ΤΟ ΕΡΓΟ "ΕΚΣΥΓΧΡΟΝΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΑΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ ΣτΕ" ΕΝΤΑΧΘΗΚΕ ΣΤΟ ΜΕΤΡΟ 2.2 "ΕΞΥΠΗΡΕΤΗΣΗ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΗ ΚΑΙ ΒΕΛΤΙΩΣΗ ΤΗΣ ΠΟΙΟΤΗΤΑΣ ΖΩΗΣ" ΤΟΥ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΙΑΚΟΥ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΟΣ "ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΤΗΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΑΣ" (ΕπΚτΠ) ΚΑΙ ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΗΘΗΚΕ ΣΕ ΠΟΣΟΣΤΟ 75% ΑΠΟ ΚΟΙΝOΤΙΚΟΥΣ ΠΟΡΟΥΣ.
Με την 26/2010 απόφαση του 15μελούς Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου Διοικητικής Δικαιοσύνης προήχθησαν στο βαθμό του Συμβούλου της Επικρατείας οι Πάρεδροι Κωνσταντίνα Φιλοπούλου, Θεόδωρος Αραβάνης και Κωνσταντίνος Πισπιρίγκος.
Με την 27/2010 απόφαση του 11μελούς Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου Διοικητικής Δικαιοσύνης προήχθησαν στο βαθμό του Παρέδρου του Συμβουλίου της Επικρατείας οι Εισηγητές Τρισεύγενη Βαρουφάκη, Ελένη Μουργιά και Γεώργιος Ζιάμος.
Ύστερα από πρόταση του Υπουργικού Συμβουλίου (άρθρο 90 παρ. 5 του Συντάγματος) προήχθησαν στο βαθμό του Αντιπροέδρου του Συμβουλίου της Επικρατείας οι Σύμβουλοι Αγγελική Θεοφιλοπούλου και Αικατερίνη Συγγούνα.
Ο Θεόδωρος Παπαδάκης γεννήθηκε στην Αίγυπτο το 1920, όπου πραγματοποίησε τις εγκύκλιες σπουδές του σε εκπαιδευτήρια της Ελληνικής Κοινότητας. Κατά τη διάρκεια του Β΄ παγκοσμίου πολέμου, από το 1941 έως το 1945, υπηρέτησε στις Ελληνικές Δυνάμεις Μέσης Ανατολής, στην 1η Ελληνική Ταξιαρχία (1ο Σύνταγμα Πεδινού Πυροβολικού) και στον Ιερό Λόχο (γ΄ τμήμα) και έλαβε μέρος στις μάχες του Ελ Αλαμέιν και Δυτικής Ερήμου, καθώς και στις επιχειρήσεις Δωδεκανήσου και των Νήσων του Αιγαίου. Πτυχιούχος της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών (1951). Διορίσθηκε στο Συμβούλιο της Επικρατείας κατόπιν διαγωνισμού, ως Εισηγητής, το 1953. Προήχθη σε Πάρεδρο (1964) και σε Σύμβουλο (1973). Τιμήθηκε με τον Πολεμικό Σταυρό Γ΄ Τάξεως και το Μετάλλιο Εξαιρέτων Πράξεων. Αποχώρησε από το Συμβούλιο της Επικρατείας λόγω ορίου ηλικίας το 1987.
Με την 12/2010 απόφαση του 11μελούς Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου Διοικητικής Δικαιοσύνης προήχθησαν στον βαθμό του Παρέδρου του Συμβουλίου της Επικρατείας οι Εισηγητές Χαρίκλεια Χαραλαμπίδη, Ελευθέριος Μελισσαρίδης και Ανδρέας Σκούφαλος.
Με την 4/2010 απόφαση του 15μελούς Ανωτάτου Δικαστικού Συμβουλίου Διοικητικής Δικαιοσύνης προήχθη στο βαθμό του Συμβούλου της Επικρατείας ο Πάρεδρος Κωνσταντίνος Κουσούλης.
1. Χαιρετίζω την πρωτοβουλία του κ. Προέδρου της Κυβερνήσεως να καλέσει την ηγεσία της Δικαιοσύνης στη σημερινή ανοιχτή συνεδρίαση του Υπουργικού Συμβουλίου. Είναι μία από τις ελάχιστες φορές που παρέχεται στη Δικαιοσύνη επίσημο δημόσιο βήμα για να απευθυνθεί στον ελληνικό λαό, υπέρ του οποίου άλλωστε ασκείται και η δικαστική εξουσία, και να διατυπώσει τις απόψεις της για τα προβλήματα που την απασχολούν, προβλήματα που σε μεγάλο βαθμό απασχολούν συγχρόνως τον Έλληνα πολίτη.
2. Προεισαγωγικά θα ήθελα να πω ότι ονειρεύομαι μια διαφορετική Δικαιοσύνη για τη Χώρα μας. Μια Δικαιοσύνη απηλλαγμένη από την απομόνωση, στην οποία οδηγεί μια οιονεί δημοσιοϋπαλληλική σταδιοδρομία, απηλλαγμένη από τα βάρη της καθημερινότητας και τις κάθε είδους επιρροές. Μια Δικαιοσύνη εξωστρεφή, ανοιχτή στην αλληλεπίδραση με την κοινωνία. Μια Δικαιοσύνη στην οποία οι διοικητικοί δικαστές θα μπορούν να μεταπηδούν στη Δημόσια Διοίκηση ή ακόμα και στην ελεύθερη αγορά για να μεταφέρουν την πλούσια εμπειρία τους και στην οποία αντίστροφα θα μπορούν να θητεύουν διακεκριμένοι καθηγητές του Πανεπιστημίου και δικηγόροι προκειμένου να εισφέρουν τις δικές τους γνώσεις. Κοντολογίς μια Δικαιοσύνη που δεν θα φοβάται το διάλογο με την κοινωνία.
3. Μιλώντας τώρα για τα προβλήματα που απασχολούν την ελληνική Δικαιοσύνη θα ήθελα να πω ότι είναι αντίστοιχα σε μεγάλο βαθμό προς τα βασικά προβλήματα της ελληνικής δημόσιας διοίκησης και της σύγχρονης ελληνικής κοινωνίας γενικότερα. Αποτέλεσμα των παραπάνω προβλημάτων είναι να υπάρχει σημαντική καθυστέρηση στην έκδοση των αποφάσεων και ταυτόχρονα το επίπεδό τους να μην είναι, κάποιες φορές, το αναμενόμενο. Μεγάλη, λοιπόν, είναι η πρόκληση για την σημερινή ηγεσία της Δικαιοσύνης: ο περιορισμός, σε συνεργασία με την εκτελεστική και την νομοθετική εξουσία, και, ει δυνατόν η εξάλειψη των προβλημάτων αυτών, τα οποία με την πάροδο του καιρού κινδυνεύουν να γίνουν χρόνια. Η επιδίωξη όμως του στόχου αυτού πρέπει να συνδυαστεί με αλλαγές όχι μόνο στην δομή και στην οργάνωση της Δικαιοσύνης, αλλά και στη νοοτροπία και τις εν γένει συμπεριφορές. Χρειάζεται πρωτίστως άνοδος του επιπέδου της παρεχόμενης παιδείας και μεγάλες τομές στην δημόσια διοίκηση ώστε να καταστεί αυτή αποτελεσματική, προκειμένου να καμφθεί η καχυποψία των πολιτών και να μειωθεί η αθρόα προσφυγή τους στα δικαστήρια, τα οποία δεν παύουν να αποτελούν το τελευταίο τους καταφύγιο.
4. Ως προς τη Διοικητική Δικαιοσύνη: Είναι γνωστό ότι το Συμβούλιο της Επικρατείας και η Διοικητική Δικαιοσύνη στο σύνολό της υπάρχουν για να προστατεύουν τον πολίτη από την παράνομη διοικητική δράση. Το Συμβούλιο της Επικρατείας εξέδωσε το 2009 περίπου 7000 πάσης φύσεως αποφράσεις, οι οποίες, με ένα πρόχειρο υπολογισμό, αντιστοιχούν σε 580 αποφάσεις το μήνα και 20 την ημέρα. Την αποτελεσματικότητα όμως της προστασίας αυτής υπονομεύει ο συντριπτικός όγκος των εκκρεμών υποθέσεων και οι συνακόλουθες καθυστερήσεις που ταλαιπωρούν τους Έλληνες πολίτες. Πού οφείλεται ο τεράστιος αυτός όγκος; Τρεις είναι οι αιτίες: α) Η κακοδιοίκηση, η οποία, σε συνδυασμό με τη δαιδαλώδη πολυνομία, αποτελεί πραγματική «μηχανή παραγωγής» διαφορών. β) Η έλλειψη ρυθμίσεων που θα απεθάρρυναν την άσκηση προπετών ένδικων βοηθημάτων. γ) Η αλόγιστη άσκηση ενδίκων βοηθημάτων από το ίδιο το Δημόσιο και τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου. Πρέπει να ληφθούν, συνεπώς, δραστικά μέτρα. Είμαι της γνώμης ότι οποιαδήποτε νομοθετική παρέμβαση προς την κατεύθυνση της επιτάχυνσης στην επίλυση των διοικητικών διαφορών μπορεί να επιφέρει βελτίωση της κατάστασης ΜΟΝΟ αν συνδυασθεί με νομοθετικά μέτρα ικανά να περιορίσουν ΔΡΑΣΤΙΚΑ τον αριθμό των υποθέσεων που εισάγονται ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας και των διοικητικών δικαστηρίων. Τέτοια μέτρα είναι: α) η μεγάλη αύξηση του κόστους σε ορισμένες κατηγορίες υποθέσεων ή σε ορισμένες ειδικές διαδικασίες, β) η αύξηση του αριθμού των δημοσιευομένων αποφάσεων με την θεσμοθέτηση π.χ. διαδικασιών ταχείας εκδικάσεως ενδίκων βοηθημάτων και μέσων («φίλτρων»), γ) η εξάλειψη παρωχημένων διαδικασιών και η καλύτερη διαχείριση του υπάρχοντος ανθρωπίνου δυναμικού με τη θεσμοθέτηση π.χ. ολιγομελών συνθέσεων και την ορθολογικότερη ανάθεση των υπηρεσιακών καθηκόντων. Θα ήθελα όμως κυρίως να τονίσω, ότι είναι παράλογο να κατακλύζεται το Συμβούλιο της Επικρατείας, το οποίο ιδρύθηκε για να παρέχει προστασία στον πολίτη έναντι του Κράτους (η οικειοθελής υπαγωγή της κρατικής εξουσίας στο νόμο είναι άλλωστε από μόνη της ένα μικρό θαύμα), από τα ένδικα μέσα, τα οποία ασκεί συστηματικά και χωρίς καμία διάκριση το Δημόσιο κατά των αποφάσεων των κατωτέρων δικαστηρίων που δικαιώνουν τον πολίτη. Εύλογη ερώτηση: Τα συμφέροντα του Δημοσίου θα παραμείνουν απροστάτευτα; Απάντηση: Όχι βέβαια. Υπάρχουν μηχανισμοί που απαντούν στα δικονομικά συστήματα των ανεπτυγμένων Κρατών («φίλτρο»), με τους οποίους το ίδιο το Δικαστήριο εξετάζει αν το ένδικο μέσο που έχει ασκηθεί, θέτει νομικό ζήτημα το οποίο πρέπει να αντιμετωπιστεί. Χρειάζεται λοιπόν νέο πνεύμα και ριζοσπαστικές τομές στο χώρο της Δικαιοσύνης. Τα λαμβανόμενα συνήθως βραχυπρόθεσμα μέτρα δεν μπορούν πλέον να αντιμετωπίσουν την υπάρχουσα κατάσταση και να βοηθήσουν. Χρειάζονται ριζικές τομές, οι οποίες προϋποθέτουν τη συνεργασία όλων των εμπλεκομένων φορέων για να αντιμετωπιστούν, έστω και μεσοπρόθεσμα, τα προβλήματα που ταλανίζουν τους Έλληνες πολίτες.
5. Το Συμβούλιο της Επικρατείας είναι πρόθυμο να συμβάλει στην προσπάθεια της Κυβερνήσεως να μειωθούν οι κρατικές δαπάνες. Για το λόγο αυτό είναι έτοιμο για να συνεργασθεί με τους κ.κ. Υπουργούς Οικονομικών και Δικαιοσύνης ώστε να εξευρεθούν τρόποι για να γίνει ορθολογικότερη διαχείριση των λειτουργικών δαπανών του Δικαστηρίου.
Με την 3/2010 απόφαση του 15μελούς Ανωτάτου Δικαστικού Συμβουλίου Διοικητικής Δικαιοσύνης προήχθησαν στο βαθμό του Συμβούλου της Επικρατείας οι Πάρεδροι Αντώνιος Σταθάκης, Όλγα Ζύγουρα και Βαρβάρα Ραφτοπούλου.