Συμβούλιο της Επικρατείας   Ολομέλεια Συμβουλίου της Επικρατείας
 

ΤΟ ΕΡΓΟ "ΕΚΣΥΓΧΡΟΝΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΑΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ ΣτΕ" ΕΝΤΑΧΘΗΚΕ ΣΤΟ ΜΕΤΡΟ 2.2 "ΕΞΥΠΗΡΕΤΗΣΗ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΗ ΚΑΙ ΒΕΛΤΙΩΣΗ ΤΗΣ ΠΟΙΟΤΗΤΑΣ ΖΩΗΣ" ΤΟΥ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΙΑΚΟΥ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΟΣ "ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΤΗΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΑΣ" (ΕπΚτΠ) ΚΑΙ ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΗΘΗΚΕ ΣΕ ΠΟΣΟΣΤΟ 75% ΑΠΟ ΚΟΙΝOΤΙΚΟΥΣ ΠΟΡΟΥΣ.
main
Αρχείο πρόσφατων αποφάσεων
1 ΣτΕ 108/2015 εν συμβουλίω (Β΄Τμήμα) επί προδικαστικού ερωτήματος (12/3/2015)
2 ΣτΕ 519/2015 (Ολομέλεια) (19/2/2015)
3 ΣτΕ 527/2015 (Ολομέλεια) (19/2/2015)
4 ΣτΕ 177-178/2015 7μ (Β΄τμήμα) (9/2/2015)
5 ΣτΕ 144/2015 (Β’ Τμήμα) (9/2/2015)
6 ΣτΕ 86/2015 7μελούς (Β΄τμήμα, πρότυπη δίκη) (30/1/2015)
7 Απόφαση Επιτροπής Αναστολών ΣτΕ 6/2015 (Ολομέλεια) (28/1/2015)
8 ΣτΕ 15/2015 (Ολομέλεια) (19/1/2015)
9 ΣτΕ 16/2015 (Ολομέλεια) (19/1/2015)
10 ΣτΕ 17/2015 (Ολομέλεια) (19/1/2015)
 1 ΣτΕ 108/2015 εν συμβουλίω (Β΄Τμήμα) επί προδικαστικού ερωτήματος
12/3/2015
Απάντηση επί προδικαστικού ερωτήματος με απόφαση εν συμβουλίω - Η σωρευτική επιβολή πρόσθετου φόρου και ειδικού προστίμου λόγω αχρεώστητης επιστροφής Φ.Π.Α., δεν αντίκειται ούτε στο άρθρο 4 του 7ου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, ούτε στη συνταγματική αρχή της αναλογικότητας

Κατά την έννοια των άρθρων 1 παρ.2 του ν.3900/2010 και 34Α παρ.1 και 34Β παρ.1 του π.δ. 18/1989, όπως ισχύουν, εφόσον πρόκειται για ερώτημα είτε προδήλως απαράδεκτο είτε με πρόδηλη την απάντηση που προσήκει σε αυτό, το Συμβούλιο της Επικρατείας μπορεί να κρίνει επί αυτού και με απόφαση σε συμβούλιο, έστω και χωρίς προηγούμενη δημοσίευσή του στον ημερήσιο τύπο, αν δεν οδηγεί, βέβαια, στην κήρυξη νόμου ως αντισυνταγματικού. Η σωρευτική επιβολή πρόσθετου φόρου και ειδικού προστίμου, σύμφωνα με τα άρθρα 1 (παρ. 2) και 6 (παρ. 1) του ν. 2523/1997, λόγω αχρεώστητης επιστροφής Φ.Π.Α., δεν αντίκειται ούτε στο άρθρο 4 του 7ου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, ούτε στη συνταγματική αρχή της αναλογικότητας.
Αρχή
 2 ΣτΕ 519/2015 (Ολομέλεια)
19/2/2015
Συνταγματική η νέα οργάνωση των Α.Ε.Ι., βάσει του Ν. 4009/2011, όπως αυτός ισχύει (Συμβούλια Διοίκησης, Εκλογή Πρυτάνεων κ.λπ.)

Αριθμός 519/2015
ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ
ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 7 Φεβρουαρίου 2014, με την εξής σύνθεση: Σωτ. Ρίζος, Πρόεδρος, Αθ. Ράντος, Νικ. Ρόζος, Αντιπρόεδροι του Συμβουλίου της Επικρατείας, Δ. Μαρινάκης, Μ. Βηλαράς, Αικ. Σακελλαροπούλου, Μ.Ε. Κωνσταντινίδου, Μ. Γκορτζολίδου, Ε. Αντωνόπουλος, Αντ. Ντέμσιας, Σπ. Χρυσικοπούλου, Μ. Παπαδοπούλου, Ε. Κουσιουρής, Κ. Φιλοπούλου, Θ. Αραβάνης, Α. Χλαμπέα, Π. Μπραΐμη, Σ. Βιτάλη, Θ. Τζοβαρίδου, Σύμβουλοι, Κ. Λαζαράκη, Σπ. Καρύδα, Μ. Μπαμπίλη, Πάρεδροι. Από τους ανωτέρω οι Σύμβουλοι Μ. Γκορτζολίδου και Σ. Βιτάλη, καθώς και η Πάρεδρος Κ. Λαζαράκη μετέχουν ως αναπληρωματικά μέλη, σύμφωνα με το άρθρο 26 παρ. 2 του ν. 3719/2008. Γραμματέας η Μ. Παπασαράντη.
Για να δικάσει την από 17 Ιανουαρίου 2013 αίτηση:
των: 1) Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, το οποίο παρέστη με τον δικηγόρο Αντ. Αργυρό (Α.Μ. 7372), που τον διόρισε στο ακροατήριο ο Πρύτανης, 2) Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, το οποίο παρέστη με την δικηγόρο Ιφιγ. Καμτσίδου (Α.Μ. 1944 Δ.Σ. Θεσ/νίκης), που την διόρισε με πράξη ο Πρύτανης, 3) Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου, το οποίο παρέστη με τον ίδιο ως άνω δικηγόρο Αντ. Αργυρό καθώς και με τον Ανδρέα Γραμματικό, Νομικό Σύμβουλο του Κράτους, τους οποίους διόρισε στο ακροατήριο ο Πρύτανης, 4) Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης, 5) Παντείου Πανεπιστημίου Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών, 6) Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, 7) Πανεπιστημίου Αιγαίου, τα οποία παρέστησαν με τον ίδιο ως άνω δικηγόρο Αντ. Αργυρό, που τον διόρισαν με πράξεις τους οι Πρυτάνεις τους, 8) Πανεπιστημίου Πατρών, το οποίο παρέστη με τον ίδιο ως άνω δικηγόρο Αντ. Αργυρό, που τον διόρισε στο ακροατήριο ο Πρύτανης, 9) Ιονίου Πανεπιστημίου, το οποίο, με προφορική δήλωση στο ακροατήριο του ιδίου ως άνω πληρεξουσίου δικηγόρου του Αντ. Αργυρού, παραιτείται από το δικόγραφο αιτήσεως, 10) Πανεπιστημίου Πειραιώς, το οποίο παρέστη με τον ίδιο ως άνω δικηγόρο Αντ. Αργυρό, που τον διόρισε με πράξη ο Πρύτανής του, 11) Ανωτάτης Σχολής Καλών Τεχνών, η οποία παρέστη με τον ίδιο ως άνω δικηγόρο Αντ. Αργυρό, που τον διόρισε στο ακροατήριο ο Πρύτανης, 12) Πολυτεχνείου Κρήτης, το οποίο, με προφορική δήλωση στο ακροατήριο του ιδίου ως άνω πληρεξουσίου δικηγόρου του Αντ. Αργυρού, παραιτείται από το δικόγραφο αιτήσεως, 13) Γεωργίου Χαρβαλιά, ο οποίος παρέστη με τον ίδιο ως άνω δικηγόρο Αντ. Αργυρό, που τον διόρισε στο ακροατήριο, 14) Τριαντάφυλλου Αλμπάνη του Αθανασίου, ο οποίος παρέστη με τον ίδιο ως άνω δικηγόρο Αντ. Αργυρό, στον οποίο δόθηκε προθεσμία μέχρι τις 18/2/2014 για την νομιμοποίησή του, 15) Αγγελικής Δημητρακοπούλου, 16) Σίμου Ε. Σιμόπουλου, 17) Θεοδοσίου Πελεγρίνη και 18) Αντωνίας Μοροπούλου, οι οποίοι παρέστησαν με τον ίδιο ως άνω δικηγόρο Αντ. Αργυρό, που τον διόρισαν στο ακροατήριο,
κατά του Υπουργού Παιδείας και Θρησκευμάτων, Πολιτισμού και Αθλητισμού (ήδη Υπουργού Παιδείας και Θρησκευμάτων), ο οποίος παρέστη με την Ευαγγελία Σκαλτσά, Νομικό Σύμβουλο του Κράτους.
Η πιο πάνω αίτηση εισάγεται στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου, κατόπιν της από 18 Ιανουαρίου 2013 πράξης του Προέδρου του Συμβουλίου της Επικρατείας, λόγω σπουδαιότητάς της, σύμφωνα με τα άρθρα 14 παρ. 2 εδάφ. α, 20 και 21 του Π.Δ. 18/1989.
Με την αίτηση αυτή οι αιτούντες επιδιώκουν να ακυρωθεί η υπ’ αριθμ. ΥΑ Φ 122.1/908/144145/Β2/2012 απόφαση του Υπουργού Παιδείας και Θρησκευμάτων Πολιτισμού και Αθλητισμού και κάθε άλλη σχετική πράξη ή παράλειψη της Διοικήσεως.
Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως του εισηγητή, Συμβούλου Μ. Βηλαρά.
Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τους πληρεξούσιους των αιτούντων που παρέστησαν, καθώς και τον αντιπρόσωπο του 3ου των αιτούντων, οι οποίοι ανέπτυξαν και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους ακυρώσεως και ζήτησαν να γίνει δεκτή η αίτηση και την αντιπρόσωπο του Υπουργού, η οποία ζήτησε την απόρριψή της.
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου κ α ι
Α φ ο ύ μ ε λ έ τ η σ ε τ α σ χ ε τ ι κ ά έ γ γ ρ α φ α
Σ κ έ φ θ η κ ε κ α τ ά τ ο Ν ό μ ο
1. Επειδή, για την άσκηση της υπό κρίση αιτήσεως έχει καταβληθεί το νόμιμο παράβολο (995569 και 3471903/2013 ειδικά γραμμάτια παραβόλου).
2. Επειδή, με την αίτηση αυτή, η οποία έχει εισαχθεί στην Ολομέλεια, λόγω σπουδαιότητας, με την από 18.1.2013 πράξη του Προέδρου του Δικαστηρίου, ζητείται η ακύρωση της Φ.122.1/908/144145/ Β2/16.11.2012 αποφάσεως του Υπουργού Παιδείας και Θρησκευμάτων, Πολιτισμού και Αθλητισμού «Κωδικοποίηση διαδικασιών ανάδειξης των οργάνων διοίκησης των Α.Ε.Ι. και σύστημα ταξινομικής ψήφου» (ΦΕΚ 3048/16.11.2012, τ. Β΄, με πραγματική κυκλοφορία του φύλλου στις 21.11.2012).
3. Επειδή, το 9ο και το 12ο από τα αιτούντα Α.Ε.Ι. (Ιόνιο Πανεπιστήμιο και Πολυτεχνείο Κρήτης, αντίστοιχα), με προφορική δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου τους στο ακροατήριο, κατά τη συζήτηση της υποθέσεως, παραιτήθηκαν από το δικόγραφο της υπό κρίση αιτήσεως. Κατά συνέπεια, η δίκη πρέπει, ως προς τα Α.Ε.Ι. αυτά, να κηρυχθεί κατηργημένη, σύμφωνα με το άρθρο 30 παρ. 1 του π.δ/τος 18/1989 (Α΄ 8).
4. Επειδή, το δικόγραφο της υπό κρίση αιτήσεως υπογράφεται από δικηγόρο ως πληρεξούσιο των αιτούντων. Κατά τη συζήτηση, όμως, της υποθέσεως στο ακροατήριο, ο 14ος από τους αιτούντες (Πρύτανης του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων) δεν παρέστη με πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε εμφανίσθηκε για να δηλώσει ότι εγκρίνει την άσκηση της αιτήσεως, ενώ, εξάλλου, στην προσκομισθείσα εντός της χορηγηθείσας από τον Πρόεδρο του Δικαστηρίου προθεσμίας 4853/4.2.2014 πράξη του εν λόγω Πρύτανη για τη νομιμοποίηση του 6ου εκ των αιτούντων Α.Ε.Ι. Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, δεν αναφέρεται ότι εξουσιοδοτείται ο πληρεξούσιος δικηγόρος να εκπροσωπήσει και τον ίδιο τον Πρύτανη προσωπικά. Κατά συνέπεια, η υπό κρίση αίτηση πρέπει, ως προς τον αιτούντα αυτόν (14ο), να απορριφθεί ως απαράδεκτη, σύμφωνα με το άρθρο 27 του π.δ/τος 18/1989 (Α΄ 8), όπως ισχύει.
5. Επειδή, ο Ν. 4009/2011 που φέρει τον τίτλο «Δομή, λειτουργία, διασφάλιση της ποιότητας των σπουδών και διεθνοποίηση των ανωτάτων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων» (Α΄ 195) αναθεώρησε το θεσμικό πλαίσιο που διέπει την ανώτατη εκπαίδευση και θέσπισε νέους κανόνες οργανώσεως και λειτουργίας των Ανωτάτων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων (Α.Ε.Ι.). O νόμος αυτός, λόγω ορισμένων δυσλειτουργιών που παρουσιάσθηκαν κατά την εφαρμογή του, στο σκέλος κυρίως της διοικήσεως των Α.Ε.Ι., τροποποιήθηκε σε καίρια σημεία του με το Ν. 4076/2012 (Α΄ 159), με τη θέσπιση «βελτιωτικών παρεμβάσεων», οι οποίες, όπως εκτίθεται στην σχετική αιτιολογική έκθεση, «δεν ανατρέπουν τη βασική φιλοσοφία του Ν. 4009/2011, αλλά δημιουργούν βασιμότερες προϋποθέσεις για την καλύτερη, πληρέστερη και αποτελεσματικότερη εφαρμογή του». Ειδικότερα, ως προς την διάρθρωση της ανώτατης εκπαιδεύσεως και τη νομική μορφή των Α.Ε.Ι., το άρθρο 1 του Ν. 4009/2011 ορίζει ότι η ανώτατη εκπαίδευση παρέχεται από τα Α.Ε.Ι., τα οποία είναι νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου πλήρως αυτοδιοικούμενα και εποπτευόμενα από τον Υπουργό Παιδείας, Δια Βίου Μάθησης και Θρησκευμάτων (ήδη, Υπουργό Παιδείας και Θρησκευμάτων), σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 16 του Συντάγματος και στο νόμο (παρ. 1), ότι η ανώτατη εκπαίδευση αποτελείται από δύο παράλληλους τομείς, τον πανεπιστημιακό τομέα, ο οποίος περιλαμβάνει τα «Πανεπιστήμια» και τον τεχνολογικό τομέα, ο οποίος περιλαμβάνει τα «Τ.Ε.Ι.» (παρ. 2) και ότι τα ιδρύματα των δύο τομέων της ανώτατης εκπαιδεύσεως λειτουργούν παράλληλα, με διακριτή φυσιογνωμία, σκοπό και αποστολή, που διαφοροποιούνται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για τα Πανεπιστήμια και τα Τ.Ε.Ι., αντίστοιχα (παρ. 3). Εξάλλου, σχετικά με την διάρθρωση των Α.Ε.Ι., το άρθρο 7 του ιδίου νόμου, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 1 του Ν. 4076/2012, ορίζει ότι κάθε Ίδρυμα αποτελείται από Σχολές οι οποίες αποτελούν τις «βασικές» μονάδες του, εποπτεύουν και συντονίζουν την λειτουργία των Τμημάτων τους (παρ. 1), καθώς και ότι το Τμήμα αποτελεί την βασική «εκπαιδευτική και ακαδημαϊκή» μονάδα του Ιδρύματος (παρ. 2). Ο Ν. 4076/2012 δεν προβλέπει πλέον «προγράμματα σπουδών», τον συντονισμό, την εποπτεία και την λειτουργία των οποίων, σύμφωνα με την αρχική διατύπωση του εν λόγω άρθρου 7, είχαν οι Σχολές, οι οποίες αποτελούσαν τις «βασικές διοικητικές και ακαδημαϊκές» μονάδες του Ιδρύματος και ανέθεταν την υλοποίησή τους σε τμήματα που συνιστούσαν την βασική «εκπαιδευτική» μονάδα του Ιδρύματος, και αποτελούντο από το σύνολο των καθηγητών της Σχολής που διδάσκουν σε ένα «πρόγραμμα σπουδών». Στο πλαίσιο αυτό, το άρθρο 4 του Ν. 4076/2012 αποσαφηνίζει, στην παρ. 4, ότι: «Όπου στο ν. 4009/2011 (Α΄ 195) γίνεται αναφορά σε (προπτυχιακά) “Προγράμματα σπουδών” νοούνται εφεξής τα τμήματα…» και, στην παρ. 5, ότι: «Για τη λειτουργία των Τμημάτων εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις που ίσχυαν πριν την έναρξη ισχύος του ν. 4009/2011 (Α΄ 195)». Περαιτέρω, σχετικά με την οργανωτική δομή των Α.Ε.Ι., ο Ν. 4009/2011 ορίζει τα εξής: Στο άρθρο 8 παρ. 1 ότι: «Τα όργανα του Ιδρύματος είναι: α) το Συμβούλιο, β) ο Πρύτανης και γ) η Σύγκλητος», στο άρθρο 9 παρ. 1 ότι: «Όργανα της σχολής είναι: α) ο κοσμήτορας, β) η κοσμητεία και γ) η γενική συνέλευση» και, στο άρθρο 10 παρ. 1, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 4 παρ. 1 του Ν. 4076/2012, ότι: «Όργανα του Τμήματος είναι: α) ο Πρόεδρος, β) η Συνέλευση του Τμήματος και, εφόσον έχουν συσταθεί τομείς γ) ο Διευθυντής του Τομέα και δ) η Γενική Συνέλευση του Τομέα. Ως προς το νομικό καθεστώς των αρμοδιοτήτων των οργάνων αυτών εφαρμόζονται οι διατάξεις που ίσχυαν πριν τη θέση σε ισχύ του ν. 4009/2011 (Α΄ 195)».
6. Επειδή, ειδικότερα, σε ό,τι αφορά, πρώτον, το νέο θεσμοθετούμενο όργανο του Ιδρύματος, δηλαδή το Συμβούλιο, το άρθρο 8 παρ. 2 – 14 του Ν. 4009/2011, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 παρ. 1 – 7 του Ν. 4076/2012, μεταξύ άλλων, καθορίζει τον αριθμό των μελών του, τα ζητήματα τα σχετικά με την διαδικασία εκλογής τους, καθώς και τις αρμοδιότητες του οργάνου. Συγκεκριμένα, το Συμβούλιο αποτελείται από δεκαπέντε (15) μέλη, εκτός εάν ο αριθμός των καθηγητών πρώτης βαθμίδας του Ιδρύματος είναι μικρότερος των πενήντα, οπότε το Συμβούλιο αριθμεί έντεκα (11) μέλη. Τα εννέα (9) ή επτά (7) μέλη του δεκαπενταμελούς ή του ενδεκαμελούς Συμβουλίου, αντίστοιχα, είναι «εσωτερικά» μέλη του Ιδρύματος και, ειδικότερα, οκτώ (8) ή έξι (6) μέλη, αντίστοιχα, είναι καθηγητές πρώτης βαθμίδας ή αναπληρωτές καθηγητές και ένα (1) μέλος είναι εκπρόσωπος των φοιτητών του Ιδρύματος. Τα υπόλοιπα έξι (6) ή τέσσερα (4) μέλη, αντίστοιχα, είναι «εξωτερικά» (άρθρο 8 παρ. 2). Σύμφωνα με την πάγια ρύθμιση του νόμου, την ευθύνη της οργανώσεως της διαδικασίας αναδείξεως των εσωτερικών και των εξωτερικών μελών του Συμβουλίου σε κάθε ίδρυμα έχει η Πρυτανεία του Πανεπιστημίου, η οποία αποτελείται από τον Πρύτανη και τους Αναπληρωτές Πρύτανη, ή η Προεδρία του Τ.Ε.Ι., η οποία αποτελείται από τον Πρόεδρο και τους Αναπληρωτές Προέδρου, ενώ, κατά την πρώτη εφαρμογή της επίμαχης διατάξεως, η σχετική αρμοδιότητα ασκείται από το Πρυτανικό Συμβούλιο (άρθρο 8 παρ. 3). Τα «εσωτερικά» μέλη εκλέγονται από το σύνολο των καθηγητών του οικείου ιδρύματος με ενιαίο ψηφοδέλτιο και με σημείωση της εκλογής δίπλα στο όνομα των υποψηφίων της σειράς προτιμήσεως με διαδοχικούς ακέραιους αριθμούς (σύστημα ταξινομικής ψήφου). Σε περίπτωση δύο (2) διαδοχικών άγονων εκλογικών διαδικασιών, των οποίων το μεταξύ τους διάστημα δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει τις τρεις (3) εργάσιμες ημέρες, το αρμόδιο για τη διενέργεια των εκλογών όργανο υποχρεούται στην διεξαγωγή της εκλογικής διαδικασίας μέσω επιστολικής ή ηλεκτρονικής ψήφου, το αργότερο εντός της αποκλειστικής προθεσμίας των επτά (7) ημερών από την τελευταία άγονη ψηφοφορία. Σε περίπτωση άγονης εκλογικής διαδικασίας μέσω επιστολικής ή ηλεκτρονικής ψήφου, τότε υποχρεωτικά, εντός αποκλειστικής προθεσμίας επτά (7) ημερών, ως εσωτερικά μέλη του Συμβουλίου διορίζονται οι αρχαιότεροι καθηγητές πρώτης βαθμίδας του ιδρύματος. Η διαδικασία και ο τρόπος διενέργειας των ανωτέρω ψηφοφοριών, καθώς και κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή της παρούσης παραγράφου καθορίζεται με απόφαση του Υπουργού Παιδείας, Θρησκευμάτων, Πολιτισμού και Αθλητισμού (ήδη Υπουργού Παιδείας και Θρησκευμάτων) (8 παρ. 4). Στη συνέχεια, με την διάταξη του άρθρου 12 παρ. 7 του Ν. 4076/2012, η οποία προστέθηκε με το άρθρο 44 Α παρ. 16 του Ν. 4115/2013 (Α΄ 24), ορίσθηκε ότι με απόφαση του Υπουργού Παιδείας και Θρησκευμάτων ρυθμίζεται η δυνατότητα αναδείξεως όλων των «μονομελών» οργάνων των Α.Ε.Ι. μέσω εκλογικής διαδικασίας με ηλεκτρονική ψήφο, χωρίς την προγενέστερη διενέργεια αυτής με κάλπη. Εξάλλου, στη μεταβατική διάταξη της περιπτ. δ΄, της παρ. 22, του άρθρου 80, του Ν. 4009/2011, η οποία προστέθηκε με το άρθρο 47 περίπτ. δ΄ του Ν. 4025/2011 (Α΄ 228) ορίσθηκε ότι κατά την πρώτη εφαρμογή του νόμου και έως την έκδοση του Οργανισμού και του Εσωτερικού Κανονισμού κάθε Ιδρύματος (βλ. άρθρα 5 και 6 του Ν. 4009/2011, αντίστοιχα), η διαδικασία ορισμού και αναδείξεως εκπροσώπων των καθηγητών, των φοιτητών και κάθε είδους προσωπικού στα συλλογικά όργανα του Ιδρύματος, καθώς και ο τρόπος διεξαγωγής των εκλογικών διαδικασιών για την ανάδειξη των οργάνων αυτών ρυθμίζονται με απόφαση του Υπουργού Παιδείας, Δια Βίου Μάθησης και Θρησκευμάτων (ήδη Υπουργού Παιδείας και Θρησκευμάτων). Ακολούθως, τα εσωτερικά μέλη εκλέγουν τα «εξωτερικά» μέλη του Συμβουλίου, στα οποία περιλαμβάνεται και ο πρόεδρος του οργάνου, χωριστά το καθένα, με φανερή ψηφοφορία και πλειοψηφία των τεσσάρων πέμπτων (4/5) του συνόλου των εσωτερικών μελών ή, σε περίπτωση μη επιτεύξεως της απαιτούμενης πλειοψηφίας, με την απόλυτη πλειοψηφία των παρόντων εσωτερικών μελών, κατόπιν επαναληπτικής εκλογής. Προσόντα για την εκλογή εξωτερικού μέλους είναι η ευρεία αναγνώριση του υποψηφίου στην επιστήμη, στα γράμματα ή στις τέχνες, καθώς και η κατοχή αυξημένων τυπικών προσόντων και τουλάχιστον πτυχίου ημεδαπού ή αναγνωρισμένου αλλοδαπού Α.Ε.Ι. Κωλύονται, όμως, να εκλεγούν ως εξωτερικά μέλη πρόσωπα τα οποία είχαν οποιαδήποτε οικονομική συναλλαγή με σκοπό το κέρδος με το ίδρυμα την τελευταία πενταετία, καθώς και οι εν ενεργεία καθηγητές Α.Ε.Ι. της ημεδαπής ή οι συνταξιούχοι καθηγητές του ιδίου Α.Ε.Ι. Με πλειοψηφία των τεσσάρων πέμπτων (4/5) του συνόλου των μελών του Συμβουλίου ή, σε περίπτωση μη επιτεύξεως της εν λόγω πλειοψηφίας, με την απόλυτη πλειοψηφία των παρόντων μελών του οργάνου, κατόπιν επαναληπτικής ψηφοφορίας, μπορεί να παυθεί εξωτερικό μέλος για λόγους πλημμελούς ασκήσεως των υποχρεώσεων και των καθηκόντων του (άρθρο 8 παρ. 5). Ο εκπρόσωπος των φοιτητών του ιδρύματος εκλέγεται από το σύνολο των ενεργών φοιτητών (προπτυχιακών, μεταπτυχιακών και υποψηφίων διδακτόρων), με ενιαίο ψηφοδέλτιο και με άμεση, καθολική και μυστική ψηφοφορία (άρθρα 8 παρ. 6 και 49 παρ. 2, περίπτ. β΄). Σε περίπτωση άγονης εκλογικής διαδικασίας των εξωτερικών μελών ή του εκπροσώπου των φοιτητών, το Συμβούλιο συγκροτείται και λειτουργεί νόμιμα και χωρίς την εκλογή αυτών, έως την ανάδειξή τους (άρθρο 8 παρ. 2, περίπτ. β΄, εδάφιο δεύτερο). Τα μέλη του Συμβουλίου εκλέγουν, με πλειοψηφία των δύο τρίτων (2/3) του συνόλου ή, σε περίπτωση μη επιτεύξεως της πλειοψηφίας αυτής, με την απόλυτη πλειοψηφία των παρόντων μελών, κατόπιν επαναληπτικής ψηφοφορίας, τον αναπληρωτή Πρόεδρο του Συμβουλίου, μεταξύ των καθηγητών – εσωτερικών μελών του οργάνου (άρθρο 8 παρ. 7). Η σχετική διαδικασία ολοκληρώνεται με την έκδοση διαπιστωτικής πράξεως του Υπουργού Παιδείας και Θρησκευμάτων για τον διορισμό του προέδρου, του αναπληρωτή προέδρου και των μελών του Συμβουλίου (άρθρο 8 παρ. 14). Η θητεία των μελών του Συμβουλίου είναι τετραετής, πλην εκείνης του εκπροσώπου των φοιτητών που είναι ετήσια, χωρίς δυνατότητα επανεκλογής (άρθρο 8 παρ. 8). Στις συνεδριάσεις του Συμβουλίου μετέχει, χωρίς δικαίωμα ψήφου, ένας (1) εκπρόσωπος κάθε κατηγορίας προσωπικού του ιδρύματος, όταν συζητούνται θέματα που αφορούν την οικεία κατηγορία προσωπικού (άρθρο 8 παρ. 9). Τέλος, το Συμβούλιο ασκεί τις αρμοδιότητες που προβλέπονται στο νόμο, τον Οργανισμό και τον Εσωτερικό Κανονισμό του Ιδρύματος και ανάγονται στην χάραξη στρατηγικής για την ανάπτυξη του ιδρύματος, μετά από εισήγηση της Συγκλήτου, στην γενική εποπτεία και τον έλεγχο της λειτουργίας του ιδρύματος, στην έγκριση της προτάσεως για την έκδοση και αναθεώρηση του Οργανισμού, σύμφωνα με το άρθρο 5 του νόμου, στην έγκριση και αναθεώρηση του Εσωτερικού Κανονισμού, σύμφωνα με το άρθρο 6 του νόμου, στην ανάληψη πρωτοβουλιών για την σύνδεση του ιδρύματος με την κοινωνία και την οικονομία, καθώς και τη συμβολή του στην ανάπτυξη της χώρας, στον καθορισμό των κατευθύνσεων για την ανάπτυξη του ιδρύματος, στην έγκριση του προϋπολογισμού, του ετήσιου προγραμματισμού και απολογισμού για την αξιοποίηση της περιουσίας του ιδρύματος, στην έγκριση του ετήσιου απολογισμού των δραστηριοτήτων και της εν γένει λειτουργίας του ιδρύματος, στην παύση των κοσμητόρων από τα καθήκοντά τους, στην εποπτεία του Ν.Π.Ι.Δ. με τη μορφή Α.Ε. που προβλέπει ο νόμος, στο άρθρο 58, για την διαχείριση της περιουσίας και των κονδυλίων έρευνας των Α.Ε.Ι., στην συγκρότηση επιτροπών για την μελέτη ή διεκπεραίωση θεμάτων που εμπίπτουν στις αρμοδιότητές του και στον ορισμό ή μη διδάκτρων και του ύψους τους για τα μεταπτυχιακά προγράμματα σπουδών του ιδρύματος, ύστερα από γνώμη του Κοσμήτορα της αντίστοιχης σχολής (άρθρο 8 παρ. 10). Επίσης, το Συμβούλιο διορίζει τον Πρύτανη του Ιδρύματος (άρθρο 8, παρ. 16, περίπτ. δ΄), ενώ ο Πρόεδρος του Συμβουλίου εκδίδει διεθνή πρόσκληση εκδηλώσεως ενδιαφέροντος για την θέση του Πρύτανη (άρθρο 8, παρ. 16, περίπτ. α΄). Ως προς την διαδικασία εκλογής των Κοσμητόρων των σχολών, η αρμοδιότητα του Συμβουλίου περιορίζεται στην προεπιλογή υποψηφίων (δύο, εάν το Συμβούλιο είναι ενδεκαμελές και τριών, εάν είναι δεκαπενταμελές), ώστε μεταξύ αυτών να εκλεγεί ο Κοσμήτορας από τους καθηγητές και τους υπηρετούντες λέκτορες της σχολής με άμεση, μυστική και καθολική ψηφοφορία (άρθρο 9, παρ. 2, περιπτ. α΄ και β΄, όπως η παρ. αυτή τροποποιήθηκε με το άρθρο 3 παρ. 1 του Ν. 4076/2012), ενώ η σχετική με την παύση του Κοσμήτορα, για ανεπάρκεια στην εκτέλεση των καθηκόντων του, απόφαση του Συμβουλίου πρέπει να είναι αιτιολογημένη και λαμβάνεται με πλειοψηφία των τριών τετάρτων (3/4) του συνόλου των μελών του (άρθρο 9 παρ. 3, όπως αναριθμήθηκε με το άρθρο 3 παρ. 3 του Ν. 4076/2012). Σε ό,τι αφορά, δεύτερον, τον Πρύτανη του Ιδρύματος, οι διατάξεις του άρθρου 8 παρ. 15 – 18 του Ν. 4009/2011, όπως τροποποιήθηκαν με το άρθρο 2 παρ. 8 – 9 του Ν. 4076/2012 ορίζουν, ιδίως, τα ακόλουθα: Πρύτανης εκλέγεται καθηγητής πρώτης βαθμίδας Α.Ε.Ι. της ημεδαπής ή της αλλοδαπής, με ελληνική ιθαγένεια και άριστη γνώση της ελληνικής γλώσσας, αναγνωρισμένο κύρος και σημαντική διοικητική εμπειρία. Μετά την διεθνή πρόσκληση εκδηλώσεως ενδιαφέροντος του Προέδρου του Συμβουλίου και τις αναγκαίες ενέργειες για την προσέλκυση υποψηφιοτήτων, στις οποίες προβαίνει τριμελής επιτροπή συγκροτούμενη με απόφαση του Συμβουλίου και αποτελούμενη από καθηγητές πρώτης βαθμίδας του οικείου Ιδρύματος, το Συμβούλιο (προ)επιλέγει, εφόσον είναι ενδεκαμελές, δύο (2) και, εφόσον είναι δεκαπενταμελές, τρεις (3) υποψηφίους, μεταξύ αυτών που συγκεντρώνουν τα τυπικά προσόντα και ύστερα από συνεκτίμηση των ουσιαστικών τους προσόντων, από τους οποίους εκλέγεται ο Πρύτανης, από το σύνολο των καθηγητών του Ιδρύματος (συμπεριλαμβανομένων και των λεκτόρων Πανεπιστημίων και καθηγητών εφαρμογών Τ.Ε.Ι.), με άμεση, μυστική και καθολική ψηφοφορία και με την απόλυτη πλειοψηφία των έγκυρων ψήφων. Σε περίπτωση δύο (2) άγονων εκλογικών διαδικασιών, η εκλογική διαδικασία διεξάγεται μέσω επιστολικής ή ηλεκτρονικής ψήφου εντός αποκλειστικής προθεσμίας επτά (7) ημερών από την τελευταία άγονη ψηφοφορία, ενώ, σε περίπτωση που και η διαδικασία αυτή αποβεί άγονη, το αρμόδιο για την διενέργεια των εκλογών όργανο διεξάγει κλήρωση, μεταξύ των δύο (2) ή τριών (3), κατά περίπτωση (προ)επιλεγέντων από το Συμβούλιο υποψηφίων, για την ανάδειξη του Πρύτανη. Η διαδικασία και ο τρόπος διεξαγωγής των ανωτέρω ψηφοφοριών και της κληρώσεως, καθώς και κάθε αναγκαία σχετική λεπτομέρεια καθορίζονται με απόφαση του Υπουργού Παιδείας και Θρησκευμάτων. Ο Πρύτανης διορίζεται με απόφαση του Συμβουλίου, δημοσιευόμενη στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, για τετραετή θητεία, χωρίς δυνατότητα επανεκλογής για δεύτερη συνεχή θητεία στο ίδιο ίδρυμα (άρθρο 8 παρ. 15 – 16), ενώ για τον διορισμό του, ο Υπουργός Παιδείας και Θρησκευμάτων εκδίδει διαπιστωτική πράξη. Ως προς τις αρμοδιότητες του Πρύτανη, ο νόμος προβλέπει, μεταξύ άλλων, ότι προΐσταται του Ιδρύματος και το διευθύνει, εποπτεύει την εύρυθμη λειτουργία των υπηρεσιών του, επιβλέπει την τήρηση των νόμων, του Οργανισμού και του Εσωτερικού Κανονισμού, μεριμνά για την συνεργασία των οργάνων του Ιδρύματος, των διδασκόντων και των φοιτητών και εκπροσωπεί το Ίδρυμα δικαστικώς και εξωδίκως. Επίσης, ο Πρύτανης συγκαλεί την Σύγκλητο, καταρτίζει και αναμορφώνει τον ετήσιο τακτικό οικονομικό προϋπολογισμό και τελικό οικονομικό απολογισμό του Ιδρύματος καθώς και τον ετήσιο απολογισμό δραστηριοτήτων του, προκηρύσσει τις θέσεις καθηγητών, διορίζει τον Κοσμήτορα, εκδίδει τις πράξεις διορισμού του προσωπικού του Ιδρύματος, κατανέμει τις πιστώσεις, οργανώνει και καταργεί τα προγράμματα σπουδών, με απόφασή του εκδιδόμενη ύστερα από γνώμη της Συγκλήτου και εγκρινόμενη από το Συμβούλιο, μετέχει χωρίς ψήφο στις συνεδριάσεις του Συμβουλίου και μπορεί να μετέχει, επίσης, χωρίς ψήφο στις συνεδριάσεις όλων των λοιπών συλλογικών οργάνων του Ιδρύματος (άρθρο 8 παρ. 18). Τρίτον, σχετικά με την Σύγκλητο του Ιδρύματος, ο νόμος (άρθρο 8 παρ. 19 – 20 του Ν. 4009/2011, όπως τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με το άρθρο 2 παρ. 9 – 11 του Ν. 4076/2012) ορίζει ότι αποτελείται από τον Πρύτανη, τους Κοσμήτορες, τους Προέδρους των Τμημάτων μέχρι δύο (2) ανά Σχολή, από έναν (1) εκπρόσωπο των προπτυχιακών, μεταπτυχιακών φοιτητών και υποψηφίων διδακτόρων και από έναν εκπρόσωπο κάθε κατηγορίας προσωπικού, ενώ, ως προς την ακριβή σύνθεση, τον αριθμό των μελών της Συγκλήτου με δικαίωμα ψήφου και τις σχετικές λεπτομέρειες εφαρμογής, ο νόμος παραπέμπει στον Οργανισμό και τον Εσωτερικό Κανονισμό του Ιδρύματος (άρθρο 8 παρ. 19). Επίσης, ο νόμος, στο άρθρο 8 παρ. 20, όπως ισχύει, καθορίζει τις αρμοδιότητες της Συγκλήτου, με έμφαση στην χάραξη της εκπαιδευτικής και ερευνητικής πολιτικής του Ιδρύματος και, ιδίως, αναθέτει σε αυτήν το τεκμήριο αρμοδιότητας, υπό την έννοια ότι ασκεί όσες αρμοδιότητες δεν ανατίθενται από το νόμο ειδικώς σε άλλα όργανα του Ιδρύματος (το οποίο, αρχικά, ο Ν. 4009/2011, στο άρθρο 8 παρ. 18 περίπτ. ιη΄, καθιέρωνε υπέρ του Πρύτανη), καθώς και την αρμοδιότητα αναλήψεως πρωτοβουλιών για την συνεργασία του Ιδρύματος με εκπαιδευτικά ή μορφωτικά ιδρύματα και επιστημονικούς και κοινωνικούς φορείς της ημεδαπής ή της αλλοδαπής (την οποία, αρχικά, το άρθρο 8, παρ. 10, περίπτ. ε΄, του Ν. 4009/2011 ανέθετε στο Συμβούλιο του Ιδρύματος). Τέταρτον, σε ό,τι αφορά τον Κοσμήτορα της Σχολής, οι διατάξεις του άρθρου 9 παρ. 2 – 6 του Ν. 4009/2011, όπως τροποποιήθηκαν με το άρθρο 3 παρ. 1 – 5 του Ν. 4076/2012, καθορίζουν τα προσόντα των υποψηφίων, οι οποίοι πρέπει να είναι αναγνωρισμένου κύρους καθηγητές πρώτης βαθμίδας της Σχολής με διοικητική εμπειρία, την διαδικασία εκλογής του Κοσμήτορα από τους καθηγητές και τους υπηρετούντες λέκτορες της Σχολής, με άμεση, μυστική και καθολική ψηφοφορία και με την απόλυτη πλειοψηφία των εκλεκτόρων, τον διορισμό του από τον Πρύτανη για τετραετή θητεία, καθώς και τον ρόλο του Συμβουλίου στην σχετική διαδικασία, το οποίο περιορίζεται στην (προ)επιλογή, εφόσον είναι ενδεκαμελές δύο (2) και, εφόσον είναι δεκαπενταμελές, τριών (3) υποψηφίων μεταξύ αυτών που συγκεντρώνουν τα τυπικά προσόντα και ύστερα από εκτίμηση των ουσιαστικών τους προσόντων. Εξάλλου, ο Κοσμήτορας δεν έχει πλέον την αρμοδιότητα συγκροτήσεως των επιτροπών «επιλογής και εξέλιξης Καθηγητών» του άρθρου 19 του Ν. 4009/2011, την οποία του είχε αναθέσει αρχικά η διάταξη του άρθρου 9 παρ. 5, περίπτ. ε΄, του ιδίου νόμου, και η οποία ανατίθεται εφεξής στην Συνέλευση του Τμήματος, αλλά διατηρεί την σχετική αρμοδιότητα μόνο ως προς τις «επιτροπές αξιολόγησης» των καθηγητών του άρθρου 21 του Ν. 4009/2011. Εξάλλου, ως προς το εκπαιδευτικό προσωπικό των Α.Ε.Ι., στο άρθρο 16 του Ν. 4009/2011, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 34 παρ. 12 και 22 του Ν. 4115/2013 (Α΄ 24) ορίζεται, κυρίως, ότι το εκπαιδευτικό έργο στα Α.Ε.Ι. ασκείται από τους Καθηγητές οι οποίοι διακρίνονται σε Καθηγητές πρώτης βαθμίδας (Καθηγητές) Αναπληρωτές Καθηγητές και Επίκουρους Καθηγητές. Οι Καθηγητές και οι Αναπληρωτές Καθηγητές εκλέγονται ως μόνιμοι, ενώ οι Επίκουροι Καθηγητές εκλέγονται για τετραετή θητεία με δυνατότητα ανανεώσεως για άλλη μία θητεία μετά από κρίση. Οι θέσεις των καθηγητών είναι ενιαίες, ανήκουν στο Ίδρυμα και κατανέμονται και ανακατανέμονται στις Σχολές προπτυχιακών σπουδών σύμφωνα με τις εκπαιδευτικές ανάγκες των Σχολών αυτών, με εισήγηση του Πρύτανη και απόφαση της Συγκλήτου. Η διδασκαλία των μαθημάτων στα Α.Ε.Ι. καθώς και η άσκηση των λοιπών διδακτικών και ερευνητικών δραστηριοτήτων μπορεί να ανατίθενται, με ατομικές συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, διάρκειας ενός έως τριών ακαδημαϊκών ετών, πλήρους ή μερικής απασχόλησης, σε «εντεταλμένους διδασκαλίας». Επίσης, είναι δυνατή, με απόφαση της Κοσμητείας της οικείας σχολής, η «μετάκληση» καθηγητών σε κενές θέσεις καθηγητή πρώτης βαθμίδας, η δυνατότητα να καλούνται, ως «επισκέπτες καθηγητές», καταξιωμένοι έλληνες ή αλλοδαποί επιστήμονες, καθώς και, ως «επισκέπτες μεταδιδακτορικοί ερευνητές», έλληνες ή αλλοδαποί νέοι επιστήμονες κάτοχοι διδακτορικού διπλώματος, ενώ, με τον Οργανισμό του Ιδρύματος, μπορεί να προβλέπονται οι όροι και οι προϋποθέσεις συμμετοχής «συνταξιούχων καθηγητών» αποκλειστικά σε προγράμματα μεταπτυχιακών και διδακτορικών σπουδών. Εξάλλου, με τις διατάξεις του άρθρου 29 του Ν. 4009/2011, όπως τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με το άρθρο 34 παρ. 16 του Ν. 4115/2013 και το άρθρο 39 παρ. 27 του Ν. 4186/2013 (Α΄ 193), ρυθμίζονται το υπηρεσιακό καθεστώς και οι αρμοδιότητες των ειδικών κατηγοριών διδακτικού και εργαστηριακού προσωπικού του ιδρύματος, δηλ. του Ειδικού Εκπαιδευτικού Προσωπικού (Ε.Ε.Π.), του Εργαστηριακού Διδακτικού Προσωπικού (Ε.ΔΙ.Π.), του Ειδικού Τεχνικού Εργαστηριακού Προσωπικού (Ε.Τ.Ε.Π.) και των πανεπιστημιακών υποτρόφων. Περαιτέρω, τα άρθρα 77 και 78 του Ν. 4009/2011, όπως τροποποιήθηκαν με το άρθρο 5 του Ν. 4076/2012, τα άρθρα 34 και 48 του Ν. 4115/2013 και το άρθρο 39 του Ν. 4186/2013, περιέχουν μεταβατικές διατάξεις σχετικά με τα υπηρετούντα μέλη Δ.Ε.Π. των Α.Ε.Ι. και τα μέλη Ε.Π. των Τ.Ε.Ι., οι οποίες ρυθμίζουν την αντιστοιχία των βαθμίδων, θέματα εκκρεμών διαδικασιών εκλογής και εξέλιξης, καθώς και τα της τύχης των υπηρετούντων μόνιμων και με θητεία λεκτόρων Α.Ε.Ι. και καθηγητών εφαρμογών Τ.Ε.Ι. Τέλος, με τις μεταβατικές διατάξεις του άρθρου 12 του Ν. 4076/2012 ορίσθηκαν, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: α) η θητεία των μονομελών και συλλογικών οργάνων διοικήσεως των Α.Ε.Ι., η οποία ολοκληρώνεται την 31η Αυγούστου 2012, σύμφωνα με το νομοθετικό καθεστώς που ίσχυε κατά τον χρόνο εκλογής τους, παρατείνεται έως την 31η Δεκεμβρίου 2012, η ανάδειξη των νέων οργάνων πραγματοποιείται σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 4009/2011, όπως ισχύει, η δε πρώτη εκλογική διαδικασία για την ανάδειξη του Πρύτανη ολοκληρώνεται υποχρεωτικά έως και την 30ή Νοεμβρίου 2012 (παρ. 1), β) η θητεία των λοιπών μονομελών οργάνων, ολοκληρώνεται σύμφωνα με το νομοθετικό καθεστώς του χρόνου εκλογής τους, στη συνέχεια δε αναδεικνύονται δυνάμει των διατάξεων του Ν. 4009/2011, όπως ισχύει (παρ. 2) και γ) οι ρυθμίσεις για τα Πανεπιστήμια εφαρμόζονται αναλόγως και για τα Τ.Ε.Ι., εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά με ρητή ειδική διάταξη νόμου (παρ. 6).7. Επειδή, κατ’ επίκληση των μνημονευόμενων στην προηγούμενη σκέψη εξουσιοδοτικών διατάξεων, εκδόθηκαν οι ακόλουθες υπουργικές αποφάσεις: α) η Φ.122.1/311/125673α/Β2/4.11.2011 απόφαση της Υπουργού Παιδείας, Διά Βίου Μάθησης και Θρησκευμάτων, με θέμα «Εκλογική διαδικασία για την ανάδειξη των εσωτερικών μελών του Συμβουλίου κάθε Α.Ε.Ι.» (ΦΕΚ 2503/4.11.2011, τ. Β΄), με βάση την εξουσιοδοτική διάταξη του άρθρου 80, παρ. 22, περίπτ. δ΄, του Ν. 4009/2011, η οποία προστέθηκε με το άρθρο 47 περίπτ. δ΄ του Ν. 4025/2011, β) η Φ.122.1/309/125673/Β2/ 2.11.2011 απόφαση της ιδίας Υπουργού, με θέμα «Εφαρμογή του συστήματος ταξινομικής ψήφου, κατά τη διαδικασία εκλογής των καθηγητών – εσωτερικών μελών του Συμβουλίου κάθε Α.Ε.Ι.» (ΦΕΚ 2436/2.11.2011, τ. Β΄), κατ’ επίκληση της εξουσιοδοτικής διατάξεως του άρθρου 8, παρ. 4, περίπτ. β΄, τελευταίο εδάφιο, του Ν. 4009/2011, γ) η Φ.122.1/764/112039/Β2/21.9.2012 απόφαση του Υπουργού Παιδείας και Θρησκευμάτων, Πολιτισμού και Αθλητισμού, με θέμα «Εκλογική διαδικασία με ηλεκτρονική και επιστολική ψήφο για την ανάδειξη των οργάνων διοίκησης των Α.Ε.Ι.» (ΦΕΚ 2564/21.9.2012, τ. Β΄), κατ’ επίκληση των εξουσιοδοτικών διατάξεων του άρθρου 8, παρ. 4, περίπτ. β΄ και 16 του Ν. 4009/2011, όπως τροποποιήθηκαν με το άρθρο 2 παρ. 3 και 8 του Ν. 4076/2012, η οποία, μεταξύ άλλων, όρισε, στην μεταβατική διάταξη του άρθρου 13 παρ. 1 αυτής, ότι για τη διενέργεια των εκλογών αναδείξεως των εσωτερικών μελών του Συμβουλίου και του Πρύτανη των Α.Ε.Ι. με κάλπη εφαρμόζεται αναλογικά η ως άνω (υπό α΄) υπουργική απόφαση περί εκλογικής διαδικασίας προσαρμοσμένη με την κείμενη νομοθεσία (Ν. 4009/2011, όπως τροποποιήθηκε με το Ν. 4076/2012) και καθ’ ο μέρος δεν είναι αντίθετη με αυτή και δ) η ήδη προσβαλλόμενη Φ.122.1/908/144145/Β2/ 16.11.2012 απόφαση του αυτού Υπουργού, με βάση τις ίδιες εξουσιοδοτικές διατάξεις κατ’ επίκληση των οποίων εκδόθηκε η ανωτέρω (υπό γ΄) απόφαση. Η απόφαση αυτή, πέραν των «γενικών διατάξεων» του Κεφαλαίου Α΄ αυτής, οι οποίες αφορούν στο πεδίο εφαρμογής της αποφάσεως, στα όργανα διενέργειας των εκλογών καθώς και στην υποβολή υποψηφιοτήτων, την ανακήρυξη υποψηφίων και τους εκλογικούς καταλόγους, «κωδικοποιεί», στα επόμενα Κεφάλαια, τις προαναφερόμενες κανονιστικές υπουργικές αποφάσεις σχετικά με την «εκλογική διαδικασία με κάλπη (Κεφ. Β΄), με την «ηλεκτρονική» και «επιστολική» ψήφο (Κεφ. Γ΄, Δ΄ και Ε΄), καθώς και με την «εφαρμογή συστήματος ταξινομικής ψήφου» (Κεφ. Στ΄), τις οποίες και ανακαλεί «εξ’ υπαρχής» με την μεταβατική διάταξη του άρθρου 25 παρ. 2 αυτής, προβλέποντας, ωστόσο, στην παρ. 3 του ιδίου άρθρου, ότι «οι εκλογικές διαδικασίες ανάδειξης των οργάνων διοίκησης των Α.Ε.Ι. που διενεργήθηκαν κατά τα προβλεπόμενα στις ανακαλούμενες … υπουργικές αποφάσεις δεν θίγονται». Εξάλλου, μετά την άσκηση της υπό κρίση αιτήσεως, εκδόθηκε η Φ.122.1/184/16376/Β2/ 6.2.2013 απόφαση του Υπουργού Παιδείας και Θρησκευμάτων, Πολιτισμού και Αθλητισμού, με θέμα «Διαδικασία ανάδειξης των μονομελών οργάνων των ΑΕΙ μέσω εκλογικής διαδικασίας με ηλεκτρονική ψήφο» (ΦΕΚ 353/19.2.2013, τ. Β΄), βάσει της εξουσιοδοτικής διατάξεως της παρ. 7 του άρθρου 12 του Ν. 4076/2012, η οποία προστέθηκε με το άρθρο 44 παρ. 16 του Ν. 4115/2013 (Α΄ 24/30.1.2013, τ. Α΄). Στην τελευταία αυτή διάταξη προβλέπεται ότι η ανάδειξη των μονομελών οργάνων των ΑΕΙ (δηλ. του Πρύτανη, του Κοσμήτορα και του Προέδρου Τμήματος) δύναται να λαμβάνει χώρα μέσω εκλογικής διαδικασίας με ηλεκτρονική ψήφο, «χωρίς την προγενέστερη διενέργεια αυτής με κάλπη». Ενόψει της δυνατότητας αυτής, το πεδίο εφαρμογής της προσβαλλόμενης «κωδικοποιητικής» υπουργικής αποφάσεως περιορίζεται, ουσιαστικά, στην ανάδειξη των «εσωτερικών» μελών του Συμβουλίου του οικείου Ιδρύματος.
8. Επειδή, με την υπό κρίση αίτηση προβάλλεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι μη νόμιμη και ακυρωτέα, κατά το μέρος που προβλέπει το σύστημα ταξινομικής ψήφου, διότι η νέα εξουσιοδοτική διάταξη, όπως διαμορφώθηκε με το Ν. 4076/2012, δεν αναφέρεται στο εν λόγω εκλογικό σύστημα και, ως εκ τούτου, η σχετική ρύθμιση της προσβαλλόμενης αποφάσεως στερείται νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως. Συναφώς, προβάλλεται ότι, μετά την θέση σε ισχύ του Ν. 4076/2012, έχει καταργηθεί η αρχικώς εκδοθείσα υπουργική απόφαση περί εφαρμογής του συστήματος ταξινομικής ψήφου (Φ. 122.1/309/125673/Β2/2.11.2011), η οποία είχε εκδοθεί βάσει της εξουσιοδοτικής διατάξεως του άρθρου 8, παρ. 4, περίπτ. β΄, του Ν. 4009/2011, όπως ίσχυε αρχικά.
9. Επειδή, η προσβαλλόμενη απόφαση, στο σημείο 1 του προοιμίου αυτής, μνημονεύει τις εξουσιοδοτικές διατάξεις κατ’ επίκληση των οποίων εκδόθηκε και, συγκεκριμένα, τις διατάξεις του άρθρου 8 του Ν. 4009/2011, όπως τροποποιήθηκε, ιδίως, με το άρθρο 2, παρ. 3 και 8 του Ν. 4076/2012. Ειδικότερα, ως προς το ζήτημα της εκλογής των «εσωτερικών» μελών του Συμβουλίου, στο οποίο αφορά, στην ουσία, ο υπό κρίση λόγος ακυρώσεως, η κρίσιμη διάταξη του άρθρου 8, παρ. 4, περίπτ. β΄, του Ν. 4009/2011, όπως είχε τροποποιηθεί αρχικά με το άρθρο 47, περίπτ. α΄, του Ν. 4025/2011, όριζε τα εξής: «β) Τα εσωτερικά μέλη εκλέγονται από το σύνολο των καθηγητών του οικείου ιδρύματος με ενιαίο ψηφοδέλτιο και με σημείωση από τους εκλογείς δίπλα από το όνομα των υποψηφίων της σειράς προτίμησης με διαδοχικούς ακέραιους αριθμούς (σύστημα ταξινομικής ψήφου). Στην εκλογή συμμετέχουν και οι λέκτορες των Πανεπιστημίων/καθηγητές εφαρμογών των Τ.Ε.Ι., οι οποίοι υπηρετούν στο ίδρυμα σύμφωνα με τα άρθρα 77 και 78, αντίστοιχα. “Αν ο αριθμός των υποψηφίων είναι μικρότερος από τον αριθμό των εκλόγιμων θέσεων, οι εκλογές ματαιώνονται και επαναπροκηρύσσονται ... μέσα σε επτά ημέρες από τη λήξη της προθεσμίας για την υποβολή υποψηφιοτήτων. Τα εσωτερικά μέλη ανά σχολή δεν μπορούν να υπερβαίνουν τα δύο, εκτός αν το πηλίκο του αριθμού των εσωτερικών μελών του Συμβουλίου, πλην του φοιτητή, δια του αριθμού των σχολών του ιδρύματος είναι μεγαλύτερο του δύο. Ο περιορισμός του προηγούμενου εδαφίου δεν εφαρμόζεται αν, παρά το γεγονός ότι ο αριθμός των υποψηφίων υπερβαίνει τον αριθμό των εκλόγιμων θέσεων, η κάλυψη του συνόλου των θέσεων αυτών καθίσταται αδύνατη λόγω του περιορισμού”. Με απόφαση του Υπουργού Παιδείας, Δια Βίου Μάθησης και Θρησκευμάτων, που εκδίδεται άπαξ σε προθεσμία ενός μήνα από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου και δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, καθορίζονται τα θέματα που αφορούν την εφαρμογή του συστήματος της ταξινομικής ψήφου». Ακολούθως, το άρθρο 2 παρ. 3 του Ν. 4076/2012 όρισε τα εξής: «Η πρώτη και η δεύτερη περίοδος της περίπτωσης β΄ της παρ. 4 του άρθρου 8 του Ν. 4009/2011 (Α΄ 195) τροποποιείται ως εξής: “β) Τα εσωτερικά μέλη εκλέγονται από το σύνολο των καθηγητών του οικείου ιδρύματος με ενιαίο ψηφοδέλτιο και με σημείωση της εκλογής δίπλα από το όνομα των υποψηφίων της σειράς προτίμησης με διαδοχικούς ακέραιους αριθμούς (σύστημα ταξινομικής ψήφου). Στην εκλογή συμμετέχουν και οι υπηρετούντες λέκτορες των Πανεπιστημίων/καθηγητών εφαρμογών των Τ.Ε.Ι., οι οποίοι υπηρετούν στο ίδρυμα, σύμφωνα με τα άρθρα 77 και 78. Τα εσωτερικά μέλη ανά Σχολή δεν μπορούν να υπερβαίνουν τα δύο. Σε περίπτωση δύο (2) διαδοχικών άγονων εκλογικών διαδικασιών, των οποίων το μεταξύ τους διάστημα δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει τις τρεις (3) εργάσιμες ημέρες, το αρμόδιο για τη διενέργεια των εκλογών όργανο υποχρεούται στη διεξαγωγή της εκλογικής διαδικασίας μέσω επιστολικής ή ηλεκτρονικής ψήφου, το αργότερο εντός της αποκλειστικής προθεσμίας των επτά (7) ημερών από την τελευταία άγονη ψηφοφορία. Σε περίπτωση άγονης εκλογικής διαδικασίας μέσω επιστολικής ή ηλεκτρονικής ψήφου, τότε υποχρεωτικά, εντός αποκλειστικής προθεσμίας επτά (7) ημερών, ως εσωτερικά μέλη του Συμβουλίου διορίζονται οι αρχαιότεροι καθηγητές πρώτης βαθμίδας του ιδρύματος, με τους περιορισμούς του δεύτερου εδαφίου της περίπτωσης α΄ της παραγράφου 4 του άρθρου 8 του παρόντος νόμου [κατά το οποίο, δεν επιτρέπεται να είναι υποψήφιοι καθηγητές οι οποίοι αποχωρούν από την υπηρεσία πριν από τη λήξη της τετραετούς θητείας των μελών του Συμβουλίου]. Η διαδικασία και ο τρόπος διενέργειας των ανωτέρω ψηφοφοριών, καθώς και κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή της παρούσης παραγράφου καθορίζεται με απόφαση του Υπουργού Παιδείας και Θρησκευμάτων, Πολιτισμού και Αθλητισμού». Από τον συνδυασμό των ως άνω διατάξεων προκύπτει ότι η αναφορά, στο άρθρο 2 παρ. 3 του Ν. 4076/2012, στην «πρώτη και δεύτερη περίοδο» της τροποποιούμενης διατάξεως (του άρθρου 8, παρ. 4, περίπτ. β΄, όπως ίσχυε) έχει γίνει εκ παραδρομής, διότι υπό διαφορετική ερμηνευτική εκδοχή, αν δηλ. η τροποποίηση αφορά μόνο την πρώτη και δεύτερη περίοδο της επίμαχης διατάξεως, το κείμενο που προκύπτει δεν έχει νόημα και συνέπεια, ιδίως ως προς τη ρύθμιση για τον περιορισμό του αριθμού των εσωτερικών μελών του Συμβουλίου ανά Σχολή. Εξάλλου, στην τροποποιητική διάταξη του άρθρου 2 παρ. 3 του Ν. 4076/2012 μνημονεύεται ρητώς το «σύστημα ταξινομικής ψήφου», ενώ και η παρεχόμενη με την ίδια διάταξη εξουσιοδότηση για την έκδοση αποφάσεως του Υπουργού Παιδείας και Θρησκευμάτων, Πολιτισμού και Αθλητισμού αφορά στην διαδικασία και τον τρόπο διενέργειας των ψηφοφοριών, καθώς και σε κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή της «παρούσας παραγράφου». Με τα δεδομένα αυτά, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο εξεταζόμενος λόγος ακυρώσεως, με τον οποίο προβάλλεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται εξουσιοδοτικού ερείσματος, κατά το μέρος που περιλαμβάνει διατάξεις για το σύστημα ταξινομικής ψήφου. Περαιτέρω, ο ειδικότερος ισχυρισμός των αιτούντων ως προς την ισχύ της αρχικής υπουργικής αποφάσεως περί εφαρμογής του συστήματος ταξινομικής ψήφου, μετά την θέση σε ισχύ του Ν. 4076/2012, είναι απορριπτέος, αφενός, ως αλυσιτελώς προβαλλόμενος, εφόσον η ίδια ρύθμιση περιλαμβάνεται στην προσβαλλόμενη «κωδικοποιητική» υπουργική απόφαση και, αφετέρου, ως αβάσιμος διότι η επίμαχη (αρχική) υπουργική απόφαση δεν καταργήθηκε με την κατάργηση της εξουσιοδοτικής διατάξεως κατ’ επίκληση της οποίας είχε εκδοθεί, αφού δεν περιελήφθη στο Ν. 4076/2012 ρητή σχετική πρόβλεψη (βλ. σχετ. ΣτΕ 1222/2009, σκ. 7, 732/2006, σκ. 5, 3023/1990, σκ. 3), αλλά ανακλήθηκε, κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 25 παρ. 2 και 3 της προσβαλλόμενης «κωδικοποιητικής» υπουργικής αποφάσεως.
10. Επειδή, προβάλλεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι παράνομη και ακυρωτέα, διότι εκδόθηκε κατ’ επίκληση της εξουσιοδοτικής διατάξεως του άρθρου 8, παρ. 4, εδάφ. β΄, του Ν. 4009/2011, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 παρ. 3 του Ν. 4076/2012, η οποία, κατά παράβαση του άρθρου 43, παρ. 2, δεύτερο εδάφιο, του Συντάγματος, εξουσιοδοτεί τον Υπουργό Παιδείας και Θρησκευμάτων, Πολιτισμού και Αθλητισμού (ήδη Υπουργό Παιδείας και Θρησκευμάτων) να ρυθμίσει ζήτημα ευρύ και ιδιαίτερης σημασίας, για την ρύθμιση του οποίου αποδέκτης της σχετικής εξουσιοδοτήσεως αρμόδιος είναι ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, σύμφωνα με το άρθρο 43, παρ. 2, πρώτο εδάφιο, του Συντάγματος. Ειδικότερα, προβάλλεται ότι η εξουσιοδότηση αυτή είναι τόσο γενική και αόριστη ώστε να καταλείπει στην διοίκηση απόλυτη ευχέρεια καθορισμού του εκλογικού συστήματος και της διαδικασίας εκλογής. Ως προς το εκλογικό σύστημα, κατά τους ισχυρισμούς των αιτούντων, η νομοθετική ρύθμιση, πέραν του χαρακτηρισμού της ψήφου ως «ταξινομικής», στερείται παντός ουσιαστικού περιεχομένου σε σχέση με το εκλογικό σύστημα και τον τρόπο τελικής επιλογής των εσωτερικών μελών του Συμβουλίου.
11. Επειδή, η προσβαλλόμενη υπουργική απόφαση με τον τίτλο «Κωδικοποίηση διαδικασιών ανάδειξης των οργάνων διοίκησης των Α.Ε.Ι. και σύστημα ταξινομικής ψήφου», επικαλείται στο προοίμιό της, ως εξουσιοδοτικό έρεισμα, τις διατάξεις του άρθρου 8 του Ν. 4009/2011, όπως τροποποιήθηκε, ιδίως, με τις διατάξεις του άρθρου 2 παρ. 3 και 8 του Ν. 4076/2012, όπως αυτές παρατίθενται ανωτέρω στη σκ. 6. Στις διατάξεις αυτές καθιερώνεται η εκλογική διαδικασία αναδείξεως των εσωτερικών μελών του Συμβουλίου και του Πρύτανη των Α.Ε.Ι. τόσο μέσω κάλπης όσο και μέσω ηλεκτρονικής και επιστολικής ψήφου, σε περίπτωση δύο (2) διαδοχικών άγονων εκλογικών διαδικασιών με κάλπη. Ως προς τον τρόπο αναδείξεως του Πρύτανη, ο νόμος ορίζει ότι εκλέγεται με άμεση, μυστική και καθολική ψηφοφορία, από τους καθηγητές και τους υπηρετούντες λέκτορες του Ιδρύματος, ενώ, για την εκλογή των εσωτερικών μελών του Συμβουλίου από το σύνολο των καθηγητών του οικείου Ιδρύματος, ο νόμος καθιερώνει «σύστημα ταξινομικής ψήφου» το οποίο, στην εξουσιοδοτική διάταξη χαρακτηρίζεται ως το σύστημα στο οποίο η εκλογή γίνεται «με ενιαίο ψηφοδέλτιο και με σημείωση της εκλογής δίπλα στο όνομα των υποψηφίων της σειράς προτιμήσεως με διαδοχικούς ακέραιους αριθμούς». Στην αιτιολογική έκθεση του νόμου αναφέρεται σχετικά ότι το επίμαχο σύστημα εισάγεται «ώστε να διασφαλισθεί η ισόρροπη εκπροσώπηση της κοινότητας του Ιδρύματος στο Συμβούλιο, χωρίς αποκλεισμούς ή κυριαρχία επιμέρους αντιλήψεων», ενώ, στο πλαίσιο επιδιώξεως, προφανώς, του ιδίου στόχου, η εξουσιοδοτική διάταξη προβλέπει, επίσης, ότι τα εσωτερικά μέλη του Συμβουλίου ανά Σχολή δεν μπορούν να υπερβαίνουν τα δύο. Σε ό,τι αφορά την εφαρμογή του καθιερούμενου από την εξουσιοδοτική διάταξη συστήματος της ταξινομικής ψήφου για την εκλογή των καθηγητών-εσωτερικών μελών του Συμβουλίου κάθε Α.Ε.Ι., η προσβαλλόμενη υπουργική απόφαση ρυθμίζει ζητήματα σχετικά με: α) τον τρόπο καταρτίσεως των ψηφοδελτίων, τα οποία απεικονίζονται στο Παράρτημα της αποφάσεως, β) τον τρόπο της ψηφοφορίας και γ) τον τρόπο καταμέτρησης των ψήφων, τον υπολογισμό του εκλογικού μέτρου, τον συντελεστή βαρύτητας των ψηφοδελτίων καθώς και τον τρόπο εκλογής ή αποκλεισμού των υποψηφίων σε κάθε γύρο καταμέτρησης, μέχρις ότου καλυφθούν όλες οι εκλόγιμες θέσεις. Με τα δεδομένα αυτά, η παροχή εξουσιοδοτήσεως για την ρύθμιση με υπουργική απόφαση της διαδικασίας και του τρόπου διεξαγωγής της ψηφοφορίας με κάλπη και, ενδεχομένως, με ηλεκτρονική – επιστολική ψήφο, δεν παραβιάζει, κατά τα νενομολογημένα (Σ.τ.Ε. 1210/2010, 2667/2001, 2967, 2820/1999, 1370/1985), το άρθρο 43, παρ. 2, εδάφιο δεύτερο, του Συντάγματος, δεδομένου ότι αφορά σε ζητήματα λεπτομερειακού και τεχνικού χαρακτήρα, η βασική ρύθμιση των οποίων περιλαμβάνεται στο νόμο. Περαιτέρω, σε ό,τι αφορά το «σύστημα ταξινομικής ψήφου» για την ανάδειξη των εσωτερικών μελών του Συμβουλίου κάθε Α.Ε.Ι., ο νόμος, πέραν των ρυθμίσεων που αναφέρονται στα προσόντα εκλογιμότητας των υποψηφίων, στο δικαίωμα του εκλέγειν, καθώς και στην επιλογή μέχρι δύο (2) εσωτερικών μελών του Συμβουλίου ανά Σχολή, προσδιορίζει με σαφήνεια τα βασικά χαρακτηριστικά του επίμαχου εκλογικού συστήματος που συνίστανται, πρώτον, στην συγκρότηση του εκλογικού σώματος, αποτελούμενου από το σύνολο των καθηγητών του οικείου Ιδρύματος, δεύτερον, στην διεξαγωγή της ψηφοφορίας με ενιαίο ψηφοδέλτιο και, τρίτον, στην σημείωση από τους εκλογείς δίπλα στο όνομα των υποψηφίων της σειράς προτιμήσεως με διαδοχικούς ακέραιους αριθμούς. Ενόψει των βασικών αυτών επιλογών του νομοθέτη, η παροχή εξουσιοδοτήσεως για την ρύθμιση, με υπουργική απόφαση, των προαναφερόμενων ζητημάτων εφαρμογής του καθιερούμενου στο νόμο εκλογικού συστήματος, δεν αντίκειται στο άρθρο 43, παρ. 2, εδάφιο δεύτερο, του Συντάγματος, στο μέτρο που τα ζητήματα που καταλείπονται προς ρύθμιση με υπουργική απόφαση έχουν, προεχόντως, χαρακτήρα τεχνικών ζητημάτων εφαρμογής ενός σχετικά πολύπλοκου εκλογικού συστήματος, η ρύθμιση του οποίου απαιτεί εξειδικευμένες επιστημονικές γνώσεις (πρβλ. ΣτΕ 3539/2003, 3472/2001). Κατά συνέπεια, ο εξεταζόμενος λόγος ακυρώσεως είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
12. Επειδή, προβάλλεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι νόμιμη και πρέπει να ακυρωθεί, διότι η επίμαχη «κωδικοποίηση» δεν στηρίζεται σε ειδική εξουσιοδότηση ενώ, εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 19 παρ. 2 του Ν. 4048/2012 (Α΄ 34), η κωδικοποίηση αμιγώς κανονιστικών διατάξεων γίνεται με προεδρικό διάταγμα που εκδίδεται με πρόταση των κατά περίπτωση αρμοδίων Υπουργών. Όπως έχει κριθεί, για την κωδικοποίηση κανονιστικών διατάξεων απαιτείται ειδική νομοθετική εξουσιοδότηση (βλ. Π.Ε. 154/2007, 168/2003, πρβλ. ΣτΕ 2229/1989 7μ.). Ωστόσο, εν προκειμένω, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης υπουργικής αποφάσεως, αυτή δεν αποτελεί μία απλή, συστηματική διατύπωση σε ενιαίο κείμενο ισχυουσών διατάξεων, καθ’ όσον θεσπίζει το πρώτον και νέους κανόνες δικαίου, αφενός, με την συμπερίληψη εν μέρει διαφορετικών ρυθμίσεων από τις μέχρι τότε ισχύουσες και «κωδικοποιούμενες» υπουργικές αποφάσεις, ιδίως σε σχέση με την αρχική απόφαση που ρύθμιζε την εκλογική διαδικασία (βλ. π.χ. άρθρα 1 έως 3, 7 παρ. 4, 9 της προσβαλλόμενης αποφάσεως) και, αφετέρου, με την ανάκληση των «κωδικοποιούμενων» προγενέστερων υπουργικών αποφάσεων (άρθρο 25 παρ. 2 και 3 της προσβαλλόμενης αποφάσεως, βλ. ΣτΕ 3182/2008 7μ.). Συνεπώς, δεν πρόκειται για επίσημη κωδικοποίηση στερούμενη κανονιστικού χαρακτήρα, αλλά για νέα ρύθμιση της εν γένει εκλογικής διαδικασίας. Με τα δεδομένα αυτά, ο περί του αντιθέτου προβαλλόμενος λόγος ακυρώσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Περαιτέρω, ο επί μέρους ισχυρισμός των αιτούντων περί παραβάσεως εν προκειμένω του (τότε ισχύοντος και ήδη καταργηθέντος με το άρθρο 5 του Ν. 4142/2013, Α΄ 83/9.4.2013) άρθρου 19 παρ. 2 του Ν. 4048/2012, πέραν του απαραδέκτου της προβολής του το πρώτον, με το υπόμνημα που κατέθεσαν οι αιτούντες μετά τη συζήτηση της υποθέσεως, εντός της χορηγηθείσης από τον Πρόεδρο του Δικαστηρίου προθεσμίας, είναι, εν πάση περιπτώσει, αβάσιμος και απορριπτέος, διότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της επίμαχης διατάξεως, η οποία αφορά σε επίσημη κωδικοποίηση κανονιστικών διατάξεων.
13. Επειδή, ακολούθως, προβάλλεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι παράνομη και ακυρωτέα, ως εκδοθείσα κατ’ επίκληση των προαναφερόμενων διατάξεων του άρθρου 8 του Ν. 4009/2011, όπως ισχύουν, οι οποίες, προβλέποντας την εκλογή «εξωτερικών» μελών στο Συμβούλιο των Α.Ε.Ι., πλήττουν τις αρχές της ακαδημαϊκής ελευθερίας και της πλήρους αυτοδιοικήσεως των Α.Ε.Ι., κατά παράβαση του άρθρου 16 του Συντάγματος. Ειδικότερα, σε σχέση με την αρχή της πλήρους αυτοδιοικήσεως των Α.Ε.Ι., ο υπό κρίση λόγος ακυρώσεως περιλαμβάνει τέσσερα σκέλη, με τα οποία προβάλλονται ως αντισυνταγματικές οι ακόλουθες ρυθμίσεις: α) η συμμετοχή «τρίτων» ιδιωτών, που δεν διαθέτουν την ακαδημαϊκή ιδιότητα, ούτε προσόντα αντίστοιχα με εκείνα των μελών Δ.Ε.Π. των ελληνικών Α.Ε.Ι. και δεν έχουν την ιδιότητα του δημοσίου λειτουργού, ως εξωτερικών μελών στο Συμβούλιο του οικείου Α.Ε.Ι., β) η μη εκλογιμότητα, ως εξωτερικών μελών του Συμβουλίου, των εν ενεργεία καθηγητών Α.Ε.Ι. της ημεδαπής και των συνταξιούχων καθηγητών του ιδίου Α.Ε.Ι., κατά παράβαση του άρθρου 4 του Συντάγματος, σε βάρος των ακαδημαϊκών δασκάλων, ιδίως δε των καθηγητών της ημεδαπής, χωρίς προφανείς λόγους δημοσίου συμφέροντος, γ) η μη θέσπιση, με την επιφύλαξη του ήδη αναφερθέντος κωλύματος οικονομικής συναλλαγής (του άρθρου 8, παρ. 5, περίπτ. α΄ του Ν. 4009/2011, όπως ισχύει), οιουδήποτε επαγγελματικού ασυμβίβαστου των εξωτερικών μελών του Συμβουλίου του Α.Ε.Ι., αναφορικά με την ιδιότητά τους αυτή, πράγμα που είναι απαραίτητο, λόγω της ιδιότητάς τους και των καθηκόντων τους, ώστε να διασφαλίζονται οι συνταγματικά κατοχυρωμένες αρχές της αξιοκρατίας και της διαφάνειας, και δ) η επιλογή των εξωτερικών μελών του Συμβουλίου από ένα εξαιρετικά μικρό σε αριθμό εκλεκτορικό σώμα, αποτελούμενο αποκλειστικά από καθηγητές του οικείου Α.Ε.Ι. (δηλ. τα εσωτερικά μέλη του Συμβουλίου), χωρίς την ισότιμη συμμετοχή και των λοιπών παραγόντων της ακαδημαϊκής κοινότητας (φοιτητών και διοικητικού προσωπικού), κατά παράβαση της αρχής της πλήρους αυτοδιοικήσεως των Α.Ε.Ι.
14. Επειδή, το ισχύον Σύνταγμα, στο άρθρο 16, ορίζει, μεταξύ άλλων, τα εξής: «1. Η τέχνη και η επιστήμη, η έρευνα και η διδασκαλία είναι ελεύθερες· η ανάπτυξη και η προαγωγή τους αποτελεί υποχρέωση του Κράτους. Η ακαδημαϊκή ελευθερία και η ελευθερία της διδασκαλίας δεν απαλλάσσουν από το καθήκον υπακοής στο Σύνταγμα. 2. ... 3. ... 4. ... 5. Η ανώτατη εκπαίδευση παρέχεται αποκλειστικά από ιδρύματα που αποτελούν νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου με πλήρη αυτοδιοίκηση. Τα ιδρύματα αυτά τελούν υπό την εποπτεία του Κράτους, έχουν δικαίωμα να ενισχύονται οικονομικά από αυτό και λειτουργούν σύμφωνα με τους νόμους που αφορούν τους οργανισμούς τους ... 6. Οι καθηγητές των ανώτατων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων είναι δημόσιοι λειτουργοί. Το υπόλοιπο διδακτικό προσωπικό τους επιτελεί επίσης δημόσιο λειτούργημα, με τις προϋποθέσεις που νόμος ορίζει. Τα σχετικά με την κατάσταση όλων αυτών των προσώπων καθορίζονται από τους οργανισμούς των οικείων ιδρυμάτων ... 7. ... 8. ... 9. ...». Σύμφωνα με τις συνταγματικές αυτές διατάξεις, η ανώτατη εκπαίδευση, η οποία έχει ως αποστολή την προαγωγή και μετάδοση της επιστημονικής γνώσεως μέσω της έρευνας και της διδασκαλίας, παρέχεται αποκλειστικά από ιδρύματα που αποτελούν νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου. Με τις ίδιες διατάξεις καθορίζονται οι βασικές αρχές που διέπουν την παροχή της ανώτατης εκπαιδεύσεως, για την οποία θεσπίζονται συγκεκριμένα οργανωτικά και λειτουργικά πλαίσια που οριοθετούν την δράση όχι μόνο της διοικήσεως αλλά και του κοινού νομοθέτη. Οι αρχές αυτές είναι, αφενός, η αρχή της ακαδημαϊκής ελευθερίας και, αφετέρου, η αρχή της πλήρους αυτοδιοικήσεως (ΣτΕ 2801/1984 Ολομ., 411/2008, Π.Ε. 144/2008 Ολομ., κ.ά.). Η αρχή της ακαδημαϊκής ελευθερίας, η οποία εγγυάται την αδέσμευτη επιστημονική σκέψη, έρευνα και διδασκαλία, αποτελεί ατομικό δικαίωμα του πανεπιστημιακού ερευνητή ή διδασκάλου, το οποίο ασκείται ως οργανωμένη δραστηριότητα εντός του πλαισίου λειτουργίας των ανωτάτων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων. Η ελευθερία αυτή είναι, ως προς το περιεχόμενο και την μέθοδο της διδασκαλίας και της έρευνας, απόλυτη και ισχύει έναντι πάντων, μη επιδεχόμενη άλλους περιορισμούς πέραν εκείνων που απορρέουν από την υποχρέωση σεβασμού, εκ μέρους του πανεπιστημιακού διδασκάλου ή ερευνητή, των λοιπών διατάξεων του Συντάγματος (ΣτΕ 2786-8/1984 Ολομ.). Από την εν λόγω αρχή απορρέει η υποχρέωση του κοινού νομοθέτη, κατά την οργάνωση των καθηκόντων των μελών του διδακτικού και ερευνητικού προσωπικού των ανωτάτων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων, να διασφαλίζει την ακώλυτη άσκηση του έργου τους (ΣτΕ 1731/1986 Ολομ., 2786, 2801/1984 Ολομ., 81/2007, 3479/2001 κ.ά.). Η αρχή της πλήρους αυτοδιοικήσεως των ανωτάτων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων έχει ως περιεχόμενο την εξουσία των εν λόγω ιδρυμάτων να αποφασίζουν για τις δικές τους υποθέσεις με δικά τους όργανα, τα οποία καθορίζονται μεν από τον κοινό νομοθέτη, απαρτίζονται όμως από πρόσωπα που είναι επιφορτισμένα ή μετέχουν, κατά τα ανωτέρω, στην πραγματοποίηση της εκπαιδευτικής και ερευνητικής αποστολής τους. Ως αναγκαίο περιορισμό της πλήρους αυτοδιοικήσεως των Α.Ε.Ι., οι ίδιες συνταγματικές διατάξεις καθιερώνουν την κρατική εποπτεία επί των ιδρυμάτων αυτών, περιεχόμενο της οποίας είναι, κατά την έννοια του Συντάγματος, ο έλεγχος νομιμότητας, από κρατικό όργανο, των πράξεων των οργάνων τους (ΣτΕ 874/1992 Ολομ., 2801/1984 Ολομ.). Περαιτέρω, η ως άνω εξουσία, στην οποία περιλαμβάνεται, προεχόντως, η επιλογή του διδακτικού και ερευνητικού προσωπικού των Α.Ε.Ι., περιορίζεται, ως αμιγώς διοικητική, στην εφαρμογή των κανόνων δικαίου που διέπουν την οργάνωση και λειτουργία τους και δεν περιλαμβάνει και το δικαίωμα θεσπίσεως των σχετικών κανόνων ή της συμπράξεως στην παραγωγή τους κατά τρόπο δεσμευτικό για τα νομοθετικά όργανα, πράγμα που προϋποθέτει όχι απλώς αυτοδιοίκηση αλλά αυτονομία των εν λόγω ιδρυμάτων, η οποία δεν τους παραχωρήθηκε από το Σύνταγμα. Εντός του πλαισίου αυτού, η θέσπιση των κανόνων για τη ρύθμιση ζητημάτων οργανώσεως και λειτουργίας των Α.Ε.Ι., στα οποία περιλαμβάνεται και ο τρόπος συγκροτήσεως και λειτουργίας των συλλογικών τους οργάνων (ΣτΕ 195/1984 Ολομ.), ανήκει στην αρμοδιότητα της νομοθετικής λειτουργίας και ασκείται από τα όργανα και με τη διαδικασία που προβλέπει το Σύνταγμα, όπως συμβαίνει και με την οργάνωση οποιασδήποτε δημόσιας υπηρεσίας, είτε κρατικής, είτε αυτοδιοικούμενης, κατά τόπο ή καθ’ ύλη. Υπό την επιφύλαξη της διασφαλίσεως των προαναφερόμενων δύο συνταγματικών αρχών, ο νομοθέτης, κατά την άσκηση της αρμοδιότητάς του αυτής, ούτε δεσμεύεται από τις σχετικές απόψεις των ενδιαφερομένων ιδρυμάτων, ούτε υποχρεούται να ακολουθήσει ορισμένο οργανωτικό και λειτουργικό πρότυπο (ΣτΕ 1731/1986 Ολομ., Π.Ε. 144/2008 Ολομ.), αλλά διαθέτει ευρύτατα περιθώρια εξουσίας να οργανώνει το θεσμικό πλαίσιο για την δομή και λειτουργία των Α.Ε.Ι. ανάλογα με τη φύση του ρυθμιζόμενου θέματος (ΣτΕ 982/2012 Ολομ.) και να ορίζει τα πρόσωπα που μετέχουν στη διοίκησή τους, προβλέποντας διαφορετικό τρόπο αναδείξεως ή συμμετοχής στα όργανα από εκείνο που ίσχυε στο παρελθόν, ενόψει και των εκάστοτε ισχυουσών στα πανεπιστήμια συνθηκών, ώστε να μπορούν αυτά να ανταποκριθούν στις εξελισσόμενες επιστημονικές, κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες, με σκοπό την ικανοποίηση των σύγχρονων και πολυεπίπεδων στόχων του πανεπιστημίου (ΣτΕ 982/2012 Ολομ., 1731/1986 Ολομ., Π.Ε. 144/2008 Ολομ., πρβλ. ΣτΕ 32/2009 7μ.).
15. Επειδή, όπως προκύπτει από την αιτιολογική έκθεση του Ν. 4009/2011, με τις διατάξεις του άρθρου 8 του εν λόγω νόμου που εισάγουν τις επίμαχες ρυθμίσεις, με τις οποίες προβλέπεται η συμμετοχή και «εξωτερικών» μελών στο Συμβούλιο των Α.Ε.Ι., επιδιώκεται η ενίσχυση της εξωστρέφειας των ιδρυμάτων αυτών, με τη συμμετοχή στην διοίκησή τους διακεκριμένων προσώπων τα οποία μπορούν να συνδράμουν στην καλύτερη οργάνωση και λειτουργία τους, καθώς και η σύνδεσή τους με την κοινωνία και την οικονομία. Περαιτέρω, η συνολική αναδιοργάνωση του τρόπου διοικήσεως και λειτουργίας της ανώτατης εκπαιδεύσεως, η οποία επιχειρείται με τις ίδιες διατάξεις δικαιολογείται, κατά την αιτιολογική έκθεση του νόμου, από τις ακόλουθες διαπιστώσεις: α) το υφιστάμενο σύστημα ανώτατης εκπαιδεύσεως είναι αγκιστρωμένο σε παρωχημένες δομές που υπονομεύουν τους στόχους που οφείλει να υπηρετεί, β) ο τρόπος εκλογής των οργάνων διοικήσεως των Α.Ε.Ι. δημιουργεί εξαρτήσεις και αδράνειες που περιορίζουν την αποτελεσματικότητα της διοικήσεως των ιδρυμάτων και την ικανότητά τους να ανταποκρίνονται με ποιότητα στις αυξανόμενες ανάγκες και τις προσδοκίες της κοινωνίας και της οικονομίας, γ) στο υφιστάμενο πλαίσιο δεν αποτρέπονται φαινόμενα κομματισμού και ευνοιοκρατίας, ενώ ευνοούνται οι διαφορές και συγκρούσεις μεταξύ των μελών της ακαδημαϊκής κοινότητας και δ) εν τέλει, το σημερινό πρότυπο διοικήσεως των Α.Ε.Ι. ευνοεί την εκπαιδευτική και ερευνητική εσωστρέφεια και περιορίζει τις υπαρκτές δυνατότητες των ιδρυμάτων να αντιμετωπίζουν αποτελεσματικά τις διαφοροποιημένες ανάγκες τους. Οι προαναφερόμενες επιδιώξεις εντάσσονται στον γενικότερο στόχο του νόμου, όπως αυτός διευκρινίζεται στην αιτιολογική έκθεση και ο οποίος συνίσταται στην απαλλαγή των Α.Ε.Ι. από τις υπάρχουσες παθογένειες και στην δημιουργία των προϋποθέσεων μιας νέας εποχής για την επιστήμη, την ανάπτυξη και την προοπτική των νέων ανθρώπων και, επομένως, για ολόκληρη τη Χώρα, συγκροτώντας ισχυρά αυτοδιοικούμενα ιδρύματα με νέα αντίληψη και λαμβάνοντας υπόψη τα δεδομένα αντίστοιχων εκπαιδευτικών μεταρρυθμίσεων που έχουν εφαρμοσθεί, ιδίως, στις χώρες της Ευρώπης και στις Η.Π.Α., σύμφωνα με τα οποία οι θεσμοί που εισάγονται ενισχύουν τις ακαδημαϊκές και επιταχύνουν τις αναπτυξιακές επιδόσεις, συμβάλλοντας αποφασιστικά στην δημιουργία της κοινωνίας της γνώσεως. Εξάλλου, από το περιεχόμενο των επίμαχων ρυθμίσεων του άρθρου 8 του Ν. 4009/2011, όπως ισχύει, σχετικά με την συμμετοχή «εξωτερικών» μελών στο Συμβούλιο των Α.Ε.Ι., συνάγεται ότι οι ρυθμίσεις αυτές κινούνται εντός των πλαισίων της αρχής της πλήρους αυτοδιοικήσεως των Α.Ε.Ι. και δεν θίγουν το δικαίωμα των ιδρυμάτων αυτών να αποφασίζουν επί των υποθέσεών τους με δικά τους όργανα, για τους ακόλουθους λόγους: Πρώτον, η συγκρότηση του Συμβουλίου και, ειδικότερα, η επιλογή των εξωτερικών μελών γίνεται με εκλογή από τα «εσωτερικά» μέλη, τα οποία, όπως έχει ήδη εκτεθεί, προέρχονται από τους πλήρους απασχολήσεως καθηγητές πρώτης βαθμίδας και τους αναπληρωτές καθηγητές του ιδρύματος και έχουν εκλεγεί από το σύνολο των καθηγητών και φοιτητών του οικείου Α.Ε.Ι., χωρίς την μεσολάβηση οποιουδήποτε οργάνου της κρατικής διοικήσεως ή άλλου οργάνου και, ως εκ τούτου, αντλούν τη νομιμοποίησή τους από τα μέλη της πανεπιστημιακής κοινότητας, τα οποία κατ’ αυτό τον τρόπο εκπροσωπούνται έμμεσα, πέραν της άμεσης εκπροσωπήσεώς τους από τα εσωτερικά μέλη. Δεύτερον, το κατ’ αυτό τον τρόπο συγκροτούμενο Συμβούλιο παραμένει όργανο εντεταγμένο στην οργανωτική δομή του οικείου Α.Ε.Ι., δεδομένου ότι τα εξωτερικά μέλη, σε ό,τι αφορά τον σκοπό για τον οποίο επελέγησαν, καθίστανται, μετά την εκλογή τους από τα εσωτερικά μέλη, όργανα του Α.Ε.Ι. και παράγοντες που μετέχουν στην εν γένει εκπαιδευτική και ερευνητική αποστολή του (πρβλ. ΣτΕ 32/2009 7μ., 4076/1990). Τρίτον, τα εξωτερικά μέλη αποτελούν, εν πάση περιπτώσει, την μειοψηφία του Συμβουλίου. Τέταρτον, για την εκλογή των εξωτερικών μελών απαιτείται, κατ’ αρχήν, αυξημένη πλειοψηφία των τεσσάρων πέμπτων (4/5) του συνόλου των εσωτερικών μελών, ώστε να διασφαλίζεται η εκλογή προσώπων ευρύτερης αποδοχής και αναγνωρίσεως και μόνον επικουρικά, δηλαδή σε περίπτωση μη επιτεύξεως της αυξημένης αυτής πλειοψηφίας, αρκεί για την εκλογή των εξωτερικών μελών η απόλυτη πλειοψηφία των παρόντων εσωτερικών μελών του Συμβουλίου. Πέμπτον, με πλειοψηφία των τεσσάρων πέμπτων (4/5) του «συνόλου των μελών» του Συμβουλίου και, επικουρικά, δηλ. σε περίπτωση μη επιτεύξεως της πλειοψηφίας αυτής, με την «απόλυτη πλειοψηφία των παρόντων μελών» του οργάνου μπορεί να παυθεί εξωτερικό μέλος για λόγους πλημμελούς ασκήσεως των καθηκόντων του, χωρίς να προβλέπεται αντίστοιχη διαδικασία για τα εσωτερικά μέλη. Έκτον, διότι το Σύνταγμα δεν απαιτεί συγκεκριμένες ιδιότητες για τα μέλη που συγκροτούν τα όργανα διοικήσεως των πανεπιστημιακών ιδρυμάτων, ούτε ορίζει συγκεκριμένο τρόπο αναδείξεώς τους, αποκλείοντας μόνο την κρατική παρέμβαση στην σχετική διαδικασία. Έβδομον, το Συμβούλιο δεν ασκεί την τρέχουσα διοίκηση του Ιδρύματος αλλ’ αποτελεί, μέσα στο πλαίσιο και υπό τις προϋποθέσεις που ορίζει ο νόμος, όργανο χαράξεως στρατηγικής, ελέγχου και λογοδοσίας της τρέχουσας διοικήσεως των ΑΕΙ, η οποία ανήκει στον Πρύτανη και την Σύγκλητο. Εξάλλου, το Συμβούλιο δεν ασκεί stricto sensu ακαδημαϊκές αρμοδιότητες, ενώ και όσες από τις αρμοδιότητές του άπτονται ακαδημαϊκών ζητημάτων ασκούνται μετά από εισήγηση, πρόταση ή γνώμη (απλή ή σύμφωνη) άλλου οργάνου (βλ. π.χ. τα άρθρα 5 παρ. 1 και 6 παρ. 1 του Ν. 4009/2011, κατά τα οποία ο μεν Οργανισμός κάθε ιδρύματος εγκρίνεται «με προεδρικό διάταγμα ... ύστερα από πρόταση του Πρύτανη, η οποία διατυπώνεται μετά από γνώμη της Συγκλήτου και εγκρίνεται από το Συμβούλιο», ο δε Εσωτερικός Κανονισμός κάθε ιδρύματος εγκρίνεται με απόφαση του οικείου Συμβουλίου «που εκδίδεται ύστερα από εισήγηση του πρύτανη και σύμφωνη γνώμη της Συγκλήτου και δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως»), περιορίζονται δε αποκλειστικά στην θέσπιση των κανόνων που αφορούν στα επίμαχα ζητήματα και στην οργάνωση του πλαισίου εντός του οποίου θα ασκούνται οι ακαδημαϊκές αρμοδιότητες και όχι στην άσκηση, καθεαυτήν, των εν λόγω αρμοδιοτήτων. Η ερμηνεία αυτή ενισχύεται και από σειρά σημαντικών τροποποιήσεων που επέφερε στις αρχικές ρυθμίσεις του Ν. 4009/2011 ο Ν. 4076/2012, από τις οποίες προκύπτει σαφής περιορισμός, αν όχι υποβάθμιση, της συμμετοχής του Συμβουλίου στην άσκηση της διοικήσεως των Α.Ε.Ι., σε σχέση με την ενίσχυση του ρόλου των λοιπών μελών της ακαδημαϊκής κοινότητας στα άλλα όργανα του Ιδρύματος, της Σχολής και των Τμημάτων. Συγκεκριμένα, ως προσόντα για την εκλογή «εξωτερικού» μέλους του Συμβουλίου, ο νόμος προβλέπει την ευρεία αναγνώριση του υποψηφίου στην επιστήμη, στα γράμματα ή στις τέχνες καθώς και ότι ο υποψήφιος θα πρέπει να διαθέτει αυξημένα τυπικά προσόντα και τουλάχιστον πτυχίο ημεδαπού ή αναγνωρισμένου αλλοδαπού Α.Ε.Ι., ενώ δεν προβλέπονται, πλέον, ως προσόντα του υποψηφίου «η διάκρισή του στην κοινωνική, οικονομική, πολιτική ή πολιτιστική ζωή σε εθνικό ή σε διεθνές επίπεδο και η γνώση και εμπειρία από θέση ευθύνης» (άρθρο 8, παρ. 5, περίπτ. α΄). Η αρμοδιότητα αναλήψεως πρωτοβουλιών για τη συνεργασία του ιδρύματος «με εκπαιδευτικά ή μορφωτικά ιδρύματα και επιστημονικούς και κοινωνικούς φορείς της ημεδαπής ή της αλλοδαπής», την οποία αρχικά ο νόμος ανέθετε στο Συμβούλιο (άρθρο 8, παρ. 10, περίπτ. ε’ του Ν. 4009/2011), ανατίθεται πλέον στην Σύγκλητο (άρθρο 8, παρ. 20, περίπτ. ιζ΄, του Ν. 4009/2011, προστεθείσα με το άρθρο 2 παρ. 11 του Ν. 4076/2012). Η αρμοδιότητα για την χάραξη της στρατηγικής για την ανάπτυξη του ιδρύματος και την διαμόρφωση της ιδιαίτερης φυσιογνωμίας του, την οποία, αρχικά, το Συμβούλιο ασκούσε χωρίς την σύμπραξη άλλου οργάνου, ασκείται πλέον από το Συμβούλιο «μετά από εισήγηση της Συγκλήτου» (άρθρο 8, παρ. 10, περίπτ. α’, όπως ισχύει). Περαιτέρω, ενώ αρχικά το Συμβούλιο ήταν αρμόδιο για την «εκλογή των κοσμητόρων των σχολών» (άρθρο 8, παρ. 10, περίπτ. ι’, του Ν. 4009/2011), η αρμοδιότητά του περιορίζεται, πλέον, στην προεπιλογή των υποψηφίων, ώστε μεταξύ αυτών να εκλεγεί ο κοσμήτορας «από τους καθηγητές και τους υπηρετούντες λέκτορες της Σχολής, με άμεση μυστική και καθολική ψηφοφορία» και, ακολούθως, να διορισθεί από τον Πρύτανη (άρθρο 9, παρ. 2, περίπτ. α’ και β’, του Ν. 4009/2011, όπως ισχύει). Το τεκμήριο αρμοδιότητας, το οποίο αρχικά ο νόμος ανέθετε στον Πρύτανη (άρθρο 8, παρ. 18, περίπτ. ιη΄, του Ν. 4009/2011), ανατίθεται πλέον στην Σύγκλητο (άρθρο 8, παρ. 20, περίπτ. ιζ΄, του Ν. 4009/2011, όπως ισχύει). Τέλος, όπως έχει ήδη εκτεθεί στην πέμπτη σκέψη της παρούσης αποφάσεως, με το Ν. 4076/2012 δεν προβλέπονται πλέον «προγράμματα σπουδών», ενώ το Τμήμα επανήλθε ως η «βασική εκπαιδευτική και ακαδημαϊκή μονάδα του Ιδρύματος» έναντι της Σχολής (άρθρο 7, παρ. 1 και 2, του Ν. 4009/2011, όπως ισχύει), για δε την λειτουργία του εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις που ίσχυαν πριν την έναρξη ισχύος του Ν. 4009/2011 (άρθρο 4 παρ. 5 του Ν. 4076/2012). Με τα δεδομένα αυτά, ο προβαλλόμενος στα πλαίσια του πρώτου σκέλους του υπό κρίση λόγου ακυρώσεως ισχυρισμός, κατά τον οποίο οι προαναφερόμενες ρυθμίσεις του Ν. 4009/2011, όπως αυτές ισχύουν μετά το Ν. 4076/2012, με τις οποίες προβλέπεται η συμμετοχή «εξωτερικών» μελών στο Συμβούλιο κάθε Α.Ε.Ι. παραβιάζουν την αρχή της πλήρους αυτοδιοικήσεως των ανωτάτων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Ακολούθως, αβάσιμος και απορριπτέος είναι ο κρινόμενος λόγος ακυρώσεως, κατά το δεύτερο σκέλος του, με το οποίο προβάλλεται παράβαση της συνταγματικής αρχής της ισότητας, λόγω μη εκλογιμότητας ως εξωτερικών μελών του Συμβουλίου των εν ενεργεία καθηγητών Α.Ε.Ι. της ημεδαπής και των συνταξιούχων καθηγητών του ιδίου Α.Ε.Ι., την οποία καθιερώνει το άρθρο 8, παρ. 5, περίπτ. α΄, του Ν. 4009/2011, όπως ισχύει. Και τούτο διότι η ρύθμιση αυτή, θεσπίζοντας αφηρημένα και αντικειμενικά κριτήρια για τα προσόντα εκλογιμότητας των εξωτερικών μελών του Συμβουλίου κάθε Α.Ε.Ι., εξυπηρετεί προδήλως τον συνταγματικά θεμιτό σκοπό για την προώθηση της εξωστρέφειας των Α.Ε.Ι. και είναι αλληλένδετη προς την φύση των «εξωτερικών» μελών του οργάνου, δηλαδή μελών μη προερχομένων από το ίδιο το ίδρυμα. Εξάλλου, από τους εν ενεργεία καθηγητές του οικείου ιδρύματος προέρχονται τα «εσωτερικά» μέλη του Συμβουλίου, ενώ οι συνταξιούχοι καθηγητές μπορούν να εκλεγούν ως εξωτερικά μέλη σε Συμβούλια άλλων Α.Ε.Ι. Περαιτέρω, απορριπτέος ως αβάσιμος είναι ο εξεταζόμενος λόγος και κατά το τρίτο σκέλος του, με το οποίο προβάλλεται ότι η συμμετοχή «εξωτερικών» μελών στο Συμβούλιο των Α.Ε.Ι., χωρίς παράλληλα να εμποδίζεται η εκ μέρους τους άσκηση ιδιωτικών δραστηριοτήτων, δεν διασφαλίζει τις αρχές της διαφάνειας και της αξιοκρατίας, δεν προστατεύει τα ΑΕΙ από «ξένα προς αυτά συμφέροντα και επιρροές» και μεταβάλλει την φύση και δραστηριότητα των Α.Ε.Ι., κατά παράβαση του άρθρου 16 παρ. 5 του Συντάγματος. Και τούτο διότι, με την επίμαχη ρύθμιση, ο νομοθέτης αποσκοπεί στην προσέλκυση ως υποψηφίων εξωτερικών μελών ατόμων τα οποία τυγχάνουν ευρείας αναγνωρίσεως στην επιστήμη, στα γράμματα ή στις τέχνες -πέραν των αυξημένων τυπικών προσόντων τους- ενώ προβλέπει ότι κωλύονται να εκλεγούν ως εξωτερικά μέλη του Συμβουλίου πρόσωπα τα οποία είχαν οποιαδήποτε οικονομική συναλλαγή με σκοπό το κέρδος με το ίδρυμα την τελευταία πενταετία, αποσκοπώντας στην προστασία του ιδρύματος από την εκλογή εξωτερικών μελών με γνώμονα την εξυπηρέτηση οικονομικών συμφερόντων. Εξάλλου, η αιτίαση ότι με την συμμετοχή εξωτερικών μελών στο Συμβούλιο Α.Ε.Ι. κινδυνεύει η αποστολή των ιδρυμάτων από ξένα συμφέροντα και επιρροές, ερειδόμενη σε καθαρά υποθετική βάση, είναι απορριπτέα ως αορίστως προβαλλόμενη και αναπόδεικτη. Τέλος, και ως προς το τέταρτο και τελευταίο σκέλος ο εξεταζόμενος λόγος ακυρώσεως, με τον οποίο προβάλλεται ότι η εκλογή των «εξωτερικών» μελών του Συμβουλίου από ένα ολιγάριθμο «εκλεκτορικό σώμα», αποτελούμενο αποκλειστικά από τους καθηγητές του οικείου ιδρύματος, χωρίς την ισότιμη συμμετοχή των λοιπών παραγόντων της ακαδημαϊκής κοινότητας (φοιτητών και διοικητικού προσωπικού), παραβιάζει την αρχή της πλήρους αυτοδιοικήσεως των Α.Ε.Ι.είναι αβάσιμος. Στα πλαίσια του ελέγχου συνταγματικότητας του οργανωτικού σχήματος των Α.Ε.Ι., όπως αυτό καθιερώθηκε με το Ν. 1268/1982 «Για τη δομή και λειτουργία των Ανωτάτων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων» (Α΄ 87) και χαρακτηρίσθηκε ως «πανεπιστήμιο των ομάδων» («Gruppenuniversität»), κρίθηκε ότι ο συνταγματικός νομοθέτης δεν επέβαλε συγκεκριμένο πρότυπο οργανώσεως των Α.Ε.Ι., όπως λ.χ. εκείνο του Ν. 5343/1932 (Α΄ 85), γνωστό και ως «πανεπιστήμιο των τακτικών καθηγητών» («Ordinarienuniversität»), αλλά διαφύλαξε στον κοινό νομοθέτη την ευχέρεια να επιλέγει το κατάλληλο πρότυπο κατά τις απαιτήσεις της εξελισσόμενης επιστήμης και τεχνολογίας και ενόψει των εκάστοτε κρατουσών οικονομικών και κοινωνικών συνθηκών (ΣτΕ 2801/1984 Ολομ.). Περαιτέρω δε κρίθηκε ότι, λόγω της αποφασιστικής συμβολής των πρυτανικών αρχών στην άσκηση αρμοδιοτήτων, που εξέρχονται από τα αμιγή διοικητικά καθήκοντα, δεν είναι επιτρεπτό, κατά την έννοια της πλήρους αυτοδιοικήσεως, να μετέχουν στο εκλεκτορικό σώμα εκλογής των πρυτανικών αρχών εκπρόσωποι του διοικητικού προσωπικού, που ασκεί μόνο διοικητικά καθήκοντα, άσχετα προς το επιτελούμενο στα πανεπιστήμια έργο προαγωγής και μεταδόσεως της επιστήμης και έρευνας (ΣτΕ 2805/1984, Ολομ.). Εξάλλου, ενόψει της προαναφερόμενης ευχέρειας που το Σύνταγμα αναγνωρίζει στον κοινό νομοθέτη, κρίθηκε, ακολούθως, ότι, στο μέτρο που «η ανάδειξη των πρυτανικών αρχών έχει προεχόντως διοικητικό χαρακτήρα», δεν αντίκειται στις ως άνω διατάξεις του άρθρου 16 του Συντάγματος η διάταξη του άρθρου 8 παρ. 1 του μεταγενέστερου Ν. 3549/2007 «Μεταρρύθμιση του θεσμικού πλαισίου για τη δομή και λειτουργία των Ανωτάτων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων» (Α΄ 69), η οποία προέβλεπε την συμπερίληψη του διοικητικού προσωπικού των Α.Ε.Ι. σε ενιαία τρίτη ομάδα εκλεκτόρων (μαζί με τους βοηθούς, επιστημονικούς συνεργάτες και επιμελητές, τα μέλη του ΕΕΔΙΠ και τα μέλη του ΕΤΕΠ) για την ανάδειξη των πρυτανικών αρχών, η οποία συμμετέχει στην διαμόρφωση του τελικού εκλογικού αποτελέσματος με μικρό σε σχέση με τις άλλες δύο ομάδες (μέλη ΔΕΠ και φοιτητές), ποσοστό βαρύτητας ψήφου (10% έναντι 50% για τα μέλη ΔΕΚ και 40% για τους φοιτητές) (ΣτΕ 982/2012, Ολομ.). Από όλα τα ανωτέρω, συνάγεται ότι, εφόσον στο Σύνταγμα δεν ορίζεται συγκεκριμένος τρόπος αναδείξεως των πανεπιστημιακών οργάνων, ούτε ποιές ακριβώς ιδιότητες πρέπει να έχουν τα μέλη τους, το οργανωτικό σχήμα του «πανεπιστημίου των ομάδων», όπως αυτό καθιερώθηκε, κατά βάση, με το Ν. 1268/1982, είναι ένα από τα επιτρεπόμενα κατά το Σύνταγμα πρότυπα οργανώσεως των Α.Ε.Ι., το οποίο δύναται να τροποποιηθεί ή αντικατασταθεί από άλλο, κατά την κρίση του νομοθέτη, λαμβανομένου μάλιστα υπόψη ότι τα πανεπιστήμια αποτελούν νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου προεχόντως ιδρυματικού και όχι σωματειακού χαρακτήρα (βλ. σχετ. ΣτΕ 2746/2010, σκ. 3 και 982/2012 Ολομ., σκ. 3). Με τα δεδομένα αυτά, ο υπό κρίση λόγος ακυρώσεως είναι και κατά το τέταρτο σκέλος του απορριπτέος ως αβάσιμος, ειδικότερα, διότι: α) τα εξωτερικά μέλη του Συμβουλίου των Α.Ε.Ι. εκλέγονται έμμεσα από το σύνολο των καθηγητών και των φοιτητών του οικείου ιδρύματος, οι οποίοι εκλέγουν με άμεση ψηφοφορία τα εσωτερικά μέλη, χωρίς η έμμεση αυτή αυτοδιοίκηση να είναι αντίθετη με το Σύνταγμα, λόγω του προαναφερόμενου χαρακτήρα των Α.Ε.Ι. ως νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου ιδρυματικού και όχι σωματειακού χαρακτήρα, β) η συμμετοχή του διοικητικού προσωπικού των Α.Ε.Ι. στην σχετική διαδικασία δεν είναι, κατά τα ήδη εκτεθέντα, συνταγματικά επιβεβλημένη, γ) το προσωπικό των ειδικών κατηγοριών «διδακτικού και εργαστηριακού προσωπικού του ιδρύματος», του άρθρου 29 του Ν. 4009/2011, δεν εκπροσωπείται μεν στην διαδικασία εκλογής των εξωτερικών μελών του Συμβουλίου, μετέχει, όμως, με εκπροσώπους όλων των επιμέρους κατηγοριών του (Ε.Ε.Π., Ε.ΔΙ.Π., Ε.Τ.Ε.Π.) στην Σύγκλητο του οικείου Α.Ε.Ι., δηλαδή στο όργανο που ασκεί κατ’ εξοχήν αρμοδιότητες σχετικές με το επιστημονικό και ερευνητικό έργο των Α.Ε.Ι. (βλ. άρθρα 8, παρ. 19, περίπτ. ε΄, και 29 του Ν. 4009/2011), ενώ παρίσταται, χωρίς δικαίωμα ψήφου, στις συνεδριάσεις του Συμβουλίου του ιδρύματος που το αφορούν (άρθρο 8, παρ. 9 του Ν. 4009/2011) και δ) η επιλογή από το νομοθέτη της συγκεκριμένης μορφής εκπροσωπήσεως των επί μέρους κατηγοριών του προσωπικού των Α.Ε.Ι. στο Συμβούλιο του ιδρύματος, η οποία εναπόκειται στην ευχέρειά του, εξυπηρετεί τον προαναφερθέντα σκοπό της επίμαχης ρυθμίσεως, δηλαδή την αντιμετώπιση της παθογένειας των Α.Ε.Ι. από το προηγούμενο πρότυπο διοικήσεως και οργανώσεώς τους, το οποίο συνεπήγετο σχέσεις εξαρτήσεως μεταξύ των μελών της πανεπιστημιακής κοινότητας. Ο σκοπός δε αυτός είναι συνταγματικά θεμιτός και δεν παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας, στο μέτρο που η επιλεγείσα ρύθμιση είναι, κατ’ αρχήν, κατάλληλη και δεν υπερακοντίζει τον σκοπό αυτό. Εξάλλου, με την πρόβλεψη συμμετοχής στο Συμβούλιο των Α.Ε.Ι. «εξωτερικών» μελών δεν κωλύεται η άσκηση της κατοχυρωμένης στο άρθρο 16 του Συντάγματος ακαδημαϊκής ελευθερίας, δηλαδή η ελευθερία της επιστημονικής έρευνας και διδασκαλίας των πανεπιστημιακών δασκάλων και ερευνητών, διότι από καμμία διάταξη του Ν. 4009/2011, όπως ισχύει, δεν προκύπτει ότι τίθεται σε κίνδυνο η ακώλυτη άσκηση του έργου τους. Κατά συνέπεια, ο περί του αντιθέτου προβαλλόμενος, στα πλαίσια του εξεταζόμενου λόγου ακυρώσεως, ισχυρισμός των αιτούντων είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
16. Επειδή, περαιτέρω, με άλλο ισχυρισμό αμφισβητείται η συνταγματικότητα του αποκλεισμού του δικαιώματος του εκλέγεσθαι των επίκουρων καθηγητών Α.Ε.Ι. ως εσωτερικών μελών του Συμβουλίου του οικείου ιδρύματος. Και ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, ενόψει του ότι, κατά τα προεκτεθέντα, τα Α.Ε.Ι. είναι οργανισμοί, προεχόντως, ιδρυματικού και όχι σωματειακού χαρακτήρα καθώς και του ότι το Σύνταγμα δεν επιβάλλει το ίδιο την συγκεκριμένη ιδιότητα που πρέπει να έχουν τα μέλη των οργάνων των Α.Ε.Ι. Κατά συνέπεια, απόκειται στην ευχέρεια του νομοθέτη να ορίσει ότι τα εσωτερικά μέλη του Συμβουλίου θα προέρχονται από τους Καθηγητές και τους Αναπληρωτές Καθηγητές του οικείου ιδρύματος, οι οποίοι εκλέγονται ως μόνιμοι και όχι και από τους επίκουρους καθηγητές, οι οποίοι εκλέγονται με τετραετή θητεία – με δυνατότητα ανανεώσεως για άλλη μία θητεία ύστερα από κρίση (άρθρο 16 παρ. 2 του Ν. 4009/2011) – σε συνδυασμό και με την ρύθμιση του άρθρου 8, παρ. 4, περίπτ. α΄, του Ν. 4009/2011, η οποία, ορίζοντας ότι «δεν επιτρέπεται να είναι υποψήφιοι [ως εσωτερικά μέλη] καθηγητές οι οποίοι αποχωρούν από την υπηρεσία πριν από τη λήξη της τετραετούς θητείας», αποσκοπεί, προδήλως, στην σταθερότητα της συνθέσεως του οργάνου και στην συνεχή και απρόσκοπτη λειτουργία του καθ’ όλη την διάρκεια της τετραετούς θητείας του. Επισημαίνεται, άλλωστε, ότι οι επίκουροι καθηγητές έχουν το δικαίωμα του εκλέγειν για την ανάδειξη των εσωτερικών μελών του Συμβουλίου, από τα οποία εκπροσωπούνται έμμεσα στο εν λόγω συλλογικό όργανο του οικείου Α.Ε.Ι., ενώ συμμετέχουν άμεσα τόσο στην Γενική Συνέλευση της Σχολής (άρθρο 9 παρ. 10 του Ν. 4009/2011, όπως αναριθμήθηκε και αντικαταστάθηκε με το άρθρο 3 παρ. 8 του Ν. 4076/2012), όσο και στην Συνέλευση του Τμήματος (άρθρο 10, παρ. 5 του Ν. 4009/2011, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 4 παρ. 3 του Ν. 4076/2012).
17. Επειδή, στη συνέχεια, με άλλο λόγο αμφισβητείται η συνταγματικότητα (αντίθεση στις αρχές της ακαδημαϊκής ελευθερίας και της αυτοδιοικήσεως) των ρυθμίσεων του άρθρου 8 του Ν. 4009/2011, όπως ισχύει, με τις οποίες προβλέπεται: α) η συμμετοχή στην διαδικασία εκλογής και διορισμού του Πρύτανη και προσώπων τα οποία δεν προέρχονται από το ίδρυμα, ιδίως δε των «εξωτερικών» μελών του Συμβουλίου, β) η δυνατότητα επιλογής ως Πρύτανη προσώπου που δεν είναι μέλος της πανεπιστημιακής κοινότητας του συγκεκριμένου εκάστοτε Α.Ε.Ι., γ) η πρόβλεψη κριτηρίων για την συνδρομή των προσόντων του υποψηφίου Πρύτανη, τα οποία είναι αόριστα και, όπως τίθενται, δεν μπορούν να ελεγχθούν για την τήρηση των κανόνων διαφάνειας και αξιοκρατίας, αφού αφήνουν σημαντικά περιθώρια ουσιαστικής εκτιμήσεως από τα πρόσωπα που κάνουν την επιλογή, δ) η εκλογή του Πρύτανη μόνο από τους Καθηγητές του ιδρύματος και όχι από όλα τα μέλη της ακαδημαϊκής κοινότητας, ε) ο αποκλεισμός της δυνατότητας όλων των μελών της ακαδημαϊκής κοινότητας να λάβουν, ως εκλόγιμοι, μέρος στην διαδικασία εκλογής του Πρύτανη, λόγω της «προεπιλογής» των υποψηφίων από το Συμβούλιο και στ) ο περιορισμός του ρόλου του Πρύτανη έναντι του Συμβουλίου στην διοίκηση των Ιδρυμάτων. Ως προς τον πρώτο από τους ισχυρισμούς αυτούς παρατηρούνται τα εξής: Όπως έχει ήδη εκτεθεί στην έκτη σκέψη της παρούσης αποφάσεως, το Συμβούλιο μετέχει στην διαδικασία εκλογής του Πρύτανη του Ιδρύματος, αφενός, μέσω της προεπιλογής από αυτό των υποψηφίων και, αφετέρου, με την έκδοση της αποφάσεως διορισμού του εκλεγέντος Πρύτανη, η οποία δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (άρθρο 8, παρ. 16, περιπτ. γ΄ και δ΄, του Ν. 4009/2011, όπως ισχύει). Η συμμετοχή, κατά τον ως άνω τρόπο, του Συμβουλίου στην επίμαχη διαδικασία δεν προσκρούει στο Σύνταγμα, διότι, κατά τα ήδη λεπτομερώς εκτεθέντα στις σκέψεις 13, 14 και 15, η σύνθεση του οργάνου αυτού και από εξωτερικά μέλη δεν παραβιάζει τις συνταγματικές αρχές της ακαδημαϊκής ελευθερίας και της πλήρους αυτοδιοικήσεως των Α.Ε.Ι. Ως εκ τούτου, ο κρινόμενος περί του αντιθέτου ισχυρισμός των αιτούντων είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Εξάλλου, αβάσιμος και απορριπτέος είναι και ο δεύτερος προβαλλόμενος ισχυρισμός, εφόσον, κατά το νόμο (άρθρο 8 παρ. 15 και 16 του Ν. 4009/2011, όπως ισχύει), ως Πρύτανης εκλέγεται καθηγητής πρώτης βαθμίδας Α.Ε.Ι. της ημεδαπής, ή της αλλοδαπής με τα ίδια ακριβώς προσόντα, ενώ, με την διεύρυνση του κύκλου των υποψηφίων, μέσω διεθνούς προσκλήσεως ενδιαφέροντος εκδιδόμενης από τον Πρόεδρο του Συμβουλίου, ο νομοθέτης αποσκοπεί, όπως εκτίθεται ειδικότερα στην αιτιολογική έκθεση του Ν. 4009/2011, στην προσέλκυση ως υποψηφίων ελλήνων ακαδημαϊκών δασκάλων της ημεδαπής ή της αλλοδαπής, με πλούσια διοικητική εμπειρία για την ανάδειξή τους στο αξίωμα του Πρύτανη, ο οποίος είναι ο «ακαδημαϊκός ηγέτης του Ιδρύματος και έχει την ευθύνη της διοίκησής του». Πέραν δε τούτων, ο Πρύτανης αντλεί τη νομιμοποίησή του μέσω της εκλογής του με άμεση, μυστική και καθολική ψηφοφορία από τα μέλη της ακαδημαϊκής κοινότητας (καθηγητές και υπηρετούντες λέκτορες) του οικείου Α.Ε.Ι. Περαιτέρω, ο τρίτος επί μέρους ισχυρισμός των αιτούντων ως προς τα προβλεπόμενα στο νόμο κριτήρια επιλογής του Πρύτανη είναι απορριπτέος, διότι πρόκειται για κριτήρια πρόσφορα (καθηγητής πρώτης βαθμίδας Α.Ε.Ι. της ημεδαπής ή της αλλοδαπής, με ελληνική ιθαγένεια και άριστη γνώση της ελληνικής γλώσσας, αναγνωρισμένο κύρος και σημαντική διοικητική εμπειρία) για την εξυπηρέτηση του σκοπού του νόμου και τα οποία διαγιγνώσκονται κατόπιν αξιολογικής κρίσεως. Επίσης, αβάσιμος και απορριπτέος είναι ο τέταρτος ισχυρισμός που αφορά στο εκλεκτορικό σώμα για την εκλογή του Πρύτανη, προεχόντως, διότι ο νόμος (άρθρο 8, παρ. 16, περίπτ. α΄, του Ν. 4009/2011, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 παρ. 8 του Ν. 4076/2012) προβλέπει ότι ο Πρύτανης εκλέγεται όχι μόνο από τους Καθηγητές αλλά και «από τους υπηρετούντες λέκτορες του ιδρύματος». Ακολούθως, και ο πέμπτος ισχυρισμός είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, διότι με την ανάθεση στο Συμβούλιο της αρμοδιότητας προεπιλογής δύο (2) ή τριών (3), κατά περίπτωση, υποψηφίων μεταξύ εκείνων που έχουν τα νόμιμα προσόντα (άρθρο 8, παρ. 16, περίπτ. γ΄, του Ν. 4009/2011, όπως ισχύει), ο νομοθέτης επεδίωξε την ισόρροπη κατανομή αρμοδιοτήτων και ρόλων μεταξύ του Πρύτανη και του Συμβουλίου του Ιδρύματος, στο πλαίσιο της νέας οργανώσεως των Α.Ε.Ι., με στόχο την προσαρμογή και ανάπτυξή τους στις σύγχρονες συνθήκες. Τέλος, απορριπτέος, ως ερειδόμενος επί εσφαλμένης προϋποθέσεως είναι και ο έκτος και τελευταίος προβαλλόμενος στα πλαίσια του κρινόμενου λόγου ακυρώσεως ισχυρισμός περί περιορισμού του ρόλου του Πρύτανη έναντι του Συμβουλίου στην διοίκηση των Α.Ε.Ι., διότι, όπως έχει ήδη εκτεθεί στην έκτη σκέψη, μετά τις σημαντικές τροποποιήσεις που επέφερε στις αρχικές ρυθμίσεις του Ν. 4009/2011 ο Ν. 4076/2012, μεταβλήθηκε ο συσχετισμός μεταξύ των οργάνων διοικήσεως των Α.Ε.Ι., με αποτέλεσμα τον σαφή περιορισμό, αν όχι υποβάθμιση, του ρόλου του Συμβουλίου στην άσκηση της διοικήσεως των Α.Ε.Ι., έναντι των λοιπών οργάνων του Ιδρύματος, δηλαδή του Πρύτανη και της Συγκλήτου.
18. Επειδή, προβάλλεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι παράνομη και ακυρωτέα, ως εκδοθείσα κατ’ εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 8 και 9 του Ν. 4009/2011, με τις οποίες προβλέπεται η συμμετοχή του Συμβουλίου στην διαδικασία εκλογής του Κοσμήτορα της Σχολής και η παύση του με απόφαση του Συμβουλίου, το οποίο ασκεί τις εν λόγω αρμοδιότητες με βάση και ακαδημαϊκά κριτήρια, χωρίς, όμως, το όργανο αυτό να διαθέτει την ακαδημαϊκή – επιστημονική επάρκεια για μία τέτοια κρίση, ενώ και τα «εσωτερικά» μέλη του οργάνου ενδέχεται να μην έχουν οποιαδήποτε σχέση με το επιστημονικό αντικείμενο των υποψηφίων κοσμητόρων. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, προεχόντως, ενόψει των ρυθμίσεων του άρθρου 9, παρ. 2 – 6, του Ν. 4009/2011, όπως τροποποιήθηκαν με το άρθρο 3, παρ. 1 – 5 του Ν. 4076/2012, από τις οποίες προκύπτει, μεταξύ άλλων, ότι: α) το Συμβούλιο δεν εκλέγει πλέον τον Κοσμήτορα, αλλά η αρμοδιότητά του περιορίζεται στην (προ)επιλογή, εφόσον είναι ενδεκαμελές δύο (2) και, εφόσον είναι δεκαπενταμελές, τριών (3) υποψηφίων μεταξύ αυτών που συγκεντρώνουν τα τυπικά προσόντα και ύστερα από συνεκτίμηση των ουσιαστικών τους προσόντων, β) ο Κοσμήτορας εκλέγεται πλέον από τους Καθηγητές και τους υπηρετούντες λέκτορες της Σχολής, με άμεση, μυστική και καθολική ψηφοφορία και, ακολούθως, διορίζεται από τον Πρύτανη, γ) ο κυριαρχικός ρόλος του Κοσμήτορα στην οικεία Σχολή, τον οποίο του επεφύλασσε αρχικά ο νόμος, έχει περιορισθεί σημαντικά, εφόσον δεν έχει πλέον την αρμοδιότητα συγκροτήσεως των «επιτροπών επιλογής και εξέλιξης καθηγητών», του άρθρου 19 του Ν. 4009/2011 (δηλ. των «εκλεκτορικών σωμάτων»), την οποία του είχε αναθέσει η διάταξη του άρθρου 9, παρ. 5, περίπτ. ε΄, του Ν. 4009/2011 και η οποία ανατίθεται εφεξής στην Συνέλευση του Τμήματος, κατόπιν σύμφωνης γνώμης της Κοσμητείας, αλλά διατηρεί την σχετική αρμοδιότητα μόνο ως προς τις «επιτροπές αξιολόγησης» των Καθηγητών, του άρθρου 21 του Ν. 4009/2011 και δ) το Συμβούλιο, ναι μεν κατά την διάταξη του άρθρου 9, παρ. 3, του Ν. 4009/2011, όπως αναριθμήθηκε με το άρθρο 3, παρ. 3, του Ν. 4076/2012, έχει την αρμοδιότητα να παύει τον Κοσμήτορα, για ανεπάρκεια στην εκτέλεση των καθηκόντων του, όμως η απόφασή του λαμβάνεται με αυξημένη πλειοψηφία των τριών τετάρτων (3/4) του συνόλου των μελών του, από τα οποία τουλάχιστον η πλειοψηφία διαθέτει την απαιτούμενη προς τούτο ακαδημαϊκή και επιστημονική επάρκεια. Με τα δεδομένα αυτά η ρύθμιση δεν προσκρούει σε κάποια συνταγματική αρχή ή διάταξη, εντάσσεται δε στην επιδιωκόμενη από το νομοθέτη ισόρροπη κατανομή αρμοδιοτήτων και ρόλων μεταξύ, αφενός, του Συμβουλίου και, αφετέρου, των λοιπών οργάνων των Α.Ε.Ι. και των Σχολών τους, με στόχο την ανταπόκρισή τους στις νέες ανάγκες και την προσαρμογή τους στις σύγχρονες συνθήκες. Εξάλλου, σύμφωνα με το νόμο (άρθρο 9, παρ. 2, περίπτ. β΄, του Ν. 4009/2011, όπως ισχύει), η διαδικασία εκλογής του Κοσμήτορα διενεργείται από τριμελή επιτροπή Καθηγητών πρώτης βαθμίδας του Ιδρύματος, από τους οποίους δύο (2) ανήκουν στην οικεία Σχολή, ενώ ένας (1) προέρχεται από άλλη, μεταξύ δε των αρμοδιοτήτων της επιτροπής αυτής, η οποία ορίζεται από τον Πρύτανη, περιλαμβάνονται η συγκέντρωση των υποψηφιοτήτων, καθώς και η εκλογιμότητα των υποψηφίων, προφανώς μετά από συνεκτίμηση όχι μόνο των διοικητικών αλλά και των ακαδημαϊκών τους προσόντων.
19. Επειδή, προβάλλεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι μη νόμιμη και ακυρωτέα, διότι, προβλέποντας ένα περίπλοκο εκλογικό σύστημα και την δυνατότητα ηλεκτρονικής καταμέτρησης των ψήφων, προάγει την αδιαφάνεια, αποκλείει τον έλεγχο της εφορευτικής επιτροπής, καθώς και την δικαστική προστασία των θιγομένων. Η προσβαλλόμενη απόφαση ρυθμίζει τον τρόπο οργανώσεως της εκλογικής διαδικασίας αναδείξεως των εσωτερικών μελών του Συμβουλίου και τον Πρύτανη των Α.Ε.Ι., αφενός, μέσω κάλπης (Κεφάλαιο Β΄) και, αφετέρου, σε περίπτωση δύο άγονων εκλογικών διαδικασιών με κάλπη, μέσω ηλεκτρονικής και επιστολικής ψήφου (Κεφάλαιο Γ΄), σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 8 του Ν. 4009/2011 όπως έχουν τροποποιηθεί και ισχύουν μετά το Ν. 4076/2012. Ρυθμίζει, επίσης (Κεφάλαιο ΣΤ΄), την εφαρμογή του συστήματος της ταξινομικής ψήφου (κατά τα οριζόμενα στην εξουσιοδοτική διάταξη του άρθρου 8, παρ. 4, περίπτ. β΄, του Ν. 4009/2011, όπως τροποποιήθηκε με το Ν. 4076/2012), κατά το οποίο ο εκλογέας εκφράζει την βούληση και την προτίμησή του στους υποψηφίους, οι οποίοι αναγράφονται σε ενιαίο ψηφοδέλτιο κατ’ αλφαβητική σειρά, χωρίς άλλα διακριτικά γνωρίσματα συνδυασμών, με διαδοχικούς και συνεχόμενους ακέραιους αριθμούς (1, 2, 3 κ.λπ.). Λόγω της σχετικής πολυπλοκότητας της διαδικασίας καταμέτρησης των ψήφων, προβλέπεται στην προσβαλλόμενη απόφαση (άρθρο 22 παρ. 1) ότι αυτή «μπορεί να διενεργείται ηλεκτρονικά». Περαιτέρω, όπως εκθέτει η διοίκηση στο έγγραφο με τις απόψεις της προς το Δικαστήριο και προκύπτει από τον δικτυακό τόπο του Υπουργείου Παιδείας και Θρησκευμάτων στον οποίο γίνεται παραπομπή, η ηλεκτρονική διαδικασία, αφενός, διευκολύνει δραστικά την καταμέτρηση των ψήφων και, αφετέρου, αποτυπώνει κάθε ψηφοδέλτιο σε κάθε στάδιο της εκλογικής διαδικασίας, καθιστώντας διαφανή την διαδικασία και ευχερέστατο τον έλεγχο των αποτελεσμάτων. Η ηλεκτρονική αυτή διαχείριση του εκλογικού συστήματος δεν αποκλείει τον «χειροκίνητο» έλεγχο της διαδικασίας καταμέτρησης, ο οποίος είναι εφικτός, πλην χρονοβόρος. Με τα δεδομένα αυτά και λαμβανομένου υπόψη α) ότι το θεσμοθετούμενο εκλογικό σύστημα της «ταξινομικής ψήφου», παρ’ ότι περίπλοκο (βλ. ιδίως το άρθρο 22 της προσβαλλόμενης αποφάσεως, κατά το οποίο η εκλογή των υποψηφίων λαμβάνει χώρα σε περισσότερους του ενός γύρους καταμέτρησης των ψήφων), έχει τύχει εφαρμογής ακόμη και σε βουλευτικές ή προεδρικές εκλογές, όπου κατά τεκμήριο οι εκλογείς και οι υποψήφιοι είναι πολυπληθείς (π.χ. Ιρλανδία, Αυστραλία, Ν. Ζηλανδία), και β) ότι η ηλεκτρονική καταμέτρηση των ψήφων δεν προβλέπεται ως αποκλειστικός τρόπος εξαγωγής των αποτελεσμάτων, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι οι ισχυρισμοί των αιτούντων περί αδυναμίας ελέγχου των εκλογικών αποτελεσμάτων εκ μέρους της Εφορευτικής Επιτροπής και περί ελλείμματος εν προκειμένω δικαστικής προστασίας των ενδιαφερομένων. Εν πάση περιπτώσει, σύμφωνα με το άρθρο 7, παρ. 4, της προσβαλλόμενης αποφάσεως, που εφαρμόζεται σε περίπτωση εκλογικής διαδικασίας με κάλπη, πριν την ενιαία καταμέτρηση των ψήφων από την Κεντρική Εφορευτική Επιτροπή (Κ.Ε.Ε.), η εφορευτική επιτροπή κάθε εκλογικού τμήματος συντάσσει «πρακτικό καταμέτρησης ψηφοδελτίων», το οποίο παραδίδει μαζί με τα ψηφοδέλτια, τους φακέλους και το πρωτόκολλο ψηφοφορίας στην Κ.Ε.Ε., τα οποία φυλάσσονται και μπορούν να ελεγχθούν απευθείας και χωρίς την χρήση ηλεκτρονικού συστήματος, σε περίπτωση υποβολής ενστάσεων, κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 8 της αποφάσεως. Επίσης, η Κ.Ε.Ε. συντάσσει τελικό πρακτικό (πρακτικό εκλογής), στο οποίο, «εκτός από τα συνήθη στοιχεία, περιέχονται: α) ο συνολικός αριθμός των εγγεγραμμένων στους εκλογικούς καταλόγους εκλογέων, β) ο συνολικός αριθμός των ψηφισάντων, γ) ο συνολικός αριθμός των έγκυρων, άκυρων και λευκών ψηφοδελτίων, δ) το περιεχόμενο εκάστου ψηφοδελτίου και ο αριθμός των προτιμήσεων που αναγράφονται σε αυτό, ε) η κατανομή των ψηφοδελτίων ανά υποψήφιο σε κάθε γύρο καταμέτρησης, στ) ο συνολικός αριθμός ψήφων που έλαβε κάθε υποψήφιος σε κάθε γύρο, ζ) η κατάταξη των υποψηφίων με φθίνουσα σειρά ανά γύρο, η) οι υποψήφιοι που εξελέγησαν, οι υποψήφιοι που αποκλείστηκαν ανά γύρο καταμέτρησης, η διαδικασία εκλογής ή αποκλεισμού τους και ο αριθμός των ψήφων με βάση τις οποίες εξελέγησαν ή αποκλείστηκαν, θ) ο αριθμός και το περιεχόμενο των ψηφοδελτίων που μεταφέρθηκαν σε άλλους υποψηφίους, η κατανομή των ψήφων μεταξύ των υποψηφίων και ο συντελεστής βαρύτητας εκάστου ψηφοδελτίου σε κάθε γύρο καταμέτρησης, ι) τα αποτελέσματα των τυχόν κληρώσεων και οι υποψήφιοι μεταξύ των οποίων διεξήχθησαν, ια) η τελική κατάταξη των εκλεγέντων υποψηφίων, ο αριθμός των ψήφων που συγκέντρωσαν και ο γύρος στον οποίο εξελέγησαν και ιβ) οι ενστάσεις που υποβλήθηκαν και οι αποφάσεις επί αυτών. Τέλος, στο πρακτικό αναγράφονται τα αποτελέσματα της καταμέτρησης και διαλογής των ψήφων, με την ακόλουθη σειρά: Προτάσσονται οι εκλεγέντες υποψήφιοι, οι οποίοι κατατάσσονται κατά αύξουσα σειρά, ανάλογα με το γύρο στον οποίο εξελέγησαν, έπονται οι υποψήφιοι που αποκλείστηκαν, ακολουθούν οι υποψήφιοι που δεν εξελέγησαν» (άρθρο 9 παρ. 4). Το πρακτικό εκλογής, τα πρακτικά καταμέτρησης και τα πρωτόκολλα ψηφοφορίας, τα ψηφοδέλτια με τη σειρά αρίθμησής τους, οι αριθμημένοι φάκελοι και το λοιπό εκλογικό υλικό φυλάσσονται με ευθύνη της Κ.Ε.Ε., σε συνεργασία με την αρμόδια υπηρεσία τεχνικής υποστήριξης του οικείου Α.Ε.Ι. (άρθρο 9, παρ. 5, τελευταίο εδάφιο). Αντίστοιχες ρυθμίσεις περιέχει η προσβαλλόμενη απόφαση, αφενός, για την εκλογική διαδικασία με ηλεκτρονική ψήφο (άρθρο 12, παρ. 2 και 3) και, αφετέρου, για την εκλογική διαδικασία με επιστολική ψήφο (άρθρα 17 – 18).
20. Επειδή, προβάλλεται ότι η προσβαλλόμενη είναι παράνομη και ακυρωτέα διότι, κατά το μέρος που προβλέπει τη δυνατότητα ασκήσεως του εκλογικού δικαιώματος από απόσταση, χωρίς την αυτοπρόσωπη παρουσία του ψηφοφόρου στο εκλογικό τμήμα και καθιερώνει την χρήση υπολογιστικού συστήματος και αυτοματοποιημένων μεθόδων για την οργάνωση και διεξαγωγή της όλης εκλογικής διαδικασίας, προάγει την αδιαφάνεια και αποκλείει την δικαστική προστασία, ενώ δεν διασφαλίζει τις προϋποθέσεις ασφάλειας, την ακεραιότητα, την εγγύηση και τη μυστικότητα της ψήφου. Ειδικότερα, προβάλλονται οι εξής επιμέρους ισχυρισμοί: α) ότι δεν είναι δυνατός ο έλεγχος για την ταυτοπροσωπία του ψηφοφόρου από την εφορευτική επιτροπή του Πανεπιστημίου, β) ότι δεν αποτρέπει την περίπτωση υποκλοπής των στοιχείων του ψηφοφόρου ή επιβολής συγκεκριμένης ψήφου από τρίτους, εφόσον η ψηφοφορία θα γίνεται από απομακρυσμένη πρόσβαση χωρίς τον έλεγχο της εφορευτικής επιτροπής, γ) ότι η εφορευτική επιτροπή δεν έχει κανένα άλλο ρόλο πέραν της αρμοδιότητας να δώσει τους χρόνους ενάρξεως και λήξεως της ψηφοφορίας, ενώ περιορίζεται στην επικύρωση των ηλεκτρονικών εκλογικών αποτελεσμάτων, τα οποία επεξεργάζεται, υπολογίζει και εξάγει ένα εντελώς ανεξέλεγκτο υπολογιστικό σύστημα, σύμφωνα με τις οδηγίες που δίνονται όχι από τα όργανα του Πανεπιστημίου που έχουν την ευθύνη της εκλογής αλλά από το Υπουργείο Παιδείας, δ) ότι η διενέργεια των εκλογών δεν είναι αποκλειστική ευθύνη των αρμοδίων οργάνων του Πανεπιστημίου, καθώς ευθύνη έχουν και εξωτερικά μέλη (άγνωστα στην εφορευτική επιτροπή), όπως αυτά ορίζονται από το σύστημα διαχειρίσεως “ΖΕΥΣ”, ε) ότι ψηφιοποιείται μία διαδικασία, η οποία αποτελεί τον κορυφαίο θεσμό της δημοκρατίας και υποβιβάζεται η άσκηση ενός θεμελιώδους πολιτικού δικαιώματος στο επίπεδο των ηλεκτρονικών συναλλαγών στις οποίες προβαίνει καθημερινά ο πολίτης, και στ) ότι ευνοεί τους ψηφοφόρους εκείνους που έχουν εξοικειωθεί με τις νέες τεχνολογίες και οδηγεί στον αποκλεισμό των υπολοίπων από τις διαδικασίες λήψεως αποφάσεων.
21. Επειδή, στο κεφάλαιο Γ΄, με τον τίτλο «Ηλεκτρονική Ψήφος», της προσβαλλόμενης «κωδικοποιητικής» υπουργικής αποφάσεως, περιγράφονται η εκλογική διαδικασία (άρθρο 11), το πέρας αυτής, ο τρόπος συντάξεως των πρακτικών και του πίνακα αποτελεσμάτων (άρθρο 12) καθώς και τα της υποβολής τυχόν ενστάσεων (άρθρο 13). Όπως προκύπτει από τις διατάξεις του άρθρου 11, παρ. 3 και 4, της εν λόγω αποφάσεως και τα όσα αναλυτικά αναφέρονται στον δικτυακό τόπο του Υπουργείου Παιδείας και Θρησκευμάτων στον οποίο γίνεται παραπομπή (βλ. κείμενο υπό τον τίτλο «Απαντήσεις για τους ψηφοφόρους-Το σύστημα Ζευς με απλά λόγια»), ο έλεγχος της ταυτοπροσωπίας του ψηφοφόρου διασφαλίζεται μέσω της διαδικασίας αποστολής ειδικού-εξατομικευμένου ηλεκτρονικού μηνύματος σε όλους τους εγγεγραμμένους εκλογείς, το οποίο περιλαμβάνει την ακριβή διαδικτυακή διεύθυνση, στην οποία ο εκλογέας ασκεί το εκλογικό του δικαίωμα, καθώς και κάθε άλλη απαραίτητη πληροφορία. Ο ψηφοφόρος, αφού καταχωρήσει την ψήφο του στο ηλεκτρονικό σύστημα, λαμβάνει μια ψηφιακή «Απόδειξη Καταχώρησης Ψήφου», η οποία αποτελεί τεκμήριο της συμμετοχής του στην ψηφοφορία και θα πρέπει να κατατίθεται μαζί με κάθε τυχόν ένσταση του εκλογέα. Με τα ανωτέρω δεδομένα, πρέπει ν’ απορριφθεί ως αβάσιμος ο ισχυρισμός των αιτούντων, με τον οποίο προβάλλεται ότι με το σύστημα της ηλεκτρονικής ψηφοφορίας δεν διασφαλίζεται ο έλεγχος της ταυτοπροσωπίας του ψηφοφόρου. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τον ως άνω δικτυακό τόπο, κατά την ηλεκτρονική ψηφοφορία προβλέπονται διαδικασίες, προκειμένου να διασφαλισθεί ότι δεν θα υπάρξει υποκλοπή των στοιχείων του ψηφοφόρου ή επιβολή συγκεκριμένης ψήφου από τρίτους. Ειδικότερα, προβλέπεται ότι κάθε ψηφοφόρος μπορεί να ψηφίσει όσες φορές θέλει μέχρι να λήξει η διαδικασία της ψηφοφορίας, ώστε, στην περίπτωση που ψήφισε με εξωτερική επιρροή, να έχει την δυνατότητα να ξαναψηφίσει με τρόπο που εκφράζει ελεύθερα και ανεπηρέαστα τις επιλογές του. Παράλληλα, αντιμετωπίζεται ο κίνδυνος να διπλομετρηθούν ψήφοι, καθόσον προβλέπεται ότι κάθε νέα ψήφος στην απόδειξη της καταχωρήσεώς της αναφέρει σαφώς την ακύρωση της προηγούμενης ψήφου. Επίσης, εξασφαλίζεται και η περίπτωση υποκλοπής των στοιχείων του ψηφοφόρου, διότι, εάν ο ψηφοφόρος δεν παρέλαβε καθόλου ηλεκτρονικό μήνυμα ή εάν το έλαβε και δει στην σελίδα του ότι ψήφισε ενώ γνωρίζει ότι δεν έχει ψηφίσει, μπορεί ν’ απευθυνθεί αμέσως στην εφορευτική επιτροπή, η οποία οφείλει αμελλητί να προβεί στην εξέταση και επίλυση του ζητήματος, εξασφαλίζοντας το δικαίωμα της ψήφου, ενώ προβλέπεται και η «διαδικασία ελέγχου ψήφου» μέσω «κωδικών ελέγχου», που μπορούν να χρησιμοποιηθούν αν ο χρήστης έχει την υποψία ότι ο υπολογιστής του έχει παραβιασθεί από κακόβουλο λογισμικό. Με τα δεδομένα αυτά, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι οι περί του αντιθέτου ισχυρισμοί των αιτούντων, οι οποίοι, άλλωστε, δεν αμφισβητούν με ειδικότερες αιτιάσεις την αποτελεσματικότητα και αξιοπιστία των προβλεπόμενων, εξόχως τεχνικών, διαδικασιών αντιμετωπίσεως των πιθανών περιπτώσεων υποκλοπής των στοιχείων του ψηφοφόρου και επιβολής συγκεκριμένης ψήφου από τρίτους. Εξάλλου, σύμφωνα με τα όσα προκύπτουν από τις ως άνω διατάξεις της προσβαλλόμενης αποφάσεως και τα όσα αναφέρονται στον δικτυακό τόπο του Υπουργείου Παιδείας και Θρησκευμάτων, στον οποίο παραπέμπει η Διοίκηση με τις απόψεις της, το απόρρητο της ψήφου διασφαλίζεται μέσω των διαδικασιών της «κρυπτογράφησης της ψήφου» και της «ανώνυμης μίξης των κρυπτογραφημένων ψηφοδελτίων». Ειδικότερα, για την κρυπτογράφηση των ψήφων σε κάθε ψηφοφορία, υπάρχουν πολλαπλά «κρυπτογραφικά κλειδιά», οι «Κωδικοί Ψηφοφορίας», τα οποία κατέχουν και διαφυλάσσουν με προσωπική ευθύνη τα μέλη της εφορευτικής επιτροπής, ενώ και το σύστημα «Ζευς» κατέχει επίσης έναν κωδικό, με αποτέλεσμα το απόρρητο να προσβάλλεται μόνο εάν κάποιος έχει διαθέσιμους ταυτόχρονα τους κωδικούς όλων των μελών, καθώς και αυτόν του συστήματος ‘Ζευς’, πράγμα το οποίο είναι πρακτικά αδύνατο. Ως προς την «ανώνυμη μίξη των κρυπτογραφημένων ψηφοδελτίων», προβλέπεται μία τεχνική διαδικασία «μαθηματικής απόδειξης» για το ότι η μίξη έγινε σωστά. Με τα δεδομένα αυτά και λαμβανομένου υπ’ όψιν ότι τα εν λόγω ζητήματα είναι εξόχως τεχνικά, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο υπό κρίση λόγος ακυρώσεως, κατά το μέρος που με αυτόν προβάλλεται ότι με το σύστημα ηλεκτρονικής ψηφοφορίας δεν διασφαλίζονται προϋποθέσεις για την ασφάλεια, την ακεραιότητα, την εγγύηση και τη μυστικότητα της ψήφου, χωρίς να αμφισβητούνται οι προβλεπόμενες διαδικασίες με ειδικότερους ισχυρισμούς. Περαιτέρω, από τα προαναφερόμενα προκύπτει ότι ο ρόλος της εφορευτικής επιτροπής είναι θεμελιώδης σε όλες τις φάσεις της εκλογικής διαδικασίας, καθόσον διασφαλίζει το απόρρητο της ψηφοφορίας μέσω της διαδικασίας των «Κωδικών Ψηφοφορίας», για τους οποίους κάθε μέλος ευθύνεται, προσωπικά, πειθαρχικά και οι οποίοι είναι απαραίτητοι για την παραγωγή των αποτελεσμάτων, φυλάσσει το πρακτικό καταμετρήσεως, το πρακτικό εκλογής και το λοιπό εκλογικό υλικό σε συνεργασία με την αρμόδια υπηρεσία τεχνικής υποστηρίξεως του οικείου ΑΕΙ και, τέλος, αποφαίνεται επί των ενστάσεων κατά του κύρους των εκλογών. Ως εκ τούτου, είναι αβάσιμος και απορριπτέος και ο περί του αντιθέτου ισχυρισμός των αιτούντων. Εξάλλου, η συμμετοχή των εξωτερικών μελών που ορίζονται από το σύστημα «Ζευς» περιορίζεται μόνο στην κατοχή ενός «Κωδικού Ψηφοφορίας» ο οποίος, σε συνδυασμό με τους τρεις κωδικούς που διατίθενται στα μέλη της εφορευτικής επιτροπής, διασφαλίζει το απόρρητο της ψηφοφορίας, ενώ ο ρόλος της εφορευτικής επιτροπής είναι, κατά τα ήδη εκτεθέντα, θεμελιώδης σε όλες τις φάσεις της εκλογικής διαδικασίας. Συνεπώς, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος και ο επί μέρους ισχυρισμός των αιτούντων ότι το εν λόγω σύστημα ηλεκτρονικής ψηφοφορίας προβλέπει πως η διενέργεια εκλογών δεν είναι αποκλειστική ευθύνη των αρμοδίων οργάνων του Πανεπιστημίου. Εξάλλου, το γεγονός της ψηφιοποίησης της εκλογικής διαδικασίας, αφενός, δεν απαγορεύεται από καμία συνταγματική ή άλλη υπερνομοθετικής ισχύος διάταξη και, αφετέρου, αποσκοπεί στην εξασφάλιση της ασκήσεως του εκλογικού δικαιώματος, σε περίπτωση που αυτή δεν μπορεί να ασκηθεί με την φυσική παρουσία των ψηφοφόρων, όπως προκύπτει από την οικεία εξουσιοδοτική διάταξη. Ως εκ τούτου, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο υπό κρίση λόγος ακυρώσεως, κατά το μέρος που με αυτόν προβάλλεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι παράνομη και ακυρωτέα, διότι υποβιβάζει την άσκηση ενός θεμελιώδους δικαιώματος στο επίπεδο των ηλεκτρονικών συναλλαγών, στις οποίες προβαίνει καθημερινά ο πολίτης. Τέλος, λαμβανομένου υπ’ όψιν, ότι ο ηλεκτρονικός τρόπος ψηφοφορίας απευθύνεται σε μέλη ΔΕΠ Α.Ε.Ι. και Τ.Ε.Ι., που κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας είναι άνθρωποι εξοικειωμένοι με τις νέες τεχνολογίες, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο υπό κρίση λόγος ακυρώσεως, κατά το μέρος που με αυτόν προβάλλεται ότι ο ηλεκτρονικός τρόπος ψηφοφορίας ευνοεί τους ψηφοφόρους που έχουν εξοικειωθεί με τις νέες τεχνολογίες και οδηγεί στον αποκλεισμό των υπολοίπων από τις διαδικασίες λήψεως αποφάσεων.
22. Επειδή, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στις προηγούμενες σκέψεις, πρέπει η παρούσα δίκη να καταργηθεί ως προς το 9ο και 12ο από τα αιτούντα Α.Ε.Ι. και η υπό κρίση αίτηση να απορριφθεί ως προς τους λοιπούς αιτούντες.
Δ ι ά τ α ύ τ α

Καταργεί την δίκη ως προς τους 9ο και 12ο των αιτούντων.
Απορρίπτει την αίτηση, κατά τα λοιπά.
Διατάσσει την κατάπτωση του παραβόλου.
Επιβάλλει στους λοιπούς αιτούντες, συμμέτρως, την δικαστική δαπάνη του Δημοσίου, η οποία ανέρχεται στο ποσό των τετρακοσίων εξήντα (460) ευρώ.Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 14 Μαρτίου 2014. και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 16ης Φεβρουαρίου 2015.
Ο Πρόεδρος     Η Γραμματέας

Σωτ. Αλ. Ρίζος      Μ. Παπασαράντη

Αρχή
 3 ΣτΕ 527/2015 (Ολομέλεια)
19/2/2015
Αντισυνταγματικότητα των ρυθμίσεων του Ν. 3848/2010 περί του διορισμού αναπληρωτών καθηγητών στη Δευτεροβάθμια εκπαίδευση

Αριθμός 527/2015
ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ
ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 6 Ιουνίου 2014, με την εξής σύνθεση: Σωτ. Ρίζος, Πρόεδρος, Γ. Παπαγεωργίου, Ιω. Μαντζουράνης, Αικ. Σακελλαροπούλου, Δ. Αλεξανδρής, Δ. Σκαλτσούνης, Αρ.-Γ. Βώρος, Σπ. Μαρκάτης, Φ. Ντζίμας, Ηρ. Τσακόπουλος, Α. Καλογεροπούλου, Β. Ραφτοπούλου, Κων. Φιλοπούλου, Δ. Μακρής, Β. Αναγνωστοπούλου - Σαρρή, Σ. Βιτάλη, Ηλ. Μάζος, Β. Κίντζιου, Ελ. Παπαδημητρίου, Σύμβουλοι, Κ. Μαρίνου, Μ. – Ελ. Παπαδημήτρη, Χ. Χαραλαμπίδη, Πάρεδροι. Από τους ανωτέρω οι Σύμβουλοι Ηρ. Τσακόπουλος και Β. Ραφτοπούλου, καθώς και η Πάρεδρος Κ. Μαρίνου, μετέχουν ως αναπληρωματικά μέλη, σύμφωνα με το άρθρο 26 παρ. 2 του ν. 3719/2008. Γραμματέας η Μ. Παπασαράντη. Για να αποφανθεί επί προδικαστικών ερωτημάτων που υποβλήθηκαν με την 2223/2012 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών (άρθρο 1 παρ. 2 ν. 3900/2010), σχετικά με την από 20 Σεπτεμβρίου 2010 αίτηση:
των: 1) Ελένης Αντωνίου του Βασιλείου, κατοίκου Αθηνών κ.λπ , ………
κατά του Υπουργού Παιδείας και Θρησκευμάτων, Πολιτισμού και Αθλητισμού και ήδη Υπουργού Παιδείας και Θρησκευμάτων, ο οποίος παρέστη με τις: 1) Ευαγγελία Σκαλτσά, Νομικό Σύμβουλο του Κράτους και 2) Φωτεινή Δεδούση, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.Στη δίκη παρεμβαίνουν οι: Α. 1) Ελένη Βοζινίδου του Θεοδώρου, κ.λπ. ………..
Η πιο πάνω αίτηση παραπέμφθηκε στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου, κατόπιν της 1175/2014 αποφάσεως του Γ΄ Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας, προκειμένου να επιλύσει η Ολομέλεια το ζήτημα που αναφέρεται στην απόφαση.
Με την αίτηση αυτή οι αιτούντες επιδιώκουν να ακυρωθούν: α) η παράλειψη της Υπουργού Παιδείας, Διά Βίου Μάθησης και Θρησκευμάτων να τους διορίσει κατά το σχολικό έτος 2010-2011 στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, όπως η παράλειψη αυτή εκδηλώθηκε με τις 100369/Δ2/12.8.2010, Φ.361.1/269/102629/Δ1/20.8.2010 και Φ.361.1/270/102630/Δ1/20.8.2010 αποφάσεις της Υπουργού (Γ΄ 772/2010, διορθώσεις σφαλμάτων Γ΄ 840/2010 και 904/2010), με τις οποίες διορίστηκαν εκπαιδευτικοί κλάδων και ειδικοτήτων των αιτούντων, κατά παράλειψη των τελευταίων και β) το 71603/Δ2/21.6.2010 έγγραφο του Διευθυντή της Διεύθυνσης Προσωπικού Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης του Υπουργείου Παιδείας, Διά Βίου Μάθησης και Θρησκευμάτων, απαντητικό στην από 31.5.2010 αίτηση ορισμένων αιτούντων.
Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της παραπεμπτικής αποφάσεως, η οποία επέχει θέση εισηγήσεως, από τον εισηγητή, Σύμβουλο Δ. Σκαλτσούνη.Κατόπιν το Δικαστήριο άκουσε τους πληρεξουσίους των αιτούντων που παρέστησαν, οι οποίοι τοποθετήθηκαν επί των προδικαστικών ερωτημάτων, ανέπτυξαν και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους ακυρώσεως και ζήτησαν να γίνει δεκτή η αίτηση, τον πληρεξούσιο των παρεμβαινουσών που παρέστησαν, ο οποίος τοποθετήθηκε επί των προδικαστικών ερωτημάτων και ζήτησε να γίνει δεκτή η παρέμβαση και τις αντιπροσώπους του Υπουργού, οι οποίες διατύπωσαν την άποψή τους επί των ερωτημάτων και των λόγων ακυρώσεως και ζήτησαν την απόρριψη της αίτησης.
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το Δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του Δικαστηρίου κ α ι
Α φ ο ύ μ ε λ έ τ η σ ε τ α σ χ ε τ ι κ ά έ γ γ ρ α φ α

Σ κ έ φ θ η κ ε κ α τ ά τ ο Ν ό μ ο

1. Επειδή, το Διοικητικό Εφετείο Αθηνών με την 2223/2012 απόφασή του υπέβαλε στο Συμβούλιο της Επικρατείας προδικαστικά ερωτήματα κατά το άρθρο 1 παρ. 2 του ν. 3900/2010 (Α΄ 213), τα οποία αφορούν εκκρεμή ενώπιόν του αίτηση ακυρώσεως των Ελένης Αντωνίου κ.λπ. Οι αιτούντες είναι εκπαιδευτικοί περιληφθέντες στους οριστικούς πίνακες διοριστέων του Ανώτατου Συμβουλίου Επιλογής Προσωπικού (Α.Σ.Ε.Π.) του διαγωνισμού έτους 2008 και ζητούν να ακυρωθεί: α) η παράλειψη της Υπουργού Παιδείας, Διά Βίου Μάθησης και Θρησκευμάτων να τους διορίσει κατά το σχολικό έτος 2010-2011 στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, όπως η παράλειψη αυτή εκδηλώθηκε με τις 100369/Δ2/12.8.2010, Φ.361.1/269/102629/Δ1/20.8.2010 και Φ.361.1/270/102630/Δ1/20.8.2010 αποφάσεις της Υπουργού (Γ΄ 772/2010, διορθώσεις σφαλμάτων Γ΄ 840/2010 και 904/2010), με τις οποίες διορίστηκαν εκπαιδευτικοί κλάδων και ειδικοτήτων των αιτούντων, κατά παράλειψη των τελευταίων∙ β) το 71603/Δ2/21.6.2010 έγγραφο του Διευθυντή της Διεύθυνσης Προσωπικού Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης του Υπουργείου Παιδείας, Διά Βίου Μάθησης και Θρησκευμάτων, απαντητικό στην από 31.5.2010 αίτηση ορισμένων αιτούντων.
2. Επειδή, η υπόθεση εισήχθη ενώπιον του Γ΄ Τμήματος υπό επταμελή σύνθεση. Το Τμήμα εξέδωσε την 1175/2014 απόφαση, με την οποία έκρινε οριστικώς ότι τα προδικαστικά ερωτήματα είχαν υποβληθεί παραδεκτώς. Περαιτέρω, με οριστικές διατάξεις της ίδιας απόφασης το Τμήμα έκρινε απαράδεκτη την παράσταση ενώπιόν του των αιτουσών Αικατερίνης Παντελιού, Μαρίας Βασιλάκη και Βασιλικής Μαυραγάνη, οι οποίες δεν είχαν νομιμοποιηθεί ενώπιον του Εφετείου· έκρινε επίσης παραδεκτή την παρέμβαση των Ελένης Βοζινίδου κ.λπ., οι οποίοι είναι, κατά τα προβαλλόμενα, όπως οι αιτούντες, εκπαιδευτικοί περιληφθέντες στους οριστικούς πίνακες διοριστέων του Α.Σ.Ε.Π. του διαγωνισμού έτους 2008 και μη διορισθέντες έως και το σχολικό έτος 2010-2011, ήδη δε διάδικοι σε εκκρεμείς δίκες, στις οποίες τίθενται τα ίδια ζητήματα (άρθρο 1 παρ. 1 εδαφ. όγδοο ν. 3900/2010, όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση της παρ. 1 από το άρθρο 40 παρ. 1 του ν. 4055/2012 - Α΄ 51). Επί της ουσίας, το Τμήμα έκρινε ότι ετίθετο ζήτημα αντιθέσεως του άρθρου 9 παρ. 1, 8 και 9 του ν. 3848/2010 (Α΄ 71) προς τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 και 103 παρ. 7 του Συντάγματος. Για το λόγο αυτό, αλλά και λόγω σπουδαιότητας, το ζήτημα και η υπόθεση, κατά τις μη οριστικές κρίσεις της απόφασης, παραπέμφθηκαν στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου (άρθρα 100 παρ. 5 Συντάγματος, 14 παρ. 2 περ. β΄ και 5 εδαφ. τελευταίο π.δ. 18/1989 – Α΄ 8 αντίστοιχα).
3. Επειδή, ενώπιον της Ολομελείας παρενέβησαν κατ’ επίκληση του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3900/2010 οι Άννα Κελεπούρη κ.λπ. Η παρέμβαση κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 5.6.2014, μια ημέρα πριν από τη συζήτηση της υπόθεσης (6.6.2014). Συνεπώς, είναι εκπρόθεσμη και άρα απορριπτέα ως απαράδεκτη (άρθρο 49 παρ. 2 π.δ. 18/1989).
4. Επειδή, κατά την παρ. 1 του άρθρου 103 του Συντάγματος: «Οι δημόσιοι υπάλληλοι είναι εκτελεστές της θέλησης του Κράτους και υπηρετούν το λαό·... Τα προσόντα και ο τρόπος του διορισμού τους ορίζονται από το νόμο»· κατά την παρ. 7, προστεθείσα με το από 6.4.2001 Ψήφισμα της Ζ΄ Αναθεωρητικής Βουλής: «Η πρόσληψη υπαλλήλων στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, ..., γίνεται είτε με διαγωνισμό είτε με επιλογή σύμφωνα με προκαθορισμένα και αντικειμενικά κριτήρια και υπάγεται στον έλεγχο ανεξάρτητης αρχής, όπως νόμος ορίζει. …». Τέλος, κατά την παρ. 6 του άρθρου 118, προστεθείσα με το ίδιο Ψήφισμα: «Προβλεπόμενες ή διατηρούμενες στο νόμο 2190/1994, όπως αυτός ισχύει, εξαιρέσεις από την αρμοδιότητα του Ανώτατου Συμβουλίου Επιλογής Προσωπικού εξακολουθούν να ισχύουν».
5. Επειδή, με την παρ. 7 του άρθρου 103 του Συντάγματος κατοχυρώνονται οι αρχές της αξιοκρατίας και της διαφάνειας κατά το διορισμό των δημόσιων υπαλλήλων, οι οποίες συνάγονται, καταρχήν, και από τις γενικότερες διατάξεις της παρ. 1 του ίδιου άρθρου και αποτελούν ειδικότερη έκφραση της συνταγματικής αρχής της ισότητας και του δικαιώματος ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας και συμμετοχής στην οικονομική ζωή της χώρας (άρθρα 4 παρ. 1 και 5 παρ. 1 Συντάγματος). Ειδικότερα, η πρόσληψη υπαλλήλων α) γίνεται με δύο τρόπους, είτε με διαγωνισμό είτε με επιλογή σύμφωνα με προκαθορισμένα και αντικειμενικά κριτήρια και β) υπάγεται στον έλεγχο ανεξάρτητης αρχής. Ο έλεγχος μπορεί είτε να είναι πλήρης, είτε να αφορά τη νομιμότητα της διαδικασίας του διαγωνισμού ή της επιλογής και να περιλαμβάνει τον έλεγχο νομιμότητας της πράξης με την οποία τελειούται η οικεία, κατά περίπτωση, διαδικασία· μέσω δε αυτού, ενόψει της φύσεως της διαδικασίας ως σύνθετης διοικητικής ενέργειας, ελέγχεται η νομιμότητα και των προηγούμενων σταδίων αυτής (βλ. σχετ. Π.Ε. 230/2008 Ολομ.). Ενόψει των ανωτέρω, η, μεταβατικού χαρακτήρα και εξαιρετική, διάταξη της παρ. 6 του άρθρου 118 πρέπει να ερμηνευθεί στενά, ως έχουσα την έννοια ότι εξακολουθούν να ισχύουν, και μετά τη συνταγματική αναθεώρηση, οι προβλεπόμενες στο ν. 2190/1994 (Α΄ 28) εξαιρέσεις από την αρμοδιότητα του Α.Σ.Ε.Π., εφόσον δεν είχαν καταργηθεί ή τροποποιηθεί όχι μόνον άμεσα, με ευθεία αναφορά στις διατάξεις του νόμου αυτού, αλλά και έμμεσα, με μεταγενέστερες νομοθετικές ρυθμίσεις μέχρι την ψήφιση στις 6.4.2001 του αναθεωρημένου Συντάγματος. Επομένως, για να κριθεί η συμβατότητα με τις ως άνω διατάξεις του Συντάγματος νομοθετικών ρυθμίσεων μεταγενέστερων της συνταγματικής αναθεώρησης, με τις οποίες μεταβάλλονται οι προϋποθέσεις και ο τρόπος διορισμού των μόνιμων εκπαιδευτικών της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, θα ληφθούν υπόψη όχι μόνον η μνημονευόμενη στην έβδομη σκέψη διάταξη του άρθρου 14 παρ. 2 περ. γ΄ του ν. 2190/1994, η οποία εξαίρεσε τους διορισμούς αυτούς από την αρμοδιότητα του Α.Σ.Ε.Π., αλλά και η όλη εξέλιξη του νομοθετικού καθεστώτος επί του ζητήματος αυτού και, ειδικότερα, οι μεταγενέστερες του νόμου αυτού και προγενέστερες της συνταγματικής αναθεώρησης διατάξεις, με τις οποίες έμμεσα τροποποιήθηκε ή και καταργήθηκε η τελευταία διάταξη (Σ.τ.Ε. 3593 - 3595/2008 Ολομ.).
6. Επειδή, υπό την ισχύ του ν. 1566/1985 (Α΄ 167) και σύμφωνα με το άρθρο 15 αυτού, οι διορισμοί των εκπαιδευτικών στα δημόσια σχολεία γίνονταν από ετήσιους πίνακες διοριστέων (επετηρίδα), με σειρά καθοριζόμενη, για τους εκπαιδευτικούς της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης από το βαθμό του πτυχίου και της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης από την ημερομηνία υποβολής της αίτησης. Κατά το άρθρο 17, αν απουσίαζαν από τα σχολεία εκπαιδευτικοί, καθώς και αν υπήρχαν άλλες έκτακτες ανάγκες, δημιουργούμενες κατά τη διάρκεια του διδακτικού έτους, προσλαμβάνονταν με αίτησή τους προσωρινοί αναπληρωτές με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου από αυτούς που είχαν υποβάλει αίτηση διορισμού σε θέσεις μόνιμων εκπαιδευτικών (παρ. 1). Προσωρινοί αναπληρωτές προσλαμβάνονταν επίσης με μειωμένο ωράριο διδασκαλίας, όταν οι προβλεπόμενες από το πρόγραμμα ώρες διδασκαλίας δεν δικαιολογούσαν διορισμό μόνιμων εκπαιδευτικών (παρ. 2). Η πρόσληψη προσωρινών αναπληρωτών γινόταν με πράξη των προϊσταμένων των διευθύνσεων πρωτοβάθμιας ή δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, ύστερα από πρόταση των περιφερειακών υπηρεσιακών συμβουλίων. Σε περίπτωση υποβολής περισσότερων αιτήσεων για τις ίδιες θέσεις, ετηρείτο η σειρά υποβολής των αιτήσεων για το διορισμό σε θέσεις μόνιμων εκπαιδευτικών. Η απόλυση των προσωρινών αναπληρωτών γινόταν αυτοδικαίως με τη λήξη του διδακτικού έτους χωρίς αποζημίωση. Αν δεν υπήρχαν ή δεν προσφέρονταν για πρόσληψη σε θέσεις προσωρινών αναπληρωτών υποψήφιοι για διορισμό εκπαιδευτικοί, μπορούσαν, καταρχήν, να προσληφθούν ως προσωρινοί αναπληρωτές ιδιώτες έχοντες τα προσόντα διορισμού (παρ. 3). Τέλος, με την παρ. 17 του άρθρου 14 θεσπίστηκε η δυνατότητα και καθορίστηκαν οι προϋποθέσεις πρόσληψης ωρομισθίων.
7. Επειδή, με τα άρθρα 1 και 2 του ν. 2190/1994 συνεστήθη ως ανεξάρτητη Αρχή το Α.Σ.Ε.Π., στο οποίο ανατέθηκε η αρμοδιότητα ελέγχου της ορθής εφαρμογής των διατάξεων που διέπουν τους διορισμούς και τις προσλήψεις στο δημόσιο τομέα. Σκοπός του νόμου ήταν, κατά την εισηγητική του έκθεση, «η απεξάρτηση των προσλήψεων και διορισμών στο δημόσιο τομέα από οποιαδήποτε κυβερνητική ή άλλη παρέμβαση και η αποκατάσταση της αξιοπιστίας της κοινής γνώμης στον ευαίσθητο αυτό τομέα», καθώς και η καθιέρωση συστήματος «με κύρια χαρακτηριστικά τη διαφάνεια, την αντικειμενικότητα και την αξιοκρατία υπό την εγγύηση του Α.Σ.Ε.Π.», ενώ «βασικές μέθοδοι (ή διαδικασίες) του συστήματος προσλήψεων είναι, αφενός ο διαγωνισμός για τις θέσεις των διοικητικών υπό στενή έννοια, καθηκόντων ... και αφετέρου η σειρά (πίνακες) προτεραιότητας, βάσει σαφώς καθορισμένων αξιοκρατικών κριτηρίων για τις λοιπές θέσεις...». Με το άρθρο 14 παρ. 2 ορίστηκαν κατηγορίες δημόσιων λειτουργών και υπαλλήλων εξαιρούμενες από το εισαγόμενο με το νόμο σύστημα προσλήψεων, είτε διότι διείποντο από ειδικό συνταγματικό ή νομοθετικό καθεστώς με ειδικές διαδικασίες πρόσληψης είτε διότι η φύση των καθηκόντων τους δεν συμβιβαζόταν με το σύστημα του νόμου. Στις εξαιρέσεις υπήχθη, μεταξύ των άλλων, το εκπαιδευτικό προσωπικό της δημόσιας πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης (περ. γ΄), για το οποίο ίσχυε σύστημα προσλήψεων με βάση ετήσιους πίνακες διοριστέων.
8. Επειδή, με το άρθρο 6 του ν. 2525/1997 (Α΄ 188) καταργήθηκε από το έτος 1998 το σύστημα κατάρτισης πινάκων διοριστέων μόνιμων εκπαιδευτικών με βάση τη σειρά εγγραφής στην επετηρίδα και αντικαταστάθηκε από σύστημα κατάρτισης πινάκων διοριστέων με βάση την επιτυχία σε διαγωνισμό διενεργούμενο, ανά διετία, με αφετηρία το έτος 1998, από το Α.Σ.Ε.Π. (παρ. 1 και 3)· προβλέφθηκε δε μεταβατική περίοδος πέντε ετών (1998-2002) παράλληλης λειτουργίας των δύο συστημάτων, με διαδοχικά μειούμενο το ποσοστό των διοριζομένων με βάση την επετηρίδα (παρ. 2). Kατά τη μεταβατική περίοδο προβλέφθηκε ειδική ευνοϊκή ρύθμιση για τους εκπαιδευτικούς που υπηρέτησαν ως προσωρινοί αναπληρωτές ή ωρομίσθιοι, συνιστάμενη στην, υπό προϋποθέσεις, προσαύξηση της βαθμολογίας τους στους διαγωνισμούς του Α.Σ.Ε.Π. (παρ. 5). Με τα δεδομένα αυτά, ο νομοθέτης δεν εξομοίωσε τους προσωρινούς αναπληρωτές με τους λοιπούς αδιόριστους εκπαιδευτικούς, αλλά διαφοροποίησε τους εκπαιδευτικούς της κατηγορίας αυτής από τους άλλους, με την ενίσχυση της βαθμολογίας τους καθόλη τη μεταβατική περίοδο, διευκολύνοντας τον ταχύτερο διορισμό τους στη δημόσια εκπαίδευση (Σ.τ.Ε. 3593 - 3595/2008).
9. Επειδή, περαιτέρω, με το άρθρο 138 του ν. 2725/1999 (Α΄ 121) θεσπίστηκαν δύο ρυθμίσεις υπέρ των προσωρινών αναπληρωτών, οι οποίοι ήταν ως τις 31.12.1997 εγγεγραμμένοι στους πίνακες διοριστέων εκπαιδευτικών του ν. 1566/1985: α) η κατά προτεραιότητα πρόσληψή τους ως προσωρινών αναπληρωτών από το διδακτικό έτος 1999-2000, με δυνατότητα ανανέωσης της σύμβασης για καθένα από τα επόμενα διδακτικά έτη μέχρι το 2002-2003 και μέχρι την εξάντληση του οικείου πίνακα, εφόσον δεν διορίζονταν σε θέσεις μόνιμων εκπαιδευτικών κατά το ν. 1566/1985· β) ο διορισμός τους, κατά σειρά εγγραφής στον οικείο πίνακα, σε κενές οργανικές θέσεις εκπαιδευτικών και σε ποσοστά οριζόμενα με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, με βάση το σύνολο των κενών θέσεων κατά κλάδο από το έτος 2003 και εφεξής. Στη συνέχεια, με το ν. 2834/2000 (Α΄ 160) επιχειρήθηκε η μεταρρύθμιση του ν. 2525/1997 με κύριο στόχο τη βελτίωση της διαδικασίας διαγωνισμού του Α.Σ.Ε.Π., προκειμένου να επιτυγχάνεται η πρόσληψη του καλύτερου δυναμικού των εκπαιδευτικών. Προς τούτο προβλέφθηκαν: α) η εισαγωγή του κλειστού αριθμού των θέσεων, οι οποίες ορίζονταν με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων (άρθρο 1 παρ. 3)• β) η προσθήκη των θέσεων, που έμεναν ακάλυπτες εξαιτίας έλλειψης επιτυχόντων, στις θέσεις του επόμενου διαγωνισμού (άρθρο 1 παρ. 5)∙ γ) η ανάθεση στο Α.Σ.Ε.Π. της ευθύνης σύνταξης και ελέγχου των πινάκων των διοριστέων εκπαιδευτικών (άρθρο 1 παρ. 7, με το οποίο αντικαταστάθηκε η παρ. 5 του άρθρου 6 του ν. 2525/1997, όπως αυτή είχε συμπληρωθεί με την παρ. 3 του άρθρου 6 του ν. 2740/1999 – Α΄ 186)· δ) η κατάταξη των υποψηφίων στους πίνακες διοριστέων ύστερα από συνεκτίμηση του βαθμού πτυχίου, μεταπτυχιακών τίτλων σπουδών, διδακτορικού και προηγούμενης εκπαιδευτικής εμπειρίας (άρθρο 1 παρ. 7).
10. Επειδή, ακολούθως, με την παρ. 7 του άρθρου 1 του ν. 2942/2001 (Α΄ 202) ορίστηκε ότι οι προσωρινοί αναπληρωτές και ωρομίσθιοι εκπαιδευτικοί όλων των κλάδων και ειδικοτήτων για τις διδακτικές ανάγκες των σχολείων πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης προσλαμβάνονται κατά σειρά: α) από τους εγγεγραμμένους στον ενιαίο πίνακα αναπληρωτών εκπαιδευτικών του άρθρου 138 του ν. 2725/1999 κατά τη σειρά εγγραφής τους στον πίνακα· β) από τους περιλαμβανομένους στον πίνακα διοριστέων του διαγωνισμού του Α.Σ.Ε.Π. κατά τη σειρά εγγραφής τους στον πίνακα· γ) από ενιαίο πίνακα αναπληρωτών εκπαιδευτικών, συντασσόμενο για κάθε έτος, με βάση το σύνολο της υπηρεσίας· δ) από άλλους υποψήφιους εκπαιδευτικούς έχοντες τα προσόντα διορισμού κατά σειρά εξαρτώμενη από το σύνολο της υπηρεσίας τους σε θέσεις αναπληρωτών ή ωρομισθίων. Επακολούθησε ο ν. 3027/2002 (Α΄ 152), με την παρ. 1 του άρθρου 7 του οποίου ορίστηκε ότι: «α) Από το έτος 2003 και εφεξής οι διορισμοί εκπαιδευτικών πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης στις κενές οργανικές θέσεις πραγματοποιούνται ως εξής: αα) σε ποσοστό 75% από όσους επιτυγχάνουν στο διαγωνισμό του Α.Σ.Ε.Π. και κατά τη σειρά της βαθμολογίας και ββ) σε ποσοστό 25% από όσους είναι εγγεγραμμένοι στον πίνακα αναπληρωτών του άρθρου 138 του ν. 2725/1999 και κατά τη σειρά εγγραφής τους. Αν δεν υπάρχουν υποψήφιοι για διορισμό στην κατηγορία αα΄, οι κενές θέσεις πληρούνται μέχρι να εξαντληθούν, με διορισμό υποψηφίων της κατηγορίας ββ΄. β) Κατ’ εξαίρεση, κατά τους διορισμούς εκπαιδευτικών του έτους 2005, όσοι υποψήφιοι υπάγονται στην υποπερίπτωση ββ΄ της περίπτωσης α΄ διορίζονται σε κενές και συνιστώμενες θέσεις με απόλυτη προτεραιότητα έναντι των υποψηφίων κάθε άλλης κατηγορίας. γ) Μετά την εξάντληση του αριθμού των υποψηφίων του πίνακα της υποπερίπτωσης ββ΄ της περίπτωσης α΄, το ποσοστό των θέσεων καλύπτεται από τους εγγεγραμμένους σε ενιαίο πίνακα αναπληρωτών εκπαιδευτικών, ο οποίος συντάσσεται για κάθε έτος και στον οποίο κατατάσσονται, κατά σειρά που εξαρτάται από το σύνολο των μορίων τους: αα) όσοι έχουν προϋπηρεσία προσωρινού αναπληρωτή ή και ωρομίσθιου εκπαιδευτικού σε δημόσια σχολεία πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, αρμοδιότητας του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων και ββ) όσοι επέτυχαν τη βαθμολογική βάση στον τελευταίο διαγωνισμό του Α.Σ.Ε.Π.». Με την παρ. 2 ορίστηκε ότι: «Σε όσους υπάγονται στις υποπεριπτώσεις αα΄ και ββ΄ της περίπτωσης γ΄ της προηγούμενης παραγράφου προσμετρώνται μόρια ως ακολούθως: α) Σε όσους έχουν προϋπηρεσία προσωρινού αναπληρωτή ή ωρομίσθιου εκπαιδευτικού, ένα μόριο για κάθε μήνα της προϋπηρεσίας τους αυτής, ανεξάρτητα από τη συμμετοχή τους ή όχι στον τελευταίο διαγωνισμό του Α.Σ.Ε.Π. β) Σε όσους έλαβαν τη βαθμολογική βάση κατά τον τελευταίο διαγωνισμό, ένα μόριο για κάθε βαθμολογική μονάδα πάνω από τη βαθμολογική βάση. ...». Με την παρ. 3 ορίστηκε ότι: «α) Για το έτος 2002, στις κενές οργανικές θέσεις εκπαιδευτικών..., όπως αυτές είχαν προσδιορισθεί κατά την προκήρυξη του διαγωνισμού του Α.Σ.Ε.Π. του έτους 2000, διορίζονται όσοι είναι εγγεγραμμένοι στον πίνακα διοριστέων του Α.Σ.Ε.Π., καθώς και όσοι είναι εγγεγραμμένοι στον πίνακα υποψηφίων διοριστέων του ν. 1566/1985, σύμφωνα με τα ποσοστά που προβλέπονται στην παρ. 2 του άρθρου 6 του ν. 2525/1997... β) Για την πλήρωση κενών οργανικών θέσεων ... πέραν αυτών που έχουν προσδιορισθεί σύμφωνα με τα παραπάνω, διορίζονται... : αα) όσοι έλαβαν τη βαθμολογική βάση στο διαγωνισμό του Α.Σ.Ε.Π. του έτους 2000, σε ποσοστό 25% ... ββ) όσοι είναι εγγεγραμμένοι στους πίνακες προσωρινών αναπληρωτών του άρθρου 138 του ν. 2725/1999, σε ποσοστό 75%...». Τέλος, με την παρ. 4 ορίστηκε ότι: «Για την πρόσληψη προσωρινών αναπληρωτών εκπαιδευτικών στα σχολεία πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης από το σχολικό έτος 2002 - 2003 και εφεξής, καταργούνται οι πίνακες των περιπτώσεων γ΄ και δ΄ της παρ. 7 του άρθρου 1 του ν. 2942/2001 και, πέραν του πίνακα του άρθρου 138 του ν. 2725/1999, ο οποίος προηγείται, συντάσσεται, για κάθε έτος, ενιαίος πίνακας προσωρινών αναπληρωτών εκπαιδευτικών, στον οποίο κατατάσσονται κατά σειρά όσοι έχουν τις προϋποθέσεις της περίπτωσης γ΄ της παραγράφου 1 σε συνδυασμό με τις διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου αυτού. Αν εξαντληθούν οι πίνακες των υποψηφίων της κατηγορίας αυτής, προσλαμβάνονται προσωρινοί αναπληρωτές από συμπληρωματικό πίνακα υποψηφίων, ο οποίος συντάσσεται ύστερα από πρόσκληση ενδιαφέροντος και στον οποίο κατατάσσονται οι αιτούντες με βάση την ημερομηνία κτήσης του πτυχίου τους και σε περίπτωση σύμπτωσης της ημερομηνίας αυτής με το βαθμό του πτυχίου τους. ... [το τελευταίο εδάφιο προστέθηκε με το άρθρο 13 παρ. 1 περ. α΄ του ν. 3149/2003 - Α΄ 141. Σύμφωνα με την περ. β΄ η ισχύς της παραγράφου αυτής ανέτρεξε στην έναρξη εφαρμογής του ν. 3027/2002]. Εξ άλλου, με την παρ. 34 του άρθρου 6 του ίδιου ν. 3027/2002 [η οποία τροποποιήθηκε αρχικώς με το άρθρο 9 παρ. 1 α΄, β΄ και γ΄ του ν. 3391/2005 (Α΄ 240) και το άρθρο 23 παρ. 2 του ν. 3467/2006 (Α΄ 128) και στη συνέχεια αντικαταστάθηκε από το άρθρο 2 του ν. 3687/2008 (Α΄ 159), ενώ ακολούθησαν και άλλες τροποποιήσεις με τους ν. 3848/2010, 3879/2010 (Α΄ 163), 3966/2011 (Α΄ 118) και 4076/2012 (Α΄ 159)] καθορίστηκε ποια προϋπηρεσία αναγνωρίζεται ως προϋπηρεσία αναπληρωτή ή ωρομίσθιου εκπαιδευτικού (προϋπηρεσία σε δημόσια σχολεία Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης αρμοδιότητας του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, στα Μουσικά Σχολεία, στα Τμήματα Αθλητικών Διευκολύνσεων, στις Σχολικές Μονάδες Ειδικής Αγωγής, στα Ναυτικά Λύκεια, στα Μεταλυκειακά Προπαρασκευαστικά Κέντρα, στα Ολοήμερα Σχολεία Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης, στα Εκκλησιαστικά Σχολεία, στη Σιβιτανίδειο Δημόσια Σχολή Τεχνών και Επαγγελμάτων κ.α.)· καθορίστηκαν επίσης (ανωτέρω άρθρο 2 ν. 3687/2008) και οι αντίστοιχοι φορείς πρόσληψης, προκειμένου να προσμετρηθεί η εν λόγω προϋπηρεσία (Υπουργείο Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, Υπουργείο Εμπορικής Ναυτιλίας, Αιγαίου και Νησιωτικής Πολιτικής για τα Δημόσια Ναυτικά Λύκεια, πριν από την υπαγωγή τους στο Υπουργείο Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, η διοίκηση της Σιβιτανιδείου Δημόσιας Σχολής Τεχνών και Επαγγελμάτων, για τις σχολές και τα τμήματα αυτής κ.ά.).
11. Επειδή, επακολούθησε ο ν. 3255/2004 (Α΄ 138), στο άρθρο 6 του οποίου ορίστηκαν τα εξής: «1. ... 2. α) Από την έναρξη του σχολικού έτους 2005-2006 και εφεξής, οι διορισμοί εκπαιδευτικών πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης στις κενές οργανικές θέσεις πραγματοποιούνται ως εξής: αα) σε ποσοστό 60% από όσους επιτυγχάνουν στο διαγωνισμό του Ανωτάτου Συμβουλίου Επιλογής Προσωπικού (Α.Σ.Ε.Π.) και κατά τη σειρά της βαθμολογίας, ββ) σε ποσοστό 40% από ενιαίο πίνακα αναπληρωτών, ο οποίος συντάσσεται για κάθε έτος και στον οποίο κατατάσσονται κατά σειρά που εξαρτάται από την πραγματική προϋπηρεσία προσωρινού αναπληρωτή ή ωρομίσθιου εκπαιδευτικού σε δημόσια σχολεία πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης αρμοδιότητας του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων. Αν δεν υπάρχουν υποψήφιοι για διορισμό στην κατηγορία της υποπεριπτώσεως αα΄ οι κενές θέσεις πληρούνται, μέχρι να εξαντληθούν, με διορισμό υποψηφίων της κατηγορίας της υποπεριπτώσεως ββ΄. β) Κατ’ εξαίρεση, κατά τους διορισμούς εκπαιδευτικών του σχολικού έτους 2004-2005, όσοι υποψήφιοι είναι εγγεγραμμένοι στον πίνακα αναπληρωτών του άρθρου 138 του ν. 2725/1999, διορίζονται σε κενές και συνιστώμενες θέσεις κατά τη σειρά εγγραφής τους. 3. … 5. α) Από την έναρξη του σχολικού έτους 2005-2006 η πρόσληψη προσωρινών αναπληρωτών εκπαιδευτικών στα σχολεία πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης γίνεται από ενιαίο πίνακα που συντάσσεται για κάθε έτος και στον οποίο κατατάσσονται, με αίτησή τους, οι υποψήφιοι εκπαιδευτικοί κατά σειρά που εξαρτάται από το σύνολο των μορίων ως ακολούθως: αα) Σε όσους έχουν προϋπηρεσία προσωρινού αναπληρωτή ή ωρομισθίου εκπαιδευτικού, ένα μόριο για κάθε μήνα της προϋπηρεσίας τους. ββ) Σε όσους έλαβαν τη βαθμολογική βάση κατά τον τελευταίο προ της συντάξεως του ως άνω πίνακα διαγωνισμό του Α.Σ.Ε.Π., ένα μόριο για κάθε βαθμολογική μονάδα πάνω από τη βαθμολογική βάση. γγ) Σε όσους έλαβαν τη βαθμολογική βάση κατά τον αντίστοιχο προτελευταίο διαγωνισμό μισό μόριο για κάθε βαθμολογική μονάδα πάνω από τη βαθμολογική βάση. Όσοι υπάγονται σε περισσότερες της μιας από τις ανωτέρω περιπτώσεις λαμβάνουν αθροιστικά τα μόρια αυτών. β) Από την έναρξη του σχολικού έτους 2005-2006 η πρόσληψη ωρομίσθιων εκπαιδευτικών στα σχολεία της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης γίνεται από ενιαίο πίνακα ωρομισθίων που συντάσσεται κατά Περιφερειακή Διεύθυνση Εκπαίδευσης κάθε έτος σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στην περίπτωση α΄. ... γ) ... 6. ...». Στη συνέχεια, με το άρθρο 5 του προαναφερθέντος ν. 3687/2008 ορίστηκε ότι: «1. Όσοι εκπαιδευτικοί συμπληρώνουν την 30.6.2008 πραγματική προϋπηρεσία τουλάχιστον τριάντα (30) μηνών προσωρινού αναπληρωτή ή ωρομίσθιου εκπαιδευτικού σε δημόσια σχολεία Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης, αρμοδιότητας του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, διορίζονται από το σχολικό έτος 2008-2009 και το αργότερο μέχρι και το σχολικό έτος 2012-2013, σε αναλογία που ορίζεται κατ’ έτος στο ένα πέμπτο (1/5) του συνολικού αριθμού των ως άνω εκπαιδευτικών και με σειρά που εξαρτάται από την προαναφερθείσα συνολική προϋπηρεσία την 30.6.2008, κατά προτεραιότητα έναντι των εγγεγραμμένων στον πίνακα της περίπτωσης ββ΄ της παραγράφου 2α΄ του άρθρου 6 του ν. 3255/2004 ... και της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου και πέραν των οριζόμενων ποσοστών με τις διατάξεις της περίπτωσης α΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 6 του ν. 3255/2004. Ο αριθμός των διοριζομένων ανά σχολικό έτος και κατά κλάδο και ειδικότητα καθορίζεται με κοινή υπουργική απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων. 2. Εκπαιδευτικοί που συμπληρώνουν είκοσι τέσσερις (24) μήνες πραγματικής προϋπηρεσίας προσωρινού αναπληρωτή ή ωρομίσθιου εκπαιδευτικού σε δημόσια σχολεία Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης, αρμοδιότητας του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, και έχουν λάβει τη βαθμολογική βάση σε οποιονδήποτε διαγωνισμό εκπαιδευτικών του Α.Σ.Ε.Π., διορίζονται από το σχολικό έτος 2008-2009 και εφεξής στον κλάδο επιτυχίας τους και μόνο, σύμφωνα με τις ανάγκες της Υπηρεσίας, και με σειρά που εξαρτάται από την προαναφερθείσα συνολική προϋπηρεσία, κατά προτεραιότητα έναντι των εγγεγραμμένων στον πίνακα της περίπτωσης ββ΄ της παραγράφου 2α του άρθρου 6 του ν. 3255/2004 και μετά τους εκπαιδευτικούς της προηγούμενης παραγράφου πέραν των οριζόμενων ποσοστών με τις διατάξεις της περίπτωσης α΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 6 του ν. 3255/2004. Ο αριθμός των διοριζομένων ανά σχολικό έτος και κατά κλάδο και ειδικότητα καθορίζεται με κοινή υπουργική απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων. ... 3. ...». Περαιτέρω, με το άρθρο 41 παρ. 4 του ν. 3762/2009 (Α΄ 75) ορίστηκε ότι αναπληρωτές και ωρομίσθιοι εκπαιδευτικοί των μνημονευόμενων στη διάταξη αυτή κλάδων (ΠΕ1 Θεολόγων, ΠΕ2 Φιλολόγων κ.ά.), οι οποίοι απασχολούνταν στα T.E.E. Μαθητείας Α΄ και Β΄ κύκλου του Ο.Α.Ε.Δ. (κ.υ.α. 40026/1999, Β΄ 171) «εντάσσονται, μετά από αίτησή τους, στον ενιαίο πίνακα αναπληρωτών της παραγράφου 5 του άρθρου 6 του ν. 3255/2004 … από το σχολικό έτος 2009-2010. Η προϋπηρεσία των ωρομισθίων υπολογίζεται από 17.2.1999 μέχρι το μισό του υποχρεωτικού ωραρίου του νεοδιόριστου εκπαιδευτικού του οικείου κλάδου… Οι ανωτέρω αποκτούν δικαίωμα διορισμού σε θέσεις μόνιμων εκπαιδευτικών από το σχολικό έτος 2010 - 2011, η δε προϋπηρεσία τους, όπως αναγνωρίζεται σύμφωνα με το προηγούμενο εδάφιο, υπολογίζεται ως πραγματική, κατά την έννοια της παραγράφου 2 του άρθρου 6 του ν. 3255/2004…».
12. Επειδή, τέλος, ο ν. 3848/2010 «Αναβάθμιση του ρόλου του εκπαιδευτ[ικ]ού - καθιέρωση κανόνων αξιολόγησης και αξιοκρατίας στην εκπαίδευση και λοιπές διατάξεις», στο Κεφάλαιο Α΄ αυτού με τίτλο «Κάλυψη θέσεων και λειτουργικών αναγκών της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης» (άρθρα 1 - 9) όρισε, μεταξύ άλλων, τα εξής [όπως οι διατάξεις αυτές ίσχυαν κατά τον κρίσιμο χρόνο, πριν από τις τροποποιήσεις που επέφεραν οι νόμοι 4093/2012 - Α΄ 222 και 4186/2013 - Α΄ 193]: άρθρο 1: Διαγωνισμός του Α.Σ.Ε.Π. «Οι κενές θέσεις εκπαιδευτικών και οι λειτουργικές ανάγκες της πρωτοβάθμιας και της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης καλύπτονται από όσους συγκεντρώνουν βαθμολογία πάνω από τη βάση στο διαγωνισμό του Ανώτατου Συμβουλίου Επιλογής Προσωπικού (Α.Σ.Ε.Π.), όπως ορίζεται στις επόμενες διατάξεις»∙ άρθρο 2: Διενέργεια του διαγωνισμού «1. Το Α.Σ.Ε.Π. προκηρύσσει και διενεργεί ... διαγωνισμό για την κατάρτιση πίνακα κατάταξης εκπαιδευτικών κατά κλάδο και ειδικότητα με σκοπό το διορισμό ή την πρόσληψή τους στην πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση, ύστερα από αίτημα του Υπουργείου Παιδείας, Δια Βίου Μάθησης και Θρησκευμάτων, το οποίο διαμορφώνεται ανάλογα με τις εκπαιδευτικές ανάγκες. 2. Στο διαγωνισμό γίνονται δεκτοί όσοι διαθέτουν τα ειδικά τυπικά προσόντα διορισμού στην πρωτοβάθμια ή δευτεροβάθμια εκπαίδευση σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις, καθώς και πιστοποιημένη παιδαγωγική και διδακτική επάρκεια ... 3. ... 5. Οι μετέχοντες στο διαγωνισμό κατατάσσονται αρχικώς σε πίνακες κατά φθίνουσα σειρά βαθμολογίας κατά κλάδο και ειδικότητα, οι οποίοι καταρτίζονται και ελέγχονται από το Α.Σ.Ε.Π., σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις. Οι πίνακες δημοσιοποιούνται σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία περί Α.Σ.Ε.Π. και αναρτώνται στην ιστοσελίδα του Υπουργείου Παιδείας, Δια Βίου Μάθησης και Θρησκευμάτων και στις διευθύνσεις εκπαίδευσης. Ακολούθως καταρτίζονται, κατά φθίνουσα σειρά βαθμολογίας, οι πίνακες όσων συγκέντρωσαν τη βαθμολογική βάση, κατά κλάδο και ειδικότητα. Η συνολική βαθμολογία προκύπτει από το μέσο όρο βαθμολογίας σε όλες τις θεματικές ενότητες. ... 6. ...»• άρθρο 3: Τελικοί πίνακες κατάταξης εκπαιδευτικών «1. Μετά την οριστικοποίηση των αποτελεσμάτων του διαγωνισμού συντάσσονται από το Α.Σ.Ε.Π., κατά κλάδο και ειδικότητα, οι τελικοί πίνακες κατάταξης εκπαιδευτικών πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης ..., στους οποίους εντάσσονται όσοι συγκέντρωσαν τη βαθμολογική βάση στο διαγωνισμό αυτόν ... Η σειρά κατάταξης των μετεχόντων στον τελικό πίνακα προσδιορίζεται από τις μονάδες που συγκέντρωσαν στο διαγωνισμό, από ακαδημαϊκά κριτήρια, από την προϋπηρεσία τους ως εκπαιδευτικών και από κοινωνικά κριτήρια ... 2. ...»∙ άρθρο 5: Πρόσληψη προσωρινών αναπληρωτών και ωρομίσθιων εκπαιδευτικών «1. Αν για οποιαδήποτε αιτία απουσιάζουν από σχολικές μονάδες πρωτοβάθμιας ή δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης εκπαιδευτικοί ή δημιουργηθούν έκτακτα λειτουργικά κενά κατά τη διάρκεια του διδακτικού έτους, προσλαμβάνονται, με αίτησή τους, προσωρινοί αναπληρωτές εκπαιδευτικοί με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου. Αν οι προβλεπόμενες από το πρόγραμμα ώρες διδασκαλίας και ασκήσεων στο ίδιο σχολείο της ίδιας πόλης ή περιοχής μετάθεσης είναι περισσότερες από τέσσερις και λιγότερες από δεκαέξι και δεν δικαιολογούν το διορισμό μόνιμου εκπαιδευτικού, προσλαμβάνονται προσωρινοί αναπληρωτές εκπαιδευτικοί με μειωμένο ωράριο διδασκαλίας. 2. Η πρόσληψη προσωρινών αναπληρωτών εκπαιδευτικών στις σχολικές μονάδες πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης γίνεται με βάση πίνακες κατάταξης, οι οποίοι συντάσσονται ανά κλάδο ή ειδικότητα για κάθε σχολικό έτος από το Υπουργείο Παιδείας, Δια Βίου Μάθησης και Θρησκευμάτων. Οι ανωτέρω πίνακες συντάσσονται σύμφωνα με τη σειρά που έχουν οι εκπαιδευτικοί στους τελικούς πίνακες του άρθρου 3 και τις δηλώσεις προτίμησής τους. 3. ...»• άρθρο 9: Μεταβατικές διατάξεις «1. Κατά την περίοδο έως και το σχολικό έτος 2011-2012 οι διορισμοί μόνιμων εκπαιδευτικών στην πρωτοβάθμια και τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση γίνονται σε ποσοστό 60% από τους ισχύοντες πίνακες διοριστέων εκπαιδευτικών του Α.Σ.Ε.Π. και σε ποσοστό 40% από τους κατά την παράγραφο 2 ενιαίους πίνακες προσωρινών αναπληρωτών εκπαιδευτικών με πραγματική προϋπηρεσία. Με απόφαση του Υπουργού Παιδείας, Διά Βίου Μάθησης και Θρησκευμάτων, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, μπορεί να παρατείνεται η μεταβατική περίοδος του προηγούμενου εδαφίου έως τη διενέργεια του πρώτου διαγωνισμού του Α.Σ.Ε.Π. κατά τις διατάξεις του παρόντος νόμου. 2. Οι ενιαίοι πίνακες προσωρινών αναπληρωτών εκπαιδευτικών που ισχύουν κατά τη δημοσίευση του νόμου αυτού στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως παύουν να τροφοδοτούνται με νέα στοιχεία προϋπηρεσίας από την 1η Ιουλίου 2010 και ισχύουν μέχρι την κατάρτιση των πινάκων που προβλέπονται στο άρθρο 3. 3. Οι προσλήψεις προσωρινών αναπληρωτών και ωρομισθίων στην πρωτοβάθμια και τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση κατά την περίοδο έως και το σχολικό έτος 2011-2012 γίνονται από τους πίνακες της παραγράφου 2. 4. ... 8. Μέχρι και το σχολικό έτος 2014-2015 όσοι εκπαιδευτικοί συμπλήρωσαν την 30ή Ιουνίου 2008 πραγματική προϋπηρεσία τουλάχιστον τριάντα (30) μηνών προσωρινού αναπληρωτή ή ωρομίσθιου εκπαιδευτικού σε δημόσια σχολεία πρωτοβάθμιας ή δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης αρμοδιότητας του Υπουργείου Παιδείας, Δια Βίου Μάθησης και Θρησκευμάτων, διορίζονται επιπλέον, εφόσον υπάρχουν εκπαιδευτικές ανάγκες και δεν έχουν διοριστεί κατά τις διατάξεις του παρόντος νόμου, κατά σειρά που εξαρτάται από την προαναφερθείσα συνολική προϋπηρεσία. Ο αριθμός των διοριζομένων ανά σχολικό έτος και κατά κλάδο και ειδικότητα καθορίζεται με απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Παιδείας, Δια Βίου Μάθησης και Θρησκευμάτων. 9. Η παράγραφος 1 του άρθρου 5 του ν. 3687/2008 καταργείται. Η παράγραφος 2 του ίδιου άρθρου ισχύει μέχρι την κατάρτιση του πρώτου πίνακα του άρθρου 3 του παρόντος νόμου. 10. ...». Η μεταβατική κατά τα άνω περίοδος της παρ. 1 του άρθρου 9 για τους διορισμούς μόνιμων εκπαιδευτικών στην Πρωτοβάθμια και τη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση παρατάθηκε αρχικά με την 21406/Δ2/2012 απόφαση της Υπουργού Παιδείας, Διά Βίου Μάθησης και Θρησκευμάτων (Β΄ 615) έως και το σχολικό έτος 2012-2013, ακολούθως, με την 49104/Δ1/2013 απόφαση του Υπουργού Παιδείας και Θρησκευμάτων, Πολιτισμού και Αθλητισμού (Β΄ 1017) έως και το σχολικό έτος 2013-2014 και με την 80110/Δ1/2014 απόφαση του Υπουργού Παιδείας και Θρησκευμάτων (Β΄ 1435) έως και το σχολικό έτος 2014 - 2015.
13. Επειδή, η μεταβατική διάταξη του άρθρου 9 παρ. 1 του ν. 3848/2010, κατά το μέρος που προβλέπει ότι οι διορισμοί μόνιμων εκπαιδευτικών γίνονται, κατά το χρόνο που αυτή ισχύει, σε ποσοστό 40% από ενιαίους πίνακες αναπληρωτών με πραγματική προϋπηρεσία (πρβλ. και τη μνημονευθείσα στην ενδέκατη σκέψη ρύθμιση του άρθρου 6 παρ. 2 περ. α΄ υποπερ. ββ΄ του ν. 3255/2004), με αποτέλεσμα τον περιορισμό των διορισμών από τους πίνακες διοριστέων του διαγωνισμού του Α.Σ.Ε.Π., αντίκειται στις αρχές της ισότητας και της αξιοκρατίας (άρθρα 4 παρ. 1 και 103 παρ. 7 Συντάγματος). Τούτο, για τους εξής λόγους: α) Με το άρθρο 118 παρ. 6 του Συντάγματος εξακολούθησαν μεν να ισχύουν, μετά τη συνταγματική αναθεώρηση του 2001, οι προβλεπόμενες στο ν. 2190/1994 εξαιρέσεις, μεταξύ των οποίων η κατά το άρθρο 14 παρ. 2 περ. γ΄ εξαίρεση από τον έλεγχο του Α.Σ.Ε.Π. των διορισμών των εκπαιδευτικών πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης· πλην, η εξαίρεση αυτή, σύμφωνα και με όσα εκτέθηκαν στην ένατη σκέψη, περιλαμβάνει, όσον αφορά τους αναπληρωτές ή ωρομίσθιους, μόνο τους εγγεγραμμένους στον πίνακα του άρθρου 138 του ν. 2725/1999, από τον οποίο διορίστηκαν ως μόνιμοι, μετά τη συνταγματική αναθεώρηση (6.4.2001), αναπληρωτές ή ωρομίσθιοι του ν. 1566/1985, κατά τα εκτεθέντα στις δέκατη και ενδέκατη σκέψεις (άρθρα 7 παρ. 3 περ. β΄ υποπερ. ββ΄ ν. 3027/2002, 6 παρ. 2 περ. β΄ ν. 3255/2004) (πρβλ. Σ.τ.Ε. 3593 - 3595/2008). Συνιστά, δηλαδή, στην ουσία, η εξαίρεση αυτή, επέκταση νομοθετικής ρύθμισης προγενέστερης της συνταγματικής αναθεώρησης του 2001 και δεν εκτείνεται σε νέες ρυθμίσεις μετά τη συνταγματική αναθεώρηση, ασύνδετες προς το νομοθετικό καθεστώς που ίσχυε πριν από τις 6.4.2001. Τέτοια ρύθμιση αποτελεί ο διορισμός μόνιμων εκπαιδευτικών από πίνακες αναπληρωτών κατά το άρθρο 9 παρ. 1 του ν. 3848/2010, ο οποίος δεν υπόκειται στον έλεγχο του Α.Σ.Ε.Π., όπως απαιτείται κατά τη διάταξη του πρώτου εδαφίου της παρ. 7 του άρθρου 103 του Συντάγματος, κατά τα εκτεθέντα στην πέμπτη σκέψη. β) Ναι μεν ο διορισμός μόνιμων εκπαιδευτικών από πίνακες αναπληρωτών κατά το άρθρο 9 παρ. 1 του ν. 3848/2010 αποτελεί επιλογή σύμφωνα με προκαθορισμένα και αντικειμενικά κριτήρια (κατάταξη σε πίνακα αναπληρωτών με βάση την πραγματική προϋπηρεσία του εκπαιδευτικού), όπως δε έχει κριθεί (Σ.τ.Ε. 3593 - 3595/2008), η προϋπηρεσία και η εμπειρία συνιστούν τέτοια κριτήρια• η απόκτηση όμως της προϋπηρεσίας αυτής ανάγεται σε προσλήψεις αναπληρωτών ή ωρομισθίων, οι οποίες δεν είχαν υπαχθεί στον έλεγχο ανεξάρτητης αρχής και, ενόψει και των σχετικών διάσπαρτων στη νομοθεσία διατάξεων (όπως αυτές που αφορούν τις μνημονευθείσες στις δέκατη και ενδέκατη σκέψεις περιπτώσεις των άρθρων 6 παρ. 34 του ν. 3027/2002 και 41 παρ. 4 του ν. 3762/2009), δεν προκύπτει ότι έχουν γίνει με αξιοκρατικές εγγυήσεις [σχετ. το 82394/Δ2/27.5.2014 έγγραφο του Υπουργείου Παιδείας και Θρησκευμάτων προς το Δικαστήριο, στο οποίο διαλαμβάνεται, κατ’ επίκληση του άρθρου 21 του ν. 2190/1994, ότι «αναφορικά με τη σύναψη συμβάσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου για τις προσλήψεις αναπληρωτών εκπαιδευτικών πλήρους ή μειωμένου ωραρίου, είναι σαφές ότι αυτή δεν υπόκειται σε έλεγχο από το Α.Σ.Ε.Π.»]. Τα ανωτέρω ισχύουν και όσον αφορά το διορισμό ως μόνιμων, α) εκπαιδευτικών με τριακοντάμηνη πραγματική υπηρεσία αναπληρωτών ή ωρομισθίων και β) εκπαιδευτικών με εικοσιτετράμηνη πραγματική υπηρεσία αναπληρωτών ή ωρομισθίων, οι οποίοι έχουν λάβει τη βαθμολογική βάση σε οποιονδήποτε διαγωνισμό εκπαιδευτικών του Α.Σ.Ε.Π. (άρθρο 9 παρ. 8 και 9 του ν. 3848/2010). Η προϋπηρεσία, πάντως, αναπληρωτή ή ωρομίσθιου εκπαιδευτικού επιτρεπτώς, κατ’ αρχήν (πρβλ. ανωτ. Σ.τ.Ε. 3593 - 3595/2008), λαμβάνεται υπόψη προκειμένου να προσαυξηθεί η βαθμολογία σε διαγωνισμό του Α.Σ.Ε.Π. για το διορισμό σε θέσεις μονίμων εκπαιδευτικών (άρθρο 1 παρ. 7 ν. 2834/2000 και ήδη άρθρο 3 παρ. 1 ν. 3848/2010), ενώ, κατά τα εκτεθέντα σε προηγούμενες σκέψεις, έχει λειτουργήσει ως κριτήριο για την εκ νέου πρόσληψη εκπαιδευτικών ως αναπληρωτών ή ωρομισθίων και την απόκτηση, ως εκ τούτου, περαιτέρω σχετικής προϋπηρεσίας κ.ο.κ. Τέλος, όσον αφορά ειδικώς τους προαναφερθέντες εκπαιδευτικούς με εικοσιτετράμηνη πραγματική υπηρεσία, οι οποίοι έχουν λάβει τη βαθμολογική βάση σε οποιονδήποτε διαγωνισμό εκπαιδευτικών του Α.Σ.Ε.Π., ανεπιτρέπτως αυτοί προτιμώνται, έναντι άλλων επιτυχόντων εκπαιδευτικών του Α.Σ.Ε.Π., ως εκ της προϋπηρεσίας τους και της λήψεως απλώς της βαθμολογικής βάσης στον ίδιο ή, πολύ περισσότερο, σε προηγούμενο διαγωνισμό, διότι ελλείπει η απαραίτητη σύγκριση μεταξύ των επιτυχόντων, η οποία θα επέτρεπε το διορισμό κάθε φορά των αξιότερων υποψηφίων (πρβλ. Σ.τ.Ε. 2396 - 2398/2004 Ολομ.).
14. Επειδή, με τις 2Π/2008, 3Π/2008, 4Π/2008 και 5Π/2008 προ-κηρύξεις του Α.Σ.Ε.Π. (Τεύχος Προκηρύξεων Α.Σ.Ε.Π. 515, 516, 531 και 530/2008 αντίστοιχα) προκηρύχθηκε η διεξαγωγή διαγωνισμού, προκειμέ¬νου να καταρτιστούν πίνακες διοριστέων εκπαιδευτικών λειτουργών πρω¬τοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης για τα σχολικά έτη 2009-2010 και 2010-2011 [είχαν προηγηθεί, ανά διετία, από το 1998, κατά το προα¬ναφερθέν άρθρο 6 παρ. 3 του ν. 2525/1997, προκηρύξεις του Α.Σ.Ε.Π. για την κατάρτιση πινάκων διοριστέων σε θέσεις εκπαιδευτικών λειτουργών στην πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση για τα σχολικά έτη 1998-1999 έως και 2008-2009 –βλ. προκηρύξεις Α.Σ.Ε.Π. 2/1998, 7/1Π/2000, 12/2Π/2000, 25/1Π/2002, 25/1Π/2004 και 10Π/2006 (Τεύχος Προκηρύξεων Α.Σ.Ε.Π. 14/1998, 122, 362/2000, 262/2002, 475/2004 και 500/2006 αντίστοιχα), καθώς και 82394/Δ2/27.5.2014 έγγραφο του Υπουργείου Παιδείας και Θρησκευμάτων προς το Δικαστήριο]. Με τις ως άνω προκηρύξεις του έτους 2008 προκηρύχθηκαν, μεταξύ άλλων, θέσεις των κλάδων των αιτούντων. Οι προκηρυχθείσες θέσεις διοριστέων του Α.Σ.Ε.Π. αντιστοιχούσαν στο, κατά το άρθρο 6 παρ. 2 περ. α΄ υποπερ. αα΄ του ν. 3255/2004, ποσοστό 60% του συνόλου των προς πλήρωση κενών οργανικών θέσεων, ο δε αριθμός τους καθορίστηκε για την ως άνω διετία με την 109363/Δ2/2008 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οι¬κονομικών και Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων (Β΄ 1738), αφού λήφ¬θηκε υπόψη και εγκρίθηκε η προκαλούμενη δαπάνη στον κρατικό προϋ¬πολογισμό. Οι αιτούντες έλαβαν μέρος στο διαγωνισμό, αναδείχθηκαν επι¬τυχόντες, λόγω δε της σειράς επιτυχίας περιελήφθησαν στους πίνακες δι¬οριστέων των αντίστοιχων κλάδων (Γ΄ 555/2009, 571/2009, 630/2009, 647/2009, 715/2009, 839/2009, 874/2009, 976/2009, 1018/2009 και 1023/2009). Στη συνέχεια, για το σχολικό έτος 2009-2010 το Υπουργείο Παιδείας, Διά Βίου Μάθησης και Θρησκευμάτων διόρισε το ένα δεύτερο (περίπου) των διοριστέων εκπαιδευτικών του διαγωνισμού, κάλυψε δη¬λαδή το μισό των προκηρυχθεισών θέσεων, ως όφειλε· κάλυψε επίσης το μισό των θέσεων που αντιστοιχούσαν στο, κατά το άρθρο 6 παρ. 2 περ. α΄ υποπερ. ββ΄ του ν. 3255/2004, ποσοστό 40% του συνόλου των προς πλήρωση κενών οργανικών θέσεων. Όσον αφορά όμως το σχολικό έτος 2010 - 2011, ενώ υπό το νομοθετικό καθεστώς πριν από το ν. 3848/2010 και βάσει των προκηρύξεων του Α.Σ.Ε.Π. θα έπρεπε να διοριστεί το υπό¬λοιπο μισό (περίπου) του αριθμού των διοριστέων εκπαιδευτικών του δια¬γωνισμού, θα έπρεπε δηλαδή να καλυφθεί το υπόλοιπο μισό των προκη¬ρυχθεισών θέσεων, τούτο δεν ήταν πλέον, κατά την άποψη της Διοική¬σεως, δυνατόν, αφού με τις μεταβατικές διατάξεις του άρθρου 9 παρ. 1 του ν. 3848/2010 ο χρόνος εντός του οποίου θα διορίζονταν ως μόνιμοι εκπαι¬δευτικοί σε ποσοστό 60% από τους ισχύοντες πίνακες διοριστέων εκπαι¬δευτικών του Α.Σ.Ε.Π. παρατάθηκε πέραν του ανωτέρω σχολικού έτους 2010-2011, έως και το σχολικό έτος 2011-2012, με δυνατότητα περαιτέρω παράτασης της μεταβατικής περιόδου ως τη διενέργεια του πρώτου κατά τις διατάξεις του νόμου αυτού διαγωνισμού του Α.Σ.Ε.Π., σε συνδυασμό και με τις προβλέψεις αφενός της ίδιας παρ. 1 περί της αναλογίας 60% - 40% και αφετέρου των παρ. 8 και 9 του ίδιου άρθρου σχετικά με το διορι-σμό εκπαιδευτικών που είχαν συμπληρώσει στις 30.6.2008 τουλάχιστον τριακοντάμηνη πραγματική προϋπηρεσία προσωρινού αναπληρωτή ή ωρομίσθιου εκπαιδευτικού (μέχρι και το σχολικό έτος 2014-2015) ή αντί-στοιχη εικοσιτετράμηνη πραγματική προϋπηρεσία με επιτυχία σε διαγωνι-σμό εκπαιδευτικών του Α.Σ.Ε.Π. Κατόπιν τούτων, με την 102548/Δ2/20.8.2010 απόφαση της Υπουργού Παιδείας, Διά Βίου Μάθη-σης και Θρησκευμάτων κατανεμήθηκαν για το σχολικό έτος 2010-2011 κατά κλάδο και ειδικότητα, 2.762 οργανικές θέσεις εκπαιδευτικών Πρωτο¬βάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης, οι οποίες είχαν εγκριθεί με τις ΔΙΠΠ/Φ.ΕΓΚΡΙΤ.10/308Α/20548/1.8.2008 και ΔΙΠΠ/Φ.ΕΓΚΡΙΤ.10/36/17875/19.8.2010 αποφάσεις της επιτροπής του άρθρου 2 παρ. 1 της 33/2006 Π.Υ.Σ. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονταν οι θέσεις των κλάδων των αιτούντων. Με την 2/55954/0020/23.8.2010 από-φαση του Υφυπουργού Οικονομικών οι προβλέψεις των θέσεων αυτών εγ¬γράφηκαν στον προϋπολογισμό εξόδων του Υπουργείου Παιδείας, Διά Βίου Μάθησης και Θρησκευμάτων, ενώ με τις 102479β/Δ2/26.8.2010 και 102479γ/Δ2/26.8.2010 κοινές αποφάσεις των Υφυπουργών Οικονομικών και Παιδείας, Διά Βίου Μάθησης και Θρησκευμάτων (Β΄ 1318, διόρθωση σφαλμάτων Β΄ 1570) καθορίστηκαν οι θέσεις μόνιμου διορισμού κατά εκ¬παιδευτικό κλάδο, μεταξύ άλλων, για τους εκπαιδευτικούς που είχαν συ¬μπληρώσει εικοσιτετράμηνη και τριακοντάμηνη πραγματική υπηρεσία. Οι πιο πάνω θέσεις καλύφθηκαν με τις 100369/Δ2/12.8.2010, Φ.361.1/269/102629/Δ1/20.8.2010 και Φ.361.1/270/102630/Δ1/20.8.2010 προσβαλλόμενες αποφάσεις της Υπουργού Παιδείας, Διά Βίου Μάθησης και Θρησκευμάτων, με τις οποίες έγιναν οι διορισμοί για το σχολικό έτος 2010-2011 των εκπαιδευτικών των κλάδων και ειδικοτήτων των αιτούντων, κατά παράλειψη αυτών.
15. Επειδή, με την 2223/2012 απόφασή του το Διοικητικό Εφετείο Αθηνών υπέβαλε στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα: α) αν και σε ποια έκταση έχουν εφαρμογή, επί των κατά το άρθρο 9 του ν. 3848/2010 διορισμών των εκπαιδευτικών της πρωτοβάθμιας και της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, τα άρθρα 10 και 11 του ν. 3833/2010 και αν, σε καταφατική περίπτωση, έχει παραβιαστεί, με τις διατάξεις αυτές, η αρχή της αναλογικότητας· β) αν, με τη μεταβατική διάταξη του άρθρου 9 παρ. 1 του ν. 3848/2010 και τη συναφή προς αυτή μη τήρηση αναληφθεισών νομοθετικών δεσμεύσεων που αφορούσαν διορισμό των εκπαιδευτικών του πίνακα διοριστέων του Α.Σ.Ε.Π. του διαγωνισμού του έτους 2008 το αργότερο μέχρι και το σχολικό έτος 2010-2011, έχει παραβιαστεί ή όχι η αρχή της προστατευόμενης εμπιστοσύνης· γ) αν έχουν ή όχι παραβιαστεί τα άρθρα 4 παρ. 1, 103 παρ. 7 και 118 παρ. 6 του Συντάγματος με τη διάταξη του άρθρου 9 παρ. 1 του ν. 3848/2010, κατά το μέρος που αυτή προβλέπει αναλογία 60% - 40% για τους διορισμούς από το σχολικό έτος 2010-2011, αντιστοίχως των εκπαιδευτικών του πίνακα διοριστέων του Α.Σ.Ε.Π. και των εκπαιδευτικών του ενιαίου πίνακα αναπληρωτών· δ) αν έχει ή όχι παραβιαστεί, με τις διατάξεις του άρθρου 9 παρ. 8 και 9 του ν. 3848/2010, η αναλογία 60% - 40% σε βάρος των εκπαιδευτικών του πίνακα διοριστέων του Α.Σ.Ε.Π., εξ αιτίας του διορισμού αναπληρωτών εκπαιδευτικών με τριακοντάμηνη και εικοσιτετράμηνη προϋπηρεσία, πέραν της ποσόστωσης του 40% των αναπληρωτών του ενιαίου πίνακα.
16. Επειδή, όσον αφορά το τρίτο ερώτημα, κατά τα εκτεθέντα στη δέκατη τρίτη σκέψη, η ρύθμιση της παρ. 1 του άρθρου 9 του ν. 3848/2010, καθώς και οι ειδικότερες σχετικές ρυθμίσεις των παρ. 8 και 9 του ίδιου άρθρου, αντίκεινται στις κατοχυρούμενες από τα άρθρα 4 παρ. 1 και 103 παρ. 7 του Συντάγματος αρχές της ισότητας και της αξιοκρατίας και είναι, ως εκ τούτου, ανίσχυρες.
17. Επειδή, κατόπιν της διαπιστώσεως της αντισυνταγματικότητας των ανωτέρω διατάξεων του άρθρου 9 παρ. 1, 8 και 9 του ν. 3848/2010, κατά τα εκτεθέντα στη δέκατη τρίτη και τη δέκατη έκτη σκέψη, αποβαίνει αλυσιτελής η απάντηση τόσο στο δεύτερο και το τέταρτο ερώτημα, με τα οποία τίθενται περαιτέρω ζητήματα ως προς το κύρος των εν λόγω διατάξεων, όσο και στο πρώτο ερώτημα, που αφορά τα άρθρα 10 και 11 του ν. 3833/2010, δεδομένου ότι η προσβαλλόμενη παράλειψη διορισμού των αιτούντων οφείλεται προεχόντως στην εφαρμογή των προαναφερθεισών αντισυνταγματικών διατάξεων του ν. 3848/2010.18. Επειδή, κατόπιν των ανωτέρω, το Δικαστήριο κρίνει ότι η υπόθεση πρέπει να παραπεμφθεί προς περαιτέρω εκδίκαση στο Διοικητικό Εφετείο Αθηνών (άρθρο 1 παρ. 1 εδαφ. έκτο ν. 3900/2010, όπως ισχύει, αναλόγως εφαρμοζόμενο).
Δ ι ά τ α ύ τ α

Απορρίπτει την παρέμβαση των Άννας Κελεπούρη κ.λπ.
Επιλύει, κατά το σκεπτικό, το τεθέν με το τρίτο προδικαστικό ερώτημα ζήτημα.
Απέχει της απαντήσεως στα λοιπά ερωτήματα.
Παραπέμπει την υπόθεση στο Διοικητικό Εφετείο Αθηνών.
Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 26 Ιουνίου 2014 και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 16ης Φεβρουαρίου 2015.
Ο Πρόεδρος      Η Γραμματέας

Σωτ. Αλ. Ρίζος      Μ. Παπασαράντη

Αρχή
 4 ΣτΕ 177-178/2015 7μ (Β΄τμήμα)
9/2/2015
Απαράδεκτα τα προδικαστικά ερωτήματα που υπεβλήθησαν σχετικά με τη συμφωνία του άρθρου 79 παρ.5 περ.α΄του Κ.Δ.Δ. (όπως τέθηκε με το άρθρο 20 παρ.1 του ν.3900/2010) με το Σύνταγμα, εφόσον τυχόν αντισυνταγματικότητα της διάταξης δεν ασκεί επιρροή στην έκβαση των εν λόγω δικών.

Απαράδεκτα τα προδικαστικά ερωτήματα που υπεβλήθησαν σχετικά με τη συμφωνία του άρθρου 79 παρ.5 περ.α΄του Κ.Δ.Δ. (όπως τέθηκε με το άρθρο 20 παρ.1 του ν.3900/2010) με το Σύνταγμα, εφόσον τυχόν αντισυνταγματικότητα της διάταξης δεν ασκεί επιρροή στην έκβαση των εν λόγω δικών.
Αρχή
 5 ΣτΕ 144/2015 (Β’ Τμήμα)
9/2/2015
Υποβολή προδικαστικού ερωτήματος στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Υποβάλλεται στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα: «Η Οδηγία 92/12/ΕΟΚ, ερμηνευόμενη ενόψει των γενικών αρχών του δικαίου της Ένωσης, ιδίως δε των αρχών της αποτελεσματικότητας αυτού, της ασφάλειας δικαίου και της αναλογικότητας, έχει την έννοια ότι απαγορεύει την εφαρμογή, σε υπόθεση όπως η παρούσα, νομοθετικής διάταξης κράτους μέλους, όπως είναι εκείνη του άρθρου 108 του Τελωνειακού Κώδικα, σύμφωνα με την οποία μπορεί να κηρυχθεί αλληλεγγύως υπεύθυνος για την πληρωμή διοικητικών προστίμων, λόγω λαθρεμπορίας, ο εγκεκριμένος αποθηκευτής προϊόντων τα οποία διακινήθηκαν από τη φορολογική αποθήκη του υπό καθεστώς αναστολής επιβολής των αναλογούντων φόρων και τα οποία εξήλθαν αντικανονικώς από το εν λόγω καθεστώς, συνεπεία λαθρεμπορικής παράβασης, ανεξαρτήτως του εάν αυτός είχε, κατά το χρόνο διάπραξης της παράβασης, την κυριότητα των εμπορευμάτων, βάσει των κανόνων του ιδιωτικού δικαίου, και, περαιτέρω, ανεξαρτήτως του εάν οι δράστες της παράβασης, που ενεπλάκησαν στη διακίνηση αυτή, είχαν συνάψει ορισμένη συμβατική σχέση με τον εγκεκριμένο αποθηκευτή, από την οποία να προκύπτει ότι δρούσαν ως εντολοδόχοι του;»
Αρχή
 6 ΣτΕ 86/2015 7μελούς (Β΄τμήμα, πρότυπη δίκη)
30/1/2015
Συνταγματικές οι διατάξεις του ν.3842/2010 σχετικά με τον προσδιορισμό της αξίας των ακινήτων για την επιβολή Φ.Α.Π.

Οι διατάξεις των άρθρων 32 και 34 του ν. 3842/2010, ερμηνευόμενες σε συνδυασμό με εκείνες του άρθρου 4 της κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 34 παρ.6 του νόμου τούτου (ν. 3842/2010) εκδοθείσης ΠΟΛ 1225/24.12.2012 απόφασης του Υφυπουργού Οικονομικών (Β 3573) [όπως τροποποιήθηκε με την ΠΟΛ 1188/30.7.2013 όμοια (Β 1919)], με τις οποίες παρέχεται στον φορολογούμενο η δυνατότητα να αμφισβητήσει την φορολογητέα αξία ακινήτων όπως έχει προσδιοριστεί στο εκκαθαριστικό σημείωμα - δήλωση Φ.Α.Π. βάσει του αντικειμενικού τρόπου προσδιορισμού αγοραίας αξίας και, στην συνέχεια, να ζητήσει από το δικαστήριο, με προσφυγή του κατά της σχετικής απορριπτικής πράξης του προϊσταμένου της αρμόδιας Δ.Ο.Υ., τον εκ μέρους του προσδιορισμό της, δεν είναι, κατά το μέρος αυτό, αντίθετες με το Σύνταγμα.
Αρχή
 7 Απόφαση Επιτροπής Αναστολών ΣτΕ 6/2015 (Ολομέλεια)
28/1/2015
Αναστολή εκτελέσεως αποφάσεων του Υπουργού Παιδείας και Θρησκευμάτων: «Ρύθμιση θεμάτων για τη μεταφορά θέσης εισαγωγής Πολυτέκνων, Τριτέκνων και Ειδικών Κατηγοριών» και «Ρύθμιση θεμάτων για τη μεταφορά θέσης εισαγωγής με οικονομικά κριτήρια του σχολικού έτους 2013 - 2014 στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση σύμφωνα με το άρθρο 47 του Ν. 4274/2014 …», καθ’ όσον αφορούν τη Σχολή Αρχιτεκτόνων Μηχανικών του Ε.Μ.Π και το Τμήμα Αρχιτεκτόνων Μηχανικών του Α.Π.Θ.

Αριθμός 6/2015
Η Επιτροπή Αναστολών του Συμβουλίου της Επικρατείας
(άρθρο 52 του π.δ/τος 18/1989, όπως ισχύει)
Συνεδρίασε σε συμβούλιο στις 19 Ιανουαρίου 2015, με την εξής σύνθεση : Σωτ. Ρίζος, Πρόεδρος, Ν. Μαρκουλάκης, Κ. Πισπιρίγκος, Σύμβουλοι. Γραμματέας η Μ. Παπασαράντη.
Για να αποφασίσει σχετικά με την από 5 Δεκεμβρίου 2014 αίτηση:
των: 1. Σχολής Αρχιτεκτόνων Μηχανικών του Εθνικού Μετσοβίου Πολυτεχνείου, 2. Τμήματος Αρχιτεκτόνων Μηχανικών της Πολυτεχνικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, 3. Ελένης Μαΐστρου κ.λπ. .......... κατοίκων, ως εκ της υπηρεσίας τους, Θεσσαλονίκης, οι οποίοι παρέστησαν με τον δικηγόρο Δημήτριο Μέλισσα (Α.Μ. 17368),
κατά του Υπουργού Παιδείας και Θρησκευμάτων, ο οποίος παρέστη με τη Νίκη Μαριόλη, Νομική Σύμβουλο του Κράτους.
Παρεμβαίνουν: Α) με το από 12 Δεκεμβρίου 2014 υπόμνημά της η ένωση σωματείων με την επωνυμία «ΑΝΩΤΑΤΗ ΣΥΝΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑ ΠΟΛΥΤΕΚΝΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ», που εδρεύει στην Αθήνα (Πλ. Ελευθερίας 22), η οποία παρέστη με τον δικηγόρο Κωνσταντίνο Χιώλο (Α.Μ. 2192), Β) με το από 15 Δεκεμβρίου 2014 υπόμνημά τους οι: 1. Άννα-Ελευθερία Ζαχαριάκη του Εμμανουήλ, κ.λπ. ........... οι οποίοι παρέστησαν με τη δικηγόρο Ουρανία Πολίτη (Α.Μ. 15847), Γ) με το από 30 Δεκεμβρίου 2014 υπόμνημά της η Ομοσπονδία Πολυμελών Οικογενειών με Τρία Τέκνα Ελλάδος, που εδρεύει στην Αθήνα (Κηφισίας 32), η οποία παρέστη με τη δικηγόρο Χρυσάνθη Υφαντή (Α.Μ. 23533) και Δ) με το από 7 Ιανουαρίου 2015 υπόμνημά τους οι: 1. Κωνσταντίνα Αναγνού του Φωτίου κ.λπ. ............. οι οποίοι παρέστησαν με τους δικηγόρους: α) Ουρανία Πολίτη (Α.Μ. 15847) και β) Ευστράτιο Καρβέλη (Α.Μ. 7841).
Με την αίτηση αυτή οι αιτούντες επιδιώκουν να ανασταλεί η εκτέλεση: α) της υπ’ αριθμ. Φ1/161753/Β3/8.10.2014 (Β΄ 2665) απόφασης του Υπουργού Παιδείας και Θρησκευμάτων, β) της υπ’ αριθμ. Φ1/161748/Β3/8.10.2014 (Β΄ 2665) απόφασης του ίδιου πιο πάνω Υπουργού και κάθε άλλης σχετικής πράξης ή παράλειψης της Διοικήσεως.
Κατά τη συνεδρίασή της η Επιτροπή άκουσε τον εισηγητή, Σύμβουλο Κ. Πισπιρίγκο.
Κατόπιν η Επιτροπή άκουσε τον πληρεξούσιο των αιτούντων, ο οποίος ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση, τους πληρεξουσίους των παρεμβαινόντων και την αντιπρόσωπο του Υπουργού, οι οποίοι ζήτησαν την απόρριψή της.
Αφού μελέτησε τα σχετικά έγγραφα
Σκέφθηκε κατά το Νόμο
1. Επειδή, για την άσκηση της κρινομένης αιτήσεως κατεβλήθη το νόμιμο παράβολο (υπ’ αριθμ. Α. 3919576, 3919578/2014 ειδικά γραμμάτια παραβόλου).
2. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση, η οποία ασκείται από : α) εβδομήντα έξι (76) μέλη του Διδακτικού Ερευνητικού Προσωπικού (ΔΕΠ) της Σχολής Αρχιτεκτόνων Μηχανικών του Εθνικού Μετσοβίου Πολυτεχνείου (ΕΜΠ) και β) τριάντα εννέα (39) μέλη του ΔΕΠ του Τμήματος Αρχιτεκτόνων Μηχανικών του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης (ΑΠΘ), ζητείται η αναστολή εκτελέσεως των αποφάσεων του Υπουργού Παιδείας και Θρησκευμάτων Φ.1/161753/Β3/14/8.10.2014 «Ρύθμιση θεμάτων για τη μεταφορά θέσης εισαγωγής Πολυτέκνων, Τριτέκνων και Ειδικών Κατηγοριών» (Β΄ 2665) και Φ.1/161748/Β3/14/8.10.2014 «Ρύθμιση θεμάτων για τη μεταφορά θέσης εισαγωγής με οικονομικά κριτήρια του σχολικού έτους 2013 - 2014 στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση σύμφωνα με το άρθρο 47 του Ν. 4274/2014 …» (Β΄ 2665).
3. Επειδή, κατά των υπουργικών αποφάσεων, των οποίων ζητείται η αναστολή εκτελέσεως, οι αιτούντες, οι οποίοι αποτελούν το σύνολο των μελών του ΔΕΠ της Σχολής Αρχιτεκτόνων Μηχανικών του ΕΜΠ και του Τμήματος Αρχιτεκτόνων Μηχανικών του ΑΠΘ, έχουν ασκήσει την Ε. 3969/19.11.2014 αίτηση ακυρώσεως, η οποία λόγω μείζονος σπουδαιότητος εισήχθη στην Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας με την από 1.12.2014 πράξη του Προέδρου του Δικαστηρίου (άρθρο 14 παρ. 2 περ. α΄ του π.δ. 18/1989, Α΄ 8) και πρόκειται να εκδικασθεί κατά τη δικάσιμο της 6ης Φεβρουαρίου 2015.
4. Επειδή, με υπομνήματα ζητούν την απόρριψη της κρινομένης αιτήσεως : α) η ένωση σωματείων «Ανωτάτη Συνομοσπονδία Πολυτέκνων Ελλάδος», β) το δευτεροβάθμιο σωματείο «Ομοσπονδία Πολυμελών Οικογενειών με Τρία Τέκνα Ελλάδος» και γ) τριάντα έξι (36) εισαχθέντες σε Σχολές ή Τμήματα Αρχιτεκτόνων Μηχανικών περιφερειακών Ανωτάτων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων (ΑΕΙ) βάσει των αποτελεσμάτων των εξετάσεων πανελλαδικού επιπέδου του σχολικού έτους 2013 - 2014, οι οποίοι έχουν υποβάλει αιτήσεις για μεταφορά των θέσεων εισαγωγής τους στη Σχολή Αρχιτεκτόνων Μηχανικών του ΕΜΠ και στο Τμήμα Αρχιτεκτόνων Μηχανικών του ΑΠΘ. Όλοι οι ανωτέρω έχουν ήδη ασκήσει και παρεμβάσεις, με τις οποίες ζητούν την απόρριψη της Ε. 3969/19.11.2014 αιτήσεως ακυρώσεως.
5. Επειδή, στο άρθρο 53 του ν. 4264/2014 (Α΄ 118/15.5.2014), όπως τροποποιήθηκε με τα άρθρα 47 παρ. 8 του ν. 4274/2014 (Α΄ 147/14.7.2014) και 38 παρ. 2 του ν. 4301/2014 (Α΄ 223/7.10.2014), ορίζονται τα εξής : «1. Από το ακαδημαϊκό έτος 2014 - 2015 οι επιτυχόντες σε θέση εισαγωγής σε Σχολή ή Τμήμα της Τριτοβάθμιας Εκπαίδευσης που είναι : α) πολύτεκνοι, κατά την έννοια του άρθρου 1 του ν. 1910/1944 (Α΄ 229), όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 6 του ν. 3454/2006 (Α΄ 75), καθώς και τέκνα των ανωτέρω πολυτέκνων, β) γονείς ή τέκνα πολυμελών οικογενειών με τρία ζώντα τέκνα από νόμιμο γάμο ή νομιμοποιηθέντα ή νομίμως αναγνωρισθέντα ή υιοθετηθέντα, συμπεριλαμβανομένων των περιπτώσεων άγαμων μητέρων με τρία μη αναγνωρισθέντα ζώντα τέκνα και γ) επιτυχόντες : γ.α.) με αδελφό ή αδελφή, ενεργό φοιτητή του πρώτου κύκλου σπουδών, όπως ορίζεται στο άρθρο 2 του ν. 4009/2011 (Α΄ 195), εφόσον δεν είναι ήδη κάτοχος πτυχίου, μεταπτυχιακού ή διδακτορικού τίτλου, που φοιτά σε Πανεπιστήμιο ή Τ.Ε.Ι. …. , γ.β.) ορφανοί από τον ένα ή και από τους δύο γονείς ή τέκνα άγαμης μητέρας με ένα ή δύο μη αναγνωρισθέντα τέκνα, γ.γ.) με γονείς, τέκνα, αδέλφια, συζύγους που είναι τυφλοί ή κωφάλαλοι ή νεφροπαθείς, που υποβάλλονται σε αιμοκάθαρση ή πάσχουν από μυϊκή δυστροφία Duchenne ή ανήκουν στην κατηγορία ατόμων ειδικών αναγκών επειδή έχουν κινητικά προβλήματα οφειλόμενα σε αναπηρία άνω του 67% και αποδεικνύονται με πιστοποιητικά αναπηρίας … , γ.δ.) τέκνα των θυμάτων της τρομοκρατίας που αναφέρονται στην παρ. 1 του άρθρου 1 του ν. 1897/1990 (Α΄ 120), γ.ε.) πολύδυμα τέκνα ή επιτυχόντες αδελφοί εφόσον συμμετέχουν στις πανελλαδικές εξετάσεις εισαγωγής στην τριτοβάθμια εκπαίδευση το ίδιο έτος ή έστω το ένα τέκνο εισήχθη στην τριτοβάθμια εκπαίδευση με διάκριση …, δικαιούνται τη μεταφορά της θέσης εισαγωγής τους σε αντίστοιχη Σχολή ή Τμήμα Πανεπιστημίου, εφόσον πέτυχαν σε Πανεπιστήμιο, ή σε αντίστοιχη Σχολή ή Τμήμα Τ.Ε.Ι., εφόσον πέτυχαν σε Τ.Ε.Ι. … Οι επιτυχόντες που ανήκουν στις περιπτώσεις α΄, β΄, από την περίπτωση γ.β.) οι επιτυχόντες ορφανοί από τον έναν γονέα ή τέκνα άγαμης μητέρας με ένα ή δύο μη αναγνωρισθέντα τέκνα, γ.γ.) και γ.δ.) της παραγράφου 1 δικαιούνται τη μεταφορά της θέσης εισαγωγής τους σε αντίστοιχη Σχολή ή Τμήμα ΑΕΙ που βρίσκεται στην Περιφέρεια κατοικίας των γονέων τους ή, εάν αυτό δεν υπάρχει, δύνανται να επιλέξουν την πλησιέστερη αντίστοιχη Σχολή ή Τμήμα ΑΕΙ της μόνιμης κατοικίας των γονέων τους. Οι επιτυχόντες ορφανοί και από τους δύο γονείς που ανήκουν στην περίπτωση γ.β.) της παραγράφου 1 δικαιούνται τη μεταφορά της θέσης εισαγωγής τους σε αντίστοιχη Σχολή ή Τμήμα ΑΕΙ στην Περιφέρεια που ανήκει η πόλη μόνιμης κατοικίας τους ή, εάν δεν υπάρχει, δύνανται να επιλέξουν την πλησιέστερη αντίστοιχη Σχολή ή Τμήμα ΑΕΙ στη μόνιμη κατοικία τους. Οι επιτυχόντες που ανήκουν στις περιπτώσεις γ.α.) και γ.ε.) της παραγράφου 1 δικαιούνται τη μεταφορά της θέσης εισαγωγής τους σε αντίστοιχη Σχολή ή Τμήμα ΑΕΙ που βρίσκεται στην Περιφέρεια κατοικίας των γονέων τους ή σε αντίστοιχη Σχολή ή Τμήμα ΑΕΙ στην Περιφέρεια που ανήκει η πόλη φοίτησης του αδελφού ή αδελφής τους … 2. Η κατά τα ανωτέρω μεταφορά της θέσης πραγματοποιείται με απόφαση της Γενικής Συνέλευσης του Τμήματος υποδοχής. 3. Οι δικαιούχοι μεταφοράς δύνανται να υποβάλουν σχετική αίτηση προς το Τμήμα υποδοχής. 4. Η διαδικασία για την υποβολή των αιτήσεων, τη μεταφορά της θέσης εισαγωγής, καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου καθορίζεται με απόφαση του Υπουργού Παιδείας και Θρησκευμάτων. 5 … 6. Η εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος άρθρου αφορά στους επιτυχόντες που έλαβαν μέρος στις εξετάσεις πανελλαδικού επιπέδου του σχολικού έτους 2013 - 2014 και εντεύθεν. 7 …». Κατ’ επίκληση της εξουσιοδοτικής διατάξεως του άρθρου 53 παρ. 4 του ν. 4264/2014 εκδόθηκε η απόφαση του Υπουργού Παιδείας και Θρησκευμάτων Φ.1/161753/Β3/14/8.10.2014 «Ρύθμιση θεμάτων για τη μεταφορά θέσης εισαγωγής Πολυτέκνων, Τριτέκνων και Ειδικών Κατηγοριών», της οποίας ζητείται η αναστολή εκτελέσεως. Στο άρθρο 2 παρ. 1 της εν λόγω υπουργικής αποφάσεως ορίζεται ότι «οι ενδιαφερόμενοι, οι οποίοι έχουν ήδη πραγματοποιήσει την εγγραφή τους στο Τμήμα εισαγωγής τους, καλούνται, από 9 έως 17 Οκτωβρίου 2014, να υποβάλουν αίτηση μεταφοράς θέσης εισαγωγής μέσω ηλεκτρονικής εφαρμογής της Διεύθυνσης Λειτουργικής Ανάπτυξης Πληροφοριακών Συστημάτων της Κεντρικής Υπηρεσίας του Υπουργείου Παιδείας και Θρησκευμάτων» και, περαιτέρω, στο άρθρο 3 αυτής προβλέπονται τα δικαιολογητικά, τα οποία πρέπει να συνυποβληθούν με τις αιτήσεις των ενδιαφερομένων. Τέλος, στο άρθρο 4 παρ. 1 - 3 της ίδιας υπουργικής αποφάσεως ορίζονται τα εξής : «1. Οι πίνακες των αιτουμένων τη μεταφορά θέσης αποστέλλονται από το Υπουργείο Παιδείας και Θρησκευμάτων προς τις Σχολές ή Τμήματα / Εισαγωγικές Κατευθύνσεις / Προγράμματα Σπουδών υποδοχής, ανά κατηγορία. Εντός πέντε εργάσιμων ημερών από τη στιγμή που τα τμήματα παραλάβουν τους πίνακες των αιτουμένων τη μεταφορά θέσης, υποχρεούνται να ανακοινώσουν τις ημερομηνίες εντός των οποίων θα δεχθούν τα δικαιολογητικά των ενδιαφερομένων. Η διάρκεια υποβολής των δικαιολογητικών δεν μπορεί να υπερβαίνει τις οκτώ (8) ημέρες. 2. Με απόφαση του Προέδρου / Προϊσταμένου του Τμήματος, συστήνεται μη αμειβόμενη τριμελής Επιτροπή, τα μέλη της οποίας προέρχονται από το διδακτικό ή το διοικητικό προσωπικό, με σκοπό τον έλεγχο των δικαιολογητικών. Η Επιτροπή οφείλει να ολοκληρώσει τον έλεγχο των δικαιολογητικών εντός είκοσι (20) ημερών από τη λήξη της προθεσμίας υποβολής. 3. Η διαδικασία ολοκληρώνεται με την ανακοίνωση των αποφάσεων της Γενικών Συνελεύσεων του Τμήματος του Α.Ε.Ι. … και οι Γραμματείες, προκειμένου να πραγματοποιήσουν την εγγραφή των δικαιούχων, ζητούν από αυτούς να δηλώσουν τον αριθμό πρωτοκόλλου της αίτησης διαγραφής τους από το Τμήμα προέλευσης και παράλληλα ζητούν από τη Γραμματεία του Τμήματος προέλευσης την υπηρεσιακή αποστολή του φακέλου, όπου περιλαμβάνεται και βεβαίωση διαγραφής τους».
6. Επειδή, εξ άλλου, στο άρθρο 47 του ν. 4274/2014 (Α΄ 147/14.7.2014) ορίσθηκαν τα εξής : «1. Επιπλέον των προβλεπομένων στο άρθρο 53 του N. 4264/2014, όλοι οι επιτυχόντες που έλαβαν μέρος στις εξετάσεις πανελλαδικού επιπέδου του σχολικού έτους 2013- 2014 και κατετάγησαν σε θέση εισαγωγής σε σχολή ή τμήμα της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, τεκμαίρεται ότι έχουν δικαίωμα μεταφοράς της θέσης εισαγωγής τους σε αντίστοιχη σχολή ή τμήμα, εφόσον, κατά το έτος 2013, το ετήσιο εισόδημα του δυνητικά δικαιούχου και των μελών της οικογένειάς του δεν ξεπερνά το ποσό των εννέα χιλιάδων (9.000) ευρώ κατά κεφαλή. 2. Η μεταφορά της θέσης πραγματοποιείται με απόφαση του Υπουργού Παιδείας και Θρησκευμάτων και επιτρέπεται μόνο σε αντίστοιχη σχολή ή τμήμα από Πανεπιστήμιο σε Πανεπιστήμιο ή από ΤΕΙ σε ΤΕΙ. Ο αριθμός των μεταφερομένων θέσεων δεν επιτρέπεται να ξεπερνά ποσοστό δέκα τοις εκατό (10%) του αριθμού των εισακτέων ανά σχολή ή τμήμα. 3. Οι δικαιούχοι μεταφοράς δύνανται να υποβάλουν σχετική αίτηση στην Κεντρική Υπηρεσία του Υπουργείου Παιδείας και Θρησκευμάτων για ένα (1) αντίστοιχο τμήμα ή Σχολή Πανεπιστημίου ή ΤΕΙ. 4. Κριτήρια κατάταξης των δυνητικά δικαιούχων ανά σχολή ή Τμήμα είναι με σειρά προτεραιότητας τα παρακάτω : α) Το κατά κεφαλήν εισόδημα του δικαιούχου και των μελών της οικογένειάς του κατά το έτος 2013 κατά αύξουσα κατανομή και β) σε περίπτωση ίδιου ποσού εισοδήματος, τα μόρια εισαγωγής των δυνητικά δικαιούχων κατά φθίνουσα σειρά κατάταξης. 5 … 6. Η διαδικασία για την υποβολή αιτήσεων, τη μεταφορά της θέσης εισαγωγής, η εξειδίκευση των κριτηρίων χορήγησης της μεταφοράς, καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου καθορίζεται με απόφαση του Υπουργού Παιδείας και Θρησκευμάτων…». Κατ’ επίκληση της ως άνω εξουσιοδοτικής διατάξεως εκδόθηκε η απόφαση του Υπουργού Παιδείας και Θρησκευμάτων Φ1/161748/Β3/14/8.10.2014 «Ρύθμιση θεμάτων για τη μεταφορά θέσης εισαγωγής με οικονομικά κριτήρια του σχολικού έτους 2013 - 2014 στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση σύμφωνα με το άρθρο 47 του Ν. 4274/2014…», της οποίας ζητείται η αναστολή εκτελέσεως. Στο άρθρο 3 παρ. 1 της εν λόγω υπουργικής αποφάσεως ορίζεται ότι «οι ενδιαφερόμενοι, οι οποίοι έχουν ήδη πραγματοποιήσει την εγγραφή τους στο Τμήμα εισαγωγής τους, καλούνται, από 9 έως 17 Οκτωβρίου 2014, να υποβάλουν αίτηση μεταφοράς θέσης εισαγωγής μέσω ηλεκτρονικής εφαρμογής της Διεύθυνσης Λειτουργικής Ανάπτυξης Πληροφοριακών Συστημάτων της Κεντρικής Υπηρεσίας του Υπουργείου Παιδείας και Θρησκευμάτων». Στο δε άρθρο 4 προβλέπεται : α) ο έλεγχος των αιτήσεων από πενταμελή επιτροπή του Υπουργείου, η οποία συντάσσει «ονομαστικό πίνακα επιτυχόντων μεταφοράς θέσης εισαγωγής κατά Σχολή ή Τμήμα / Εισαγωγική Κατεύθυνση ή Πρόγραμμα Σπουδών», β) η κύρωση του εν λόγω πίνακα με απόφαση του Υπουργού Παιδείας και Θρησκευμάτων που κοινοποιείται στις γραμματείες των Σχολών και των Τμημάτων υποδοχής, στις οποίες οι ενδιαφερόμενοι υποβάλλουν προς έλεγχο «βεβαίωση εγγραφής από το Τμήμα / Σχολή προέλευσης» και άλλα δικαιολογητικά, γ) ο χρόνος προσκομίσεως των δικαιολογητικών από τους ενδιαφερομένους, καθώς και ο χρόνος ελέγχου των δικαιολογητικών από όργανα των Σχολών και των Τμημάτων υποδοχής, δ) η ενημέρωση κάθε ενδιαφερομένου για το αποτέλεσμα του ελέγχου των δικαιολογητικών του και η κλήση του «να δηλώσει τον αριθμό πρωτοκόλλου της αίτησής του για διαγραφή από το Τμήμα προέλευσης», δ) η διαβίβαση, από το Τμήμα προέλευσης στο Τμήμα υποδοχής, του φακέλου του ενδιαφερομένου, «όπου περιλαμβάνεται και η βεβαίωση διαγραφής του» και ε) η εγγραφή του ενδιαφερομένου στη Σχολή ή στο Τμήμα υποδοχής.
7. Επειδή, η Επιτροπή Αναστολών κρίνει ότι με έννομο συμφέρον και εν γένει παραδεκτώς έχει ασκηθεί η Ε. 3969/19.11.2014 αίτηση ακυρώσεως των αιτούντων κατά των αποφάσεων του Υπουργού Παιδείας και Θρησκευμάτων Φ.1/161753/Β3/14/8.10.2014 «Ρύθμιση θεμάτων για τη μεταφορά θέσης εισαγωγής Πολυτέκνων, Τριτέκνων και Ειδικών Κατηγοριών» και Φ.1/161748/Β3/14/8.10.2014 «Ρύθμιση θεμάτων για τη μεταφορά θέσης εισαγωγής με οικονομικά κριτήρια του σχολικού έτους 2013 - 2014 στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση σύμφωνα με το άρθρο 47 του Ν. 4274/2014 …». Τούτο, διότι οι εν λόγω υπουργικές αποφάσεις αφορούν την εγγραφή φοιτητών σε όλες τις Σχολές και Τμήματα των ΑΕΙ, επομένως και στη Σχολή Αρχιτεκτόνων Μηχανικών του ΕΜΠ και στο Τμήμα Αρχιτεκτόνων Μηχανικών του ΑΠΘ όπου υπηρετούν οι αιτούντες, οι οποίοι, ως μέλη του Διδακτικού Ερευνητικού Προσωπικού, έχουν εύλογο ενδιαφέρον για την εύρυθμη λειτουργία των εν λόγω ακαδημαϊκών μονάδων. Εξ άλλου, οι λόγοι ακυρώσεως, οι οποίοι προβάλλονται με την ως άνω Ε. 3969/19.11.2014 αίτηση, δεν κρίνονται προδήλως απαράδεκτοι ή προδήλως αβάσιμοι. Συνεπώς, δεν συντρέχει λόγος απορρίψεως της κρινομένης αιτήσεως σύμφωνα με το άρθρο 52 παρ. 7 εδαφ. β΄ του π.δ. 18/1989 και είναι απορριπτέα τα περί του αντιθέτου προβαλλόμενα από το Ελληνικό Δημόσιο και τους παρεμβαίνοντες.
8. Επειδή, αναστολή εκτελέσεως κανονιστικής πράξεως δεν χορηγείται, κατ’ αρχήν, εκτός αν ο αιτών επικαλείται και αποδεικνύει ότι από την άμεση εκτέλεσή της θα προκύψει ευθέως και αμέσως συγκεκριμένη βλάβη, ανεπανόρθωτη ή δυσχερώς επανορθώσιμη σε περίπτωση ευδοκιμήσεως της αιτήσεως ακυρώσεως, για την αποτροπή της οποίας έχει έννομο συμφέρον. Στην περίπτωση αυτή, η αναστολή εκτελέσεως της κανονιστικής πράξεως χορηγείται - υπό την προϋπόθεση ότι δεν συντρέχουν λόγοι δημοσίου συμφέροντος που αποκλείουν τη χορήγησή της - μόνον για να αποτραπεί η βλάβη, την οποία επικαλείται ο αιτών. Εν προκειμένω, οι αιτούντες προβάλλουν ότι η άμεση εκτέλεση των υπουργικών αποφάσεων, των οποίων ζητούν την αναστολή εκτελέσεως, θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη βλάβη στη λειτουργία της Σχολής Αρχιτεκτόνων Μηχανικών του ΕΜΠ και του Τμήματος Αρχιτεκτόνων Μηχανικών του ΑΠΘ. Ειδικότερα, προβάλλουν ότι, εάν γίνουν δεκτές οι αιτήσεις των ενδιαφερομένων, οι οποίες υπεβλήθησαν βάσει των υπουργικών αποφάσεων και αφορούν τη μεταφορά θέσεων εισαγωγής στην εν λόγω Σχολή και Τμήμα, θα υποβαθμισθεί ουσιωδώς κατά το τρέχον ακαδημαϊκό έτος το εκπαιδευτικό έργο, το οποίο παρέχεται στις δύο αυτές ακαδημαϊκές μονάδες, λόγω υπερβάσεως των εκπαιδευτικών δυνατοτήτων τους. Αυτός ο λόγος προβάλλεται με έννομο συμφέρον από τους αιτούντες (βλ. τα εκτεθέντα στην προηγούμενη σκέψη) και είναι εξεταστέος, διότι η διασφάλιση της εύρυθμης λειτουργίας των ακαδημαϊκών μονάδων των ΑΕΙ δύναται να δικαιολογήσει την αποδοχή αιτήσεως αναστολής στρεφομένης και κατά κανονιστικών πράξεων. Εξ άλλου, αβασίμως προβάλλουν το Ελληνικό Δημόσιο και οι παρεμβαίνοντες ότι, εάν υπάρξει υπέρβαση των εκπαιδευτικών δυνατοτήτων της Σχολής Αρχιτεκτόνων Μηχανικών του ΕΜΠ και του Τμήματος Αρχιτεκτόνων Μηχανικών του ΑΠΘ, αυτή θα προκληθεί ευθέως από τις διατάξεις των άρθρων 53 του ν. 4264/2014 (όπως ισχύει) και 47 του ν. 4274/2014, των οποίων την ισχύ δεν δύναται να αναστείλει η Επιτροπή Αναστολών. Τούτο, διότι η Επιτροπή Αναστολών δύναται να αναστείλει την πρόοδο της ειδικής διοικητικής διαδικασίας διαγραφής φοιτητών από Σχολές και Τμήματα προελεύσεως και εγγραφής αυτών σε Σχολές και Τμήματα υποδοχής, η οποία ρυθμίσθηκε κανονιστικώς - με προσδιορισμό, μεταξύ άλλων, του χρόνου υποβολής των αιτήσεων και ελέγχου των δικαιολογητικών - το πρώτον με τις αποφάσεις του Υπουργού Παιδείας και Θρησκευμάτων Φ.1/161753/Β3/14/8.10.2014 «Ρύθμιση θεμάτων για τη μεταφορά θέσης εισαγωγής Πολυτέκνων, Τριτέκνων και Ειδικών Κατηγοριών» και Φ.1/161748/Β3/14/8.10.2014 «Ρύθμιση θεμάτων για τη μεταφορά θέσης εισαγωγής με οικονομικά κριτήρια του σχολικού έτους 2013 - 2014 στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση σύμφωνα με το άρθρο 47 του Ν. 4274/2014 …».
9. Επειδή, η εγγραφή μεγάλου αριθμού φοιτητών στις ακαδημαϊκές μονάδες των ΑΕΙ, καθ’ υπέρβαση των εκπαιδευτικών δυνατοτήτων τους, είναι δυνατόν να προκαλέσει στην τριτοβάθμια εκπαίδευση δυσλειτουργία, η οποία δεν γίνεται ανεκτή από το άρθρο 16 του Συντάγματος (πρβλ. ΣτΕ 986 - 8/2014 Ολομ.). Για το τρέχον ακαδημαϊκό έτος ο αριθμός των εισακτέων, βάσει των αποτελεσμάτων των εξετάσεων πανελλαδικού επιπέδου, στις αρχιτεκτονικές σχολές και τμήματα των ΑΕΙ καθορίσθηκε, δυνάμει της αποφάσεως του Υπουργού Παιδείας και Θρησκευμάτων Φ.253.1/85022/Β6/ 30.5.2014 (Β΄ 768), ως εξής : α) Σχολή Αρχιτεκτόνων Μηχανικών ΕΜΠ - εισακτέοι 150, β) Τμήμα Αρχιτεκτόνων Μηχανικών ΑΠΘ - εισακτέοι 125, γ) Τμήμα Αρχιτεκτόνων Μηχανικών Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης - εισακτέοι 125, δ) Τμήμα Αρχιτεκτόνων Μηχανικών Πανεπιστημίου Θεσσαλίας - εισακτέοι 125, ε) Τμήμα Αρχιτεκτόνων Μηχανικών Πανεπιστημίου Πατρών - εισακτέοι 150, στ) Σχολή Αρχιτεκτόνων Μηχανικών Πολυτεχνείου Κρήτης - εισακτέοι 125. Όπως προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου, μετά την κύρωση των πινάκων επιτυχόντων στις εξετάσεις πανελλαδικού επιπέδου και την έκδοση των υπουργικών αποφάσεων, των οποίων ζητείται η αναστολή εκτελέσεως, υπεβλήθησαν πολλές αιτήσεις μεταφοράς θέσεων εισαγωγής στη Σχολή Αρχιτεκτόνων Μηχανικών του ΕΜΠ και στο Τμήμα Αρχιτεκτόνων Μηχανικών του ΑΠΘ. Εάν οι αιτήσεις αυτές γίνουν δεκτές, οι εγγραφές στην εν λόγω Σχολή και Τμήμα θα υπερβούν σε μεγάλο βαθμό τον αριθμό των εισακτέων που καθορίσθηκε, κατά τα ως άνω, με την απόφαση του Υπουργού Παιδείας και Θρησκευμάτων Φ.253.1/85022/Β6/30.5.2014. Ειδικότερα, εάν δεν ανασταλεί η εκτέλεση της αποφάσεως του Υπουργού Παιδείας και Θρησκευμάτων Φ.1/161753/Β3/14/8.10.2014 «Ρύθμιση θεμάτων για τη μεταφορά θέσης εισαγωγής Πολυτέκνων, Τριτέκνων και Ειδικών Κατηγοριών», οι επί πλέον (των 150 και 125 αντιστοίχως) εγγραφές θα ανέλθουν εις μεν τη Σχολή Αρχιτεκτόνων Μηχανικών του ΕΜΠ σε 92, εις δε το Τμήμα Αρχιτεκτόνων Μηχανικών του ΑΠΘ σε 31. Εξ άλλου, εάν δεν ανασταλεί η εκτέλεση της αποφάσεως του Υπουργού Παιδείας και Θρησκευμάτων Φ.1/161748/Β3/ 14/8.10.2014 «Ρύθμιση θεμάτων για τη μεταφορά θέσης εισαγωγής με οικονομικά κριτήρια του σχολικού έτους 2013 - 2014 στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση σύμφωνα με το άρθρο 47 του Ν. 4274/2014 …», οι επί πλέον εγγραφές θα αυξηθούν έτι περαιτέρω και θα ανέλθουν εις μεν τη Σχολή Αρχιτεκτόνων Μηχανικών του ΕΜΠ σε (93+14=) 106, εις δε το Τμήμα Αρχιτεκτόνων Μηχανικών του ΑΠΘ σε (31+13=) 44. Η εν λόγω αύξηση εγγραφών είναι ικανή, κατά την κρίση της Επιτροπής Αναστολών, να προκαλέσει δυσλειτουργία των εν λόγω ακαδημαϊκών μονάδων λόγω υπερβάσεως των εκπαιδευτικών δυνατοτήτων τους και, κυρίως, υποβάθμιση του εκπαιδευτικού έργου που παρέχουν κατά το τρέχον ακαδημαϊκό έτος, ήτοι βλάβη του δημοσίου συμφέροντος που θα είναι ανεπανόρθωτη σε περίπτωση ευδοκιμήσεως της αιτήσεως ακυρώσεως. Συνεπώς, είναι απορριπτέα τα περί του αντιθέτου προβαλλόμενα από το Ελληνικό Δημόσιο και τους παρεμβαίνοντες.
10. Επειδή, οι παρεμβαίνοντες που έχουν υποβάλει αιτήσεις για μεταφορά θέσεων εισαγωγής προβάλλουν ότι επιβάλλεται η άμεση εγγραφή τους στη Σχολή Αρχιτεκτόνων Μηχανικών του ΕΜΠ και στο Τμήμα Αρχιτεκτόνων Μηχανικών του ΑΠΘ, διότι οικονομικοί λόγοι καθιστούν αδύνατη τη φοίτησή τους στα ΑΕΙ προελεύσεως (μακράν της κατοικίας των ιδίων και των γονέων τους). Όμως, κατά την κρίση της Επιτροπής Αναστολών, προέχει του συμφέροντος των παρεμβαινόντων η αποτροπή της ανεπανόρθωτης, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στην προηγούμενη σκέψη, βλάβης της υποβάθμισης του εκπαιδευτικού έργου των ακαδημαϊκών μονάδων, χάριν προστασίας του δημοσίου συμφέροντος. Εξ άλλου, εάν εκτελεσθούν οι προσβαλλόμενες υπουργικές αποφάσεις και ακολουθήσει η ακύρωσή τους, θα συντρέξει νόμιμος λόγος επανεγγραφής των παρεμβαινόντων στα ΑΕΙ προελεύσεως προς βλάβην των σπουδών τους. Υπό τα δεδομένα αυτά και λαμβανομένου υπ’ όψιν του προσδιορισμού λίαν συντόμου δικασίμου για την εκδίκαση της Ε. 3969/19.11.2014 αιτήσεως ακυρώσεως, η Επιτροπή Αναστολών κρίνει ότι πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση και να ανασταλεί η εκτέλεση των αποφάσεων του Υπουργού Παιδείας και Θρησκευμάτων Φ.1/161753/Β3/14/8.10.2014 «Ρύθμιση θεμάτων για τη μεταφορά θέσης εισαγωγής Πολυτέκνων, Τριτέκνων και Ειδικών Κατηγοριών» (Β΄ 2665) και Φ.1/161748/Β3/14/ 8.10.2014 «Ρύθμιση θεμάτων για τη μεταφορά θέσης εισαγωγής με οικονομικά κριτήρια του σχολικού έτους 2013 - 2014 στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση σύμφωνα με το άρθρο 47 του Ν. 4274/2014 …» (Β΄ 2665), καθ’ όσον αφορούν τη Σχολή Αρχιτεκτόνων Μηχανικών του ΕΜΠ και το Τμήμα Αρχιτεκτόνων Μηχανικών του ΑΠΘ, μέχρι τη δημοσίευση οριστικής αποφάσεως του Συμβουλίου της Επικρατείας επί της ως άνω αιτήσεως ακυρώσεως.
Διά ταύτα
Δέχεται την αίτηση.
Αναστέλλει την εκτέλεση των αποφάσεων του Υπουργού Παιδείας και Θρησκευμάτων Φ.1/161753/Β3/14/8.10.2014 «Ρύθμιση θεμάτων για τη μεταφορά θέσης εισαγωγής Πολυτέκνων, Τριτέκνων και Ειδικών Κατηγοριών» (Β΄ 2665) και Φ.1/161748/Β3/14/8.10.2014 «Ρύθμιση θεμάτων για τη μεταφορά θέσης εισαγωγής με οικονομικά κριτήρια του σχολικού έτους 2013 - 2014 στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση σύμφωνα με το άρθρο 47 του Ν. 4274/2014 …» (Β΄ 2665), καθ’ όσον αφορούν τη Σχολή Αρχιτεκτόνων Μηχανικών του Εθνικού Μετσοβίου Πολυτεχνείου και το Τμήμα Αρχιτεκτόνων Μηχανικών του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, μέχρι τη δημοσίευση οριστικής αποφάσεως του Συμβουλίου της Επικρατείας επί της Ε. 3969/19.11.2014 αιτήσεως ακυρώσεως.
Διατάσσει την απόδοση του παραβόλου.
Επιβάλλει, συμμέτρως στο Ελληνικό Δημόσιο και στους παρεμβαίνοντες, το ποσόν των επτακοσίων (700) ευρώ ως δικαστική δαπάνη των αιτούντων.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Ιανουαρίου 2015
Αρχή
 8 ΣτΕ 15/2015 (Ολομέλεια)
19/1/2015
Προσόντα, προϋποθέσεις και διαδικασία αξιολόγησης και ένταξης δημοτικών αστυνομικών στην Ελληνική Αστυνομία καθώς και στους κλάδους Εξωτερικής Φρούρησης και Φύλαξης Καταστημάτων Κράτησης

Αριθμός 15/2015
ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ
ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 7 Φεβρουαρίου 2014, με την εξής σύνθεση: Σωτ. Ρίζος, Πρόεδρος, Αθ. Ράντος, Ν. Ρόζος, Αντιπρόεδροι του Συμβουλίου της Επικρατείας, Δ. Μαρινάκης, Αικ. Σακελλαροπούλου, Μ.-Ελ. Κωνσταντινίδου, Μ. Γκορτζολίδου, Ε. Αντωνόπουλος, Α. Ντέμσιας, Σπ. Χρυσικοπούλου, Μ. Παπαδοπούλου, Ε. Κουσιουρής, Κ. Φιλοπούλου, Θ. Αραβάνης, Α. Χλαμπέα, Π. Μπραΐμη, Σ. Βιτάλη, Β. Κίντζιου, Θ. Τζοβαρίδου, Σύμβουλοι, Κ. Λαζαράκη, Σπ. Καρύδα, Μ. Μπαμπίλη, Πάρεδροι. Από τους ανωτέρω οι Σύμβουλοι Μ. Γκορτζολίδου και Σ. Βιτάλη καθώς και η Πάρεδρος Κ. Λαζαράκη μετέχουν ως αναπληρωματικά μέλη, σύμφωνα με το άρθρο 26 παρ. 2 του ν. 3719/2008. Γραμματέας η Μ. Παπασαράντη.
Για να δικάσει την από 12 Δεκεμβρίου 2013 αίτηση:
της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Εργαζομένων Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Π.Ο.Ε.-Ο.Τ.Α.), που εδρεύει στην Αθήνα (Καρόλου 24), η οποία παρέστη με τη δικηγόρο Μαρία-Μαγδαληνή Τσίπρα (Α.Μ. 21969), που τη διόρισε στο ακροατήριο ο Πρόεδρος της Ομοσπονδίας,
κατά των Υπουργών: 1. Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονι¬κής Διακυβέρνησης, ο οποίος παρέστη με τη Μεταξία Ανδροβιτσανέα, Νομική Σύμβουλο του Κράτους, 2. Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη, ο οποίος παρέστη με τη Χρυσαφούλα Αυγερινού, Νομική Σύμβουλο του Κράτους και 3. Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, ο οποίος παρέστη με τη Βασιλική Πανταζή, Νομική Σύμβουλο του Κράτους.
Η πιο πάνω αίτηση εισάγεται στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου, κατόπιν της από 18 Δεκεμβρίου 2013 πράξης του Προέδρου του Συμβουλίου της Επικρατείας, λόγω της σπουδαιότητάς της, σύμφωνα με τα άρθρα 14 παρ. 2 εδάφ. α, 20 και 21 του Π.Δ. 18/1989.
Με την αίτηση αυτή η αιτούσα Ομοσπονδία επιδιώκει να ακυρωθούν: α) η υπ’ αριθμ. 6000/2/234-γ/15.10.2013 κοινή απόφαση των Υπουργών Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και Προστασίας του Πολίτη, β) η υπ’ αριθμ. 90894/18.10.2013 κοινή απόφαση των Υπουργών Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμά¬των, γ) η υπ’ αριθμ. 31890/25.11.2013 απόφαση του Υπουργού Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, δ) η υπ’ αριθμ. 32450/29.11.2013 απόφαση του ίδιου πιο πάνω Υπουργού, ε) η υπ’ αριθμ. 6000/2/234-ε/28.11.2013 κοινή απόφαση των Υπουργών Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη, στ) η υπ’ αριθμ. 101650/28.11.2013 κοινή απόφαση των Υπουργών Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονι¬κής Διακυβέρνησης και Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και κάθε άλλη σχετική πράξη ή παράλειψη της Διοικήσεως.
Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως του εισηγητή, Συμβούλου Ε. Αντωνόπουλου.
Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε την πληρεξουσία της αιτούσας Ομοσπονδίας, η οποία ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους ακυρώσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση και τις αντιπροσώπους των Υπουργών, οι οποίες ζήτησαν την απόρριψή της.
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου κ α ι
Αφού μελέτησε τα σχετικά έγγραφα
Σκέφθηκε κατά το Νόμο
1. Επειδή, για την άσκηση της κρινομένης αιτήσεως έχει καταβληθεί το νόμιμο παράβολο (υπ’ αριθμ. 1308847, 3734426/2013 ειδικά γραμμάτια παραβόλου).
2. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση το αιτούν σωματείο ζητεί την ακύρωση: 1. της υπ’ αριθμ. 6000/2/234-γ/15.10.2013 κοινής αποφάσεως των Υπουργών α) Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και β) Δημοσίας Τάξεως και Προστασίας του Πολίτη, με τίτλο «Προσόντα, προϋποθέσεις και διαδικασία αξιολόγησης και ένταξης δημοτικών αστυνομικών στην Ελληνική Αστυνομία» (Β΄ 2631/17.10.2013, πραγματική κυκλοφορία 17.10.2013), 2. της υπ’ αριθμ. 90894/18.10.2013 κοινής αποφάσεως των ίδιων Υπουργών, με τίτλο «Καθορισμός προσόντων, προϋποθέσεων και διαδικασίας αξιολόγησης και ένταξης των υπαλλήλων, των αναφερομένων στο άρθρο 81 του Ν. 4172/2013, στους κλάδους ΔΕ Εξωτερικής Φρούρησης και ΔΕ Φύλαξης των Καταστημάτων Κράτησης» (Β΄ 2655/18.10.2013, πραγματική κυκλοφορία 18.10.2013), 3. της υπ’ αριθμ. 31890/25.11.2013 αποφάσεως του Υπουργού Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, με τίτλο «Ανακοίνωση που αφορά στην κινητικότητα των δημοτικών αστυνομικών που έχουν τεθεί σε διαθεσιμότητα κατ’ εφαρμογή του άρθρου 81 του ν. 4172/2013 (Α΄ 167) -Αριθμός Ανακοίνωσης 5/2013» (Β΄ 2999/26.11.2013, πραγματική κυκλοφορία 26.11.2013), 4. της υπ’ αριθμ. 32450/29.11.2013 αποφάσεως του Υπουργού Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνη¬σης, με τίτλο «Τροποποίηση της υπ’ αριθμ. 5/2013 Ανακοίνωσης του Υπουργού Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης» (Β΄ 3036/28.11.2013, πραγματική κυκλοφορία 2.12.2013), 5. της υπ’ αριθμ. 6000/2/234-ε/28.11.2013 κοινής αποφάσεως των Υπουργών α) Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και β) Δημοσίας Τάξεως και Προστασίας του Πολίτη, με τίτλο «Τροποποίηση της 6000/2/234−γ΄ από 15−10−2013 κοινής υπουργικής απόφασης, “Προσόντα, προϋποθέσεις και διαδικασία αξιολόγησης και ένταξης δημοτικών αστυνομικών στην Ελληνική Αστυνομία” (Β΄ 2631)» (Β΄ 3030/28.11.2013, πραγματική κυκλοφορία 28.11.2013) και 6. της υπ’ αριθμ. 101650/28.11.2013 κοινής αποφάσεως των ίδιων Υπουργών, με τίτλο «Τροποποίηση της υπ’ αριθμ. 90894/18−10−2013 (ΦΕΚ 2655/ Β/2013) κοινής υπουργικής απόφασης “Καθορισμός προσόντων, προϋποθέσεων και διαδικασίας αξιολόγησης και ένταξης των υπαλλήλων, των αναφερομένων στο άρθρο 81 του Ν. 4172/2013, στους κλάδους ΔΕ Εξωτερικής Φρούρησης και ΔΕ Φύλαξης των Καταστημάτων Κράτησης”» (Β΄ 3032/28.11.2013, πραγματική κυκλοφορία 28.11.2013).
3. Επειδή, η υπόθεση εισάγεται προς συζήτηση ενώπιον της Ολομελείας του Συμβουλίου της Επικρατείας κατόπιν της από 18-12-2013 πράξεως του Προέδρου του Συμβουλίου της Επικρατείας, κατ’ εφαρμογήν των άρθρων 14 παρ. 2, εδ. α΄, 20 και 21 του π.δ. 18/1989, λόγω σπουδαιότητος.
4. Επειδή, όλες οι προσβαλλόμενες με την κρινόμενη αίτηση πράξεις έχουν κανονιστικό χαρακτήρα, δεδομένου ότι με αυτές θεσπίζονται κανόνες ρυθμίζοντες ουσιαστικά και διαδικαστικά ζητήματα κινητικότητος των τεθέντων σε καθεστώς διαθεσιμότητος δημοτικών αστυνομικών κατ’ εφαρμογή του άρθρου 81 του ν. 4172/2013. Λόγω δε ακριβώς του κανονιστικού τους χαρακτήρα, η αμφισβήτηση της νομιμότητος των πράξεων αυτών προκαλεί ακυρωτική διαφορά, υπαγόμενη- ενόψει και της σπουδαιότητός της- στην καθ’ ύλην αρμοδιότητα του Συμβουλίου της Επικρατείας, κατ’ εφαρμογή του απορρέοντος από το άρθρο 95 παρ. 1 περ. α΄ του π.δ/τος 18/1989 τεκμηρίου υπέρ της ακυρωτικής του αρμοδιότητας (πρβλ. ΣΕ 671-8/2013 Ολομ., 3919/2010 Ολομ.). Εξ άλλου, οι προσβαλλόμενες κανονιστικές πράξεις είναι συναφείς μεταξύ τους, καθόσον έχουν εκδοθεί στο πλαίσιο της ίδιας, κατά τα ουσιώδη της χαρακτηριστικά, νομοθεσίας (άρθρο 81 του ν. 4172/2013, το οποίο παραπέμπει στο άρθρο πρώτο, παρ. Ζ΄ του ν. 4093/2012, καθώς και στα άρθρα 90 και 91 του ν. 4172/2013), καθώς και στο πλαίσιο της ίδιας διαδικασίας κινητικότητος των δημοτικών αστυνομικών, και κατατείνουν στο ίδιο αποτέλεσμα, ήτοι στην ολοκλήρωση της διαδικασίας αυτής με τη μετάταξή τους σε υπηρεσίες της Ελληνικής Αστυνομίας, του Υπουργείου Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, του Υπουργείου Οικονομικών, του Υπουργείου Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας και της Γενικής Γραμματείας Πληθυσμού και Κοινωνικής Συνοχής (πρβλ. ΣΕ 2133/2003, 51/2011).
5. Επειδή, το αιτούν σωματείο (συνδικαλιστική οργάνωση) προέρχεται από την ένωση όλων των αναγνωρισμένων στην Ελλάδα πρωτοβάθμιων συνδικαλιστικών οργανώσεων, μέλη των οποίων είναι, μεταξύ άλλων, «το με σχέση εργασίας Δημοσίου Δικαίου προσωπικό των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης» (άρθρο 1 του Καταστατικού του αιτούντος σωματείου). Μεταξύ δε των καταστατικών του σκοπών περιλαμβάνεται «[η] συνένωση των δυνάμεων όλων των τοπικών συλλόγων του άρθρου 1 του παρόντος καταστατικού για την ενιαία συνδικαλιστική δράση, την ενιαία και συλλογική μελέτη, προστασία και προαγωγή των οικονομικών, εργασιακών, ασφαλιστικών, ηθικών και κοινωνικών συμφερόντων τους … [η] παρακολούθηση όλων των υπαλληλικών και κοινωνικών ζητημάτων, η οργάνωση και ενιαία καθοδήγηση των εργαζομένων στους Ο.Τ.Α. για την επίλυση των προβλημάτων τους και για την καλυτέρευση των συνθηκών εργασίας και διαβίωσής τους … [η] βελτίωση της οργάνωσης και λειτουργίας των υπηρεσιών των Ο.Τ.Α., των ιδρυμάτων, των επιχειρήσεων και Ν.Π.Δ.Δ. που εποπτεύονται ή συντηρούνται με οποιοδήποτε τρόπο από τους Ο.Τ.Α., ώστε ν' ανταποκρίνονται και να εξυπηρετούν καλύτερα τις ανάγκες του λαού και της χώρας, με τη συμμετοχή των εργαζομένων…» (άρθρο 2 του Καταστατικού του αιτούντος σωματείου). Υπό τα δεδομένα αυτά, το αιτούν σωματείο ασκεί την κρινόμενη αίτηση μετ’ εννόμου συμφέροντος, δεδομένου ότι με την κρινόμενη αίτηση αμφισβητείται, κατ’ ουσίαν, η συνταγματικότητα των ρυθμίσεων του άρθρου 81 παρ. 1 του ν. 4172/2013, με τις οποίες τίθεται σε διαθεσιμότητα το σύνολο των υπηρετούντων στην Δημοτική Αστυνομία, που υπάγονται οργανικά στο με σχέση δημοσίου δικαίου προσωπικό των Ο.Τ.Α. (ΣΕ 3354/2013, 3355/2013, 668/2012 Ολομ., 3398/2010 Ολομ., 3969/2003, 3100-1/2001 Ολομ.), με την εξαίρεση των υπαλλήλων των περιπτώσεων της παρ. 2 του άρθρου 81, για τους οποίους λαμβάνεται μεν ειδική μέριμνα, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ότι οι υπάλληλοι της κατηγορίας αυτής θα υποστούν βλάβη από τυχόν ακύρωση των προβαλλόμενων πράξεων (πρβλ. ΣΕ 3892/1981 Ολομ.). Κατά τα λοιπά δε η κρινόμενη αίτηση ασκείται παραδεκτώς.
6. Επειδή, το Σύνταγμα στο άρθρο 23 παρ. 2 ορίζει ότι "... Απαγορεύεται η απεργία με οποιαδήποτε μορφή στους δικαστικούς λειτουργούς και σ’ αυτούς που υπηρετούν στα σώματα ασφαλείας ...", ενώ με το άρθρο 29 παρ. 3 αυτού "Απαγορεύονται απολύτως οι οποιασδήποτε μορφής εκδηλώσεις υπέρ ή κατά πολιτικού κόμματος στους δικαστικούς λειτουργούς και σε όσους υπηρετούν στις ένοπλες δυνάμεις και στα σώματα ασφαλείας ...". Περαιτέρω στο άρθρο 102 του Συντάγματος ορίζεται ότι «1. Η διοίκηση των τοπικών υποθέσεων ανήκει στους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης πρώτου και δεύτερου βαθμού. Υπέρ των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης συντρέχει τεκμήριο αρμοδιότητας για τη διοίκηση των τοπικών υποθέσεων. Νόμος καθορίζει το εύρος και τις κατηγορίες των τοπικών υποθέσεων, καθώς και την κατανομή τους στους επί μέρους βαθμούς. Με νόμο μπορεί να ανατίθεται στους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης η άσκηση αρμοδιοτήτων που συνιστούν αποστολή του Κράτους. 2. Οι οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης έχουν διοικητική και οικονομική αυτοτέλεια…». Στο δε άρθρο 103 του Συντάγματος ορίζεται ότι: «1. Οι δημόσιοι υπάλληλοι είναι εκτελεστές της θέλησης του Κράτους και υπηρετούν το Λαό. Οφείλουν πίστη στο Σύνταγμα και αφοσίωση στην Πατρίδα. Τα προσόντα και ο τρόπος του διορισμού τους ορίζονται από το νόμο. 2. Κανένας δεν μπορεί να διοριστεί υπάλληλος σε οργανική θέση που δεν είναι νομοθετημένη. Εξαιρέσεις μπορεί να προβλέπονται από ειδικό νόμο, για να καλυφθούν απρόβλεπτες και επείγουσες ανάγκες με προσωπικό που προσλαμβάνεται για ορισμένη χρονική περίοδο με σχέση ιδιωτικού δικαίου. 3. Οργανικές θέσεις ειδικού Επιστημονικού καθώς και τεχνικού ή βοηθητικού προσωπικού μπορούν να πληρούνται με προσωπικό που προσλαμβάνεται με σχέση ιδιωτικού δικαίου. Νόμος ορίζει τους όρους για την πρόσληψη, καθώς και τις ειδικότερες εγγυήσεις τις οποίες έχει το προσωπικό που προσλαμβάνεται. 4. Οι δημόσιοι υπάλληλοι που κατέχουν οργανικές θέσεις είναι μόνιμοι εφόσον αυτές οι θέσεις υπάρχουν. Αυτοί εξελίσσονται μισθολογικά σύμφωνα με τους όρους του νόμου και, εκτός από τις περιπτώσεις που αποχωρούν λόγω ορίου ηλικίας ή παύονται με δικαστική απόφαση, δεν μπορούν να μετατεθούν χωρίς γνωμοδότηση ούτε να υποβιβαστούν ή να παυθούν χωρίς απόφαση υπηρεσιακού συμβουλίου, που αποτελείται τουλάχιστον κατά τα δύο τρίτα από μόνιμους δημόσιους υπαλλήλους. Κατά των αποφάσεων των συμβουλίων αυτών επιτρέπεται προσφυγή στο Συμβούλιο της Επικρα¬τείας, όπως νόμος ορίζει. 5. Με νόμο μπορεί να εξαιρούνται από τη μονιμότητα ανώτατοι διοικητικοί υπάλληλοι που κατέχουν θέσεις εκτός της υπαλληλικής ιεραρχίας, οι διοριζόμενοι απευθείας με βαθμό πρεσβευτικό, οι υπάλληλοι της Προεδρίας της Δημοκρατίας και των γραφείων του Πρωθυπουργού, των Υπουργών και Υφυπουργών. 6. Οι διατάξεις των προηγούμενων παραγράφων έχουν εφαρμογή και ... στους υπαλλήλους των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των λοιπών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου. 7. Η πρόσληψη υπαλλήλων στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, πλην των περιπτώσεων της παραγράφου 5, γίνεται είτε με διαγωνισμό είτε με επιλογή σύμφωνα με προκαθορισμένα και αντικειμενικά κριτήρια και υπάγεται στον έλεγχο ανεξάρτητης αρχής, όπως νόμος ορίζει. Νόμος μπορεί να προβλέπει ειδικές διαδικασίες επιλογής που περιβάλλονται με αυξημένες εγγυήσεις διαφάνειας και αξιοκρατίας ή ειδικές διαδικασίες επιλογής προσωπικού για θέσεις το αντικείμενο των οποίων περιβάλλεται από ειδικές συνταγματικές εγγυήσεις ή προσιδιάζει σε σχέση εντολής. 8. Νόμος ορίζει τους όρους, και τη χρονική διάρκεια των σχέσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, για την κάλυψη είτε οργανικών θέσεων και πέραν των προβλεπομένων στο πρώτο εδάφιο της παραγράφου 3 είτε πρόσκαιρων είτε απρόβλεπτων και επειγουσών αναγκών κατά το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 2. Νόμος ορίζει επίσης τα καθήκοντα που μπορεί να ασκεί το προσωπικό του προηγούμενου εδαφίου. Απαγορεύεται η από το νόμο μονιμοποίηση προσωπικού που υπάγεται στο πρώτο εδάφιο ή η μετατροπή των συμβάσεών του σε αορίστου χρόνου. Οι απαγορεύσεις της παραγράφου αυτής ισχύουν και ως προς τους απασχολουμένους με σύμβαση έργου. 9. …».
7. Επειδή, περαιτέρω με τις διατάξεις του ν. 1481/1984 (Α΄ 152) συνεστήθη η Ελληνική Αστυνομία (ΕΛ.ΑΣ.), ως ενιαίο σώμα ασφαλείας, το οποίο, "μέσα στα πλαίσια του Συντάγματος και των νόμων έχει ως αποστολή: α. Να κατοχυρώνει και να διατηρεί τη δημόσια τάξη β. Να προστατεύει τη δημόσια και κρατική ασφάλεια γ. Να εξασφαλίζει την πολιτική άμυνα της χώρας δ. Να συμμετέχει στην εξασφάλιση της εθνικής άμυνας σε συνεργασία με τις ένοπλες δυνάμεις" (άρθρα 1 και 3). Η νεοσυσταθείσα ΕΛ.ΑΣ. υπήχθη, στον απευθείας έλεγχο της πολιτικής ηγεσίας του Υπουργείου Δημοσίας Τάξεως, μέσω της υπαγωγής της διοικήσεως του σώματος στις κεντρικές υπηρεσίες του Υπουργείου (άρθρο 2). Ακολούθησε ο ν. 2800/2000 (Α΄ 41), με τις διατάξεις του οποίου επήλθαν ευρείας εκτάσεως τροποποιήσεις του ν. 1481/1984, η βασικότερη εκ των οποίων συνίσταται στη σύσταση Αρχηγείου της ΕΛ.ΑΣ. (άρθρο 11), οργανωτική μεταβολή, η οποία κατέστη επιβεβλημένη για την ενίσχυση της επιχειρησιακής και λειτουργικής αυτονομίας της (βλ. και αιτιολογική έκθεση του ν. 2800/2000). Με τις νεότερες διατάξεις προβλέπεται, ρητώς, ότι "η Ελληνική Αστυνομία αποτελεί ιδιαίτερο ένοπλο Σώμα Ασφαλείας και λειτουργεί με τους δικούς της οργανικούς νόμους ... Το αστυνομικό προσωπικό της έχει ιδιαίτερη ιεραρχία, αντίστοιχη της στρατιωτικής, και δικούς της κανόνες πειθαρχίας και δεν εφαρμόζονται στο προσωπικό αυτό οι διατάξεις που αφορούν τους δημοσίους πολιτικούς υπαλλήλους". Προβλέπεται, περαιτέρω, ότι "Όλες οι Υπηρεσίες της Ελληνικής Αστυνομίας και το προσωπικό της τελούν σε διαρκή ετοιμότητα για την πρόληψη και καταστολή του εγκλήματος, την προστασία του δημοκρατικού πολιτεύματος και της έννομης τάξης και την αντιμετώπιση έκτακτων αναγκών. Το αστυνομικό προσωπικό, οι συνοριακοί φύλακες και οι ειδικοί φρουροί θεωρούνται ότι βρίσκονται σε διατεταγμένη υπηρεσία, σε κάθε περίπτωση που καθίσταται αναγκαία η παρέμβασή τους", καθώς και ότι το ένστολο προσωπικό "εκπαιδεύεται στη χρήση όπλων και ειδικών μέσων και μηχανημάτων και φέρει για την άσκηση των καθηκόντων του κατάλληλο οπλισμό, εφόδια και μέσα" και "δύναται να εκπαιδεύεται στις σχολές και τα κέντρα εκπαίδευσης των ενόπλων δυνάμεων (άρθρο 9). Ορίζεται, περαιτέρω, ότι "Η Ελληνική Αστυνομία είναι Σώμα Ασφαλείας με τοπική αρμοδιότητα σε όλη την επικράτεια, εκτός από τους χώρους για τους οποίους ειδικές διατάξεις προβλέπουν αρμοδιότητα του Λιμενικού Σώματος, και έχει ως αποστολή: α) Την εξασφάλιση της δημόσιας ειρήνης και ευταξίας και της απρόσκοπτης κοινωνικής διαβίωσης των πολιτών που περιλαμβάνει την άσκηση της αστυνομίας γενικής αστυνόμευσης και τροχαίας. β) Την πρόληψη και καταστολή του εγκλήματος και την προστασία του Κράτους και του δημοκρατικού πολιτεύματος, στα πλαίσια της συνταγματικής τάξης που περιλαμβάνει την άσκηση της αστυνομίας δημόσιας και κρατικής ασφάλειας" (άρθρο 8). Τέλος, κατά τρόπο ανάλογο με τις αντιστοίχου περιεχομένου διατάξεις της νομοθεσίας περί ενόπλων δυνάμεων, ρυθμίζονται ζητήματα ιεραρχίας, αρχαιότητας και υπηρεσιακής καταστάσεως των αξιωματικών της ΕΛ.ΑΣ. (βλ. π.δ/γμα 24/1997, Α΄ 29) καθώς και ζητήματα πειθαρχικού δικαίου του αστυνομικού προσωπικού του σώματος (βλ. π.δ/γμα 120/2008, Α΄ 182).
8. Επειδή, στην παρ. 2 του άρθρου 24 του Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικα (ΔΚΚ, κωδικοποιητικού π.δ/τος 410/1995, Α΄ 213) προεβλέφθη το πρώτον η δυνατότητα συγκροτήσεως ειδικής υπηρεσίας (της Δημοτικής Αστυνομίας) για την άσκηση ορισμένων αρμοδιοτήτων τοπικού χαρακτήρος και αστυνομικής φύσεως (έλεγχος τηρήσεως των κανόνων που αφορούν την καθαριότητα, την στάθμευση των οχημάτων, την δόμηση κ.λπ.). Ακολούθως, με την παρ. 8 του άρθρου 11 του ν. 2503/1997 (Α΄ 107) οι ως άνω παρ. 2 και 3 του άρθρου 24 του ΔΚΚ αντικαταστάθηκαν ως εξής: «2. Για την άσκηση της αρμοδιότητας της περίπτωσης ιε΄ και για τον έλεγχο της τήρησης των διατάξεων των περιπτώσεων β΄, ιστ΄, ιη΄, ιθ΄, κ΄, κα΄, κβ΄, κγ΄, και λ΄ της παρ. 1, ο δήμος προβλέπει στον οργανισμό εσωτερικής υπηρεσίας τη συγκρότηση ειδικής υπηρεσίας με την ονομασία "Δημοτική Αστυνομία". ... 3. Με προεδρικό διάταγμα που εκδίδεται με πρόταση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Δημόσιας Τάξης, Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων και Υγείας και Πρόνοιας, μετά από γνώμη του Διοικητικού Συμβουλίου της Κεντρικής Ένωσης Δήμων και Κοινοτήτων, καθορίζονται οι αρμοδιότητες και ο τρόπος άσκησής τους, τα προσόντα, τα καθήκοντα, τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις των οργάνων της "Δημοτικής Αστυνομίας"». Ακολούθως, με το άρθρο 26 παρ. 1 του ν. 2819/2000 (Α΄ 84), με τίτλο «Ρυθμίσεις θεμάτων τοπικής αυτοδιοίκησης», η ως άνω εξουσιοδότηση (της παρ. 3 του άρθρου 24 του π.δ. 410/1995) αντικαταστάθηκε ως εξής: "3. Με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται με πρόταση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρω¬σης, Δημόσιας Τάξης, Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημόσιων Έργων και Υγείας και Πρόνοιας, μετά από γνώμη του Διοικητικού Συμβουλίου της Κ.Ε.Δ.Κ.Ε., καθορίζονται: α) οι αρμοδιότητες, τα καθήκοντα, τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις των οργάνων της Δημοτικής Αστυνομίας, καθώς και ο τρόπος εκπαίδευσής τους, β) τα απαιτούμενα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα όσων προσλαμβάνονται για τη στελέχωση της υπηρεσίας αυτής, τα αντικειμενικά κριτήρια με βάση τα οποία αξιολογούνται τα ουσιαστικά προσόντα, ο τρόπος και η διαδικασία και το όργανο πρόσληψης, καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή της παρούσας παραγράφου. Με όμοιο διάταγμα μπορεί να μεταφέρονται και να ασκούνται από τη Δημοτική Αστυνομία, αρμοδιότητες που ασκούνται από την Αγροφυλακή και να ρυθμίζονται θέματα υπηρεσιακής κατάστασης και μεταφοράς του προσωπικού που υπηρετεί στην Αγροφυλακή.". Με την ίδια διάταξη (άρθρο 26 παρ. 1γ) ορίζεται: “γ. Η παράγραφος 2 του άρθρου 3 του ν. 2647/1998 (ΦΕΚ 237 Α΄) αντικαθίσταται ως εξής: "2. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και Δημόσιας Τάξης ορίζεται ο χρόνος έναρξης της άσκησης από τη Δημοτική Αστυνομία των αρμοδιοτήτων των περιπτώσεων 1 μέχρι και 16 της παραγράφου 1 του άρθρου 3 του ν. 2647/1998. Μέχρι τότε οι αρμοδιότητες αυτές εξακολου¬θούν να ασκούνται από τις αστυνομικές αρχές."». Κατ’ εξουσιοδότηση των ανωτέρω διατάξεων δημοσιεύθηκε το π.δ. 23/2002, «Αρμοδιότητες, σύστημα πρόσληψης, προσόντα, καθήκοντα, δικαιώματα και υποχρεώσεις του προσωπικού της Δημοτικής Αστυνομίας» (Α΄ 19), στο οποίο ορίζονται τα εξής: «άρθρο 1 (Διάκριση Προσωπικού): 1. Το προσωπικό της Δημοτικής Αστυνομίας διακρίνεται α) σε ειδικό ένστολο και β) σε επιστημονικό και υποστηρικτικό προσωπικό, το οποίο απαρτίζεται, κυρίως, από μηχανικούς, επόπτες υγείας, προσωπικό διοικητικής υποστήριξης και βοηθητικό προσωπικό. 2. Οι θέσεις του προσωπικού της Δημοτικής Αστυνομίας της προηγούμενης παραγράφου συνιστώνται με τον Οργανισμό Εσωτερικής Υπηρεσίας του οικείου Δήμου σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του Νόμου 1188/1981 (Α΄ 204), όπως ισχύει κάθε φορά. 3. Το ειδικό ένστολο προσωπικό της Δημοτικής Αστυνομίας κατατάσσεται σε κατηγορίες και κλάδους ΠΕ23, ΤΕ23 και ΔΕ23. Οι κλάδοι αυτοί περιλαμβάνουν θέσεις που διακρίνονται με βαθμούς Δ έως Α. Για τη σύσταση θέσεων με βαθμούς Δ έως Α εφαρμόζονται οι σχετικές διατάξεις του Ν. 2190/1994 (Α΄ 28). Το ειδικό ένστολο προσωπικό της Δημοτικής Αστυνομίας προσλαμβάνεται σύμφωνα με τις διατάξεις αυτού του διατάγματος, για να ασκεί τις αρμοδιότητες του άρθρου 2 του παρόντος. 4. Το ειδικό ένστολο προσωπικό των κλάδων ΠΕ23 και ΤΕ23, δεν πρέπει να είναι κατώτερο του 1/4 του συνολικού αριθμού των υπηρετούντων στη Δημοτική Αστυνομία. 5. Για την πρόσληψη του επιστημονικού και υποστηρικτικού προσωπικού, ισχύουν οι διατάξεις του Ν. 2190/1994, όπως ισχύει κάθε φορά. άρθρο 3 (Προσόντα ειδικού ένστολου προσωπικού): Το ειδικό ένστολο προσωπικό της Δημοτικής Αστυνομίας πρέπει να συγκεντρώνει τα εξής προσόντα. 1. Να είναι Έλληνες πολίτες που έχουν εκπληρώσει τις στρατιωτικές τους υποχρεώσεις ή έχουν νομίμως απαλλαγεί αυτών και δεν έχουν υπερβεί το 30ο έτος της ηλικίας τους. ... 2. Επιπλέον οι υποψήφιοι απαιτείται να συγκεντρώνουν ανάλογα με την κατηγορία και τα ακόλουθα προσόντα: α) Να είναι κάτοχοι πτυχίου, ή διπλώματος οποιασδήποτε σχολής ή τμήματος ΑΕΙ ή ΤΕΙ της ημεδαπής ή ισότιμο σχολών της αλλοδαπής, εφόσον πρόκειται για τον κλάδο ΠΕ ή ΤΕ. β) Να είναι κάτοχοι απολυτηρίου τίτλου όλων των τύπων Λυκείου με εξαίρεση αυτούς του Ενιαίου Πολυκλαδικού Λυκείου κλάδου σπουδών που δεν αντιστοιχεί σε δέσμη ή πτυχίο Τεχνικού-Επαγγελματικού Λυκείου, εφόσον πρόκειται για τον κλάδο ΔΕ23. γ) Να έχουν ανάστημα τουλάχιστον 1.70 μ. οι άνδρες και 1.65 μ. οι γυναίκες, χωρίς υποδήματα και στηθική περίμετρο οι άνδρες τουλάχιστον 0.83 μ. δ) Να μην έχουν καταδικασθεί (για ορισμένα αδικήματα) ... ε) Να μην έχουν στερηθεί οποτεδήποτε των πολιτικών δικαιωμάτων τους, έστω και αν έχει λήξει ο χρόνος που ορίσθηκε για την στέρησή τους. στ) Να μην έχουν τεθεί σε δικαστική συμπαράσταση (άρθρο 1666 Α.Κ.). ζ) Να μην έχουν απολυθεί από δημόσια υπηρεσία για πειθαρχικούς λόγους. άρθρο 4 (Σύστημα πρόσληψης με αντικειμενικά κριτήρια): 1. Η πρόσληψη του ειδικού ένστολου προσωπικού της Δημοτικής Αστυνομίας γίνεται με σύστημα αντικειμενικών κριτηρίων (μόρια): α) Το γενικό βαθμό του Πτυχίου ή β) Το γενικό βαθμό Απολυτηρίου Λυκείου. γ) Τη γνώση ξένων γλωσσών. δ) Την υπαγωγή τους σε μία από τις κατηγορίες που προβλέπονται στο άρθρο 42 του ν. 1481/1984 (Α΄ 152 με διόρθωση στο ΦΕΚ Α΄ 154). ε) Την επιτυχή συμμετοχή αθλητών ανδρών και γυναικών σε Ολυμπιακούς-Παγκόσμιους αγώνες μέχρι 8η νίκη, σε Ευρωπαϊκούς-Μεσογειακούς αγώνες μέχρι 6η νίκη και σε Βαλκανικούς- Πανελλήνιους αγώνες μέχρι 3η νίκη. στ) Την κατοχή άδειας οδηγού αυτοκινήτου ή δίκυκλης μηχανής τουλάχιστον 50 κ.ε.. 2. Η κατάταξη σε πίνακα σειράς επιτυχίας των υποψηφίων, γίνεται κατά Ο.Τ.Α., με βάση το άθροισμα της βαθμολογίας που προκύπτει από γενικό βαθμό του πτυχίου ή του απολυτηρίου Λυκείου στον οποίο προστίθενται: α) Πέντε (5) μονάδες για όσους υποψηφίους κατέχουν πτυχίο PROFICIENCY για την Αγγλική γλώσσα ή τέσσερις (4) μονάδες για όσους υποψηφίους κατέχουν πτυχίο αντίστοιχου επιπέδου άλλης ξένης γλώσσας. Τρεις (3) μονάδες για όσους υποψηφίους κατέχουν πτυχίο FIRST CERTIFICATE για την Αγγλική ή δύο (2) μονάδες για όσους υποψηφίους κατέχουν πτυχίο αντίστοιχου επιπέδου άλλης ξένης γλώσσας. Κατοχή αντίστοιχων πτυχίων, περισσοτέρων άλλων ξένων γλωσσών του ανωτέρω επιπέδου λειτουργεί προσαυξητικά. β) Δύο (2) μονάδες για όσους υποψηφίους υπάγονται στις ειδικές κατηγορίες του άρθρου 42 του Ν. 1481/1984. γ) Μία (1) μονάδα για όσους κατέχουν άδεια οδηγού αυτοκινήτου ή μοτοποδηλάτου. δ) Τρεις (3) μονάδες για τους υποψηφίους μόνιμους κατοίκους Δήμου ή Κοινότητας Νομού του πρώτου εδαφίου της παρ. 8 του άρθρου 17 του Ν. 2190/94 (Α΄ 28), όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 8 του άρθρου 20 του Ν. 2738/99 (Α΄ 180), ή παραμεθορίου περιοχής ... ε) Δύο (2) μονάδες για όσους αθλητές, άνδρες και γυναίκες, έχουν επιτύχει μέχρι 8η νίκη σε Ολυμπιακούς - Παγκόσμιους αγώνες, μέχρι 6η νίκη σε Ευρωπαϊκούς - Μεσογειακούς αγώνες και μέχρι 3η νίκη σε Βαλκανικούς - Πανελλήνιους αγώνες. 3. Η συνολική βαθμολογία κάθε υποψηφίου πολλαπλασιάζεται επί το συντελεστή εκατό (100). Η βαθμολογία εξάγεται μέχρι χιλιοστού της μονάδας. ... 4. Για κάθε ΟΤΑ καταρτίζεται ίδιος πίνακας σειράς κατάταξης των υποψηφίων για πρόσληψη ειδικού ένστολου προσωπικού της Δημοτικής Αστυνομίας, σύμφωνα με τα ανωτέρω αντικειμενικά κριτήρια. Ο πίνακας αυτός καταρτίζεται από την επιτροπή του άρθρου 9 του παρόντος διατάγματος, που έχει συσταθεί για τον οικείο ΟΤΑ και αναρτάται στο κεντρικό κατάστημα της Περιφέρειας και στο κατάστημα του οικείου Ο.Τ.Α. 5. Από την ίδια επιτροπή καταρτίζεται πίνακας υποψηφίων που δεν πληρούν τις απαιτούμενες από το νόμο και το παρόν Προεδρικό Διάταγμα προϋποθέσεις. άρθρο 5 (Υγειονομικές και αθλητικές εξετάσεις): 1. Οι υποψήφιοι που περιλαμβάνονται στους πίνακες κατάταξης, μετά παρέλευση δέκα (10) τουλάχιστον ημερών από την ανάρτηση του πίνακα, καλούνται να προσέλθουν, κατά τη σειρά κατατάξεώς τους, για υγειονομική εξέταση και υποβολή σε αθλητική δοκιμασία. ... 2. Η εξέταση των σωματικών προσόντων, εκτός από τον έλεγχο των προϋποθέσεων της περ. γ΄ της παρ. 2 του άρθρου 3, περιλαμβάνει αθλητικές δοκιμασίες. Οι υποψήφιοι δοκιμάζονται στα εξής αγωνίσματα: α) Άλμα σε μήκος τουλάχιστον 2,5 μ. για τους άνδρες και 1,5 μ. για τις γυναίκες (τρεις προσπάθειες). β) Άλμα σε ύψος τουλάχιστον 0,80 μ. για τους άνδρες και 0,65 μ. για τις γυναίκες (τρεις προσπάθειες). γ) Δρόμος 1000 μ. για τους άνδρες και 800 μ. για τις γυναίκες, μέσα σε μέγιστο χρόνο 5΄ και 20΄ (μία προσπάθεια). άρθρο 6 ... άρθρο 11 (Κατάρτιση τελικού πίνακα κατάταξης ανά ΟΤΑ): 1. Μετά τα ανωτέρω η Επιτροπή του άρθρου 9 του παρόντος διατάγματος προβαίνει στην κατάρτιση του τελικού πίνακα κατάταξης για τις θέσεις του ειδικού ένστολου προσωπικού Δημοτικής Αστυνομίας για τον οικείο ΟΤΑ. Προς τούτο η Επιτροπή λαμβάνει υπόψη της: α) Τον πίνακα σειράς κατάταξης των υποψηφίων ο οποίος έχει καταρτισθεί από αυτήν σύμφωνα με το άρθρο 4 του παρόντος Διατάγματος. β) Τον πίνακα καταλλήλων ή μη ο οποίος έχει καταρτισθεί από αυτή σύμφωνα με το άρθρο 10 του παρόντος διατάγματος. 2. Ο τελικός πίνακας κατάταξης για κάθε ΟΤΑ περιλαμβάνει τους υποψηφίους του πίνακα της περ. β΄ της προηγουμένης παραγράφου, κατά την σειρά κατατάξεώς τους στον πίνακα της περ. α΄ της ίδιας παραγράφου. Ο πίνακας έχει ισχύ για ένα (1) έτος και δημοσιεύεται με ανάρτησή του στο κατάστημα της οικείας Διεύθυνσης της Περιφέρειας που έχουν υποβληθεί τα δικαιολογητικά των υποψηφίων. Όμοιοι πίνακες κοινοποιούνται στο Γενικό Γραμματέα της Περιφέρειας και στο Δήμαρχο ή Πρόεδρο της Κοινότητας».
9. Επειδή, εξ άλλου, με το άρθρο 35 παρ. 12 του ν. 3274/2004 (Α΄ 195) η περ. γ΄, της παρ. 1 του άρθρου 26 του ν. 2819/2000 αντικαταστάθηκε ως εξής: «γ. i. Από τη δημοσίευση του νόμου αυτού, η Δημοτική Αστυνομία εξακολουθεί να ασκεί τις αρμοδιότητες των περιπτώσεων 1, 2, 3, 6, 10, 12, 13, 16, 26, 29, 31 και 33 της παραγράφου Α του άρθρου 2 του διατάγματος 23/2002. ii. Οι υπόλοιπες αρμοδιότητες, που προβλέπονται στην ανωτέρω διάταξη, ασκούνται από τη Δημοτική Αστυνομία, στο σύνολό τους ή μεμονωμένα, ύστερα από προηγούμενη απόφαση του αρμόδιου Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας, η οποία δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Η απόφαση αυτή εκδίδεται ύστερα από πρόταση του οικείου δημοτικού συμβουλίου και γνώμη του αστυνομικού διευθυντή του νομού. iii. Ως την έκδοση της παραπάνω απόφασης οι αρμοδιότητες αυτές εξακολουθούν να ασκούνται από την Ελληνική Αστυνομία (ΕΛ.ΑΣ.). iv. Στη Δημοτική Αστυνομία ανατίθεται η αρμοδιότητα επιβολής των διοικητικών μέτρων του άρθρου 103 του Ν. 2696/1999, για την παράνομη στάθμευση οχημάτων, καθώς και της εφαρμογής των διατάξεων που αναφέρονται στην κυκλοφορία οχημάτων στους πεζοδρόμους. Οι ανωτέρω αρμοδιότητες εξακολουθούν να ασκούνται, παραλλήλως και κατά περίπτωση, από την Ελληνική Αστυνομία (ΕΛ.ΑΣ.) και το Λιμενικό Σώμα». Περαιτέρω, το ισχύσαν έως τότε σύστημα προσλήψεων του π.δ/τος 23/2002 αντικαταστάθηκε από νέο, το οποίο θεσπίσθηκε με το π.δ. 135/2006, «Σύστημα πρόσληψης ειδικού ένστολου προσωπικού της Δημοτικής Αστυνομίας και τρόπος εκπαίδευσης αυτού» (Α΄ 153). Στο εν λόγω προεδρικό διάταγμα ορίζονται τα εξής: «άρθρο 1 (Προσόντα ειδικού ένστολου προσωπικού): 1. Οι υποψήφιοι για τις θέσεις του ειδικού ένστολου προσωπικού της Δημοτικής Αστυνομίας πρέπει να πληρούν τις ακόλουθες προϋποθέσεις: α. Να είναι Έλληνες πολίτες και να έχουν εκπληρώσει τις στρατιωτικές τους υποχρεώσεις ή να έχουν νομίμως απαλλαγεί από αυτές. β. Να έχουν συμπληρώσει το εικοστό πρώτο (21ο) έτος της ηλικίας τους και να μην έχουν υπερβεί, προκειμένου για τους κλάδους ΠΕ23 και ΤΕ23, το 30ό έτος της ηλικίας τους και για τον κλάδο ΔΕ23, το 26ο έτος της ηλικίας τους. ... γ. Να μην έχουν καταδικασθεί τελεσίδικα (για ορισμένα αδικήματα) ... δ. Να μην έχουν στερηθεί οποτεδήποτε των πολιτικών δικαιωμάτων τους, έστω και αν έχει λήξει ο χρόνος που ορίσθηκε για την στέρησή τους. ε. Να μην έχουν τεθεί σε δικαστική συμπαράσταση (άρθρο 1666 Α.Κ.). στ. Να μην έχουν απολυθεί από δημόσια υπηρεσία ή Ο.Τ.Α. ή Ν.Π.Δ.Δ. λόγω επιβολής της πειθαρχικής ποινής της οριστικής παύσης ή λόγω καταγγελίας της σύμβασης εργασίας για σπουδαίο λόγο οφειλόμενο σε υπαιτιότητα του εργαζόμενου, αν δεν παρέλθει πενταετία από την απόλυση. ζ. Να έχουν ανάστημα, ... και 1,70 μ. οι άνδρες. η. Να έχουν τις προϋποθέσεις για την υπαγωγή τους σε έναν από τους κλάδους ΠΕ23, ΤΕ23 και ΔΕ23. θ. Να διαθέτουν γνώση τουλάχιστον μίας εκ των γλωσσών Αγγλικής, ή Γαλλικής, ή Ιταλικής, ή Γερμανικής, ή Ισπανικής σε επίπεδο τουλάχιστον "Πολύ Καλά" προκειμένου για τους αποφοίτους ΑΕΙ και ΤΕΙ και "Καλά" προκειμένου για τους αποφοίτους δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, η γνώση της οποίας πιστοποιείται σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία. ι. Να έχουν γνώση χειρισμού ηλεκτρονικών υπολογιστών. ια. Να είναι κάτοχοι ερασιτεχνικής άδειας οδήγησης αυτοκινήτου ή δίκυκλης μηχανής, τουλάχιστον 50 κ.ε. ιβ. Να έχουν την ψυχική και σωματική υγεία, η οποία διαπιστώνεται κατά τα οριζόμενα στα άρθρα 7 και 8 του παρόντος καθώς και τα διανοητικά προσόντα που τους επιτρέπουν την εκτέλεση των καθηκόντων της θέσης τους. ... άρθρο 2 (Σύστημα πρόσληψης με αντικειμενικά κριτήρια): 1. Η πρόσληψη του ειδικού ένστολου προσωπικού της Δημοτικής Αστυνομίας γίνεται με σύστημα αντικειμενικών κριτηρίων (μόρια). Κατά το σύστημα αυτό λαμβάνονται υπόψη: α) Ο γενικός βαθμός του Πτυχίου ή του Απολυτηρίου τίτλου σπουδών. β) Η εντοπιότητα. γ) Η ιδιότητα του πολυτέκνου ή του τέκνου πολυτέκνου. δ) Η γνώση επιπλέον ξένης γλώσσας πέραν εκείνης που αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση κατά το προηγούμενο άρθρο. 2. Η κατάταξη των υποψηφίων σε πίνακα κατά σειρά επιτυχίας γίνεται ξεχωριστά για κάθε Ο.Τ.Α., με βάση το άθροισμα της βαθμολογίας που προκύπτει από το γενικό βαθμό του πτυχίου ή του απολυτηρίου τίτλου σπουδών, στον οποίο προστίθενται: α) Επτά (7) μονάδες για τους υποψηφίους που είναι δημότες και συγχρόνως κάτοικοι του αντίστοιχου Δήμου. β) Τρεις (3) μονάδες για όσους είναι πολύτεκνοι ή τέκνα πολυτέκνου, καθώς και για όσους είναι γονείς με τρία παιδιά και τέκνα αυτών (όπως η τελευταία περίοδος της περ. β΄ της παρ. 2 προστέθηκε με το άρθρο 15 παρ. 5 του ν. 3731/2008, Α΄ 263). γ) Πέντε (5) μονάδες για την άριστη γνώση ξένης γλώσσας της περ. δ΄ της προηγούμενης παραγράφου. δ) Τρεις (3) μονάδες για την πολύ καλή γνώση ξένης γλώσσας της περ. δ΄ της προηγούμενης παραγράφου. ε) Δύο (2) μονάδες για την καλή γνώση ξένης γλώσσας της περ. δ΄ της προηγούμενης παραγράφου. Η γνώση επιπλέον και άλλων ξένων γλωσσών λειτουργεί προσαυξητικά με αντίστοιχη βαθμολογία εφόσον ο υποψήφιος κατέχει τον αντίστοιχο τίτλο σπουδών. 3. ... άρθρο 9 (Κατάρτιση τελικού πίνακα κατάταξης ανά ΟΤΑ): 1. Μετά τα ανωτέρω η Επιτροπή Επιλογής προβαίνει στην κατάρτιση του τελικού πίνακα κατάταξης για τις θέσεις που έχουν προκηρυχθεί για κάθε ΟΤΑ. Προς τούτο η Επιτροπή αυτή λαμβάνει υπόψη της: α) Τον πίνακα σειράς κατάταξης των υποψηφίων ο οποίος έχει καταρτισθεί από αυτή σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 7, β) Τον πίνακα καταλλήλων ή μη ο οποίος έχει καταρτισθεί από αυτή σύμφωνα με την παρ. 6 του άρθρου 7, γ) Τον πίνακα καταλλήλων ή μη ο οποίος έχει καταρτισθεί από την Επιτροπή του άρθρου 8 σύμφωνα με την παρ. 4 του ιδίου άρθρου. 2. Ο τελικός πίνακας κατάταξης για κάθε ΟΤΑ περιλαμβάνει τους υποψηφίους των πινάκων της περ. β΄ και γ΄ της προηγούμενης παραγράφου, κατά την σειρά κατατάξεώς τους στον πίνακα της περ. α΄ της ίδιας παραγράφου. ... άρθρο 12 (Καταργούμενες διατάξεις): Από την έναρξη ισχύος του παρόντος διατάγματος, καταργούνται τα άρθρα 3, 4, 5, 6, 7, 8, 9, 10, 11, 12, 16 με την επιφύλαξη του άρθρου 10 παρ. 1 του παρόντος, και 17 του π.δ. 23/2002 (Α΄ 19)».
10. Επειδή, στο πλαίσιο της επεξεργασίας του ως άνω υπ’ αριθμ. 135/2006 π.δ/τος ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας τέθηκε το ζήτημα της αντιθέσεως προς το άρθρο 103 παρ. 7 του Συντάγματος, αφενός μεν των διατάξεων του άρθρου 24 παρ. 3 του π.δ/τος 410/1995, όπως ίσχυε μετά τις διαδοχικές του τροποποιήσεις, αφετέρου δε των διατάξεων του υπό επεξεργασία σχεδίου προεδρικού διατάγματος, καθ’ ο μέρος δεν προβλεπόταν σ’ αυτές διαδικασία ελέγχου των προσλήψεων στη δημοτική αστυνομία από ανεξάρτητη αρχή. Το Ε΄ Τμήμα του Δικαστηρίου παρέπεμψε με το Πρακτικό Επεξεργασίας 115/2006 το ζήτημα προς επίλυση στην Ολομέλεια, αφού προηγουμένως γνωμοδό¬τησε, κατά πλειοψηφία, ότι οι διαδικασίες προσλήψεων του π.δ/τος 410/1995 δεν περιλαμβάνονται μεταξύ εκείνων του άρθρου 14 παρ. 2 του ν. 2190/1994, «Σύσταση ανεξάρτητης αρχής για την επιλογή προσωπικού και ρύθμιση θεμάτων διοίκησης» (Α΄ 28), κατ’ άρθρο 14 παρ. 2 του ν. 2190/1994 εξαιρούνται από τον έλεγχο του ΑΣΕΠ. Με το υπ’ αριθμ. 126/2006 Πρακτικό Επεξεργασίας η Ολομέλεια γνωμοδότησε αντιθέτως, ότι δεν τίθεται ζήτημα αντιθέσεως του προβλεπόμενου στο άρθρο 24 παρ. 3 του π.δ/τος 410/1995 (και δη στο άρθρο 26 παρ. 1 του ν. 2819/2000) συστήματος επιλογής του ένστολου προσωπικού της Δημοτικής Αστυνομίας προς τις διατάξεις του άρθρου 103 παρ. 7 του Συντάγματος. Και τούτο, διότι το συγκεκριμένο σύστημα είναι, εξαιτίας της φύσεως των ασκούμενων από το ένστολο προσωπικό αρμοδιοτήτων, ειδικό, καθόσον οι προσλήψεις χωρούν επί τη βάσει ειδικών προσόντων και κατόπιν αξιολογήσεως των υποψηφίων με αντικειμενικά κριτήρια από ειδικό όργανο, που μπορεί να μην είναι το ΑΣΕΠ, το σύστημα δε αυτό εμπίπτει στην εξαίρεση της περιπτώσεως ε΄ του ν. 2190/1994 για το αστυνομικό προσωπικό των Υπουργείων Δημοσίας Τάξεως και Εμπορικής Ναυτιλίας, η οποία εξακολουθεί να ισχύει, σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 6 του άρθρου 118 του Συντάγματος, λαμβανομένου υπόψη ότι το π.δ. 410/1995, όπως ισχύει, είναι προγενέστερο της συνταγματικής αναθεωρήσεως του έτους 2001.
11. Επειδή, ακολούθως, με το άρθρο 1 του ν. 3812/2009, «Αναμόρφωση συστήματος προσλήψεων στο δημόσιο τομέα και άλλες διατάξεις» (Α΄ 234), επήλθε αντικατάσταση των παρ. 1 και 2 του άρθρου 14 του ν. 2190/1994 και, συγκεκριμένα, ορίσθηκε ότι εξαιρείται από τα Κεφάλαια Α΄, Β΄ και Γ΄ του νόμου αυτού και το «ειδικό ένστολο προσωπικό της δημοτικής αστυνομίας» (άρθρο 1 παρ. 2 περ. δ΄ του ν. 2190/1994). Στην αιτιολογική έκθεση του νόμου αυτού αναφέρεται σχετικώς, ότι με το άρθρο 1 επιχειρείται η υπαγωγή στη διαδικασία επιλογής μέσω ΑΣΕΠ ορισμένων φορέων και κατηγοριών προσωπικού, τούτο δε κρίθηκε αναγκαίο «προκειμένου να ενταχθούν στο ΑΣΕΠ οι περιπτώσεις που µε ειδικές διατάξεις και χωρίς ιδιαίτερη αιτιολογία είχαν εξαιρεθεί από το σύστημα προσλήψεων του ν. 2190/1994. Ωστόσο, με το άρθρο 2 παρ. 3 του ν. 3812/2009 ορίστηκε, περαιτέρω, ότι «[θ]εσπίζεται ένσταση των υποψηφίων στη διαδικασία επιλογής ειδικού ένστολου προσωπικού της Δημοτικής Αστυνομίας κατ’ ανάλογη εφαρμογή των διατάξεων της παρ. 2 του άρθρου 8 του π.δ. 19/2006 (ΦΕΚ 16 Α), η οποία ασκείται ενώπιον του ΑΣΕΠ. Η ένσταση της παραγράφου αυτής ισχύει και για διαδικασίες πρόσληψης που βρίσκονται σε εξέλιξη, εφόσον μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος δεν έχουν εκδοθεί τα οριστικά αποτελέσματα».
12. Επειδή, κατά τον χρόνο που προηγήθηκε της καταργήσεώς της η Δημοτική Αστυνομία διεπόταν, ως προς τις αρμοδιότητες, την οργάνωση και τη λειτουργία της, από τον νεότερο Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων (ΚΔΚ), ο οποίος κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 3463/2006 (Α΄ 114), καθώς και (κυρίως) από το ν. 3731/2008, «Αναδιοργάνωση της δημοτικής αστυνομίας και ρυθμίσεις λοιπών θεμάτων αρμοδιότητας Υπουργείου Εσωτερικών» (Α΄ 26). Ειδικότερα, στο άρθρο 76 παρ. 3 περ. α΄ του ΚΔΚ ορίζεται ότι «Για τη διασφάλιση της απρόσκοπτης κοινωνικής διαβίωσης των κατοίκων των Δήμων και Κοινοτήτων και για την εύρυθμη λειτουργία των πόλεων και των οικισμών μπορεί να συσταθεί, με τους Οργανισμούς Εσωτερικής Υπηρεσίας, Δημοτική Αστυνομία, η οποία λειτουργεί ως αυτοτελής υπηρεσία», στην περ. β΄ της ίδιας παραγράφου ότι «με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται με πρόταση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Περιβάλλοντος Χωροταξίας και Δημόσιων Έργων, Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης και Δημόσιας Τάξης, μετά από γνώμη της Κ.Ε.Δ.Κ.Ε., καθορίζονται οι προϋποθέσεις σύστασης της Δημοτικής Αστυνομίας, οι αρμοδιότητές της, καθώς και ο χρόνος έναρξης άσκησής τους σε σχέση με την οργάνωσή της, ο τρόπος με τον οποίο ασκούνται, η διάρθρωση των υπηρεσιών της, τα προσόντα και οι θέσεις κατά κατηγορίες, βαθμούς και κλάδους του προσωπικού της, καθώς και το σύστημα πρόσληψης, εκπαίδευσης, επιμόρφωσης τούτου, περιλαμβανομένων των καθηκόντων, δικαιωμάτων και υποχρεώσεών του και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια», στο άρθρο 80 παρ. 7 ότι «αρμόδιο όργανο για τη σφράγιση και την εκτέλεση των διοικητικών πράξεων, όλων των καταστημάτων και επιχειρήσεων δικαιοδοσίας του οικείου Δήμου ή Κοινότητας, είναι η δημοτική αστυνομία ή το όργανο, που ορίζεται για το σκοπό αυτόν από το οικείο δημοτικό ή κοινοτικό συμβούλιο και αποτελείται από υπαλλήλους ή και αιρετούς στην περίπτωση που δεν έχει συσταθεί δημοτική αστυνομία» και στο άρθρο 284 παρ. 1 ότι «[ο]ι επιδόσεις ή κοινοποιήσεις πράξεων των δημοτικών ή κοινοτικών αρχών που προβλέπονται από τον Κώδικα γίνονται από όργανα της Δημοτικής Αστυνομίας». Στο δε άρθρο 1 του ν. 3731/2008 απαριθμούνται εκείνες οι αρμοδιότητες που περιήλθαν στους Δήμους δυνάμει των άρθρων 75 και 79 του ΚΔΚ, οι οποίες ασκούνται από τη Δημοτική Αστυνομία. Περαιτέρω, στο άρθρο 2 του ν. 3731/2008 ορίζεται ότι «1. Με τον Οργανισμό Εσωτερικής Υπηρεσίας του Δήμου ή της Κοινότητας μπορεί να συσταθεί Δημοτική Αστυνομία, η οποία λειτουργεί ως αυτοτελής υπηρεσία. Με τον Οργανισμό καθορίζεται η εσωτερική διάρθρωση της υπηρεσίας και το σύνολο των θέσεων της ιεραρχίας και του λοιπού προσωπικού. 2. Η Δημοτική Αστυνομία αποτελείται από ειδικό ένστολο προσωπικό, το οποίο έχει λάβει ειδική εκπαίδευση, έχει ιδιαίτερη ιεραρχία και διέπεται από κανόνες πειθαρχίας. Η υπηρεσία της Δημοτικής Αστυνομίας υποστηρίζεται διοικητικά και επιστημονικά από τις υφιστάμενες υπηρεσίες του Δήμου με αποκλειστική ή παράλληλη άσκηση καθηκόντων. 3. ... 4. Το προσωπικό της Δημοτικής Αστυνομίας υποχρεούται να εργάζεται εντός και εκτός γραφείων της υπηρεσίας, ανάλογα με τις υπηρεσιακές ανάγκες και τα καθήκοντα που του ανατίθενται. Η υπηρεσία της Δημοτικής Αστυνομίας λειτουργεί όλο το εικοσιτετράωρο και όλες τις ημέρες της εβδομάδας, συμπεριλαμβανομέ¬νων και των αργιών, με κατάλληλη εναλλαγή του προσωπικού, το οποίο υποχρεούται σε τακτική ή και υπερωριακή εργασία, ανάλογα με τις ανάγκες της υπηρεσίας. 5. ... 6. …». Στο άρθρο 3 (Διάκριση προσωπικού-Διάρθρωση υπηρεσιών) ορίζεται ότι «1. Οι θέσεις του προσωπικού της Δημοτικής Αστυνομίας συνιστώνται με τον Οργανισμό Εσωτερικής Υπηρεσίας του οικείου Δήμου ή Κοινότητας σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία. 2. Το προσωπικό της Δημοτικής Αστυνομίας κατατάσσεται σε κατηγορίες και κλάδους ΠΕ Δημοτικής Αστυνομίας, ΤΕ Δημοτικής Αστυνομίας και ΔΕ Δημοτικής Αστυνομίας. ...». Εξάλλου, στα άρθρα 5 έως 12 ρυθμίζονται ζητήματα προαγωγών και επιλογής προϊσταμένων των οργανικών μονάδων της Δημοτικής Αστυνομίας, στα άρθρα 13 και 14 ρυθμίζονται τα ζητήματα αποσπάσεων και μετατάξεων, αντίστοιχα, ενώ στο άρθρο 15 παρ. 7 ορίζεται ότι «[τ]ο προσωπικό της Δημοτικής Αστυνομίας υπάγεται στις διατάξεις του Κώδικα Κατάστασης Δημοτικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων για όσα θέματα δεν ρυθμίζονται διαφορετικά από τις διατάξεις του παρόντος ή άλλες ειδικές διατάξεις». Τέλος, στο άρθρο 17 ορίζεται ότι «κάθε γενική ή ειδική διάταξη που αντίκειται στις διατάξεις των ανωτέρω άρθρων καταργείται, πλην των ρυθμίσεων του άρθρου 15 του π.δ. 23/2002, οι οποίες δεν περιλαμβάνονται στις ρυθμίσεις του παρόντος νόμου και εξακολουθούν να ισχύουν μέχρι την έκδοση της απόφασης της παραγράφου 6 του άρθρου 1 του παρόντος».
13. Επειδή, στο γνωστό ως «Μνημόνιο Οικονομικής και Χρηματοπιστωτικής Πολιτικής» κείμενο (βλ. ΣτΕ 668/2012 Ολομ., σκ. 12), το οποίο προσαρτήθηκε ως Παράρτημα III στο ν. 3845/2010 «Μέτρα για την εφαρμογή του μηχανισμού στήριξης της ελληνικής οικονομίας από τα κράτη - μέλη της Ζώνης του ευρώ και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο» (Α΄ 65), προβλέπονται, μεταξύ των άλλων και τα εξής: «III. ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ: Α. … Β. … Γ. Διαρθρωτικές Πολιτικές: 22. Οι διαρθρωτικές πολιτικές ενισχύονται προκειμένου να αυξηθεί η ανταγωνιστικότητα και να εξέλθουμε γρήγορα από την κρίση. ... Ειδικότερα: Ο εκσυγχρονισμός της δημόσιας διοίκησης. … Η κυβέρνηση θα συνεργαστεί με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή για να ξεκινήσει μια ανεξάρτητη εξωτερική λειτουργική αξιολόγηση της δημόσιας διοίκησης σε επίπεδο κεντρικής κυβέρνησης. Οι μεταρρυθμίσεις αυτές θα συμβάλουν στον καθορισμό προτεραιοτήτων για τις κυβερνητικές δράσεις και θα ενισχύσουν τον αγώνα κατά της σπατάλης και της διαφθοράς σε ολόκληρη τη δημόσια διοίκηση, …». Συναφώς, στο κείμενο, το οποίο έχει τίτλο «Μνημόνιο Συνεννόησης στις συγκεκριμένες προϋποθέσεις Οικονομικής Πολιτικής» και το οποίο προσαρτήθηκε ως Παράρτημα IV στον ως άνω ν. 3845/2010, προβλέπονται τα εξής: «1. … 2. Ενέργειες για τη δεύτερη αξιολόγηση (να έχουν ολοκληρωθεί ως το τέλος του τρίτου τριμήνου 2010) … i. Δημοσιονομική Προσαρμογή: Αυστηρή εκτέλεση του προϋπολογισμού για το 2010 και των μέτρων δημοσιονομι¬κής προσαρμογής που εξαγγέλθηκαν μετέπειτα, συμπεριλαμβανομένων αυτών που περιέχονται στο παρόν Μνημόνιο. … Ο προϋπολογισμός θα περιέχει τα ακόλουθα μέτρα…: … -Η κυβέρνηση ξεκινά την εφαρμογή της νομοθεσίας για τη μεταρρύθμιση της δημόσιας διοίκησης και την αναδιοργάνωση της τοπικής αυτοδιοίκησης με στόχο την μείωση του κόστους κατά τουλάχιστον 1.500 εκατομμύρια ευρώ από το 2011 ως το 2013, από τα οποία τουλάχιστον 500 εκατομμύρια ευρώ μέσα στο 2011. … 6. Ενέργειες για τον έκτο απολογισμό (να έχουν ολοκληρωθεί ως το τέλος του τρίτου τριμήνου του 2011): i. Δημοσιονομική προσαρμογή: …. -Συνέχιση της αναδιοργάνωσης της τοπικής αυτοδιοίκησης για την εξοικονόμηση τουλάχιστον 500 εκ. ευρώ. … Μεταρρύθμιση στην Τοπική Αυτοδιοίκηση: - υιοθέτηση της νομοθεσίας για την μεταρρύθμιση της δημόσιας διοίκησης σε τοπικό επίπεδο (Ιούνιος 2010)».
14. Επειδή, εξ άλλου, στο δεύτερο, κατά σειρά, «Μνημόνιο Οικονομικής και Χρηματοπιστωτικής Πολιτικής», το οποίο προσαρτήθηκε ως Παράρτημα V1 στον ν. 4046/2012, «Έγκριση των Σχεδίων Συμβάσεων Χρηματοδοτικής Διευκόλυνσης μεταξύ του Ευρωπαϊκού Ταμείου Χρηματο¬πιστωτι¬κής Σταθερότητας (Ε.Τ.Χ.Σ.), της Ελληνικής Δημοκρατίας και της Τράπεζας της Ελλάδος, του Σχεδίου του Μνημονίου Συνεννόησης μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας, της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και της Τράπεζας της Ελλάδος και άλλες επείγουσες διατάξεις για τη μείωση του δημοσίου χρέους και τη διάσωση της εθνικής οικονομίας» (Α΄ 28), προβλέπονται, μεταξύ των άλλων και τα ακόλουθα: «… 7. Οι βασικές μεταρρυθμίσεις, συμπεριλαμβανομένων αυτών που έχουν καθοριστεί στη ΜΔΣ και στον προϋπολογισμό του 2012, περιλαμβάνουν: … -Μειώσεις προσωπικού. Παραμένουμε πιστοί στη δέσμευσή μας να μειώσουμε την απασχόληση στη γενική κυβέρνηση κατά τουλάχιστον 150.000 την περίοδο 2011-2015. Για την επίτευξη αυτού του στόχου, θα συνεχίσουμε να εφαρμόζουμε αυστηρά την υφιστάμενη αναλογία 1:5 προσλήψεις-αποχωρήσεις, καθώς και το πρόγραμμα πρόωρης συνταξιοδότησης που καθιερώθηκε προσφάτως, να μειώνουμε την απασχόληση συμβασιούχων και να βάζουμε στην εργασιακή εφεδρεία επαρκείς υπεράριθμους δημόσιους υπαλλήλους έως το τέλος 2012 ώστε να πετύχουμε 15.000 υποχρεωτικές αποχωρήσεις (μόλις εξαντληθεί ο χρόνος τους στην εφεδρεία). Η προγραμματισμένη λειτουργική αξιολόγηση της δημόσιας διοίκησης (βλ. παρακάτω) και τα σχέδια για το κλείσιμο, την συγχώνευση ή τη συρρίκνωση φορέων της γενικής κυβέρνησης, θα μας βοηθήσει να προσδιορίσουμε τους υπεράριθμους δημόσιους υπαλλήλους. ...». Παράλληλα, στο «Μνημόνιο Συνεννόησης στις Συγκεκριμένες Προϋποθέ¬σεις Οικονομικής Πολιτικής», το οποίο προσαρτήθηκε ως Παράρτημα V2 στον ως άνω ν. 4046/2012, περιελήφθη επίσης κεφάλαιο, αφορών τη δημόσια διοίκηση, στο οποίο αναφέρονται και τα εξής: «2.6: Εκσυγχρονισμός της δημόσιας διοίκησης: Σε κεντρικό επίπεδο: … Αποδοχές στον δημόσιο τομέα και διαχείριση ανθρωπίνων πόρων: Η Κυβέρνηση δημοσιεύει και επικαιροποιεί σε τριμηνιαία βάση τα μεσοπρόθεσμα σχέδιά της για στελέχωση ανά τμήμα για την περίοδο μέχρι το 2015, σύμφωνα με τον κανόνα "μία πρόσληψη ανά 5 αποχωρήσεις από την υπηρεσία". Ο κανόνας προσλήψεων/αποχωρήσεων από την υπηρεσία ισχύει ως προς την γενική κυβέρνηση ως σύνολο. ... 15.000 χιλιάδες άτομα πλεονάζοντος προσωπικού μετατίθενται σε καθεστώς εργασιακής εφεδρείας εντός του 2012 σε σχέση με τον προσδιορισμό φορέων ή μονάδων που κλείνουν ή ελαττώνονται σε μέγεθος. Στο προσωπικό που βρίσκεται σε εργασιακή εφεδρεία καταβάλλεται ποσοστό 60% των βασικών τους αποδοχών (εξαιρουμένων των υπερωριών και άλλων επιπλέον αποδοχών) για χρονικό διάστημα όχι μεγαλύτερο των 12 μηνών, μετά το οποίο απομακρύνονται...».
15. Επειδή, για την υλοποίηση των ως άνω προγραμμάτων θεσπίσθηκε, αρχικώς, ο ν. 4024/2011, «Συνταξιοδοτικές ρυθμίσεις, ενιαίο μισθολόγιο-βαθμολόγιο, εργασιακή εφεδρεία και άλλες διατάξεις εφαρμογής του μεσοπρόθεσμου πλαισίου δημοσιονομικής στρατηγικής 2012-2015» (Α΄ 226), στο άρθρο 5 του οποίου, με τίτλο «Θέματα κινητικότητας των Υπαλλήλων του Κράτους», ορίζεται ότι «1. Οι υπάλληλοι, μόνιμοι και με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, που υπηρετούν σε υπηρεσίες της κεντρικής ή αποκεντρωμένης διοίκησης, διοικούνται, όσον αφορά τα θέματα κινητικότητας μεταξύ υπηρεσιών διαφορετικών υπουργείων ή αποκεντρωμένων διοικήσεων, από τον Υπουργό Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και τον οικείο, κατά περίπτωση, Υπουργό. 2. Οι υπάλληλοι αυτοί μπορούν να μετακινούνται στις υπηρεσίες των υπουργείων και των αποκεντρωμένων διοικήσεων, με κοινή απόφαση του Υπουργού Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και των οικείων κατά περίπτωση Υπουργών των υπηρεσιών προέλευσης και υποδοχής των υπαλλήλων, για συγκεκριμένο χρόνο που ορίζεται με την απόφαση αυτή, λαμβανομένων υπόψη των υφιστάμενων υπηρεσιακών αναγκών και της κατηγορίας, κλάδου και ειδικότητας των υπαλλήλων που μετακινούνται. 3. Η εκτίμηση των υπηρεσιακών αναγκών για την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος άρθρου γίνεται κατά κατηγορία, κλάδο και ειδικότητα προσωπικού, κάθε δύο έτη, από τριμελές Συμβούλιο, το οποίο συγκροτείται με απόφαση των Υπουργών Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και Οικονομικών, από Αντιπρόεδρο ή Πρόεδρο Τμήματος του ΑΣΕΠ, ο οποίος προεδρεύει και δύο υπαλλήλους, οι οποίοι ασκούν καθήκοντα προϊσταμένων Γενικών Διευθύνσεων των Υπουργείων Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και Οικονομικών. Ακολούθησε ο ν. 4093/2012, «Έγκριση Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016 -Επείγοντα Μέτρα Εφαρμογής του ν. 4046/2012 και του Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016» (Α΄ 222), με τον οποίο θεσπίσθηκε νέα διαδικασία (υποχρεωτικής) κινητικότητος του προσωπικού που απασχολείται στο Δημόσιο (με την ευρεία του όρου έννοια), παραλλήλως προς τα γενικώς ισχύοντα στο Κεφάλαιο Β΄ (άρθρο 69 επ.) του Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων ΝΠΔΔ (Υπαλληλικού Κώδικα). Συγκεκριμένα, στην υποπαρά¬γραφο Ζ.1 της παρ. Ζ΄ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, με τίτλο «Μετάταξη - Μεταφορά Προσωπικού», ορίζονται τα εξής: «1. Επιτρέπεται: α) η μετάταξη μόνιμων πολιτικών υπαλλήλων και υπαλλήλων με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου που υπηρετούν σε υπηρεσίες, κεντρικές και περιφερειακές, του Δημοσίου, των ανεξάρτητων αρχών, των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.) και των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.) πρώτου και δεύτερου βαθμού … για την κάλυψη υπηρεσιακών αναγκών, ιδίως στις περιπτώσεις που οι ανάγκες αυτές προκύπτουν λόγω μεταβολής των αρμοδιοτήτων των υπηρεσιών και των συναφών δραστηριοτήτων τους, όταν διαπιστώνεται μετά τη διενέργεια αξιολόγησης πλεονάζον προσωπικό ή για την καλύτερη αξιοποίηση του ανθρώπινου δυναμικού. … Η μετάταξη … των υπαλλήλων της προηγούμενης περίπτωσης παραγράφου είναι υποχρεωτική και γίνεται χωρίς αίτησή τους σε υφιστάμενες κενές θέσεις ή σε θέσεις που συστήνονται με την πράξη μετάταξης ή μεταφοράς στον κλάδο ή στην ειδικότητα στους οποίους μετατάσσεται ή μεταφέρεται ο υπάλληλος. Οι μετατασσόμενοι … πρέπει να κατέχουν τα τυπικά προσόντα του κλάδου ή της ειδικότητας των θέσεων στις οποίες μετατάσσονται… . Η μετάταξη … μπορεί να διενεργείται και σε κενή ή συνιστώμενη θέση συναφούς ή παρεμφερούς κλάδου ή ειδικότητας, της ίδιας ή ανώτερης κατηγορίας, εφόσον ο υπάλληλος κατέχει τα τυπικά προσόντα του κλάδου ή της ειδικότητας στον οποίο μετατάσσεται… . Εφόσον ο υπάλληλος συναινεί, η μετάταξή … του μπορεί να γίνεται και σε κλάδο κατώτερης κατηγορίας. Σε περίπτωση μετάταξης … υπαλλήλων σε συνιστώμενες θέσεις και για όσο χρόνο υφίστανται αυτές δεν πληρούται ίσος αριθμός θέσεων μόνιμου … προσωπικού των οικείων φορέων υποδοχής. 2. Με την πράξη μετάταξης … μπορεί να καταργείται η θέση που κατέχει ο μετατασσόμενος … υπάλληλος, σύμφωνα με τις ανάγκες της υπηρεσίας. 3. Η μετάταξη … κατά την περίπτωση 1 δεν καταλύει την υπηρεσιακή σχέση δημοσίου δικαίου … του υπαλλήλου ούτε μεταβάλλει τη νομική φύση των σχέσεων αυτών ή τις σχέσεις ασφάλισης, με τις οποίες υπηρετούσε ο υπάλληλος στο φορέα προέλευσής του. Η μετάταξη γίνεται με το βαθμό και το μισθολογικό κλιμάκιο που ο υπάλληλος κατείχε πριν τη μετάταξή του. Όποιος μετατάσσεται … σε κατώτερη κατηγορία σύμφωνα με το τελευταίο εδάφιο της περίπτωσης 1 κατατάσσεται στο βαθμό και το μισθολογικό κλιμάκιο της νέας κατηγορίας με βάση το συνολικό χρόνο υπηρεσίας του, χωρίς να διατηρεί τυχόν διαφορά αποδοχών. ... 4. ...». Εξάλλου, με την υποπαράγραφο Ζ.2 της ίδιας παρ. Ζ΄ του ν. 4093/2012 ρυθμίσθηκαν εκ νέου τα ζητήματα διαθεσιμότητας του πλεονάζοντος προσωπικού. Ειδικότερα, στην εν λόγω υποπαράγραφο ορίζονται τα εξής: «1. Μόνιμοι πολιτικοί υπάλληλοι του Δημοσίου, ανεξάρτητων αρχών, Ν.Π.Δ.Δ. και Ο.Τ.Α. πρώτου και δεύτερου βαθμού οι θέσεις των οποίων καταργούνται, τίθενται σε διαθεσιμότητα. Αν καταργούνται ορισμένες μόνο θέσεις του ίδιου κλάδου, οι υπάλληλοι που τίθενται σε διαθεσιμότητα προσδιορίζονται σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις (άρθρο 154 παρ. 2 Υπαλληλικού Κώδικα, άρθρο 158 παρ. 2 Κώδικα Κατάστασης Δημοτικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων). Οι υπάλληλοι αυτοί μπορεί κατά την διάρκεια της διαθεσιμότητάς τους: α) Να μετατάσσονται εκουσίως, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις (άρθρο 154 παρ. 4 Υπαλληλικού Κώδικα, άρθρο 158 παρ. 4 Κώδικα Κατάστασης Δημοτικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων). β) Να μετατάσσονται υποχρεωτικά ή να μεταφέρονται με μεταβολή της υπηρεσιακής τους σχέσης σε σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου κατά τη διαδικασία της προηγούμενης υποπαραγράφου για το συμφέρον και τις ανάγκες της υπηρεσίας και ιδίως για την καλύτερη αξιοποίηση του ανθρώπινου δυναμικού. Με την έκδοση της πράξης μετάταξης ή μεταφοράς και μεταβολής της σχέσης εργασίας αίρεται αυτοδίκαια το καθεστώς της διαθεσιμότητας. γ) ...». Παράλληλα, στην υποπαράγραφο Ζ.4 ορίζονται τα εξής: «1. Από την έναρξη της ισχύος του παρόντος νόμου καταργούνται οι θέσεις στις υπηρεσίες ή στους φορείς που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της υποπαραγράφου Ζ.1.1., οι οποίες απαριθμούνται στη συνέχεια κατά κατηγορία, κλάδο και ειδικότητα: Οι θέσεις της κατηγορίας ΔΕ των ειδικοτήτων Διοικητικού, Διοικητικού-Λογιστικού, Διοικητικού-Οικονομικού και Διοικητικών Γραμματέων των υπαλλήλων με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, οι οποίοι δεν έχουν προσληφθεί με διαγωνισμό ή με διαδικασία επιλογής σύμφωνα με προκαθορισμένα και αντικειμενικά κριτήρια υπό τον έλεγχο ανεξάρτητης αρχής ή με ειδικές διαδικασίες επιλογής που περιβάλλονται με αυξημένες εγγυήσεις διαφάνειας και αξιοκρατίας… 2. Οι υπάλληλοι των οποίων οι θέσεις καταργούνται τίθενται σε διαθεσιμότητα σύμφωνα με την υποπαράγραφο Ζ.2 του παρόντος. 3. Εντός πέντε (5) ημερών από τη δημοσίευση του παρόντος, οι Διευθύνσεις προσωπικού των υπηρεσιών ή φορέων που καταλαμβάνονται από τις υποπαραγράφους Ζ.2 και Ζ.3 αποστέλλουν στο Υπουργείο Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης κατάλογο των ονομάτων των υπαλλήλων οι οποίοι: α) τίθενται σε διαθεσιμότητα λόγω κατάργησης της θέσης τους, β) τίθενται σε αυτοδίκαιη αργία. 4. Εντός δέκα (10) ημερών από τη δημοσίευση του παρόντος, οι Διευθύνσεις προσωπικού των φορέων της περίπτωσης 1 αποστέλλουν στο Υπουργείο Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης: α. τον αριθμό των θέσεων που καταργούνται σύμφωνα με την προηγούμενη περίπτωση του παρόντος, καθώς και αντίγραφα των ατομικών διοικητικών πράξεων θέσης σε διαθεσιμότητα των υπαλλήλων που, κατά τη δημοσίευση του παρόντος, καταλαμβάνουν τις καταργούμε¬νες οργανικές θέσεις, β. τις πράξεις με τις οποίες τίθενται, μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, σε αυτοδίκαιη αργία υπάλληλοι, κατ’ εφαρμογή της υποπαραγράφου Ζ.3 του νόμου αυτού. 5. …».
16. Επειδή, σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση του ν. 4093/2012, «[μ]ε τις ρυθμίσεις της παραγράφου Ζ΄ επιχειρείται ευρεία αναµόρφωση θεσµών του υπαλληλικού µας δικαίου, η οποία µέσω ενός νέου πλαισίου κινητικότητας του προσωπικού του δηµόσιου τοµέα αποσκοπεί πρωτίστως στη µεγιστοποίηση των δυνατοτήτων αξιοποίησής του προς το συµφέρον της δηµόσιας υπηρεσίας και µε στόχο την ισόρροπη κάλυψη των πολύ διαφορετικών κατά φορέα ή υπηρεσία αναγκών σε προσωπικό και την εξάλειψη ανορθολογικών καταστάσεων, όσον αφορά τις πραγµατικές ανάγκες και τη διαφορετική εργασιακή επιβάρυνση των υπαλλήλων σε σχέση µε τις συνθήκες που επικρατούν σε κάθε φορέα. … Υποπαράγραφος Ζ.1. Μετάταξη- Μεταφορά προσωπικού: Με την παρούσα υποπαράγραφο εισάγεται στη µεγαλύτερη δυνατή έκτασή του ο θεσµός της υποχρεωτικής µετάταξης ή µεταφοράς προσωπικού, ώστε να ενισχυθεί, µε γνώµονα το συµφέρον της δηµόσιας υπηρεσίας, η κινητικότητα του προσωπικού σε όλο το εύρος του δηµόσιου τοµέα και σε κάθε κατεύθυνση µέσα σε αυτόν. Το θεσπιζόµενο µέτρο, που αναφέρεται σε υποχρεωτικές µετακινήσεις προσωπικού µε µόνιµο χαρακτήρα, χωρίς να θίγει τους υφιστάµενους θεσµούς εκούσιας µετάταξης υπαλλήλων µε αίτησή τους, αποτελεί από θεσµική άποψη την ολοκλήρωση του περιορισµένου εύρους θεσµού της κινητικότητας των κρατικών υπαλλήλων, που εισήχθη µε το άρθρο 5 του ν. 4024/2011. Ο νόµος λαµβάνει ειδική πρόνοια, ώστε οι υπηρεσιακές µεταβολές που θα επιχειρούνται µε το νέο θεσµό της υποχρεωτικής µετάταξης ή µεταφοράς προσωπικού, να µην αντίκεινται σε δεσµεύσεις που απορρέουν από ισχύουσες κάθε φορά νοµοθετικές ρυθµίσεις, σχετικές µε τον περιορισµό των προσλήψεων. Υποπαράγραφος Ζ.2. Διαθεσιµότητα: Με τις ρυθµίσεις της προτεινόµενης υποπαραγράφου επιχειρείται η διεύρυνση των δυνατοτήτων αξιοποίησης του µόνιµου … προσωπικού των δηµοσίων υπηρεσιών και των νοµικών προσώπων δηµοσίου δικαίου, οργανικές θέσεις των οποίων καταργούνται. Η κατάργηση των θέσεων έχει ως άµεση συνέπεια την αυτοδίκαιη θέση σε διαθεσιµότητα των υπαλλήλων, για την οποία εκδίδονται διαπιστωτικές πράξεις. Είναι αυτονόητο ότι όταν καταργούνται ορισµένες µόνο οργανικές θέσεις συγκεκριµένου κλάδου, σε διαθεσιµότητα τίθενται οι υπάλληλοι που προσδιορίζονται σύµφωνα µε τις κατά περίπτωση εφαρµοστέες διατάξεις (άρθρο 154 παρ. 2 Υ.Κ. και 158 παρ. 2 Κώδικα Κατάστασης Δηµοτικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων-ΚΚΔΚΥ) ως αντιστοιχούντες στις θέσεις που καταργούνται. Η διαθεσιµότητα διαρκεί ένα έτος, µετά την πάροδο του οποίου ο υπάλληλος απολύεται, σύµφωνα µε το άρθρο 101 του Υπαλληλικού Κώδικα και το άρθρο 105 του Κώδικα Κατάστασης Δηµοτικών Υπάλληλων, εφόσον δεν µεταταχθεί ή µεταφερθεί σε άλλη θέση. Ο θεσµός της διαθεσιµότητας λόγω κατάργησης οργανικών θέσεων αναµορφώνεται και διευρύνεται όσον αφορά τις παρεχόµενες δυνατότητες, δεδοµένου ότι το προσωπικό που έχει τεθεί σε διαθεσιµότητα, εκτός από τις προβλεπόµενες ήδη από το ισχύον δίκαιο περιπτώσεις εκούσιας µετάταξης (άρθρα 154 παρ. 4 Υ.Κ., 158 παρ. 4 ΚΚΔΚΥ), µπορεί επιπλέον να µετατάσσεται υποχρεωτικά ή να µεταφέρεται µε ταυτόχρονη µεταβολή της υπηρεσιακής του σχέσης σε σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου ή να µετακινείται πρόσκαιρα (άρ. 5 ν. 4024/2011) ή να υπάγεται σε προγράµµατα επανεκπαίδευσης ή επανακατάρτισης. Η τελευταία δυνατότητα µπορεί να συντρέχει µε την εκούσια ή υποχρεωτική µετάταξη ή την πρόσκαιρη τοποθέτηση του υπαλλήλου. Η πρόσκαιρη µετακίνηση του αρ. 5 του ν. 4024/2011 διευρύνει τη δυνατότητα κινητικότητας και στους ΟΤΑ και τα ν.π.ι.δ. του δηµόσιου τοµέα. … Υποπαράγραφος Ζ.4. Κατάργηση ειδικοτήτων και οργανικών θέσεων: Με τις διατάξεις της παρούσας υποπαραγράφου καταργούνται οι οργανικές θέσεις σε ορισµένες κατηγορίες, κλάδους και ειδικότητες, για τις οποίες κρίνεται ήδη, ενόψει των σύγχρονων εξελίξεων και αναγκών της Διοίκησης, ότι δεν ανταποκρίνονται στις ανάγκες των φορέων στους οποίους ανήκουν οργανικά, την ίδια στιγµή µάλιστα που το προσωπικό αυτό θα µπορούσε να αξιοποιηθεί προς το συµφέρον της δηµόσιας υπηρεσίας σε φορείς, στους οποίους υπάρχουν µεγάλες ανάγκες σε προσωπικό. Επισηµαίνεται ότι οι υπό κατάργηση ειδικότητες δεν συνδέονται µε την άµεση παροχή υπηρεσιών προς το διοικούµενο και η κατάργησή τους δεν αναµένεται να προκαλέσει δυσχέρειες στην εξυπηρέτηση του πολίτη. Αντιθέτως, θα δώσει τη δυνατότητα στη Διοίκηση αξιοποιώντας τις διατάξεις για την κινητικότητα και τη διαθεσιµότητα να λειτουργήσει µε περισσότερο αποτελεσµατικό και ορθολογικό τρόπο. Ειδικότερα, η περίπτωση αφορά θέσεις των κατηγοριών ΔΕ και ΥΕ των ειδικοτήτων Διοικητικού, Διοικητικού - Λογιστικού, Διοικητικού - Οικονοµικού και Διοικητικών Γραµµατέων υπαλλήλων µε σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, οι οποίοι δεν έχουν προσληφθεί µε διαγωνισµό ή µε διαδικασία επιλογής σύµφωνα µε προκαθορισµένα και αντικειµενικά κριτήρια υπό τον έλεγχο ανεξάρτητης αρχής ή µε ειδικές διαδικασίες επιλογής που περιβάλλονται µε αυξηµένες εγγυήσεις διαφάνειας και αξιοκρατίας, δηλαδή υπαλλήλους, των οποίων η εργασιακή σχέση µε το δηµόσιο, συµπεριλαµβανοµένων των προσλήψεων στον ευρύτερο δηµόσιο τοµέα, δηµιουργήθηκε µε άλλες διαδικασίες. ... Με την εφαρµογή των παραπάνω διατάξεων αναµένεται τουλάχιστον 2000 υπάλληλοι να ενταχθούν στο πρόγραµµα, σύµφωνα µε το οποίο είτε θα µετακινηθούν σε άλλες υπηρεσίες, είτε θα αποχωρήσουν κατά το άρθρο 101 του Υπαλληλικού Κώδικα. Με τον τρόπο αυτό η χώρα ταυτόχρονα ανταποκρίνεται και στη σχετική δέσµευσή της, η οποία προβλέφθηκε σε αντικατάσταση της ήδη νοµοθετηµένης υποχρέωσης αποχώρησης 15.000 υπαλλήλων το 2012».
17. Επειδή, το θεσπισθέν με το ν. 4093/2012 σύστημα της (γενικής) κινητικότητος και διαθεσιμότητος υπέστη σημαντικές τροποποιή¬σεις με το ν. 4172/2013 (Α΄ 167). Συγκεκριμένα, με το άρθρο 91 του νόμου αυτού ορίζονται, σε σχέση με το μέτρο της κινητικότητας, τα εξής: «1. Η περίπτωση 1 της υποπαραγράφου Ζ.1 της παρ. Ζ΄ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 αντικαθίσταται ως εξής: “Επιτρέπεται: α) η μετάταξη μόνιμων πολιτικών υπαλλήλων … που υπηρετούν σε υπηρεσίες, κεντρικές και περιφερειακές, του Δημοσίου, των ανεξάρτητων αρχών, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.) πρώτου και δεύτερου βαθμού και των λοιπών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.) … όταν επιβάλλεται από το συμφέρον της υπηρεσίας υποδοχής, ιδίως για την κάλυψη άμεσων υπηρεσιακών αναγκών και την καλύτερη αξιοποίηση του ανθρώπινου δυναμικού. Η μετάταξη … του υπαλλήλου πρέπει να ανταποκρίνεται στην εργασιακή φυσιογνωμία του, όπως δεξιότητες ή επιδόσεις, ηθικές αμοιβές, πειθαρχικές ποινές, τις μακρόχρονες ή συστηματικά επαναλαμβανόμενες αναρρωτικές άδειες ή αδικαιολόγητες απουσίες, λαμβανομένων υπόψη των περιγραμμάτων θέσεων, εφόσον υπάρχουν, και των τυχόν αιτήσεων προτίμησης. … Για την εφαρμογή της παρούσας υποπαραγράφου, ως δημόσιος τομέας νοείται αυτός που έχει οριοθετηθεί με το άρθρο 1 παρ. 6 του ν. 1256/1982, όπως ίσχυε πριν τη θέση σε ισχύ του άρθρου 51 του ν. 1892/1990, συμπεριλαμβανομένων όλων των φορέων που απαριθμούνται ειδικότερα στο άρθρο 14 παρ. 1 του ν. 2190/1994 και μη εξαιρουμένων των περιπτώσεων που απαριθμούνται στην παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 του ν. 3812/2009. Τα νομικά πρόσωπα του Κεφαλαίου Β΄, όπως αυτά ορίζονται στην παρ. 5 του άρθρου 1 του ν. 3429/2005, δεν καταλαμβάνονται από τις διατάξεις της παρούσας υποπαραγράφου. Η μετάταξη … των υπαλλήλων της προηγούμενης παραγράφου είναι υποχρεωτική και γίνεται χωρίς αίτησή τους σε υφιστάμενες κενές θέσεις ή σε θέσεις που συστήνονται με την πράξη μετάταξης … στον κλάδο ή στην ειδικότητα στους οποίους μετατάσσεται … ο υπάλληλος. Οι μετατασσόμε¬νοι … πρέπει να κατέχουν τα τυπικά προσόντα του κλάδου ή της ειδικότητας των θέσεων στις οποίες μετατάσσονται… . Η μετάταξη … μπορεί να διενεργείται και σε κενή ή συνιστώμενη θέση συναφούς ή παρεμφερούς κλάδου ή ειδικότητας, της ίδιας ή ανώτερης κατηγορίας, εφόσον ο υπάλληλος κατέχει τα τυπικά προσόντα του κλάδου ή της ειδικότητας στον οποίο μετατάσσεται… . Εφόσον ο υπάλληλος συναινεί, η μετάταξή … του μπορεί να γίνεται και σε κλάδο κατώτερης κατηγορίας. …” 2. Η περίπτωση 4 της υποπαραγράφου Ζ.1 της παρ. Ζ΄ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 αντικαθίσταται ως εξής: “4. Ο αρμόδιος Υπουργός ή ο Πρόεδρος Ανεξάρτητης Αρχής γνωστοποιεί τις κενές θέσεις κατά κατηγορίες, κλάδους ή και ειδικότητες και το πλεονάζον προσωπικό, όπως προκύπτουν από τις εκθέσεις αξιολόγησης και τα σχέδια στελέχωσης των φορέων στο τριμελές συμβούλιο του άρθρου 5 παρ. 3 του ν. 4024/2011. Εντός δέκα ημερών από τη σχετική εντολή του Υπουργού Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης το τριμελές συμβούλιο του άρθρου 5 παρ. 3 του ν. 4024/2011 γνωμοδοτεί για τον αριθμό και τα απαιτούμενα προσόντα των υπαλλήλων κατά κατηγορίες, κλάδους ή και ειδικότητες που θα μετακινηθούν στους φορείς υποδοχής κατά σειρά προτεραιότητας. Ακολούθως, ο Υπουργός Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης εκδίδει σχετική ανακοίνωση, λαμβάνοντας υπόψη τη γνωμοδότηση του τριμελούς συμβουλίου, τις ανάγκες των φορέων και τις προτεραιότητες πολιτικής στελέχωσης, η οποία δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και με την οποία καθορίζονται οι θέσεις που θα καλυφθούν, τα προσόντα των υπάλληλων που απαιτούνται, σύμφωνα με τα οικεία περιγράμματα θέσεων, εφόσον υπάρχουν, για τους κλάδους ή τις ειδικότητες στους οποίους πρόκειται να μεταταχθούν …, η οποία αποστέλλεται στους φορείς προέλευσης και υποδοχής. ... Το τριμελές ειδικό υπηρεσιακό συμβούλιο του φορέα υποδοχής εντός προθεσμίας δεκαπέντε (15) ημερών από τη λήξη της προθεσμίας υποβολής των αιτήσεων επιλέγει τους υπαλλήλους που θα μεταταχθούν … σε αυτόν και καθορίζει τη σειρά προτεραιότητάς τους, σύμφωνα με την αποτίμηση των προσόντων τους και το περίγραμμα της θέσης, εφόσον υπάρχει, στην οποία θα μεταταχθούν… . Το τριμελές ειδικό υπηρεσιακό συμβούλιο λαμβάνει υπόψη τον τρόπο εισαγωγής στους φορείς της παραγράφου 1 του άρθρου 90, και ιδίως αν πρόκειται για διαδικασία γραπτού διαγωνισμού του ΑΣΕΠ ή για διαδικασία πλήρωσης θέσεων με σειρά προτεραιότητας η οποία διενεργείται εξ ολοκλήρου από το ΑΣΕΠ, ή για διαδικασία που εποπτεύει το ΑΣΕΠ, καθώς και για Διαγωνισμό Εισαγωγής στην Εθνική Σχολή Δημόσιας Διοίκησης και Αυτοδιοίκησης, την εργασιακή τους φυσιογνωμία, την εκπαίδευσή τους, τη διοικητική και εργασιακή τους εμπειρία και τα λοιπά στοιχεία του προσωπικού μητρώου τους. ... Με απόφαση του Υπουργού Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης καθορίζονται θέματα που αφορούν τη διαδικασία επιλογής των αιτούντων υπαλλήλων, τη λειτουργία του τριμελούς συμβουλίου, την εξειδίκευση και τη μοριοδότηση των κριτηρίων επιλογής και κατάταξης των υπαλλήλων, τη διαδικασία και το περιεχόμενο της συνέντευξης και κάθε άλλο αναγκαίο συναρτώμενο με τα ως άνω ζήτημα. ... Η επιλεγείσα σειρά προτεραιότητας των φορέων υποδοχής είναι δεσμευτική για τον υπάλληλο. Για τη μετάταξη … των υπάλληλων εκδίδεται απόφαση του οικείου οργάνου διοίκησης του φορέα υποδοχής που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως”». Περαιτέρω, με το άρθρο 90 του ν. 4172/2013 ορίζονται, σε σχέση με το θεσμό της διαθεσιμότητας, τα εξής: «1α. Επιτρέπεται να καταργούνται θέσεις ανά κατηγορία, κλάδο ή και ειδικότητα σε Υπουργεία, αυτοτελείς δημόσιες υπηρεσίες, αποκεντρωμένες διοικήσεις, οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης πρώτου και δεύτερου βαθμού και λοιπά νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου με απόφαση του Υπουργού Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και του οικείου Υπουργού, σε υλοποίηση των σχετικών αποφάσεων του Κυβερνητικού Συμβουλίου Μεταρρύθμισης μετά από τεκμηρίωση που στηρίζεται σε εκθέσεις αξιολόγησης δομών και σχέδια στελέχωσης (όπως η φράση «σε υλοποίηση των σχετικών αποφάσεων του Κυβερνητικού Συμβουλίου Μεταρρύθμισης» αντικαταστά¬θηκε ως άνω με το άρθρο 29 του ν. 4210/2013, Α΄ 254/21.11.2013. Προηγουμένως ο νόμος όριζε «σε εκτέλεση σχετικών αποφάσεων του Κυβερνητικού Συμβουλίου Μεταρρύθμισης»). Εφόσον καταργείται το σύνολο των θέσεων του κλάδου ή της ειδικότητας, οι υπάλληλοι που εμπίπτουν στις εξαιρέσεις της παρ. 2 περίπτωση Δ΄ του ν. 4172/2013 μετατάσσονται … αυτοδικαίως από την ημερομηνία ισχύος των αποφάσεων κατάργησης των θέσεων σε κενές ή συνιστώμενες με την απόφαση μετάταξης … του αρμόδιου κατά περίπτωση οργάνου διοίκησης προσωποπαγείς θέσεις, κλάδου ή ειδικότητας αντίστοιχες με το βασικό τίτλο σπουδών που κατέχουν ίδιας ή ανώτερης κατηγορίας στο φορέα προέλευσης ή σε τυχόν διάδοχο φορέα. Σε περίπτωση μετάταξης … σε κενή θέση εκδίδεται σχετική διαπιστωτική πράξη του αρμόδιου οργάνου διοίκησης. Επιτρέπεται να συνιστώνται θέσεις ανά κατηγορία, κλάδο ή και ειδικότητα στους παραπάνω φορείς, σύμφωνα με τις προϋποθέσεις του προηγούμενου εδαφίου, με απόφαση των Υπουργών Οικονομικών, Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και του οικείου Υπουργού. 1β. Οι θέσεις, οι οποίες διατηρήθηκαν με τις υπουργικές αποφάσεις που εκδόθηκαν κατ’ εφαρμογήν του παρόντος άρθρου καταργούνται από της ισχύος των εν λόγω υπουργικών αποφάσεων και για τους υπαλλήλους που υπηρετούσαν στις θέσεις αυτές εφαρμόζεται η παράγραφος 1α. (όπως η παρ. 1 αντικαταστάθηκε ως άνω με το άρθρο 125 ν. 4199/2013, Α΄ 216/11.10.2013). 2. ...».
18. Επειδή, παράλληλα με τις ως άνω γενικές ρυθμίσεις, στο ν. 4172/2013 περιλαμβάνονται και ειδικές διατάξεις, με τις οποίες ρυθμίζονται θέματα διαθεσιμότητας συγκεκριμένων κατηγοριών υπαλλή¬λων, μεταξύ δε αυτών και υπαλλήλων των ΟΤΑ Α΄ βαθμού, όπως οι συγκροτούντες το προσωπικό των κατά τόπους υπηρεσιών Δημοτικής Αστυνομίας. Ειδικότερα, στο άρθρο 81 του νόμου αυτού με τίτλο «Κατάργηση θέσεων κλάδου Δημοτικής Αστυνομίας», ορίζονται τα εξής: «1. Από την 23η.9.2013 καταργούνται στους δήμους οι θέσεις του κλάδου ΠΕ Δημοτικής Αστυνομίας, ΤΕ Δημοτικής Αστυνομίας, ΔΕ Δημοτικής Αστυνομίας και ΥΕ Δημοτικής Αστυνομίας. Οι υπάλληλοι, των οποίων οι θέσεις καταργούνται, και εφόσον κατείχαν τις θέσεις αυτές την 9η Ιουλίου 2013, εντάσσονται στο πρόγραμμα κινητικότητας, σύμφωνα με την υποπαράγραφο Ζ.2 του ν. 4093/2012 (Α΄ 222). Οποιαδήποτε μετάταξη των ανωτέρω υπαλλήλων που εντάσσονται στο πρόγραμμα κινητικότητας έλαβε χώρα μετά την 9η Ιουλίου 2013 είναι αυτοδικαίως άκυρη. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη καθορίζονται τα προσόντα, οι προϋποθέσεις και η διαδικασία αξιολόγησης και ένταξης των υπαλλήλων, που αναφέρονται στο δεύτερο εδάφιο της παρούσας παραγράφου, στην Ελληνική Αστυνομία ως ιδιαίτερης κατηγορίας προσωπικού, καθώς και κάθε άλλο σχετικό θέμα. Με προεδρικό διάταγμα που εκδίδεται μετά από πρόταση του Υπουργού Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη ρυθμίζονται τα θέματα σύστασης, οργάνωσης και λειτουργίας των Υπηρεσιών της Ελληνικής Αστυνομίας, στις οποίες εντάσσονται οι υπάλληλοι του παρόντος άρθρου και τα ζητήματα ανάθεσης σε αυτούς επιπλέον αρμοδιοτήτων που αφορούν ιδίως την αστυνομία τάξης. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών και Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη καθορίζονται τα επιμέρους θέματα άσκησης των αρμοδιοτήτων της παραγράφου 4, καθώς και ζητήματα λειτουργικής συνεργασίας με τους οικείους δήμους, ιδίως μέσω της από κοινού κατάρτισης ετήσιων σχεδίων δράσης. Με απόφαση του Υπουργού Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη ρυθμίζεται το είδος, το αντικείμενο και η διάρκεια της εκπαίδευσης που υφίστανται οι ανωτέρω υπάλληλοι μετά την ένταξή τους στην Ελληνική Αστυνομία, ο τύπος, το χρώμα και η σύνθεση της στολής τους, τα αναγκαία εφόδια και ο τύπος του ειδικού δελτίου ταυτότητας με το οποίο εφοδιάζονται. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Διοικητικής Μεταρρύθμι¬σης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, καθορίζονται τα προσόντα, οι προϋποθέσεις και η διαδικασία αξιολόγησης και ένταξης των υπαλλήλων, που αναφέρονται στο δεύτερο εδάφιο της παρούσας παραγράφου, στους κλάδους ΔΕ Εξωτερικής Φρούρησης και ΔΕ Φύλαξης των Καταστημάτων Κράτησης, καθώς και κάθε άλλο σχετικό θέμα. Με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, ρυθμίζεται το είδος, το αντικείμενο και η διάρκεια εκπαίδευσης που υφίστανται οι ανωτέρω υπάλληλοι, μετά την ένταξή τους στους κλάδους ΔΕ Εξωτερικής Φρούρησης και ΔΕ Φύλαξης των Καταστημάτων Κράτησης. 2. ... 4. Αρμοδιότητες που έχουν ανατεθεί με διατάξεις νόμων ή κανονιστικών πράξεων στη δημοτική αστυνομία ασκούνται από τις 23.9.2013 από την Ελληνική Αστυνομία (ΕΛ.ΑΣ.). Η μεταφορά των ανωτέρω αρμοδιοτήτων δεν θίγει τα έσοδα των δήμων που συνδέονται με τις αρμοδιότητες αυτές. Τα έσοδα αυτά συνεχίζουν να βεβαιώνονται και να εισπράττονται από τους δήμους σύμφωνα με τις διατάξεις περί είσπραξης των εσόδων τους. Τα κινητά και ακίνητα περιουσιακά στοιχεία των δήμων που συνδέονται με τις αρμοδιότητες αυτές, συμπεριλαμβανομένων και των οχημάτων, παραμένουν στην κυριότητά τους. Με απόφαση του δημοτικού συμβουλίου μπορεί να καθορίζεται η παράλληλη άσκηση μίας ή περισσοτέρων εκ των ανωτέρω αρμοδιοτήτων από υπαλλήλους του δήμου, κατόπιν ορισμού αυτών με απόφαση του δημάρχου. Με την ίδια απόφαση του δημοτικού συμβουλίου δύναται να καθορίζεται επίσης ο αριθμός των αναγκαίων υπαλλήλων, η διάρκεια άσκησης της αρμοδιότητας, οι ώρες απασχόλησης των υπαλλήλων, καθώς και κάθε άλλη λεπτομέρεια αναφορικά με την άσκηση των αρμοδιοτήτων αυτών. 5. Για το χρονικό διάστημα από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου έως τις 22.9.2013, με κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών και Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη, που εκδίδεται μετά από αίτημα της ΚΕΔΕ, μπορεί να ανατίθεται στην Ελληνική Αστυνομία, σε έναν ή περισσότερους δήμους, η παράλληλη άσκηση μίας ή περισσοτέρων εκ των ανωτέρω αρμοδιοτήτων. Με την ίδια απόφαση μπορεί να ρυθμίζεται κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για την άσκηση των ανωτέρω αρμοδιοτήτων κατά το χρονικό αυτό διάστημα. 6. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη, μπορεί να ρυθμίζεται κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή του άρθρου αυτού». Σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση του ν. 4172/2013 επί του άρθρου 81, «με την παράγραφο 1 προτείνεται η κατάργηση των θέσεων του κλάδου ΠΕ Δηµοτικής Αστυνοµίας, ΤΕ Δηµοτικής Αστυνοµίας, ΔΕ Δηµοτικής Αστυνοµίας και ΥΕ Δηµοτικής Αστυνοµίας, στο πλαίσιο εφαρµογής του προγράµµατος κινητικότητας και µε σκοπό τον εξορθολογισµό της διαχείρισης του ανθρωπίνου δυναµικού. Με την παράγραφο 2 λαµβάνεται η απαιτούµενη ειδική µέριµνα για ορισµένους από τους υπαλλήλους της παραγράφου 1, µε βάση κοινωνικά κριτήρια που επιβάλλουν την αυξηµένη προστασία από την Πολιτεία ειδικών κατηγοριών πολιτών. Η παράγραφος 4 ρυθµίζει τα απαραίτητα ζητήµατα αναφορικά µε την άσκηση των σχετικών αρµοδιοτήτων. Επισηµαίνεται ότι η έναρξη ισχύος του παρόντος άρθρου είναι η 23η.9.2013». Όπως δε προκύπτει από τις προπαρα¬σκευαστι¬κές εργασίες του νόμου (Πρακτικά Συνεδριάσεων της Ολομελείας της Βουλής των Ελλήνων), η κατάργηση του θεσμού της Δημοτικής Αστυνομίας υπαγορεύθηκε αφ’ ενός μεν από την ανάγκη επιτεύξεως των ποσοτικών στόχων εν σχέσει με τις μειώσεις του αριθμού των δημοσίων υπαλλήλων, που περιλαμβάνονται στα Μνημόνια, αφ’ ετέρου δε από την εκτίμηση ότι ο θεσμός αυτός δεν απέδωσε τα αναμενόμενα. Παράλληλα, από τις ίδιες προπαρασκευαστικές εργασίες προκύπτει ότι λαμβάνεται μέριμνα για την απορρόφηση, δια του θεσμού της κινητικότητος, μεγάλου μέρους του τιθεμένου σε καθεστώς διαθεσιμότητας προσωπικού της Δημοτικής Αστυνομίας στην Ελληνική Αστυνομία (όπου και πρόκειται να συσταθεί ειδική υπηρεσία, στελεχωμένη με τα προερχόμενα από τη Δημοτική Αστυνομία πρόσωπα), στα καταστήματα κρατήσεως (ως εξωτερικοί φρουροί και φύλακες) και στις λοιπές υπηρεσίες του δημόσιου τομέα. Σε σημαντικό κριτήριο για την απορρόφηση αναδεικνύεται ο τρόπος διορισμού ή προσλήψεως, υπό την έννοια ότι αποδίδεται μείζονα βαρύτητα στην επιλογή όσων εισήλθαν στη Δημοτική Αστυνομία μέσω διαδικασιών ΑΣΕΠ. Επιπλέον, υφίσταται πρόνοια για την άμεση απορρόφηση, χωρίς αξιολόγηση, ορισμένων κατηγοριών υπαλλήλων (π.χ. όσοι κατέχουν διδακτορικό τίτλο ή μεταπτυχιακό δίπλωμα ειδίκευσης).
19. Επειδή, ειδικότερα ως προς το προσωπικό της Δημοτικής Αστυνομίας με την (νυν προσβαλλόμενη) υπ’ αριθμ. 6000/2/234-γ΄/15.10.2013 κοινή απόφαση των Υπουργών Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη (Β΄ 2631/17.10.2013), εκδοθείσα κατ’ εξουσιοδότηση των διατάξεων των άρθρων 81 παρ. 1 και 91 του ν. 4172/2013, καθορίσθηκαν τα προσόντα, οι προϋποθέσεις και διαδικασία αξιολογήσεως και εντάξεως των δημοτικών αστυνομικών στην Ελληνική Αστυνομία. Ειδικότερα, στο άρθρο 1 της εν λόγω κοινής υπουργικής αποφάσεως ορίζεται ότι «1. Υπάλληλοι της Δημοτικής Αστυνομίας των κλάδων ΠΕ Δημοτικής Αστυνομίας, ΤΕ Δημοτικής Αστυνομίας και ΔΕ Δημοτικής Αστυνομίας, των οποίων οι θέσεις καταργούνται, σύμφωνα με το άρθρο 81 του ν. 4172/2013 (Α 167), εντάσσονται στην Ελληνική Αστυνομία ως ιδιαίτερης κατηγορίας προσωπικό εφόσον συγκεντρώνουν τα ακόλουθα προσόντα: α. Να είναι κάτοχοι πτυχίου ή διπλώματος οποιουδήποτε Τμήματος Α.Ε.Ι. της ημεδαπής, περιλαμβανομένων και των πτυχίων ή των διπλωμάτων του Ελληνικού Ανοικτού Πανεπιστημίου (Ε.Α.Π.) και των Προγραμμάτων Σπουδών Επιλογής (Π.Σ.Ε.) ή ισότιμων σχολών της αλλοδαπής οι υποψήφιοι κατηγορίας Π.Ε., πτυχίου ή διπλώματος οποιουδήποτε Τμήματος Τ.Ε.Ι. της ημεδαπής, περιλαμβανομένων και των πτυχίων Π.Σ.Ε. και Κ.Α.Τ.Ε.Ε. ή πτυχίου ή διπλώματος ισότιμων σχολών της ημεδαπής ή αλλοδαπής οι υποψήφιοι κατηγορίας Τ.Ε. και πτυχίου ή διπλώματος ή απολυτήριου τίτλου δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης της ημεδαπής ή άλλου ισότιμου της ημεδαπής ή αλλοδαπής οι υποψήφιοι κατηγορίας Δ.Ε. β. Να μην υπερβαίνουν το 45ο έτος της ηλικίας τους. ... γ. Οι άνδρες πρέπει να έχουν εκπληρώσει τις στρατιωτικές τους υποχρεώσεις. Δεν θεωρείται ότι εκπλήρωσε τις στρατιωτικές του υποχρεώσεις αυτός που έχει απαλλαγεί νόμιμα από αυτές. δ. Να έχουν υγεία και άρτια σωματική διάπλαση διαπιστούμενη από την αρμόδια Υγειονομική Επιτροπή, σύμφωνα με τον ειδικό πίνακα νοσημάτων, παθήσεων και βλαβών του π.δ. 133/2002 (Α΄ 109) που εφαρμόζεται για τη σωματική ικανότητα των μονίμων Αξιωματικών και Υπαξιωματικών των Ενόπλων Δυνάμεων. ε. Να έχουν σωματικά, ψυχικά και διανοητικά προσόντα ανταποκρινόμενα στις απαιτήσεις του αστυνομικού έργου. στ. Να έχουν ανάστημα οι άνδρες τουλάχιστον 1,70 μ. χωρίς υποδήματα και οι γυναίκες τουλάχιστον 1,65 μ. χωρίς υποδήματα. ζ. Να μην έχουν καταδικασθεί τελεσίδικα, για τέλεση ή απόπειρα κακουργήματος ή των εγκλημάτων κ.λπ. (απαριθμούνται τα εγκλήματα). η. Να μην έχει ασκηθεί σε βάρος τους πειθαρχική δίωξη για παραπτώματα που επισύρουν προσωρινή ή οριστική παύση και να μην τους έχει επιβληθεί τέτοια πειθαρχική ποινή. 2. Πρόσθετα προσόντα ..., στο άρθρο 3 ότι «1. Για την αξιολόγηση και τη διαδικασία ένταξης των υπαλλήλων της παραγράφου 1 του άρθρου 1 της παρούσας εφαρμόζεται η διαδικασία για τη μετακίνηση των υπαλλήλων που προβλέπεται στο άρθρο 91 του ν. 4172/2013 και στην κατ’ εξουσιοδότηση αυτού εκδοθείσα υπ’ αριθ. ΔΙΠΙΔΔ/Β.2/3/ οικ.22274 από 9.8.2013 απόφαση του Υπουργού Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης (Β΄ 1992). 2. α. Οι υποψήφιοι που περιλαμβάνονται στον πίνακα βαθμολογικής κατάταξης, που καταρτίζεται από το ΑΣΕΠ, καλούνται με μέριμνα της Δ/νσης Αστυνομικού Προσωπικού/ΑΕΑ να προσέλθουν μέσα σε ορισμένες προθεσμίες, προκειμένου να εξετασθούν στα σωματικά, ψυχικά και διανοητικά τους προσόντα από τις αντίστοιχες Επιτροπές του άρθρου 5 του π.δ/τος 4/1995 (Α΄ 1). ... β. Η εξέταση των σωματικών, ψυχικών και διανοητικών προσόντων περιλαμβάνει υγειονομικές εξετάσεις, καθώς και ψυχοτεχνικές δοκιμασίες. Οι ψυχοτεχνικές δοκιμασίες προηγούνται των υγειονομικών εξετάσεων. Το ως άνω προσωπικό παραπέμπεται στις ψυχοτεχνικές επιτροπές και υποβάλλεται σε ψυχομετρικό έλεγχο, ο οποίος περιλαμβάνει ψυχοτεχνικές δοκιμασίες (τεστ προσωπικότητας) και συνέντευξη ενώπιον της αρμόδιας Επιτροπής. Με τις εξετάσεις αυτές ερευνάται κυρίως η κρίση, η προσαρμοστικότητα στις μεταβαλλόμενες καταστάσεις και απαιτήσεις, η αυτοκυριαρχία, η συναισθηματική σταθερότητα, η σκέψη, η αντίληψη και η εν γένει προσωπικότητα του εξεταζόμενου. γ. Όσοι κρίνονται ικανοί στις ψυχοτεχνικές δοκιμασίες παραπέμπονται στα αντίστοιχα Κεντρικά Ιατρεία της Ελληνικής Αστυνομίας για να υποβληθούν στις προβλεπόμενες υγειονομικές εξετάσεις και στη συνέχεια παρουσιάζονται ενώπιον της αρμόδιας Υγειονομικής Επιτροπής, για να κριθεί η καταλληλότητά τους. δ. ... ε. ... 3. Το Τριμελές Ειδικό Υπηρεσιακό Συμβούλιο αφού λάβει υπόψη τον πίνακα βαθμολογικής κατάταξης των προς ένταξη υπαλλήλων που καταρτίζεται από το ΑΣΕΠ με βάση τα κριτήρια της υπ’ αριθμ. ΔΙΠΙΔΔ/Β.2/3/οικ.22274/ 9.8.2013 καθώς και τα ειδικά πρόσθετα κριτήρια της παρούσης, τα αποτελέσματα των ψυχοτεχνικών δοκιμασιών και υγειονομικών εξετάσεων, γνωμοδοτεί για τη σειρά προτεραιότητας των προς ένταξη υπαλλήλων και εκδίδει τον Τελικό Πίνακα Διάθεσης. 4. ...» και στο άρθρο 4 ότι «1. Όσοι περιλαμβάνονται στον Τελικό Πίνακα Διάθεσης, εντάσσονται ως ιδιαίτερης κατηγορίας προσωπικό στην Ελληνική Αστυνομία με απόφαση του Προϊσταμένου Κλάδου Οργάνωσης και Ανθρώπινου Δυναμικού/Α.Ε.Α., που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Με την ίδια απόφαση συνιστώνται ισάριθμες οργανικές θέσεις για το εντασσόμενο προσωπικό. 2. …». Η εν λόγω κοινή υπουργική απόφαση τροποποιήθηκε με την υπ’ αριθμ. 6000/2/234-ε΄/15.10.2013 όμοια κοινή απόφαση των ίδιων ως άνω Υπουργών (Β΄ 3030/28.11.2013), με την οποία το όριο ηλικίας για τη μετάταξη στην Ελληνική Αστυνομία αυξήθηκε κατά πέντε έτη (πεντηκοστό). Ομοίως, με την υπ’ αριθμ. 90894/18.10.2013 κοινή απόφαση των Υπουργών Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (Β΄ 2655) καθορίσθηκαν τα προσόντα, οι προϋποθέσεις και η διαδικασία αξιολογήσεως και εντάξεως των υπαλλήλων κατηγορίας ΔΕ23 της Δημοτικής Αστυνομίας στους κλάδους ΔΕ Εξωτερικής Φρούρησης και ΔΕ Φύλαξης των Καταστημάτων Κράτησης. Ειδικότερα, με την εν λόγω κοινή υπουργική απόφαση ως προσόντα διορισμού προβλέφθηκαν τα εξής: α) η κατοχή πτυχίου ή διπλώματος ή απολυτηρίου τίτλου δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης της ημεδαπής, ή άλλος ισότιμος τίτλος της ημεδαπής ή της αλλοδαπής, β) η μη υπέρβαση του ορίου ηλικίας των 45 ετών και γ) ανάστημα (χωρίς υποδήματα) τουλάχιστον 1 μέτρου και 70 εκατοστών για τους άνδρες και 1 μέτρου και 60 εκατοστών για τις γυναίκες. Ως προς τη διαδικασία αξιολόγησης και ένταξης ορίζεται ότι «θα ακολουθηθεί η διαδικασία για τη μετακίνηση των υπαλλήλων που προβλέπεται στο άρθρο 91 του ν. 4172/2013». Η απόφαση αυτή τροποποιήθηκε με την υπ’ αριθμ. 101650/28.11.2013 όμοια κοινή υπουργική απόφαση (Β΄ 3032), με την οποία επίσης καθορίσθηκε ως ανώτατο όριο ηλικίας το πεντηκοστό. Στο πλαίσιο που περιγράφουν οι προεκτεθείσες νομοθετικές και κανονιστικές ρυθμίσεις, δημοσιεύθηκε η υπ’ αριθμ. 31890/25.11.2013 απόφαση του Υπουργού Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης (Β΄ 2999/26.11.2013), «Ανακοίνωση που αφορά στην κινητικότητα των δημοτικών αστυνομικών που έχουν τεθεί σε διαθεσιμότητα κατ’ εφαρμογή του άρθρου 81 του ν. 4172/2013, (Α΄ 167)» (Αριθμός Ανακοίνωσης 5/2013). Με αυτήν κλήθηκαν, εντός αποκλειστικής προθεσμίας δεκαπέντε (15) ημερών από τη δημοσίευση της Ανακοινώσεως στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, οι υπάλληλοι των Δήμων που ανήκαν στους κλάδους ΠΕ, TE και ΔΕ Δημοτικής Αστυνομίας και έχουν τεθεί σε διαθεσιμότητα κατ’ εφαρμογή του άρθρου 81 του ν. 4172/2013 (ο αριθμός των οποίων ανέρχεται σε περίπου 3.500) να υποβάλουν στις Διευθύνσεις Διοικητικού/Προσωπικού των Δήμων, στους οποίους ανήκε η κατεχόμενη από αυτούς οργανική ή προσωποπαγής θέση, «Αίτηση - Υπεύθυνη Δήλωση» για τη μετάταξή τους με σειρά προτίμησης των φορέων που επιθυμούν να μεταταχθούν. Περαιτέρω, κλήθηκαν οι Διευθύνσεις Διοικητικού/Προσωπικού των Δήμων, εντός προθεσμίας δέκα (10) ημερών από τη λήξη της προθεσμίας υποβολής των «Αιτήσεων - Υπεύθυνων Δηλώσεων» των υπαλλήλων, να συντάξουν με ευθύνη τους πίνακες συνδρομής κριτηρίων των ως άνω υπαλλήλων και να τους αποστείλουν στο ΑΣΕΠ, προκειμένου οι υπάλληλοι να διατεθούν και τοποθετηθούν στους φορείς υποδοχής της παρούσας Ανακοίνωσης, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στην υπ’ αριθμ. ΔΙΠΙΔΔ/Β.2/3/οικ.22274/9.8.2013 απόφαση του Υπουργού Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και στις υπ’ αριθμ. 6000/2/234−γ΄/17.10.2013 και 90894/18.10.2013 κοινές υπουργικές αποφάσεις. Εξάλλου, στην ίδια υπ’ αριθμ. 31890/25.11.2013 υπουργική απόφαση προσαρτώνται οι πίνακες με τη σειρά προτεραιότητας των φορέων υποδοχής, τον αριθμό των υπαλλήλων που πρόκειται να διατεθεί σε κάθε φορέα ανά κατηγορία, κλάδο ή και ειδικότητα, καθώς και τα απαιτούμενα για κάθε θέση προσόντα. Πρόκειται για 2.858 κενές οργανικές θέσεις των κατηγοριών ΠΕ/ΤΕ και ΔΕ σε διάφορες (κεντρικές και περιφερειακές) υπηρεσίες των ακόλουθων, κατά σειρά προτεραιότη¬τας, φορέων υποδοχής: Υπουργείο Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (για τα ανά την επικράτεια καταστήματα κράτησης), Υπουργείο Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη (για την Ελληνική Αστυνομία), Υπουργείο Οικονομικών (για τη Γενική Γραμματεία Εσόδων), Υπουργείο Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας (για τη Γενική Γραμματεία Εμπορίου) και Γενική Γραμματεία Πληθυσμού και Κοινωνικής Συνοχής (για τα κατά τόπους Τμήματα Αλλοδαπών και Μετανάστευσης των οικείων Αποκεντρωμένων Διοικήσεων). Ακολούθως, την 29.11.2013 εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. ΔΙΠΙΔ/Β.2/Δ/83/οικ.32170 εγκύκλιος του Υπουργού Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνη¬σης, με τίτλο «Οδηγίες για την κινητικότητα των Δημοτικών Αστυνομικών που έχουν τεθεί σε διαθεσιμότητα» (αναρτηθείσα στη «Διαύγεια», με Αριθμό Διαδικτυακής Ανάρτησης-ΑΔΑ- ΒΛ12Χ-Φ91). Με την εν λόγω εγκύκλιο περιγράφεται η τηρητέα διαδικασία για την ολοκλήρωση της κινητικότητος των υπαλλήλων των κλάδων ΠΕ, ΤΕ και ΔΕ της Δημοτικής Αστυνομίας. Μεταξύ άλλων, στην εν λόγω εγκύκλιο επισημαίνεται (σελ. 11) ότι «[η] διαδικασία πρόσληψης των υποψηφίων ως ειδικού ένστολου προσωπικού της Δημοτικής Αστυνομίας κατά την οποία υπήρχε η δυνατότητα άσκησης ένστασης ενώπιον του ΑΣΕΠ, σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 2 του ν. 3812/2009 συγκαταλέγεται στις “λοιπές διαδικασίες υπό τον έλεγχο του ΑΣΕΠ” της υπ’ αριθμ. ΔΙΠΙΔΔ/Β.2/3/οικ.22274/9.8.2013 απόφασης του Υπουργού Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης (Β΄ 1992)».
20. Επειδή, κατά την έννοια των συνταγματικών διατάξεων που παρατίθενται στην έκτη σκέψη και των νόμων που παρατίθενται στην έβδομη σκέψη η Ελληνική Αστυνομία (ΕΛ.ΑΣ.), αποτελεί κλάδο των σωμάτων ασφαλείας επιφορτισμένο με την τήρηση της δημοσίας τάξεως και ασφαλείας, την πρόληψη και την καταστολή του εγκλήματος και των παραβάσεων της εν γένει νομοθεσίας, αρμοδιότητες που είναι αναπόσπαστες από τον πυρήνα της κρατικής εξουσίας. Για τον λόγο αυτό, άλλωστε, και οι υπηρετούντες στην ΕΛ.ΑΣ. υπάγονται σε ιδιαίτερο “εξουσιαστικό καθεστώς” που συνεπάγεται ειδικούς πρόσθετους περιορισμούς των ατομικών τους δικαιωμάτων και σε ιδιαίτερους κανόνες πειθαρχίας κατ’ απόκλιση από το γενικώς ισχύον καθεστώς στους υπηρετούντες στη Δημόσια Διοίκηση. Και ναι μεν είναι δυνατή, η ανάθεση ορισμένων από τις αρμοδιότητες της ΕΛ.ΑΣ. και κυρίως αυτών που ανάγονται στην τήρηση της εν γένει νομοθεσίας με πράξη του κοινού νομοθέτη σε άλλα όργανα της Δημοσίας Διοικήσεως, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και οι υπάλληλοι των Ο.Τ.Α., και πάντως όχι οι ιδιώτες (ΣΕ 1934/1998 Ολομ., 3946/2002, 1879/2012) πλην, όμως, και στην περίπτωση αυτή, είναι δυνατή και συνταγματικώς επιτρεπτή, μετά από διαφορετική εκτίμηση των περιστάσεων, η επαναφορά των αρμοδιοτήτων αυτών στα όργανα της ΕΛ.ΑΣ. με νεότερη νομοθετική ρύθμιση, χωρίς παραλλήλως και αναγκαίως να προβλέπεται η διατήρηση στην υπηρεσία των υπαλλήλων των Ο.Τ.Α., οι οποίοι ήταν επιφορτισμένοι με την άσκησή τους. Ειδικώτερα, η κατάργηση της ασκούσης αρμοδιότητες, που απεσπάσθησαν τμηματικώς και περιστασιακώς από την ΕΛ.ΑΣ., Δημοτικής Αστυνομίας, η οποία αποτελεί υπηρεσιακή μονάδα των Ο.Τ.Α. - όπως συνέβη στην προκείμενη περίπτωση, κατά τα εκτενώς αναφερόμενα σε προηγούμενες σκέψεις – και η εκ νέου ανάθεσή τους στην πρώτη (ΕΛ.ΑΣ.) δεν προσκρούει στην διάταξη του άρθρου 102 του Συντάγματος, εφ’ όσον με τις διατάξεις των παρ. 1 και 2 του άρθρου αυτού δεν καθιερώνεται υπέρ των οργανισμών τοπικής αυτοδιοικήσεως αυτονομία, ούτε εξουσία να θέτουν αυτοτελώς κανόνες δικαίου, αλλά παρέχεται σ’ αυτούς μόνον αυτοδιοίκηση, ήτοι εξουσία να αποφασίζουν επί των τοπικών υποθέσεων με δικά τους όργανα, εντός των πλαισίων των γενικών κανόνων, οι οποίοι διέπουν την οργάνωση και λειτουργία τους και των οποίων η θέσπιση ανήκει στην νομοθετική εξουσία ή στην κατ’ εξουσιοδότηση αυτού νομοθετούσα Διοίκηση, καθόσον σ’ αυτήν ανήκει και η οργάνωση οποιασδήποτε δημόσιας υπηρεσίας, κρατικής ή αυτοδιοι¬κούμε¬νης και μάλιστα εν προκειμένω υπηρεσίας εντασσομένης στον πυρήνα της κρατικής εξουσίας (ΣΕ 1809/1983 Ολομ., 1427/1981 Ολομ., 371/1985 Ολομ., 1397/1995 7μ.). Εξάλλου, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 102 παρ. 2 και 4 και 103 παρ. 4 και 6 του Συντάγματος, συνάγεται ότι η καθιερούμενη με την παρ. 2 του άρθρου 102 του Συντάγματος διοικητική αυτοτέλεια των οργανισμών τοπικής αυτοδιοικήσεως πρώτου βαθμού, έναντι της κρατικής διοικήσεως περιλαμβάνει την κατοχύρωση του διοικητικού έργου των οργανισμών αυτών, όχι όμως και την εξουσία να αποφασίζουν με δικά τους όργανα για θέματα όπως αυτά της υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων τους, τα οποία δεν συνιστούν τοπική υπόθεση (ΣτΕ 4077/2009 7μ.). Υπό τα δεδομένα αυτά, και εφ’ όσον η θέση σε διαθεσιμότητα των υπαλλήλων της Δημοτικής Αστυνομίας δεν συνιστά τοπική υπόθεση, δεν δύναται να γίνει δεκτό ότι το μέτρο αυτό θίγει καθ’ οιονδήποτε τρόπο τη διοικητική αυτοτέλεια των Ο.Τ.Α., κατά παράβαση των ανωτέρω συνταγματικών διατάξεων. Περαιτέρω, οι ρυθμίσεις του ν. 4172/2013 περί καταργήσεως της Δημοτικής Αστυνομίας δεν προσκρούουν ούτε στη διάταξη του άρθρου 103 του Συντάγματος, διότι εν προκειμένω, όπως αναφέρθηκε προηγουμένως η κατάργηση αυτή υπαγορεύθηκε από την μεταβολή αντιλήψεων του νομοθέτη ως προς τον τρόπο οργανώσεως δημοσίας υπηρεσίας της οποίας οι αρμοδιότητες εντάσσονται στον πυρήνα της κρατικής λειτουργίας, αλλά και από επιτακτικούς δημοσιονομικούς λόγους (πρβλ. ΣΕ 3354/2013 Ολομ.) λαμβανομένου υπ’ όψη και του ότι οι υπηρετούντες στην Δημοτική Αστυνομία τελούσαν επίσης υπό ιδιαίτερο καθεστώς προσλήψεως (στο οποίο άλλωστε προεβλέπετο από τα σχετικά προεδρικά διατάγματα 23/2002 και 135/2006 και σειρά σωματικών και ψυχολογικών δοκιμασιών που προσιδιάζουν σε ασχολούμενους με την τήρηση της δημοσίας τάξεως), αλλά και υπό ιδιαίτερο υπηρεσιακό καθεστώς εξαιρούμενο κατ’ αρχήν από τον έλεγχο του ΑΣΕΠ, ακριβώς λόγω της φύσεως των ασκουμένων από αυτούς καθηκόντων (πρβλ. ΠΕ 126/2006 Ολομ.), στο οποίο εφαρμοζόταν συμπληρωματικώς μόνον, όπως εκτίθεται σε προηγούμενη σκέψη, το καθεστώς των υπαλλήλων των Ο.Τ.Α. Εξ άλλου, όπως εκτίθεται επίσης σε προηγούμενη σκέψη προβλέπεται και έχει ήδη υλοποιηθεί με την έκδοση των προβλεπομένων κανονιστικών πράξεων η απορρόφηση του μεγαλύτερου μέρους των υπηρετούντων στην καταργουμένη Δημοτική Αστυνομία σε υπηρεσίες της ΕΛ.ΑΣ. και των καταστημάτων κρατήσεως του Υπουργείου Δικαιοσύνης, δηλαδή σε υπηρεσίες παρεμφερείς ως προς τα καθήκοντα με τα ήδη ασκούμενα από τους δημοτικούς αστυνομικούς, αλλά και σε υπηρεσίες άλλων Υπουργείων.
21. Επειδή, με τον πρώτο λόγο ακυρώσεως η αιτούσα συνδικαλιστική οργάνωση προβάλλει παραβίαση της διατάξεως του άρθρου 74 παρ. 5 εδ. β΄ του Συντάγματος, κατά την οποία, μεταξύ των άλλων, ορίζονται και τα εξής: «... Νομοσχέδιο ή πρόταση νόμου που περιέχει διατάξεις άσχετες με το κύριο αντικείμενό τους δεν εισάγεται για συζήτηση. Προσθήκη ή τροπολογία άσχετη με το κύριο αντικείμενο του νομοσχεδίου ή της πρότασης νόμου δεν εισάγεται για συζήτηση. ... Σε περίπτωση αμφισβήτησης αποφαίνεται η Βουλή. ...». Και τούτο διότι, κατά τους ισχυρισμούς της αιτούσης, οι ρυθμίσεις του άρθρου 81 είναι άσχετες με το κύριο αντικείμενο του ν. 4172/2013, το οποίο είναι φορολογικό. Ο λόγος αυτός παρίσταται απορριπτέος ως απαράδεκτος, δεδομένου ότι, κατά τα παγίως γινόμενα δεκτά, από τις διατάξεις του άρθρου 74 παρ. 5 του Συντάγματος συνάγεται ότι το Σύνταγμα έχει αναθέσει τον έλεγχο τηρήσεως της επιταγής που περιέχεται στα εδάφ. α' και β' της παραγράφου αυτής στη Βουλή και όχι στη δικαστική εξουσία (ΣΕ 665/1978, 1186/1983, 1721/1991 Ολομ., 444/1995 7μ., 1913/2003, 161/2010 Ολομ.).
22. Επειδή, περαιτέρω προβάλλεται λόγος περί παραβιάσεως των απορρεουσών από το άρθρο 103 του Συντάγματος αρχών της ορθολογικής οργανώσεως της Δημόσιας Διοίκησης, διότι: α) οι ρυθμίσεις του άρθρου 81 του ν. 4172/2013 συνιστούν επέμβαση στην ορθολογική οργάνωση των δημοσίων υπηρεσιών, όπως είναι οι ΟΤΑ, καθ’ όσον επιδιώκει αλλότριους σκοπούς (ταμειακοί-τήρηση δεσμεύσεων έναντι των δανειστών της Χώρας) και όχι τη βελτίωση της οργανωτικής δομής του εν ευρεία εννοία Δημοσίου, δηλ. ενός σκοπού δημοσίου συμφέροντος, β) της επεμβάσεως αυτής δεν προηγήθηκε εμπεριστατωμένη μελέτη για την αναδιάρθρωση των υπηρεσιών του Δημοσίου, με συνέπεια η κατάργηση να είναι οριζόντια, καθώς ήταν γνωστός εκ των προτέρων ο αναγκαίος για κατάργηση αριθμός οργανικών θέσεων, επελέγησαν δε οι υπηρεσίες της Δημοτικής Αστυνομίας χωρίς προηγουμένως να εκπονηθεί μελέτη αξιολογήσεως της δομής τους και χωρίς να ερωτηθούν για την χρησιμότητα και την αναγκαιότητά τους οι Δήμοι, οι οποίοι αντιμετωπί¬ζουν, πλέον, προβλήματα δυσλειτουργίας, στο μέτρο που καλούνται λιγότεροι υπάλληλοι να ασκήσουν περισσότερες αρμοδιότητες και καθήκοντα. Συναφώς προβάλλεται παραβίαση και των αρχών της συνέχειας των δημοσίων υπηρεσιών. Ο λόγος αυτός ως προς το πρώτο σκέλος του παρίσταται απορριπτέος ως απαράδεκτος, δεδομένου ότι, κατά τα παγίως γινόμενα δεκτά, δεν νοείται κατάχρηση εξουσίας κατά την άσκηση της νομοθετικής λειτουργίας, δηλαδή επιδίωξη από τον νόμο σκοπών αλλοτρίων από τους δεδηλωμένους στο κείμενό του (ΣΕ 1722/1983 Ολομ., 276/1986). Επιπλέον, από τη συνταγματική αρχή της διακρίσεως των εξουσιών προκύπτει ότι η ουσιαστική εκτίμηση του δημοσίου συμφέροντος ανήκει στη νομοθετική ή, κατά περίπτωση, στην εκτελεστική εξουσία και μόνο η υπέρβαση των ακραίων ορίων της “διακριτικής τους εξουσίας” εμπίπτει στο πεδίο του ελέγχου νομιμότητας τον οποίον ασκεί ο ακυρωτικός δικαστής (ΣΕ 1094/1987 Ολομ., 2289/1987 Ολομ.). Ως προς το δεύτερο σκέλος του, ο ίδιος λόγος ακυρώσεως παρίσταται, απορριπτέος ως αβάσιμος. Και τούτο, διότι όπως έγινε ανωτέρω σε προηγούμενη σκέψη δεκτό, από την ερμηνεία των διατάξεων του Συντάγματος και των νόμων περί ΕΛ.ΑΣ. και περί Δημοτικής Αστυνομίας οι επίμαχες ρυθμίσεις θεσπίσθηκαν κυρίως λόγω της μεταβολής αντιλήψεων του κοινού νομοθέτη ως προς την άσκηση αρμοδιοτήτων αστυνομικής φύσεως από την Δημοτική Αστυνομία λόγω της μη ικανοποιητικής αποδόσεως αυτής κατά την εκπλήρωση των αρμοδιοτήτων αυτών, δευτερευόντως δε για τη θεραπεία ενός δημοσιονομικού σκοπού. Το ζήτημα δε της απομειώσεως του προσωπικού των ΟΤΑ και των συνεπειών της, λόγω της επιχειρηθείσης μεταβολής αντιμετωπίσθηκε από το νομοθέτη αφενός μεν με την πρόβλεψη της μεταβιβάσεως των αρμοδιοτήτων της Δημοτικής Αστυνομίας στην Ελληνική Αστυνομία και της παράλληλης ασκήσεώς τους από τους Δήμους, εφόσον οι ίδιοι κρίνουν κυριαρχικώς ότι δύνανται να ανταπεξέλθουν, αφετέρου δε με την ενίσχυση της Ελληνικής Αστυνομίας, μέσω του θεσμού της κινητικότητας (και δη με τις προσβαλλόμενες πρώτη και τέταρτη πράξεις), με 1.536 υπαλλήλους προερχόμενους από τη Δημοτική Αστυνομία (βλ. το υπ’ αριθμ. 6000/2/5250/4-α/14.1.2014 έγγραφο απόψεων του Προϊσταμένου του Κλάδου Οργάνωσης και Ανθρωπίνου Δυναμικού, του Αρχηγείου της Ελληνικής Αστυνομίας προς το Δικαστήριο), απορριπτομένου ως αβασίμου του ειδικότερου ισχυρισμού του αιτούντος περί παραβιάσεως της αρχής της συνεχείας των δημοσίων υπηρεσιών. Υπό τα δεδομένα αυτά δεν υφίσταται παραβίαση των συνταγματικών αρχών που απορρέουν από τις διατάξεις των άρθρων 26, 91, 101 και (ιδίως) 103 του Συντάγματος. Ο δε ισχυρισμός της αιτούσης περί παραβιάσεως της αρχής της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, πέραν της αοριστίας του, προβάλλεται εκ συμφέροντος τρίτου. Μειοψήφησε η Σύμβουλος Αικατερίνη Σακελλαροπούλου, η οποία υπεστήριξε τα εξής: Ο θεσμός της Δημοτικής Αστυνομίας, ο οποίος προβλέπεται από σειρά νομοθετημάτων, εξαίρεται στις σχετικές εισηγητικές εκθέσεις ως βασικό εργαλείο για την εφαρμογή του προγράμματος των τοπικών αρχών και ως θεσμός με μεγάλη κοινωνική χρησιμότητα (βλ. ιδίως εισηγ. έκθεση ν. 3731/2008). Είναι δε και κατά κοινή πείρα γνωστή η αναγκαιότητά του ιδίως στα μεγάλα αστικά κέντρα, διότι συμβάλλει στην εμπέδωση της ασφάλειας και της εμπιστοσύνης στις τοπικές κοινωνίες, ως εκ τούτου τα αορίστως αναφερόμενα στην αιτιολογική έκθεση του ν. 4172/2013, τα οποία δεν συνοδεύονται από οποιαδήποτε τεκμηρίωση ως προς την αξιολόγηση των υπηρεσιών και του προσωπικού της Δημοτικής Αστυνομίας δεν δικαιολογούν τις επίμαχες ρυθμίσεις, οι οποίες, συνεπώς, παραβιάζουν την κατοχυρούμενη στο άρθρο 103 του Συντάγματος αρχή της ορθολογικής οργάνωσης της Δημόσιας Διοίκησης.
23. Επειδή, στη συνέχεια προβάλλεται συναφώς παραβίαση του άρθρου 103 παρ. 4 του Συντάγματος και δη της θεσμικής εγγυήσεως της μονιμότητος. Κατά το αιτούν σωματείο, ο θεσμός αυτός προστατεύει τους υπαλλήλους και από αυθαίρετες και άσχετες από τις ανάγκες των υπηρεσιών καταργήσεις οργανικών θέσεων. Ο λόγος αυτός, παρίσταται απορριπτέος ως ερειδόμενος επί εσφαλμένης νομικής εκδοχής. Και τούτο διότι, όπως παγίως γίνεται δεκτό, η μονιμότητα αποτελεί εγγύηση προϋποθέτουσα την ύπαρξη οργανικής θέσεως, η δε εμβέλεια της προστασίας που η εγγύηση αυτή παρέχει δεν εξικνείται έως την παρεμπόδιση του νομοθέτη να προβεί σε κατάργηση οργανικών θέσεων (ΣΕ 1715/1983 Ολομ., 2650/1987 Ολομ., 3190/2013). Εξ άλλου, εν προκειμένω, και ανεξαρτήτως της προηγουμένης παραδοχής, με τη νομοθετική πρόβλεψη, στο πλαίσιο της κινητικότητος, για διατήρηση του δημοσίου δικαίου δεσμού των μετατασσόμενων με το Δημόσιο, εξασφαλίζεται, εν πάση περιπτώσει, και η διατήρηση της μονιμότητος (πρβλ. ΣΕ 4237/2005).
24. Επειδή, ακολούθως, προβάλλεται παραβίαση της διατάξεως του άρθρου 103 παρ. 2 του Συντάγματος, η οποία έγκειται και στο ότι το τεθέν σε διαθεσιμότητα προσωπικό εντάσσεται στην Ελληνική Αστυνομία ως «ιδιαίτερης κατηγορίας προσωπικό», δηλ. χωρίς να καθίσταται σαφές εάν πρόκειται για θέσεις α) υπαρκτές (δεδομένου ότι όλες οι κενές οργανικές θέσεις του μόνιμου ή με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου απασχολούμενου προσωπικού στο Δημόσιο, τους ΟΤΑ και τα λοιπά ν.π.δ.δ. έχουν καταργηθεί με τα άρθρα 33 και 34 του ν. 4024/2011) και β) μόνιμου προσωπικού ή απασχολούμενου με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου. Με τον τρόπο αυτό, κατά τις απόψεις της αιτούσης, ο νομοθέτης επιχειρεί τη δημιουργία νέας κατηγορίας υπαλλήλων μη προβλεπόμενης στο Σύνταγμα, τους οποίους επιθυμεί να διορίσει σε μη νομοθετημένες οργανικές θέσεις. Σε κάθε δε περίπτωση, η διαδικασία μετατάξεων εκκίνησε χωρίς την προηγούμενη έκδοση του προβλεπόμενου στο άρθρο 81 του ν. 4172/2013 π.δ/τος για την ίδρυση της υπηρεσίας στην Ελληνική Αστυνομία, στην οποία θα ενταχθούν οι τεθέντες σε διαθεσιμότητα δημοτικοί αστυνομικοί. Ο λόγος αυτός, πέραν του αλυσιτελούς της προβολής του, εφ’ όσον, όπως έγινε δεκτό ανωτέρω, ο νομοθέτης δεν εκωλύετο, εξ επόψεως συνταγματικής, να καταργήσει την Δημοτική Αστυνομία και μάλιστα χωρίς παράλληλη πρόβλεψη απορροφή¬σεως του υπηρετούντος σε αυτή προσωπικού, παρίσταται απορριπτέος ως προς όλα τα σκέλη του. Και τούτο, για τους εξής λόγους: α) Οι θέσεις που αναφέρονται στην υπ’ αριθμ. 5/2013 Ανακοίνωση του Υπουργού Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης δεν απαιτείται να υφίστανται πριν από την έκδοση της αποφάσεως για τη μετάταξη των υπαλλήλων σε αυτές, είναι δε δυνατή η σύστασή τους με κοινή απόφαση του ως άνω Υπουργού και του οικείου Υπουργού, στην εποπτεία του οποίου υπάγονται οι υπηρεσίες όπου οι θέσεις αυτές ανήκουν (άρθρο 90 περ. 1α εδ. γ΄ του ν. 4172/2013). β) Εφόσον δεν προσκρούει στο άρθρο 103 του Συντάγματος η απόλυση των υπαλλήλων λόγω καταργήσεως θέσεων, δεν προσκρούει, κατά μείζονα λόγο, ούτε η μετάταξή τους με παράλληλη μεταβολή του υπηρεσιακού τους καθεστώτος (πρβλ. ΣτΕ 2165/2002). Εν πάση δε περιπτώσει, εν προκειμένω, ο νόμος προβλέπει (άρθρο πρώτο παρ. Ζ., υποπαρ. Ζ1 περ. 3 του ν. 4093/2012) ότι, στο πλαίσιο της κινητικότητος, η μετάταξη δεν καταλύει την υπηρεσιακή σχέση δημοσίου δικαίου του προσωπικού της Δημοτικής Αστυνομίας, ούτε μεταβάλλει τη νομική φύση των σχέσεων αυτών ή τις σχέσεις ασφαλίσεως, με τις οποίες υπηρετούσε ο υπάλληλος στο φορέα προελεύσεώς του, καθώς και ότι η μετάταξη γίνεται με το βαθμό και το μισθολογικό κλιμάκιο που ο υπάλληλος κατείχε πριν από τη μετάταξή του. Τούτο, άλλωστε, επιβεβαιώνει και η Διοίκηση στο υπ’ αριθμ. ΔΙΠΙΔΔ/Δ1/ 697/762/20.1.2014 έγγραφό της προς το Δικαστήριο, τουλάχιστον ως προς το λοιπό προσωπικό, πλην αυτού που θα μεταταγεί στην Ελληνική Αστυνομία και στο Υπουργείο Δικαιοσύνης. Σε σχέση δε με όσους πρόκειται να μεταταγούν στην Ελληνική Αστυνομία, η αναφορά σε «ιδιαίτερης κατηγορίας προσωπικό» δεν έχει την έννοια ότι αυτοί δεν συνδέονται με το Κράτος με έννομη σχέση δημοσίου δικαίου, αλλά ότι ενδέχεται να τελούν υπό ειδικό καθεστώς, όπως λ.χ. οι ειδικοί φρουροί (ν. 2734/1999, Α΄ 161), οι οποίοι είναι μόνιμοι επί θητεία υπάλληλοι. Επιπλέον, δεν προκύπτει από τις διατάξεις του άρθρου 81 του ν. 4172/2013 ότι η έκδοση του προεδρικού διατάγματος για τη σύσταση των υπηρεσιών της Ελληνικής Αστυνομίας, στις οποίες θα ενταχθούν οι μετατασσόμενοι υπάλληλοι, πρέπει να προηγηθεί της διαδικασίας κινητικότητος.
25. Επειδή, προβάλλεται επίσης παραβίαση του άρθρου 102 παρ. 1 του Συντάγματος, υπό την έννοια της παραβιάσεως της αρχής της διοικητικής αυτοτέλειας των ΟΤΑ μέσω της βαθείας επεμβάσεως στις οργανωτικές τους δομές (παρέμβαση στα οργανογράμματά τους), πεδίο αποκλειστικής αρμοδιότητος των ΟΤΑ, καθόσον συνάπτεται με την αποτελεσματική διοίκηση των τοπικών υποθέσεων. Παραβίαση της ανωτέρω αρχής υφίσταται, κατά το αιτούν σωματείο, και εξαιτίας της μεταβιβάσεως του συνόλου των αρμοδιοτήτων στην κεντρική διοίκηση, χωρίς να εξετασθεί ποιες άπτονται αμιγώς τοπικών υποθέσεων. Συναφώς, προβάλλεται ότι η κατάργηση της Δημοτικής Αστυνομίας δεν συνοδεύεται από έκθεση αξιολογήσεως του θεσμού, από την οποία να προκύπτει η αναποτελεσματικότητα και η ανάγκη καταργήσεώς του, ειδικά ενόψει του ότι η σημασία του είχε επισημανθεί με το ν. 3731/2008, ώστε να μην προκύπτουν οι λόγοι που επέβαλαν την μεταστροφή. Ανεξαρτήτως εάν ο λόγος αυτός προβάλλεται μετ’ εννόμου συμφέροντος (πρβλ. ΣτΕ 1089/2008), παρίσταται απορριπτέος ως αβάσιμος, εφ’ όσον, όπως έγινε δεκτό προηγουμένως, με τις διατάξεις των παρ. 1 και 2 του άρθρου 102 του ισχύοντος Συντάγματος δεν καθιερώνεται υπέρ των οργανισμών τοπικής αυτοδιοικήσεως αυτονομία ούτε εξουσία να θέτουν αυτοτελώς κανόνες δικαίου, αλλά παρέχεται σ’ αυτούς μόνον αυτοδιοίκηση, ήτοι εξουσία να αποφασίζουν επί των τοπικών υποθέσεων με δικά τους όργανα, εντός των πλαισίων των γενικών κανόνων, οι οποίοι διέπουν την οργάνωση και λειτουργία αυτών και των οποίων η θέσπιση ανήκει στην εξουσία του νομοθέτη ή της κατ’ εξουσιοδότηση αυτού νομοθετούσης Διοικήσεως, καθόσον σ’ αυτήν ανήκει και η οργάνωση οποιασδήποτε δημόσιας υπηρεσίας, κρατικής ή αυτοδιοικούμενης (ΣΕ 1809/1983 Ολομ., πρβλ. ΣΕ 1427/1981 Ολομ., 371/1985 Ολομ., 1397/1995 7μ.). Υπό τα δεδομένα αυτά, και εφ’ όσον η θέση σε διαθεσιμότητα των υπαλλήλων της Δημοτικής Αστυνομίας δεν συνιστά τοπική υπόθεση, δεν δύναται να γίνει δεκτό ότι το μέτρο αυτό θίγει καθ’ οιονδήποτε τρόπο τη διοικητική αυτοτέλεια των Ο.Τ.Α., κατά παράβαση των ανωτέρω συνταγματικών διατάξεων. Εξάλλου, ομοίως απορριπτέα παρίστανται και τα προβαλλό¬μενα περί παραβιάσεως των άρθρων 3 και επόμενα του κυρωθέντος με το άρθρο πρώτο του ν. 1850/1989 (Α΄ 114) Ευρωπαϊκού Χάρτη Τοπικής Αυτονομίας, στα οποία κατοχυρώνεται η αρχή της τοπικής αυτονομίας. Και τούτο, διότι στην παρ. 1 του άρθρου 6 του ίδιου Χάρτη ορίζεται ότι η διοικητική αυτοτέλεια, υπό την έννοια της εξουσίας του ΟΤΑ να καθορίζει τις εσωτερικές του δομές, ευρίσκει όριο στο νόμο, υπό την επιφύλαξη του οποίου τελούν.
26. Επειδή, τέλος, προβάλλεται α) παραβίαση με τις προσβαλ-λόμε¬νες υπουργικές αποφάσεις της οδηγίας 2000/78 (για τη διαμόρφωση γενικού πλαισίου για την ίση μεταχείριση στην απασχόληση και στην εργασία) και του ν. 3304/2005, με τον οποίο αυτή μεταφέρθηκε στην ελληνική έννομη τάξη για τον λόγο ότι με την πρώτη και την τρίτη προσβαλλόμενη κοινή υπουργική απόφαση θεσπίζεται όριο ηλικίας (πεντηκοστό έτος) για τη μετάταξη στην Ελληνική Αστυνομία και στους κλάδους ΔΕ Φύλαξης και ΔΕ Εξωτερικής Φρούρησης, καθώς και β) παραβίαση της αρχής της αξιοκρατίας από την πρώτη και τρίτη προσβαλλόμενη απόφαση, στο μέτρο που οι προσληφθέντες στη Δημοτική Αστυνομία το έτος 2010, για τους οποίους ίσχυσε ο ν. 3812/2009 και είχαν δυνατότητα ασκήσεως ενστάσεως στο ΑΣΕΠ, μοριοδοτούνται με είκοσι (20) επιπλέον μόρια έναντι των υπολοίπων συναδέλφων τους κατά το στάδιο της κινητικότητος. Οι λόγοι αυτοί παρίστανται απορριπτέοι ως άνευ εννόμου συμφέροντος προβαλλόμενοι, διότι τυχόν αποδοχή τους δεν συνεπάγεται την ωφέλεια του συνόλου του τεθέντος σε καθεστώς διαθεσιμότητος προσωπικού, αλλά αφορά την προστασία των συμφερό¬ντων ορισμένων μόνον από αυτούς εις βάρος άλλων, ήτοι αυτών που δεν έχουν συμπληρώσει το όριο ηλικίας και έχουν προσληφθεί με διαδικασία «υπό τον έλεγχο του ΑΣΕΠ» (πρβλ. ΣΕ 3354/2013 Ολομ.).
Διά ταύτα
Απορρίπτει την κρινόμενη αίτηση
Διατάσσει την κατάπτωση του κατατεθέντος παραβόλου
Επιβάλλει στην αιτούσα την δικαστική δαπάνη του Δημοσίου που ανέρχεται σε τετρακόσια εξήντα (460) ευρώ
Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 17 Μαρτίου 2014 και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 9ης Ιανουαρίου 2015.
Αρχή
 9 ΣτΕ 16/2015 (Ολομέλεια)
19/1/2015
Oυσιαστικά και διαδικαστικά ζητήματα κινητικότητας των τεθέντων σε καθεστώς διαθεσιμότητας δημοτικών αστυνομικών κατ’ εφαρμογή του άρθρου 81 του ν. 4172/2013.

Αριθμός 16/2015
ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ

ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 7 Φεβρουαρίου 2014, με την εξής σύνθεση: Σωτ. Ρίζος, Πρόεδρος, Αθ. Ράντος, Ν. Ρόζος, Αντιπρόεδροι του Συμβουλίου της Επικρατείας, Δ. Μαρινάκης, Αικ. Σακελλαροπούλου, Μ.-Ελ. Κωνσταντινίδου, Μ. Γκορτζολίδου, Ε. Αντωνόπουλος, Α. Ντέμσιας, Σπ. Χρυσικοπούλου, Μ. Παπαδοπούλου, Ε. Κουσιουρής, Κ. Φιλοπούλου, Θ. Αραβάνης, Α. Χλαμπέα, Π. Μπραΐμη, Σ. Βιτάλη, Β. Κίντζιου, Θ. Τζοβαρίδου, Σύμβουλοι, Κ. Λαζαράκη, Σπ. Καρύδα, Μ. Μπαμπίλη, Πάρεδροι. Από τους ανωτέρω οι Σύμβουλοι Μ. Γκορτζολίδου και Σ. Βιτάλη καθώς και η Πάρεδρος Κ. Λαζαράκη μετέχουν ως αναπληρωματικά μέλη, σύμφωνα με το άρθρο 26 παρ. 2 του ν. 3719/2008. Γραμματέας η Μ. Παπασαράντη.
Για να δικάσει την από 22 Οκτωβρίου 2013 αίτηση:
των: 1. Νικολάου Βαβουράκη του Ιωσήφ κ.λπ. ............. κατοίκων Ηρακλείου Κρήτης
κατά του Δήμου Ηρακλείου Κρήτης, ο οποίος παρέστη με τον δικηγόρο Χαράλαμπο Πυροβολάκη (Α.Μ. 676 Δ.Σ. Ηρακλείου), που τον διόρισε με απόφαση της Οικονομικής του Επιτροπής.
Στη δίκη παρεμβαίνουν οι: Α) 1. Ευστράτιος Ζουλάκης του Ιωάννη, κάτοικος Αθηνών κ.λπ. ............ Β) 1. Περικλής Τσικρικός του Δημητρίου κ.λπ. ............ Γ) 1. Γεώργιος Βρεττός του Δημητρίου κ.λπ. ............ Δ) 1. Κωνσταντίνος Αθανασίου του Ιωάννη κ.λπ. ............ Ε) 1. Ελένη Αλευρά του Χρήστου κ.λπ. ............ ΣΤ) 1. Λάζαρος Αντοσίδης του Κωνσταντίνου κ.λπ. ............ Ζ) 1. Μιχαήλ Τσανίδης του Παντελή κ.λπ. ............. κάτοικοι Καλαμαριάς, οι οποίοι δεν παρέστησαν, αλλά ο δικηγόρος που υπογράφει την παρέμβαση νομιμοποιήθηκε με συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο, Η) 1. Αλέξανδρος Ανθεμίδης του Αχιλλέα κ.λπ. ............ Θ) 1. Κυριακή Αδαμοπούλου του Αθανασίου κ.λπ. ............
Η πιο πάνω αίτηση εισάγεται στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου, κατόπιν της από 18 Δεκεμβρίου 2013 πράξεως της Επιτροπής του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 3900/2010 και της από 8 Ιανουαρίου 2014 πράξεως του Προέδρου του Συμβουλίου της Επικρατείας, λόγω της σπουδαιότητάς της, σύμφωνα με τα άρθρα 14 παρ. 2 εδάφ. α´, 20 και 21 του π.δ. 18/1989.
Με την αίτηση αυτή οι αιτούντες επιδιώκουν να ακυρωθούν: α) η υπ’ αριθμ. 164721/23.9.2013 απόφαση της Αντιδημάρχου Ηρακλείου Κρήτης, β) η υπ’ αριθμ. 164727/23.9.2013 της ίδιας πιο πάνω Αντιδημάρχου και κάθε άλλη σχετική πράξη ή παράλειψη της Διοικήσεως.
Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως του εισηγητή, Συμβούλου Ε. Αντωνόπουλου.
Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τον πληρεξούσιο των αιτούντων, ο οποίος ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους ακυρώσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση, τους πληρεξουσίους των παρεμβαινόντων που παρέστησαν, οι οποίοι ζήτησαν να γίνουν δεκτές οι παρεμβάσεις και τον πληρεξούσιο του καθ’ ου Δήμου, ο οποίος ζήτησε την απόρριψή τους.
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου κ α ι
Αφού μελέτησε τα σχετικά έγγραφα
Σκέφθηκε κατά το Νόμο
1. Επειδή, για την άσκηση της κρινομένης αιτήσεως έχει καταβληθεί το νόμιμο παράβολο (υπ’ αριθμ. 1321737, 3664788/2013 ειδικά γραμμάτια παραβόλου).
2. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση, οι αιτούντες, υπό διαθεσιμότητα τελούντες δημοτικοί αστυνομικοί και των τριών κλάδων (ΠΕ23/ΤΕ23/ΔΕ23) της Δημοτικής Αστυνομίας του Δήμου Ηρακλείου Κρήτης ζητούν την ακύρωση α) της υπ’ αριθμ. 164721/23.9.2013 αποφάσεως της εκτελούσης χρέη Αντιδημάρχου Ηρακλείου Κρήτης, με την οποία διαπιστώθηκε η κατάργηση 69 θέσεων μονίμου προσωπικού όλων των κλάδων της υπηρεσίας της Δημοτικής Αστυνομίας του Δήμου Ηρακλείου (18 θέσεις ΠΕ23, 12 θέσεις ΤΕ23 και 39 θέσεις ΔΕ23) και β) της υπ’ αριθμ. 164727/23.9.2013 αποφάσεως του ιδίου οργάνου του Δήμου (Αντιδημάρχου), με την οποία διαπιστώθηκε η θέση σε διαθεσιμότητα επί οκτώ μήνες των 59 από τους 69 υπαλλήλους της Δημοτικής Αστυνομίας, συνεπεία της καταργήσεως των οργανικών τους θέσεων. Η κατάργηση των εν λόγω θέσεων και η θέση τους σε διαθεσιμότητα εχώρησε κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 81 του ν. 4172/2013 (ΦΕΚ Α΄ 167), σε συνδυασμό με εκείνες του άρθρου πρώτου παρ. Ζ΄, υποπαρ. Ζ.2 του ν. 4093/2012 (ΦΕΚ Α΄ 222), όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 90 του ν. 4172/2013.
3. Επειδή, η κρινόμενη αίτηση εισάγεται προς συζήτηση ενώπιον της Ολομελείας του Συμβουλίου της Επικρατείας, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3900/2010 (ΦΕΚ Α΄ 213) κατόπιν της υπ’ αριθμ. ΠΑ23/18-12-2013 πράξεως της Τριμελούς Επιτροπής της εν λόγω διατάξεως του νόμου 3900/2010, η οποία δημοσιεύθηκε στις εφημερίδες «ΝΕΑ» και «ΕΣΤΙΑ». Με την ανωτέρω πράξη έγινε δεκτό το από 25-10-2013 αίτημα των αιτούντων να εισαχθεί προς εκδίκαση στο Συμβούλιο της Επικρατείας η από 22-10-2013 αίτηση ακυρώσεως που είχαν ασκήσει κατά των ως άνω μνημονευομένων στην προηγούμενη σκέψη πράξεων της Αντιδημάρχου Ηρακλείου Κρήτης ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Χανίων λόγω του γενικότερου ενδιαφέροντος ζητήματος της συνταγματικότητος των διατάξεων του άρθρου 81 του ν. 4172/2013 και του άρθρου πρώτου παρ. Ζ, υποπαρ. Ζ2 του ν. 4093/2012, όπως ίσχυε μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 90 του ν. 4172/2013
4. Επειδή, από τους αιτούντες η 11η (Μ. Δρακωνάκη), 32ος (Ε. Χαλκιαδάκης), 49ος (Ε. Μπινιχάκης), 50ος (Ν. Προύφας), 54ος (Α. Ζηδιανάκης) και 56η (Α. Ουσταμανωλάκη) παραιτήθηκαν από την άσκηση της κρινομένης αιτήσεως με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου τους στο ακροατήριο. Συνεπώς, ως προς τους αιτούντες αυτούς η δίκη πρέπει να κηρυχθεί κατηργημένη σύμφωνα με το άρθρο 30 παρ. 1 του π.δ. 18/1989 (Α΄ 8). Οι λοιποί αιτούντες, οι οποίοι έχουν νομιμοποιηθεί προσηκόντως, ασκούν την κρινόμενη αίτηση με προφανές έννομο συμφέρον στρεφόμενοι κατά των πράξεων του αρμοδίου οργάνου του Δήμου περί καταργήσεως των θέσεων, στις οποίες υπηρετούσαν και περί θέσεώς τους σε διαθεσιμότητα, οι οποίες εξεδόθησαν την ίδια ημέρα (23-9-2013), περαιτέρω δε παραδεκτώς ομοδικούν προβάλλοντες κοινούς λόγους ακυρώσεως που ερείδονται στην αυτή πραγματική και νομική βάση
5. Επειδή, ο ν. 3900/2010 «Εξορθολογισμός διαδικασιών και επιτάχυνση της διοικητικής δίκης …» (Α΄ 213) όρισε στο άρθρο 1 παρ.1 αυτού τα ακόλουθα: «Οποιοδήποτε ένδικο βοήθημα ή μέσο ενώπιον οποιουδήποτε διοικητικού δικαστηρίου μπορεί να εισαχθεί στο Συμβούλιο της Επικρατείας με πράξη τριμελούς Επιτροπής, αποτελουμένης από τον Πρόεδρό του, τον αρχαιότερο Αντιπρόεδρο και τον Πρόεδρο του αρμόδιου καθ’ ύλην Τμήματος, ύστερα από αίτημα ενός των διαδίκων, όταν με αυτό τίθεται ζήτημα γενικότερου ενδιαφέροντος που έχει συνέπειες για ευρύτερο κύκλο προσώπων. Η πράξη αυτή δημοσιεύεται σε δύο ημερήσιες εφημερίδες των Αθηνών και συνεπάγεται την αναστολή εκδίκασης των εκκρεμών υποθέσεων, στις οποίες τίθεται το ίδιο ζήτημα. Μετά την επίλυσή του, το Συμβούλιο της Επικρατείας μπορεί να παραπέμψει το ένδικο μέσο ή βοήθημα στο αρμόδιο διοικητικό δικαστήριο. Η απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας δεσμεύει τους διαδίκους της ενώπιόν του δίκης, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι παρεμβάντες. Στη δίκη ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας μπορεί να παρέμβει κάθε διάδικος σε εκκρεμή δίκη, στην οποία τίθεται το ίδιο ως άνω ζήτημα, και να προβάλει τους ισχυρισμούς του σχετικά με το ζήτημα αυτό. Για την εν λόγω παρέμβαση δεν καταλογίζεται δικαστική δαπάνη, η δε μη άσκησή της δεν δημιουργεί δικαίωμα ασκήσεως ανακοπής ή τριτανακοπής. 2. ...».
6. Επειδή, περαιτέρω, στη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 1 του ν. 2479/1997 (Α΄ 67) ορίζεται ότι: «1.α. Σε δίκη ενώπιον του Ανώτατου Ειδικού Δικαστηρίου, της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου ή της Ολομέλειας του Ελεγκτικού Συνεδρίου, στην οποία, εν όψει των ισχυρισμών των διαδίκων ή της τυχόν παραπεμπτικής απόφασης τίθεται ζήτημα αν διάταξη τυπικού νόμου είναι σύμφωνη προς το Σύνταγμα ή όχι, έχουν το δικαίωμα να ασκήσουν παρέμβαση φυσικά ή νομικά πρόσωπα ή ενώσεις προσώπων, τα οποία δικαιολογούν έννομο συμφέρον σε σχέση με την κρίση του ζητήματος αυτού, εφόσον το αυτό ζήτημα εκκρεμεί σε δίκη ενώπιον άλλου δικαστηρίου ή δικαστικού σχηματισμού του αυτού κλάδου δικαιοσύνης στην οποία είναι διάδικοι. Δικαίωμα άσκησης παρέμβασης έχει σε κάθε περίπτωση ο Υπουργός Δικαιοσύνης εφόσον δεν είναι ήδη διάδικος… β. Ο παρεμβαίνων με βάση το προηγούμενο εδάφιο νομιμοποιείται να προβάλει απόψεις και επιχειρήματα αναφερόμενα αποκλειστικά σε ζητήματα συνταγματικότητας που έχουν τεθεί. Η εκδιδόμενη απόφαση δεν παράγει έννομα αποτελέσματα για τον παρεμβαίνοντα αυτόν. γ. Η κατά το εδάφιο α΄ παρέμβαση ενώπιον … της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας … ασκείται σύμφωνα με το άρθρο … 49 του π.δ/τος 18/1989 (ΦΕΚ 8 Α΄). δ. Για την παράσταση όσων παρεμβαίνουν με βάση την παρούσα παράγραφο, τη νομιμοποίηση του πληρεξουσίου δικηγόρου τους, τα απαιτούμενα τέλη και παράβολα και τη δικαστική δαπάνη εφαρμόζονται αναλόγως οι σχετικές διατάξεις που αφορούν το δικαστήριο, ενώπιον του οποίου ασκήθηκε η παρέμβαση. ε. ….». Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι ενώπιον της Ολομελείας του Συμβουλίου της Επικρατείας έχουν δικαίωμα να ασκήσουν παρέμβαση φυσικά ή νομικά πρόσωπα ή ενώσεις προσώπων, όταν τίθεται ζήτημα αν διάταξη τυπικού νόμου είναι σύμφωνη προς το Σύνταγμα ή όχι, εφόσον δικαιολογούν έννομο συμφέρον σε σχέση με την κρίση του ζητήματος αυτού. Το έννομο συμφέρον, κατά τις ως άνω διατάξεις, θεμελιώνεται όταν ο παρεμβαίνων είναι διάδικος ενώπιον άλλου δικαστηρίου ή δικαστικού σχηματισμού του αυτού κλάδου δικαιοσύνης όπου εκκρεμεί το αυτό νομικό ζήτημα (ΣΕ 1900/2014 Ολομ., 3340/2013 Ολομ., 3177/2007 Ολομ., πρβλ. ΑΕΔ 3, 4/2007). Με την ιδιότυπη αυτή παρέμβαση, αναπτύσσονται ερμηνευτικές απόψεις και επιχειρήματα, τα οποία αναφέρονται αποκλειστικά σε ζητήματα συνταγματικότητας τα οποία έχουν τεθεί, η δε μέλλουσα να εκδοθεί απόφαση δεν επάγεται έννομες συνέπειες για τον παρεμβαίνοντα (ΣΕ 1900/2014Ολομ, 3340/2013 Ολομ., 189/2007 Ολομ.) κατ’ αντίθεση προς τα οριζόμενα στο άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 3900/2010, κατά το οποίο η απόφαση που εκδίδεται επί της προτύπου δίκης δεσμεύει και τους παρεμβαίνοντες.
7. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, έχουν ασκηθεί στις 28-1-2014, 29-1-2014, 31-1-2014 και 4-2-2014 αντιστοίχως, 13 συνολικά παρεμβάσεις από δημοτικούς αστυνομικούς, οι οποίοι ισχυρίζονται ότι εκκρεμούν είτε ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας, είτε ενώπιον των κατά τόπο αρμοδίων Διοικητικών Εφετείων Πειραιώς, Αθηνών, και Θεσσαλονίκης αιτήσεις ακυρώσεως κατά πράξεων των αρμοδίων οργάνων των αντιστοίχων Δήμων περί καταργήσεως των θέσεών τους και περί θέσεώς τους σε διαθεσιμότητα, στις οποίες τίθενται τα ίδια νομικά ζητήματα με την υπόθεση στην οποία αφορά η κρινόμενη αίτηση. Στην πρώτη από τις παρεμβάσεις αυτές (υπ’ αριθμ. 71/28-1-2014) οι αιτούντες επικαλούνται την διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 2479/1997, πλην όμως, εν όψει του ότι ισχυρίζονται ότι έχουν καταθέσει αίτηση ακυρώσεως κατά των πράξεων του αρμοδίου οργάνου του Δήμου Γλυφάδας, με τις οποίες καταργήθηκαν οι θέσεις στις οποίες υπηρετούσαν και τέθηκαν σε διαθεσιμότητα που εκκρεμεί ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Πειραιώς και τίθενται με αυτήν τα ίδια ζητήματα συνταγματικότητος που τίθενται και στην κρινόμενη υπόθεση, επικαλούνται δε και επικουρικώς την διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3900/2010, η παρέμβαση αυτή καλύπτεται από την τελευταία αυτή διάταξη, στο πλαίσιο της οποίας θα εξετασθεί περαιτέρω (πρβλ. ΣΕ 1900/2014 Ολομ.). Εξ άλλου, εν όψει του ότι, όπως ρητώς ορίζεται στην διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3900/2010, η εκδιδόμενη επί της προτύπου δίκης απόφαση δεσμεύει και τους παρεμβαίνοντες σ’ αυτή, είναι περαιτέρω εξεταστέο το ζήτημα της νομιμοποιήσεως όλων των παρεμβαινόντων στην κρινόμενη υπόθεση.
8. Επειδή α) ως προς την πρώτη παρέμβαση (υπ’ αριθμ. 71/28-1-2014) από τους 20 συνολικά αναγραφόμενους στο δικόγραφο παρέστησαν στο ακροατήριο και νομιμοποίησαν την υπογράφουσα δικηγόρο οι 1ος, 3ος, 4η, 5ος, 6ος, 8ος, 9η, 11ος, 15ος και 19η, ενώ δεν προσκομίσθηκαν πληρεξούσια εντός της ταχθείσης από τον Πρόεδρο του Δικαστηρίου προθεσμίας για τους 2ο (Μ. Μιγκλή), 7η (Γ. Τσαμπίρα), 10ο (Α. Λυγερό), 12η (Α. Γραμματικοπούλου), 16ο (Π. Μπουραζάνη), 18ο (Ε. Μαρινάκη) και 20ο (Ζ. Καραμάνο), ως προς τους οποίους η παρέμβαση είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη. Εξ άλλου, υπεβλήθη παραίτηση από τους 13ο (Δ. Κώστα), 14ο (Ι. Σύκαρη) και 17ο (Χ. Τσαλουκίδη). β) ως προς την δεύτερη παρέμβαση (υπ’ αριθμ. 73/28-1-2014) από τους 15 συνολικά αναγραφόμενους στο δικόγραφο παρέστησαν στο ακροατήριο και νομιμοποίησαν τον υπογράφοντα την αίτηση δικηγόρο οι 14, ενώ ως προς τον 10ο (Α. Παπαιωάννου) η παρέμβαση είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη για έλλειψη νομιμοποιήσεως γ) ως προς την τρίτη παρέμβαση (υπ’ αριθμ. 74/28-1-2014) από τους συνολικά 29 αναγραφόμενους στο δικόγραφο νομιμοποίησαν τον υπογράφοντα το δικόγραφο δικηγόρο είτε με παράσταση στο ακροατήριο, είτε με προσκομιδή πληρεξουσίου οι 26, ενώ ως προς τον 24ο (Ι. Παναγιωτόπουλο), 25ο (Φ. Φραγκογιάννη) και 27ο (Α. Βέργο) η παρέμβαση είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη γιατί δεν προσκομίσθηκαν πληρεξούσια εντός της ταχθείσης από τον Πρόεδρο του Δικαστηρίου προθεσμίας δ) ως προς την τέταρτη παρέμβαση (υπ’ αριθμ. 75/28-1-2014) από τους συνολικά 9 αναγραφόμενους στο δικόγραφο νομιμοποίησαν τον υπογράφοντα το δικόγραφο δικηγόρο είτε με παράσταση στο ακροατήριο είτε με πληρεξούσιο οι 8, ενώ ως προς τον 3ο (Ν.Γ. Γκαγκαστάθη) η παρέμβαση είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη για έλλειψη νομιμοποιήσεως ε) ως προς την πέμπτη παρέμβαση (υπ’ αριθμ. 76/28-1-2014) από τους συνολικά 17 αναγραφόμενους στο δικόγραφο νομιμοποίησαν τον υπογράφοντα το δικόγραφο δικηγόρο οι 15 διά προσκομιδής πληρεξουσίου, ενώ ως προς τους 9ο (Α. Μέτο) και 10ο (Δ. Ολύμπιο) η παρέμβαση είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη για έλλειψη νομιμοποιήσεως στ) ως προς την έκτη παρέμβαση (υπ’ αριθμ. 77/28-1-2014) αυτή είναι απορριπτέα για όλους τους αναγραφόμενους στο δικόγραφο (14 συνολικά) για έλλειψη νομιμοποιήσεως ζ) ως προς την έβδομη παρέμβαση (υπ’ αριθμ. 78/28-1-2014) οι δύο αναγραφόμενοι στο δικόγραφο νομιμοποίησαν τον δικηγόρο που υπογράφει το δικόγραφο διά πληρεξουσίου η) ως προς την όγδοη παρέμβαση (υπ’ αριθμ. 79/28-1-2014) και οι 26 αναγραφόμενοι στο δικόγραφο νομιμοποίησαν τον δικηγόρο που υπογράφει το δικόγραφο, οι μεν 25 διά πληρεξουσίου και ένας (16ος) διά παραστάσεως στο ακροατήριο θ) ως προς την ένατη παρέμβαση (υπ’ αριθμ. 80/28-1-2014) από τους συνολικά 83 αναγραφόμενους στο δικόγραφο νομιμοποίησαν τον δικηγόρο που υπογράφει το δικόγραφο οι 81, ενώ ο 82ος (Η. Μπατσιβάρης) υπέβαλε παραίτηση και ως προς τον 31ο (Ι. Μανδαλάκη) η παρέμβαση είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη γιατί δεν προσκομίσθηκε πληρεξούσιο εντός της ταχθείσης από τον Πρόεδρο του Δικαστηρίου προθεσμίας ι) ως προς την δέκατη παρέμβαση (υπ’ αριθμ. 85/29-1-2014) και οι 4 αναγραφόμενοι στο δικόγραφο νομιμοποίησαν την δικηγόρο που υπογράφει το δικόγραφο είτε διά παραστάσεως στο ακροατήριο (η 1η) είτε διά πληρεξουσίου ια) ως προς την ενδέκατη παρέμβαση (υπ’ αριθμ. 89/29-1-2014) από τους 9 αναγραφόμενους στο δικόγραφο νομιμοποίησαν τον δικηγόρο που υπογράφει το δικόγραφο οι 2ος, 6η, 7ος και 8ος, ενώ, ως προς τους λοιπούς η παρέμβαση είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη γιατί δεν προσκομίσθηκαν πληρεξούσια εντός της ταχθείσης από τον Πρόεδρο του Δικαστηρίου προθεσμίας ιβ) ως προς την δωδέκατη παρέμβαση (υπ’ αριθμ. 97/31-1-2014) όλοι οι αναγραφόμενοι στο δικόγραφο (9 συνολικά) νομιμοποίησαν διά πληρεξουσίου τον υπογράφοντα το δικόγραφο δικηγόρο, το αυτό δε ισχύει και ως προς την δέκατη τρίτη παρέμβαση (υπ’ αριθμ. 131/4-2-2014) με 11 αναγραφόμενους στο δικόγραφο.
9. Επειδή, το Σύνταγμα στο άρθρο 23 παρ. 2 oρίζει ότι "... Απαγορεύεται η απεργία με οποιαδήποτε μορφή στους δικαστικούς λειτουργούς και σ’ αυτούς που υπηρετούν στα σώματα ασφαλείας ...", ενώ με το άρθρο 29 παρ. 3 αυτού "Απαγορεύονται απολύτως οι οποιασδήποτε μορφής εκδηλώσεις υπέρ ή κατά πολιτικού κόμματος στους δικαστικούς λειτουργούς και σε όσους υπηρετούν στις ένοπλες δυνάμεις και στα σώματα ασφαλείας ...". Περαιτέρω στο άρθρο 102 του Συντάγματος ορίζεται ότι «1. Η διοίκηση των τοπικών υποθέσεων ανήκει στους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης πρώτου και δεύτερου βαθμού. Υπέρ των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης συντρέχει τεκμήριο αρμοδιότητας για τη διοίκηση των τοπικών υποθέσεων. Νόμος καθορίζει το εύρος και τις κατηγορίες των τοπικών υποθέσεων, καθώς και την κατανομή τους στους επί μέρους βαθμούς. Με νόμο μπορεί να ανατίθεται στους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης η άσκηση αρμοδιοτήτων που συνιστούν αποστολή του Κράτους. 2. Οι οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης έχουν διοικητική και οικονομική αυτοτέλεια…» Στο άρθρο 103 του Συντάγματος ορίζεται ότι: «1. Οι δημόσιοι υπάλληλοι είναι εκτελεστές της θέλησης του Κράτους και υπηρετούν το Λαό. Οφείλουν πίστη στο Σύνταγμα και αφοσίωση στην Πατρίδα. Τα προσόντα και ο τρόπος του διορισμού τους ορίζονται από το νόμο. 2. Κανένας δεν μπορεί να διοριστεί υπάλληλος σε οργανική θέση που δεν είναι νομοθετημένη. Εξαιρέσεις μπορεί να προβλέπονται από ειδικό νόμο, για να καλυφθούν απρόβλεπτες και επείγουσες ανάγκες με προσωπικό που προσλαμβάνεται για ορισμένη χρονική περίοδο με σχέση ιδιωτικού δικαίου. 3. Οργανικές θέσεις ειδικού Επιστημονικού καθώς και τεχνικού ή βοηθητικού προσωπικού μπορούν να πληρούνται με προσωπικό που προσλαμβάνεται με σχέση ιδιωτικού δικαίου. Νόμος ορίζει τους όρους για την πρόσληψη, καθώς και τις ειδικότερες εγγυήσεις τις οποίες έχει το προσωπικό που προσλαμβάνεται. 4. Οι δημόσιοι υπάλληλοι που κατέχουν οργανικές θέσεις είναι μόνιμοι εφόσον αυτές οι θέσεις υπάρχουν. Αυτοί εξελίσσονται μισθολογικά σύμφωνα με τους όρους του νόμου και, εκτός από τις περιπτώσεις που αποχωρούν λόγω ορίου ηλικίας ή παύονται με δικαστική απόφαση, δεν μπορούν να μετατεθούν χωρίς γνωμοδότηση ούτε να υποβιβαστούν ή να παυθούν χωρίς απόφαση υπηρεσιακού συμβουλίου, που αποτελείται τουλάχιστον κατά τα δύο τρίτα από μόνιμους δημόσιους υπαλλήλους. Κατά των αποφάσεων των συμβουλίων αυτών επιτρέπεται προσφυγή στο Συμβούλιο της Επικρατείας, όπως νόμος ορίζει. 5. Με νόμο μπορεί να εξαιρούνται από τη μονιμότητα ανώτατοι διοικητικοί υπάλληλοι που κατέχουν θέσεις εκτός της υπαλληλικής ιεραρχίας, οι διοριζόμενοι απευθείας με βαθμό πρεσβευτικό, οι υπάλληλοι της Προεδρίας της Δημοκρατίας και των γραφείων του Πρωθυπουργού, των Υπουργών και Υφυπουργών. 6. Οι διατάξεις των προηγούμενων παραγράφων έχουν εφαρμογή και ... στους υπαλλήλους των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των λοιπών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου. 7. Η πρόσληψη υπαλλήλων στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, πλην των περιπτώσεων της παραγράφου 5, γίνεται είτε με διαγωνισμό είτε με επιλογή σύμφωνα με προκαθορισμένα και αντικειμενικά κριτήρια και υπάγεται στον έλεγχο ανεξάρτητης αρχής, όπως νόμος ορίζει. Νόμος μπορεί να προβλέπει ειδικές διαδικασίες επιλογής που περιβάλλονται με αυξημένες εγγυήσεις διαφάνειας και αξιοκρατίας ή ειδικές διαδικασίες επιλογής προσωπικού για θέσεις το αντικείμενο των οποίων περιβάλλεται από ειδικές συνταγματικές εγγυήσεις ή προσιδιάζει σε σχέση εντολής. 8. Νόμος ορίζει τους όρους, και τη χρονική διάρκεια των σχέσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, για την κάλυψη είτε οργανικών θέσεων και πέραν των προβλεπομένων στο πρώτο εδάφιο της παραγράφου 3 είτε πρόσκαιρων είτε απρόβλεπτων και επειγουσών αναγκών κατά το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 2. Νόμος ορίζει επίσης τα καθήκοντα που μπορεί να ασκεί το προσωπικό του προηγούμενου εδαφίου. Απαγορεύεται η από το νόμο μονιμοποίηση προσωπικού που υπάγεται στο πρώτο εδάφιο ή η μετατροπή των συμβάσεών του σε αορίστου χρόνου. Οι απαγορεύσεις της παραγράφου αυτής ισχύουν και ως προς τους απασχολουμένους με σύμβαση έργου. 9. …».
10. Επειδή, περαιτέρω με τις διατάξεις του ν. 1481/1984 (Α΄ 152) συνεστήθη η Ελληνική Αστυνομία (ΕΛ.ΑΣ.), ως ενιαίο σώμα ασφαλείας, το οποίο, "μέσα στα πλαίσια του Συντάγματος και των νόμων έχει ως αποστολή: α. Να κατοχυρώνει και να διατηρεί τη δημόσια τάξη β. Να προστατεύει τη δημόσια και κρατική ασφάλεια γ. Να εξασφαλίζει την πολιτική άμυνα της χώρας δ. Να συμμετέχει στην εξασφάλιση της εθνικής άμυνας σε συνεργασία με τις ένοπλες δυνάμεις" (άρθρα 1 και 3). Η νεοσυσταθείσα ΕΛ.ΑΣ. υπήχθη, στον απευθείας έλεγχο της πολιτικής ηγεσίας του Υπουργείου Δημοσίας Τάξεως, μέσω της υπαγωγής της διοικήσεως του σώματος στις κεντρικές υπηρεσίες του Υπουργείου (άρθρο 2). Ακολούθησε ο ν. 2800/2000 (Α΄ 41), με τις διατάξεις του οποίου επήλθαν ευρείας εκτάσεως τροποποιήσεις του ν. 1481/1984, η βασικότερη εκ των οποίων συνίσταται στη σύσταση Αρχηγείου της ΕΛ.ΑΣ. (άρθρο 11), οργανωτική μεταβολή, η οποία κατέστη επιβεβλημένη για την ενίσχυση της επιχειρησιακής και λειτουργικής αυτονομίας της (βλ. και αιτιολογική έκθεση του ν. 2800/2000). Με τις νεότερες διατάξεις προβλέπεται, ρητώς, ότι "η Ελληνική Αστυνομία αποτελεί ιδιαίτερο ένοπλο Σώμα Ασφαλείας και λειτουργεί με τους δικούς της οργανικούς νόμους ... Το αστυνομικό προσωπικό της έχει ιδιαίτερη ιεραρχία, αντίστοιχη της στρατιωτικής, και δικούς της κανόνες πειθαρχίας και δεν εφαρμόζονται στο προσωπικό αυτό οι διατάξεις που αφορούν τους δημοσίους πολιτικούς υπαλλήλους". Προβλέπεται, περαιτέρω, ότι "Όλες οι Υπηρεσίες της Ελληνικής Αστυνομίας και το προσωπικό της τελούν σε διαρκή ετοιμότητα για την πρόληψη και καταστολή του εγκλήματος, την προστασία του δημοκρατικού πολιτεύματος και της έννομης τάξης και την αντιμετώπιση έκτακτων αναγκών. Το αστυνομικό προσωπικό, οι συνοριακοί φύλακες και οι ειδικοί φρουροί θεωρούνται ότι βρίσκονται σε διατεταγμένη υπηρεσία, σε κάθε περίπτωση που καθίσταται αναγκαία η παρέμβασή τους", καθώς και ότι το ένστολο προσωπικό "εκπαιδεύεται στη χρήση όπλων και ειδικών μέσων και μηχανημάτων και φέρει για την άσκηση των καθηκόντων του κατάλληλο οπλισμό, εφόδια και μέσα" και " δύναται να εκπαιδεύεται στις σχολές και τα κέντρα εκπαίδευσης των ενόπλων δυνάμεων (άρθρο 9). Ορίζεται, περαιτέρω, ότι "Η Ελληνική Αστυνομία είναι Σώμα Ασφαλείας με τοπική αρμοδιότητα σε όλη την επικράτεια, εκτός από τους χώρους για τους οποίους ειδικές διατάξεις προβλέπουν αρμοδιότητα του Λιμενικού Σώματος, και έχει ως αποστολή: α) Την εξασφάλιση της δημόσιας ειρήνης και ευταξίας και της απρόσκοπτης κοινωνικής διαβίωσης των πολιτών που περιλαμβάνει την άσκηση της αστυνομίας γενικής αστυνόμευσης και τροχαίας. β) Την πρόληψη και καταστολή του εγκλήματος και την προστασία του Κράτους και του δημοκρατικού πολιτεύματος, στα πλαίσια της συνταγματικής τάξης που περιλαμβάνει την άσκηση της αστυνομίας δημόσιας και κρατικής ασφάλειας" (άρθρο 8). Τέλος, κατά τρόπο ανάλογο με τις αντιστοίχου περιεχομένου διατάξεις της νομοθεσίας περί ενόπλων δυνάμεων, ρυθμίζονται ζητήματα ιεραρχίας, αρχαιότητας και υπηρεσιακής καταστάσεως των αξιωματικών της ΕΛ.ΑΣ (βλ. π.δ/γμα 24/1997, Α΄ 29) καθώς και ζητήματα πειθαρχικού δικαίου του αστυνομικού προσωπικού του σώματος (βλ. π.δ/τος 120/2008, Α΄ 182).
11. Επειδή, στην παρ. 2 του άρθρου 24 του Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικα (ΔΚΚ, κωδικοποιητικού π.δ/τος 410/1995, Α΄ 213) προεβλέφθη το πρώτον η δυνατότητα συγκροτήσεως ειδικής υπηρεσίας (της Δημοτικής Αστυνομίας) για την άσκηση ορισμένων αρμοδιοτήτων τοπικού χαρακτήρος και αστυνομικής φύσεως (έλεγχος της τηρήσεως των κανόνων που αφορούν την καθαριότητα, την στάθμευση των οχημάτων, την δόμηση κ.λπ.). Ακολούθως, με την παρ. 8 του άρθρου 11 του ν. 2503/1997 (Α΄ 107) οι ως άνω παρ. 2 και 3 του άρθρου 24 του ΔΚΚ αντικαταστάθηκαν ως εξής: «2. Για την άσκηση της αρμοδιότητας της περίπτωσης ιε΄ και για τον έλεγχο της τήρησης των διατάξεων των περιπτώσεων β΄, ιστ΄, ιη΄, ιθ΄, κ΄, κα΄, κβ΄, κγ΄, και λ΄ της παρ. 1, ο δήμος προβλέπει στον οργανισμό εσωτερικής υπηρεσίας τη συγκρότηση ειδικής υπηρεσίας με την ονομασία "Δημοτική Αστυνομία". ... 3. Με προεδρικό διάταγμα που εκδίδεται με πρόταση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Δημόσιας Τάξης, Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων και Υγείας και Πρόνοιας, μετά από γνώμη του Διοικητικού Συμβουλίου της Κεντρικής Ένωσης Δήμων και Κοινοτήτων, καθορίζονται οι αρμοδιότητες και ο τρόπος άσκησής τους, τα προσόντα, τα καθήκοντα, τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις των οργάνων της "Δημοτικής Αστυνομίας"». Ακολούθως, με το άρθρο 26 παρ. 1 του ν. 2819/2000 (Α΄ 84), με τίτλο «Ρυθμίσεις θεμάτων τοπικής αυτοδιοίκησης», η ως άνω εξουσιοδότηση (της παρ. 3 του άρθρου 24 του π.δ. 410/1995) αντικαταστάθηκε ως εξής: "3. Με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται με πρόταση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Δημόσιας Τάξης, Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημόσιων Έργων και Υγείας και Πρόνοιας, μετά από γνώμη του Διοικητικού Συμβουλίου της Κ.Ε.Δ.Κ.Ε., καθορίζονται: α) οι αρμοδιότητες, τα καθήκοντα, τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις των οργάνων της Δημοτικής Αστυνομίας, καθώς και ο τρόπος εκπαίδευσής τους, β) τα απαιτούμενα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα όσων προσλαμβάνονται για τη στελέχωση της υπηρεσίας αυτής, τα αντικειμενικά κριτήρια με βάση τα οποία αξιολογούνται τα ουσιαστικά προσόντα, ο τρόπος και η διαδικασία και το όργανο πρόσληψης, καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή της παρούσας παραγράφου. Με όμοιο διάταγμα μπορεί να μεταφέρονται και να ασκούνται από τη Δημοτική Αστυνομία, αρμοδιότητες που ασκούνται από την Αγροφυλακή και να ρυθμίζονται θέματα υπηρεσιακής κατάστασης και μεταφοράς του προσωπικού που υπηρετεί στην Αγροφυλακή.". Με την ίδια διάταξη (άρθρο 26 παρ. 1γ) ορίζεται: “γ. Η παράγραφος 2 του άρθρου 3 του ν. 2647/1998 (ΦΕΚ 237 Α΄) αντικαθίσταται ως εξής: "2. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και Δημόσιας Τάξης ορίζεται ο χρόνος έναρξης της άσκησης από τη Δημοτική Αστυνομία των αρμοδιοτήτων των περιπτώσεων 1 μέχρι και 16 της παραγράφου 1 του άρθρου 3 του ν. 2647/1998. Μέχρι τότε οι αρμοδιότητες αυτές εξακολουθούν να ασκούνται από τις αστυνομικές αρχές."». Κατ’ εξουσιοδότηση των ανωτέρω διατάξεων δημοσιεύθηκε το π.δ. 23/2002, με τίτλο «Αρμοδιότητες, σύστημα πρόσληψης, προσόντα, καθήκοντα, δικαιώματα και υποχρεώσεις του προσωπικού της Δημοτικής Αστυνομίας» (Α΄ 19), στο οποίο ορίζονται τα εξής: «άρθρο 1 (Διάκριση Προσωπικού): 1. Το προσωπικό της Δημοτικής Αστυνομίας διακρίνεται α) σε ειδικό ένστολο και β) σε επιστημονικό και υποστηρικτικό προσωπικό, το οποίο απαρτίζεται, κυρίως, από μηχανικούς, επόπτες υγείας, προσωπικό διοικητικής υποστήριξης και βοηθητικό προσωπικό. 2. Οι θέσεις του προσωπικού της Δημοτικής Αστυνομίας της προηγούμενης παραγράφου συνιστώνται με τον Οργανισμό Εσωτερικής Υπηρεσίας του οικείου Δήμου σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του Νόμου 1188/1981 (Α΄ 204), όπως ισχύει κάθε φορά. 3. Το ειδικό ένστολο προσωπικό της Δημοτικής Αστυνομίας κατατάσσεται σε κατηγορίες και κλάδους ΠΕ23, ΤΕ23 και ΔΕ23. Οι κλάδοι αυτοί περιλαμβάνουν θέσεις που διακρίνονται με βαθμούς Δ έως Α. Για τη σύσταση θέσεων με βαθμούς Δ έως Α εφαρμόζονται οι σχετικές διατάξεις του Ν. 2190/1994 (Α΄ 28). Το ειδικό ένστολο προσωπικό της Δημοτικής Αστυνομίας προσλαμβάνεται σύμφωνα με τις διατάξεις αυτού του διατάγματος, για να ασκεί τις αρμοδιότητες του άρθρου 2 του παρόντος. 4. Το ειδικό ένστολο προσωπικό των κλάδων ΠΕ23 και ΤΕ23, δεν πρέπει να είναι κατώτερο του 1/4 του συνολικού αριθμού των υπηρετούντων στη Δημοτική Αστυνομία. 5. Για την πρόσληψη του επιστημονικού και υποστηρικτικού προσωπικού, ισχύουν οι διατάξεις του Ν. 2190/1994, όπως ισχύει κάθε φορά. άρθρο 3 (Προσόντα ειδικού ένστολου προσωπικού): Το ειδικό ένστολο προσωπικό της Δημοτικής Αστυνομίας πρέπει να συγκεντρώνει τα εξής προσόντα. 1. Να είναι Έλληνες πολίτες που έχουν εκπληρώσει τις στρατιωτικές τους υποχρεώσεις ή έχουν νομίμως απαλλαγεί αυτών και δεν έχουν υπερβεί το 30ο έτος της ηλικίας τους. ... 2. Επιπλέον οι υποψήφιοι απαιτείται να συγκεντρώνουν ανάλογα με την κατηγορία και τα ακόλουθα προσόντα: α) Να είναι κάτοχοι πτυχίου, ή διπλώματος οποιασδήποτε σχολής ή τμήματος ΑΕΙ ή ΤΕΙ της ημεδαπής ή ισότιμο σχολών της αλλοδαπής, εφόσον πρόκειται για τον κλάδο ΠΕ ή ΤΕ. β) Να είναι κάτοχοι απολυτηρίου τίτλου όλων των τύπων Λυκείου με εξαίρεση αυτούς του Ενιαίου Πολυκλαδικού Λυκείου κλάδου σπουδών που δεν αντιστοιχεί σε δέσμη ή πτυχίο Τεχνικού-Επαγγελματικού Λυκείου, εφόσον πρόκειται για τον κλάδο ΔΕ23. γ) Να έχουν ανάστημα τουλάχιστον 1.70 μ. οι άνδρες και 1.65 μ. οι γυναίκες, χωρίς υποδήματα και στηθική περίμετρο οι άνδρες τουλάχιστον 0.83 μ. δ) Να μην έχουν καταδικασθεί (για ορισμένα αδικήματα) ... ε) Να μην έχουν στερηθεί οποτεδήποτε των πολιτικών δικαιωμάτων τους, έστω και αν έχει λήξει ο χρόνος που ορίσθηκε για την στέρησή τους. στ) Να μην έχουν τεθεί σε δικαστική συμπαράσταση (άρθρο 1666 Α.Κ.). ζ) Να μην έχουν απολυθεί από δημόσια υπηρεσία για πειθαρχικούς λόγους. άρθρο 4 (Σύστημα πρόσληψης με αντικειμενικά κριτήρια): 1. Η πρόσληψη του ειδικού ένστολου προσωπικού της Δημοτικής Αστυνομίας γίνεται με σύστημα αντικειμενικών κριτηρίων (μόρια): α) Το γενικό βαθμό του Πτυχίου ή β) Το γενικό βαθμό Απολυτηρίου Λυκείου. γ) Τη γνώση ξένων γλωσσών. δ) Την υπαγωγή τους σε μία από τις κατηγορίες που προβλέπονται στο άρθρο 42 του ν. 1481/1984 (Α΄ 152 με διόρθωση στο ΦΕΚ Α΄154). ε) Την επιτυχή συμμετοχή αθλητών ανδρών και γυναικών σε Ολυμπιακούς-Παγκόσμιους αγώνες μέχρι 8η νίκη, σε Ευρωπαϊκούς-Μεσογειακούς αγώνες μέχρι 6η νίκη και σε Βαλκανικούς- Πανελλήνιους αγώνες μέχρι 3η νίκη. στ) Την κατοχή άδειας οδηγού αυτοκινήτου ή δίκυκλης μηχανής τουλάχιστον 50 κ.ε.. 2. Η κατάταξη σε πίνακα σειράς επιτυχίας των υποψηφίων, γίνεται κατά Ο.Τ.Α., με βάση το άθροισμα της βαθμολογίας που προκύπτει από γενικό βαθμό του πτυχίου ή του απολυτηρίου Λυκείου στον οποίο προστίθενται: α) Πέντε (5) μονάδες για όσους υποψηφίους κατέχουν πτυχίο PROFICIENCY την Αγγλική γλώσσα ή τέσσερις (4) μονάδες για όσους υποψηφίους κατέχουν πτυχίο αντίστοιχου επιπέδου άλλης ξένης γλώσσας. Τρεις (3) μονάδες για όσους υποψηφίους κατέχουν πτυχίο FIRST CERTIFICATE για την Αγγλική ή δύο (2) μονάδες για όσους υποψηφίους κατέχουν πτυχίο αντίστοιχου επιπέδου άλλης ξένης γλώσσας. Κατοχή αντίστοιχων πτυχίων, περισσοτέρων άλλων ξένων γλωσσών του ανωτέρω επιπέδου λειτουργεί προσαυξητικά. β) Δύο (2) μονάδες για όσους υποψηφίους υπάγονται στις ειδικές κατηγορίες του άρθρου 42 του Ν. 1481/1984. γ) Μία (1) μονάδα για όσους κατέχουν άδεια οδηγού αυτοκινήτου ή μοτοποδηλάτου. δ) Τρεις (3) μονάδες για τους υποψηφίους μόνιμους κατοίκους Δήμου ή Κοινότητας Νομού του πρώτου εδαφίου της παρ. 8 του άρθρου 17 του Ν. 2190/94 (Α΄ 28), όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 8 άρθρου 20 του Ν. 2738/99 (Α΄ 180), ή παραμεθορίου περιοχής ... ε) Δύο (2) μονάδες για όσους αθλητές, άνδρες και γυναίκες, έχουν επιτύχει μέχρι 8η νίκη σε Ολυμπιακούς- Παγκόσμιους αγώνες, μέχρι 6η νίκη σε Ευρωπαϊκούς- Μεσογειακούς αγώνες και μέχρι 3η νίκη σε Βαλκανικούς- Πανελλήνιους αγώνες. 3. Η συνολική βαθμολογία κάθε υποψηφίου πολλαπλασιάζεται επί το συντελεστή εκατό (100). Η βαθμολογία εξάγεται μέχρι χιλιοστού της μονάδας. ... 4. Για κάθε ΟΤΑ καταρτίζεται ίδιος πίνακας σειράς κατάταξης των υποψηφίων για πρόσληψη ειδικού ένστολου προσωπικού της Δημοτικής Αστυνομίας, σύμφωνα με τα ανωτέρω αντικειμενικά κριτήρια. Ο πίνακας αυτός καταρτίζεται από την επιτροπή του άρθρου 9 του παρόντος διατάγματος, που έχει συσταθεί για τον οικείο ΟΤΑ και αναρτάται στο κεντρικό κατάστημα της Περιφέρειας και στο κατάστημα του οικείου Ο.Τ.Α. 5. Από την ίδια επιτροπή καταρτίζεται πίνακας υποψηφίων που δεν πληρούν τις απαιτούμενες από το νόμο και το παρόν Προεδρικό Διάταγμα προϋποθέσεις. άρθρο 5 (Υγειονομικές και αθλητικές εξετάσεις): 1. Οι υποψήφιοι που περιλαμβάνονται στους πίνακες κατάταξης, μετά παρέλευση δέκα (10) τουλάχιστον ημερών από την ανάρτηση του πίνακα, καλούνται να προσέλθουν, κατά τη σειρά κατατάξεως τους, για υγειονομική εξέταση και υποβολή σε αθλητική δοκιμασία. ... 2. Η εξέταση των σωματικών προσόντων, εκτός από τον έλεγχο των προϋποθέσεων της περ. γ΄ της παρ. 2του άρθρου 3, περιλαμβάνει αθλητικές δοκιμασίες. Οι υποψήφιοι δοκιμάζονται στα εξής αγωνίσματα: α) Άλμα σε μήκος τουλάχιστον 2,5 μ. για τους άνδρες και 1,5 μ. για τις γυναίκες (τρεις προσπάθειες). β) Άλμα σε ύψος τουλάχιστον 0,80 μ. για τους άνδρες και 0,65 μ. για τις γυναίκες (τρεις προσπάθειες). γ) Δρόμος 1000 μ. για τους άνδρες και 800 μ. για τις γυναίκες, μέσα σε μέγιστο χρόνο 5΄ και 20΄ (μία προσπάθεια). άρθρο 6 ... άρθρο 11 (Κατάρτιση τελικού πίνακα κατάταξης ανά ΟΤΑ): 1. Μετά τα ανωτέρω η Επιτροπή του άρθρου 9 του παρόντος διατάγματος προβαίνει στην κατάρτιση του τελικού πίνακα κατάταξης για τις θέσεις του ειδικού ένστολου προσωπικού Δημοτικής Αστυνομίας για τον οικείο ΟΤΑ. Προς τούτο η Επιτροπή λαμβάνει υπόψη της: α) Τον πίνακα σειράς κατάταξης των υποψηφίων ο οποίος έχει καταρτισθεί από αυτήν σύμφωνα με το άρθρο 4 του παρόντος Διατάγματος. β) Τον πίνακα καταλλήλων ή μη ο οποίος έχει καταρτισθεί από αυτή σύμφωνα με το άρθρο 10 του παρόντος διατάγματος. 2. Ο τελικός πίνακας κατάταξης για κάθε ΟΤΑ περιλαμβάνει τους υποψηφίους του πίνακα της περ. β΄ της προηγουμένης παραγράφου, κατά την σειρά κατατάξεώς τους στον πίνακα της περ. α΄ της ίδιας παραγράφου. Ο πίνακας έχει ισχύ για ένα (1) έτος και δημοσιεύεται με ανάρτησή του στο κατάστημα της οικείας Διεύθυνσης της Περιφέρειας που έχουν υποβληθεί τα δικαιολογητικά των υποψηφίων. Όμοιοι πίνακες κοινοποιούνται στο Γενικό Γραμματέα της Περιφέρειας και στο Δήμαρχο ή Πρόεδρο της Κοινότητας».
12. Επειδή, εξ άλλου, με το άρθρο 35 παρ. 12 του ν. 3274/2004 (Α΄ 195) η περ. γ΄, της παρ. 1 του άρθρου 26 του ν. 2819/2000 αντικαταστάθηκε ως εξής: «γ. i. Από τη δημοσίευση του νόμου αυτού, η Δημοτική Αστυνομία εξακολουθεί να ασκεί τις αρμοδιότητές των περιπτώσεων 1, 2, 3, 6, 10, 12, 13, 16, 26, 29, 31 και 33 της παραγράφου Α του άρθρου 2 του διατάγματος 23/2002. ii. Οι υπόλοιπες αρμοδιότητες, που προβλέπονται στην ανωτέρω διάταξη, ασκούνται από τη Δημοτική Αστυνομία, στο σύνολό τους ή μεμονωμένα, ύστερα από προηγούμενη απόφαση του αρμόδιου Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας, η οποία δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Η απόφαση αυτή εκδίδεται ύστερα από πρόταση του οικείου δημοτικού συμβουλίου και γνώμη του αστυνομικού διευθυντή του νομού. iii. Ως την έκδοση της παραπάνω απόφασης οι αρμοδιότητες αυτές εξακολουθούν να ασκούνται από την Ελληνική Αστυνομία (ΕΛ.ΑΣ.). iv. Στη Δημοτική Αστυνομία ανατίθεται η αρμοδιότητα επιβολής των διοικητικών μέτρων του άρθρου 103 του Ν. 2696/1999, για την παράνομη στάθμευση οχημάτων, καθώς και της εφαρμογής των διατάξεων που αναφέρονται στην κυκλοφορία οχημάτων στους πεζοδρόμους. Οι ανωτέρω αρμοδιότητες εξακολουθούν να ασκούνται, παραλλήλως και κατά περίπτωση, από την Ελληνική Αστυνομία (ΕΛ.ΑΣ.) και το Λιμενικό Σώμα». Περαιτέρω, το ισχύσαν έως τότε σύστημα προσλήψεων του π.δ/τος 23/2002 αντικαταστάθηκε από νέο, το οποίο θεσπίσθηκε με το π.δ. 135/2006, «Σύστημα πρόσληψης ειδικού ένστολου προσωπικού της Δημοτικής Αστυνομίας και τρόπος εκπαίδευσης αυτού» (Α΄ 153). Στο εν λόγω προεδρικό διάταγμα ορίζονται τα εξής: «άρθρο 1 (Προσόντα ειδικού ένστολου προσωπικού): 1. Οι υποψήφιοι για τις θέσεις του ειδικού ένστολου προσωπικού της Δημοτικής Αστυνομίας πρέπει να πληρούν τις ακόλουθες προϋποθέσεις: α. Να είναι Έλληνες πολίτες και να έχουν εκπληρώσει τις στρατιωτικές τους υποχρεώσεις ή να έχουν νομίμως απαλλαγεί από αυτές. β. Να έχουν συμπληρώσει το εικοστό πρώτο (21ο) έτος της ηλικίας τους και να μην έχουν υπερβεί, προκειμένου για τους κλάδους ΠΕ23 και ΤΕ23, το 30ό έτος της ηλικίας τους και για τον κλάδο ΔΕ23, το 26ο έτος της ηλικίας τους. ... γ. Να μην έχουν καταδικασθεί τελεσίδικα (για ορισμένα αδικήματα) ... δ. Να μην έχουν στερηθεί οποτεδήποτε των πολιτικών δικαιωμάτων τους, έστω και αν έχει λήξει ο χρόνος που ορίσθηκε για την στέρησή τους. ε. Να μην έχουν τεθεί σε δικαστική συμπαράσταση (άρθρο 1666 Α.Κ.). στ. Να μην έχουν απολυθεί από δημόσια υπηρεσία ή Ο.Τ.Α. ή Ν.Π.Δ.Δ. λόγω επιβολής της πειθαρχικής ποινής της οριστικής παύσης ή λόγω καταγγελίας της σύμβασης εργασίας για σπουδαίο λόγο οφειλόμενο σε υπαιτιότητα του εργαζόμενου, αν δεν παρέλθει πενταετία από την απόλυση. ζ. Να έχουν ανάστημα, ... η. Να έχουν τις προϋποθέσεις για την υπαγωγή τους σε έναν από τους κλάδους ΠΕ23, ΤΕ23 και ΔΕ23. θ. Να διαθέτουν γνώση τουλάχιστον μίας εκ των γλωσσών Αγγλικής, ή Γαλλικής, ή Ιταλικής, ή Γερμανικής, ή Ισπανικής σε επίπεδο τουλάχιστον "Πολύ Καλά" προκειμένου για τους αποφοίτους ΑΕΙ και ΤΕΙ και "Καλά" προκειμένου για τους αποφοίτους δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, η γνώση της οποίας πιστοποιείται σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία. ι. Να έχουν γνώση χειρισμού ηλεκτρονικών υπολογιστών. ια. Να είναι κάτοχοι ερασιτεχνικής άδειας οδήγησης αυτοκινήτου ή δίκυκλης μηχανής, τουλάχιστον 50 κ.ε. ιβ. Να έχουν την ψυχική και σωματική υγεία, η οποία διαπιστώνεται κατά τα οριζόμενα στα άρθρα 7 και 8 του παρόντος καθώς και τα διανοητικά προσόντα που τους επιτρέπουν την εκτέλεση των καθηκόντων της θέσης τους. ... άρθρο 2 (Σύστημα πρόσληψης με αντικειμενικά κριτήρια): 1. Η πρόσληψη του ειδικού ένστολου προσωπικού της Δημοτικής Αστυνομίας γίνεται με σύστημα αντικειμενικών κριτηρίων (μόρια). Κατά το σύστημα αυτό λαμβάνονται υπόψη: α) Ο γενικός βαθμός του Πτυχίου ή του Απολυτηρίου τίτλου σπουδών. β) Η εντοπιότητα. γ) Η ιδιότητα του πολυτέκνου ή του τέκνου πολυτέκνου. δ) Η γνώση επιπλέον ξένης γλώσσας πέραν εκείνης που αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση κατά το προηγούμενο άρθρο. 2. Η κατάταξη των υποψηφίων σε πίνακα κατά σειρά επιτυχίας γίνεται ξεχωριστά για κάθε Ο.Τ.Α., με βάση το άθροισμα της βαθμολογίας που προκύπτει από το γενικό βαθμό του πτυχίου ή του απολυτηρίου τίτλου σπουδών, στον οποίο προστίθενται: α) Επτά (7) μονάδες για τους υποψηφίους που είναι δημότες και συγχρόνως κάτοικοι του αντίστοιχου Δήμου. β) Τρεις (3) μονάδες για όσους είναι πολύτεκνοι ή τέκνα πολυτέκνου, καθώς και για όσους είναι γονείς με τρία παιδιά και τέκνα αυτών (όπως η τελευταία περίοδος της περ. β` της παρ. 2 προστέθηκε με το άρθρο 15 παρ. 5 του ν. 3731/2008, Α΄ 263). γ) Πέντε (5) μονάδες για την άριστη γνώση ξένης γλώσσας της περ. δ΄ της προηγούμενης παραγράφου. δ) Τρεις (3) μονάδες για την πολύ καλή γνώση ξένης γλώσσας της περ. δ΄ της προηγούμενης παραγράφου. ε) Δύο (2) μονάδες για την καλή γνώση ξένης γλώσσας της περ. δ΄ της προηγούμενης παραγράφου. Η γνώση επιπλέον και άλλων ξένων γλωσσών λειτουργεί προσαυξητικά με αντίστοιχη βαθμολογία εφόσον ο υποψήφιος κατέχει τον αντίστοιχο τίτλο σπουδών. 3. ... μονάδες από τα κριτήρια που προηγούνται κατά σειρά βάσει των διατάξεων της προηγούμενης παραγράφου. Αν, παρά τα ανωτέρω, προκύπτει ισοβαθμία υποψηφίου στην τελευταία θέση του καθοριζόμενου αριθμού προς πρόσληψη, η σειρά αυτών καθορίζεται με κλήρωση που διενεργείται παρουσία των ενδιαφερομένων υποψηφίων, για την οποία συντάσσεται πρακτικό. ... άρθρο 9 (Κατάρτιση τελικού πίνακα κατάταξης ανά ΟΤΑ): 1. Μετά τα ανωτέρω η Επιτροπή Επιλογής προβαίνει στην κατάρτιση του τελικού πίνακα κατάταξης για τις θέσεις που έχουν προκηρυχθεί για κάθε ΟΤΑ. Προς τούτο η Επιτροπή αυτή λαμβάνει υπόψη της: α) Τον πίνακα σειράς κατάταξης των υποψηφίων ο οποίος έχει καταρτισθεί από αυτή σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 7, β) Τον πίνακα καταλλήλων ή μη ο οποίος έχει καταρτισθεί από αυτή σύμφωνα με την παρ. 6 του άρθρου 7, γ) Τον πίνακα καταλλήλων ή μη ο οποίος έχει καταρτισθεί από την Επιτροπή του άρθρου 8 σύμφωνα με την παρ. 4 του ιδίου άρθρου. 2. Ο τελικός πίνακας κατάταξης για κάθε ΟΤΑ περιλαμβάνει τους υποψηφίους των πινάκων της περ. β΄ και γ΄ της προηγούμενης παραγράφου, κατά την σειρά κατατάξεως τους στον πίνακα της περ. α΄ της ίδιας παραγράφου. ... άρθρο 12 (Καταργούμενες διατάξεις): Από την έναρξη ισχύος του παρόντος διατάγματος, καταργούνται τα άρθρα 3, 4, 5, 6, 7, 8, 9, 10, 11, 12, 16 με την επιφύλαξη του άρθρου 10 παρ. 1 του παρόντος, και 17 του π.δ. 23/2002 (Α΄ 19)».
13. Επειδή, στο πλαίσιο της επεξεργασίας του ως άνω υπ’ αριθμ. 135/2006 π.δ/τος ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας τέθηκε το ζήτημα της αντιθέσεως προς το άρθρο 103 παρ. 7 του Συντάγματος, αφενός μεν των διατάξεων του άρθρου 24 παρ. 3 του π.δ/τος 410/1995, όπως ίσχυε μετά τις διαδοχικές του τροποποιήσεις, αφετέρου δε των διατάξεων του υπό επεξεργασία σχεδίου προεδρικού διατάγματος, καθ’ ο μέρος δεν προβλεπόταν σ’ αυτές διαδικασία ελέγχου των προσλήψεων στη δημοτική αστυνομία από ανεξάρτητη αρχή. Το Ε΄ Τμήμα του Δικαστηρίου παρέπεμψε με το Πρακτικό Επεξεργασίας 115/2006 το ζήτημα προς επίλυση στην Ολομέλεια, αφού προηγουμένως γνωμοδότησε, κατά πλειοψηφία, ότι οι διαδικασίες προσλήψεων του π.δ/τος 410/1995 δεν περιλαμβάνονται μεταξύ εκείνων οι οποίες κατ’ άρθρο 14 παρ. 2 του ν. 2190/1994 εξαιρούνται από τον έλεγχο του ΑΣΕΠ. του άρθρου 14 παρ. 2 του ν. 2190/1994, «Σύσταση ανεξάρτητης αρχής για την επιλογή προσωπικού και ρύθμιση θεμάτων διοίκησης» (Α΄ 28), οι οποίες κατ’ εξαίρεση δεν εμπίπτουν στο Κεφάλαιο Γ΄ του νόμου αυτού (σύστημα προσλήψεων στο δημόσιο τομέα), ήτοι στον έλεγχο και την εποπτεία του Ανωτάτου Συμβουλίου Επιλογής Προσωπικού (ΑΣΕΠ), εξακολουθούν δε να εξαιρούνται κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 118 παρ. 6 του Συντάγματος. Με το υπ’ αριθμ. 126/2006 Πρακτικό Επεξεργασίας η Ολομέλεια γνωμοδότησε, αντιθέτως, ότι δεν τίθεται ζήτημα αντιθέσεως του προβλεπόμενου στο άρθρο 24 παρ. 3 του π.δ/τος 410/1995 (και δη στο άρθρο 26 παρ. 1 του ν. 2819/2000) συστήματος επιλογής του ένστολου προσωπικού της Δημοτικής Αστυνομίας προς τις διατάξεις του άρθρου 103 παρ. 7 του Συντάγματος. Και τούτο, διότι το συγκεκριμένο σύστημα είναι, εξαιτίας της φύσεως των ασκούμενων από το ένστολο προσωπικό αρμοδιοτήτων, ειδικό, καθόσον οι προσλήψεις χωρούν επί τη βάσει ειδικών προσόντων και κατόπιν αξιολογήσεως των υποψηφίων με αντικειμενικά κριτήρια από ειδικό όργανο, που μπορεί να μην είναι το ΑΣΕΠ, το σύστημα δε αυτό εμπίπτει στην εξαίρεση της περιπτώσεως ε΄ του ν. 2190/1994 για το αστυνομικό προσωπικό των Υπουργείων Δημοσίας Τάξεως και Εμπορικής Ναυτιλίας, η οποία εξακολουθεί να ισχύει, σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 6 του άρθρου 118 του Συντάγματος, λαμβανομένου υπόψη ότι το π.δ. 410/1995, όπως ισχύει, είναι προγενέστερο της συνταγματικής αναθεωρήσεως του έτους 2001.
14. Επειδή, ακολούθως, με το άρθρο 1 του ν. 3812/2009, «Αναμόρφωση συστήματος προσλήψεων στο δημόσιο τομέα και άλλες διατάξεις» (Α΄ 234), επήλθε αντικατάσταση των παρ. 1 και 2 του άρθρου 14 του ν. 2190/1994 και, συγκεκριμένα, ορίσθηκε ότι εξαιρείται από τα Κεφάλαια Α΄, Β΄ και Γ΄ του νόμου αυτού και το «ειδικό ένστολο προσωπικό της δημοτικής αστυνομίας» (άρθρο 1 παρ. 2 περ. δ΄ του ν. 2190/1994). Στην αιτιολογική έκθεση του νόμου αυτού αναφέρεται σχετικώς, ότι με το άρθρο 1 επιχειρείται η υπαγωγή στη διαδικασία επιλογής μέσω ΑΣΕΠ ορισμένων φορέων και κατηγοριών προσωπικού, τούτο δε κρίθηκε αναγκαίο «προκειμένου να ενταχθούν στο ΑΣΕΠ οι περιπτώσεις που µε ειδικές διατάξεις και χωρίς ιδιαίτερη αιτιολογία είχαν εξαιρεθεί από το σύστημα προσλήψεων του ν. 2190/1994. Ωστόσο, με το άρθρο 2 παρ. 3 του ν. 3812/2009 ορίστηκε, περαιτέρω, ότι «[θ]εσπίζεται ένσταση των υποψηφίων στη διαδικασία επιλογής ειδικού ένστολου προσωπικού της Δημοτικής Αστυνομίας κατ’ ανάλογη εφαρμογή των διατάξεων της παρ. 2 του άρθρου 8 του π.δ. 19/2006 (ΦΕΚ 16 Α), η οποία ασκείται ενώπιον του ΑΣΕΠ. Η ένσταση της παραγράφου αυτής ισχύει και για διαδικασίες πρόσληψης που βρίσκονται σε εξέλιξη, εφόσον μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος δεν έχουν εκδοθεί τα οριστικά αποτελέσματα».
15. Επειδή, κατά τον χρόνο που προηγήθηκε της καταργήσεώς της, η Δημοτική Αστυνομία διεπόταν, ως προς τις αρμοδιότητες, την οργάνωση και τη λειτουργία της, από τον νεότερο Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων (ΚΔΚ), ο οποίος κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 3463/2006 (Α΄ 114), καθώς και (κυρίως) από το ν. 3731/2008, «Αναδιοργάνωση της δημοτικής αστυνομίας και ρυθμίσεις λοιπών θεμάτων αρμοδιότητας Υπουργείου Εσωτερικών» (Α΄ 26). Ειδικότερα, στο άρθρο 76 παρ. 3 περ. α΄ του ΚΔΚ ορίζεται ότι «Για τη διασφάλιση της απρόσκοπτης κοινωνικής διαβίωσης των κατοίκων των Δήμων και Κοινοτήτων και για την εύρυθμη λειτουργία των πόλεων και των οικισμών μπορεί να συσταθεί, με τους Οργανισμούς Εσωτερικής Υπηρεσίας, Δημοτική Αστυνομία, η οποία λειτουργεί ως αυτοτελής υπηρεσία», στην περ. β΄ της ίδιας παραγράφου ότι «με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται με πρόταση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Περιβάλλοντος Χωροταξίας και Δημόσιων Έργων, Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης και Δημόσιας Τάξης, μετά από γνώμη της Κ.Ε.Δ.Κ.Ε., καθορίζονται οι προϋποθέσεις σύστασης της Δημοτικής Αστυνομίας, οι αρμοδιότητές της, καθώς και ο χρόνος έναρξης άσκησής τους σε σχέση με την οργάνωσή της, ο τρόπος με τον οποίο ασκούνται, η διάρθρωση των υπηρεσιών της, τα προσόντα και οι θέσεις κατά κατηγορίες, βαθμούς και κλάδους του προσωπικού της, καθώς και το σύστημα πρόσληψης, εκπαίδευσης, επιμόρφωσης τούτου, περιλαμβανομένων των καθηκόντων, δικαιωμάτων και υποχρεώσεών του και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια», στο άρθρο 80 παρ. 7 ότι «αρμόδιο όργανο για τη σφράγιση και την εκτέλεση των διοικητικών πράξεων, όλων των καταστημάτων και επιχειρήσεων δικαιοδοσίας του οικείου Δήμου ή Κοινότητας, είναι η δημοτική αστυνομία ή το όργανο, που ορίζεται για το σκοπό αυτόν από το οικείο δημοτικό ή κοινοτικό συμβούλιο και αποτελείται από υπαλλήλους ή και αιρετούς στην περίπτωση που δεν έχει συσταθεί δημοτική αστυνομία» και στο άρθρο 284 παρ. 1 ότι «[ο]ι επιδόσεις ή κοινοποιήσεις πράξεων των δημοτικών ή κοινοτικών αρχών που προβλέπονται από τον Κώδικα γίνονται από όργανα της Δημοτικής Αστυνομίας». Στο δε άρθρο 1 του ν. 3731/2008 απαριθμούνται εκείνες οι αρμοδιότητες που περιήλθαν στους Δήμους δυνάμει των άρθρων 75 και 79 του ΚΔΚ, οι οποίες ασκούνται από τη Δημοτική Αστυνομία. Περαιτέρω, στο άρθρο 2 του ν. 3731/2008 ορίζεται ότι «1. Με τον Οργανισμό Εσωτερικής Υπηρεσίας του Δήμου ή της Κοινότητας μπορεί να συσταθεί Δημοτική Αστυνομία, η οποία λειτουργεί ως αυτοτελής υπηρεσία. Με τον Οργανισμό καθορίζεται η εσωτερική διάρθρωση της υπηρεσίας και το σύνολο των θέσεων της ιεραρχίας και του λοιπού προσωπικού. 2. Η Δημοτική Αστυνομία αποτελείται από ειδικό ένστολο προσωπικό, το οποίο έχει λάβει ειδική εκπαίδευση, έχει ιδιαίτερη ιεραρχία και διέπεται από κανόνες πειθαρχίας. Η υπηρεσία της Δημοτικής Αστυνομίας υποστηρίζεται διοικητικά και επιστημονικά από τις υφιστάμενες υπηρεσίες του Δήμου με αποκλειστική ή παράλληλη άσκηση καθηκόντων. 3. ... 4. Το προσωπικό της Δημοτικής Αστυνομίας υποχρεούται να εργάζεται εντός και εκτός γραφείων της υπηρεσίας, ανάλογα με τις υπηρεσιακές ανάγκες και τα καθήκοντα που του ανατίθενται. Η υπηρεσία της Δημοτικής Αστυνομίας λειτουργεί όλο το εικοσιτετράωρο και όλες τις ημέρες της εβδομάδας, συμπεριλαμβανομένων και των αργιών, με κατάλληλη εναλλαγή του προσωπικού, το οποίο υποχρεούται σε τακτική ή και υπερωριακή εργασία, ανάλογα με τις ανάγκες της υπηρεσίας. 5. ... 6. ...». Στο άρθρο 3 (Διάκριση προσωπικού-Διάρθρωση υπηρεσιών) ορίζεται ότι «1. Οι θέσεις του προσωπικού της Δημοτικής Αστυνομίας συνιστώνται με τον Οργανισμό Εσωτερικής Υπηρεσίας του οικείου Δήμου ή Κοινότητας σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία. 2. Το προσωπικό της Δημοτικής Αστυνομίας κατατάσσεται σε κατηγορίες και κλάδους ΠΕ Δημοτικής Αστυνομίας, ΤΕ Δημοτικής Αστυνομίας και ΔΕ Δημοτικής Αστυνομίας. 3. ... 4. ...». Εξάλλου, στα άρθρα 5 έως 12 ρυθμίζονται ζητήματα προαγωγών και επιλογής προϊσταμένων των οργανικών μονάδων της Δημοτικής Αστυνομίας, στα άρθρα 13 και 14 ρυθμίζονται τα ζητήματα αποσπάσεων και μετατάξεων, αντίστοιχα, ενώ στο άρθρο 15 παρ. 7 ορίζεται ότι «[τ]ο προσωπικό της Δημοτικής Αστυνομίας υπάγεται στις διατάξεις του Κώδικα Κατάστασης Δημοτικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων για όσα θέματα δεν ρυθμίζονται διαφορετικά από τις διατάξεις του παρόντος ή άλλες ειδικές διατάξεις». Τέλος, στο άρθρο 17 ορίζεται ότι «κάθε γενική ή ειδική διάταξη που αντίκειται στις διατάξεις των ανωτέρω άρθρων καταργείται, πλην των ρυθμίσεων του άρθρου 15 του π.δ. 23/2002, οι οποίες δεν περιλαμβάνονται στις ρυθμίσεις του παρόντος νόμου και εξακολουθούν να ισχύουν μέχρι την έκδοση της απόφασης της παραγράφου 6 του άρθρου 1 του παρόντος».
16. Επειδή, στο γνωστό ως «Μνημόνιο Οικονομικής και Χρηματοπιστωτικής Πολιτικής» κείμενο (βλ. ΣτΕ 668/2012 Ολομ., σκ. 12), το οποίο προσαρτήθηκε ως Παράρτημα III στο ν. 3845/2010 «Μέτρα για την εφαρμογή του μηχανισμού στήριξης της ελληνικής οικονομίας από τα κράτη- μέλη της Ζώνης του ευρώ και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο» (Α΄ 65), προβλέπονται, μεταξύ των άλλων, και τα εξής: «III. ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ: Α. … Β. … Γ. Διαρθρωτικές Πολιτικές: 22. Οι διαρθρωτικές πολιτικές ενισχύονται προκειμένου να αυξηθεί η ανταγωνιστικότητα και να εξέλθουμε γρήγορα από την κρίση. Οι πολιτικές αυτές θα ενισχύσουν την ευελιξία και την παραγωγική ικανότητα της οικονομίας… Ειδικότερα: Ο εκσυγχρονισμός της δημόσιας διοίκησης. … Η κυβέρνηση θα συνεργαστεί με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή για να ξεκινήσει μια ανεξάρτητη εξωτερική λειτουργική αξιολόγηση της δημόσιας διοίκησης σε επίπεδο κεντρικής κυβέρνησης. Οι μεταρρυθμίσεις αυτές θα συμβάλουν στον καθορισμό προτεραιοτήτων για τις κυβερνητικές δράσεις και θα ενισχύσουν τον αγώνα κατά της σπατάλης και της διαφθοράς σε ολόκληρη τη δημόσια διοίκηση, …». Συναφώς, στο κείμενο, το οποίο έχει τίτλο «Μνημόνιο Συνεννόησης στις συγκεκριμένες προϋποθέσεις Οικονομικής Πολιτικής», το οποίο προσαρτήθηκε ως Παράρτημα IV στον ως άνω ν. 3845/2010, προβλέπονται τα εξής: «1. … 2. Ενέργειες για τη δεύτερη αξιολόγηση (να έχουν ολοκληρωθεί ως το τέλος του τρίτου τριμήνου 2010) … i. Δημοσιονομική Προσαρμογή: Αυστηρή εκτέλεση του προϋπολογισμού για το 2010 και των μέτρων δημοσιονομικής προσαρμογής που εξαγγέλθηκαν μετέπειτα, συμπεριλαμβανομένων αυτών που περιέχονται στο παρόν Μνημόνιο. … Ο προϋπολογισμός θα περιέχει τα ακόλουθα μέτρα…: … -Η κυβέρνηση ξεκινά την εφαρμογή της νομοθεσίας για τη μεταρρύθμιση της δημόσιας διοίκησης και την αναδιοργάνωση της τοπικής αυτοδιοίκησης με στόχο την μείωση του κόστους κατά τουλάχιστον 1.500 εκατομμύρια ευρώ από το 2011 ως το 2013, από τα οποία τουλάχιστον 500 εκατομμύρια ευρώ μέσα στο 2011. … 6. Ενέργειες για τον έκτο απολογισμό (να έχουν ολοκληρωθεί ως το τέλος του τρίτου τριμήνου του 2011): i. Δημοσιονομική προσαρμογή: …. -Συνέχιση της αναδιοργάνωσης της τοπικής αυτοδιοίκησης για την εξοικονόμηση τουλάχιστον 500 εκ. ευρώ. … Μεταρρύθμιση στην Τοπική Αυτοδιοίκηση: - υιοθέτηση της νομοθεσίας για την μεταρρύθμιση της δημόσιας διοίκησης σε τοπικό επίπεδο (Ιούνιος 2010)».
17. Επειδή, εξ άλλου, στο δεύτερο, κατά σειρά, «Μνημόνιο Οικονομικής και Χρηματοπιστωτικής Πολιτικής», το οποίο προσαρτήθηκε ως Παράρτημα V1 στον ν. 4046/2012, «Έγκριση των Σχεδίων Συμβάσεων Χρηματοδοτικής Διευκόλυνσης μεταξύ του Ευρωπαϊκού Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (Ε.Τ.Χ.Σ.), της Ελληνικής Δημοκρατίας και της Τράπεζας της Ελλάδος, του Σχεδίου του Μνημονίου Συνεννόησης μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας, της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και της Τράπεζας της Ελλάδος και άλλες επείγουσες διατάξεις για τη μείωση του δημοσίου χρέους και τη διάσωση της εθνικής οικονομίας» (Α΄ 28), προβλέπονται, μεταξύ των άλλων, και τα ακόλουθα: «7. Οι βασικές μεταρρυθμίσεις, συμπεριλαμβανομένων αυτών που έχουν καθοριστεί στη ΜΔΣ και στον προϋπολογισμό του 2012, περιλαμβάνουν: … -Μειώσεις προσωπικού. Παραμένουμε πιστοί στη δέσμευση μας να μειώσουμε την απασχόληση στη γενική κυβέρνηση κατά τουλάχιστον 150.000 την περίοδο 2011-2015. Για την επίτευξη αυτού του στόχου, θα συνεχίσουμε να εφαρμόζουμε αυστηρά την υφιστάμενη αναλογία 1:5 προσλήψεις-αποχωρήσεις, καθώς και το πρόγραμμα πρόωρης συνταξιοδότησης που καθιερώθηκε προσφάτως, να μειώνουμε την απασχόληση συμβασιούχων και να βάζουμε στην εργασιακή εφεδρεία επαρκείς υπεράριθμους δημόσιους υπαλλήλους έως το τέλος 2012 ώστε να πετύχουμε 15.000 υποχρεωτικές αποχωρήσεις (μόλις εξαντληθεί ο χρόνος τους στην εφεδρεία). Η προγραμματισμένη λειτουργική αξιολόγηση της δημόσιας διοίκησης (βλ. παρακάτω) και τα σχέδια για το κλείσιμο, την συγχώνευση ή τη συρρίκνωση φορέων της γενικής κυβέρνησης, θα μας βοηθήσει να προσδιορίσουμε τους υπεράριθμους δημόσιους υπαλλήλους. ...». Παράλληλα, στο «Μνημόνιο Συνεννόησης στις Συγκεκριμένες Προϋποθέσεις Οικονομικής Πολιτικής», το οποίο προσαρτήθηκε ως Παράρτημα V2 στον ως άνω ν. 4046/2012, περιελήφθη κεφάλαιο, επίσης αφορών τη δημόσια διοίκηση, στο οποίο αναφέρονται και τα εξής: «2.6: Εκσυγχρονισμός της δημόσιας διοίκησης: Σε κεντρικό επίπεδο: … Αποδοχές στον δημόσιο τομέα και διαχείριση ανθρωπίνων πόρων: Η Κυβέρνηση δημοσιεύει και επικαιροποιεί σε τριμηνιαία βάση τα μεσοπρόθεσμα σχέδιά της για στελέχωση ανά τμήμα για την περίοδο μέχρι το 2015, σύμφωνα με τον κανόνα "μία πρόσληψη ανά 5 αποχωρήσεις από την υπηρεσία". Ο κανόνας προσλήψεων/αποχωρήσεων από την υπηρεσία ισχύει ως προς την γενική κυβέρνηση ως σύνολο. ... 15.000 χιλιάδες άτομα πλεονάζοντος προσωπικού μετατίθενται σε καθεστώς εργασιακής εφεδρείας εντός του 2012 σε σχέση με τον προσδιορισμό φορέων ή μονάδων που κλείνουν ή ελαττώνονται σε μέγεθος. Στο προσωπικό που βρίσκεται σε εργασιακή εφεδρεία καταβάλλεται ποσοστό 60% των βασικών τους αποδοχών (εξαιρουμένων των υπερωριών και άλλων επιπλέον αποδοχών) για χρονικό διάστημα όχι μεγαλύτερο των 12 μηνών, μετά το οποίο απομακρύνονται. ...».
18. Επειδή, για την υλοποίηση των ως άνω προγραμμάτων θεσπίσθηκε, αρχικώς, ο ν. 4024/2011, «Συνταξιοδοτικές ρυθμίσεις, ενιαίο μισθολόγιο-βαθμολόγιο, εργασιακή εφεδρεία και άλλες διατάξεις εφαρμογής του μεσοπρόθεσμου πλαισίου δημοσιονομικής στρατηγικής 2012-2015» (Α΄ 226), στο άρθρο 5 του οποίου, με τίτλο «Θέματα κινητικότητας των Υπαλλήλων του Κράτους», ορίζεται ότι «1. Οι υπάλληλοι, μόνιμοι και με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, που υπηρετούν σε υπηρεσίες της κεντρικής ή αποκεντρωμένης διοίκησης, διοικούνται, όσον αφορά τα θέματα κινητικότητας μεταξύ υπηρεσιών διαφορετικών υπουργείων ή αποκεντρωμένων διοικήσεων, από τον Υπουργό Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και τον οικείο, κατά περίπτωση, Υπουργό. 2. Οι υπάλληλοι αυτοί μπορούν να μετακινούνται στις υπηρεσίες των υπουργείων και των αποκεντρωμένων διοικήσεων, με κοινή απόφαση του Υπουργού Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και των οικείων κατά περίπτωση Υπουργών των υπηρεσιών προέλευσης και υποδοχής των υπαλλήλων, για συγκεκριμένο χρόνο που ορίζεται με την απόφαση αυτή, λαμβανομένων υπόψη των υφιστάμενων υπηρεσιακών αναγκών και της κατηγορίας, κλάδου και ειδικότητας των υπαλλήλων που μετακινούνται. 3. Η εκτίμηση των υπηρεσιακών αναγκών για την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος άρθρου γίνεται κατά κατηγορία, κλάδο και ειδικότητα προσωπικού, κάθε δύο έτη, από τριμελές Συμβούλιο, το οποίο συγκροτείται με απόφαση των Υπουργών Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και Οικονομικών, από Αντιπρόεδρο ή Πρόεδρο Τμήματος του ΑΣΕΠ, ο οποίος προεδρεύει και δύο υπαλλήλους, οι οποίοι ασκούν καθήκοντα προϊσταμένων Γενικών Διευθύνσεων των Υπουργείων Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και Οικονομικών. Με κοινή απόφαση των προαναφερόμενων Υπουργών ρυθμίζονται τα ειδικότερα θέματα που αφορούν στη συγκρότηση και λειτουργία του εν λόγω Συμβουλίου, στη διαδικασία της μετακίνησης λαμβανομένου υπόψη και του συμφέροντος του υπαλλήλου, καθώς και κάθε άλλο σχετικό θέμα για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου». Ακολούθησε ο ν. 4093/2012, «Έγκριση Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016-Επείγοντα Μέτρα Εφαρμογής του ν. 4046/2012 και του Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016» (Α΄ 222), με τον οποίο θεσπίσθηκε νέα διαδικασία (υποχρεωτικής) κινητικότητος του προσωπικού που απασχολείται στο Δημόσιο (με την ευρεία του όρου έννοια), παραλλήλως προς τα γενικώς ισχύοντα στο Κεφάλαιο Β΄ (άρθρο 69 επ.) του Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων ΝΠΔΔ (Υπαλληλικού Κώδικα). Συγκεκριμένα, στην υποπαράγραφο Ζ.1 της παρ. Ζ΄ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, με τίτλο «Μετάταξη- Μεταφορά Προσωπικού», ορίζονται τα εξής: «1. Επιτρέπεται: α) η μετάταξη μόνιμων πολιτικών υπαλλήλων και υπαλλήλων με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου που υπηρετούν σε υπηρεσίες, κεντρικές και περιφερειακές, του Δημοσίου, των ανεξάρτητων αρχών, των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.) και των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.) πρώτου και δεύτερου βαθμού… για την κάλυψη υπηρεσιακών αναγκών, ιδίως στις περιπτώσεις που οι ανάγκες αυτές προκύπτουν λόγω μεταβολής των αρμοδιοτήτων των υπηρεσιών και των συναφών δραστηριοτήτων τους, όταν διαπιστώνεται μετά τη διενέργεια αξιολόγησης πλεονάζον προσωπικό ή για την καλύτερη αξιοποίηση του ανθρώπινου δυναμικού. … Η μετάταξη … των υπαλλήλων της προηγούμενης περίπτωσης παραγράφου είναι υποχρεωτική και γίνεται χωρίς αίτηση τους σε υφιστάμενες κενές θέσεις ή σε θέσεις που συστήνονται με την πράξη μετάταξης ή μεταφοράς στον κλάδο ή στην ειδικότητα στους οποίους μετατάσσεται ή μεταφέρεται ο υπάλληλος. Οι μετατασσόμενοι … πρέπει να κατέχουν τα τυπικά προσόντα του κλάδου ή της ειδικότητας των θέσεων στις οποίες μετατάσσονται… . Η μετάταξη… μπορεί να διενεργείται και σε κενή ή συνιστώμενη θέση συναφούς ή παρεμφερούς κλάδου ή ειδικότητας, της ίδιας ή ανώτερης κατηγορίας, εφόσον ο υπάλληλος κατέχει τα τυπικά προσόντα του κλάδου ή της ειδικότητας στον οποίο μετατάσσεται… . Εφόσον ο υπάλληλος συναινεί, η μετάταξή… του μπορεί να γίνεται και σε κλάδο κατώτερης κατηγορίας. Σε περίπτωση μετάταξης… υπαλλήλων σε συνιστώμενες θέσεις και για όσο χρόνο υφίστανται αυτές δεν πληρούται ίσος αριθμός θέσεων μόνιμου… προσωπικού των οικείων φορέων υποδοχής. 2. Με την πράξη μετάταξης… μπορεί να καταργείται η θέση που κατέχει ο μετατασσόμενος… υπάλληλος, σύμφωνα με τις ανάγκες της υπηρεσίας. 3. Η μετάταξη… κατά την περίπτωση 1 δεν καταλύει την υπηρεσιακή σχέση δημοσίου δικαίου… του υπαλλήλου ούτε μεταβάλλει τη νομική φύση των σχέσεων αυτών ή τις σχέσεις ασφάλισης, με τις οποίες υπηρετούσε ο υπάλληλος στο φορέα προέλευσης του. Η μετάταξη γίνεται με το βαθμό και το μισθολογικό κλιμάκιο που ο υπάλληλος κατείχε πριν τη μετάταξη του. Όποιος μετατάσσεται… σε κατώτερη κατηγορία σύμφωνα με το τελευταίο εδάφιο της περίπτωσης 1 κατατάσσεται στο βαθμό και το μισθολογικό κλιμάκιο της νέας κατηγορίας με βάση το συνολικό χρόνο υπηρεσίας του, χωρίς να διατηρεί τυχόν διαφορά αποδοχών. ... 4. ...». Εξάλλου, με την υποπαράγραφο Ζ.2 της ίδιας παρ. Ζ΄ του ν. 4093/2012 ρυθμίσθηκαν εκ νέου τα ζητήματα διαθεσιμότητας του πλεονάζοντος προσωπικού. Ειδικότερα, στην εν λόγω υποπαράγραφο ορίζονται τα εξής: «1. Μόνιμοι πολιτικοί υπάλληλοι του Δημοσίου, ανεξάρτητων αρχών, Ν.Π.Δ.Δ. και Ο.Τ.Α. πρώτου και δεύτερου βαθμού οι θέσεις των οποίων καταργούνται, τίθενται σε διαθεσιμότητα. Αν καταργούνται ορισμένες μόνο θέσεις του ίδιου κλάδου, οι υπάλληλοι που τίθενται σε διαθεσιμότητα προσδιορίζονται σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις (άρθρο 154 παρ. 2 Υπαλληλικού Κώδικα, άρθρο 158 παρ. 2 Κώδικα Κατάστασης Δημοτικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων). Οι υπάλληλοι αυτοί μπορεί κατά την διάρκεια της διαθεσιμότητας τους: α) Να μετατάσσονται εκουσίως, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις (άρθρο 154 παρ. 4 Υπαλληλικού Κώδικα, άρθρο 158 παρ. 4 Κώδικα Κατάστασης Δημοτικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων). β) Να μετατάσσονται υποχρεωτικά ή να μεταφέρονται με μεταβολή της υπηρεσιακής τους σχέσης σε σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου κατά τη διαδικασία της προηγούμενης υποπαραγράφου για το συμφέρον και τις ανάγκες της υπηρεσίας και ιδίως για την καλύτερη αξιοποίηση του ανθρώπινου δυναμικού. Με την έκδοση της πράξης μετάταξης ή μεταφοράς και μεταβολής της σχέσης εργασίας αίρεται αυτοδίκαια το καθεστώς της διαθεσιμότητας. γ) ...». Παράλληλα, στην υποπαράγραφο Ζ.4 ορίζονται τα εξής: «1. Από την έναρξη της ισχύος του παρόντος νόμου καταργούνται οι θέσεις στις υπηρεσίες ή στους φορείς που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της υποπαραγράφου Ζ.1.1., οι οποίες απαριθμούνται στη συνέχεια κατά κατηγορία, κλάδο και ειδικότητα: Οι θέσεις της κατηγορίας ΔΕ των ειδικοτήτων Διοικητικού, Διοικητικού-Λογιστικού, Διοικητικού-Οικονομικού και Διοικητικών Γραμματέων των υπαλλήλων με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, οι οποίοι δεν έχουν προσληφθεί με διαγωνισμό ή με διαδικασία επιλογής σύμφωνα με προκαθορισμένα και αντικειμενικά κριτήρια υπό τον έλεγχο ανεξάρτητης αρχής ή με ειδικές διαδικασίες επιλογής που περιβάλλονται με αυξημένες εγγυήσεις διαφάνειας και αξιοκρατίας… 2. Οι υπάλληλοι των οποίων οι θέσεις καταργούνται τίθενται σε διαθεσιμότητα σύμφωνα με την υποπαράγραφο Ζ.2 του παρόντος. 3. Εντός πέντε (5) ημερών από τη δημοσίευση του παρόντος, οι Διευθύνσεις προσωπικού των υπηρεσιών ή φορέων που καταλαμβάνονται από τις υποπαραγράφους Ζ.2 και Ζ.3 αποστέλλουν στο Υπουργείο Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης κατάλογο των ονομάτων των υπαλλήλων οι οποίοι: α) τίθενται σε διαθεσιμότητα λόγω κατάργησης της θέσης τους, β) τίθενται σε αυτοδίκαιη αργία. 4. Εντός δέκα (10) ημερών από τη δημοσίευση του παρόντος, οι Διευθύνσεις προσωπικού των φορέων της περίπτωσης 1 αποστέλλουν στο Υπουργείο Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης: α. τον αριθμό των θέσεων που καταργούνται σύμφωνα με την προηγούμενη περίπτωση του παρόντος, καθώς και αντίγραφα των ατομικών διοικητικών πράξεων θέσης σε διαθεσιμότητα των υπαλλήλων που, κατά τη δημοσίευση του παρόντος, καταλαμβάνουν τις καταργούμενες οργανικές θέσεις, β. τις πράξεις με τις οποίες τίθενται, μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, σε αυτοδίκαιη αργία υπάλληλοι, κατ’ εφαρμογή της υποπαραγράφου Ζ.3 του νόμου αυτού. 5. …».
19. Επειδή, σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση του ν. 4093/2012, «[μ]ε τις ρυθμίσεις της παραγράφου Ζ΄ επιχειρείται ευρεία αναµόρφωση θεσµών του υπαλληλικού µας δικαίου, η οποία µέσω ενός νέου πλαισίου κινητικότητας του προσωπικού του δηµόσιου τοµέα αποσκοπεί πρωτίστως στη µεγιστοποίηση των δυνατοτήτων αξιοποίησής του προς το συµφέρον της δηµόσιας υπηρεσίας και µε στόχο την ισόρροπη κάλυψη των πολύ διαφορετικών κατά φορέα ή υπηρεσία αναγκών σε προσωπικό και την εξάλειψη ανορθολογικών καταστάσεων, όσον αφορά τις πραγµατικές ανάγκες και τη διαφορετική εργασιακή επιβάρυνση των υπαλλήλων σε σχέση µε τις συνθήκες που επικρατούν σε κάθε φορέα. … Υποπαράγραφος Ζ.1. Μετάταξη- Μεταφορά προσωπικού: Με την παρούσα υποπαράγραφο εισάγεται στη µεγαλύτερη δυνατή έκτασή του ο θεσµός της υποχρεωτικής µετάταξης ή µεταφοράς προσωπικού, ώστε να ενισχυθεί, µε γνώµονα το συµφέρον της δηµόσιας υπηρεσίας, η κινητικότητα του προσωπικού σε όλο το εύρος του δηµόσιου τοµέα και σε κάθε κατεύθυνση µέσα σε αυτόν. Το θεσπιζόµενο µέτρο, που αναφέρεται σε υποχρεωτικές µετακινήσεις προσωπικού µε µόνιµο χαρακτήρα, χωρίς να θίγει τους υφιστάµενους θεσµούς εκούσιας µετάταξης υπαλλήλων µε αίτησή τους, αποτελεί από θεσµική άποψη την ολοκλήρωση του περιορισµένου εύρους θεσµού της κινητικότητας των κρατικών υπαλλήλων, που εισήχθη µε το άρθρο 5 του ν. 4024/2011. Ο νόµος λαµβάνει ειδική πρόνοια, ώστε οι υπηρεσιακές µεταβολές που θα επιχειρούνται µε το νέο θεσµό της υποχρεωτικής µετάταξης ή µεταφοράς προσωπικού, να µην αντίκεινται σε δεσµεύσεις που απορρέουν από ισχύουσες κάθε φορά νοµοθετικές ρυθµίσεις, σχετικές µε τον περιορισµό των προσλήψεων. Υποπαράγραφος Ζ.2. Διαθεσιµότητα: Με τις ρυθµίσεις της προτεινόµενης υποπαραγράφου επιχειρείται η διεύρυνση των δυνατοτήτων αξιοποίησης του µόνιµου… προσωπικού των δηµοσίων υπηρεσιών και των νοµικών προσώπων δηµοσίου δικαίου, οργανικές θέσεις των οποίων καταργούνται. Η κατάργηση των θέσεων έχει ως άµεση συνέπεια την αυτοδίκαιη θέση σε διαθεσιµότητα των υπαλλήλων, για την οποία εκδίδονται διαπιστωτικές πράξεις. Είναι αυτονόητο ότι όταν καταργούνται ορισµένες µόνο οργανικές θέσεις συγκεκριµένου κλάδου, σε διαθεσιµότητα τίθενται οι υπάλληλοι που προσδιορίζονται σύµφωνα µε τις κατά περίπτωση εφαρµοστέες διατάξεις (άρθρο 154 παρ. 2 Υ.Κ. και 158 παρ. 2 Κώδικα Κατάστασης Δηµοτικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων-ΚΚΔΚΥ) ως αντιστοιχούντες στις θέσεις που καταργούνται. Η διαθεσιµότητα διαρκεί ένα έτος, µετά την πάροδο του οποίου ο υπάλληλος απολύεται, σύµφωνα µε το άρθρο 101 του Υπαλληλικού Κώδικα και το άρθρο 105 του Κώδικα Κατάστασης Δηµοτικών Υπάλληλων, εφόσον δεν µεταταχθεί ή µεταφερθεί σε άλλη θέση. Ο θεσµός της διαθεσιµότητας λόγω κατάργησης οργανικών θέσεων αναµορφώνεται και διευρύνεται όσον αφορά τις παρεχόµενες δυνατότητες, δεδοµένου ότι το προσωπικό που έχει τεθεί σε διαθεσιµότητα, εκτός από τις προβλεπόµενες ήδη από το ισχύον δίκαιο περιπτώσεις εκούσιας µετάταξης (άρθρα 154 παρ. 4 Υ.Κ., 158 παρ. 4 ΚΚΔΚΥ), µπορεί επιπλέον να µετατάσσεται υποχρεωτικά ή να µεταφέρεται µε ταυτόχρονη µεταβολή της υπηρεσιακής του σχέσης σε σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου ή να µετακινείται πρόσκαιρα (άρ. 5 ν. 4024/2011) ή να υπάγεται σε προγράµµατα επανεκπαίδευσης ή επανακατάρτισης. Η τελευταία δυνατότητα µπορεί να συντρέχει µε την εκούσια ή υποχρεωτική µετάταξη ή την πρόσκαιρη τοποθέτηση του υπαλλήλου. Η πρόσκαιρη µετακίνηση του αρ. 5 του ν. 4024/2011 διευρύνει τη δυνατότητα κινητικότητας και στους ΟΤΑ και τα ν.π.ι.δ. του δηµόσιου τοµέα. … Υποπαράγραφος Ζ.4. Κατάργηση ειδικοτήτων και οργανικών θέσεων: Με τις διατάξεις της παρούσας υποπαραγράφου καταργούνται οι οργανικές θέσεις σε ορισµένες κατηγορίες, κλάδους και ειδικότητες, για τις οποίες κρίνεται ήδη, ενόψει των σύγχρονων εξελίξεων και αναγκών της Διοίκησης, ότι δεν ανταποκρίνονται στις ανάγκες των φορέων στους οποίους ανήκουν οργανικά, την ίδια στιγµή µάλιστα που το προσωπικό αυτό θα µπορούσε να αξιοποιηθεί προς το συµφέρον της δηµόσιας υπηρεσίας σε φορείς, στους οποίους υπάρχουν µεγάλες ανάγκες σε προσωπικό. Επισηµαίνεται ότι οι υπό κατάργηση ειδικότητες δεν συνδέονται µε την άµεση παροχή υπηρεσιών προς το διοικούµενο και η κατάργησή τους δεν αναµένεται να προκαλέσει δυσχέρειες στην εξυπηρέτηση του πολίτη. Αντιθέτως, θα δώσει τη δυνατότητα στη Διοίκηση αξιοποιώντας τις διατάξεις για την κινητικότητα και τη διαθεσιµότητα να λειτουργήσει µε περισσότερο αποτελεσµατικό και ορθολογικό τρόπο. Ειδικότερα, η περίπτωση αφορά θέσεις των κατηγοριών ΔΕ και ΥΕ των ειδικοτήτων Διοικητικού, Διοικητικού- Λογιστικού, Διοικητικού- Οικονοµικού και Διοικητικών Γραµµατέων υπαλλήλων µε σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, οι οποίοι δεν έχουν προσληφθεί µε διαγωνισµό ή µε διαδικασία επιλογής σύµφωνα µε προκαθορισµένα και αντικειµενικά κριτήρια υπό τον έλεγχο ανεξάρτητης αρχής ή µε ειδικές διαδικασίες επιλογής που περιβάλλονται µε αυξηµένες εγγυήσεις διαφάνειας και αξιοκρατίας, δηλαδή υπαλλήλους, των οποίων η εργασιακή σχέση µε το δηµόσιο, συµπεριλαµβανοµένων των προσλήψεων στον ευρύτερο δηµόσιο τοµέα, δηµιουργήθηκε µε άλλες διαδικασίες. ... Με την εφαρµογή των παραπάνω διατάξεων αναµένεται τουλάχιστον 2000 υπάλληλοι να ενταχθούν στο πρόγραµµα, σύµφωνα µε το οποίο είτε θα µετακινηθούν σε άλλες υπηρεσίες, είτε θα αποχωρήσουν κατά το άρθρο 101 του Υπαλληλικού Κώδικα. Με τον τρόπο αυτό η χώρα ταυτόχρονα ανταποκρίνεται και στη σχετική δέσµευσή της, η οποία προβλέφθηκε σε αντικατάσταση της ήδη νοµοθετηµένης υποχρέωσης αποχώρησης 15.000 υπαλλήλων το 2012».
20. Επειδή, το θεσπισθέν με το ν. 4093/2012 σύστημα της (γενικής) κινητικότητος και διαθεσιμότητος υπέστη σημαντικές τροποποιήσεις με το ν. 4172/2013. Συγκεκριμένα, με το άρθρο 91 του νόμου αυτού ορίζονται, σε σχέση με το μέτρο της κινητικότητας, τα εξής: «1. Η περίπτωση 1 της υποπαραγράφου Ζ.1 της παρ. Ζ΄ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 αντικαθίσταται ως εξής: “Επιτρέπεται: α) η μετάταξη μόνιμων πολιτικών υπαλλήλων… που υπηρετούν σε υπηρεσίες, κεντρικές και περιφερειακές, του Δημοσίου, των ανεξάρτητων αρχών, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.) πρώτου και δεύτερου βαθμού και των λοιπών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.)… όταν επιβάλλεται από το συμφέρον της υπηρεσίας υποδοχής, ιδίως για την κάλυψη άμεσων υπηρεσιακών αναγκών και την καλύτερη αξιοποίηση του ανθρώπινου δυναμικού. Η μετάταξη… του υπαλλήλου πρέπει να ανταποκρίνεται στην εργασιακή φυσιογνωμία του, όπως δεξιότητες ή επιδόσεις, ηθικές αμοιβές, πειθαρχικές ποινές, τις μακρόχρονες ή συστηματικά επαναλαμβανόμενες αναρρωτικές άδειες ή αδικαιολόγητες απουσίες, λαμβανομένων υπόψη των περιγραμμάτων θέσεων, εφόσον υπάρχουν, και των τυχόν αιτήσεων προτίμησης. … Για την εφαρμογή της παρούσας υποπαραγράφου, ως δημόσιος τομέας νοείται αυτός που έχει οριοθετηθεί με το άρθρο 1 παρ. 6 του ν. 1256/1982, όπως ίσχυε πριν τη θέση σε ισχύ του άρθρου 51 του ν. 1892/1990, συμπεριλαμβανομένων όλων των φορέων που απαριθμούνται ειδικότερα στο άρθρο 14 παρ. 1 του ν. 2190/1994 και μη εξαιρουμένων των περιπτώσεων που απαριθμούνται στην παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 του ν. 3812/2009. Τα νομικά πρόσωπα του Κεφαλαίου Β`, όπως αυτά ορίζονται στην παρ. 5 του άρθρου 1 του ν. 3429/2005, δεν καταλαμβάνονται από τις διατάξεις της παρούσας υποπαραγράφου. Η μετάταξη… των υπαλλήλων της προηγούμενης παραγράφου είναι υποχρεωτική και γίνεται χωρίς αίτηση τους σε υφιστάμενες κενές θέσεις ή σε θέσεις που συστήνονται με την πράξη μετάταξης … στον κλάδο ή στην ειδικότητα στους οποίους μετατάσσεται … ο υπάλληλος. Οι μετατασσόμενοι … πρέπει να κατέχουν τα τυπικά προσόντα του κλάδου ή της ειδικότητας των θέσεων στις οποίες μετατάσσονται… . Η μετάταξη… μπορεί να διενεργείται και σε κενή ή συνιστώμενη θέση συναφούς ή παρεμφερούς κλάδου ή ειδικότητας, της ίδιας ή ανώτερης κατηγορίας, εφόσον ο υπάλληλος κατέχει τα τυπικά προσόντα του κλάδου ή της ειδικότητας στον οποίο μετατάσσεται… . Εφόσον ο υπάλληλος συναινεί, η μετάταξή… του μπορεί να γίνεται και σε κλάδο κατώτερης κατηγορίας. … Σε περίπτωση μετάταξης… υπαλλήλων σε συνιστώμενες θέσεις και για όσο χρόνο υφίστανται αυτές δεν πληρούται ίσος αριθμός θέσεων μόνιμου ή με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου προσωπικού των οικείων φορέων υποδοχής.” 2. Η περίπτωση 4 της υποπαραγράφου Ζ.1 της παρ. Ζ` του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 αντικαθίσταται ως εξής: “4. Ο αρμόδιος Υπουργός ή ο Πρόεδρος Ανεξάρτητης Αρχής γνωστοποιεί τις κενές θέσεις κατά κατηγορίες, κλάδους ή και ειδικότητες και το πλεονάζον προσωπικό, όπως προκύπτουν από τις εκθέσεις αξιολόγησης και τα σχέδια στελέχωσης των φορέων στο τριμελές συμβούλιο του άρθρου 5 παρ. 3 του ν. 4024/2011. Εντός δέκα ημερών από τη σχετική εντολή του Υπουργού Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης το τριμελές συμβούλιο του άρθρου 5 παρ. 3 του ν. 4024/2011 γνωμοδοτεί για τον αριθμό και τα απαιτούμενα προσόντα των υπαλλήλων κατά κατηγορίες, κλάδους ή και ειδικότητες που θα μετακινηθούν στους φορείς υποδοχής κατά σειρά προτεραιότητας. Ακολούθως, ο Υπουργός Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης εκδίδει σχετική ανακοίνωση, λαμβάνοντας υπόψη τη γνωμοδότηση του τριμελούς συμβουλίου, τις ανάγκες των φορέων και τις προτεραιότητες πολιτικής στελέχωσης, η οποία δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και με την οποία καθορίζονται οι θέσεις που θα καλυφθούν, τα προσόντα των υπάλληλων που απαιτούνται, σύμφωνα με τα οικεία περιγράμματα θέσεων, εφόσον υπάρχουν, για τους κλάδους ή τις ειδικότητες στους οποίους πρόκειται να μεταταχθούν …, η οποία αποστέλλεται στους φορείς προέλευσης και υποδοχής. ... Το τριμελές ειδικό υπηρεσιακό συμβούλιο του φορέα υποδοχής εντός προθεσμίας δεκαπέντε (15) ημερών από τη λήξη της προθεσμίας υποβολής των αιτήσεων επιλέγει τους υπαλλήλους που θα μεταταχθούν … σε αυτόν και καθορίζει τη σειρά προτεραιότητάς τους, σύμφωνα με την αποτίμηση των προσόντων τους και το περίγραμμα της θέσης, εφόσον υπάρχει, στην οποία θα μεταταχθούν… . Το τριμελές ειδικό υπηρεσιακό συμβούλιο λαμβάνει υπόψη τον τρόπο εισαγωγής στους φορείς της παραγράφου 1 του άρθρου 90, και ιδίως αν πρόκειται για διαδικασία γραπτού διαγωνισμού του ΑΣΕΠ ή για διαδικασία πλήρωσης θέσεων με σειρά προτεραιότητας η οποία διενεργείται εξ ολοκλήρου από το ΑΣΕΠ, ή για διαδικασία που εποπτεύει το ΑΣΕΠ, καθώς και για Διαγωνισμό Εισαγωγής στην Εθνική Σχολή Δημόσιας Διοίκησης και Αυτοδιοίκησης, την εργασιακή τους φυσιογνωμία, την εκπαίδευση τους, τη διοικητική και εργασιακή τους εμπειρία και τα λοιπά στοιχεία του προσωπικού μητρώου τους. ... Με απόφαση του Υπουργού Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης καθορίζονται θέματα που αφορούν τη διαδικασία επιλογής των αιτούντων υπαλλήλων, τη λειτουργία του τριμελούς συμβουλίου, την εξειδίκευση και τη μοριοδότηση των κριτηρίων επιλογής και κατάταξης των υπαλλήλων, τη διαδικασία και το περιεχόμενο της συνέντευξης και κάθε άλλο αναγκαίο συναρτώμενο με τα ως άνω ζήτημα. ... Η επιλεγείσα σειρά προτεραιότητας των φορέων υποδοχής είναι δεσμευτική για τον υπάλληλο. Για τη μετάταξη… των υπάλληλων εκδίδεται απόφαση του οικείου οργάνου διοίκησης του φορέα υποδοχής που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως”». Περαιτέρω, με το άρθρο 90 του ν. 4172/2013 ορίζονται, σε σχέση με το θεσμό της διαθεσιμότητας, τα εξής: «1α. Επιτρέπεται να καταργούνται θέσεις ανά κατηγορία, κλάδο ή και ειδικότητα σε Υπουργεία, αυτοτελείς δημόσιες υπηρεσίες, αποκεντρωμένες διοικήσεις, οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης πρώτου και δεύτερου βαθμού και λοιπά νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου με απόφαση του Υπουργού Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και του οικείου Υπουργού, σε υλοποίηση των σχετικών αποφάσεων του Κυβερνητικού Συμβουλίου Μεταρρύθμισης μετά από τεκμηρίωση που στηρίζεται σε εκθέσεις αξιολόγησης δομών και σχέδια στελέχωσης (όπως η φράση «σε υλοποίηση των σχετικών αποφάσεων του Κυβερνητικού Συμβουλίου Μεταρρύθμισης» αντικαταστάθηκε ως άνω με το άρθρο 29 του ν. 4210/2013, Α΄ 254/21.11.2013. Προηγουμένως ο νόμος όριζε «σε εκτέλεση σχετικών αποφάσεων του Κυβερνητικού Συμβουλίου Μεταρρύθμισης»). Εφόσον καταργείται το σύνολο των θέσεων του κλάδου ή της ειδικότητας, οι υπάλληλοι που εμπίπτουν στις εξαιρέσεις της παρ. 2 περίπτωση Δ` του ν. 4172/2013 μετατάσσονται… αυτοδικαίως από την ημερομηνία ισχύος των αποφάσεων κατάργησης των θέσεων σε κενές ή συνιστώμενες με την απόφαση μετάταξης … του αρμόδιου κατά περίπτωση οργάνου διοίκησης προσωποπαγείς θέσεις, κλάδου ή ειδικότητας αντίστοιχες με το βασικό τίτλο σπουδών που κατέχουν ίδιας ή ανώτερης κατηγορίας στο φορέα προέλευσης ή σε τυχόν διάδοχο φορέα. Σε περίπτωση μετάταξης… σε κενή θέση εκδίδεται σχετική διαπιστωτική πράξη του αρμόδιου οργάνου διοίκησης. Επιτρέπεται να συνιστώνται θέσεις ανά κατηγορία, κλάδο ή και ειδικότητα στους παραπάνω φορείς, σύμφωνα με τις προϋποθέσεις του προηγούμενου εδαφίου, με απόφαση των Υπουργών Οικονομικών, Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και του οικείου Υπουργού. 1β. Οι θέσεις, οι οποίες διατηρήθηκαν με τις υπουργικές αποφάσεις που εκδόθηκαν κατ’ εφαρμογήν του παρόντος άρθρου καταργούνται από της ισχύος των εν λόγω υπουργικών αποφάσεων και για τους υπαλλήλους που υπηρετούσαν στις θέσεις αυτές εφαρμόζεται η παράγραφος 1α. (όπως η παρ. 1 αντικαταστάθηκε ως άνω με το άρθρο 125 ν. 4199/2013, Α΄ 216/11.10.2013). 2. ...
21. Επειδή, παράλληλα με τις ως άνω γενικές ρυθμίσεις, στο ν. 4172/2013 περιλαμβάνονται και ειδικές διατάξεις, με τις οποίες ρυθμίζονται θέματα διαθεσιμότητας συγκεκριμένων κατηγοριών υπαλλή¬λων, μεταξύ δε αυτών και υπαλλήλων των ΟΤΑ Α΄ βαθμού, όπως οι συγκροτούντες το προσωπικό των κατά τόπους υπηρεσιών Δημοτικής Αστυνομίας. Ειδικότερα, στο άρθρο 81 του νόμου αυτού, με τίτλο «Κατάργηση θέσεων κλάδου Δημοτικής Αστυνομίας», ορίζονται τα εξής: «1. Από την 23η.9.2013 καταργούνται στους δήμους οι θέσεις του κλάδου ΠΕ Δημοτικής Αστυνομίας, ΤΕ Δημοτικής Αστυνομίας, ΔΕ Δημοτικής Αστυνομίας και ΥΕ Δημοτικής Αστυνομίας. Οι υπάλληλοι, των οποίων οι θέσεις καταργούνται, και εφόσον κατείχαν τις θέσεις αυτές την 9η Ιουλίου 2013, εντάσσονται στο πρόγραμμα κινητικότητας, σύμφωνα με την υποπαράγραφο Ζ.2 του ν. 4093/2012 (Α΄222). Οποιαδήποτε μετάταξη των ανωτέρω υπαλλήλων που εντάσσονται στο πρόγραμμα κινητικότητας έλαβε χώρα μετά την 9η Ιουλίου 2013 είναι αυτοδικαίως άκυρη. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη καθορίζονται τα προσόντα, οι προϋποθέσεις και η διαδικασία αξιολόγησης και ένταξης των υπαλλήλων, που αναφέρονται στο δεύτερο εδάφιο της παρούσας παραγράφου, στην Ελληνική Αστυνομία ως ιδιαίτερης κατηγορίας προσωπικού, καθώς και κάθε άλλο σχετικό θέμα. Με προεδρικό διάταγμα που εκδίδεται μετά από πρόταση του Υπουργού Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη ρυθμίζονται τα θέματα σύστασης, οργάνωσης και λειτουργίας των Υπηρεσιών της Ελληνικής Αστυνομίας, στις οποίες εντάσσονται οι υπάλληλοι του παρόντος άρθρου και τα ζητήματα ανάθεσης σε αυτούς επιπλέον αρμοδιοτήτων που αφορούν ιδίως την αστυνομία τάξης. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών και Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη καθορίζονται τα επιμέρους θέματα άσκησης των αρμοδιοτήτων της παραγράφου 4, καθώς και ζητήματα λειτουργικής συνεργασίας με τους οικείους δήμους, ιδίως μέσω της από κοινού κατάρτισης ετήσιων σχεδίων δράσης. Με απόφαση του Υπουργού Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη ρυθμίζεται το είδος, το αντικείμενο και η διάρκεια της εκπαίδευσης που υφίστανται οι ανωτέρω υπάλληλοι μετά την ένταξή τους στην Ελληνική Αστυνομία, ο τύπος, το χρώμα και η σύνθεση της στολής τους, τα αναγκαία εφόδια και ο τύπος του ειδικού δελτίου ταυτότητας με το οποίο εφοδιάζονται. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, καθορίζονται τα προσόντα, οι προϋποθέσεις και η διαδικασία αξιολόγησης και ένταξης των υπαλλήλων, που αναφέρονται στο δεύτερο εδάφιο της παρούσας παραγράφου, στους κλάδους ΔΕ Εξωτερικής Φρούρησης και ΔΕ Φύλαξης των Καταστημάτων Κράτησης, καθώς και κάθε άλλο σχετικό θέμα. Με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, ρυθμίζεται το είδος, το αντικείμενο και η διάρκεια εκπαίδευσης που υφίστανται οι ανωτέρω υπάλληλοι, μετά την ένταξη τους στους κλάδους ΔΕ Εξωτερικής Φρούρησης και ΔΕ Φύλαξης των Καταστημάτων Κράτησης. 2. ... 4. Αρμοδιότητες που έχουν ανατεθεί με διατάξεις νόμων ή κανονιστικών πράξεων στη δημοτική αστυνομία ασκούνται από τις 23.9.2013 από την Ελληνική Αστυνομία (ΕΛ.ΑΣ.). Η μεταφορά των ανωτέρω αρμοδιοτήτων δεν θίγει τα έσοδα των δήμων που συνδέονται με τις αρμοδιότητες αυτές. Τα έσοδα αυτά συνεχίζουν να βεβαιώνονται και να εισπράττονται από τους δήμους σύμφωνα με τις διατάξεις περί είσπραξης των εσόδων τους. Τα κινητά και ακίνητα περιουσιακά στοιχεία των δήμων που συνδέονται με τις αρμοδιότητες αυτές, συμπεριλαμβανομένων και των οχημάτων, παραμένουν στην κυριότητα τους. Με απόφαση του δημοτικού συμβουλίου μπορεί να καθορίζεται η παράλληλη άσκηση μίας ή περισσοτέρων εκ των ανωτέρω αρμοδιοτήτων από υπαλλήλους του δήμου, κατόπιν ορισμού αυτών με απόφαση του δημάρχου. Με την ίδια απόφαση του δημοτικού συμβουλίου δύναται να καθορίζεται επίσης ο αριθμός των αναγκαίων υπαλλήλων, η διάρκεια άσκησης της αρμοδιότητας, οι ώρες απασχόλησης των υπαλλήλων, καθώς και κάθε άλλη λεπτομέρεια αναφορικά με την άσκηση των αρμοδιοτήτων αυτών. 5. Για το χρονικό διάστημα από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου έως τις 22.9.2013, με κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών και Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη, που εκδίδεται μετά από αίτημα της ΚΕΔΕ, μπορεί να ανατίθεται στην Ελληνική Αστυνομία, σε έναν ή περισσότερους δήμους, η παράλληλη άσκηση μίας ή περισσοτέρων εκ των ανωτέρω αρμοδιοτήτων. Με την ίδια απόφαση μπορεί να ρυθμίζεται κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για την άσκηση των ανωτέρω αρμοδιοτήτων κατά το χρονικό αυτό διάστημα. 6. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη, μπορεί να ρυθμίζεται κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή του άρθρου αυτού». Σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση του ν. 4172/2013 επί του άρθρου 81, «με την παράγραφο 1 προτείνεται η κατάργηση των θέσεων του κλάδου ΠΕ Δηµοτικής Αστυνοµίας, ΤΕ Δηµοτικής Αστυνοµίας, ΔΕ Δηµοτικής Αστυνοµίας και ΥΕ Δηµοτικής Αστυνοµίας, στο πλαίσιο εφαρµογής του προγράµµατος κινητικότητας και µε σκοπό τον εξορθολογισµό της διαχείρισης του ανθρωπίνου δυναµικού. Με την παράγραφο 2 λαµβάνεται η απαιτούµενη ειδική µέριµνα για ορισµένους από τους υπαλλήλους της παραγράφου 1, µε βάση κοινωνικά κριτήρια που επιβάλλουν την αυξηµένη προστασία από την Πολιτεία ειδικών κατηγοριών πολιτών. Η παράγραφος 4 ρυθµίζει τα απαραίτητα ζητήµατα αναφορικά µε την άσκηση των σχετικών αρµοδιοτήτων. Επισηµαίνεται ότι η έναρξη ισχύος του παρόντος άρθρου είναι η 23η.9.2013». Όπως δε προκύπτει από τις προπαρασκευαστικές εργασίες του νόμου (Πρακτικά Συνεδριάσεων της Ολομελείας της Βουλής των Ελλήνων), η κατάργηση του θεσμού της Δημοτικής Αστυνομίας υπαγορεύθηκε αφ’ ενός μεν από την ανάγκη επιτεύξεως των ποσοτικών στόχων εν σχέσει με τις μειώσεις του αριθμού των δημοσίων υπαλλήλων, που περιλαμβάνονται στα Μνημόνια, αφ’ ετέρου δε από την εκτίμηση ότι ο θεσμός αυτός δεν απέδωσε τα αναμενόμενα. Παράλληλα, από τις ίδιες προπαρασκευαστικές εργασίες προκύπτει ότι λαμβάνεται μέριμνα για την απορρόφηση, δια του θεσμού της κινητικότητος, μεγάλου μέρους του τιθεμένου σε καθεστώς διαθεσιμότητας προσωπικού της Δημοτικής Αστυνομίας στην Ελληνική Αστυνομία (όπου και πρόκειται να συσταθεί ειδική υπηρεσία, στελεχωμένη με τα προερχόμενα από τη Δημοτικής Αστυνομία πρόσωπα), στα καταστήματα κρατήσεως (ως εξωτερικοί φρουροί και φύλακες) και στις λοιπές υπηρεσίας του δημόσιου τομέα. Σε σημαντικό κριτήριο για την απορρόφηση αναδεικνύεται ο τρόπος διορισμού ή πρόσληψης, υπό την έννοια ότι αποδίδεται μείζονα βαρύτητα στην επιλογή όσων εισήλθαν στη Δημοτική Αστυνομία μέσω διαδικασιών ΑΣΕΠ. Επιπλέον, υφίσταται πρόνοια για την άμεση απορρόφηση, χωρίς αξιολόγηση, ορισμένων κατηγοριών υπαλλήλων (π.χ. όσοι κατέχουν διδακτορικό τίτλο ή μεταπτυχιακό δίπλωμα ειδίκευσης).
22. Επειδή, ειδικότερα ως προς το προσωπικό της Δημοτικής Αστυνομίας με την υπ’ αριθμ. 6000/2/234-γ΄/15.10.2013 κοινή απόφαση των Υπουργών Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη (Β΄2631/17.10.2013), εκδοθείσα κατ’ εξουσιοδότηση των διατάξεων των άρθρων 81 παρ. 1 και 91 του ν. 4172/2013, καθορίσθηκαν τα προσόντα, οι προϋποθέσεις και διαδικασία αξιολογήσεως και εντάξεως των δημοτικών αστυνομικών στην Ελληνική Αστυνομία. Ειδικότερα, στο άρθρο 1 της εν λόγω κοινής υπουργικής αποφάσεως ορίζεται ότι «1. Υπάλληλοι της Δημοτικής Αστυνομίας των κλάδων ΠΕ Δημοτικής Αστυνομίας, ΤΕ Δημοτικής Αστυνομίας και ΔΕ Δημοτικής Αστυνομίας, των οποίων οι θέσεις καταργούνται, σύμφωνα με το άρθρο 81 του ν. 4172/2013 (Α 167), εντάσσονται στην Ελληνική Αστυνομία ως ιδιαίτερης κατηγορίας προσωπικό εφόσον συγκεντρώνουν τα ακόλουθα προσόντα: α. Να είναι κάτοχοι πτυχίου ή διπλώματος οποιουδήποτε Τμήματος Α.Ε.Ι. της ημεδαπής, περιλαμβανομένων και των πτυχίων ή των διπλωμάτων του Ελληνικού Ανοικτού Πανεπιστημίου (Ε.Α.Π.) και των Προγραμμάτων Σπουδών Επιλογής (Π.Σ.Ε.) ή ισότιμων σχολών της αλλοδαπής οι υποψήφιοι κατηγορίας Π.Ε., πτυχίου ή διπλώματος οποιουδήποτε Τμήματος Τ.Ε.Ι. της ημεδαπής, περιλαμβανομένων και των πτυχίων Π.Σ.Ε. και Κ.Α.Τ.Ε.Ε. ή πτυχίου ή διπλώματος ισότιμων σχολών της ημεδαπής ή αλλοδαπής οι υποψήφιοι κατηγορίας Τ.Ε. και πτυχίου ή διπλώματος ή απολυτήριου τίτλου δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης της ημεδαπής ή άλλου ισότιμου της ημεδαπής ή αλλοδαπής οι υποψήφιοι κατηγορίας Δ.Ε. β. Να μην υπερβαίνουν το 45ο έτος της ηλικίας τους. ... γ. Οι άνδρες πρέπει να έχουν εκπληρώσει τις στρατιωτικές τους υποχρεώσεις. Δεν θεωρείται ότι εκπλήρωσε τις στρατιωτικές του υποχρεώσεις αυτός που έχει απαλλαγεί νόμιμα από αυτές. δ. Να έχουν υγεία και άρτια σωματική διάπλαση διαπιστούμενη από την αρμόδια Υγειονομική Επιτροπή, σύμφωνα με τον ειδικό πίνακα νοσημάτων, παθήσεων και βλαβών του π.δ. 133/2002 (Α΄ 109) που εφαρμόζεται για τη σωματική ικανότητα των μονίμων Αξιωματικών και Υπαξιωματικών των Ενόπλων Δυνάμεων. ε. Να έχουν σωματικά, ψυχικά και διανοητικά προσόντα ανταποκρινόμενα στις απαιτήσεις του αστυνομικού έργου. στ. Να έχουν ανάστημα οι άνδρες τουλάχιστον 1,70 μ. χωρίς υποδήματα και οι γυναίκες τουλάχιστον 1,65 μ. χωρίς υποδήματα. ζ. Να μην έχουν καταδικασθεί τελεσίδικα, για τέλεση ή απόπειρα κακουργήματος ή των εγκλημάτων κ.λπ. (απαριθμούνται τα εγκλήματα). η. Να μην έχει ασκηθεί σε βάρος τους πειθαρχική δίωξη για παραπτώματα που επισύρουν προσωρινή ή οριστική παύση και να μην τους έχει επιβληθεί τέτοια πειθαρχική ποινή. 2. Πρόσθετα προσόντα ...», στο άρθρο 3 ότι «1. Για την αξιολόγηση και τη διαδικασία ένταξης των υπαλλήλων της παραγράφου 1 του άρθρου 1 της παρούσας εφαρμόζεται η διαδικασία για τη μετακίνηση των υπαλλήλων που προβλέπεται στο άρθρο 91 του ν. 4172/2013 και στην κατ’ εξουσιοδότηση αυτού εκδοθείσα υπ’ αριθ. ΔΙΠΙΔΔ/Β.2/3/οικ.22274 από 9.8.2013 απόφαση του Υπουργού Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης (Β΄ 1992). 2. α. Οι υποψήφιοι που περιλαμβάνονται στον πίνακα βαθμολογικής κατάταξης, που καταρτίζεται από το ΑΣΕΠ, καλούνται με μέριμνα της Δ/νσης Αστυνομικού Προσωπικού/ΑΕΑ να προσέλθουν μέσα σε ορισμένες προθεσμίες, προκειμένου να εξετασθούν στα σωματικά, ψυχικά και διανοητικά τους προσόντα από τις αντίστοιχες Επιτροπές του άρθρου 5 του π.δ/τος 4/1995 (Α΄ 1). ... β. Η εξέταση των σωματικών, ψυχικών και διανοητικών προσόντων περιλαμβάνει υγειονομικές εξετάσεις, καθώς και ψυχοτεχνικές δοκιμασίες. Οι ψυχοτεχνικές δοκιμασίες προηγούνται των υγειονομικών εξετάσεων. Το ως άνω προσωπικό παραπέμπεται στις ψυχοτεχνικές επιτροπές και υποβάλλεται σε ψυχομετρικό έλεγχο, ο οποίος περιλαμβάνει ψυχοτεχνικές δοκιμασίες (τεστ προσωπικότητας) και συνέντευξη ενώπιον της αρμόδιας Επιτροπής. Με τις εξετάσεις αυτές ερευνάται κυρίως η κρίση, η προσαρμοστικότητα στις μεταβαλλόμενες καταστάσεις και απαιτήσεις, η αυτοκυριαρχία, η συναισθηματική σταθερότητα, η σκέψη, η αντίληψη και η εν γένει προσωπικότητα του εξεταζόμενου. γ. Όσοι κρίνονται ικανοί στις ψυχοτεχνικές δοκιμασίες παραπέμπονται στα αντίστοιχα Κεντρικά Ιατρεία της Ελληνικής Αστυνομίας για να υποβληθούν στις προβλεπόμενες υγειονομικές εξετάσεις και στη συνέχεια παρουσιάζονται ενώπιον της αρμόδιας Υγειονομικής Επιτροπής, για να κριθεί η καταλληλότητά τους. δ. ... ε. ... 3. Το Τριμελές Ειδικό Υπηρεσιακό Συμβούλιο αφού λάβει υπόψη τον πίνακα βαθμολογικής κατάταξης των προς ένταξη υπαλλήλων που καταρτίζεται από το ΑΣΕΠ με βάση τα κριτήρια της υπ’ αριθμ. ΔΙΠΙΔΔ/Β.2/3/οικ.22274/9.8.2013 καθώς και τα ειδικά πρόσθετα κριτήρια της παρούσης, τα αποτελέσματα των ψυχοτεχνικών δοκιμασιών και υγειονομικών εξετάσεων, γνωμοδοτεί για τη σειρά προτεραιότητας των προς ένταξη υπαλλήλων και εκδίδει τον Τελικό Πίνακα Διάθεσης. 4. ...» και στο άρθρο 4 ότι «1. Όσοι περιλαμβάνονται στον Τελικό Πίνακα Διάθεσης, εντάσσονται ως ιδιαίτερης κατηγορίας προσωπικό στην Ελληνική Αστυνομία με απόφαση του Προϊσταμένου Κλάδου Οργάνωσης και Ανθρώπινου Δυναμικού/Α.Ε.Α., που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Με την ίδια απόφαση συνιστώνται ισάριθμες οργανικές θέσεις για το εντασσόμενο προσωπικό. 2. …». Η εν λόγω κοινή υπουργική απόφαση τροποποιήθηκε με την υπ’ αριθμ. 6000/2/234-ε΄/15.10.2013 όμοια κοινή απόφαση των ίδιων ως άνω Υπουργών (Β΄3030/28.11.2013), με την οποία το όριο ηλικίας για τη μετάταξη στην Ελληνική Αστυνομία αυξήθηκε κατά πέντε έτη (πεντηκοστό). Ομοίως, με την υπ’ αριθμ. 90894/18.10.2013 κοινή απόφαση των Υπουργών Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (Β΄ 2655) καθορίσθηκαν τα προσόντα, οι προϋποθέσεις και η διαδικασία αξιολογήσεως και εντάξεως των υπαλλήλων κατηγορίας ΔΕ23 της Δημοτικής Αστυνομίας στους κλάδους ΔΕ Εξωτερικής Φρούρησης και ΔΕ Φύλαξης των Καταστημάτων Κράτησης. Ειδικότερα, με την εν λόγω κοινή υπουργική απόφαση ως προσόντα διορισμού προβλέφθηκαν τα εξής: α) η κατοχή πτυχίου ή διπλώματος ή απολυτηρίου τίτλου δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης της ημεδαπής, ή άλλος ισότιμος τίτλος της ημεδαπής ή της αλλοδαπής, β) η μη υπέρβαση του ορίου ηλικίας των 45 ετών και γ) ανάστημα (χωρίς υποδήματα) τουλάχιστον 1 μέτρου και 70 εκατοστών για τους άνδρες και 1 μέτρου και 60 εκατοστών για τις γυναίκες. Ως προς τη διαδικασία αξιολόγησης και ένταξης ορίζεται ότι «θα ακολουθηθεί η διαδικασία για τη μετακίνηση των υπαλλήλων που προβλέπεται στο άρθρο 91 του ν. 4172/2013». Η απόφαση αυτή τροποποιήθηκε με την υπ’ αριθμ. 101650/28.11.2013 όμοια κοινή υπουργική απόφαση (Β΄ 3032), με την οποία επίσης καθορίσθηκε ως ανώτατο όριο ηλικίας το πεντηκοστό. Στο πλαίσιο που περιγράφουν οι προεκτεθείσες νομοθετικές και κανονιστικές ρυθμίσεις, δημοσιεύθηκε η υπ’ αριθμ. 31890/25.11.2013 απόφαση του Υπουργού Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης (Β΄ 2999/26.11.2013), «Ανακοίνωση που αφορά στην κινητικότητα των δημοτικών αστυνομικών που έχουν τεθεί σε διαθεσιμότητα κατ’ εφαρμογή του άρθρου 81 του ν. 4172/2013, (Α΄ 167)» (Αριθμός Ανακοίνωσης 5/2013). Με αυτήν κλήθηκαν, εντός αποκλειστικής προθεσμίας δεκαπέντε (15) ημερών από τη δημοσίευση της Ανακοινώσεως στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, οι υπάλληλοι των Δήμων που ανήκαν στους κλάδους ΠΕ, TE και ΔΕ Δημοτικής Αστυνομίας και έχουν τεθεί σε διαθεσιμότητα κατ’ εφαρμογή του άρθρου 81 του ν. 4172/2013 (ο αριθμός των οποίων ανέρχεται σε περίπου 3.500) να υποβάλουν στις Διευθύνσεις Διοικητικού/Προσωπικού των Δήμων, στους οποίους ανήκε η κατεχόμενη από αυτούς οργανική ή προσωποπαγή θέση, «Αίτηση- Υπεύθυνη Δήλωση» για τη μετάταξή τους με σειρά προτίμησης των φορέων που επιθυμούν να μεταταχθούν. Περαιτέρω, κλήθηκαν οι Διευθύνσεις Διοικητικού/Προσωπικού των Δήμων, εντός προθεσμίας δέκα (10) ημερών από τη λήξη της προθεσμίας υποβολής των «Αιτήσεων- Υπεύθυνων Δηλώσεων» των υπαλλήλων, να συντάξουν με ευθύνη τους πίνακες συνδρομής κριτηρίων των ως άνω υπαλλήλων και να τους αποστείλουν στο ΑΣΕΠ, προκειμένου οι υπάλληλοι να διατεθούν και τοποθετηθούν στους φορείς υποδοχής της παρούσας Ανακοίνωσης, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στην υπ’ αριθμ. ΔΙΠΙΔΔ/Β.2/3/οικ.22274/9.8.2013 απόφαση του Υπουργού Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και στις υπ’ αριθμ. 6000/2/234−γ΄/17.10.2013 και 90894/18.10.2013 κοινές υπουργικές αποφάσεις. Εξάλλου, στην ίδια υπ’ αριθμ. 31890/25.11.2013 υπουργική απόφαση προσαρτώνται οι πίνακες με τη σειρά προτεραιότητας των φορέων υποδοχής, τον αριθμό των υπαλλήλων που πρόκειται να διατεθεί σε κάθε φορέα ανά κατηγορία, κλάδο ή και ειδικότητα, καθώς και τα απαιτούμενα για κάθε θέση προσόντα. Πρόκειται για 2.858 κενές οργανικές θέσεις των κατηγοριών ΠΕ/ΤΕ και ΔΕ σε διάφορες (κεντρικές και περιφερειακές) υπηρεσίες των ακόλουθων, κατά σειρά προτεραιότητας, φορέων υποδοχής: Υπουργείο Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (για τα ανά την επικράτεια καταστήματα κράτησης), Υπουργείο Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη (για την Ελληνική Αστυνομία), Υπουργείο Οικονομικών (για τη Γενική Γραμματεία Εσόδων), Υπουργείο Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας (για τη Γενική Γραμματεία Εμπορίου) και Γενική Γραμματεία Πληθυσμού και Κοινωνικής Συνοχής (για τα κατά τόπους Τμήματα Αλλοδαπών και Μετανάστευσης των οικείων Αποκεντρωμένων Διοικήσεων). Ακολούθως, την 29.11.2013 εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. ΔΙΠΙΔ/Β.2/Δ/83/οικ.32170 εγκύκλιος του Υπουργού Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, με τίτλο «Οδηγίες για την κινητικότητα των Δημοτικών Αστυνομικών που έχουν τεθεί σε διαθεσιμότητα» (αναρτηθείσα στη «Διαύγεια», με Αριθμό Διαδικτυακής Ανάρτησης-ΑΔΑ- ΒΛ12Χ-Φ91). Με την εν λόγω εγκύκλιο περιγράφεται η τηρητέα διαδικασία για την ολοκλήρωση της κινητικότητος των υπαλλήλων των κλάδων ΠΕ, ΤΕ και ΔΕ της Δημοτικής Αστυνομίας. Μεταξύ άλλων, στην εν λόγω εγκύκλιο επισημαίνεται (σελ. 11) ότι «[η] διαδικασία πρόσληψης των υποψηφίων ως ειδικού ένστολου προσωπικού της Δημοτικής Αστυνομίας κατά την οποία υπήρχε η δυνατότητα άσκησης ένστασης ενώπιον του ΑΣΕΠ, σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 2 του ν. 3812/2009 συγκαταλέγεται στις “λοιπές διαδικασίες υπό τον έλεγχο του ΑΣΕΠ” της υπ’ αριθμ. ΔΙΠΙΔΔ/Β.2/3/οικ.22274/9.8.2013 απόφασης του Υπουργού Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης (Β΄ 1992)».
23. Επειδή, κατά την έννοια των συνταγματικών διατάξεων που παρατίθενται στην ένατη σκέψη και των νόμων που παρατίθενται στη δέκατη σκέψη, η Ελληνική Αστυνομία (ΕΛ.ΑΣ.) αποτελεί κλάδο των σωμάτων ασφαλείας επιφορτισμένο με την τήρηση της δημοσίας τάξεως και ασφαλείας, την πρόληψη και την καταστολή του εγκλήματος και των παραβάσεων της εν γένει νομοθεσίας, αρμοδιότητες που είναι αναπόσπαστες από τον πυρήνα της κρατικής εξουσίας. Για τον λόγο αυτό, άλλωστε, και οι υπηρετούντες στην ΕΛ.ΑΣ. υπάγονται σε ιδιαίτερο “εξουσιαστικό καθεστώς” που συνεπάγεται ειδικούς πρόσθετους περιορισμούς των ατομικών τους δικαιωμάτων και σε ιδιαίτερους κανόνες πειθαρχίας κατ’ απόκλιση από το γενικώς ισχύον καθεστώς στους υπηρετούντες στη Δημόσια Διοίκηση. Και ναι μεν είναι δυνατή, η ανάθεση ορισμένων από τις αρμοδιότητες της ΕΛ.ΑΣ. και κυρίως αυτών που ανάγονται στην τήρηση της εν γένει νομοθεσίας με πράξη του κοινού νομοθέτη σε άλλα όργανα της Δημοσίας Διοικήσεως, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και οι υπάλληλοι των Ο.Τ.Α., και πάντως όχι οι ιδιώτες (ΣΕ 1934/1998 Ολομ., 3946/2002, 1879/2012) πλην, όμως, και στην περίπτωση αυτή, είναι δυνατή και συνταγματικώς επιτρεπτή, μετά από διαφορετική εκτίμηση των περιστάσεων, η επαναφορά των αρμοδιοτήτων αυτών στα όργανα της ΕΛ.ΑΣ. με νεότερη νομοθετική ρύθμιση, χωρίς παραλλήλως και αναγκαίως να προβλέπεται η διατήρηση στην υπηρεσία των υπαλλήλων των Ο.Τ.Α., οι οποίοι ήταν επιφορτισμένοι με την άσκησή τους. Ειδικώτερα, η κατάργηση της ασκούσης αρμοδιότητες, που απεσπάσθησαν τμηματικώς και περιστασιακώς από την ΕΛ.ΑΣ., Δημοτικής Αστυνομίας, η οποία αποτελεί υπηρεσιακή μονάδα των Ο.Τ.Α. - όπως συνέβη στην προκειμένη περίπτωση, κατά τα εκτενώς αναφερόμενα σε προηγούμενες σκέψεις – και η εκ νέου ανάθεσή τους στην πρώτη (ΕΛ.ΑΣ.) δεν προσκρούει στην διάταξη του άρθρου 102 του Συντάγματος, εφ’ όσον με τις διατάξεις των παρ. 1 και 2 του άρθρου αυτού δεν καθιερώνεται υπέρ των οργανισμών τοπικής αυτοδιοικήσεως αυτονομία, ούτε εξουσία να θέτουν αυτοτελώς κανόνες δικαίου, αλλά παρέχεται σ’ αυτούς μόνον αυτοδιοίκηση, ήτοι εξουσία να αποφασίζουν επί των τοπικών υποθέσεων με δικά τους όργανα, εντός των πλαισίων των γενικών κανόνων, οι οποίοι διέπουν την οργάνωση και λειτουργία τους και των οποίων η θέσπιση ανήκει στην νομοθετική εξουσία ή στην κατ’ εξουσιοδότηση αυτής νομοθετούσα Διοίκηση, καθόσον σ’ αυτήν ανήκει και η οργάνωση οποιασδήποτε δημόσιας υπηρεσίας, κρατικής ή αυτοδιοικούμενης και μάλιστα εν προκειμένω υπηρεσίας εντασσομένης στον πυρήνα της κρατικής εξουσίας (ΣΕ 1809/1983 Ολομ., 1427/1981 Ολομ., 371/1985 Ολομ., 1397/1995 7μ.). Εξάλλου, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 102 παρ. 2 και 4 και 103 παρ. 4 και 6 του Συντάγματος, συνάγεται ότι η καθιερούμενη με την παρ. 2 του άρθρου 102 του Συντάγματος διοικητική αυτοτέλεια των οργανισμών τοπικής αυτοδιοικήσεως πρώτου βαθμού, έναντι της κρατικής διοικήσεως περιλαμβάνει την κατοχύρωση του διοικητικού έργου των οργανισμών αυτών, όχι όμως και την εξουσία να αποφασίζουν με δικά τους όργανα για θέματα όπως αυτά της υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων τους, τα οποία δεν συνιστούν τοπική υπόθεση (ΣτΕ 4077/2009 7μ.). Υπό τα δεδομένα αυτά, και εφ’ όσον η θέση σε διαθεσιμότητα των υπαλλήλων της Δημοτικής Αστυνομίας δεν συνιστά τοπική υπόθεση, δεν δύναται να γίνει δεκτό ότι το μέτρο αυτό θίγει καθ’ οιονδήποτε τρόπο τη διοικητική αυτοτέλεια των Ο.Τ.Α., κατά παράβαση των ανωτέρω συνταγματικών διατάξεων. Περαιτέρω, οι ρυθμίσεις του ν. 4172/2013 περί καταργήσεως της Δημοτικής Αστυνομίας δεν προσκρούουν ούτε στη διάταξη του άρθρου 103 του Συντάγματος, διότι εν προκειμένω, όπως αναφέρθηκε προηγουμένως, η κατάργηση αυτή υπαγορεύθηκε από την μεταβολή αντιλήψεων του νομοθέτη ως προς τον τρόπο οργανώσεως δημοσίας υπηρεσίας της οποίας οι αρμοδιότητες εντάσσονται στον πυρήνα της κρατικής λειτουργίας, αλλά και από επιτακτικούς δημοσιονομικούς λόγους (πρβλ. ΣΕ 3354/2013 Ολομ.) λαμβανομένου υπ’ όψη και του ότι οι υπηρετούντες στην Δημοτική Αστυνομία τελούσαν επίσης υπό ιδιαίτερο καθεστώς προσλήψεως εξαιρούμενο κατ’ αρχήν από τον έλεγχο του ΑΣΕΠ (στο οποίο άλλωστε προεβλέπετο από τα σχετικά προεδρικά διατάγματα 23/2002 και 135/2006 και σειρά σωματικών και ψυχολογικών δοκιμασιών που προσιδιάζουν σε ασχολούμενους με την τήρηση της δημοσίας τάξεως), αλλά και υπό ιδιαίτερο υπηρεσιακό καθεστώς ακριβώς λόγω της φύσεως των ασκουμένων από αυτούς καθηκόντων (πρβλ ΠΕ 126/2006 Ολομ.), στο οποίο εφαρμοζόταν συμπληρωματικώς μόνον, όπως εκτίθεται σε προηγούμενη σκέψη, το καθεστώς των υπαλλήλων των Ο.Τ.Α. Εξ άλλου, όπως εκτίθεται επίσης σε προηγούμενη σκέψη προβλέπεται και έχει ήδη υλοποιηθεί με την έκδοση των προβλεπομένων κανονιστικών πράξεων η απορρόφηση του μεγαλύτερου μέρους των υπηρετούντων στην καταργουμένη Δημοτική Αστυνομία σε υπηρεσίες της ΕΛ.ΑΣ και των καταστημάτων κρατήσεως του Υπουργείου Δικαιοσύνης, δηλαδή σε υπηρεσίες παρεμφερείς ως προς τα καθήκοντα με τα ήδη ασκούμενα από τους δημοτικούς αστυνομικούς, αλλά και σε υπηρεσίες άλλων Υπουργείων. Μειοψήφησε η Σύμβουλος Αικατερίνη Σακελλαροπούλου, η οποία υπεστήριξε τα εξής: Ο θεσμός της Δημοτικής Αστυνομίας, ο οποίος προβλέπεται από σειρά νομοθετημάτων, εξαίρεται στις σχετικές εισηγητικές εκθέσεις ως βασικό εργαλείο για την εφαρμογή του προγράμματος των τοπικών αρχών και ως θεσμός με μεγάλη κοινωνική χρησιμότητα (βλ. ιδίως εισηγ. έκθεση ν. 3731/2008). Είναι δε και κατά κοινή πείρα γνωστή η αναγκαιότητά του ιδίως στα μεγάλα αστικά κέντρα, διότι συμβάλλει στην εμπέδωση της ασφάλειας και της εμπιστοσύνης στις τοπικές κοινωνίες, ως εκ τούτου τα αορίστως αναφερόμενα στην αιτιολογική έκθεση του ν. 4172/2013, τα οποία δεν συνοδεύονται από οποιαδήποτε τεκμηρίωση ως προς την αξιολόγηση των υπηρεσιών και του προσωπικού της Δημοτικής Αστυνομίας δεν δικαιολογούν τις επίμαχες ρυθμίσεις, οι οποίες, συνεπώς, παραβιάζουν την κατοχυρούμενη στο άρθρο 103 του Συντάγματος αρχή της ορθολογικής οργάνωσης της Δημόσιας Διοίκησης.
25. Eπειδή, εφ’ όσον κατά τα γενόμενα δεκτά στην προηγούμενη σκέψη, οι αφορώσες την Δημοτική Αστυνομία διατάξεις των ν. 4093/2012 και 4172/2013 είναι σύμφωνες με τα άρθρα 102 και 103 του Συντάγματος, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι οι λόγοι ακυρώσεως, καθώς και οι λόγοι των παρεμβάσεων, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα. Ειδικότερα, με την κατάργηση του θεσμού της Δημοτικής Αστυνομίας δεν παραβιάζεται το τεκμήριο αρμοδιότητος υπέρ των Ο.Τ.Α. σε ζητήματα διαχειρίσεως τοπικών υποθέσεων που κατοχυρώνει το άρθρο 102 παρ. 1 του Συντάγματος, όπως υποστηρίζεται στην υπ’ αριθμ. 89/29-1-2014 παρέμβαση, εφ’ όσον η κατάργηση της Δημοτικής Αστυνομίας δεν συνιστά, όπως προαναφέρθηκε τοπική υπόθεση. Για τον ίδιο λόγο είναι απορριπτέος και ο προβαλλόμενος στην ίδια παρέμβαση ισχυρισμός ότι εν όψει της διατάξεως του άρθρου 102 του Συντάγματος ήταν επιβεβλημένη η προηγούμενη γνώμη των εμπλεκομένων οργανισμών τοπικής αυτοδιοικήσεως περί του θέματος της καταργήσεως της Δημοτικής Αστυνομίας. Εξ άλλου, από τα αναφερόμενα στις συζητήσεις στην Βουλή, κατά την ψήφιση του ν. 4172/2013, σε συνδυασμό με το σύνολο των μέτρων τα οποία απεφάσισε το ελληνικό Κράτος στα πλαίσια ανορθώσεως της εθνικής οικονομίας και εξόδου από την οικονομική κρίση, προκύπτει σαφώς η βούληση του νομοθέτη να επαναφέρει τις αρμοδιότητες που ασκούσε η Δημοτική Αστυνομία στην ΕΛ.ΑΣ. στα πλαίσια ορθότερης και αποδοτικότερης οργανώσεως της αστυνομεύσεως εν γένει, ούτως ώστε η επίμαχη κατάργηση να μην παρίσταται αυθαίρετη και να μην ανακύπτει θέμα αντιθέσεως των σχετικών ρυθμίσεων προς το άρθρο 103 του Συντάγματος.
26. Επειδή, προβάλλεται ακολούθως με την αίτηση και τις παρεμβάσεις 73-80/2014 και 89/2014 ότι η κατ’ εφαρμογή του άρθρου 81 του ν. 4172/2013 θέση των αιτούντων και παρεμβαινόντων σε καθεστώς διαθεσιμότητας συνιστά, κατ’ ουσίαν, υποβιβασμό τους, για τον οποίο απαιτείται προηγούμενη κρίση υπηρεσιακού συμβουλίου, ενώ οι ίδιες ρυθμίσεις πλήσσουν τις κατοχυρούμενες στο άρθρο 103 παρ. 4 του Συντάγματος εγγυήσεις μονιμότητος. Κατά το πρώτο σκέλος του, ο λόγος αυτός παρίσταται απορριπτέος ως αβάσιμος, δεδομένου ότι υποβιβασμό συνιστά μόνο η μετάπτωση υπαλλήλων σε θέση κατώτερου βαθμού και όχι η θέση τους σε διαθεσιμότητα, στο πλαίσιο μιας γενικής αναδιοργάνωσης της Δημόσιας Διοίκησης και μετά από κατάργηση των υπηρεσιών, στις οποίες υπηρετούν, εφ’ όσον μάλιστα προβλέπεται μετάταξή τους σε άλλες υπηρεσίες (πρβλ. ΣΕ 3380/1977 Ολομ.). Κατά το δεύτερο σκέλος του, ο ίδιος λόγος είναι επίσης απορριπτέος, δεδομένου ότι η εγγύηση της μονιμότητος προϋποθέτει την ύπαρξη νομοθετημένης θέσεως (ΣΕ2650/1987 Ολομ., 3190/2013).
27. Επειδή, προβάλλεται από τους αιτούντες και τους παρεμβαίνοντες στις υπ’ αριθμ. 73, 74, 75, 76, 77, 78, 79, 80, και 85/2014 παρεμβάσεις ότι το καθεστώς διαθεσιμότητος αποτελεί «ιδιάζουσα μορφή απόλυσης», στο μέτρο που τυχόν μη απορρόφηση των αιτούντων και παρεμβαινόντων υπαλλήλων από άλλο φορέα επιφέρει τη λύση του δημοσίου δικαίου δεσμού τους με τον Ο.Τ.Α., κατά παραβίαση των δικαιωμάτων τους στην ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητάς τους (5 παρ. 1 Σ.) και στην εργασία (άρθρα 5 παρ. 1 και 22 παρ. 1 Σ.). Κατά το τελευταίο αυτό σκέλος του ο προβαλλόμενος λόγος ακυρώσεως παρίσταται απορριπτέος το μεν ως αβάσιμος, δεδομένου ότι το δικαίωμα στην ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας δεν εμπεριέχει αντίστοιχη της εγγυήσεως της μονιμότητος αξίωση του δημοσίου υπαλλήλου στην εις το διηνεκές παροχή υπηρεσιών (ΣΕ 2719, 2722/2003 7μ., 2902/1984), το δε ως ερειδόμενος επί της εσφαλμένης εκδοχής ότι οι μόνιμοι υπάλληλοι απολαμβάνουν το δικαίωμα στην εργασία, φορείς του οποίου όμως είναι μόνο οι απασχολούμενοι με σχέση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου (ΣΕ 4436/2012, 2516/2003 7μ., 389/2000) και όχι οι πρώτοι, ενόψει της ειδικής νομικής σχέσεως που τους συνδέει με το Κράτος και τους Ο.Τ.Α. και των αυστηρών κανόνων που διέπουν τη σχέση αυτή (πρβλ. ΣΕ 2547/1990). Αντίθετη, άλλωστε, ερμηνευτική εκδοχή θα παρεμπόδιζε την ελευθερία του νομοθέτη να προβαίνει, μετά από κυριαρχική εκτίμηση του δημοσίου συμφέροντος, στην αναδιάρθρωση των δημοσίων υπηρεσιών μέσω του εξορθολογισμού του αριθμού του προσωπικού τους, το οποίο συμφέρον, μάλιστα στην συγκεκριμένη περίπτωση είναι , όπως προαναφέρθηκε και εντονώτερο καθ’ όσον η αστυνομία ανάγεται στον πυρήνα της κρατικής εξουσίας Κατά τα λοιπά, ως προς την προβαλλόμενη παραβίαση του άρθρου 5 παρ. 1 του Συντάγματος ο λόγος παρίσταται επίσης απορριπτέος ως αβάσιμος. Και τούτο, διότι εφόσον γίνεται παγίως δεκτό ότι δεν αντίκειται στο Σύνταγμα το μείζον, ήτοι η απόλυση των υπαλλήλων, των οποίων οι οργανικές θέσεις καταργούνται, πολλώ μάλλον δεν αντίκειται στο Σύνταγμα η καθιέρωση ενός μεταβατικού σταδίου διαθεσιμότητος με καταβολή αποδοχών, κατά τη διάρκεια του οποίου θα παρέχεται στους υπαλλήλους, η δυνατότητα να απορροφηθούν από άλλους φορείς, αναλόγως των προσόντων και της υπηρεσιακής τους επάρκειας.
28. Επειδή, προβάλλεται, περαιτέρω, με τις αιτήσεις και τις παρεμβάσεις ότι οι διατάξεις, με τις οποίες οι αιτούντες και παρεμβαίνοντες τέθηκαν σε καθεστώς διαθεσιμότητας, αντίκεινται στις συνταγματικές αρχές της ισότητας και της αξιοκρατίας, διότι η θέσπισή τους δεν υπήρξε το αποτέλεσμα μιας διαδικασίας αξιολόγησης των υπαλλήλων της Δημοτικής Αστυνομίας στη βάση αντικειμενικών και αξιοκρατικών κριτηρίων, αλλά προϊόν εφαρμογής τυχαίων και συμπτωματικών κριτηρίων, τα οποία οδήγησαν σε «ισοπεδωτική» εφαρμογή του μέτρου της διαθεσιμότητος και χωρίς να συντρέχουν αποχρώντες λόγοι δημοσίου συμφέροντος. Τα ανωτέρω προβάλλονται αλυσιτελώς εν όψει του ότι, όπως έγινε προηγουμένως δεκτό, ο νομοθέτης δεν κωλύεται από κάποια συνταγματική διάταξη να καταργήσει την υπηρεσία της Δημοτικής Αστυνομίας, εν τω συνόλω της και να επαναφέρει τις αρμοδιότητές της στην ΕΛ.ΑΣ., εφ’ όσον το κρίνει σκόπιμο στα πλαίσια ορθολογικώτερης οργανώσεως του τομέα αυτού της δημοσίας διοικήσεως.
29. Επειδή, τα περαιτέρω προβαλλόμενα με την αίτηση και τις παρεμβάσεις υπ’ αριθμ. 73-80/2014, 85/2014 και 89/2014 περί αντιθέσεως των διατάξεων του άρθρου 81 του ν. 4172/2013 προς το άρθρο 2 παρ. 1 του Συντάγματος είναι προδήλως αβάσιμα, προεχόντως λόγω της προαναφερθείσης μέριμνας του νομοθέτη για την απορρόφηση του συνόλου, σχεδόν, του τεθέντος σε διαθεσιμότητα προσωπικού.
30. Επειδή, εν όψει των όσων έχουν γίνει δεκτά περί της εννοίας και της συνταγματικότητος των διατάξεων των ν. 4093/2012 και 4172/2013 αλυσιτελώς προβάλλονται με την αίτηση και τις παρεμβάσεις λόγοι ότι οι διατάξεις του άρθρου 81 του ν. 4172/2013 παραβιάζουν την αρχή της αναλογικότητας, αφ’ ενός μεν διότι δεν επελέγη από τον νομοθέτη λύση ηπιότερη από την κατάργηση της Δημοτικής Αστυνομίας, αφ’ ετέρου δε, διότι το μέτρο της διαθεσιμότητος επιφέρει υπέρμετρους περιορισμούς στο δικαίωμά τους στη μονιμότητα και στην ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας, λαμβανομένου υπόψη ότι οι αποδοχές τους περικόπτονται κατά 25% κατά τη διάρκεια της διαθεσιμότητας.
31. Επειδή, ο προβαλλόμενος με την αίτηση και τις παρεμβάσεις υπ’ αριθμ. 73-80/2014 λόγος ότι οι επίμαχες ρυθμίσεις των ν. 4093/2012 και 4172/2013 παραβιάζουν την αρχή της προστατευόμενης εμπιστοσύνης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος διότι η μακροχρόνια διατήρηση της ισχύος ενός ευνοϊκού για ορισμένη κατηγορία προσώπων νομοθετικού καθεστώτος δεν αποτελεί, κατά το Σύνταγμα, πρόσκομμα για τη μεταβολή του, δεδομένου ότι ο συνταγματικός νομοθέτης, όπου θέλησε να θεσπίσει περιορισμούς στο περιεχόμενο της ρυθμιστικής δράσεως του κοινού νομοθέτη εκφράσθηκε ρητά και ειδικά (άρθρο 78 παρ. 2 του Συντάγματος) και, συνεπώς, ένας γενικός περιορισμός της νομοθετικής λειτουργίας που θα στηριζόταν σε μόνο το επισφαλές κριτήριο του ευνοϊκού για ορισμένη κατηγορία προσώπων χαρακτήρα μιας υφισταμένης ρυθμίσεως θα κατέληγε, ενόψει της ευρύτητός του, στη διαιώνισή της και θα οδηγούσε στην παράλυση της δράσεως του νομοθέτη και τη ματαίωση της, κατά το Σύνταγμα, αποστολής του να ρυθμίσει τις έννομες σχέσεις σύμφωνα με τις επιταγές του δημόσιου συμφέροντος, όπως διαμορφώνονται από τις διαρκώς μεταβαλλόμενες συνθήκες (ΣΕ 7/1997 7μ., 12/1999 7μ., 2347, 2705/2000, 3675/2001, 1466/2003, 1434/2005, 1786/2012). Εξ άλλου, ο κοινός νομοθέτης δεν κωλύεται, κατ’ αρχήν, από την συνταγματική αρχή της προστατευόμενης εμπιστοσύνης να εισάγει ρυθμίσεις διαφορετικές από αυτές που ίσχυαν στο παρελθόν και προς τις οποίες έχουν προσαρμοσθεί και αποβλέψει οι διοικούμενοι, έστω και αν θίγονται υφιστάμενα δικαιώματα ή συμφέροντα αυτών, αρκεί η επιχειρούμενη ρύθμιση να χωρεί κατά τρόπο γενικό, απρόσωπο και αντικειμενικό (ΣΕ 2824/2002 Ολ.).
32. Επειδή, προβάλλεται επίσης από τους αιτούντες και παρεμβαίνοντες στις παρεμβάσεις 73-80/2014, και 89/2014 η αντίθεση του μέτρου της διαθεσιμότητας προς το άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου (ΠΠΠ) ΕΣΔΑ, υπό την έννοια της παραβιάσεως των δικαιωμάτων τους νόμιμης προσδοκίας στην απόληψη μισθών και συντάξεων. Ο λόγος αυτός προβάλλεται κατ’ αρχήν απαραδέκτως (προώρως), δεδομένου ότι δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί η διαδικασία απορροφήσεως των τεθέντων σε διαθεσιμότητα υπαλλήλων σε υπηρεσίες της Κεντρικής και Περιφερειακής Διοικήσεως. Ανεξαρτήτως αυτού, ο ίδιος λόγος παρίσταται απορριπτέος ως αβάσιμος, δεδομένου ότι δεν υφίσταται, εν προκειμένω, νόμιμη προσδοκία των αιτούντων στην εις το διηνεκές διατήρηση του υπαλληλικού τους δεσμού, καθόσον α) τόσο υπό τον προηγούμενο Υπαλληλικό Κώδικα (ν. 2683/1999, Α΄ 19, άρθρο 101) όσο και υπό τον ισχύοντα (ν. 3528/2007, Α΄ 26, άρθρο 154) προβλέπεται διαθεσιμότητα ή και απόλυση λόγω καταργήσεως οργανικής θέσεως και β) είναι πάγια η νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας, κατά την οποία ο νομοθέτης είναι ελεύθερος, κατά τις περί μονιμότητος διατάξεις του Συντάγματος, να καταργεί ολόκληρες υπηρεσίες και να απολύει τους υπαλλήλους, των οποίων οι θέσεις επίσης καταργούνται. Επομένως, οι αιτούντες γνώριζαν ή όφειλαν να γνωρίζουν ότι ο διορισμός τους δεν αποκλείει την απόλυσή τους, προϋποθέσεις που είναι απαραίτητες, κατά τη νομολογία του ΕΔΔΑ, για τη διάγνωση δικαιωμάτων προσδοκίας. Εξ άλλου, η έννομη σχέση δημοσίου δικαίου που συνδέει τον υπάλληλο με την υπηρεσία δεν αποτελεί περιουσιακής φύσεως αξίωση και δεν εμπίπτει στην έννοια της περιουσίας, υπό την ειδικότερη εκδοχή της απώλειας δικαιώματος για απόληψη μελλοντικών μισθών (ΣΕ 1533/2013, 4341/2010 7μ., 995-998/2004).
33. Επειδή, προβάλλεται, με την αίτηση και τις παρεμβάσεις υπ’ αριθμ. 73/2014, 74/2014, 75/2014, 76/2014, 77/2014, 78/2014, 79/2014 και 80/2014 ότι η δεύτερη προσβαλλόμενη πράξη, με την οποία οι αιτούντες και οι παρεμβαίνοντες τέθηκαν σε καθεστώς διαθεσιμότητος, αντίκειται στο άρθρο 81 του ν. 4172/2013, διότι σε αυτό δεν προβλέπεται (σε αντίθεση με τα ισχύοντα για τους σχολικούς φύλακες- άρθρο 80 του ν. 4172/2013- και τους εκπαιδευτικούς-άρθρο 82 του ν. 4172/2013) η θέση τους σε διαθεσιμότητα παρά μόνο σε καθεστώς κινητικότητος, κατ’ άρθρο πρώτο παρ. Ζ΄, υποπερ. Ζ.1 του ν. 4093/2012. Ο λόγος αυτός παρίσταται απορριπτέος ως αβάσιμος, δεδομένου ότι στο άρθρο 81 παρ. 1 και 3 γίνεται ρητή παραπομπή στην υποπαρ. Ζ.2., της παρ. Ζ΄, του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, ήτοι σε διατάξεις προβλέπουσες το μέτρο της διαθεσιμότητος. Άλλωστε, στο πλαίσιο του συστήματος των ρυθμίσεων των άρθρων πρώτου παρ. Ζ΄, υποπαρ. Ζ.1 και Ζ.2 και 90-92 του ν. 4172/2013, η κινητικότητα ενός υπαλλήλου προϋποθέτει την προηγούμενη θέση του σε καθεστώς διαθεσιμότητας.
34. Επειδή, τέλος, απαραδέκτως προβάλλονται με την παρέμβαση υπ’ αριθμ. 71/2014 λόγος περί παραβιάσεως του άρθρου 74 του Συντάγματος, με την παρέμβαση υπ’ αριθμ. 85/2014 λόγος περί καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος εκ μέρους του Ελληνικού Δημοσίου κατά παράβαση του άρθρου 25 παρ. 3 του Συντάγματος και με την παρέμβαση υπ’ αριθμ. 89/2014 λόγος περί παραβιάσεως του άρθρου 4 του Μέρους ΙΙ του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Χάρτη, εφόσον με αυτούς τίθενται ζητήματα που δεν τίθενται με την αίτηση που εισήχθη στην Ολομέλεια κατ’ εφαρμογή του θεσμού της πρότυπης δίκης του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3900/2010.
Διά ταύτα
Απορρίπτει την κρινόμενη αίτηση και τις παρεμβάσεις
Διατάσσει την κατάπτωση του κατατεθέντος παραβόλου
Επιβάλλει συμμέτρως στους αιτούντες την δικαστική δαπάνη του Δήμου Ηρακλείου Κρήτης, ανερχόμενη σε τετρακόσια εξήντα (460) ευρώ.
Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 17 Μαρτίου 2014 και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 9ης Ιανουαρίου 2015.
Ο Πρόεδρος Η Γραμματέας


Σωτ. Αλ. Ρίζος Μ. Παπασαράντη
Αρχή
 10 ΣτΕ 17/2015 (Ολομέλεια)
19/1/2015
Οδηγίες για την κινητικότητα των Δημοτικών Αστυνομικών που έχουν τεθεί σε διαθεσιμότητα - Καθορισμός της διαδικασίας επιλογής των προς μετάταξη ή μεταφορά υπαλλήλων, των κριτηρίων επιλογής και κατάταξής τους καθώς και του τρόπου μοριοδότησής τους

Αριθμός 17/2015
ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ
ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 7 Φεβρουαρίου 2014, με την εξής σύνθεση: Σωτ. Ρίζος, Πρόεδρος, Αθ. Ράντος, Ν. Ρόζος, Αντιπρόεδροι του Συμβουλίου της Επικρατείας, Δ. Μαρινάκης, Αικ. Σακελλαροπούλου, Μ.-Ελ. Κωνσταντινίδου, Μ. Γκορτζολίδου, Ε. Αντωνόπουλος, Α. Ντέμσιας, Σπ. Χρυσικοπούλου, Μ. Παπαδοπούλου, Ε. Κουσιουρής, Κ. Φιλοπούλου, Θ. Αραβάνης, Α. Χλαμπέα, Π. Μπραΐμη, Σ. Βιτάλη, Β. Κίντζιου, Θ. Τζοβαρίδου, Σύμβουλοι, Κ. Λαζαράκη, Σπ. Καρύδα, Μ. Μπαμπίλη, Πάρεδροι. Από τους ανωτέρω οι Σύμβουλοι Μ. Γκορτζολίδου και Σ. Βιτάλη καθώς και η Πάρεδρος Κ. Λαζαράκη μετέχουν ως αναπληρωματικά μέλη, σύμφωνα με το άρθρο 26 παρ. 2 του ν. 3719/2008. Γραμματέας η Μ. Παπασαράντη.
Για να δικάσει την από 6 Δεκεμβρίου 2013 αίτηση:
των: 1. Μαρίας Αντωνοπούλου του Δημητρίου κ.λπ. .............

κατά του Υπουργού Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, ο οποίος παρέστη με τη Μεταξία Ανδροβιτσανέα, Νομική Σύμβουλο του Κράτους,
και κατά των παρεμβαινόντων: Α) 1. Σπυρίδωνος Αγιώτη του Ελλάδιου-Νικόλαου κ.λπ. .............
Η πιο πάνω αίτηση εισάγεται στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου, κατόπιν της από 18 Δεκεμβρίου 2013 πράξης του Προέδρου του Συμβουλίου της Επικρατείας, λόγω της σπουδαιότητάς της, σύμφωνα με τα άρθρα 14 παρ. 2 εδάφ. α, 20 και 21 του Π.Δ. 18/1989.
Με την αίτηση αυτή οι αιτούντες επιδιώκουν να ακυρωθούν: α) η υπ’ αριθμ. ΔΙΔΑΔ/48Α/58/οικ.29040/23.10.2013 απόφαση του Υπουργού Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, β) η ΔΙΠΙΔ/Β.2/Δ/83/οικ.32170/29.11.2013 απόφαση του ίδιου πιο πάνω Υπουργού και κάθε άλλη σχετική πράξη ή παράλειψη της Διοικήσεως.
Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως του εισηγητή, Συμβούλου Ε. Αντωνόπουλου.
Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τον πληρεξούσιο των αιτούντων, ο οποίος ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους ακυρώσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση, τους πληρεξουσίους των παρεμβαινόντων και την αντιπρόσωπο του Υπουργού, οι οποίοι ζήτησαν την απόρριψή της.
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου κ α ι
Αφού μελέτησε τα σχετικά έγγραφα
Σκέφθηκε κατά το Νόμο
1. Επειδή, για την άσκηση της κρινομένης αιτήσεως έχει καταβληθεί το νόμιμο παράβολο (υπ’ αριθμ. 3744841, 1325757/2013 ειδικά γραμμάτια παραβόλου).
2. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση οι αιτούντες, όλοι τους υπό διαθεσιμότητα τελούντες δημοτικοί αστυνομικοί όλων των κλάδων (ΠΕ23/ΤΕ23/ΔΕ23) και υπηρετούντες στη Δημοτική Αστυνομία διαφόρων Δήμων της Χώρας, ζητούν την ακύρωση α) της υπ’ αριθμ. ΔΙΠΙΔ/Β.2/Δ/83/οικ.32170/29.11.2013 πράξεως του Υπουργού Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, με τίτλο «Οδηγίες για την κινητικότητα των Δημοτικών Αστυνομικών που έχουν τεθεί σε διαθεσιμότητα (αναρτηθείσα στον ιστότοπο «Διαύγεια», Αριθμός Διαδικτυακής Κατάθεσης - ΑΔΑ-ΒΛ12Χ-Φ91), και β) της υπ’ αριθμ. ΔΙΔΑΔ/48Α/58/οικ.29040/23.10.2013 αποφάσεως του ίδιου ως άνω Υπουργού, με τίτλο «Τροποποίηση της υπ’ αριθμ. ΔΙΠΙΔΔ/Β.2/3/ οικ.22274/9.8.2013 (ΦΕΚ 1992/Β/14.8.2013) Απόφασης του Υπουργού Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης με θέμα “Καθορισμός της διαδικασίας επιλογής των προς μετάταξη ή μεταφορά υπαλλήλων, των κριτηρίων επιλογής και κατάταξής τους καθώς και του τρόπου μοριοδότησής τους”» (Β΄ 2757/29.10.2013). Η ακύρωση των πράξεων αυτών ζητείται κατά το μέρος τους εκείνο, με το οποίο προβλέπεται ότι, στο πλαίσιο της προβλεπόμενης κατά το στάδιο της κινητικότητος αξιολογήσεως του συνόλου των τεθέντων σε διαθεσιμότητα δημοτικών αστυνομικών, δικαιούνται είκοσι (20) επιπλέον μόρια όσοι προσελήφθησαν στη Δημοτική Αστυνομία με «λοιπές διαδικασίες υπό τον έλεγχο του ΑΣΕΠ», δηλ. με διαδικασίες, στο πλαίσιο των οποίων προβλέπεται ένσταση ενώπιον της ανεξάρτητης αυτής αρχής, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 2 παρ. 3 του ν. 3812/2009 (Α΄ 234).
3. Επειδή, η υπόθεση εισάγεται προς εκδίκαση ενώπιον της Ολομελείας του Συμβουλίου της Επικρατείας κατόπιν της από 18-12-2013 πράξεως του Προέδρου του Συμβουλίου της Επικρατείας λόγω σπουδαιότητος σύμφωνα με τα άρθρα 14 παρ. 2 εδαφ. α΄, 20 και 21 του π.δ. 18/1989 και 34 του ν. 3772/2009.
4. Επειδή, από τους αιτούντες η 289η (Μαργαρίτα Βιντζηλαίου και όχι Ζιτζιλαίου, ως εκ προφανούς παραδρομής αναγράφεται στο δικόγραφο) έχει καταθέσει (αυτοπροσώπως) στη Γραμματεία του Δικαστηρίου δήλωση παραιτήσεως από την κρινόμενη αίτηση (Π.7651/10.12.2013), την οποία (δήλωση) υπογράφει η ίδια. Συνεπώς, ως προς τη διάδικο αυτήν η δίκη πρέπει να κηρυχθεί καταργημένη σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 30 παρ. 1 του π.δ/τος 18/1989 (Α΄ 8).
5. Επειδή, από τους λοιπούς αιτούντες η 2η (Α. Παπαδογεωργοπούλου), ο 54ος (Γ. Αγγέλου), ο 65ος (Γ. Σιδηρόπουλος), ο 110ος (Ε. Ρέντας), η 113η (Ε. Πελεκάνου), ο 116ος (Ε. Βαγενάς), ο 118ος (Ε. Σιφνάκης), η 123η (Η. Πυρλή), ο 136ος (Ι. Δημητριάδης), ο 153ος (Κ. Μιχαηλίδης), ο 160ος (Κ. Δραμισιώτης), ο 161ος (Κ. Κανέλλος), ο 164ος (Κ. Μάργαρης), ο 174ος (Λ. Σοφούρης), η 189η (Μ. Ιωαννίδη), ο 193ος (Μ. Ζαφείρης), ο 209ος (Ν. Σύρπας), ο 224ος (Π. Παναγιωτάς), ο 226ος (Π. Παναγόπουλος), ο 234ος (Π. Λυμπέρης), ο 235ος (Π. Ποταμιάνος), ο 253ος (Σ. Ράπτης), ο 259ος (Σ. Λουτράδης), ο 262ος (Χ. Γιαννόπουλος), ο 270ος (Χ. Χατζησάββας), ο 277ος (Α. Γκιόρτος), ο 279ος (Χ. Σταυρόπουλος), ο 323ος (Σ. Σπυρόπουλος), η 325η (Α. Κάκκα), η 330η (Σ. Γαρούφαλη), η 335η (Μ. Γκίκα), η 339η (Ε. Πολυγένη), ο 343ος (Ε. Κακαβούλιας), ο 354ος (Ι. Πρωτόπαππας), ο 356ος (Χ. Μπόκιας), η 384η (Γ. Τσαλίκη), ο 385ος (Ι. Ρωσσόπουλος), ο 386ος (Γ. Κιρμπουγιούκης), ο 388ος (Ι. Τσαμπαλάκης), η 389η (Χ. Γρηγοριάδου), η 390η (Α. Μαυρουδή), ο 391ος (Α. Χαραλαμπίδης), η 400η (Μ. Μαθιού), ο 401ος (Σ. Καρδαράς), ο 402ος (Ε. Αβραμάκης), ο 403ος (Ο. Χριστοδουλάκης) και ο 404ος (Σ. Ζωάννος) δεν νομιμοποίησαν τον δικηγόρο που υπογράφει το δικόγραφο με κάποιο από τους τρόπους που περιγράφονται στο άρθρο 27 παρ. 1 του π.δ. 18/1989 (Α 8), όπως ισχύει. Συνεπώς, ως προς τους αιτούντες αυτούς η κρινόμενη αίτηση είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη για έλλειψη νομιμοποιήσεως σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 27 παρ. 1 του π.δ. 18/1989.
6. Επειδή, στη δίκη παρεμβαίνουν υπέρ του κύρους των προσβαλλόμενων πράξεων και με ιδιαίτερο, κοινό δικόγραφο, 238 τελούντες σε καθεστώς διαθεσιμότητας δημοτικοί αστυνομικοί του Δήμου Αθηναίων, οι οποίοι διορίσθηκαν το έτος 2010, κατόπιν διαγωνισμού διεπομένου από τις ρυθμίσεις του άρθρου 2 παρ. 3 του ν. 3812/2009, ήτοι διαγωνισμού, στο πλαίσιο του οποίου ασκήθηκαν ενστάσεις ενώπιον του ΑΣΕΠ. Από τους παρεμβαίνοντες αυτούς ο 7ος (Α. Αποστολόπουλος), ο 13ος (Ε. Αναγνωστόπουλος), ο 42ος (Η. Ζαχαράκης), ο 48ος (Γ. Ιγγλέσης), ο 83ος (Δ. Κοντονάσιος), ο 86ος (Σ. Κορκιδάκης), ο 90ος (Π. Κουτσιανάς), η 96η (Ε. Κριτσέλη), ο 113ος (Γ. Λυτρίβης), ο 114ος (Γ. Λαγουβάρδος), ο 117ος (Ε. Μαντζάρας), η 127η (Μ.-Ε. Μπακαρά), ο 128ος (Ε. Μπασινάς), ο 137ος (Χ. Ξουρής), ο 154ος (Κ. Πλατής), ο 156ος (Α. Πουλής), ο 179ος (Γ. Συναχείρης), ο 180ος (Ι. Συρίγος), ο 184ος (Π. Τσατσαρής), η 212η (Ε. Δερμετζίδου), ο 218ος (Η. Γρίβας), ο 223ος (Σ. Βαγγάλης), ο 226ος (Α. Ζαχαρόπουλος), η 228η (Α. Μπακίρη), ο 236ος (Γ. Μουρουτσός) και ο 237ος (Φ. Καραγιάννης) δεν νομιμοποίησαν τον δικηγόρο που υπογράφει το δικόγραφο με κάποιο από τους τρόπους που περιγράφονται στο άρθρο 27 παρ. 1 του π.δ. 18/1989 (Α΄ 8), όπως ισχύει και, επομένως ως προς τους παρεμβαίνοντες αυτούς η παρέμβαση είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη ελλείψει νομιμοποιήσεως. Η παρέμβαση αυτή ως προς τους λοιπούς νομιμοποιηθέντες ασκείται μετ’ εννόμου συμφέροντος, συνισταμένου στη διατήρηση σε ισχύ των ευνοϊκών γι’ αυτούς κανονιστικών ρυθμίσεων που προβλέπουν τη μοριοδότησή τους με 20 μόρια κατά την αξιολόγησή τους στο πλαίσιο της κινητικότητος.
7. Επειδή, με τις υπ’ αριθμ. 86/2014 και 126/2014 παρεμβάσεις αντιστοίχως του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 2479/1997 (Α΄ 67) παρεμβαίνουν παραδεκτώς κατά την διάταξη αυτή στην παρούσα δίκη, με την μεν πρώτη από αυτές 4 σε διαθεσιμότητα τελούντες δημοτικοί αστυνομικοί, και με την δεύτερη το σωματείο με την επωνυμία «ΣΩΜΑΤΕΙΟ ΔΗΜΟΤΙΚΩΝ ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΩΝ ΑΘΗΝΑΣ» και τα μέλη του Διοικητικού του Συμβουλίου (10 τον αριθμό, εκ των οποίων νομιμοποιήθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου τα 8, ενώ ο 4ος και 9ος από αυτούς δεν νομιμοποιήθηκαν) ισχυριζόμενοι ότι έχουν ασκηθεί από αυτούς και εκκρεμούν ενώπιον του Δικαστηρίου αιτήσεις ακυρώσεως κατά των αυτών πράξεων του Υπουργού Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, στις οποίες τίθενται τα ίδια ζητήματα που θέτει και η κρινόμενη αίτηση.
8. Επειδή, η δεύτερη προσβαλλόμενη, υπ’ αριθμ. ΔΙΔΑΔ/48Α/58/ οικ.29040/23.10.2013 απόφαση του Υπουργού Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης έχει ως εκ του περιεχομένου της κανονιστικό χαρακτήρα, διότι με αυτήν ρυθμίζονται ουσιαστικά και διαδικαστικά ζητήματα της κινητικότητος, δηλαδή μείζονος σπουδαιότητος ζητήματα οργανώσεως των δημοσίων υπηρεσιών, για την επίλυση των οποίων η αρμοδιότητα δεν έχει ανατεθεί κατά νόμον στα Διοικητικά Εφετεία, τα οποία, κατ’ άρθρο 1 του ν. 702/1977 (Α΄ 268) επιλαμβάνονται μόνο επί διαφορών αναφυομένων από την έκδοση ατομικών πράξεων σχετικών με την υπηρεσιακή κατάσταση των υπαλλήλων του Δημοσίου και των Ο.Τ.Α.. Κατά συνέπεια, και ενόψει της σπουδαιότητος των εν λόγω διαφορών (πρβλ. ΣΕ 671-8/2013 Ολομ., ΣΕ 3919/2010 Ολομ.), αρμοδίως επιλαμβάνεται της κρινομένης αιτήσεως το Συμβούλιο της Επικρατείας ως προς τη δεύτερη προσβαλλόμενη πράξη. Τα ανωτέρω ισχύουν και ως προς την πρώτη προσβαλλόμενη πράξη (υπ’ αριθμ. ΔΙΠΙΔ/Β2/Δ/83/ οικ32170/29-11-2013 πράξη του Υπουργού Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης), η οποία, ανεξαρτήτως της φύσεώς της, αν δηλαδή πρόκειται για κανονιστική πράξη ή ερμηνευτική εγκύκλιο συνάπτεται στενώς προς τη δεύτερη προσβαλλόμενη υπουργική απόφαση (πρβλ. ΣΕ 211/2013). Και τούτο διότι οι δύο προσβαλλόμενες αποφάσεις είναι συναφείς μεταξύ τους, καθόσον και οι δύο αναφέρονται στα ίδια ζητήματα της διαδικασίας κινητικότητος των δημοτικών αστυνομικών (η μεν δεύτερη αφορά στην κινητικότητα όλων των υπαλλήλων που τίθενται σε διαθεσιμότητα, η δε πρώτη ειδικά στην κινητικότητα των δημοτικών αστυνομικών), κατατείνοντας στο ίδιο αποτέλεσμα, ήτοι στην ολοκλήρωση της εν λόγω διαδικασίας (πρβλ. ΣΕ 350/2011 7μ., 1461/1995 Ολομ.). Ως συναφείς και συμπροσβαλλόμενες πρέπει να θεωρηθούν οι προγενέστε¬ρες των προσβαλλομένων: α) η κοινή υπουργική απόφαση υπ’ αριθμ. 600/2/234-γ/15-10-2013 των Υπουργών Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη (Β΄ 2631/17-10-2013) για τον καθορισμό των προσόντων, των προϋποθέσεων και της διαδικασίας αξιολογήσεως και εντάξεως των δημοτικών αστυνομικών στην ΕΛ.ΑΣ. β) η κοινή υπουργική απόφαση υπ’ αριθμ. 90894 των Υπουργών Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (Β΄ 2655/18-10-2013) για τον καθορισμό των προσόντων, προϋποθέσεων και την διαδικασία αξιολογήσεως και εντάξεως των δημοτικών αστυνομικών σε κλάδους των καταστημάτων κράτησης και γ) η υπ’ αριθμ. 31890/25-11-2013 απόφαση του Υπουργού Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης (Β΄ 2999/26-11-2013), με την οποία κατανέμονται οι θέσεις στην ΕΛ.ΑΣ., τα καταστήματα κράτησης και σε άλλες υπηρεσίες διαφόρων Υπουργείων και Γενικών Γραμματειών, οι οποίες θα καταληφθούν από τους σε διαθεσιμότητα τελούντες ς ς που θα υπαχθούν στην διαδικασία κινητικότητος του ν. 4172/2013. Οι ανωτέρω πράξεις, που έχουν κανονιστικό χαρακτήρα ως αφορώσες σε ζήτημα οργανώσεως και στελεχώσεως δημοσίων υπηρεσιών και μνημονεύονται ρητώς στην πρώτη προσβαλλόμενη πράξη της 29-11-2013 είναι συναφείς προς αυτήν αφού ρητώς ρυθμίζουν την διαδικασία και τις προϋποθέσεις κινητικότητος των σε διαθεσιμότητα τελούντων δημοτικών αστυνομικών και επιπλέον γίνεται ρητή παραπομπή από αυτές, μεταξύ άλλων και στο ζήτημα της μοριοδοτήσεως των πρώην δημοτικών αστυνομικών, το οποίο αποτελεί αντικείμενο της παρούσης δίκης διά της αναφοράς στην εφαρμογή και στις διαδικασίες αυτές της υπ’ αριθμ. ΔΙΠΙΔ/Β.2/3/οικ22274/9-8-2013 αποφάσεως του Υπουργού Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Αποκέντρωσης (Β΄ 1992/14-8-2013, η οποία θέσπισε εν γένει το σύστημα αυτό μοριοδοτήσεως. Συνεπώς, οι πράξεις αυτές παραδεκτώς και εμπροθέ¬σμως συμπροσβάλλονται με την κρινόμενη αίτηση (ασκηθείσα την 9-12-2013), αλλά και με προφανές έννομο συμφέρον εκ μέρους των αιτούντων θιγομένων από την προαναφερθείσα ρύθμιση περί μοριοδοτήσεως. Αντιθέτως η πρώτη προσβαλλόμενη με την κρινόμενη αίτηση πράξη στερείται εκτελεστότητος, δεδομένου ότι έχει τον χαρακτήρα ερμηνευτικής εγκυκλίου, παρά τα περί του αντιθέτου προβαλλόμενα από τους αιτούντες, οι οποίοι ισχυρίζονται ότι η πράξη αυτή έχει κανονιστικό χαρακτήρα ως προς δύο σημεία της: α) αυτό, στο οποίο αναφέρεται ότι οι διαδικασίες του άρθρου 2 παρ. 3 του ν. 3812/2009 εμπίπτουν στην έννοια των «λοιπών διαδικασιών υπό τον έλεγχο του ΑΣΕΠ» και β) εκείνο, στο οποίο αναφέρεται ότι είναι δυνατή η μετάταξη σε θέση ανώτερης κατηγορίας πριν από την συμπλήρωση της προβλεπόμενης στον Υπαλληλικό Κώδικα οκταετίας. Οι ισχυρισμοί των αιτούντων είναι απορριπτέοι, διότι η ένταξη των διαδικασιών του άρθρου 2 παρ. 3 του ν. 3812/2009 στις «λοιπές διαδικασίες υπό τον έλεγχο του ΑΣΕΠ», ευρίσκει, προδήλως, έρεισμα στην περίπτωση 4 της υποπαραγράφου Ζ.1 της παρ. Ζ΄ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με την παρ. 2 του άρθρου 91 του ν. 4172/2013, στην οποία και απαριθμούνται, κατά τρόπο ενδεικτικό, οι μοριοδοτούμενοι τρόποι εισαγωγής. Ειδικότερα, στις ως άνω διατάξεις ορίζεται ότι «[τ]ο τριμελές ειδικό υπηρεσιακό συμβούλιο λαμβάνει υπόψη τον τρόπο εισαγωγής στους φορείς της παραγράφου 1 του άρθρου 90, και ιδίως αν πρόκειται … για διαδικασία που εποπτεύει το ΑΣΕΠ…». Η ενδεικτική αυτή απαρίθμηση, σε συνδυασμό με την αναφορά σε «εποπτεία» του ΑΣΕΠ, δεν σημαίνει τον περιορισμό του πεδίου εφαρμογής της ρυθμίσεως αποκλειστικά στις διαδικασίες του άρθρου 18 του ν. 2190/1994, το οποίο, επομένως, περιλαμβάνει και εκείνες τις διαδικασίες που προβλέπονται σε ειδικούς νόμους, όπως ο ν. 3812/2009. Υπέρ της ερμηνευτικής αυτής εκδοχής συνηγορεί και η προηγούμενη υπ’ αριθμ. ΔΙΠΙΔΔ/Β.2/Δ/10/οικ.22738/19.8.2013 (και μη προσβαλλόμενη) ερμηνευτική εγκύκλιος του Υπουργού Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, «Πρόγραμμα κινητικότητας ν. 4172/2013», στην οποία ρητώς αναφέρεται ότι μεταξύ των μοριοδοτούμενων διαδικασιών προσλήψεων περιλαμβάνονται και εκείνες που διενεργούνται «…από τους φορείς βάσει ειδικών διατάξεων και το ΑΣΕΠ ασκεί τον προβλεπόμενο από τις οικείες διατάξεις έλεγχο». Περαιτέρω, ο ισχυρισμός των αιτούντων ότι απουσιάζει παντελώς ρύθμιση προβλέπουσα ένσταση ενώπιον του ΑΣΕΠ στις διαδικασίες προσλήψεως στη Δημοτική Αστυνομία ερείδεται επί εσφαλμένης εκδοχής. Τούτο δε, διότι η πρώτη προσβαλλόμενη πράξη αναφέρεται στις διαδικασίες του άρθρου 2 παρ. 3 του ν. 3812/2009, τις οποίες, κατά τα προεκτεθέντα, τόσο ο ίδιος ο νομοθέτης όσο και το ΑΣΕΠ θεωρούν ως παρέχουσες μείζονες εγγυήσεις διαφάνειας και αξιοκρατίας (βλ. αιτιολογική έκθεση του ν. 3812/2009 που παρατίθεται κατωτέρω σε επόμενη σκέψη), αποδίδει δε πράγματι την έννοια του νόμου και δεν συνιστά νέα ουσιαστική ρύθμιση, διευρύνοντας με τον τρόπο αυτό το πεδίο εφαρμογής του, αλλά -αντιθέτως- παρέχει διευκρινίσεις σε σχέση με το κανονιστικό του περιεχόμενο (πρβλ. ΣΕ 668/2012 Ολομ., 1283/2012 Ολομ., πρβλ. επίσης ΣΕ 844/2013 7μ., 909/2011 7μ., 503/2011, 840/2001 7μ., 4114/2000, 236/1980 κ.ά.). Τα ίδια ισχύουν και ως προς το δεύτερο σημείο της προσβαλλόμενης πράξεως που, κατά τους αιτούντες, εισάγει νέα ρύθμιση, ήτοι ως προς την αναφορά στη δυνατότητα μετατάξεως υπαλλήλων σε ανώτερη κατηγορία, χωρίς τη συνδρομή της προβλεπόμενης στον Υπαλληλικό Κώδικα οκταετίας. Και τούτο, διότι στην περίπτωση 1 της υποπαραγράφου Ζ.1 της παρ. Ζ΄ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή της με την παρ. 1 του άρθρου 91 του ν. 4172/2013, ορίζεται ότι «[η] μετάταξη ή μεταφορά μπορεί να διενεργείται και σε κενή ή συνιστώμενη θέση συναφούς ή παρεμφερούς κλάδου ή ειδικότητας, της ίδιας ή ανώτερης κατηγορίας, εφόσον ο υπάλληλος κατέχει τα τυπικά προσόντα του κλάδου ή της ειδικότητας στον οποίο μετατάσσεται ή μεταφέρεται», χωρίς να παραπέμπει και στις ρυθμίσεις του Υπαλληλικού Κώδικα ή του Κώδικα Δημοτικών Υπαλλήλων περί μετατάξεων. Επιπλέον, από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με τις λοιπές της υποπαραγράφου Ζ΄ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, συνάγεται ότι η διαδικασία μετατάξεων στο πλαίσιο της κινητικότητος είναι ειδική σε σχέση με την αντίστοιχη γενική διαδικασία μετατάξεων του Υπαλληλικού Κώδικα, η οποία κινείται με πρωτοβουλία του υπαλλήλου (βλ. και την ως άνω αιτιολογική έκθεση του ν. 4093/2012). Κατά τα λοιπά, η δεύτερη προσβαλλόμενη απόφαση (υπ’ αριθμ. ΔΙΔΑΔ/48Α/58/οικ29040/23-10-2013, ΦΕΚ Β΄ 2757/29-10-2013) συνιστά μεν κανονιστική διοικητική πράξη παραδεκτώς προσβαλλό¬μενη με την κρινόμενη αίτηση ακυρώσεως πλην άνευ εννόμου συμφέροντος. Και τούτο, διότι με αυτή συμπληρώνεται απλώς χωρίς να αντικαθίσταται και, μάλιστα, κατά τρόπο μη βλαπτικό για τους αιτούντες η υπ’ αριθμ. ΔΙΠΙΔΔ/Β.2/3/οικ.22274/9.8.2013 απόφαση του Υπουργού Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, με την οποία καθορίσθηκαν το πρώτον η διαδικασία επιλογής των προς μετάταξη ή μεταφορά υπαλλήλων, τα κριτήρια επιλογής και κατάταξής τους και ο τρόπος μοριοδοτήσεώς τους. Η συμπλήρωσή της συνίσταται στη μοριοδότηση και μόνων εκείνων των υπαλλήλων που έχουν επιτύχει εξαιρετική διάκριση σε αθλητικές διοργανώσεις. Με το περιεχόμενό της αυτό, όμως, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν επιφέρει δυσμενείς έννομες συνέπειες εις βάρος των αιτούντων, οι οποίοι δεν αμφισβητούν την συγκεκριμένη μοριοδότηση αλλά εκείνη των συναδέλφων τους που προσελήφθησαν το 2010, δηλαδή κατόπιν διαδικασιών «υπό τον έλεγχο του ΑΣΕΠ». Εκ τούτου παρέπεται, ότι η τυχόν ακύρωσή της δεν θα οδηγούσε σε άρση των πράγματι βλαπτικών γι’ αυτούς εννόμων συνεπειών (ΣΕ 922/2012 Ολομ., 2962/2012).
9. Επειδή, οι αιτούντες παραδεκτώς ομοδικούν, προβάλλοντας κοινούς λόγους ακυρώσεως, οι οποίοι ερείδονται επί της αυτής νομικής και πραγματικής βάσεως.
10. Επειδή, η διάταξη της παρ. 7 του άρθρου 103 του Συντάγματος, που προστέθηκε με το από 6.4.2001 Ψήφισμα της Ζ Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων (Α' 84), ορίζει ότι : «Η πρόσληψη υπαλλήλων στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσια τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, πλην των περιπτώσεων της παραγράφου 5, γίνεται είτε με διαγωνισμό, είτε με επιλογή σύμφωνα με προκαθορισμένα και αντικειμενικά κριτήρια και υπάγεται στον έλεγχο ανεξάρτητης αρχής, όπως νόμος ορίζει. Νόμος μπορεί να προβλέπει ειδικές διαδικασίες επιλογής που περιβάλλονται με ειδικές εγγυήσεις διαφάνειας και αξιοκρατίας ή ειδικές διαδικασίες επιλογής προσωπικού για θέσεις το αντικείμενο των οποίων περιβάλλεται από ειδικές συνταγματικές εγγυήσεις ή προσιδιάζει σε σχέση εντολής». Περαιτέρω, στην παρ. 6 του άρθρου 118 του Συντάγματος, που προστέθηκε με το ίδιο Ψήφισμα, ορίζεται ότι «προβλεπόμενες ή διατηρούμενες στο νόμο 2190/1994, όπως αυτός ισχύει, εξαιρέσεις από την αρμοδιότητα του Ανωτάτου Συμβουλίου Επιλογής Προσωπικού εξακολουθούν να ισχύουν».
11. Επειδή, κατ’ εξουσιοδότηση των διατάξεων της παρ. 8 του άρθρου 11 του ν. 2503/1997 (φ. Α΄ 107) και της παρ. 1 του άρθρου 26 του ν. 2819/2000 εξεδόθη αρχικώς το προεδρικό διάταγμα 23/2002, με τίτλο «Αρμοδιότητες, σύστημα πρόσληψης, προσόντα, καθήκοντα, δικαιώματα και υποχρεώσεις του προσωπικού της Αστυνομίας» (Α΄ 19), στο οποίο ορίζονται και τα εξής: «άρθρο 1 (Διάκριση Προσωπικού): 1. Το προσωπικό της Αστυνομίας διακρίνεται α) σε ειδικό ένστολο και β) σε επιστημονικό και υποστηρικτικό προσωπικό, το οποίο απαρτίζεται, κυρίως, από μηχανικούς, επόπτες υγείας, προσωπικό διοικητικής υποστήριξης και βοηθητικό προσωπικό. 2. Οι θέσεις του προσωπικού της Αστυνομίας της προηγούμενης παραγράφου συνιστώνται με τον Οργανισμό Εσωτερικής Υπηρεσίας του οικείου Δήμου σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του Νόμου 1188/1981 (Α΄ 204), όπως ισχύει κάθε φορά. 3. Το ειδικό ένστολο προσωπικό της Αστυνομίας κατατάσσεται σε κατηγορίες και κλάδους ΠΕ23, ΤΕ23 και ΔΕ23. ... Το ειδικό ένστολο προσωπικό της Αστυνομίας προσλαμβάνεται σύμφωνα με τις διατάξεις αυτού του διατάγματος, για να ασκεί τις αρμοδιότητες του άρθρου 2 του παρόντος. 4. Το ειδικό ένστολο προσωπικό των κλάδων ΠΕ23 και ΤΕ23, δεν πρέπει να είναι κατώτερο του 1/4 του συνολικού αριθμού των υπηρετούντων στη Δημοτική Αστυνομία. 5. Για την πρόσληψη του επιστημονικού και υποστηρικτικού προσωπικού, ισχύουν οι διατάξεις του Ν. 2190/1994, όπως ισχύει κάθε φορά. άρθρο 3 (Προσόντα ειδικού ένστολου προσωπικού): Το ειδικό ένστολο προσωπικό της Αστυνομίας πρέπει να συγκεντρώνει τα εξής προσόντα. 1. Να είναι Έλληνες πολίτες που έχουν εκπληρώσει τις στρατιωτικές τους υποχρεώσεις ή έχουν νομίμως απαλλαγεί αυτών και δεν έχουν υπερβεί το 30ο έτος της ηλικίας τους. ... 2. Επιπλέον οι υποψήφιοι απαιτείται να συγκεντρώνουν ανάλογα με την κατηγορία και τα ακόλουθα προσόντα: α) Να είναι κάτοχοι πτυχίου, ή διπλώματος οποιασδήποτε σχολής ή τμήματος ΑΕΙ ή ΤΕΙ της ημεδαπής ή ισότιμο σχολών της αλλοδαπής, εφόσον πρόκειται για τον κλάδο ΠΕ ή ΤΕ. β) Να είναι κάτοχοι απολυτηρίου τίτλου όλων των τύπων Λυκείου με εξαίρεση αυτούς του Ενιαίου Πολυκλαδικού Λυκείου κλάδου σπουδών που δεν αντιστοιχεί σε δέσμη ή πτυχίο Τεχνικού-Επαγγελματικού Λυκείου, εφόσον πρόκειται για τον κλάδο ΔΕ23. γ) Να έχουν ανάστημα τουλάχιστον 1.70 μ. οι άνδρες και 1.65 μ. οι γυναίκες, ... δ) Να μην έχουν καταδικασθεί έστω και με οριστική απόφαση, για τέλεση ή απόπειρα κακουργήματος ή των εγκλημάτων (απαριθμούνται τα αδικήματα) ή οποιουδήποτε άλλου εγκλήματος από δόλο τελεσθέντος, για το οποίο επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών μηνών. ... ε) Να μην έχουν στερηθεί οποτεδήποτε των πολιτικών δικαιωμάτων τους, έστω και αν έχει λήξει ο χρόνος που ορίσθηκε για την στέρησή τους. στ) Να μην έχουν τεθεί σε δικαστική συμπαράσταση (άρθρο 1666 Α.Κ.). ζ) Να μην έχουν απολυθεί από δημόσια υπηρεσία για πειθαρχικούς λόγους. άρθρο 4 (Σύστημα πρόσληψης με αντικειμενικά κριτήρια): 1. Η πρόσληψη του ειδικού ένστολου προσωπικού της Αστυνομίας γίνεται με σύστημα αντικειμενικών κριτηρίων (μόρια): α) Το γενικό βαθμό του Πτυχίου ή β) Το γενικό βαθμό Απολυτηρίου Λυκείου. γ) Τη γνώση ξένων γλωσσών. δ) Την υπαγωγή τους σε μία από τις κατηγορίες που προβλέπονται στο άρθρο 42 του ν. 1481/1984 (Α΄ 152 με διόρθωση στο ΦΕΚ Α΄ 154). ε) Την επιτυχή συμμετοχή αθλητών ανδρών και γυναικών σε Ολυμπιακούς-Παγκόσμιους αγώνες μέχρι 8η νίκη, σε Ευρωπαϊκούς -Μεσογειακούς αγώνες μέχρι 6η νίκη και σε Βαλκανικούς - Πανελλήνιους αγώνες μέχρι 3η νίκη. στ) Την κατοχή άδειας οδηγού αυτοκινήτου ή δίκυκλης μηχανής τουλάχιστον 50 κ.ε.. 2. Η κατάταξη σε πίνακα σειράς επιτυχίας των υποψηφίων, γίνεται κατά Ο.Τ.Α., με βάση το άθροισμα της βαθμολογίας που προκύπτει από γενικό βαθμό του πτυχίου ή του απολυτηρίου Λυκείου στον οποίο προστίθενται: α) Πέντε (5) μονάδες για όσους υποψηφίους κατέχουν πτυχίο PROFICIENCY για την Αγγλική γλώσσα ή τέσσερις (4) μονάδες για όσους υποψηφίους κατέχουν πτυχίο αντίστοιχου επιπέδου άλλης ξένης γλώσσας. Τρεις (3) μονάδες για όσους υποψηφίους κατέχουν πτυχίο FIRST CERTIFICATE για την Αγγλική ή δύο (2) μονάδες για όσους υποψηφίους κατέχουν πτυχίο αντίστοιχου επιπέδου άλλης ξένης γλώσσας. Κατοχή αντίστοιχων πτυχίων, περισσοτέρων άλλων ξένων γλωσσών του ανωτέρω επιπέδου λειτουργεί προσαυξητικά. β) Δύο (2) μονάδες για όσους υποψηφίους υπάγονται στις ειδικές κατηγορίες του άρθρου 42 του Ν. 1481/1984. γ) Μία (1) μονάδα για όσους κατέχουν άδεια οδηγού αυτοκινήτου ή μοτοποδηλάτου. δ) Τρεις (3) μονάδες για τους υποψηφίους μόνιμους κατοίκους Δήμου ή Κοινότητας Νομού του πρώτου εδαφίου της παρ. 8 του άρθρου 17 του Ν. 2190/94 (Α΄ 28), όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 8 του άρθρου 20 του Ν. 2738/99 (Α΄ 180), ή παραμεθορίου περιοχής όπως έχει καθοριστεί με την κατ’ εξουσιοδότηση της προηγουμένης διατάξεως, απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, που δηλώνουν ότι δέχονται να υπηρετήσουν στις θέσεις που προκηρύχθηκαν, στον αντίστοιχο Δήμο ή Σύνδεσμο Δια ή Νησιωτικής Συνεργασίας, επί δεκαετία τουλάχιστον. ... ε) Δύο (2) μονάδες για όσους αθλητές, άνδρες και γυναίκες, έχουν επιτύχει μέχρι 8η νίκη σε Ολυμπιακούς - Παγκόσμιους αγώνες, μέχρι 6η νίκη σε Ευρωπαϊκούς - Μεσογειακούς αγώνες και μέχρι 3η νίκη σε Βαλκανικούς - Πανελλήνιους αγώνες. 3. Η συνολική βαθμολογία κάθε υποψηφίου πολλαπλασιάζεται επί το συντελεστή εκατό (100). Η βαθμολογία εξάγεται μέχρι χιλιοστού της μονάδας. Σε περίπτωση ισοβαθμίας προηγείται ο υποψήφιος που έχει το μεγαλύτερο βαθμό Πτυχίου ή Απολυτηρίου Λυκείου και σε περίπτωση νέας ισοβαθμίας προηγείται ο υποψήφιος που λαμβάνει μονάδες από τα κριτήρια που προηγούνται κατά σειρά βάσει των διατάξεων της προηγούμενης παραγράφου. ... 4. Για κάθε ΟΤΑ καταρτίζεται ίδιος πίνακας σειράς κατάταξης των υποψηφίων για πρόσληψη ειδικού ένστολου προσωπικού της Αστυνομίας, σύμφωνα με τα ανωτέρω αντικειμενικά κριτήρια. Ο πίνακας αυτός καταρτίζεται από την επιτροπή του άρθρου 9 του παρόντος διατάγματος, που έχει συσταθεί για τον οικείο ΟΤΑ και αναρτάται στο κεντρικό κατάστημα της Περιφέρειας και στο κατάστημα του οικείου Ο.Τ.Α. 5. Από την ίδια επιτροπή καταρτίζεται πίνακας υποψηφίων που δεν πληρούν τις απαιτούμενες από το νόμο και το παρόν Προεδρικό Διάταγμα προϋποθέσεις. άρθρο 5 (Υγειονομικές και αθλητικές εξετάσεις): 1. Οι υποψήφιοι που περιλαμβάνονται στους πίνακες κατάταξης, μετά παρέλευση δέκα (10) τουλάχιστον ημερών από την ανάρτηση του πίνακα, καλούνται να προσέλθουν, κατά τη σειρά κατατάξεώς τους, για υγειονομική εξέταση και υποβολή σε αθλητική δοκιμασία. Κατ’ αρχάς στην αρμόδια Υγειονομική Επιτροπή, εξετάζονται, προκειμένου να κριθούν για την ικανότητά τους από υγειονομικής πλευράς. Όσοι κρίνονται ικανοί από την Υγειονομική Επιτροπή καλούνται να προσέλθουν στην αρμόδια Επιτροπή του άρθρου 9, προκειμένου να εξετασθούν περαιτέρω για τα σωματικά τους προσόντα. 2. Η εξέταση των σωματικών προσόντων, εκτός από τον έλεγχο των προϋποθέσεων της περ. γ΄ της παρ. 2 του άρθρου 3, περιλαμβάνει αθλητικές δοκιμασίες. Οι υποψήφιοι δοκιμάζονται στα εξής αγωνίσματα: (απαριθμούνται τα αγωνίσματα). άρθρο 6 (Δικαιολογητικά υποψηφίων) ... άρθρο 7 (Περιεχόμενο Προκήρυξης): 1. Για την πρόσληψη του ειδικού ένστολου προσωπικού της Αστυνομίας εκδίδεται σχετική προκήρυξη από τον αρμόδιο Γενικό Γραμματέα της Περιφέρειας για τους ΟΤΑ κάθε νομού ή νομαρχίας, χωριστά. ... άρθρο 8 (Υποβολή και έλεγχος δικαιολογητικών) ... άρθρο 9 (Επιτροπή επιλογής και εξέτασης σωματικών προσόντων): 1. Οι υποψήφιοι για τις θέσεις της Αστυνομίας ελέγχονται για την ύπαρξη των προϋποθέσεων της περιπτ. γ΄ της παρ. 2 του άρθρου 3 και δοκιμάζονται στα αγωνίσματα του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος από επιτροπή που συγκροτείται με απόφαση του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας και αποτελείται από: α) Τον Γενικό Διευθυντή της Περιφέρειας. β) Έναν υπάλληλο της Περιφέρειας κλάδου ΠΕ με βαθμό τουλάχιστον Β΄. γ) Τον προϊστάμενο των Διοικητικών Υπηρεσιών του οικείου Δήμου. δ) Έναν αξιωματικό της Ελληνικής Αστυνομίας που υποδεικνύεται από τον Διευθυντή της οικείας Αστυνομικής Δ/νσης της έδρας της Περιφέρειας. ε) Έναν καθηγητή σωματικής αγωγής, που υποδεικνύεται από τον Προϊστάμενο της Δ/νσης Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης της έδρας της Περιφέρειας. ... 2. ... 3. ... άρθρο 10 (Εξέταση υποψηφίων): 1. … 2. ... 5. Μετά το πέρας και της εξέτασης … η επιτροπή καταρτίζει πίνακες καταλλήλων και μη, στους οποίους περιλαμβάνονται, κατά στήλη, και όλα τα σχετικά με την εξέτασή τους στοιχεία (ανάστημα, στηθική περίμετρος, αθλητικές επιδόσεις) ... άρθρο 11 (Κατάρτιση τελικού πίνακα κατάταξης ανά ΟΤΑ): 1. Μετά τα ανωτέρω η Επιτροπή του άρθρου 9 του παρόντος διατάγματος προβαίνει στην κατάρτιση του τελικού πίνακα κατάταξης για τις θέσεις του ειδικού ένστολου προσωπικού Αστυνομίας για τον οικείο ΟΤΑ. Προς τούτο η Επιτροπή λαμβάνει υπόψη της: α) Τον πίνακα σειράς κατάταξης των υποψηφίων ο οποίος έχει καταρτισθεί από αυτήν σύμφωνα με το άρθρο 4 του παρόντος Διατάγματος. β) Τον πίνακα καταλλήλων ή μη ο οποίος έχει καταρτισθεί από αυτή σύμφωνα με το άρθρο 10 του παρόντος διατάγματος. 2. Ο τελικός πίνακας κατάταξης για κάθε ΟΤΑ περιλαμβάνει τους υποψηφίους του πίνακα της περ. β΄ της προηγουμένης παραγράφου, κατά την σειρά κατατάξεώς τους στον πίνακα της περ. α΄ της ίδιας παραγράφου. ... άρθρο 13 (Ειδικές μεταβατικές διατάξεις): 1. ... 2. ... 4. … Κατά την πρώτη πενταετία λειτουργίας Αστυνομίας στον οικείο Νομό, το ειδικό ένστολο προσωπικό της Αστυνομίας, υπάγεται στα κοινά Υπηρεσιακά Συμβούλια που προβλέπονται από τα άρθρα 5 και 6 του Ν. 1188/81». Το παρατεθέν κατά το κρίσιμο μέρος του προεδρικό διάταγμα, προ της δημοσιεύσεώς του, έτυχε επεξεργασίας από το Συμβούλιο της Επικρατείας (Π.Ε. 677/2001), το οποίο δεν διατύπωσε παρατηρήσεις σε σχέση με τη συνταγματικότητα της διαδικασίας προσλήψεων του ειδικού ένστολου προσωπικού.
12. Επειδή, στη συνέχεια, με το άρθρο 35 παρ. 12 του ν. 3274/2004 (Α΄ 195) η περ. γ΄, της παρ. 1 του ν. 2819/2000 αντικαταστάθηκε ως εξής: «γ. i. Από τη δημοσίευση του νόμου αυτού, η Δημοτική Αστυνομία εξακολουθεί να ασκεί τις αρμοδιότητες των περιπτώσεων 1, 2, 3, 6, 10, 12, 13, 16, 26, 29, 31 και 33 της παραγράφου Α του άρθρου 2 του διατάγματος 23/2002. ii. Οι υπόλοιπες αρμοδιότητες, που προβλέπονται στην ανωτέρω διάταξη, ασκούνται από τη Δημοτική Αστυνομία, στο σύνολό τους ή μεμονωμένα, ύστερα από προηγούμενη απόφαση του αρμόδιου Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας, η οποία δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Η απόφαση αυτή εκδίδεται ύστερα από πρόταση του οικείου συμβουλίου και γνώμη του διευθυντή του νομού. iii. Ως την έκδοση της παραπάνω απόφασης οι αρμοδιότητες αυτές εξακολουθούν να ασκούνται από την Ελληνική Αστυνομία (ΕΛ.ΑΣ.). iv. Στη Δημοτική Αστυνομία ανατίθεται η αρμοδιότητα επιβολής των διοικητικών μέτρων του άρθρου 103 του Ν. 2696/1999, για την παράνομη στάθμευση οχημάτων, καθώς και της εφαρμογής των διατάξεων που αναφέρονται στην κυκλοφορία οχημάτων στους πεζοδρόμους. Οι ανωτέρω αρμοδιότητες εξακολουθούν να ασκούνται, παραλλήλως και κατά περίπτωση, από την Ελληνική Αστυνομία (ΕΛ.ΑΣ.) και το Λιμενικό Σώμα». Εν συνεχεία, το ισχύσαν έως τότε σύστημα προσλήψεων του π.δ/τος 23/2002 αντικαταστάθηκε από νέο, το οποίο θεσπίσθηκε με το προεδρικό διάταγμα 135/2006, με τίτλο «Σύστημα πρόσληψης ειδικού ένστολου προσωπικού της Αστυνομίας και τρόπος εκπαίδευσης αυτού» (Α΄ 153). Το κρίσιμο μέρος του εν λόγω διατάγματος έχει ως εξής: «άρθρο 1 (προσόντα ειδικού ένστολου προσωπικού): 1. Οι υποψήφιοι για τις θέσεις του ειδικού ένστολου προσωπικού της Αστυνομίας πρέπει να πληρούν τις ακόλουθες προϋποθέσεις: α. Να είναι Έλληνες πολίτες και να έχουν εκπληρώσει τις στρατιωτικές τους υποχρεώσεις ή να έχουν νομίμως απαλλαγεί από αυτές. β. Να έχουν συμπληρώσει το εικοστό πρώτο (21ο) έτος της ηλικίας τους και να μην έχουν υπερβεί, προκειμένου για τους κλάδους ΠΕ23 και ΤΕ23, το 30ό έτος της ηλικίας τους και για τον κλάδο ΔΕ23, το 26ο έτος της ηλικίας τους. ... γ. Να μην έχουν καταδικασθεί τελεσίδικα για τέλεση ή απόπειρα κακουργήματος ή των εγκλημάτων (απαριθμούνται τα αδικήματα) οποιουδήποτε άλλου εγκλήματος τελεσθέντος με δόλο, για το οποίο επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών μηνών. ... δ. Να μην έχουν στερηθεί οποτεδήποτε των πολιτικών δικαιωμάτων τους, έστω και αν έχει λήξει ο χρόνος που ορίσθηκε για την στέρησή τους. ε. Να μην έχουν τεθεί σε δικαστική συμπαράσταση (άρθρο 1666 Α.Κ.). στ. Να μην έχουν απολυθεί από δημόσια υπηρεσία ή Ο.Τ.Α. ή Ν.Π.Δ.Δ. λόγω επιβολής της πειθαρχικής ποινής της οριστικής παύσης ή λόγω καταγγελίας της σύμβασης εργασίας για σπουδαίο λόγο οφειλόμενο σε υπαιτιότητα του εργαζόμενου, αν δεν παρέλθει πενταετία από την απόλυση. ζ. Να έχουν ανάστημα, χωρίς υποδήματα, τουλάχιστον 1,67 μ. οι γυναίκες και 1,70 μ. οι άνδρες. η. Να έχουν τις προϋποθέσεις για την υπαγωγή τους σε έναν από τους κλάδους ΠΕ23, ΤΕ23 και ΔΕ23. θ. Να διαθέτουν γνώση τουλάχιστον μίας εκ των γλωσσών Αγγλικής, ή Γαλλικής, ή Ιταλικής, ή Γερμανικής, ή Ισπανικής σε επίπεδο τουλάχιστον "Πολύ Καλά" προκειμένου για τους αποφοίτους ΑΕΙ και ΤΕΙ και "Καλά" προκειμένου για τους αποφοίτους δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, η γνώση της οποίας πιστοποιείται σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία. ι. Να έχουν γνώση χειρισμού ηλεκτρονικών υπολογιστών. ια. Να είναι κάτοχοι ερασιτεχνικής άδειας οδήγησης αυτοκινήτου ή δίκυκλης μηχανής, τουλάχιστον 50 κ.ε. ιβ. Να έχουν την ψυχική και σωματική υγεία, η οποία διαπιστώνεται κατά τα οριζόμενα στα άρθρα 7 και 8 του παρόντος καθώς και τα διανοητικά προσόντα που τους επιτρέπουν την εκτέλεση των καθηκόντων της θέσης τους. 2. Οι προϋποθέσεις της προηγούμενης παραγράφου πρέπει να συντρέχουν κατά την ημέρα λήξης της προθεσμίας της υποβολής των αιτήσεων των υποψηφίων. άρθρο 2 (Σύστημα πρόσληψης με αντικειμενικά κριτήρια): 1. Η πρόσληψη του ειδικού ένστολου προσωπικού της Αστυνομίας γίνεται με σύστημα αντικειμενικών κριτηρίων (μόρια). Κατά το σύστημα αυτό λαμβάνονται υπόψη: α) Ο γενικός βαθμός του Πτυχίου ή του Απολυτηρίου τίτλου σπουδών. β) Η εντοπιότητα. γ) Η ιδιότητα του πολυτέκνου ή του τέκνου πολυτέκνου. δ) Η γνώση επιπλέον ξένης γλώσσας πέραν εκείνης που αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση κατά το προηγούμενο άρθρο. 2. Η κατάταξη των υποψηφίων σε πίνακα κατά σειρά επιτυχίας γίνεται ξεχωριστά για κάθε Ο.Τ.Α., με βάση το άθροισμα της βαθμολογίας που προκύπτει από το γενικό βαθμό του πτυχίου ή του απολυτηρίου τίτλου σπουδών, στον οποίο προστίθενται: α) Επτά (7) μονάδες για τους υποψηφίους που είναι δημότες και συγχρόνως κάτοικοι του αντίστοιχου Δήμου. β) Τρεις (3) μονάδες για όσους είναι πολύτεκνοι ή τέκνα πολυτέκνου, καθώς και για όσους είναι γονείς με τρία παιδιά και τέκνα αυτών (όπως η τελευταία περίοδος της περ. β΄ της παρ. 2 προστέθηκε με το άρθρο 15 παρ. 5 του ν. 3731/2008, Α΄ 263). γ) Πέντε (5) μονάδες για την άριστη γνώση ξένης γλώσσας της περ. δ΄ της προηγούμενης παραγράφου. δ) Τρεις (3) μονάδες για την πολύ καλή γνώση ξένης γλώσσας της περ. δ΄ της προηγούμενης παραγράφου. ε) Δύο (2) μονάδες για την καλή γνώση ξένης γλώσσας της περ. δ΄ της προηγούμενης παραγράφου. Η γνώση επιπλέον και άλλων ξένων γλωσσών λειτουργεί προσαυξητικά με αντίστοιχη βαθμολογία εφόσον ο υποψήφιος κατέχει τον αντίστοιχο τίτλο σπουδών. 3. Η συνολική βαθμολογία κάθε υποψηφίου πολλαπλασιάζεται με το συντελεστή εκατό (100). Η βαθμολογία εξάγεται μέχρι χιλιοστού της μονάδας. Σε περίπτωση ισοβαθμίας προηγείται ο υποψήφιος που έχει το μεγαλύτερο βαθμό Πτυχίου ή Απολυτηρίου Λυκείου και σε περίπτωση νέας ισοβαθμίας προηγείται εκείνος που λαμβάνει μονάδες από τα κριτήρια που προηγούνται κατά σειρά βάσει των διατάξεων της προηγούμενης παραγράφου. ... άρθρο 3 (Δικαιολογητικά υποψηφίων) ... άρθρο 4 (Περιεχόμενο Προκήρυξης): Για την πρόσληψη εκδίδεται προκήρυξη από το Γενικό Γραμματέα της Περιφέρειας για τους ΟΤΑ κάθε νομού ή νομαρχίας, χωριστά. ... άρθρο 6 (Επιτροπή Επιλογής): 1. Η Επιτροπή Επιλογής υποψηφίων συγκροτείται με απόφαση του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας στην έδρα της Περιφέρειας και αποτελείται από: α) Τον Γενικό Διευθυντή της Περιφέρειας, ως Πρόεδρο. β) Έναν Διευθυντή της Περιφέρειας. γ) Έναν υπάλληλο της Περιφέρειας κατηγορίας ΠΕ τουλάχιστον με βαθμό Β΄. δ) Τον προϊστάμενο των Διοικητικών Υπηρεσιών του οικείου Δήμου και ελλείψει αυτού, υπάλληλο κατηγορίας ΠΕ, και ελλείψει αυτού κατηγορίας ΤΕ και ελλείψει αυτού κατηγορίας ΔΕ. ε) Έναν καθηγητή σωματικής αγωγής, που υποδεικνύεται από τον Προϊστάμενο της Δ/νσης Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης της έδρας της Περιφέρειας. ... 2. ... 3. ... άρθρο 7 (Εξέταση υποψηφίων): 1. Για κάθε ΟΤΑ καταρτίζεται ιδιαίτερος πίνακας σειράς κατάταξης των υποψηφίων για πρόσληψη, που πληρούν τις προϋποθέσεις του παρόντος προεδρικού διατάγματος. Ο πίνακας αυτός καταρτίζεται από την επιτροπή του προηγούμενου άρθρου και αναρτάται στο κεντρικό κατάστημα της Περιφέρειας και στο κατάστημα του οικείου Ο.Τ.Α. Από την ίδια επιτροπή καταρτίζεται πίνακας υποψηφίων που δεν πληρούν τις απαιτούμενες προϋποθέσεις. 2. ... Όσοι κρίνονται ικανοί από την Υγειονομική Επιτροπή καλούνται να προσέλθουν στην Επιτροπή Επιλογής, προκειμένου να υποβληθούν στις αθλητικές δοκιμασίες, οι οποίες περιλαμβάνουν: α) Δρόμο 100 μ. σε χρόνο 16΄΄ (μία προσπάθεια). β) Δρόμο 1.000 μ. σε χρόνο 4 και 20΄΄ (μία προσπάθεια). γ) Άλμα σε ύψος με φόρα τουλάχιστον 1.00 μ. (τρεις προσπάθειες). δ) Άλμα σε μήκος με φόρα τουλάχιστον 3.60 μ. (τρεις προσπάθειες). ε) Ρίψη σφαίρας (7,275 χλγ.) σε απόσταση τουλάχιστον 4,50 μ., ως μέσο όρο ρίψης με το δεξί και το αριστερό χέρι (τρεις προσπάθειες ανά χέρι). 3. ... 6. Μετά το πέρας των εξετάσεων η Επιτροπή Επιλογής καταρτίζει πίνακες όσων πληρούν ή μη τις προϋποθέσεις, στους οποίους περιλαμβάνονται, κατά στήλη, και όλα τα σχετικά με την εξέτασή τους στοιχεία (ανάστημα, αθλητικές επιδόσεις). ... άρθρο 8 (Ψυχοτεχνικές δοκιμασίες): 1. Μετά την κατάρτιση του πίνακα της παραγράφου 6 του προηγούμενου άρθρου, οι υποψήφιοι καλούνται από την Επιτροπή της επόμενης παραγράφου, το αργότερο εντός πέντε ημερών και σε συγκεκριμένο τόπο και χρόνο για να υποβληθούν σε τεστ προσωπικότητας (Minnesota Multifacing Personality Inventory) και σε συνέντευξη. Με την ανωτέρω διαδικασία ερευνάται κυρίως η κρίση, η προσαρμοστικότητα στις μεταβαλλόμενες καταστάσεις και απαιτήσεις, η αυτοκυριαρχία, η συναισθηματική σταθερότητα, η δομή της προσωπικότητας, η σκέψη και η αντίληψη. Η συνέντευξη διενεργείται μετά το πέρας των ψυχοτεχνικών δοκιμασιών οπότε και συντάσσεται αυτοτελές πρακτικό εξατομικευμένης κρίσης για κάθε υποψήφιο στο οποίο αναφέρεται η τελική κρίση της Επιτροπής με αιτιολογημένη κρίση κάθε μέλους αυτής. ... 2. Οι ψυχοτεχνικές δοκιμασίες διενεργούνται ενώπιον Τριμελούς Επιτροπής, η οποία συγκροτείται με απόφαση του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας. Πρόεδρος της Επιτροπής αυτής είναι ψυχολόγος ή ψυχίατρος που προέρχεται είτε από δημόσιο νοσοκομείο, είτε από την Ελληνική Αστυνομία. Μέλος της Επιτροπής είναι ένας Διευθυντής της Περιφέρειας, και ένας υπάλληλος του κλάδου ΠΕ23 ... 3. ... 4. Μετά το πέρας και των ψυχοτεχνικών δοκιμασιών του άρθρου αυτού η Επιτροπή καταρτίζει πίνακες όσων πληρούν ή μη τις προϋποθέσεις, στους οποίους περιλαμβάνονται, κατά στήλη, και όλα τα σχετικά με την εξέτασή τους στοιχεία που αναφέρονται στην παρ. 1 του άρθρου αυτού. ... άρθρο 9 (Κατάρτιση τελικού πίνακα κατάταξης ανά ΟΤΑ): 1. Μετά τα ανωτέρω η Επιτροπή Επιλογής προβαίνει στην κατάρτιση του τελικού πίνακα κατάταξης για τις θέσεις που έχουν προκηρυχθεί για κάθε ΟΤΑ. Προς τούτο η Επιτροπή αυτή λαμβάνει υπόψη της: α) Τον πίνακα σειράς κατάταξης των υποψηφίων ο οποίος έχει καταρτισθεί από αυτή σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 7, β) Τον πίνακα καταλλήλων ή μη ο οποίος έχει καταρτισθεί από αυτή σύμφωνα με την παρ. 6 του άρθρου 7, γ) Τον πίνακα καταλλήλων ή μη ο οποίος έχει καταρτισθεί από την Επιτροπή του άρθρου 8 σύμφωνα με την παρ. 4 του ιδίου άρθρου. 2. Ο τελικός πίνακας κατάταξης για κάθε ΟΤΑ περιλαμβάνει τους υποψηφίους των πινάκων της περ. β΄ και γ΄ της προηγούμενης παραγράφου, κατά την σειρά κατατάξεώς τους στον πίνακα της περ. α΄ της ίδιας παραγράφου. ... άρθρο 12 (Καταργούμενες διατάξεις): Από την έναρξη ισχύος του παρόντος διατάγματος, καταργούνται τα άρθρα 3, 4, 5, 6, 7, 8, 9, 10, 11, 12, 16 με την επιφύλαξη του άρθρου 10 παρ. 1 του παρόντος, και 17 του π.δ. 23/2002 (Α΄ 19)».
13. Επειδή, στο πλαίσιο της επεξεργασίας του σχεδίου του παρατεθέντος, κατά το κρίσιμο μέρος του, στην προηγούμενη σκέψη διατάγματος, ανέκυψε το ζήτημα της αντιθέσεως προς το άρθρο 103 παρ. 7 του Συντάγματος, αφενός μεν των διατάξεων του άρθρου 24 παρ. 3 του π.δ/τος 410/1995, όπως ίσχυε μετά τις διαδοχικές του τροποποιήσεις, αφετέρου δε των διατάξεων του υπό επεξεργασία προεδρικού διατάγματος, καθ’ ο μέρος δεν προβλέπεται σ’ αυτές διαδικασία ελέγχου των προσλήψεων στη δημοτική αστυνομία από ανεξάρτητη αρχή. Το Ε΄ Τμήμα του Δικαστηρίου παρέπεμψε με το Πρακτικό Επεξεργασίας υπ’ αριθμ. 115/2006 το ζήτημα προς επίλυση στην Ολομέλεια, αφού προηγουμένως γνωμοδότησε, κατά πλειοψηφία, ότι οι διαδικασίες προσλήψεων του π.δ/τος 410/1995 δεν περιλαμβάνονται μεταξύ εκείνων του άρθρου 14 παρ. 2 του ν. 2190/1994, «Σύσταση ανεξάρτητης αρχής για την επιλογή προσωπικού και ρύθμιση θεμάτων διοίκησης» (Α΄ 28), οι οποίες κατ’ εξαίρεση δεν εμπίπτουν στο Κεφάλαιο Γ΄ του νόμου αυτού (σύστημα προσλήψεων στο δημόσιο τομέα), ήτοι στον έλεγχο και την εποπτεία του Ανωτάτου Συμβουλίου Επιλογής Προσωπικού (ΑΣΕΠ), εξακολουθούν δε να εξαιρούνται κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 118 παρ. 6 του Συντάγματος. Με το υπ’ αριθμ. 126/2006 Πρακτικό Επεξεργασίας η Ολομέλεια γνωμοδότησε, κατά πλειοψηφία, ότι δεν τίθεται ζήτημα αντιθέσεως του προβλεπόμενου στο άρθρο 24 παρ. 3 του π.δ/τος 410/1995 (και δη στο άρθρο 26 παρ. 1 του ν. 2819/2000) συστήματος επιλογής του ένστολου προσωπικού της Αστυνομίας προς τις διατάξεις του άρθρου 103 παρ. 7 του Συντάγματος. Και τούτο, διότι το συγκεκριμένο σύστημα είναι, εξαιτίας της φύσεως των ασκούμενων από το ένστολο προσωπικό αρμοδιοτήτων, ειδικό, καθόσον οι προσλήψεις χωρούν βάσει ειδικών προσόντων και κατόπιν αξιολογήσεως των υποψηφίων με αντικειμενικά κριτήρια από ειδικό όργανο, που μπορεί να μην είναι το ΑΣΕΠ, το σύστημα δε αυτό εμπίπτει στην εξαίρεση της περιπτώσεως ε΄ του ν. 2190/1994 για το αστυνομικό προσωπικό των Υπουργείων Δημόσιας Τάξης και Εμπορικής Ναυτιλίας, η οποία εξακολουθεί να ισχύει, σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 6 του άρθρου 118 του Συντάγματος, λαμβανομένου υπόψη ότι το π.δ. 410/1995, όπως ισχύει, είναι προγενέστερο της συνταγματικής αναθεώρησης του 2001.
14. Επειδή, ακολούθως με το άρθρο 1 του ν. 3812/2009, «Αναμόρφωση συστήματος προσλήψεων στο δημόσιο τομέα και άλλες διατάξεις» (Α΄ 234), επήλθε αντικατάσταση των παρ. 1 και 2 του άρθρου 14 του ν. 2190/1994 και, συγκεκριμένα, ορίσθηκε ότι εξαιρείται από τα Κεφάλαια Α΄, Β΄ και Γ΄ του νόμου αυτού και το «ειδικό ένστολο προσωπικό της αστυνομίας» (άρθρο 1 παρ. 2 περ. δ΄ του ν. 2190/1994). Στην αιτιολογική έκθεση του ν. 3812/2009 αναφέρεται σχετικώς, ότι με το άρθρο 1 επιχειρείται η υπαγωγή στη διαδικασία επιλογής μέσω ΑΣΕΠ ορισμένων φορέων και κατηγοριών προσωπικού, τούτο δε κρίθηκε αναγκαίο «προκειμένου να ενταχθούν στο ΑΣΕΠ οι περιπτώσεις που µε ειδικές διατάξεις και χωρίς ιδιαίτερη αιτιολογία είχαν εξαιρεθεί από το σύστημα προσλήψεων του ν. 2190/1994. Κατ’ αυτόν τον τρόπο τίθεται τέλος σε κάθε αυθαίρετη και αναξιοκρατική διαδικασία πρόσληψης. Οι ελάχιστες εξαιρέσεις που απέμειναν αφορούν σε προσωπικό του οποίου η επιλογή διέπεται από διαφανείς, αντικειμενικές και αξιοκρατικές διαδικασίες». Ωστόσο, με το άρθρο 2 παρ. 3 του ν. 3812/2009 ορίσθηκε, περαιτέρω, ότι «[θ]εσπίζεται ένσταση των υποψηφίων στη διαδικασία επιλογής ειδικού ένστολου προσωπικού της Αστυνομίας κατ’ ανάλογη εφαρμογή των διατάξεων της παρ. 2 του άρθρου 8 του π.δ. 19/2006 (ΦΕΚ 16 Α), η οποία ασκείται ενώπιον του ΑΣΕΠ. Η ένσταση της παραγράφου αυτής ισχύει και για διαδικασίες πρόσληψης που βρίσκονται σε εξέλιξη, εφόσον μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος δεν έχουν εκδοθεί τα οριστικά αποτελέσματα». Από δε τις προπαρασκευαστικές εργασίες του νόμου αυτού συνάγεται ότι η εν λόγω δυνατότητα υποβολής ενστάσεων ενώπιον της ανεξάρτητης διοικητικής αρχής προβλέφθηκε και ως πρόσθετη εγγύηση διαφάνειας και αξιοκρατίας για την ενίσχυση του ισχύοντος μέχρι τότε συστήματος, με στόχο την αντιμετώπιση του φαινομένου των καταχρηστικών προσλήψεων στη Δημοτική Αστυνομία, στην ύπαρξη του οποίου αναφέρθηκαν εμμέσως αρκετοί βουλευτές (βλ. αγορεύσεις βουλευτών στα Πρακτικά Βουλής, ΙΓ΄ Περίοδος, Σύνοδος Α΄, Συνεδριάσεις ΛΑ΄, ΛΒ΄ και ΛΓ΄). Τα ανωτέρω επιβεβαιώνονται και από την Ετήσια Έκθεση του ΑΣΕΠ για το έτος 2010 (Κεφάλαιο IV), όπου αναφέρονται τα εξής: «Το έτος 2010 αποτέλεσε σταθμό στην πορεία του ΑΣΕΠ υπό την έννοια ότι υπήρξε το πρώτο έτος εφαρμογής του Ν. 3812/2009, ο οποίος ψηφίστηκε στην εκπνοή του προηγούμενου έτους (ΦΕΚ 234/Α/28.12.2009). Ο θεμελιώδης αυτός νόμος διαφοροποίησε σημαντικά τα δεδομένα στο χώρο των προσλήψεων καθώς, ενσωματώνοντας μια σειρά από ρυθμίσεις που είχαν προταθεί επανειλημμένα από το ΑΣΕΠ, αποκατέστησε την αποτελεσματικότητα του ρόλου του ΑΣΕΠ στις προσλήψεις του δημόσιου τομέα όπως την είχε εννοήσει ο Ν. 2190/1994, και την εννοεί και το άρθρο 103 παρ. 7 του Συντάγματος, φιλοσοφία του οποίου ήταν η δημιουργία μίας ανεξάρτητης αρχής επιφορτισμένης με την ευθύνη της εφαρμογής, απ’ αρχής μέχρι τέλους, ενός αμερόληπτου και αξιοκρατικού συστήματος προσλήψεων. … άλλες μείζονος σημασίας ρυθμίσεις του νέου νόμου 3812/2009 που αφορούν και ενδιαφέρουν το ΑΣΕΠ περιέχουν οι ακόλουθες διατάξεις του: 1. Η παράγραφος 2 του άρθρου 1, με την οποία περιορίστηκαν οι προηγουμένως προβλεπόμενες στο άρθρο 14 παρ. 2 του Ν. 2190/1994 εξαιρέσεις κατηγοριών προσωπικού από το σύστημα προσλήψεων του ΑΣΕΠ. … 2. Η παράγραφος 2 του άρθρου 2, σύμφωνα με την οποία όπου στις κείμενες διατάξεις προβλέπεται ένσταση για την επιλογή του μη πολιτικού προσωπικού του Λιμενικού Σώματος, των Δοκίμων Πυροσβεστών Γενικών Υπηρεσιών και των Ειδικών φρουρών της ΕΛΑΣ, αυτή ασκείται ενώπιον του ΑΣΕΠ. Επιπλέον, με την παράγραφο 3 θεσπίστηκε ένσταση των υποψηφίων επιλογής ειδικού ένστολου προσωπικού της Αστυνομίας, κατ’ ανάλογη εφαρμογή των διατάξεων της παρ. 2 του άρθρου 8 του Π.Δ/τος 19/2006, η οποία ασκείται ενώπιον του ΑΣΕΠ. Η ένσταση δε αυτή ισχύει και για διαδικασίες πρόσληψης που βρίσκονται σε εξέλιξη, εφόσον μέχρι τη δημοσίευση του νέου νόμου δεν είχαν εκδοθεί τα οριστικά αποτελέσματα. Με τις διατάξεις αυτές, όπως τονίζεται και στην αιτιολογική έκθεση του νέου νόμου, επιδιώκεται η εξασφάλιση μείζονος διαφάνειας με τον έλεγχο της όλης διαδικασίας από το ΑΣΕΠ. …». Όπως δε προκύπτει από το υπ’ αριθμ. 16466/5.11.2013 έγγραφο της -υπογράφουσας με εντολή Προέδρου- Γενικής Διευθύντριας Προσλήψεων του ΑΣΕΠ, από το έτος 2009 και εντεύθεν, οπότε ετέθησαν σε ισχύ οι διατάξεις του ν. 3812/2009, το ΑΣΕΠ ανέλαβε να εξετάσει μόνο τις ενστάσεις που υπεβλήθησαν ενώπιόν του για τις προκηρύξεις του έτους 2009 έντεκα (11) Περιφερειών (Αττικής, Ανατολικής Μακεδονίας-Θράκης, Κεντρικής Μακεδονίας, Δυτικής Μακεδονίας, Δυτικής Ελλάδας, Θεσσαλίας, Νοτίου Αιγαίου, Στερεάς Ελλάδας, Πελοποννήσου, Ηπείρου και Κρήτης) και αφορούσαν προσλήψεις ειδικού ένστολου προσωπικού στη Δημοτική Αστυνομία, οι οποίες και ολοκληρώθηκαν το έτος 2010 και ήταν οι τελευταίες. Στο ίδιο έγγραφο αναφέρεται, επιπλέον, ότι, με την εξαίρεση της υπ’ αριθμ. 8/1997 προκηρύξεως γραπτού διαγωνισμού του ΑΣΕΠ για την πλήρωση, μεταξύ άλλων, 235 θέσεων Αστυνομίας, οι οποίες καλύφθηκαν το έτος 1998, όλες οι μετέπειτα προσλήψεις ένστολου προσωπικού της εν λόγω υπηρεσίας πραγματοποιήθηκαν μέσω προκηρύξεων των οικείων Περιφερειών, χωρίς την με οποιονδήποτε τρόπο ανάμειξη του ΑΣΕΠ.
15. Επειδή, ακολούθησε ο ν. 4093/2012, «Έγκριση Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016 -Επείγοντα Μέτρα Εφαρμογής του ν. 4046/2012 και του Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016» (Α΄ 222), με τον οποίο θεσπίσθηκε νέα διαδικασία (υποχρεωτικής) κινητικότητος του προσωπικού που απασχολείται στο Δημόσιο (με την ευρεία του όρου έννοια), παραλλήλως προς τα γενικώς ισχύοντα στο Κεφάλαιο Β΄ (άρθρο 69 επ.) του Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων ΝΠΔΔ (Υπαλληλικού Κώδικα). Συγκεκριμένα, στην υποπαράγραφο Ζ.1 της παρ. Ζ΄ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, με τίτλο «Μετάταξη- Μεταφορά Προσωπικού», ορίζονται τα εξής: «1. Επιτρέπεται: α) η μετάταξη μόνιμων πολιτικών υπαλλήλων και υπαλλήλων με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου που υπηρετούν σε υπηρεσίες, κεντρικές και περιφερειακές, του Δημοσίου, των ανεξάρτητων αρχών, των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.) και των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.) πρώτου και δεύτερου βαθμού … για την κάλυψη υπηρεσιακών αναγκών, ιδίως στις περιπτώσεις που οι ανάγκες αυτές προκύπτουν λόγω μεταβολής των αρμοδιοτήτων των υπηρεσιών και των συναφών δραστηριοτήτων τους, όταν διαπιστώνεται μετά τη διενέργεια αξιολόγησης πλεονάζον προσωπικό ή για την καλύτερη αξιοποίηση του ανθρώπινου δυναμικού. … Η μετάταξη … των υπαλλήλων της προηγούμενης περίπτωσης παραγράφου είναι υποχρεωτική και γίνεται χωρίς αίτησή τους σε υφιστάμενες κενές θέσεις ή σε θέσεις που συστήνονται με την πράξη μετάταξης ή μεταφοράς στον κλάδο ή στην ειδικότητα στους οποίους μετατάσσεται ή μεταφέρεται ο υπάλληλος. Οι μετατασσόμενοι … πρέπει να κατέχουν τα τυπικά προσόντα του κλάδου ή της ειδικότητας των θέσεων στις οποίες μετατάσσονται… . Η μετάταξη … μπορεί να διενεργείται και σε κενή ή συνιστώμενη θέση συναφούς ή παρεμφερούς κλάδου ή ειδικότητας, της ίδιας ή ανώτερης κατηγορίας, εφόσον ο υπάλληλος κατέχει τα τυπικά προσόντα του κλάδου ή της ειδικότητας στον οποίο μετατάσσεται… . Εφόσον ο υπάλληλος συναινεί, η μετάταξή … του μπορεί να γίνεται και σε κλάδο κατώτερης κατηγορίας. Σε περίπτωση μετάταξης … υπαλλήλων σε συνιστώμενες θέσεις και για όσο χρόνο υφίστανται αυτές δεν πληρούται ίσος αριθμός θέσεων μόνιμου … προσωπικού των οικείων φορέων υποδοχής. 2. Με την πράξη μετάταξης … μπορεί να καταργείται η θέση που κατέχει ο μετατασσόμενος … υπάλληλος, σύμφωνα με τις ανάγκες της υπηρεσίας. 3. Η μετάταξη … κατά την περίπτωση 1 δεν καταλύει την υπηρεσιακή σχέση δημοσίου δικαίου … του υπαλλήλου ούτε μεταβάλλει τη νομική φύση των σχέσεων αυτών ή τις σχέσεις ασφάλισης, με τις οποίες υπηρετούσε ο υπάλληλος στο φορέα προέλευσής του. Η μετάταξη γίνεται με το βαθμό και το μισθολογικό κλιμάκιο που ο υπάλληλος κατείχε πριν τη μετάταξή του. Όποιος μετατάσσεται … σε κατώτερη κατηγορία σύμφωνα με το τελευταίο εδάφιο της περίπτωσης 1 κατατάσσεται στο βαθμό και το μισθολογικό κλιμάκιο της νέας κατηγορίας με βάση το συνολικό χρόνο υπηρεσίας του, χωρίς να διατηρεί τυχόν διαφορά αποδοχών. ... Εξάλλου, με την υποπαράγραφο Ζ.2 της ίδιας παρ. Ζ΄ του ν. 4093/2012 ρυθμίστηκαν εκ νέου τα ζητήματα διαθεσιμότητας του πλεονάζοντος προσωπικού. Ειδικότερα, στην εν λόγω υποπαράγραφο ορίζονται τα εξής: «1. Μόνιμοι πολιτικοί υπάλληλοι του Δημοσίου, ανεξάρτητων αρχών, Ν.Π.Δ.Δ. και Ο.Τ.Α. πρώτου και δεύτερου βαθμού οι θέσεις των οποίων καταργούνται, τίθενται σε διαθεσιμότητα. Αν καταργούνται ορισμένες μόνο θέσεις του ίδιου κλάδου, οι υπάλληλοι που τίθενται σε διαθεσιμότητα προσδιορίζονται σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις (άρθρο 154 παρ. 2 Υπαλληλικού Κώδικα, άρθρο 158 παρ. 2 Κώδικα Κατάστασης Δημοτικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων). Οι υπάλληλοι αυτοί μπορεί κατά την διάρκεια της διαθεσιμότητάς τους: α) Να μετατάσσονται εκουσίως, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις (άρθρο 154 παρ. 4 Υπαλληλικού Κώδικα, άρθρο 158 παρ. 4 Κώδικα Κατάστασης Δημοτικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων). β) Να μετατάσσονται υποχρεωτικά ή να μεταφέρονται με μεταβολή της υπηρεσιακής τους σχέσης σε σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου κατά τη διαδικασία της προηγούμενης υποπαραγράφου για το συμφέρον και τις ανάγκες της υπηρεσίας και ιδίως για την καλύτερη αξιοποίηση του ανθρώπινου δυναμικού. Με την έκδοση της πράξης μετάταξης ή μεταφοράς και μεταβολής της σχέσης εργασίας αίρεται αυτοδίκαια το καθεστώς της διαθεσιμότητας. γ) ...
16. Επειδή, το θεσπισθέν με το ν. 4093/2012 σύστημα της (γενικής) κινητικότητος και διαθεσιμότητος υπέστη σημαντικές τροποποιή¬σεις με το ν. 4172/2013 (Α΄ 167). Συγκεκριμένα, με το άρθρο 91 του νόμου αυτού ορίζονται, σε σχέση με το μέτρο της κινητικότητος, τα εξής: «1. Η περίπτωση 1 της υποπαραγράφου Ζ.1 της παρ. Ζ΄ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 αντικαθίσταται ως εξής: “Επιτρέπεται: α) η μετάταξη μόνιμων πολιτικών υπαλλήλων … που υπηρετούν σε υπηρεσίες, κεντρικές και περιφερειακές, του Δημοσίου, των ανεξάρτητων αρχών, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.) πρώτου και δεύτερου βαθμού και των λοιπών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.) … όταν επιβάλλεται από το συμφέρον της υπηρεσίας υποδοχής, ιδίως για την κάλυψη άμεσων υπηρεσιακών αναγκών και την καλύτερη αξιοποίηση του ανθρώπινου δυναμικού. Η μετάταξη … του υπαλλήλου πρέπει να ανταποκρίνεται στην εργασιακή φυσιογνωμία του, όπως δεξιότητες ή επιδόσεις, ηθικές αμοιβές, πειθαρχικές ποινές, τις μακρόχρονες ή συστηματικά επαναλαμβανόμενες αναρρωτικές άδειες ή αδικαιολόγητες απουσίες, λαμβανομένων υπόψη των περιγραμμάτων θέσεων, εφόσον υπάρχουν, και των τυχόν αιτήσεων προτίμησης. … Για την εφαρμογή της παρούσας υποπαραγράφου, ως δημόσιος τομέας νοείται αυτός που έχει οριοθετηθεί με το άρθρο 1 παρ. 6 του ν. 1256/1982, όπως ίσχυε πριν τη θέση σε ισχύ του άρθρου 51 του ν. 1892/1990, συμπεριλαμβανομένων όλων των φορέων που απαριθμούνται ειδικότερα στο άρθρο 14 παρ. 1 του ν. 2190/1994 και μη εξαιρουμένων των περιπτώσεων που απαριθμούνται στην παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 του ν. 3812/2009. Τα νομικά πρόσωπα του Κεφαλαίου Β΄, όπως αυτά ορίζονται στην παρ. 5 του άρθρου 1 του ν. 3429/2005, δεν καταλαμβάνονται από τις διατάξεις της παρούσας υποπαραγράφου. Η μετάταξη … των υπαλλήλων της προηγούμενης παραγράφου είναι υποχρεωτική και γίνεται χωρίς αίτησή τους σε υφιστάμενες κενές θέσεις ή σε θέσεις που συστήνονται με την πράξη μετάταξης … στον κλάδο ή στην ειδικότητα στους οποίους μετατάσσεται … ο υπάλληλος. Οι μετατασσόμε¬νοι … πρέπει να κατέχουν τα τυπικά προσόντα του κλάδου ή της ειδικότητας των θέσεων στις οποίες μετατάσσονται… . Η μετάταξη … μπορεί να διενεργείται και σε κενή ή συνιστώμενη θέση συναφούς ή παρεμφερούς κλάδου ή ειδικότητας, της ίδιας ή ανώτερης κατηγορίας, εφόσον ο υπάλληλος κατέχει τα τυπικά προσόντα του κλάδου ή της ειδικότητας στον οποίο μετατάσσεται… . Εφόσον ο υπάλληλος συναινεί, η μετάταξή … του μπορεί να γίνεται και σε κλάδο κατώτερης κατηγορίας. …” 2. Η περίπτωση 4 της υποπαραγράφου Ζ.1 της παρ. Ζ΄ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 αντικαθίσταται ως εξής: “4. Ο αρμόδιος Υπουργός ή ο Πρόεδρος Ανεξάρτητης Αρχής γνωστοποιεί τις κενές θέσεις κατά κατηγορίες, κλάδους ή και ειδικότητες και το πλεονάζον προσωπικό, όπως προκύπτουν από τις εκθέσεις αξιολόγησης και τα σχέδια στελέχωσης των φορέων στο τριμελές συμβούλιο του άρθρου 5 παρ. 3 του ν. 4024/2011. Εντός δέκα ημερών από τη σχετική εντολή του Υπουργού Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης το τριμελές συμβούλιο του άρθρου 5 παρ. 3 του ν. 4024/2011 γνωμοδοτεί για τον αριθμό και τα απαιτούμενα προσόντα των υπαλλήλων κατά κατηγορίες, κλάδους ή και ειδικότητες που θα μετακινηθούν στους φορείς υποδοχής κατά σειρά προτεραιότητας. Ακολούθως, ο Υπουργός Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης εκδίδει σχετική ανακοίνωση, λαμβάνοντας υπόψη τη γνωμοδότηση του τριμελούς συμβουλίου, τις ανάγκες των φορέων και τις προτεραιότητες πολιτικής στελέχωσης, η οποία δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και με την οποία καθορίζονται οι θέσεις που θα καλυφθούν, τα προσόντα των υπάλληλων που απαιτούνται, σύμφωνα με τα οικεία περιγράμματα θέσεων, εφόσον υπάρχουν, για τους κλάδους ή τις ειδικότητες στους οποίους πρόκειται να μεταταχθούν …, η οποία αποστέλλεται στους φορείς προέλευσης και υποδοχής. ... Το τριμελές ειδικό υπηρεσιακό συμβούλιο του φορέα υποδοχής εντός προθεσμίας δεκαπέντε (15) ημερών από τη λήξη της προθεσμίας υποβολής των αιτήσεων επιλέγει τους υπαλλήλους που θα μεταταχθούν … σε αυτόν και καθορίζει τη σειρά προτεραιότητάς τους, σύμφωνα με την αποτίμηση των προσόντων τους και το περίγραμμα της θέσης, εφόσον υπάρχει, στην οποία θα μεταταχθούν… . Το τριμελές ειδικό υπηρεσιακό συμβούλιο λαμβάνει υπόψη τον τρόπο εισαγωγής στους φορείς της παραγράφου 1 του άρθρου 90, και ιδίως αν πρόκειται για διαδικασία γραπτού διαγωνισμού του ΑΣΕΠ ή για διαδικασία πλήρωσης θέσεων με σειρά προτεραιότητας η οποία διενεργείται εξ ολοκλήρου από το ΑΣΕΠ, ή για διαδικασία που εποπτεύει το ΑΣΕΠ, καθώς και για Διαγωνισμό Εισαγωγής στην Εθνική Σχολή Δημόσιας Διοίκησης και Αυτοδιοίκησης, την εργασιακή τους φυσιογνωμία, την εκπαίδευσή τους, τη διοικητική και εργασιακή τους εμπειρία και τα λοιπά στοιχεία του προσωπικού μητρώου τους. ... Με απόφαση του Υπουργού Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης καθορίζονται θέματα που αφορούν τη διαδικασία επιλογής των αιτούντων υπαλλήλων, τη λειτουργία του τριμελούς συμβουλίου, την εξειδίκευση και τη μοριοδότηση των κριτηρίων επιλογής και κατάταξης των υπαλλήλων, τη διαδικασία και το περιεχόμενο της συνέντευξης και κάθε άλλο αναγκαίο συναρτώμενο με τα ως άνω ζήτημα. ... Η επιλεγείσα σειρά προτεραιότητας των φορέων υποδοχής είναι δεσμευτική για τον υπάλληλο. Για τη μετάταξη … των υπάλληλων εκδίδεται απόφαση του οικείου οργάνου διοίκησης του φορέα υποδοχής που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως”». Περαιτέρω, με το άρθρο 90 του ν. 4172/2013 ορίζονται, σε σχέση με το θεσμό της διαθεσιμότητος, τα εξής: «1α. Επιτρέπεται να καταργούνται θέσεις ανά κατηγορία, κλάδο ή και ειδικότητα σε Υπουργεία, αυτοτελείς δημόσιες υπηρεσίες, αποκεντρωμένες διοικήσεις, οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης πρώτου και δεύτερου βαθμού και λοιπά νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου με απόφαση του Υπουργού Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και του οικείου Υπουργού, σε υλοποίηση των σχετικών αποφάσεων του Κυβερνητικού Συμβουλίου Μεταρρύθμισης μετά από τεκμηρίωση που στηρίζεται σε εκθέσεις αξιολόγησης δομών και σχέδια στελέχωσης (όπως η φράση «σε υλοποίηση των σχετικών αποφάσεων του Κυβερνητικού Συμβουλίου Μεταρρύθμισης» αντικαταστά¬θηκε ως άνω με το άρθρο 29 του ν. 4210/2013, Α΄ 254/21.11.2013. Προηγουμένως ο νόμος όριζε «σε εκτέλεση σχετικών αποφάσεων του Κυβερνητικού Συμβουλίου Μεταρρύθμισης»). Εφόσον καταργείται το σύνολο των θέσεων του κλάδου ή της ειδικότητας, οι υπάλληλοι που εμπίπτουν στις εξαιρέσεις της παρ. 2 περίπτωση Δ΄ του ν. 4172/2013 μετατάσσονται … αυτοδικαίως από την ημερομηνία ισχύος των αποφάσεων κατάργησης των θέσεων σε κενές ή συνιστώμενες με την απόφαση μετάταξης … του αρμόδιου κατά περίπτωση οργάνου διοίκησης προσωποπαγείς θέσεις, κλάδου ή ειδικότητας αντίστοιχες με το βασικό τίτλο σπουδών που κατέχουν ίδιας ή ανώτερης κατηγορίας στο φορέα προέλευσης ή σε τυχόν διάδοχο φορέα. Σε περίπτωση μετάταξης … σε κενή θέση εκδίδεται σχετική διαπιστωτική πράξη του αρμόδιου οργάνου διοίκησης. Επιτρέπεται να συνιστώνται θέσεις ανά κατηγορία, κλάδο ή και ειδικότητα στους παραπάνω φορείς, σύμφωνα με τις προϋποθέσεις του προηγούμενου εδαφίου, με απόφαση των Υπουργών Οικονομικών, Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και του οικείου Υπουργού. 1β. Οι θέσεις, οι οποίες διατηρήθηκαν με τις υπουργικές αποφάσεις που εκδόθηκαν κατ’ εφαρμογήν του παρόντος άρθρου καταργούνται από της ισχύος των εν λόγω υπουργικών αποφάσεων και για τους υπαλλήλους που υπηρετούσαν στις θέσεις αυτές εφαρμόζεται η παράγραφος 1α. (όπως η παρ. 1 αντικαταστάθηκε ως άνω με το άρθρο 125 ν. 4199/2013, Α΄ 216/11.10.2013). 2. ...». Σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση του ν. 4172/2013, «[μ]ε την παράγραφο 1 του άρθρου 91 επεκτείνεται η εφαρµογή του ισχύοντος νοµικού καθεστώτος της υποχρεωτικής µετάταξης … των δηµοσίων υπαλλήλων στους υπαλλήλους των νοµικών προσώπων δηµοσίου δικαίου. Παράλληλα, διευκρινίζεται ότι η µετάταξη … των υπαλλήλων πρέπει να ανταποκρίνεται στα ουσιαστικά και τυπικά τους προσόντα, όπως επίσης και να λαµβάνει υπόψη τα περιγράµµατα θέσης, εφόσον αυτά υπάρχουν, αλλά και τις τυχόν δηλώσεις προτίµησής τους. Με αυτόν τον τρόπο, ενισχύεται η ορθολογική και αποτελεσµατική λειτουργία του καινοφανούς θεσµού της υποχρεωτικής µετάταξης … των δηµοσίων υπαλλήλων καθώς υπηρετείται πρωτίστως ο στόχος της βέλτιστης αξιοποίησης του ανθρώπινου δυναµικού. Με την παράγραφο 2 του άρθρου 91 διαµορφώνεται πλήρως, διοικητικά και κανονιστικά, η κινητικότητα των δηµοσίων υπαλλήλων. Η διάταξη αυτή υπηρετεί την αντίληψη µιας δυναµικής και όχι στατικής διοίκησης, ικανής να ανταποκρίνεται µε ευελιξία στις µεταβαλλόµενες συνθήκες της διοικητικής πραγµατικότητας. Σκοπός είναι η µέγιστη δυνατή και λειτουργική αξιοποίηση του υφιστάµενου προσωπικού, η οποία είναι και η αναγκαία συνθήκη για τη βιωσιµότητα της διοίκησης και την παροχή των καλύτερων δυνατών υπηρεσιών στον πολίτη. Η κινητικότητα των υπαλλήλων διασφαλίζεται ότι αντιστοιχεί στην εργασιακή τους φυσιογνωµία και λαµβάνει υπόψη τα περιγράµµατα θέσης και καθηκόντων τους, εφόσον αυτά υπάρχουν, καθώς και τις δηλώσεις προτίµησής τους. Η διαδικασία της µετάταξης ή µεταφοράς των υπαλλήλων συντονίζεται κεντρικά από το Υπουργείο Διοικητικής Μεταρρύθµισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και η επιλογή των υπαλλήλων που θα µεταφερθούν ή θα µεταταχθούν διενεργείται, βάσει τυπικών και ουσιαστικών κριτηρίων, από τα αρµόδια Τριµελή Συµβούλια των φορέων υποδοχής τους. Η περιβολή της διαδικασίας µε όλες τις αναγκαίες εγγυήσεις ανεξαρτησίας, µε τις οποίες διασφαλίζεται ουσιαστικά ότι οι υπάλληλοι θα µεταφερθούν ή µεταταχθούν στις θέσεις που συνάδουν µε τα προσόντα τους, προς όφελος τόσο των ιδίων όσο και των δηµοσίων υπηρεσιών, και η συντόµευση των σχετικών προθεσµιών καθιστούν το θεσµό της κινητικότητας ένα σύγχρονο, αξιοκρατικό και ευέλικτο εργαλείο για την ορθολογική ανακατανοµή του προσωπικού της δηµόσιας διοίκησης». Συνεχίζει δε η αιτιολογική έκθεση: «Ειδικότερα, στην προτεινόµενη διάταξη (του άρθρου 90) ρυθµίζεται και θωρακίζεται νοµικά η επιλογή των υπαλλήλων που τίθενται σε διαθεσιµότητα µετά την κατάργηση της οργανικής τους θέσης. Η επιλογή αυτή διενεργείται κατόπιν αποτίµησης και αντικειµενικής µοριοδότησης των προσόντων τους, τυπικών και ουσιαστικών, συνεκτιµωµένης της εργασιακής και διοικητικής εµπειρίας, της άσκησης ειδικών καθηκόντων και της εργασιακής φυσιογνωµίας του υπαλλήλου. Ιδιαίτερη βαρύτητα δίδεται, περαιτέρω, στον τρόπο εισαγωγής του υπαλλήλου στον οικείο φορέα. Έτσι, εξασφαλίζεται η αυξηµένη µοριοδότηση όσων έχουν εισαχθεί µετά από διαγωνισµό µε αξιοκρατικά κριτήρια. Η αποτίµηση των ανωτέρω κριτηρίων αποτυπώνεται σε σχετικό βαθµολογικό πίνακα από τα αρµόδια, σύµφωνα µε το νόµο, Τριµελή Υπηρεσιακά Συµβούλια. Οι υπάλληλοι που διαθέτουν τα λιγότερα προσόντα, όπως αυτοί προκύπτουν κατά φθίνουσα σειρά από τον βαθµολογικό πίνακα, τίθενται σε καθεστώς διαθεσιµότητας. Η σύνθεση των Συµβουλίων αποτελεί πρόσθετη εγγύηση ανεξαρτησίας και αµεροληψίας της διαδικασίας».
17. Επειδή, παράλληλα, με τις ως άνω γενικές ρυθμίσεις, στο ν. 4172/2013 περιλαμβάνονται και ειδικές διατάξεις, με τις οποίες ρυθμίζονται θέματα διαθεσιμότητας συγκεκριμένων κατηγοριών υπαλλή¬λων, μεταξύ δε αυτών και υπαλλήλων των ΟΤΑ Α΄ βαθμού, όπως οι συγκροτούντες το προσωπικό των κατά τόπους υπηρεσιών Αστυνομίας. Ειδικότερα, στο άρθρο 81 του νόμου αυτού, με τίτλο «Κατάργηση θέσεων κλάδου Αστυνομίας», ορίζονται τα εξής: «1. Από την 23η.9.2013 καταργούνται στους δήμους οι θέσεις του κλάδου ΠΕ Αστυνομίας, ΤΕ Αστυνομίας, ΔΕ Αστυνομίας και ΥΕ Αστυνομίας. Οι υπάλληλοι, των οποίων οι θέσεις καταργούνται, και εφόσον κατείχαν τις θέσεις αυτές την 9η Ιουλίου 2013, εντάσσονται στο πρόγραμμα κινητικότητας, σύμφωνα με την υποπαράγραφο Ζ.2 του ν. 4093/2012 (Α΄ 222). Οποιαδήποτε μετάταξη των ανωτέρω υπαλλήλων που εντάσσονται στο πρόγραμμα κινητικότητας έλαβε χώρα μετά την 9η Ιουλίου 2013 είναι αυτοδικαίως άκυρη. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη καθορίζονται τα προσόντα, οι προϋποθέσεις και η διαδικασία αξιολόγησης και ένταξης των υπαλλήλων, που αναφέρονται στο δεύτερο εδάφιο της παρούσας παραγράφου, στην Ελληνική Αστυνομία ως ιδιαίτερης κατηγορίας προσωπικού, καθώς και κάθε άλλο σχετικό θέμα. Με προεδρικό διάταγμα που εκδίδεται μετά από πρόταση του Υπουργού Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη ρυθμίζονται τα θέματα σύστασης, οργάνωσης και λειτουργίας των Υπηρεσιών της Ελληνικής Αστυνομίας, στις οποίες εντάσσονται οι υπάλληλοι του παρόντος άρθρου και τα ζητήματα ανάθεσης σε αυτούς επιπλέον αρμοδιοτήτων που αφορούν ιδίως την αστυνομία τάξης. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών και Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη καθορίζονται τα επιμέρους θέματα άσκησης των αρμοδιοτήτων της παραγράφου 4, καθώς και ζητήματα λειτουργικής συνεργασίας με τους οικείους δήμους, ιδίως μέσω της από κοινού κατάρτισης ετήσιων σχεδίων δράσης. Με απόφαση του Υπουργού Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη ρυθμίζεται το είδος, το αντικείμενο και η διάρκεια της εκπαίδευσης που υφίστανται οι ανωτέρω υπάλληλοι μετά την ένταξή τους στην Ελληνική Αστυνομία, ο τύπος, το χρώμα και η σύνθεση της στολής τους, τα αναγκαία εφόδια και ο τύπος του ειδικού δελτίου ταυτότητας με το οποίο εφοδιάζονται. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Διοικητικής Μεταρρύθμι¬σης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, καθορίζονται τα προσόντα, οι προϋποθέσεις και η διαδικασία αξιολόγησης και ένταξης των υπαλλήλων, που αναφέρονται στο δεύτερο εδάφιο της παρούσας παραγράφου, στους κλάδους ΔΕ Εξωτερικής Φρούρησης και ΔΕ Φύλαξης των Καταστημάτων Κράτησης, καθώς και κάθε άλλο σχετικό θέμα. Με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, ρυθμίζεται το είδος, το αντικείμενο και η διάρκεια εκπαίδευσης που υφίστανται οι ανωτέρω υπάλληλοι, μετά την ένταξή τους στους κλάδους ΔΕ Εξωτερικής Φρούρησης και ΔΕ Φύλαξης των Καταστημάτων Κράτησης. 2. ... 4. Αρμοδιότητες που έχουν ανατεθεί με διατάξεις νόμων ή κανονιστικών πράξεων στη δημοτική αστυνομία ασκούνται από τις 23.9.2013 από την Ελληνική Αστυνομία (ΕΛ.ΑΣ.). Η μεταφορά των ανωτέρω αρμοδιοτήτων δεν θίγει τα έσοδα των δήμων που συνδέονται με τις αρμοδιότητες αυτές. Τα έσοδα αυτά συνεχίζουν να βεβαιώνονται και να εισπράττονται από τους δήμους σύμφωνα με τις διατάξεις περί είσπραξης των εσόδων τους. Τα κινητά και ακίνητα περιουσιακά στοιχεία των δήμων που συνδέονται με τις αρμοδιότητες αυτές, συμπεριλαμβανομένων και των οχημάτων, παραμένουν στην κυριότητά τους. Με απόφαση του συμβουλίου μπορεί να καθορίζεται η παράλληλη άσκηση μίας ή περισσοτέρων εκ των ανωτέρω αρμοδιοτήτων από υπαλλήλους του δήμου, κατόπιν ορισμού αυτών με απόφαση του δημάρχου. Με την ίδια απόφαση του συμβουλίου δύναται να καθορίζεται επίσης ο αριθμός των αναγκαίων υπαλλήλων, η διάρκεια άσκησης της αρμοδιότητας, οι ώρες απασχόλησης των υπαλλήλων, καθώς και κάθε άλλη λεπτομέρεια αναφορικά με την άσκηση των αρμοδιοτήτων αυτών. 5. Για το χρονικό διάστημα από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου έως τις 22.9.2013, με κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών και Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη, που εκδίδεται μετά από αίτημα της ΚΕΔΕ, μπορεί να ανατίθεται στην Ελληνική Αστυνομία, σε έναν ή περισσότερους δήμους, η παράλληλη άσκηση μίας ή περισσοτέρων εκ των ανωτέρω αρμοδιοτήτων. Με την ίδια απόφαση μπορεί να ρυθμίζεται κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για την άσκηση των ανωτέρω αρμοδιοτήτων κατά το χρονικό αυτό διάστημα. 6. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη, μπορεί να ρυθμίζεται κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή του άρθρου αυτού». Σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση του ν. 4172/2013 επί του άρθρου 81, «[μ]ε την παράγραφο 1 προτείνεται η κατάργηση των θέσεων του κλάδου ΠΕ Δηµοτικής Αστυνοµίας, ΤΕ Δηµοτικής Αστυνοµίας, ΔΕ Δηµοτικής Αστυνοµίας και ΥΕ Δηµοτικής Αστυνοµίας, στο πλαίσιο εφαρµογής του προγράµµατος κινητικότητας και µε σκοπό τον εξορθολογισµό της διαχείρισης του ανθρωπίνου δυναµικού. Με την παράγραφο 2 λαµβάνεται η απαιτούµενη ειδική µέριµνα για ορισµένους από τους υπαλλήλους της παραγράφου 1, µε βάση κοινωνικά κριτήρια που επιβάλλουν την αυξηµένη προστασία από την Πολιτεία ειδικών κατηγοριών πολιτών. Η παράγραφος 4 ρυθµίζει τα απαραίτητα ζητήµατα αναφορικά µε την άσκηση των σχετικών αρµοδιοτήτων. Επισηµαίνεται ότι η έναρξη ισχύος του παρόντος άρθρου είναι η 23η.9.2013». Όπως δε προκύπτει από τις προπαρα¬σκευαστι¬κές εργασίες του νόμου (Πρακτικά Συνεδριάσεων της Ολομελείας της Βουλής των Ελλήνων), η κατάργηση του θεσμού της Αστυνομίας υπαγορεύθηκε από την ανάγκη τηρήσεως των δεσμεύσεων που η Ελληνική Δημοκρατία ανέλαβε έναντι των δανειστών της, μεταξύ δε αυτών και η θέση 25.000 χιλιάδων υπαλλήλων σε καθεστώς κινητικότητας έως τα τέλη του έτους 2013, επελέγη δε ο θεσμός αυτός, διότι δεν απέδωσε τα αναμενόμενα.
18. Επειδή, στη συγκεκριμένη περίπτωση, κατ’ εξουσιοδότηση των οριζομένων στις περ. 4 και 8 της υποπαραγράφου Ζ.1, της παρ. Ζ, του ν. 4093/2012, όπως ισχύει μετά και την τροποποίησή του, μεταξύ άλλων, με το ν. 4172/2013, δημοσιεύθηκε η υπ’ αριθμ. ΔΙΠΙΔΔ/Β.2/3/οικ. 22274/ 9.8.2013 απόφαση του Υπουργού Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, «Καθορισμός της διαδικασίας επιλογής των προς μετάταξη … υπαλλήλων, των κριτηρίων επιλογής και κατάταξής τους καθώς και του τρόπου μοριοδότησής τους» (Β΄ 1992/14.8.2013). Σκοπός της εν λόγω υπουργικής απόφασης, σύμφωνα με το άρθρο 1 αυτής, είναι «[η] ρύθμιση ειδικότερων θεμάτων σχετικών με: α) τη διαδικασία επιλογής των προς μετάταξη ή μεταφορά των υπαλλήλων που έχουν τεθεί σε διαθεσιμότητα, β) τα αναγκαία δικαιολογητικά, γ) τα επιμέρους κριτήρια μοριοδότησης και δ) τον αριθμό των μορίων που αντιστοιχούν στα επιμέρους κριτήρια». Στο άρθρο 2 αυτής, με τίτλο «Διαδικασία και κριτήρια αξιολόγησης για τη μετάταξη ή μεταφορά», ορίζεται ότι «1. Η μετάταξη μόνιμων πολιτικών υπαλλήλων … που υπηρετούν σε υπηρεσίες, κεντρικές και περιφερειακές, του Δημοσίου, των ανεξάρτητων αρχών, των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.) πρώτου και δεύτερου βαθμού και των λοιπών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.)…, όταν επιβάλλεται από το συμφέρον της υπηρεσίας υποδοχής, ιδίως για την κάλυψη άμεσων υπηρεσιακών αναγκών και την καλύτερη αξιοποίηση του ανθρώπινου δυναμικού, γίνονται σύμφωνα με τα κριτήρια και τη διαδικασία της παραγράφου 2 του άρθρου 91 του Ν. 4172/2013 καθώς και τις ειδικότερες ρυθμίσεις των επόμενων παραγράφων. 2. ... 3. κ.λπ. 10. Τα επιμέρους κριτήρια μοριοδότησης για την επιλογή του προσωπικού που μετατάσσεται … σύμφωνα με τις διατάξεις της περ. 4, της υποπαραγράφου Ζ.1, της παραγράφου Ζ, του άρθρου πρώτου του Ν. 4093/2012 (ΦΕΚ 222/Α΄), όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 2 του άρθρου 91 του Ν. 4172/2013 και ο αριθμός μορίων που αντιστοιχούν σε αυτά ανά κατηγορία υπαλλήλων παρατίθενται στους Πίνακες Ι, II και III του Παραρτήματος Α΄ της παρούσας υπουργικής απόφασης. 11. ... Εξάλλου, στους Πίνακες Ι έως ΙΙΙ του Παραρτήματος Α΄ της εν λόγω υπουργικής αποφάσεως (οι οποίοι αντιστοιχούν στις κατηγορίες προσωπικού ΠΕ/ΤΕ, ΔΕ και ΥΕ, αντιστοίχως) παρατίθενται τα βαθμολογούμενα κριτήρια και ο μέγιστος αριθμός μορίων που αντιστοιχεί σε κάθε ένα από αυτά. Τα κριτήρια διακρίνονται στις ακόλουθες Ομάδες: 1. Τυπικά Προσόντα (μέγιστος αριθμός μορίων 30), 2. Διοικητική Εμπειρία (μέγιστος αριθμός μορίων 30), 3. Τρόπος Εισαγωγής στη Δημόσια Διοίκηση (μέγιστος αριθμός μορίων 30), 4. Υπηρεσιακή Αξιολόγηση (Μέσος Όρος βαθμολογίας εκθέσεων τελευταίων 8 ετών, μέγιστος αριθμός μορίων 10), 5. Πειθαρχικές Ποινές (αρνητική βαθμολογία, μέγιστος αριθμός μορίων -30) Στην τρίτη ομάδα (Τρόπος Εισαγωγής στη Δημόσια Διοίκηση), το σύνολο των μορίων (30) λαμβάνουν όσοι έχουν εισέλθει στη Δημόσια Διοίκηση είτε μέσω της Εθνικής Σχολής Δημόσιας Διοίκησης (ΕΣΔΔ) ή της Εθνικής Σχολής Τοπικής Αυτοδιοίκησης (ΕΣΤΑ), είτε κατόπιν εισαγωγικού γραπτού διαγωνισμού, διενεργηθέντος από το ΑΣΕΠ. Επίσης, 25 μόρια λαμβάνουν όσοι έχουν εισαχθεί κατά προτεραιότητα μέσω ΑΣΕΠ, δυνάμει των κριτηρίων και της διαδικασίας του άρθρου 18 του ν. 2190/1994, ενώ 20 μόρια λαμβάνουν όσοι επελέγησαν δυνάμει διαδικασίας εμπίπτουσας στις «λοιπές διαδικασίες υπό τον έλεγχο του ΑΣΕΠ», καθώς και όσοι έχουν εισαχθεί κατόπιν γραπτού διαγωνισμού πριν από τη θέσπιση του ΑΣΕΠ. Σύμφωνα δε με την υπ’ αριθμ. ΔΙΠΙΔΔ/Β.2/Δ/10/οικ.22738/19.8.2013 ερμηνευτική εγκύκλιο του Υπουργού Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, «Πρό¬γραμμα κινητικότητας ν. 4172/2013» (αναρτηθείσα στη «Διαύγεια», Αριθμός Διαδικτυακής Καταχώρισης-ΑΔΑ- ΒΛΩΦΧ-ΖΘΣ), στην έννοια των «λοιπών διαδικασιών υπό τον έλεγχο του ΑΣΕΠ» υπάγονται οι ακόλουθες διαδικασίες: α) Διεξαγωγή διαδικασίας επιλογής με τα κριτήρια και τη διαδικασία του άρθρου 19 του ν. 2190/1994, για την πλήρωση θέσεων ή την πρόσληψη ειδικού επιστημονικού προσωπικού και υπαλλήλων επί θητεία. Το ΑΣΕΠ, στην περίπτωση αυτή, έχει εκδώσει ή εγκρίνει την προκήρυξη πλήρωσης θέσεων ειδικού επιστημονικού προσωπικού, συγκροτήσει τις απαιτούμενες επιτροπές επιλογής, οι οποίες έκριναν και καθόρισαν τη σειρά προτεραιότητας των υποψηφίων, και ασκήσει όλες τις προβλεπόμενες αρμοδιότητες για την ολοκλήρωση των διαγωνιστικών διαδικασιών έως τον καθορισμό των διοριστέων και τη δημοσίευση των οικείων πινάκων στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (με ενδεικτική αναφορά στις προκηρύξεις: 1Ε/2009, 1Ε/2008, 1Ε/2007, 4Ε/2005, 12Ε/2005, 5/1Ε/2004, 1/2009, 1/2008, 1/2007). β) Διεξαγωγή διαδικασίας επιλογής προσωπικού με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου για την πλήρωση θέσεων σε δημόσιες επιχειρήσεις, οργανισμούς και εταιρείες του Κεφαλαίου Α΄ του ν. 3429/2005. γ) Διεξαγωγή διαδικασίας πληρώσεως θέσεων ή προσλήψεως μονίμων υπαλλήλων ή υπαλλήλων με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου ή υπαλλήλων επί θητεία που διενεργείται από τους φορείς βάσει ειδικών διατάξεων και το ΑΣΕΠ ασκεί τον προβλεπόμενο από τις οικείες διατάξεις έλεγχο.
19. Επειδή, ειδικότερα ως προς τους υπηρετούντες στην Δημοτική Αστυνομία, με την υπ’ αριθμ. 6000/2/234-γ΄/15.10.2013 κοινή απόφαση των Υπουργών Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη (Β΄ 2631/17.10.2013), εκδοθείσα κατ’ εξουσιοδότηση των διατάξεων των άρθρων 81 παρ. 1 και 91 του ν. 4172/2013 και συμπροσβαλλόμενη με την υπό κρίση αίτηση, καθορίσθηκαν τα προσόντα, οι προϋποθέσεις και διαδικασία αξιολόγησης και ένταξης των δημοτικών αστυνομικών στην Ελληνική Αστυνομία. Ειδικότερα, στο άρθρο 1 της εν λόγω κοινής υπουργικής αποφάσεως ορίζεται ότι «1. Υπάλληλοι της Αστυνομίας των κλάδων ΠΕ Αστυνομίας, ΤΕ Αστυνομίας και ΔΕ Αστυνομίας, των οποίων οι θέσεις καταργούνται, σύμφωνα με το άρθρο 81 του ν. 4172/2013 (Α 167), εντάσσονται στην Ελληνική Αστυνομία ως ιδιαίτερης κατηγορίας προσωπικό εφόσον συγκεντρώνουν τα ακόλουθα προσόντα: α. Να είναι κάτοχοι πτυχίου ή διπλώματος οποιουδήποτε Τμήματος Α.Ε.Ι. της ημεδαπής, περιλαμβανομένων και των πτυχίων ή των διπλωμάτων του Ελληνικού Ανοικτού Πανεπιστημίου (Ε.Α.Π.) και των Προγραμμάτων Σπουδών Επιλογής (Π.Σ.Ε.) ή ισότιμων σχολών της αλλοδαπής οι υποψήφιοι κατηγορίας Π.Ε., πτυχίου ή διπλώματος οποιουδήποτε Τμήματος Τ.Ε.Ι. της ημεδαπής, περιλαμβανομένων και των πτυχίων Π.Σ.Ε. και Κ.Α.Τ.Ε.Ε. ή πτυχίου ή διπλώματος ισότιμων σχολών της ημεδαπής ή αλλοδαπής οι υποψήφιοι κατηγορίας Τ.Ε. και πτυχίου ή διπλώματος ή απολυτήριου τίτλου δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης της ημεδαπής ή άλλου ισότιμου της ημεδαπής ή αλλοδαπής οι υποψήφιοι κατηγορίας Δ.Ε. β. Να μην υπερβαίνουν το 45ο έτος της ηλικίας τους. Για τον υπολογισμό της ηλικίας τους ως ημερομηνία γέννησης θεωρείται η 31η Δεκεμβρίου του έτους γέννησης. γ. Οι άνδρες πρέπει να έχουν εκπληρώσει τις στρατιωτικές τους υποχρεώσεις. Δεν θεωρείται ότι εκπλήρωσε τις στρατιωτικές του υποχρεώσεις αυτός που έχει απαλλαγεί νόμιμα από αυτές. δ. Να έχουν υγεία και άρτια σωματική διάπλαση διαπιστούμενη από την αρμόδια Υγειονομική Επιτροπή, σύμφωνα με τον ειδικό πίνακα νοσημάτων, παθήσεων και βλαβών του π.δ. 133/2002 (Α΄ 109) που εφαρμόζεται για τη σωματική ικανότητα των μονίμων Αξιωματικών και Υπαξιωματικών των Ενόπλων Δυνάμεων. ε. Να έχουν σωματικά, ψυχικά και διανοητικά προσόντα ανταποκρινόμενα στις απαιτήσεις του έργου. στ. Να έχουν ανάστημα οι άνδρες τουλάχιστον 1,70 μ. χωρίς υποδήματα και οι γυναίκες τουλάχιστον 1,65 μ. χωρίς υποδήματα. ζ. Να μην έχουν καταδικασθεί τελεσίδικα, για τέλεση ή απόπειρα κακουργήματος ή των εγκλημάτων κ.λπ. (απαριθμούνται τα εγκλήματα) η. Να μην έχει ασκηθεί σε βάρος τους πειθαρχική δίωξη για παραπτώματα που επισύρουν προσωρινή ή οριστική παύση και να μην τους έχει επιβληθεί τέτοια πειθαρχική ποινή. 2. Πρόσθετα προσόντα ...», στο άρθρο 3 ότι «1. Για την αξιολόγηση και τη διαδικασία ένταξης των υπαλλήλων της παραγράφου 1 του άρθρου 1 της παρούσας εφαρμόζεται η διαδικασία για τη μετακίνηση των υπαλλήλων που προβλέπεται στο άρθρο 91 του ν. 4172/2013 και στην κατ’ εξουσιοδότηση αυτού εκδοθείσα υπ’ αριθ. ΔΙΠΙΔΔ/Β.2/3/ οικ.22274 από 9.8.2013 απόφαση του Υπουργού Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης (Β΄ 1992). 2. α. Οι υποψήφιοι που περιλαμβάνονται στον πίνακα βαθμολογικής κατάταξης, που καταρτίζεται από το ΑΣΕΠ, καλούνται με μέριμνα της Δ/νσης Προσωπικού/ΑΕΑ να προσέλθουν μέσα σε ορισμένες προθεσμίες, προκειμένου να εξετασθούν στα σωματικά, ψυχικά και διανοητικά τους προσόντα από τις αντίστοιχες Επιτροπές του άρθρου 5 του π.δ/τος 4/1995 (Α΄ 1). ... β. Η εξέταση των σωματικών, ψυχικών και διανοητικών προσόντων περιλαμβάνει υγειονομικές εξετάσεις, καθώς και ψυχοτεχνικές δοκιμασίες. Οι ψυχοτεχνικές δοκιμασίες προηγούνται των υγειονομικών εξετάσεων. Το ως άνω προσωπικό παραπέμπεται στις ψυχοτεχνικές επιτροπές και υποβάλλεται σε ψυχομετρικό έλεγχο, ο οποίος περιλαμβάνει ψυχοτεχνικές δοκιμασίες (τεστ προσωπικότητας) και συνέντευξη ενώπιον της αρμόδιας Επιτροπής. Με τις εξετάσεις αυτές ερευνάται κυρίως η κρίση, η προσαρμοστικότητα στις μεταβαλλόμενες καταστάσεις και απαιτήσεις, η αυτοκυριαρχία, η συναισθηματική σταθερότητα, η σκέψη, η αντίληψη και η εν γένει προσωπικότητα του εξεταζόμενου. γ. Όσοι κρίνονται ικανοί στις ψυχοτεχνικές δοκιμασίες παραπέμπονται στα αντίστοιχα Κεντρικά Ιατρεία της Ελληνικής Αστυνομίας για να υποβληθούν στις προβλεπόμενες υγειονομικές εξετάσεις και στη συνέχεια παρουσιάζονται ενώπιον της αρμόδιας Υγειονομικής Επιτροπής, για να κριθεί η καταλληλότητά τους. δ. ... 3. Το Τριμελές Ειδικό Υπηρεσιακό Συμβούλιο αφού λάβει υπόψη τον πίνακα βαθμολογικής κατάταξης των προς ένταξη υπαλλήλων που καταρτίζεται από το ΑΣΕΠ με βάση τα κριτήρια της υπ’ αριθμ. ΔΙΠΙΔΔ/Β.2/3/ οικ.22274/9.8.2013 καθώς και τα ειδικά πρόσθετα κριτήρια της παρούσης, τα αποτελέσματα των ψυχοτεχνικών δοκιμασιών και υγειονομικών εξετάσεων, γνωμοδοτεί για τη σειρά προτεραιότητας των προς ένταξη υπαλλήλων και εκδίδει τον Τελικό Πίνακα Διάθεσης. 4. ...» και στο άρθρο 4 ότι «1. Όσοι περιλαμβάνονται στον Τελικό Πίνακα Διάθεσης, εντάσσονται ως ιδιαίτερης κατηγορίας προσωπικό στην Ελληνική Αστυνομία με απόφαση του Προϊσταμένου Κλάδου Οργάνωσης και Ανθρώπινου Δυναμικού/Α.Ε.Α., που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Με την ίδια απόφαση συνιστώνται ισάριθμες οργανικές θέσεις για το εντασσόμενο προσωπικό. 2. …». Η εν λόγω κοινή υπουργική απόφαση τροποποιήθηκε με την υπ’ αριθμ. 6000/2/234-ε΄/15.10.2013 όμοια κοινή απόφαση των ίδιων ως άνω Υπουργών (Β΄ 3030/28.11.2013), με την οποία το όριο ηλικίας για τη μετάταξη στην Ελληνική Αστυνομία αυξήθηκε κατά πέντε έτη (πεντηκοστό). Ομοίως, με την υπ’ αριθμ. 90894/18.10.2013 κοινή απόφαση των Υπουργών Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονι¬κής Διακυβέρνησης και Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (Β΄ 2655), συμπροσβαλλόμενη με την υπό κρίση αίτηση, καθορίσθηκαν τα προσόντα, οι προϋποθέσεις και η διαδικασία αξιολογήσεως και εντάξεως των υπαλλήλων κατηγορίας ΔΕ23 της Αστυνομίας στους κλάδους ΔΕ Εξωτερικής Φρούρησης και ΔΕ Φύλαξης των Καταστημάτων Κράτησης. Ειδικότερα, με την εν λόγω κοινή υπουργική απόφαση ως προσόντα διορισμού προβλέφθηκαν τα εξής: α) η κατοχή πτυχίου ή διπλώματος ή απολυτηρίου τίτλου δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης της ημεδαπής, ή άλλος ισότιμος τίτλος της ημεδαπής ή της αλλοδαπής, β) η μη υπέρβαση του ορίου ηλικίας των 45 ετών και γ) ανάστημα (χωρίς υποδήματα) τουλάχιστον 1 μέτρου και 70 εκατοστών για τους άνδρες και 1 μέτρου και 60 εκατοστών για τις γυναίκες. Ως προς τη διαδικασία αξιολόγησης και ένταξης ορίζεται ότι «θα ακολουθηθεί η διαδικασία για τη μετακίνηση των υπαλλήλων που προβλέπεται στο άρθρο 91 του ν. 4172/2013». Η απόφαση αυτή τροποποιήθηκε με την υπ’ αριθμ. 101650/28.11.2013 όμοια κοινή υπουργική απόφαση (Β΄ 3032), με την οποία επίσης καθορίσθηκε ως ανώτατο όριο ηλικίας το πεντηκοστό. Στο πλαίσιο που περιγράφουν οι προεκτεθείσες νομοθετικές και κανονιστικές ρυθμίσεις, δημοσιεύθηκε η υπ’ αριθμ. 31890/25.11.2013 απόφαση του Υπουργού Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης (Β΄ 2999/26.11.2013), «Ανακοίνωση που αφορά στην κινητικότητα των δημοτικών αστυνομικών που έχουν τεθεί σε διαθεσιμότητα κατ’ εφαρμογή του άρθρου 81 του ν. 4172/2013, (Α΄ 167)» (Αριθμός Ανακοίνωσης 5/2013), επίσης συμπροσβαλλόμενη με την υπό κρίση αίτηση. Με αυτήν κλήθηκαν, εντός αποκλειστικής προθεσμίας δεκαπέντε (15) ημερών από τη δημοσίευση της Ανακοίνωσης στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, οι υπάλληλοι των Δήμων που ανήκαν στους κλάδους ΠΕ, TE και ΔΕ Αστυνομίας και έχουν τεθεί σε διαθεσιμότητα κατ’ εφαρμογή του άρθρου 81 του ν. 4172/2013 (ο αριθμός των οποίων ανέρχεται σε περίπου 3.500) να υποβάλουν στις Διευθύνσεις Διοικητικού/Προσωπικού των Δήμων, στους οποίους ανήκε η κατεχόμενη από αυτούς οργανική ή προσωποπαγής θέση, «Αίτηση- Υπεύθυνη Δήλωση» για τη μετάταξή τους με σειρά προτίμησης των φορέων που επιθυμούν να μεταταχθούν. Περαιτέρω, κλήθηκαν οι Διευθύνσεις Διοικητικού/Προσωπικού των Δήμων, εντός προθεσμίας δέκα (10) ημερών από τη λήξη της προθεσμίας υποβολής των «Αιτήσεων- Υπεύθυνων Δηλώσεων» των υπαλλήλων, να συντάξουν με ευθύνη τους πίνακες συνδρομής κριτηρίων των ως άνω υπαλλήλων και να τους αποστείλουν στο ΑΣΕΠ, προκειμένου οι υπάλληλοι να διατεθούν και τοποθετηθούν στους φορείς υποδοχής της παρούσας Ανακοίνωσης, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στην υπ’ αριθμ. ΔΙΠΙΔΔ/Β.2/3/οικ.22274/ 9.8.2013 απόφαση του Υπουργού Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και στις υπ’ αριθμ. 6000/2/234−γ΄/ 17.10.2013 και 90894/18.10.2013 κοινές υπουργικές αποφάσεις. Εξάλλου, στην ίδια υπ’ αριθμ. 31890/25.11.2013 υπουργική απόφαση προσαρτώνται οι πίνακες με τη σειρά προτεραιότητας των φορέων υποδοχής, τον αριθμό των υπαλλήλων που πρόκειται να διατεθεί σε κάθε φορέα ανά κατηγορία, κλάδο ή και ειδικότητα, καθώς και τα απαιτούμενα για κάθε θέση προσόντα. Πρόκειται για 2.858 κενές οργανικές θέσεις των κατηγοριών ΠΕ/ΤΕ και ΔΕ σε διάφορες (κεντρικές και περιφερειακές) υπηρεσίες των ακόλουθων, κατά σειρά προτεραιότη¬τας, φορέων υποδοχής: Υπουργείο Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (για τα ανά την επικράτεια καταστήματα κράτησης), Υπουργείο Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη (για την Ελληνική Αστυνομία), Υπουργείο Οικονομικών (για τη Γενική Γραμματεία Εσόδων), Υπουργείο Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας (για τη Γενική Γραμματεία Εμπορίου) και Γενική Γραμματεία Πληθυσμού και Κοινωνικής Συνοχής (για τα κατά τόπους Τμήματα Αλλοδαπών και Μετανάστευσης των οικείων Αποκεντρωμένων Διοικήσεων). Ακολούθως την 29.11.2013 εξεδόθη η υπ’ αριθμ. ΔΙΠΙΔ/Β.2/Δ/83/οικ.32170 εγκύκλιος του Υπουργού Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνη¬σης, «Οδηγίες για την κινητικότητα των Δημοτικών Αστυνομικών που έχουν τεθεί σε διαθεσιμότητα» (αναρτηθείσα στη «Διαύγεια», με Αριθμό Διαδικτυακής Ανάρτησης-ΑΔΑ- ΒΛ12Χ-Φ91). Με την εν λόγω εγκύκλιο περιγράφεται η τηρητέα διαδικασία για την ολοκλήρωση της κινητικότητας των υπαλλήλων των κλάδων ΠΕ, ΤΕ και ΔΕ της Αστυνομίας. Μεταξύ άλλων, στην εν λόγω εγκύκλιο επισημαίνεται (σελ. 11) ότι «[η] διαδικασία πρόσληψης των υποψηφίων ως ειδικού ένστολου προσωπικού της Αστυνομίας κατά την οποία υπήρχε η δυνατότητα άσκησης ένστασης ενώπιον του ΑΣΕΠ, σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 2 του ν. 3812/2009 συγκαταλέγεται στις “λοιπές διαδικασίες υπό τον έλεγχο του ΑΣΕΠ” της υπ’ αριθμ. ΔΙΠΙΔΔ/Β.2/3/οικ.22274/9.8.2013 απόφασης του Υπουργού Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης (Β΄ 1992)».
20. Επειδή, προβάλλεται με την κρινόμενη αίτηση ότι οι παραδεκτώς προσβαλλόμενες υπουργικές αποφάσεις, κατά το μέρος τους εκείνο που αφορά στη μοριοδότηση όσων έχουν προσληφθεί «με λοιπές διαδικασίες μέσω ΑΣΕΠ» δεν ευρίσκουν έρεισμα σε ορισμένη εξουσιοδότηση. Ο λόγος αυτός παρίσταται απορριπτέος ως αβάσιμος, δεδομένου ότι στην αναφερόμενη στη δέκατη έκτη σκέψη περίπτωση 4 της υποπαρ. Ζ.1., της παρ. Ζ΄ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 91 παρ. 2 του ν. 4172/2013, παρατίθεται κατά τρόπο γενικό μεν, πλην ορισμένο, το πλαίσιο, εντός του οποίου η κανονιστικώς δρώσα Διοίκηση δύναται να κινηθεί κατά τον καθορισμό των μοριοδοτούμενων διαδικασιών εισαγωγής στους φορείς της περιπτώσεως 1 της ίδιας υποπαραγράφου και, μεταξύ των διαδικασιών αυτών ρητώς αναφέρονται και οι διαδικασίες προσλήψεως που τελούν υπό την εποπτεία του ΑΣΕΠ, όπως η επίδικη του άρθρου 2 παρ. 3 του ν. 3812/2009. Τούτο δε, λαμβανομένου περαιτέρω υπόψη ότι ο καθ’ ύλην προσδιορισμός του αντικειμένου της εξουσιοδοτήσεως και η ουσιαστική ρύθμιση αρκεί να περιέχονται και σε διατάξεις άλλου νόμου (ΣΕ 1210/2010 Ολομ., 2186/2013 Ολομ.), τέτοιες δε είναι, προδήλως, οι διατάξεις του άρθρου 2 παρ. 3 του ν. 3812/2009.
21. Επειδή, ομοίως απορριπτέος είναι και ο συναφής προβαλλόμενος λόγος ότι οι προσβαλλόμενες υπουργικές αποφάσεις στερούνται νομίμου ερείσματος διότι νόμιμο έρεισμά τους είναι η διάταξη της περιπτώσεως 4 της υποπαρ. Ζ.1., της παρ. Ζ΄ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 91 παρ. 2 του ν. 4172/2013. Εξ άλλου, ο ίδιος λόγος στρεφόμενος κατά της πρώτης προσβαλλομένης και ρητώς κατονομαζομένης στο δικόγραφο υπ’ αριθμ. ΔΙΠΙΔ/Β.2/83/οικ32170/29-11-2013 πράξεως του Υπουργού Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής, εφ’ όσον όπως έχει ήδη γίνει δεκτό σε προηγούμενη σκέψη η πράξη αυτή στερείται εκτελεστού χαρακτήρος ως εγκύκλιος.
22. Επειδή, προβάλλεται ακολούθως ότι οι προσβαλλόμενες παραδεκτώς υπουργικές αποφάσεις αντίκεινται ευθέως στις διατάξεις των άρθρων 103 παρ. 7 και 118 παρ. 6 του Συντάγματος, διότι πριμοδοτούν με 20 μόρια διαδικασία υποχρεωτικώς εξαιρούμενη από τον έλεγχο του ΑΣΕΠ, ενώ η διάταξη του άρθρου 2 παρ. 3 του ν. 3812/2009 δεν δύναται να εφαρμοσθεί, ως αντίθετη στις ίδιες συνταγματικές διατάξεις. Για τη θεμελίωση της βασιμότητος του λόγου αυτού ακυρώσεως, οι αιτούντες επικαλούνται όσα έχουν γίνει δεκτά με το Πρακτικό Επεξεργασίας της Ολομελείας του Δικαστηρίου υπ’ αριθμ. 126/2006 επί του σχεδίου του τελικώς εκδοθέντος προεδρικού διατάγματος 135/2006 και με την απόφαση της Ολομελείας του Συμβουλίου της Επικρατείας υπ’ αριθμ. 195/2013. Ο λόγος αυτός παρίσταται απορριπτέος ως αβάσιμος. Και τούτο, διότι η διάταξη του άρθρου 118 παρ. 6 του Συντάγματος είναι εξαιρετική και, επομένως, στενώς ερμηνευτέα (ΣΕ 3595/2008 Ολομ.), το ίδιο δε ισχύει και για τη διάταξη του άρθρου 14 παρ. 2 του ν. 2190/1994 (Π.Ε. 96/2008 Ολομ., 230/2008 Ολομ., 190/2009 5μ.), στην οποία και μόνο αφορά η ως άνω συνταγματική διάταξη. Κατά συνέπεια, εφόσον οι διαδικασίες προσλήψεως στη Δημοτική Αστυνομία δεν περιλαμβάνονται ρητώς μεταξύ των εξαιρούμενων κατ’ άρθρο 14 παρ. 2 του ν. 2190/1994, η δυνάμει του άρθρου 26 παρ. 1 περ. α΄ του ν. 2819/2000 εξαίρεσή τους από τον έλεγχο του ΑΣΕΠ δεν περιβάλλεται με συνταγματικές εγγυήσεις και είναι, επομένως, δυνατή η άρση της με νεότερο νόμο. Επιπλέον, το άρθρο 103 παρ. 7 του Συντάγματος αφορά διατάξεις νόμων που θεσπίζονται μετά την συνταγματική αναθεώρηση του έτους 2001, εν προκειμένω όμως η εξαίρεση από τον έλεγχο του ΑΣΕΠ εχώρησε με προεδρικό διάταγμα, το οποίο ευρίσκει έρεισμα σε διάταξη νόμου (ν. 2819/2000) προγενέστερη της συνταγματικής αναθεωρήσεως (όπως, άλλωστε, έγινε δεκτό με το Π.Ε. 126/2006). Τέλος, η επικαλούμενη από τους αιτούντες υπ’ αριθμ. 195/2013 απόφαση της Ολομελείας του Δικαστηρίου αφορά σε διαφορετική κατηγορία προσωπικού του Δημοσίου και συγκεκριμένως στους δικαστικούς υπαλλήλους που τελούν υπό ιδιαίτερο συνταγματικό και νομοθετικό καθεστώς διάφορο των αιτούντων και, συνεπώς οι κρίσεις που διαλαμβάνονται σε αυτήν περί της εννοίας των άρθρων 103 παρ. 7 και 118 παρ. 6 του Συντάγματος δεν μπορεί να τύχουν εφαρμογής στην προκειμένη περίπτωση.
23. Επειδή, προβάλλεται επίσης ότι οι παραδεκτώς προσβαλλόμε¬νες πράξεις προσκρούουν ευθέως στις απορρέουσες από το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος αρχές της ισότητας και της αξιοκρατίας. Και τούτο, διότι με τις πράξεις αυτές οι αιτούντες περιέρχονται σε ιδιαίτερα δυσμενή θέση έναντι των συναδέλφων τους που προσελήφθησαν το έτος 2010, μολονότι και για τους τελευταίους εφαρμόσθηκε η ίδια, ειδική, αντικειμενική, αξιοκρατική και διαφανής διαδικασία του π.δ/τος 135/2006, με τη διαφορά ότι στην περίπτωσή τους έγινε (τυχαίως, κατά την άποψη των αιτούντων) χρήση της προβλεπόμενης στο ν. 3812/2009 δυνατότητος υποβολής ενστάσεων ενώπιον του ΑΣΕΠ και, μάλιστα, κατά των πινάκων κατατάξεως, γεγονός που, κατά την κοινή πείρα δεν αρκεί για να δικαιολογήσει την παροχή σε αυτούς ενός τόσο μεγάλου πλεονεκτήματος. Συναφώς, προβάλλεται ότι οι προσβαλλόμενες πράξεις αντίκεινται και στην αρχή της αναλογικότητας, καθόσον η μοριοδότηση των προσληφθέντων το 2010 είναι απρόσφορη, μη αναγκαία και δυσανάλογη προς το σκοπό δημοσίου συμφέροντος, την ικανοποίηση του οποίου επιδιώκει, με συνέπεια να τον υπερακοντίζει, προσβάλλοντας ευθέως και την ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητάς τους, λαμβανομένου υπόψη ότι α) η πρόσληψή τους εχώρησε κατ’ εφαρμογή διαδικασιών προβλεπόμενων στο νόμο και β) η μοριοδότηση των κριτηρίων, με βάση τα οποία είχαν οι ίδιοι προσληφθεί, καθώς και ο έλεγχος της γνησιότητος των δικαιολογητικών, θα μπορούσε να γίνει εκ νέου από το επιφορτισμένο με τη διεξαγωγή της διαδικασίας κινητικότητας ΑΣΕΠ, στο πλαίσιο της οποίας ελέγχει εκ νέου τα ίδια δικαιολογητικά.
24. Επειδή, όπως παγίως γίνεται δεκτό (ΣΕ 1253/2003 Ολομ., 2180/2004 Ολομ., 3086/2011 Ολομ.) η καθιερούμενη με τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 4 του Συντάγματος αρχή της ισότητας αποτελεί νομικό κανόνα, ο οποίος επιβάλλει την ομοιόμορφη μεταχείριση προσώπων, που τελούν κάτω από τις ίδιες ή παρόμοιες συνθήκες. Ο κανόνας αυτός δεσμεύει τα συντεταγμένα όργανα της Πολιτείας και, ειδικότερα, τόσο τον κοινό νομοθέτη κατά την ενάσκηση της λειτουργίας που ανατέθηκε σε αυτόν από το Σύνταγμα, όσο και τη Διοίκηση που δρα κανονιστικώς. Η παράβαση της πιο πάνω συνταγματικής αρχής ελέγχεται από τα δικαστήρια μέσα στα πλαίσια της δικαιοδοσίας τους, ώστε να διασφαλίζεται με ίσους όρους η πραγμάτωση του κράτους δικαίου και η ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας καθενός. Κατά τον έλεγχο αυτό, που είναι έλεγχος ορίων και όχι έλεγχος των κατ’ αρχήν επιλογών ή του ουσιαστικού περιεχομένου των νομικών κανόνων, ο κοινός νομοθέτης ή η Διοίκηση που δρα κανονιστικώς μπορεί να ρυθμίσει κατά ενιαίο ή διαφορετικό τρόπο τις ποικίλες προσωπικές ή πραγματικές καταστάσεις ή σχέσεις, αφού ληφθούν υπόψη οι υφιστάμενες κοινωνικές, οικονομικές, επαγγελματικές ή άλλες συνθήκες, οι οποίες συνδέονται προς τις καταστάσεις ή σχέσεις που είναι υπό ρύθμιση. Με βάση δε γενικά και αντικειμενικά κριτήρια ο νομοθέτης μπορεί να προβαίνει στη σχετική ρύθμιση μέσα στα όρια της αρχής της ισότητας, τα οποία αποκλείουν τόσο την έκδηλη άνιση μεταχείριση είτε με τη μορφή χαριστικού μέτρου ή προνομίου, που δεν συνδέεται με αξιολογικά κριτήρια, είτε με την μορφή επιβολής αδικαιολόγητης επιβάρυνσης, όσο και την αυθαίρετη εξομοίωση διαφορετικών καταστάσεων ή την ενιαία μεταχείριση καταστάσεων, που τελούν κάτω από διαφορετικές συνθήκες ή, αντίθετα, την διαφορετική μεταχείριση των ίδιων ή παρόμοιων καταστάσεων. Αν το δικαστήριο, κατά τον έλεγχο της συνταγματικότητας του νόμου, διαπιστώσει παράβαση της αρχής της ισότητας, οφείλει, κατά την εφαρμογή του νόμου αυτού, να προβεί σε άρση της αντισυνταγματικότητας που διαπιστώθηκε. Εν προκειμένω, ο δημόσιος σκοπός, του οποίου η θεραπεία διώκεται με τις επίμαχες ρυθμίσεις της περιπτώσεως 4 της υποπαρ. Ζ.1., της παρ. Ζ΄ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 91 παρ. 2 του ν. 4172/2013, είναι η εξασφάλιση της πραγματοποιήσεως της κινητικότητος υπό όρους αξιοκρατίας, ήτοι ένας σκοπός θεμιτός, ο οποίος δικαιολογεί τη διαφορετική μεταχείριση μεταξύ των υπαλλήλων που έχουν τεθεί σε διαθεσιμότητα και προέρχονται από διαφορετικούς φορείς, ανάλογα με τη διαδικασία διορισμού τους. Στο πλαίσιο αυτό, η μοριοδότηση εκείνων των υπαλλήλων που έχουν διορισθεί μέσω ΑΣΕΠ και, μάλιστα, κατά τρόπο κλιμακωτό, ήτοι με την αύξηση του αριθμού των μορίων ανάλογα με το βαθμό «παρεμβάσεως» του ΑΣΕΠ στη διαδικασία διορισμών, αποτελεί αντικειμενικό κριτήριο διαφοροποιήσεως, αφού, μάλιστα, στην συγκεκριμένη περίπτωση η μοριοδότηση βάσει του κριτηρίου της διαδικασίας επί της οποίας το ΑΣΕΠ διενεργεί έλεγχο νομιμότητος βάσει ενστάσεως του ενδιαφερομένου δεν ανάγεται στο μέγιστο όριο των 30 μορίων, αλλά στα 20 μόρια. Πέραν δε αυτού η θέσπιση της διαδικασίας αυτής με το άρθρο 2 παρ. 3 του ν. 3812/2009 κατέστη αναγκαία, όπως προκύπτει από την εισηγητική έκθεση που συνοδεύει το συγκεκριμένο άρθρο και τις σχετικές συζητήσεις στη Βουλή, όπως αναφέρεται σε προηγούμενη σκέψη, για την αντιμετώπιση του φαινομένου των καταχρηστικών προσλήψεων στη Δημοτική Αστυνομία υπό το προηγούμενο νομοθετικό καθεστώς όπου η όλη διαδικασία εκινείτο υπό την αιγίδα των οργάνων της τοπικής αυτοδιοικήσεως και του Γενικού Γραμματέως της οικείας Περιφέρειας. Εξ άλλου, ο διορισμός που ελέγχεται μέσω της συνταγματικά κατοχυρωμένης ανεξάρτητης αρχής (ΑΣΕΠ) δημιουργεί ένα τεκμήριο υπέρ της επάρκειας και της ικανότητος των διορισθέντων, το οποίο υπό το σύστημα που καθιερώνει η εν προκειμένω εφαρμοστέα υπ’ αριθμ. ΔΙΠΙΔΔ/Β.2/3/οικ 22274/9-8-2013 απόφαση του Υπουργού Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, δύναται να ανατραπεί μέσω της κατισχύσεως του μη δικαιούμενου τα μόρια αυτά στις λοιπές τρεις ομάδες κριτηρίων που ανέρχονται συνολικά σε 70 μόρια (ήτοι τυπικά προσόντα- μέγιστος αριθμός μορίων 30, διοικητική εμπειρία- μέγιστος αριθμός μορίων 30 και υπηρεσιακή αξιολόγηση των 8 τελευταίων ετών- μέγιστος αριθμός μορίων 10) λαμβανομένου μάλιστα υπ’ όψη του γεγονότος ότι οι αιτούντες διορισθέντες προ του τελευταίου διαγωνισμού του έτους 2010, όπου εφαρμόσθηκε η διάταξη του άρθρου 2 παρ. 3 του ν. 3812/2009 υπερέχουν των διορισθέντων βάσει του διαγωνισμού αυτού στις ομάδες των κριτηρίων της διοικητικής εμπειρίας και της υπηρεσιακής αξιολογήσεως.
25. Επειδή, τέλος, τα προβαλλόμενα ότι με την πρώτη προσβαλλόμενη πράξη εισάγεται νέα ρύθμιση (μετάταξη πριν από τη συμπλήρωση της οκταετίας), η οποία προσκρούει στις διατάξεις των άρθρων 70 παρ. 2 του Υπαλληλικού Κώδικα και 76 παρ. 2 του Κώδικα Κατάστασης Δημοτικών Υπαλλήλων καθώς και ότι η πρώτη προσβαλλόμενη πράξη, κατά το μέρος της εκείνο που αφορά τη δυνατότητα μετάταξης και πριν από τη συμπλήρωση της οκταετίας, ερείδεται επί μη ορισμένης νομοθετικής εξουσιοδότησης παρίστανται απορριπτέα προεχόντως μεν διότι η πράξη αυτή, όπως προαναφέρθηκε συνιστά μη εκτελεστή εγκύκλιο, αλλά και ως ερειδόμενα επί της εσφαλμένης εκδοχής, ότι η ρύθμιση αυτή θεσπίζεται το πρώτον με την προσβαλλόμενη πράξη, ενώ αυτή περιέχεται ευθέως στην περ. 1, της υποπαρ. Ζ.1., της παρ. Ζ΄ του ν. 4093/2012, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 91 παρ. 1 του ν. 4172/2013, όπως άλλωστε ρητώς προαναφέρθηκε στην όγδοη σκέψη.
Διά ταύτα
Καταργεί την δίκη ως προς την 289η αιτούσα (Μ. Βιτζηλαίου)
Απορρίπτει την κρινόμενη αίτηση
Δέχεται την παρέμβαση του Σ. Αγιώτη κ.λπ. για όσους από τους παρεμβαίνοντες έχει ασκηθεί παραδεκτώς
Διατάσσει την κατάπτωση του κατατεθέντος παραβόλου
Επιβάλλει συμμέτρως στους αιτούντες την δικαστική δαπάνη του Δημοσίου και των παρεμβαινόντων που ανέρχεται σε τετρακόσια εξήντα (460) ευρώ για το Δημόσιο και πεντακόσια τριάντα (530) ευρώ για τους παραδεκτώς παρεμβαίνοντες
Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 17 Μαρτίου 2014 και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 9ης Ιανουαρίου 2015.
Ο Πρόεδρος Η Γραμματέας

Σωτ. Αλ. Ρίζος Μ. Παπασαράντη
Αρχή
 
   © ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ, 2006 - 2014