαστική απόφαση και προσδιορίζει
ένα χρηματικό ποσό που πρέπει να καταβληθεί στον ενδιαφερόμενο, ως
κύρωση για τη μη συμμόρφωση της Διοικήσεως προς τη δικαστική απόφαση (12).
Εάν μετά την επιβολή της χρηματικής κύρωσης η Διοίκηση εξακολουθεί να
μην συμμορφώνεται, μπορεί ύστερα από επανάληψη της σχετικής διαδικασίας
να επιβληθεί από το τριμελές συμβούλιο και νέα χρηματική κύρωση. Οι
αποφάσεις του τριμελούς συμβουλίου, με τις οποίες προσδιορίζεται
χρηματικό ποσό ως κύρωση σε βάρος της Διοικήσεως, εκτελούνται κατά τις
οικείες περί εντάλματος πληρωμής διατάξεις.
Κατά
την αρχική ίδρυση του Συμβουλίου της Επικρατείας το έτος 1835, είχε
συγκαταλεχθεί μεταξύ των αρμοδιοτήτων του και η συνεργασία στην άσκηση
της νομοθετικής λειτουργίας. Τούτο προβλεπόταν και κατά την πρόσκαιρη
ανασύσταση αυτού το 1864, όταν ανατέθηκε στο Συμβούλιο της Επικρατείας
η προεπεξεργασία των νομοσχεδίων. Παρόμοια αρμοδιότητα απένειμε στο
Συμβούλιο της Επικρατείας και το Σύνταγμα του 1911 και ο μηδέποτε
εφαρμοσθείς νόμος περί συστάσεως αυτού (ν. 290/1914), ο οποίος όριζε
ότι ένα τμήμα αυτού ήταν επιφορτισμένο με την επεξεργασία των νόμων και
των διαταγμάτων. Παρομοίως και το ν.δ. 4/4 Μαΐου του 1935 (το οποίο
επίσης δεν εφαρμόστηκε) προέβλεψε το Συμβούλιο της Επικρατείας ως
νομοπαρασκευαστικό σώμα, για να παρέχει τη γνώμη του στη νομοθετική
εξουσία. Ο νόμος δεν καθιέρωνε υποχρέωση παραπομπής των σχεδίων προς
επεξεργασία στο Συμβούλιο της Επικρατείας, αλλά άφηνε στην κρίση της
Βουλής ή του αρμοδίου Υπουργού το σκόπιμο της παραπομπής εκάστου
σχεδίου νόμου (13).
Οι
μνημονευθείσες διατάξεις είχαν ως αφετηρία την πεποίθηση ότι η
προηγούμενη μελέτη των νομοσχεδίων από δικαστές με ειδική μόρφωση και
πείρα, οι οποίοι ήταν μακριά από τις διαμορφούμενες στο κοινοβούλιο
πολιτικές διαιρέσεις, θα υποβοηθούσε το έργο της Βουλής και θα το
καθιστούσε γονιμότερο. Όμως, η ιδέα του πλήρους χωρισμού της
νομοθετικής λειτουργίας από τις λοιπές και της απαλλαγής αυτής από
οποιαδήποτε δέσμευση, έστω και ηθική, όπως θα αποτελούσε η επί των
νομοσχεδίων γνώμη του Συμβουλίου της Επικρατείας, κατέστησαν
ανεπιθύμητη οποιαδήποτε συνεργασία αυτού στα έργα της νομοθετικής
λειτουργίας. Γι’ αυτό το λόγο, ο ν. 3713/1928, αλλά και οι μετέπειτα
διέποντες τη λειτουργία του Συμβουλίου της Επικρατείας νόμοι, δεν
περιείχαν ανάλογη διάταξη (14).
Σε αυτό συνετέλεσε και το ότι η ίδρυση της Γερουσίας με το Σύνταγμα του
1927 θεωρήθηκε από την τότε Εθνοσυνέλευση ότι καθιστούσε περιττή την
επεξεργασία των νομοσχεδίων από το Συμβούλιο της Επικρατείας, δοθέντος
ότι τα κείμενα αυτών θα ελέγχονταν από δύο Βουλές πριν από την ψήφισή
τους (15).
Αντιθέτως,
ανατέθηκε στο Συμβούλιο της Επικρατείας η αρμοδιότητα της επεξεργασίας
όλων των κανονιστικών διαταγμάτων. Η σπουδαιότητα της διοικητικής αυτής
αρμοδιότητας καταφαίνεται από το πλήθος των κανονιστικών διαταγμάτων
που έχει επεξεργασθεί. Χαρακτηριστικά μαρτυρείται ότι κατά το πρώτο
εξάμηνο της λειτουργίας του (17.5.-31.12.1929) το Συμβούλιο της
Επικρατείας επεξεργάσθηκε 607 σχέδια κανονιστικών διαταγμάτων (16).
Εξάλλου, ο συνταγματικός νομοθέτης δεν θέλησε να μεταβάλει το επί πολλά
έτη ισχύσαν καθεστώς και έτσι τόσο το Σύνταγμα του 1952 (άρθρο 83 περ.
α΄) όσο και το Σύνταγμα του 1975 (άρθρο 95 περ. δ΄) προβλέπουν, μεταξύ
των αρμοδιοτήτων του Συμβουλίου της Επικρατείας, την επεξεργασία όλων
των διαταγμάτων που έχουν κανονιστικό χαρακτήρα.
Σύμφωνα
με το ισχύον σήμερα άρθρο 15 του π.δ/τος 18/1989 όλα τα κανονιστικά
διατάγματα (εκτός από εκείνα που ορίζουν απλώς το χρόνο ενάρξεως της
ισχύος του νόμου) αποστέλλονται από τη Γραμματεία του Υπουργικού
Συμβουλίου στο Συμβούλιο της Επικρατείας σε σχέδιο υπογεγραμμένο από
τους αρμόδιους Υπουργούς, για να γίνει η κατά το Σύνταγμα επεξεργασία
τους. Ο Υπουργός μπορεί να τάξει εύλογη προθεσμία για την επεξεργασία,
ανάλογη προς τη σπουδαιότητα και τον επείγοντα χαρακτήρα του
διατάγματος.
Η
παραπομπή όλων των διαταγμάτων προς επεξεργασία είναι υποχρεωτική. Το
αυτό ισχύει και για τις τροποποιήσεις ή καταργήσεις των διαταγμάτων
αυτών (17).
Η επεξεργασία του σχεδίου διατάγματος από το Συμβούλιο της Επικρατείας
αποτελεί ουσιώδη τύπο της διαδικασίας εκδόσεώς του, η παράβαση του
οποίου συνιστά λόγο ακυρώσεως του διατάγματος. Γι’ αυτό το λόγο, πρέπει
να μνημονεύεται στο προοίμιο του διατάγματος το πρακτικό επεξεργασίας
του Συμβουλίου, όπως και η τυχόν άπρακτη παρέλευση της ταχθείσης
προθεσμίας. Η παράλειψη της επιβαλλομένης από το Σύνταγμα επεξεργασίας
δεν δύναται να καλυφθεί ούτε δια της αναδρομικής νομοθετικής κυρώσεως
του διατάγματος (ΣτΕ 1551/1951)(18).
Για
την επεξεργασία των σχεδίων διαταγμάτων ο Πρόεδρος του Ε΄ Τμήματος
ορίζει εισηγητή Σύμβουλο ή Πάρεδρο. Το Ε’ Τμήμα επεξεργάζεται τα
κανονιστικά διατάγματα με σύνθεση είτε τριμελή, που περιλαμβάνει τον
Πρόεδρο του Τμήματος ή τον αναπληρωτή του, ένα Σύμβουλο, έναν Πάρεδρο
και τον Γραμματέα, είτε πενταμελή, που περιλαμβάνει τον Πρόεδρο του
Τμήματος ή τον αναπληρωτή του, τρεις Συμβούλους, έναν Πάρεδρο και τον
Γραμματέα. Εάν το Τμήμα κρίνει ότι, λόγω της σπουδαιότητας των νομικών
ζητημάτων που εγείρονται, η επεξεργασία του σχεδίου διατάγματος πρέπει
να παραπεμφθεί σε ευρύτερο σχηματισμό, εκφράζει τη γνώμη του και
παραπέμπει τα ανωτέρω ζητήματα σε σχηματισμό της Ολομελείας. Στο
σχηματισμό αυτό μετέχουν ο Πρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας ή ο
νόμιμος αναπληρωτής του, έξι Σύμβουλοι και δύο Πάρεδροι. (19).
Ο αρμόδιος Υπουργός μπορεί να παραστεί κατά τη συζήτηση ή να
αντιπροσωπευθεί από τον προϊστάμενο της οικείας υπηρεσίας ή από άλλο
ανώτερο υπάλληλο. Η γνωμοδότηση επί του σχεδίου διατάγματος συντάσσεται
από τον εισηγητή και περιλαμβάνει την εισήγησή του και τις γνώμες που
διατυπώθηκαν, υπογράφεται δε από τον Πρόεδρο της συνθέσεως και τον
Γραμματέα. Θεωρείται ότι επικράτησε η γνώμη με την οποία τάχθηκε η
πλειοψηφία των μετεχόντων στη συνεδρίαση, αποφασιστική δε ψήφο έχουν
και οι Πάρεδροι (άρθρα 15 και 16 του π.δ/τος 18/1989).
Η
επεξεργασία των διαταγμάτων περιορίζεται στην κρίση για τη νομιμότητα
(με την ευρεία έννοια του όρου, που περιλαμβάνει και τη
συνταγματικότητα της εξουσιοδοτικής διατάξεως) των διατάξεων του
σχεδίου, καθώς και σε υποδείξεις νομοτεχνικής φύσεως. Το Συμβούλιο δεν
προβαίνει σε έλεγχο σκοπιμότητας και του ουσιαστικού περιεχομένου του
σχεδίου, σε αντίθεση με το Γαλλικό Conseil d’ Etat, το οποίο σε
Ολομέλεια γνωμοδοτεί υποχρεωτικά για ορισμένης κατηγορίας κανονιστικά
διατάγματα, η επεξεργασία των οποίων γίνεται από ένα από τα ειδικευμένα
κατά τομείς της Διοικήσεως Τμήματα και αναφέρεται και στη σκοπιμότητα
και την ουσία του διατάγματος (20).
Η
γνώμη του Συμβουλίου έχει χαρακτήρα συμβουλευτικό. Με άλλα λόγια, η
Διοίκηση δεν υποχρεούται να συμμορφωθεί προς τις παρατηρήσεις του
οικείου πρακτικού επεξεργασίας, αν και είναι πάγια η πρακτική του
Προέδρου της Δημοκρατίας να μην προβαίνει στην υπογραφή και δημοσίευση
σχεδίων διαταγμάτων, εφόσον στο οικείο πρακτικό επεξεργασίας
διατυπώνονται επιφυλάξεις ως προς τη νομιμότητα ή συνταγματικότητα
διατάξεων του σχεδίου (21).
Εξάλλου,
η γνωμοδότηση του Συμβουλίου της Επικρατείας για τη νομιμότητα ή μη του
διατάγματος ή ορισμένων διατάξεών του δεν δεσμεύει ούτε το Συμβούλιο
της Επικρατείας, ως Δικαστήριο, το οποίο κατά την εκδίκαση σχετικού
ενδίκου βοηθήματος μπορεί να κρίνει αντίθετα προς τη γνωμοδότηση (22).
Όμως, η γνωμοδότηση αυτή ασκεί επίδραση στο δικαστικό σχηματισμό που
επιλαμβάνεται της νομιμότητας του διατάγματος. Έτσι, σύμφωνα με τη
διάταξη της παρ. 4 του άρθρου 15 του π.δ/τος 18/1989, όπως
αντικαταστάθηκε με τη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 42 του ν.
2172/1993, «Αν ενώπιον
δικαστικού σχηματισμού εγερθεί, κυρίως ή παρεμπιπτόντως, το ζήτημα της
νομιμότητας κανονιστικού διατάγματος και ο σχηματισμός αυτός αποκλίνει
από τη γνωμοδότηση του παραπάνω σχηματισμού της ολομέλειας, που έχει
ήδη επεξεργαστεί το διάταγμα, το ζήτημα τούτο παραπέμπεται στη
δικαστική ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας».
Με το άρθρο 12 του ν.δ/τος 170/1973 δημιουργήθηκε στο Δικαστήριο Γραφείο Νομολογίας και Έρευνας. Το Γραφείο αυτό, το οποίο διατηρήθηκε με την ταυτάριθμη διάταξη του π.δ/τος 18/1989, απαρτίζεται από έναν Πάρεδρο και δύο Εισηγητές και υπάγεται στον Πρόεδρο του Δικαστηρίου. Σύμφωνα με το άρθρο 13 του π.δ/τος 18/1989, στο Γραφείο ανήκει ιδίως η συλλογή, ταξινόμηση και ευρετηρίαση του νομολογιακού υλικού, καθώς και η σύνταξη δελτίου νομολογίας, η οργάνωση και λειτουργία της βιβλιοθήκης του Δικαστηρίου και η επιμέλεια για την εκτύπωση των αποφάσεων και των ευρετηρίων τους, καθώς και κάθε άλλης συναφούς εκδόσεως. Το Γραφείο συντάσσει σε τακτά χρονικά διαστήματα αναλυτικό δελτίο νομολογίας, στο οποίο καταχωρίζονται σε περίληψη οι σημαντικότερες σκέψεις από τις πρόσφατες αποφάσεις του Δικαστηρίου. Περαιτέρω, προβαίνει στη σύνταξη και αποστολή στους δικαστές συνοπτικού δελτίου («Δελτίο Νομολογιακής και Βιβλιογραφικής Ενημέρωσης»), το οποίο περιλαμβάνει επιλεκτικά νομολογία του Δικαστηρίου των δύο τελευταίων μηνών επί θεμάτων συνταγματικού και διοικητικού δικαίου γενικότερης σημασίας, σημαντικές αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, καθώς και ενημέρωση για την τρέχουσα βιβλιογραφία και αρθρογραφία. Το Γραφείο ασκεί επίσης την εποπτεία της συντάξεως των περιλήψεων επί όλων των αποφάσεων του Δικαστηρίου, και της βάσει αυτών συντάξεως καθ’ ύλην ευρετηρίων.
Το Δικαστήριο καταβάλλει συνεχώς προσπάθειες εκσυγχρονισμού του. Στα πλαίσια αυτά ξεκίνησε υπό την προεδρία Β. Μποτόπουλου η προσπάθεια μηχανοργανώσεως του Δικαστηρίου. Το σχέδιο αυτό τέθηκε σε λειτουργία σε πρώτη φάση τον Απρίλιο του 2000, υπό την προεδρία Χρ. Γεραρή. Για τον σκοπό αυτό συστάθηκε πάγια Επιτροπή Πληροφορικής, στην οποία ανατέθηκε το έργο της αναλύσεως των απαιτήσεων, της παρακολουθήσεως της εισαγωγής κάθε μορφής κειμένων και στοιχείων στη βάση δεδομένων, της οργανώσεως και εποπτείας της εκπαιδεύσεως των δικαστικών λειτουργών και δικαστικών υπαλλήλων και της εποπτείας της πιλοτικής λειτουργίας του νέου πληροφοριακού συστήματος. Ήδη έχει ολοκληρωθεί η μηχανοργάνωση των Γραμματειών και λοιπών Τμημάτων του Δικαστηρίου (ηλεκτρονική διαχείριση των γραμματειακών ενεργειών), στην οποία περιλαμβάνεται η ηλεκτρονική καταγραφή των ενδίκων βοηθημάτων, μέσων και λοιπών εγγράφων που κατατίθενται στο Δικαστήριο, καθώς επίσης και της πορείας της υποθέσεως, από την κατάθεση του ενδίκου μέσου μέχρι την αρχειοθέτηση της αποφάσεως. Περαιτέρω, η έρευνα της νομολογίας του Δικαστηρίου, αλλά και αποφάσεων του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου, του ΔΕΚ κ.λπ. γίνεται πλέον μέσω ηλεκτρονικής βάσεως δεδομένων. Εξάλλου, το Δικαστήριο, συνεπές στην προσπάθειά του για εκσυγχρονισμό και άμεση επαφή με τον πολίτη, προέβη, ύστερα από χρηματοδότηση του έργου με κονδύλια του Γ' Κ.Π.Σ., στην αναβάθμιση του υπάρχοντος πληροφοριακού συστήματος, με διττό σκοπό: αφενός, να διευκολυνθούν τα μέλη του Δικαστηρίου και της Γραμματείας στην εργασία τους, με στόχο την ταχύτερη διεκπεραίωση των εκκρεμών υποθέσεων και την πληρέστερη ενημέρωση και καλύτερη επεξεργασία της νομολογιακής βάσεως δεδομένων και, αφετέρου, να καταστεί προσιτή σε κάθε ενδιαφερόμενο η μελέτη του θεσμού του Συμβουλίου της Επικρατείας και να υπάρξει, στο μέτρο του εφικτού, κάθε διευκόλυνση στο κοινό σε σχέση με τις εκκρεμείς ενώπιον του Δικαστηρίου υποθέσεις. Αποτέλεσμα αυτής της προσπάθειας είναι η δημιουργία της παρούσας διαδικτυακής πύλης, με την οποία παρέχεται σε κάθε ενδιαφερόμενο η δυνατότητα να ενημερωθεί σε σχέση με θέματα που αφορούν το Δικαστήριο, καθίσταται εφικτή η πρόσβαση στο σύνολο της νομολογίας του Συμβουλίου της Επικρατείας και παρέχεται η δυνατότητα στους διαδίκους να ενημερωθούν ηλεκτρονικά για την πορεία της υποθέσεώς τους και να υποβάλλουν ηλεκτρονικά αίτηση για χορήγηση πιστοποιητικών. ΄Εχει ακόμα προβλεφθεί η, μοναδική για τα ελληνικά δεδομένα, δυνατότητα ηλεκτρονικής καταθέσεως δικογράφων, η οποία, όμως, θα ενεργοποιηθεί, εφόσον υπάρξει και το αντίστοιχο νομοθετικό πλαίσιο. Η εισαγωγή της πληροφορικής στο Δικαστήριο κατέστησε ευχερέστερη και ταχύτερη την έρευνα στη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας και διευκόλυνε και επιτάχυνε την επεξεργασία των υποθέσεων. Παράλληλα, όμως, κατέστησε πιο μοναχική την έρευνα αυτή, δεδομένου ότι οι δικαστές προβαίνουν πλέον στο μεγαλύτερο μέρος της έρευνας από το γραφείο τους. Κατ’ αυτό τον τρόπο, με τη δημιουργούμενη δυναμική λειτουργίας πληροφοριακής κοινότητας, έκλεισε η από της συστάσεως του Δικαστηρίου καθιερωμένη επικοινωνιακή περίοδός του. (23)