ΤΟ ΕΡΓΟ "ΕΚΣΥΓΧΡΟΝΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΑΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ ΣτΕ" ΕΝΤΑΧΘΗΚΕ ΣΤΟ ΜΕΤΡΟ 2.2 "ΕΞΥΠΗΡΕΤΗΣΗ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΗ ΚΑΙ ΒΕΛΤΙΩΣΗ ΤΗΣ ΠΟΙΟΤΗΤΑΣ ΖΩΗΣ" ΤΟΥ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΙΑΚΟΥ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΟΣ "ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΤΗΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΑΣ" (ΕπΚτΠ) ΚΑΙ ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΗΘΗΚΕ ΣΕ ΠΟΣΟΣΤΟ 75% ΑΠΟ ΚΟΙΝOΤΙΚΟΥΣ ΠΟΡΟΥΣ.
Με τις Σ.τ.Ε. 462/2010 και 463/2010 (Ολομ.) απορρίφθηκαν αιτήσεις ακυρώσεως κατοίκων της Στρατονίκης Χαλκιδικής κατά της Κοινής Υπουργικής Απόφασης περί τροποποίησης της έγκρισης περιβαλλοντικών όρων των Μεταλλευτικών Εγκαταστάσεων Στρατωνίου καθώς και κατά της απόφασης του Υπουργού Ανάπτυξης με την οποία εγκρίθηκε τεχνική μελέτη για την επέκταση της εκμετάλλευσης του μεταλλείου, αντιστοίχως.
Ειδικότερα, με την 462/2010 απόφαση κρίθηκαν τα εξής: Πριν από την έναρξη των υλικών εργασιών της εκμετάλλευσης μεταλλείου απαιτείται να εκδοθούν αφενός μεν απόφαση έγκρισης των περιβαλλοντικών όρων του έργου και αφετέρου απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης που εγκρίνει την τεχνική μελέτη του έργου. Η δεύτερη απόφαση είναι η τελευταία διοικητική πράξη που εκδίδεται πριν την έναρξη των εργασιών εκμετάλλευσης του μεταλλείου και, στο μέτρο που περιέχει ρυθμίσεις για την προστασία του περιβάλλοντος, δεν πρέπει να αποκλίνει από τους όρους και περιορισμούς που έχει επιβάλλει η απόφαση έγκρισης περιβαλλοντικών όρων.
Στην προκειμένη περίπτωση, η προτεινόμενη με την προσβαλλόμενη απόφαση έγκρισης πρόσθετων περιβαλλοντικών όρων και περιορισμών για την υλοποίηση του έργου της επεκτάσεως και εκσυγχρονισμού της εκμετάλλευσης του μεταλλείου Μαύρων Πετρών στις Μεταλλευτικές Εγκαταστάσεις Στρατωνίου δραστηριότητα δεν έρχεται σε αντίθεση με εγκεκριμένα χωροταξικά, ρυθμιστικά και πολεοδομικά σχέδια ή άλλα σχέδια χρήσεων γης, αφού περιλαμβάνει κατά κύριο λόγο υπόγειες εργασίες, η δε πρόσθετη κατάληψη χώρου στην επιφάνεια του εδάφους θα πραγματοποιηθεί αποκλειστικά εντός των Μεταλλευτικών Εγκαταστάσεων Στρατωνίου. Η προτεινόμενη δραστηριότητα αποτελεί επέκταση και συνέχιση της εκμετάλλευσης του υφιστάμενου υπόγειου μεταλλείου Μαύρων Πετρών και λαμβάνει χώρα εντός περιοχής μεταλλειοκτησίας της εταιρίας. Τα παραγόμενα στερεά απόβλητα θα αποτίθενται στους υφιστάμενους χώρους απόθεσης στερεών αποβλήτων. Σύμφωνα με την προσβαλλόμενη πράξη, η δραστηριότητα, λόγω αφενός της κατά κύριο λόγο φύσεως των εργασιών της και αφετέρου του περιορισμού των επιφανειακών επεμβάσεων εντός του χώρου των Μεταλλευτικών Εγκαταστάσεων, δεν επηρεάζει προστατευόμενες, ευαίσθητες από περιβαλλοντική άποψη περιοχές λόγω της μεγάλης απόστασης από τα όρια των πλησιέστερων περιοχών NATURA και SPA. Κατά την Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (ΜΠΕ), δεν αναμένονται σημαντικές επιπτώσεις στα περιβάλλοντα και τα υπερκείμενα της εκμετάλλευσης πετρώματα, στην ασφάλεια των κατασκευών, δομών και εγκαταστάσεων της επιφανείας από δονήσεις, στην ποιότητα των εδαφών, στο φυσικό ανάγλυφο, τη μορφολογία και το τοπίο της περιοχής, στη σεισμικότητα της περιοχής, στα ποιοτικά και ποσοτικά χαρακτηριστικά του επιφανειακού και του υπόγειου υδατικού δυναμικού, στο ακουστικό, ατμοσφαιρικό, αστικό και ιστορικό-πολιτιστικό περιβάλλον. Οι επιπτώσεις στο περιβάλλον από τη μεταλλευτική δραστηριότητα κάτω από τον οικισμό Στρατονίκης, οι οποίες θα μπορούσαν ενδεχομένως να προκύψουν ύστερα από μακροχρόνια εκμετάλλευση των υπαρχόντων κοιτασμάτων, εξετάστηκαν διεξοδικά με την εγκριθείσα τεχνική μελέτη, με την ΜΠΕ που συνοδεύει την προσβαλλόμενη πράξη και με μελέτη καθηγητών του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου. Από την ΜΠΕ προκύπτει επίσης ότι δεν αναμένονται επιπτώσεις στα ποσοτικά και ποιοτικά χαρακτηριστικά των πηγών πόσιμου νερού. Επίσης, με την επιλεγείσα μέθοδο εξόρυξης των εναλλασσόμενων κοπών και λιθογομώσεων ανερχόμενης φοράς αποφεύγεται η δημιουργία συνθηκών οξείδωσης και κατά συνέπεια η επιβάρυνση των υπογείων υδάτων λόγω του φαινομένου της όξινης απορροής. Αντιθέτως, η οριστική διακοπή των μεταλλευτικών εργασιών θα είχε σημαντικές επιπτώσεις στους υδάτινους πόρους της περιοχής, καθώς θα διαμορφώνονταν δυσμενείς εν γένει συνθήκες επιβάρυνσης των υπόγειων υδάτων λόγω της διατήρησης των κενών από τις υπόγειες εκσκαφές, οι οποίες θα συνιστούσαν ευνοϊκό περιβάλλον παραγωγής όξινης απορροής. Περαιτέρω, η Διοίκηση έλαβε υπόψη τις επιπτώσεις τόσο της πρωτογενούς όσο και της δευτερογενούς σεισμικότητας της περιοχής. Σύμφωνα με την ΜΠΕ, η προτεινόμενη δραστηριότητα έχει σημαντικά οφέλη για την εθνική οικονομία, αφού διασφαλίζει τη διατήρηση σημαντικού αριθμού θέσεων εργασίας και καθιστά εφικτή την αξιοποίηση του ορυκτού πλούτου με συναλλαγματική ωφέλεια για τη χώρα. Στην ΜΠΕ επισημαίνεται εξ άλλου το γεγονός ότι η επιλογή της «μηδενικής λύσης», δηλαδή η μη επέκταση του μεταλλείου, σημαίνει και την οριστική διακοπή λειτουργίας των Μεταλλευτικών Εγκαταστάσεων Στρατωνίου λόγω έλλειψης ποσοτήτων μεταλλεύματος προς εκμετάλλευση. Η επιλογή αυτή θα επιφέρει αρνητικές επιπτώσεις τόσο στο φυσικό όσο και στο ανθρωπογενές περιβάλλον της περιοχής. Ενόψει των προεκτεθέντων, δεν παραβιάζεται το άρθρο 24 του Συντάγματος και ο θεμελιώδης κανόνας της βιωσίμου αναπτύξεως και της βιωσίμου μεταλλείας. Ακόμη, από την ΜΠΕ προκύπτει ότι δεν επηρεάζονται τα ρέματα της περιοχής και επομένως το γεγονός ότι πριν την έκδοση της ΕΠΟ δεν οριοθετήθηκαν δεν συνιστά πλημμέλεια. Εξ άλλου, η επίμαχη δραστηριότητα δεν συνιστά έργο διαχείρισης και αξιοποίησης των υδατικών πόρων της περιοχής και επομένως δεν υπάγεται στο πεδίο εφαρμογής του ν. 1739/1987. Κατά την ΜΠΕ, η επιλεγείσα μέθοδος εξορύξεως του μεταλλεύματος (των εναλλασσομένων κοπών και λιθογομώσεων κατά ανερχόμενη φορά υπό συνθήκες συνήθων διαστάσεων φοράς, με μηχανική εκσκαφή με road header) παρουσιάζει περισσότερα πλεονεκτήματα από την άποψη της προστασίας του περιβάλλοντος και περιορίζει τη χρήση εκρηκτικών. Επιπλέον, στην ΜΠΕ τεκμηριώνεται κατά τρόπο αναλυτικό και με συγκεκριμένα αριθμητικά στοιχεία και υπολογισμούς ο τρόπος διάθεσης των στερεών αποβλήτων και η επάρκεια των υφισταμένων χώρων αποθήκευσης. Επιτρεπτώς, επίσης, θα συμπληρωθεί η κύρια Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων με ειδικότερη υδρογεωλογική μελέτη. Τέλος, η μεταλλευτική νομοθεσία επιτρέπει τη διενέργεια εργασιών εκμετάλλευσης μεταλλείων και κάτω από ακίνητα με κτίσματα και κατοικίες, αρκεί να λαμβάνονται μέτρα, προκειμένου να μη δημιουργούνται δυσμενείς συνέπειες στην επιφάνεια και να ελαχιστοποιούνται έτσι οι επιπτώσεις στον περιβάλλοντα χώρο από δονήσεις και θορύβους σε περίπτωση χρήσεως εκρηκτικών υλών. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου, οι δονήσεις δεν ξεπερνούν τα επιτρεπόμενα όρια που προβλέπει ο Κανονισμός Μεταλλευτικών και Λατομικών Εργασιών, ενώ η χρήση εκρηκτικών υλών θα περιοριστεί κάτω από το 30% του συνολικά εξορυσσόμενου μεταλλεύματος σε μηνιαία βάση. Απορρίφθηκαν επομένως οι ισχυρισμοί περί παραβιάσεως της ιδιοκτησίας των αιτούντων.
Με την 463/2010 απόφαση κρίθηκαν, επιπλέον των ανωτέρω, τα εξής: η υπογραφή της έγκρισης περιβαλλοντικών όρων και από τον Υπουργό Πολιτισμού καλύπτει κατ’ αρχήν τις απαιτήσεις της αρχαιολογικής νομοθεσίας για την προστασία τυχόν υπαρχουσών αρχαίων στοών, είναι δε απορριπτέος ο λόγος περί παράβασης των διατάξεων του άρθρου 10 του ν. 3028/2002. Ειδικότερη έγκριση του Υπουργού Πολιτισμού θα απαιτηθεί μόνο εφόσον εκτελεστούν εργασίες σε περίπτωση εντοπισμού συγκεκριμένων αρχαιοτήτων. Τέλος, επειδή λόγοι ακυρώσεως προβάλλονται παραδεκτώς μόνο με το δικόγραφο αιτήσεως ακυρώσεως, ή με δικόγραφο προσθέτων λόγων, τα προβαλλόμενα με υπομνήματα (την προτεραία της συζητήσεως και μετά τη συζήτηση) περί υπάρξεως στην περιοχή του Ιερού Ναού Αγίου Νικολάου, για την προστασία του οποίου δεν ελήφθησαν ειδικά μέτρα, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτα.
Με την ΣτΕ 4252/2009 (Ε΄ Τμήμα) κρίθηκε ότι η κατά το άρθρο 45 παρ. 2 ν. 2145/1993 ειδική αποζημίωση αποτελεί διοικητική κύρωση που αποβλέπει τόσο στην αποτροπή ανέγερσης αυθαίρετων εντός δασών και δασικών ή αναδασωτέων εκτάσεων όσο και στην κατεδάφισή τους και δεν αφορά φόρο ή οικονομικό βάρος κατά το άρθρο 78 παρ. 2 του Συντάγματος.
Ειδικότερα, με την απόφαση αυτή κρίθηκαν τα εξής: Το Σύνταγμα, θεσπίζοντας την υποχρέωση του Κράτους να προστατεύει τα δάση και τις δασικές εκτάσεις από την αυθαίρετη αλλαγή χρήσης τους και να απομακρύνει κάθε κατασκευή που αποκλείει ή περιορίζει την κατά προορισμό χρήση τους, ουδόλως αποκλείει την καθιέρωση νομοθετικού συστήματος προστασίας του δάσους που επιβάλλει, παραλλήλως προς τις αντίστοιχες υποχρέωσεις του Κράτους, την υποχρέωση αποκατάστασης του δάσους στον προκαλέσαντα τη βλάβη σ’ αυτό ιδιώτη επ’ απειλή διοικητικών ή άλλων σε βάρος του κυρώσεων. Εξ άλλου, η προβλεπόμενη από το άρθρο 45 παρ. 2 του ν. 2145/1993 ειδική αποζημίωση αποτελεί διοικητική κύρωση που αποβλέπει τόσο στην αποτροπή ανέγερσης αυθαίρετων εντός δασών και δασικών ή αναδασωτέων εκτάσεων όσο και στην κατεδάφισή τους μετά την τυχόν ανέγερσή τους, καθιστώντας εξαιρετικά ασύμφορη οικονομικά τη διατήρησή τους, επιβάλλεται δε από το Δασάρχη παραλλήλως με την υποχρέωση του Κράτους για αποκατάσταση της καταστραφείσας δασικής έκτασης και δεν αφορά φόρο ή οικονομικό βάρος κατά την έννοια της παρ. 2 του άρθρου 78 του Συντάγματος. Περαιτέρω, κατά την έννοια της εν λόγω διάταξης του ν. 2145/1993, η διοικητική αυτή κύρωση επιβάλλεται στο διοικούμενο για αυθαίρετα που έχουν ανεγερθεί εντός δάσους ή δασικής ή αναδασωτέας έκτασης είτε πριν είτε μετά την έναρξη ισχύος του νόμου, αλλά προφανώς για χρονικά διαστήματα, κατά τα οποία διατηρήθηκαν τα αυθαίρετα αυτά, μεταγενέστερα της έναρξης ισχύος του ανωτέρω νόμου. Δεν συντρέχει δε περίπτωση ανεπίτρεπτης αναδρομικής εφαρμογής της ανωτέρω διάταξης αν με το σχετικό πρωτόκολλο επιβάλλεται στο διοικούμενο ειδική αποζημίωση για αυθαίρετα που είχαν κατασκευασθεί εντός δάσους ή δασικής ή αναδασωτέας έκτασης πριν την έναρξη ισχύος του ν. 2145/1993, για χρονικά όμως διαστήματα διατήρησης των αυθαιρέτων αυτών μεταγενέστερα της έναρξης ισχύος του νόμου αυτού. Συνεπώς, δεν συντρέχει περίπτωση αναδρομικής εφαρμογής του άρθρου 45 παρ. 2 του ν. 2145/1993, εφόσον το πρωτόκολλο ειδικής αποζημίωσης, εκδοθέν το έτος 2001, αφορά στη διατήρηση του κατασκευασθέντος μεν από το έτος 1991 αυθαιρέτου αλλά για χρονικό διάστημα από 5.2.1998 έως 31.12.2000, δηλαδή για χρονικό διάστημα μετά την έναρξη ισχύος του ν. 2145/1993.
Με την Σ.τ.Ε. 4343/2009 (Α΄ Τμήμα) κρίθηκε ότι οι ανήλικοι εκπροσωπούνται ενώπιον των δικαστηρίων και από τους δύο γονείς, οι οποίοι ασκούν από κοινού τη γονική μέριμνα επ’ αυτών, και όχι μόνο από τον γονέα στον οποίο έχει ανατεθεί η επιμέλειά τους.
Με την απόφαση αυτή έγιναν, ειδικότερα, δεκτά τα εξής: Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1510, 1512, 1514 και 1518 παρ. 1 του Αστικού Κώδικα συνάγεται ότι, μετά το ν. 1329/1983, η άσκηση της γονικής μέριμνας έχει ανατεθεί και στους δύο γονείς του ανήλικου τέκνου από κοινού και ότι ένα μέρος του καθόλου ιδιόρρυθμου αυτού δικαιώματος, αλλά και καθήκοντος, είναι η επιμέλεια του προσώπου του τέκνου. Περιλαμβάνει δε η επιμέλεια, όπως συνάγεται από το χρησιμοποιούμενο στη διάταξη του άρθρου 1518 Α.Κ. επίρρημα «ιδίως», κάθε θέμα το οποίο σχετίζεται με την ανάπτυξη της σωματικής, πνευματικής και ψυχικής προσωπικότητας του ανήλικου τέκνου (όπως στέγη, ντύσιμο, τροφή, υγεία, μόρφωση, επαγγελματική εκπαίδευση, ηθική διαπαιδαγώγηση). Περαιτέρω, ενόψει του όλου περιεχομένου των πιο πάνω διατάξεων και του επιδιωκομένου με αυτές σκοπού, που συνίσταται στο να ασκείται η γονική μέριμνα κατά κανόνα από τους δύο γονείς από κοινού, είναι φανερό ότι, αν η άσκηση της γονικής μέριμνας έχει κατανεμηθεί ανάμεσα στους γονείς, λόγω διάστασής τους, και η επιμέλεια του ανηλίκου έχει ανατεθεί με δικαστική απόφαση στον έναν από τους γονείς λ.χ. τη μητέρα, τότε η τελευταία έχει αρμοδιότητα να αποφασίζει για τα τρέχοντα και καθημερινά μόνο θέματα τα σχετιζόμενα με την επιμέλεια του τέκνου και όχι για τα λοιπά (σοβαρά) θέματα, επί των οποίων η λήψη αποφάσεως εξακολουθεί να παραμένει στον πυρήνα της γονικής μέριμνας. Εφόσον, λοιπόν, η γονική μέριμνα ανήκει και στους δύο γονείς, είναι υποχρεωτικό να αποφασίζουν αυτοί από κοινού για τέτοια θέματα και, αν διαφωνούν, να αποφασίζει, κατ’ άρθρο 1512 Α.Κ., το δικαστήριο. Εξ άλλου, η δικαστική εκπροσώπηση του ανήλικου τέκνου δεν ανήκει στα τρέχοντα και καθημερινά θέματα για τα οποία μπορεί να αποφασίζει μόνο ο γονέας στον οποίο έχει ανατεθεί η επιμέλειά του. Επομένως, αγωγή αποζημίωσης κατ’ άρθρο 105 ΕισΝΑΚ, η οποία ασκείται για λογαριασμό των ανήλικων τέκνων του μόνο από το γονέα στον οποίο έχει ανατεθεί η επιμέλεια αυτών, πρέπει να απορριφθεί ως ενεργητικώς ανομιμοποίητη, διότι οι ανήλικοι έπρεπε να εκπροσωπούνται στη δίκη και από τους δύο γονείς τους, οι οποίοι ασκούν από κοινού τη γονική μέριμνα επ’ αυτών.
Με την 145/2009 απόφαση του Τριμελούς Συμβουλίου του ν. 3068/2002 προσδιορίστηκαν τα όρια συμμόρφωσης της διοίκησης προς ακυρωτική απόφαση του Δικαστηρίου, με την οποία ασκήθηκε παρεμπίπτων έλεγχος νομιμότητας κανονιστικής πράξης.
Με την απόφαση αυτή του Τριμελούς Συμβουλίου έγιναν, ειδικότερα, δεκτά τα εξής: Με απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας έγινε δεκτό ότι κανονιστική πράξη, της οποίας η νομιμότητα, λόγω του κανονιστικού χαρακτήρα της, ήταν ελεγκτή παρεμπιπτόντως, ήταν μη νόμιμη. Κατά συνέπεια, οι προσβληθείσες ατομικές πράξεις, οι οποίες είχαν εκδοθεί κατ’ εφαρμογή της ως άνω κανονιστικής πράξης, ήταν επίσης μη νόμιμες, διότι η ανωτέρω κανονιστική πράξη δεν μπορούσε να αποτελέσει νόμιμο έρεισμα για την έκδοση των πράξεων αυτών. Κατόπιν τούτων, το Δικαστήριο ακύρωσε τις ατομικές αυτές πράξεις. Ο αιτών ζήτησε από το Τριμελές Συμβούλιο να διαπιστωθεί ότι η διοίκηση δεν έχει συμμορφωθεί προς την ως άνω απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας διότι α) προέβη στην έκδοση νέων ατομικών πράξεων με βάση την παρεμπιπτόντως κριθείσα ως μη νόμιμη κανονιστική πράξη, β) δεν ανακάλεσε προσφάτως εκδοθείσες ατομικές πράξεις, οι οποίες στηρίχθηκαν στην ως άνω μη νόμιμη κανονιστική πράξη και δ) δεν εξέδωσε νέα σύννομη κανονιστική πράξη σε αντικατάσταση της κριθείσας ως μη νόμιμης. Το Τριμελές Συμβούλιο έκρινε ότι η υποχρέωση της διοίκησης προς συμμόρφωση σε ακυρωτικές αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας προσδιορίζεται κατά περιεχόμενο, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, από το διατακτικό της ακυρωτικής απόφασης σε συνδυασμό προς τις κρίσεις του Δικαστηρίου (αιτιολογικό) που στηρίζουν το διατακτικό. Δεν συνιστά όμως άρνηση ή παράλειψη συμμόρφωσης, κατά τις διατάξεις του άρθρου 3 παρ. 1 και 3 του ν. 3068/2002, η μη έκδοση από τη διοίκηση νέας κανονιστικής πράξης σε αντικατάσταση άλλης, η οποία έχει διαφύγει τον ευθύ ακυρωτικό έλεγχο, έχει όμως κριθεί παρεμπιπτόντως ως μη νόμιμη με απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας. Περαιτέρω, η ως άνω υποχρέωση συμμόρφωσης της διοίκησης, κατά τις διατάξεις του άρθρου 3 παρ. 1 και 3 του ν. 3068/2002, δεν περιλαμβάνει και την ειδικότερη υποχρέωσή της να μην χρησιμοποιεί την πιο πάνω κανονιστική πράξη - η οποία εξακολουθεί να αποτελεί υποστατή πολιτειακή πράξη - ως έρεισμα για την έκδοση όμοιων ή παρόμοιων προς την ακυρωθείσα ατομικών πράξεων που αφορούν τρίτα πρόσωπα, η νομιμότητα των οποίων μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο ιδιαίτερου ακυρωτικού ελέγχου. Τα ανωτέρω, βεβαίως, όχι μόνο δεν κωλύουν τη διοίκηση, πέραν της συμμόρφωσής της σε συγκεκριμένη ακυρωτική απόφαση, να εφαρμόσει, και στις περιπτώσεις αυτές, τη δοθείσα από το Συμβούλιο της Επικρατείας ερμηνεία, όσον αφορά τη νομιμότητα κανονιστικής πράξης που ελέγχθηκε παρεμπιπτόντως, αλλά, αντιθέτως, η ενέργεια αυτή βρίσκεται σε αρμονία προς τις αρχές της νομιμότητας και της χρηστής διοίκησης. Τέλος, δεν ανακύπτει, κατ’ αρχήν, υποχρέωση της διοίκησης να ανακαλέσει πράξεις όμοιου περιεχομένου προς δικαστικώς ακυρωθείσα ατομική πράξη, πλην εξαιρετικών περιπτώσεων, κατά τις οποίες συντρέχουν οι προϋποθέσεις που έχουν ταχθεί με τις 2176/2004 και 2177/2004 αποφάσεις της Ολομελείας του Συμβουλίου της Επικρατείας (ήτοι: ακύρωση με αμετάκλητη δικαστική απόφαση ατομικής διοικητικής πράξης για το λόγο ότι έχει στηριχθεί σε διάταξη αντίθετη προς κανόνα δικαίου υπέρτερης τυπικής ισχύος ή σε κανονιστική πράξη της διοίκησης που δεν έχει νόμιμο εξουσιοδοτικό έρεισμα, όμοιου περιεχομένου ατομικές διοικητικές πράξεις που έχουν εκδοθεί με βάση την ίδια διάταξη, αίτηση για την ανάκλησή τους υποβαλλόμενη στη διοίκηση σε εύλογο χρόνο από τη δημοσίευση της ακυρωτικής απόφασης από πρόσωπο που έχει έννομο συμφέρον, εκτίμηση λόγων υπέρτερου δημόσιου συμφέροντος που τυχόν επιβάλλουν ή αποκλείουν την ανάκλησή της, της ανάγκης προστασίας δικαιωμάτων τρίτων που έχουν κτηθεί καλοπίστως από την εφαρμογή της και του χρόνου που έχει διαρρεύσει από την έκδοσή της). Με τις σκέψεις αυτές το Τριμελές Συμβούλιο απέρριψε την ασκηθείσα αίτηση.
Με την 1337/2009 απόφαση της Επιτροπής Αναστολών κρίθηκε ότι συντρέχουν λόγοι, αναγόμενοι στην προστασία της άγριας πανίδας, να χορηγηθεί αναστολή εκτέλεσης υπουργικής απόφασης περί ρυθμίσεων της θήρας για την κυνηγετική περίοδο 2009-2010.
Ειδικότερα, με την απόφαση αυτή κρίθηκαν τα εξής: Η προσβαλλόμενη υπουργική απόφαση δεν ερείδεται επί εγκύρου και επικαίρου συνολικής επιστημονικής μελέτης ως προς τον κίνδυνο αφανισμού ή μείωσης του πληθυσμού ενός εκάστου των θηρευσίμων ειδών, ενώ εξ άλλου, ούτε επιβάλλεται με αυτήν απαγόρευση θήρας, στο σύνολο των εκτάσεων που καταστράφηκαν από τις πυρκαγιές των ετών 2007 και 2009, ούτε και λαμβάνονται μέτρα για την προστασία των ειδών που διαβιούσαν στις καμένες εκτάσεις και αναγκάστηκαν να μετακινηθούν σε άλλες περιοχές. Με τα δεδομένα αυτά, η Επιτροπή, λαμβάνοντας προεχόντως υπόψη ότι στην κατά το άρθρο 24 παρ. 1 του Συντάγματος υποχρέωση του Κράτους προς προστασία του φυσικού περιβάλλοντος περιλαμβάνεται και η υποχρέωση προστασίας της άγριας πανίδας κατά την πλήρη ποικιλία της, πιθανολογεί ότι από την εκτέλεση της προσβαλλόμενης απόφασης θα επέλθει βλάβη στην άγρια πανίδα λόγω σημαντικής μείωσης των πληθυσμών της, μη δυνάμενη να επανορθωθεί σε περίπτωση ευδοκίμησης της αίτησης ακύρωσης και, επομένως, συντρέχει λόγος χορήγησης της αιτούμενης αναστολής εκτέλεσης.
Με την Σ.τ.Ε. 3839/2009 (Ολομ.) επιλύθηκε το ζήτημα αν ο παρεμπίπτων έλεγχος των κανονιστικών πράξεων από τα διοικητικά δικαστήρια είναι απεριόριστος ή υπόκειται σε περιορισμούς.
Ειδικότερα, με την απόφαση αυτή κρίθηκαν τα εξής: η αρχή της νομιμότητας της δράσης της διοίκησης, αποτελούσα έκφραση της αρχής του Κράτους Δικαίου, η οποία έχει συνταγματική θεμελίωση, επιβάλλει, σε περίπτωση προσβολής ενώπιον διοικητικού δικαστηρίου ατομικής διοικητικής πράξης, να ελέγχεται παρεμπιπτόντως η νομιμότητα των κανονιστικών πράξεων, στις οποίες ερείδεται η ευθέως πληττόμενη με το ένδικο βοήθημα ατομική πράξη, εν όψει των καθιερούμενων στην ελληνική έννομη τάξη δικονομικών κανόνων ευθείας προσβολής των κανονιστικών πράξεων, κατά τους οποίους η προθεσμία για την άσκηση αίτησης ακυρώσεως κατ’ αυτών κινείται από μόνη τη δημοσίευσή τους και είναι σχετικώς βραχεία (εξηκονθήμερη).
Περαιτέρω, κρίθηκε ότι ο παρεμπίπτων έλεγχος των κανονιστικών πράξεων, ο οποίος αποτελεί θεμελιώδη αρχή του δικαίου των διοικητικών διαφορών, απορρέουσα από το κατοχυρούμενο στο άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος ατομικό δικαίωμα της αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας, δεν υπόκειται σε κανενός είδους περιορισμό. Τούτο, διότι σκοπός της αρχής του παρεμπίπτοντος ελέγχου του απρόσωπου και αφηρημένου κανόνα δικαίου, του οποίου τα αποτελέσματα δεν εξαντλούνται σε ατομική περίπτωση, αλλά που προορίζεται να εφαρμοστεί σε πολλές μελλοντικές περιπτώσεις, είναι η δυνατότητα έμμεσης προσβολής του κανόνα αυτού από πρόσωπα, τα οποία, κατά το χρόνο έκδοσης της κανονιστικής πράξης και εντός της προθεσμίας προσβολής της με αίτηση ακυρώσεως, δεν είχαν τις νόμιμες προϋποθέσεις (τον αναγκαίο δεσμό με την πράξη) να την προσβάλουν ευθέως. Ο χρονικός περιορισμός δηλαδή του ελέγχου αυτού θα οδηγούσε στο άτοπο η κανονιστική πράξη να θεωρείται μετά την πάροδο του, κατά τα ως άνω, χρονικού διαστήματος ως έχουσα οιονεί «αμάχητο τεκμήριο» νομιμότητας, ακόμα και στην περίπτωση που είχε τυχόν κριθεί από τα δικαστήρια με παρεμπίπτοντα έλεγχο, εντός του χρονικού αυτού διαστήματος, ως παράνομη. Σε καμιά περίπτωση, πάντως, δεν μπορεί να περιοριστεί ο παρεμπίπτων έλεγχος της κανονιστικής πράξης, όταν αυτή παραβιάζει το Σύνταγμα είτε ευθέως, κατά το περιεχόμενό της, είτε ως στηριζόμενη σε αντισυνταγματικό εξουσιοδοτικό νόμο, διότι τούτο θα προσέκρουε στα άρθρα 87 παρ. 2 και 93 παρ. 4 του Συντάγματος. Εξ άλλου η δικαστική προστασία του έχοντος έννομο συμφέρον να προβάλει ως λόγο ακύρωσης της ατομικής πράξης την παρανομία της κανονιστικής, στην οποία στηρίζεται, δεν εξαρτάται από το τυχαίο γεγονός της έκδοσης ατομικής πράξης που θα μπορούσε να προσβάλει εντός του ανωτέρω χρονικού διαστήματος, γεγονός που συμβαίνει ιδίως στην περίπτωση των οικοδομικών αδειών, οι οποίες εκδίδονται κατ’ αρχήν κατά μετά την έκδοση των πράξεων εφαρμογής των σχεδίων πόλεων, ήτοι μετά την πάροδο ικανού χρόνου από τη δημοσίευση των οικείων κανονιστικών πράξεων. Ο έλεγχος, τέλος, αυτός δεν μπορεί να περιοριστεί με νόμο, διότι αυτός θα αντέκειτο στο άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος. Κατά τη γνώμη, όμως, της μειοψηφίας ο παρεμπίπτων έλεγχος των κανονιστικών πράξεων θα μπορούσε κατ’ αρχήν να περιοριστεί από το νομοθέτη, εντός των πλαισίων πάντα της αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας.
Κατά συνέπεια, κατά την εξέταση αίτησης ακυρώσεως κατά οικοδομικής άδειας είναι επιτρεπτός, χωρίς χρονικό ή άλλο περιορισμό, ο παρεμπίπτων έλεγχος νομαρχιακών αποφάσεων, με τις οποίες είχαν εγκριθεί οι όροι δομήσεως οικισμού, βάσει των οποίων εκδόθηκε η προσβαλλόμενη άδεια.
Με την Σ.τ.Ε. 3690/2009 (Ολομ.) ακυρώθηκε η 44728/19.12.2007 απόφαση του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Αττικής, κατά το μέρος που θεσπίζει όριο ηλικίας για την αποχώρηση των δικηγόρων, οι οποίοι υπηρετούν με σχέση έμμισθης εντολής στο Δήμο Αθηναίων, ως εκδοθείσα άνευ νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως.
Ειδικότερα, με την απόφαση αυτή κρίθηκαν τα εξής: Από το συνδυασμό των διατάξεων του ν. 3584/2007 «Κύρωση του Κώδικα Κατάστασης Δημοτικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων», του άρθρου 83 παρ. 2 του π.δ. 410/1988, του άρθρου 30 παρ. 1 του ν. 4505/1966, των άρθρων 1 – 7 του ν.δ. 1827/1942 και των άρθρων 1, 38, 63, 63Α και 94 του ν.δ. 3026/1954 «Περί του Κώδικος των Δικηγόρων» προκύπτει ότι με τις διατάξεις του άρθρου 10 του ν. 3584/2007, οι οποίες αναφέρονται στο περιεχόμενο και την ψήφιση των Οργανισμών Εσωτερικής Υπηρεσίας των Ο.Τ.Α., δεν παρέχεται εξουσιοδότηση προς το αρμόδιο κατά τις διατάξεις αυτές όργανο, ήτοι στο Γενικό Γραμματέα της Περιφέρειας, να θεσπίζει εγκύρως όριο ηλικίας εξόδου από την υπηρεσία των δικηγόρων που υπηρετούν με σχέση εμμίσθου εντολής στους οικείους Δήμους. Τούτο δε διότι το μόνο θέμα, για το οποίο παρέχεται εξουσιοδότηση από το συγκεκριμένο νόμο και αφορά στους δικηγόρους, είναι η σύσταση των θέσεων δικηγόρων και η αντίστοιχη κατάργησή τους και όχι τα θέματα που αφορούν στην υπηρεσιακή τους κατάσταση -στην οποία περιλαμβάνεται και το θέμα εξόδου από την υπηρεσία λόγω συμπληρώσεως του ορίου ηλικίας-, για ορισμένα από τα οποία, άλλωστε, υφίστανται ρυθμίσεις ευθέως στον ίδιο το συγκεκριμένο νόμο (άρθρα 165 παρ. 5-7, 166, 167). Τυχόν αντίθετη εκδοχή θα έβαινε πέραν της εννοίας της διοικήσεως των τοπικών υποθέσεων από τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοικήσεως, εφόσον οι δικηγόροι που προσλαμβάνονται και υπηρετούν στους οργανισμούς αυτούς με σχέση εμμίσθου εντολής δεν αποτελούν διοικητικό προσωπικό των νομικών αυτών προσώπων. Περαιτέρω, υπέρ της εκδοχής αυτής συνηγορεί ότι, ακόμη και για το καθαρώς μόνιμο προσωπικό των δήμων, η πρόβλεψη για την έξοδο από την υπηρεσία, λόγω συμπληρώσεως ορίου ηλικίας, ρυθμίζεται ευθέως από διατάξεις του ν. 3584/2007 (άρθρα 156 και 159). Συνεπώς, ως προς το θέμα αυτό, της θεσπίσεως δηλαδή ορίου ηλικίας για την έξοδο από την υπηρεσία των δικηγόρων των Δήμων και των Κοινοτήτων, εξακολουθούν να ισχύουν οι σχετικές διατάξεις του Δικηγορικού Κώδικα (άρθρο 63Α). Ενόψει τούτων, η 44728/19.12.2007 απόφαση του Γ.Γ.Π. Αττικής, κατά το μέρος που θεσπίζει όριο ηλικίας για την αποχώρηση των δικηγόρων, οι οποίοι υπηρετούν με σχέση έμμισθης εντολής στο Δήμο Αθηναίων, έχει εκδοθεί άνευ νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως.
Με την Σ.τ.Ε. 3628/2009 (Ε΄ Τμήμα, 7μ) ακυρώθηκε το από 7.3.2005 π.δ. καθό μέρος α) επιτρέπει εφαρμογή προϊσχυουσών διατάξεων, αν είχαν υποβληθεί αιτήσεις για έκδοση οικοδομικών αδειών προ της πρώτης αναστολής οικοδομικών εργασιών σε περιοχές προστασίας διακεκριμένων τμημάτων φυσικού τοπίου Ζ.Ο.Ε. Μυκόνου, β) προβλέπει κατά παρέκκλιση αρτιότητα τεσσάρων στρεμμάτων για περιοχές γεωργικής γης, διαφύλαξης αξιόλογων παραλιών – ακτών κολύμβησης και προστασίας διακεκριμένων τμημάτων φυσικού τοπίου, γ) προβλέπει χρήση κατοικίας στην τελευταία περιοχή.
Με την απόφαση αυτή έγιναν, ειδικότερα, δεκτά τα εξής: Κατά την έννοια των διατάξεων του άρθρου 26 παρ. 1 του ν. 2831/2000, όπως ισχύει, και του άρθρου 42 παρ. 12 του ν. 3316/2005, ερμηνευομένων ενόψει της υποχρέωσης προστασίας του φυσικού περιβάλλοντος που επιβάλλεται με το άρθρο 24 του Συντάγματος – ανεξαρτήτως του αν οι εν λόγω διατάξεις είναι ή όχι σύμφωνες προς τη συνταγματική αυτή επιταγή, καθ’ ο μέρος προβλέπεται με αυτές η εφαρμογή του προϊσχύσαντος πολεοδομικού καθεστώτος στις περιπτώσεις κατά τις οποίες, πριν από την τροποποίησή του, είχε υποβληθεί απλώς αίτηση για την έκδοση ή την αναθεώρηση άδειας οικοδομής με τα απαιτούμενα δικαιολογητικά – σε περίπτωση καθορισμού Ζώνης Οικιστικού Ελέγχου (Ζ.Ο.Ε.) σε περιοχή που έχει χαρακτηρισθεί ως περιοχή προστασίας της φύσης ή ως τοπίο φυσικού κάλλους, η έκδοση αδειών δόμησης με βάση το προϊσχύον καθεστώς είναι επιτρεπτή μόνο εφόσον, κατά τη διαδικασία καθορισμού της Ζ.Ο.Ε., η Διοίκηση είχε εξετάσει ειδικά τις συνέπειες της εφαρμογής των προγενέστερων διατάξεων και είχε διαπιστώσει ότι με την εφαρμογή αυτή δεν τίθεται σε κίνδυνο η φυσιογνωμία της συγκεκριμένης περιοχής, ενόψει και του σκοπού της Ζ.Ο.Ε. που συνίσταται στην αποτροπή πραγματικών καταστάσεων που θα καθιστούσαν αδύνατο ή δυσχερές τον εναρμονιζόμενο προς τον χαρακτήρα της περιοχής πολεοδομικό σχεδιασμό. Ενόψει τούτων, για να επιτραπεί η εφαρμογή του προγενέστερου δικαίου στις περιοχές προστασίας των διακεκριμένων τμημάτων του φυσικού τοπίου της Ζ.Ο.Ε. νήσου Μυκόνου στις περιπτώσεις κατά τις οποίες είχε υποβληθεί απλώς σχετική αίτηση με τα απαιτούμενα δικαιολογητικά πριν από την έναρξη της ισχύος των νέων διατάξεων, θα έπρεπε η Διοίκηση, κατά τη διαδικασία καθορισμού της Ζ.Ο.Ε., να έχει εξετάσει ειδικώς τις συνέπειες από την εφαρμογή των προγενέστερων διατάξεων και να έχει διαπιστώσει ότι με την εφαρμογή αυτή δεν τίθεται σε κίνδυνο η φυσιογνωμία της συγκεκριμένης περιοχής, ενόψει και του σκοπού της Ζ.Ο.Ε. Από τα στοιχεία, όμως, του φακέλου προκύπτει ότι, κατά τη διαδικασία καθορισμού της ανωτέρω Ζ.Ο.Ε., δεν εκτιμήθηκαν οι συνέπειες από την εφαρμογή των προγενέστερων διατάξεων και οι κίνδυνοι για τη φυσιογνωμία των ως άνω περιοχών, παρά το γεγονός ότι η αποφυγή δημιουργίας πραγματικών καταστάσεων και στις περιοχές αυτές είχε κριθεί αναγκαία από τη Διοίκηση, η οποία είχε επιβάλει, για τον σκοπό αυτό, σε όλη τη νήσο Μύκονο αναστολή οικοδομικών εργασιών. Επομένως, το από 7.3.2005 π.δ., κατά το μέρος που καθιστά δυνατή, μη προβλέποντας σχετική απαγορευτική διάταξη, την εφαρμογή των προϊσχυουσών διατάξεων στην περίπτωση υποβολής προ της πρώτης αναστολής οικοδομικών εργασιών αιτήσεων με πλήρη δικαιολογητικά για έκδοση οικοδομικών αδειών για τις περιοχές προστασίας διακεκριμένων τμημάτων του φυσικού τοπίου, είναι ακυρωτέο.
Με την ίδια απόφαση έγιναν περαιτέρω δεκτά τα εξής: Αν και με το από 7.3.2005 π.δ. τίθεται ως γενικός κανόνας αρτιότητας στις περιοχές υπό στοιχεία 2.2β (γεωργική γη) και 2.3α.8 (προστασίας διακεκριμένων τμημάτων του φυσικού τοπίου) της Ζ.Ο.Ε. νήσου Μυκόνου τα δέκα στρέμματα και στην περιοχή 2.3α.7 (διαφύλαξης των αξιόλογων παραλιών – ακτών κολύμβησης) τα έξι, σύμφωνα και με τα οριζόμενα στην Ειδική Χωροταξική Μελέτη για τη νήσο Μύκονο, οι διατάξεις Γ.ΙΙΙ.(β), Η.ΙΙΙ.(β) και Θ.ΙΙΙ.(β) του άρθρου 3 και η παρ. 2 του άρθρου 4 του ίδιου διατάγματος προβλέπουν αρτιότητα τεσσάρων στρεμμάτων, κατά παρέκκλιση από τον ανωτέρω κανόνα των δέκα και έξι στρεμμάτων, αντιστοίχως, για τα υφιστάμενα κατά τη δημοσίευσή του γήπεδα. Η παρέκκλιση αυτή, όπως όλες οι πολεοδομικές αποκλίσεις, όπου προβλέπονται, έπρεπε να αιτιολογείται ειδικώς, από τα στοιχεία, όμως, του φακέλου δεν προκύπτει ο λόγος για τον οποίο προβλέφθηκε και, επομένως, δεν είναι νόμιμη.
Τέλος, με την ίδια απόφαση κρίθηκε ότι η ρύθμιση του κεφαλαίου Θ παρ. ΙΙ (β) του άρθρου 3 του ανωτέρω διατάγματος, η οποία περιλαμβάνει μεταξύ των χρήσεων γης των περιοχών διακεκριμένων τμημάτων του φυσικού τοπίου (περιοχές υπό στοιχεία 2.3α.8) και τη χρήση κατοικίας εμβαδού 80 τ.μ. στα άρτια οικόπεδα δέκα στρεμμάτων, δεν αιτιολογείται – ενόψει των ειδικών χαρακτηριστικών των περιοχών αυτών - νομίμως Και τούτο διότι, από τα συνοδεύονται το διάταγμα στοιχεία δεν προκύπτουν οι λόγοι για τους οποίους επετράπη η χρήση κατοικίας σε περιοχή η οποία χαρακτηρίζεται από την ίδια τη Ζ.Ο.Ε. ως περιοχή προστασίας διακεκριμένων τμημάτων του φυσικού τοπίου.
Με την Σ.τ.Ε. 3641/2009 (Ε΄ Τμήμα, 7μ) κρίθηκε ότι οι διατάξεις του από 7.3.2005 π.δ., με τις οποίες θεσπίζεται για τις περιοχές υπό στοιχεία 2.2β (γεωργική γη) της Ζ.Ο.Ε. νήσου Μυκόνου το όριο κατάτμησης των δέκα στρεμμάτων, ορίζεται η χρήση αγροικίας και επιβάλλονται ειδικοί όροι και περιορισμοί δόμησης, δεν αντίκεινται στις προστατευτικές της ιδιοκτησίας διατάξεις των άρθρων 17 του Συντάγματος και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α.
Με την απόφαση αυτή κρίθηκαν, ειδικότερα, τα εξής: Ενόψει του χαρακτήρα των περιλαμβανόμενων στη Ζ.Ο.Ε. περιοχών ως αποτελούμενων από ακίνητα εκτός σχεδίου, τα οποία δεν προορίζονται καταρχήν προς δόμηση, οι καθοριζόμενοι κατ’ εξουσιοδότηση των διατάξεων του άρθρου 29 παρ. 1 του ν. 1338/1983 όροι και περιορισμοί δόμησης και χρήσεων γης, οι οποίοι μπορούν να φθάσουν και μέχρι την ολοσχερή απαγόρευση της δόμησης σε περιοχές στις οποίες η ιδιαίτερη φύση τους και η εξυπηρέτηση των σκοπών της Ζ.Ο.Ε. (άμεσος έλεγχος των χρήσεων γης σε περιαστικές εκτός σχεδίου περιοχές, αφενός προς πρόληψη της περαιτέρω επιδείνωσης των προβλημάτων τους και προς προστασία του περιβάλλοντος στις περιοχές αυτές και αφετέρου προς παρεμπόδιση της δημιουργίας δεδομένων και πραγματικών καταστάσεων που θα είχαν ως συνέπεια να δυσχεραίνεται ο μελλοντικός σχεδιασμός της περιοχής) το επιβάλλουν, πρέπει να έχουν ως περιεχόμενο, σύμφυτο άλλωστε με τους σκοπούς θεσπίσεως της Ζ.Ο.Ε., την πρόβλεψη όλων των, κατά την εκτίμηση της Διοικήσεως, μέτρων που υπαγορεύονται από την ανάγκη προστασίας κάθε συγκεκριμένης περιοχής. Συνεπώς, οι επιβαλλόμενοι με τη Ζ.Ο.Ε. περιορισμοί στο περιεχόμενο και την έκταση του δικαιώματος της κυριότητας των ιδιοκτητών ακινήτων που περιλαμβάνονται στη Ζ.Ο.Ε., έστω και αν είναι δυσμενέστεροι για τους ιδιοκτήτες από αυτούς που ίσχυαν προηγουμένως, δεν προσκρούουν στο άρθρο 17 του Συντάγματος, εφόσον θεσπίζονται με αντικειμενικά κριτήρια χάριν της προστασίας του δημοσίου συμφέροντος και δεν εξαφανίζουν ούτε καθιστούν αδρανή την ιδιοκτησία σε σχέση με τον προορισμό της. Η περιοχή υπό στοιχεία 2.2β της Ζ.Ο.Ε. νήσου Μυκόνου χαρακτηρίζεται στο άρθρο 3 του Κεφαλαίου Γ΄ του από 7.3.2005 π.δ. ως γεωργική γη, ενόψει δε του χαρακτήρα της ως γης υψηλής παραγωγικότητας στην κλίμακα του νησιού, της σημασίας της γεωργικής γης για τη βιώσιμη ανάπτυξη του νησιού και την ανάγκη διαφύλαξής της επιβάλλεται η χρήση αγροικίας και όχι κατοικίας, η οποία αποτελεί χρήση ανταγωνιστική προς τη γεωργική χρήση και οδηγεί σε απώλειά της. Η χρήση, εξάλλου, αυτή και οι όροι και περιορισμοί δόμησης που επιβάλλονται στην ανωτέρω περιοχή εξυπηρετούν τη διαφύλαξη του φυσικού κεφαλαίου της Μυκόνου. Με τα δεδομένα αυτά και λαμβανομένου υπόψη ότι η Μύκονος έχει χαρακτηριστεί ως τόπος ιδιαίτερου φυσικού κάλλους, νομίμως και εντός της οικείας νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως, βάσει αντικειμενικών κριτηρίων χάριν προστασίας του δημοσίου συμφέροντος, θεσπίζεται για την ανωτέρω περιοχή το όριο κατάτμησης των δέκα στρεμμάτων, ορίζεται η χρήση αγροικίας και επιβάλλονται ειδικοί όροι και περιορισμοί δόμησης. Περαιτέρω, με τις ρυθμίσεις αυτές δεν παραβιάζονται οι προστατευτικές της ιδιοκτησίας διατάξεις του Συντάγματος και του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, διότι οι ιδιοκτήτες εκτάσεων στην επίμαχη περιοχή δεν αποστερούνται της δυνατότητας εκμετάλλευσης της ιδιοκτησίας τους σύμφωνα με τον σκοπό της, δεν παρίσταται δε η ρύθμιση αυτή απρόσφορη ή ακατάλληλη για την εξυπηρέτηση του σκοπού της προστασίας του περιβάλλοντος. Εξάλλου, όταν τα μέτρα που λαμβάνονται προς το σκοπό της προστασίας μιας περιοχής έχουν ως αποτέλεσμα την ουσιώδη στέρηση της χρήσης της ιδιοκτησίας σε σχέση με τον προορισμό της, γεννάται αξίωση των ιδιοκτητών προς αποζημίωση, αδιαφόρως εάν έχει περιληφθεί σχετική ρήτρα στην κανονιστική πράξη επιβολής των περιοριστικών όρων και απαγορεύσεων. Το ζήτημα, ωστόσο, της αποζημίωσης είναι αυτοτελές και δεν επηρεάζει την κρίση σχετικά με τον χαρακτηρισμό έκτασης ως περιοχής προστασίας και την επιβολή περιοριστικών μέτρων. Άλλωστε, ούτε η αρχή της προστατευόμενης εμπιστοσύνης επιβάλλει τη διαιώνιση ευνοϊκών ρυθμίσεων του καθεστώτος χρήσεων γης εκτός σχεδίου, διότι τούτο θα οδηγούσε σε ματαίωση της υποχρέωσης του νομοθέτη να ρυθμίζει τα σχετικά ζητήματα κατ’ επιταγή του δημοσίου συμφέροντος, εκπληρώνοντας κατά τον τρόπο αυτό την κατά το Σύνταγμα υποχρέωσή του για την προστασία του φυσικού περιβάλλοντος και την εξασφάλιση των καλύτερων δυνατών όρων διαβίωσης των κατοίκων.
Με την Σ.τ.Ε. 3536/2009 (Δ΄Τμήμα, 7μ) κρίθηκε ότι αντίκειται στο άρθρο 5 του Συντάγματος διάταξη, με την οποία καθορίζεται μέγιστος αριθμός αδειών κυκλοφορίας φορτηγών ιδιωτικής χρήσεως αυτοκινήτων βυτιοφόρων μεταφοράς υγρών καυσίμων που δύνανται να χορηγηθούν στις εταιρίες εμπορίας πετρελαιοειδών προϊόντων
Ειδικότερα, με την απόφαση αυτή κρίθηκαν τα εξής: Αντίκειται στην κατοχυρούμενη με το άρθρο 5 παρ.1 του Συντάγματος επαγγελματική ελευθερία και στη συνταγματική αρχή της αναλογικότητας (σύμφωνα με την οποία οι επιβαλλόμενοι από το νόμο περιορισμοί πρέπει να είναι πρόσφοροι και αναγκαίοι για την επίτευξη του επιδιωκόμενου από το νομοθέτη σκοπού δημόσιου ή κοινωνικού συμφέροντος και να μην είναι δυσανάλογοι σε σχέση προς αυτόν), η διάταξη του άρθρου 6 παρ.5 περ.γ του ν. 3054/2002, με την οποίο παρέχεται νομοθετική εξουσιοδότηση για να επιβληθεί περιορισμός στο δυνάμενο να χορηγηθεί σε επιχειρήσεις εμπορίας πετρελαιοειδών αριθμό αδειών κυκλοφορίας βυτιοφόρων αυτοκινήτων ιδιωτικής χρήσεως. Τούτο, διότι από τις προπαρασκευαστικές εργασίες του νόμου αυτού δεν προκύπτουν λόγοι δημοσίου συμφέροντος που να δικαιολογούν τη θέσπιση του εν λόγω περιορισμού. Αντιθέτως, τόσο από το γράμμα όσο και από την εισηγητική έκθεση του ανωτέρω νόμου προκύπτει ότι η χορήγηση αδειών κυκλοφορίας ιδιωτικής χρήσεως βυτιοφόρων αυτοκινήτων στις εταιρείες εμπορίας πετρελαιοειδών αποβλέπει στην εξασφάλιση της ομαλής και συνεχούς τροφοδοσίας της αγοράς και της συνεχούς διακινήσεως των προϊόντων, το σκοπό, όμως, αυτό αντιστρατεύεται, κατά τα δεδομένα της κοινής πείρας, η χορήγηση σε επιχειρήσεις εμπορίας πετρελαιοειδών αριθμού αδειών κυκλοφορίας βυτιοφόρων αυτοκινήτων ιδιωτικής χρήσεως μικροτέρου από εκείνον που απαιτείται για την πλήρη κάλυψη των αναγκών μεταφοράς των προϊόντων τους. Δεν δύναται δε να θεωρηθεί ως λόγος δημοσίου συμφέροντος, που δικαιολογεί τον ανωτέρω περιορισμό, η αποτροπή της μειώσεως του μεταφορικού έργου των κατόχων αδειών κυκλοφορίας βυτιοφόρων αυτοκινήτων δημοσίας χρήσεως, στην οποία κυρίως φαίνεται να αποβλέπει η επίμαχη ρύθμιση, διότι μόνη η εξυπηρέτηση του οικονομικού συμφέροντος ορισμένης επαγγελματικής τάξεως, όπως είναι οι ιδιοκτήτες δημοσίας χρήσεως βυτιοφόρων αυτοκινήτων μεταφοράς υγρών καυσίμων, με την εξασφάλιση της μη μειώσεως του κύκλου εργασιών τους δεν είναι δυνατόν να τεθεί υπεράνω του γενικού συμφέροντος, που συνίσταται εν προκειμένω στην προς το συμφέρον της εθνικής οικονομίας και των καταναλωτών εξασφάλιση αφενός μεν της ομαλής και συνεχούς τροφοδοσίας της αγοράς με πετρελαιοειδή προϊόντα και αφετέρου της ελευθερίας των εταιρειών εμπορίας των προϊόντων αυτών να οργανώσουν ορθολογικώς τις επιχειρήσεις τους και να επιδιώξουν την περαιτέρω ανάπτυξή τους. Ούτε αποτελούν λόγους δημοσίου συμφέροντος: α) η εξεύρεση ισορροπίας μεταξύ των εταιριών εμπορίας πετρελαιοειδών και των μεταφορικών επιχειρήσεων που ασχολούνται αποκλειστικά με τη μεταφορά υγρών καυσίμων με Δημοσίας Χρήσης φορτηγά αυτοκίνητα και β) η εξασφάλιση ίσων όρων ανταγωνισμού μεταξύ μεγάλων εταιρειών εμπορίας και μικρότερων επιχειρήσεων, διότι η προστασία του οικονομικού συμφέροντος ορισμένων μελών ενός επαγγελματικού κλάδου (των ιδιοκτητών βυτιοφόρων αυτοκινήτων δημόσιας χρήσεως στην πρώτη περίπτωση και των μικρότερων επιχειρήσεων εμπορίας υγρών καυσίμων στη δεύτερη) δεν αποτελεί λόγο δημοσίου συμφέροντος για τον περιορισμό της κατ’ άρθρο 5 του Συντάγματος επαγγελματικής ελευθερίας των άλλων μελών του ίδιου επαγγελματικού κλάδου. Ούτε ο περιορισμός αυτός αποτελεί πρόσφορο μέσο για την εξασφάλιση αποτελεσματικού ελέγχου στη διακίνηση των πετρελαιοειδών προϊόντων, αφού, αντιθέτως μάλιστα, μπορεί εύλογα να υποστηριχθεί ότι ο έλεγχος, ο οποίος μπορεί, άλλωστε, να επιτευχθεί με τη λήψη των καταλλήλων μέτρων εκ μέρους των αρμοδίων οργάνων, χωρίς να παρίσταται αναγκαίο να θιγεί η συνταγματικώς προστατευόμενη ελευθερία των εταιρειών εμπορίας πετρελαιοειδών προς άσκηση του επαγγέλματός τους, καθίσταται ευχερέστερος όταν η διακίνηση γίνεται με βυτιοφόρα που διαθέτει η ίδια η επιχείρηση. Ούτε, τέλος, ο περιορισμός συνιστά πρόσφορο μέτρο για την προστασία του περιβάλλοντος και της δημόσιας υγείας και τη διασφάλιση της οδικής ασφάλειας. Και τούτο, διότι, προδήλως, η έλλειψη περιορισμού δεν συνεπάγεται κατ’ ανάγκην την, αντίθετη, άλλωστε, προς την ορθολογική οργάνωση της επιχειρήσεως, απόκτηση εκ μέρους τους βυτιοφόρων αυτοκινήτων πέραν των αναγκαίων για την κάλυψη των αναγκών μεταφοράς των προϊόντων τους, ούτε πολύ περισσότερο άσκοπες μετακινήσεις των οχημάτων αυτών, και μάλιστα σε τέτοια έκταση ώστε να προκύπτει κίνδυνος για το περιβάλλον και την οδική ασφάλεια.