Συμβούλιο της Επικρατείας   Ολομέλεια Συμβουλίου της Επικρατείας
 

ΤΟ ΕΡΓΟ "ΕΚΣΥΓΧΡΟΝΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΑΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ ΣτΕ" ΕΝΤΑΧΘΗΚΕ ΣΤΟ ΜΕΤΡΟ 2.2 "ΕΞΥΠΗΡΕΤΗΣΗ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΗ ΚΑΙ ΒΕΛΤΙΩΣΗ ΤΗΣ ΠΟΙΟΤΗΤΑΣ ΖΩΗΣ" ΤΟΥ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΙΑΚΟΥ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΟΣ "ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΤΗΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΑΣ" (ΕπΚτΠ) ΚΑΙ ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΗΘΗΚΕ ΣΕ ΠΟΣΟΣΤΟ 75% ΑΠΟ ΚΟΙΝOΤΙΚΟΥΣ ΠΟΡΟΥΣ.
main
Αρχείο πρόσφατων αποφάσεων
1 Απόφαση Επιτροπής Αναστολών 59/2014 (Ολ.) (10/4/2014)
2 1116-1117/2014 (Ολομ.): Αντικατάσταση τίτλων εκδόσεως ή εγγυήσεως Ελληνικού Δημοσίου (PSI) (αποσπάσματα) (31/3/2014)
3 ΣτΕ 987 - 88/2014 (Ολομ.): Αντισυνταγματικότητα παρέκκλισης από το γενικό σύστημα εισαγωγής στην τριτοβάθμιο εκπαίδευση με την πρόβλεψη θέσεων που καταλαμβάνονται μόνο από μέλη πολύτεκνης οικογένειας (17/3/2014)
4 ΣτΕ 519-520/2014 Ολομ. (12/3/2014)
5 ΣτΕ 761/2014 7μ (Β΄): Ερμηνεία διατάξεων του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας μετά από υποβολή προδικαστικών ερωτημάτων. (25/2/2014)
6 ΣτΕ 29/2014: Αντισυνταγματικότητα του άρθρου 12 παρ. 13 του ν. 3052/2002 για τη φορολόγηση της μηνιαίας αποζημίωσης των μελών ΔΕΠ των ΑΕΙ για τη δημιουργία βιβλιοθήκης και τη συμμετοχή σε συνέδρια. (13/2/2014)
7 ΣτΕ 3302/2013: Μονομερής τροποποίηση από τη Διοίκηση τιμών ναύλων οικονομικής θέσης στις ακτοπλοϊκές συγκοινωνίες. (14/1/2014)
8 Απόφαση Επιτροπής Αναστολών 489/2013: Κατάργηση θέσεων διοικητικού προσωπικού Α.Ε.Ι. (όμοιες 490-1/2013) (15/11/2013)
9 ΣτΕ 2527/2013 (Ολομ.) Συνταγματικότητα τέλους επιτηδεύματος (13/11/2013)
10 ΣτΕ 3748/2013 (Ολομ.) Άρση περιορισμών στην άσκηση του επαγγέλματος του οδοντιάτρου. (8/11/2013)
 1 Απόφαση Επιτροπής Αναστολών 59/2014 (Ολ.)
10/4/2014
Με την απόφαση αυτή ανεστάλη η εκτέλεση της Γ.Π./ΟΙΚ.12449/7.2.2014 αποφάσεως του Υπουργού Υγείας (Β΄256/07.02.2014) και της 5239/11.2.2014 αποφάσεως του Προέδρου του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. (Β΄ 595/11.3.2014), οι οποίες αφορούν στην επιβολή για το έτος 2014 μηνιαίου ορίου (πλαφόν) δαπάνης συνταγογραφήσεως, ανερχομένου στο 80% της μέσης μηνιαίας δαπάνης συνταγογραφήσεως του προηγούμενου έτους (2013), πέραν του οποίου δεν δύναται να συνταγογραφεί ο κάθε ιατρός που συνταγογραφεί για τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ., ασχέτως εάν είναι συμβεβλημένος ιατρός του Οργανισμού.

Η Επιτροπή Αναστολών έκρινε, ειδικότερα, τα εξής: Η επίμαχη ρύθμιση καθιερώσεως του μηνιαίου ορίου του 80%, παρά την εύλογη, καταρχήν, επιδίωξη του Κράτους για περαιτέρω μείωση της φαρμακευτικής δαπάνης, ενόψει της προβληματικής καταστάσεως των οικονομικών του δεδομένων και των δυνατοτήτων του, δύναται να οδηγήσει σε υποβιβασμό του επιπέδου παροχής των υπηρεσιών υγείας προς τους πολίτες, ενόψει των εμποδίων που συνεπάγεται η εφαρμογή του ως άνω μέτρου για τους θεράποντες ιατρούς στον τομέα των φαρμάκων και ειδικότερα της αδυναμίας των ιατρών, οι οποίοι συμπληρώνουν το θεσπιζόμενο από τη ρύθμιση αυτή όριο, να προβαίνουν στην ενδεικνυόμενη, κατά τις επιταγές της επιστήμης, συνταγογράφηση και στην ολοκληρωμένη αντιμετώπιση των προβλημάτων υγείας των ασθενών τους. Εξάλλου, η ως άνω ρύθμιση, ως οριζόντιο μέτρο με το οποίο περιορίζεται η δυνατότητα των ιατρών να συνταγογραφούν στους ασφαλισμένους του Ε.Ο.Π.Υ.Υ., που αποτελούν τον κύριο όγκο των ασφαλισμένων της Χώρας, με βάση τον όγκο της συνταγογραφήσεως του προηγουμένου έτους, δύναται να πλήξει αδιακρίτως τόσο τους ιατρούς (και κατά συνέπεια τους ασθενείς τους), οι οποίοι τήρησαν και τηρούν τις χρονικώς προηγηθείσες ρυθμίσεις για τον περιορισμό της φαρμακευτικής δαπάνης, ειδικότερα δε τις διατάξεις περί συνταγογραφήσεως με βάση τη δραστική ουσία, όσο και εκείνους οι οποίοι, κατά τις βεβαιώσεις της Διοικήσεως, τις παραβιάζουν, συνταγογραφώντας, στις περιπτώσεις που δεν το επιτρέπει η σχετική νομοθεσία, με βάση την εμπορική ονομασία του φαρμάκου και υποδεικνύοντας την αγορά πρωτότυπων, υπό καθεστώς προστασίας, φαρμάκων (on patent), που αποζημιώνονται, κατά κανόνα, ακριβότερα, αντί για φάρμακα off patent ή γενόσημα. Ενόψει των ως άνω διαπιστώσεων και κατόπιν σταθμίσεως αφενός του δημοσίου συμφέροντος που συνίσταται στη μείωση της δημόσιας δαπάνης για την υγεία και αφετέρου του δημοσίου συμφέροντος που επιβάλλει την αποτροπή πιθανολογούμενης βλάβης της υγείας των πολιτών, συντρέχει περίπτωση να ανασταλεί η εκτέλεση των ανωτέρω αποφάσεων.
Αρχή
 2 1116-1117/2014 (Ολομ.): Αντικατάσταση τίτλων εκδόσεως ή εγγυήσεως Ελληνικού Δημοσίου (PSI) (αποσπάσματα)
31/3/2014
Με τις αποφάσεις αυτές απερρίφθησαν αιτήσεις ακυρώσεως κατά πράξεων που εξεδόθησαν σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου πρώτου (παρ.1-11) του ν.4050/2012 «Κανόνες τροποποιήσεως τίτλων, εκδόσεως ή εγγυήσεως του Ελληνικού Δημοσίου, με συμφωνία των Ομολογιούχων» (Α΄63).

……Επειδή, η επένδυση σε ομόλογα και λοιπούς τίτλους εκδόσεως ή εγγυήσεως κρατών, ως έννομη σχέση παροχής οικονομικής πίστης, δεν είναι απαλλαγμένη του κινδύνου της σύννομης περιουσιακής απώλειας, ακόμη και αν το δίκαιο που διέπει τους τίτλους δεν προβλέπει ότι πριν από τη λήξη τους είναι ενδεχόμενη η επαναδιαπραγμάτευση όρων τους, όπως η ονομαστική αξία, το τοκομερίδιο και ο χρόνος λήξεως. Τούτο, διότι από την έκδοση του τίτλου μέχρι τη λήξη του μεσολαβεί συνήθως ικανό χρονικό διάστημα, κατά το οποίο ενδέχεται να συμβούν γεγονότα απρόβλεπτα που περιορίζουν ουσιωδώς, ακόμη και μέχρι εκμηδενισμού, τις οικονομικές δυνατότητες του κράτους – εκδότη ή εγγυητή των τίτλων. Όταν συμβαίνουν τέτοια γεγονότα, το κράτος νομίμως επιδιώκει επαναδιαπραγμάτευση βάσει της ρήτρας “rebus sic standibus”, η οποία οριοθετεί τη γενική αρχή του δικαίου “pacta sunt servanda”. Η αντίθετη νομική εκδοχή στηρίζεται στην παραδοχή ότι το κράτος έχει απόλυτη φερεγγυότητα, ήτοι τη δυνατότητα να εξασφαλίζει πάντοτε τα αναγκαία κεφάλαια για την ικανοποίηση των πιστωτών του, λόγω της διαρκούς υπόστασής του, απεριόριστου πλούτου και ακλόνητης πιστοληπτικής ικανότητας. Η παραδοχή αυτή διαψεύδεται από την πραγματικότητα, όπως είναι κοινώς γνωστό και προκύπτει από την ανωτέρω αναφερόμενη από 17.2.2012 γνώμη της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ). Σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη γνώμη αυτή, ακόμη και τα οικονομικώς ισχυρότερα κράτη αρνούνται, ήδη από το έτος 2002, την παραδοχή της απόλυτης φερεγγυότητας του κράτους – οφειλέτη και αποδέχονται το ενδεχόμενο του περιορισμού της σε περίπτωση κρίσης χρέους. Εν προκειμένω, είναι αναμφισβήτητο ότι ήδη από το έτος 2010 κατέστη αδύνατη η εξυπηρέτηση του δημοσίου χρέους της Ελληνικής Δημοκρατίας (του οποίου το μεγαλύτερο ποσοστό καθίσταται ληξιπρόθεσμο εντός των προσεχών ετών) είτε από τα δημόσια έσοδα είτε με νέο δανεισμό από την αγορά δημοσίου χρέους. Όπως αναφέρεται στις αιτιολογικές εκθέσεις του ν. 4046/2012 και του ν. 4050/2012, οι προοπτικές είναι δυσοίωνες για τα δημόσια έσοδα που μειώνονται συνεχώς λόγω της παρατεταμένης ύφεσης της εθνικής οικονομίας, ο δε νέος δανεισμός από την αγορά είναι ουσιαστικώς απαγορευμένος λόγω της απώλειας της πρότερης πιστοληπτικής ικανότητας. Η αύξηση των δημοσίων εσόδων και η ανάκτηση της πιστοληπτικής ικανότητας θα απαιτήσει ικανό χρόνο σύμφωνα με τις ίδιες αιτιολογικές εκθέσεις και, εν τω μεταξύ, η Ελληνική Δημοκρατία, για τη χρηματοδότηση των πάσης φύσεως τρεχουσών αναγκών της, μόνον από το ΔΝΤ και από δανειακές συμβάσεις χρηματοδοτικής διευκόλυνσης που συνάπτει με τα κράτη – μέλη της Ευρωζώνης δύναται να αντλεί κεφάλαια, τα οποία είναι μάλιστα περιορισμένα. Συνεπώς, υπό τη δεδομένη μεταβολή των οικονομικών συνθηκών, η οποία αιφνιδίασε και έφερε την Ελληνική Δημοκρατία σε κατάσταση αδυναμίας να εκπληρώνει εμπροθέσμως και στο ακέραιο όλες τις οικονομικής φύσεως υποχρεώσεις της, ήτοι προ του κινδύνου της στάσης πληρωμών και της κατάρρευσης της εθνικής οικονομίας, η επιδίωξη, με τις διατάξεις του άρθρου πρώτου του ν. 4050/2012, μιας επαναδιαπραγμάτευσης μέρους του δημοσίου χρέους [ήτοι, του οφειλόμενου στον Ιδιωτικό Τομέα (Private Sector) χρέους] που αναμενόταν να έχει θετική έκβαση, δεν αντιβαίνει στα άρθρα 5 και 25 παρ. 1 του Συντάγματος και στις αρχές του Συντάγματος, του Ενωσιακού Δικαίου και της ΕΣΔΑ, τις οποίες επικαλούνται οι αιτούντες. Δεν αίρεται δε η συνταγματικότητα αυτής της ρύθμισης του νομοθέτη ακόμη και αν από δημοσιοποιηθέντα στοιχεία το Ελληνικό Δημόσιο προσείλκυσε επενδυτές, και είναι, άλλωστε, διαφορετικό το ζήτημα αν γι’ αυτή τη συναλλακτική συμπεριφορά, η οποία δεν ανάγεται στον κρίσιμο χρόνο αλλά στο χρόνο της εκδόσεως των τίτλων που τελικά αντικαταστάθηκαν, το Ελληνικό Δημόσιο θα ηδύνατο να εναχθεί από τους αιτούντες ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων. Εξ άλλου, οι διατάξεις του άρθρου πρώτου του ν. 4050/2012 δεν έθιξαν διαδικαστικά δικαιώματα των αιτούντων, ως επενδυτών σε άυλους τίτλους. Τούτο, διότι σύμφωνα με τα άρθρα 5 επ. του ν. 2198/1994 και τις λοιπές διατάξεις που αναφέρονται σε προηγούμενη σκέψη, από την έκδοση μέχρι τη λήξη των άυλων τίτλων ο εκδότης τους δεν είναι συμβεβλημένος με τους επενδυτές, αλλά με τα πρόσωπα που ορίζονται από τον Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος ως «φορείς» του Συστήματος Λογιστικής Παρακολούθησης Συναλλαγών. Οι εν λόγω φορείς του Συστήματος συναλλάσσονται μεν με τους επενδυτές για τη μεταβίβαση άυλων τίτλων, αλλά οι σχετικές συμβάσεις ενεργούν μεταξύ φορέων και επενδυτών και δεν παράγουν έννομα αποτελέσματα εις όφελος ή εις βάρος του Ελληνικού Δημοσίου ή της Τράπεζας της Ελλάδος. Η Τράπεζα της Ελλάδος, ως διαχειριστής του Συστήματος, δεν τηρεί λογαριασμούς επενδυτών, αλλά μόνον λογαριασμούς φορέων. Οι λογαριασμοί αυτοί, για κάθε φορέα, διακρίνονται σε λογαριασμούς ιδίου χαρτοφυλακίου και χαρτοφυλακίου των επενδυτών – πελατών του, κάθε δε λογαριασμός χαρτοφυλακίου επενδυτών – πελατών τηρείται συγκεντρωτικά για όλους τους πελάτες του οικείου φορέα, ήτοι όχι ονομαστικά κατά επενδυτή. Μόνον ο φορέας τηρεί, στα δικά του στοιχεία, ονομαστικό λογαριασμό για κάθε επενδυτή – πελάτη του, ο οποίος έχει αξίωση επί του άυλου τίτλου στρεφόμενη μόνο κατά του φορέα. Οι πληρωμές (τόκων και κεφαλαίου) προς απόσβεση των υποχρεώσεων του Ελληνικού Δημοσίου γίνονται από την Τράπεζα της Ελλάδος μόνο στους φορείς. Αξίωση δε του επενδυτή, εκ του τίτλου, γεννάται κατά του Ελληνικού Δημοσίου μόνο σε περίπτωση μη καταβολής από την Τράπεζα της Ελλάδος, στον φορέα, των ποσών ληξιπρόθεσμων τόκων και κεφαλαίου. Διαπραγματεύσεις μεταξύ Ελληνικού Δημοσίου και επενδυτικού κοινού, πλην φορέων, δεν λαμβάνουν χώρα κατά την έκδοση ούτε στην περίπτωση της επαναγοράς των άυλων τίτλων από το Ελληνικό Δημόσιο πριν από τη λήξη τους. Υπό την ως άνω ρύθμιση της έννομης σχέσης που συνδέει το Ελληνικό Δημόσιο (ως εκδότη ανώνυμων και άυλων τίτλων παρακολουθούμενων από το Σύστημα Λογιστικής Παρακολούθησης Συναλλαγών) με τους επενδυτές – πελάτες των φορέων, δεν γεννήθηκε, από το άρθρο 5 του Συντάγματος, αξίωση των αιτούντων για κλήση αυτών των ιδίων προς συμμετοχή στη διαπραγμάτευση που προβλέφθηκε, υπό τις συνθήκες που εκτίθενται στην προηγούμενη σκέψη, με τις διατάξεις του άρθρου πρώτου του ν. 4050/2012. Ειδικότερα, δεν αντιβαίνουν στo άρθρο 5 του Συντάγματος οι διατάξεις του εν λόγω νόμου, δυνάμει των οποίων : α) κλήθηκαν να μετάσχουν στη διαδικασία και να ψηφίσουν, ως ομολογιούχοι άυλων τίτλων, οι φορείς του Συστήματος που έχουν λογαριασμούς ιδίου χαρτοφυλακίου η/και χαρτοφυλακίου επενδυτών – πελατών τους στις οικείες καταχωρίσεις της Τράπεζας της Ελλάδος και β) ορίσθηκε ότι η συμμετοχή του ομολογιούχου στη διαδικασία θεωρείται ότι διενεργείται σύμφωνα με τις οδηγίες και με τη συναίνεση του επενδυτή – πελάτη του, χωρίς να γεννάται ευθύνη του Ελληνικού Δημοσίου, του Ο.Δ.ΔΗ.Χ. και της Τράπεζας της Ελλάδος, εάν ο ομολογιούχος μετέσχε στη διαδικασία χωρίς αυτή τη συναίνεση ή κατά παράβαση σχετικών οδηγιών. Ως προς το θέμα αυτό, άλλωστε, οι ρυθμίσεις του ν. 4050/2012 αντλούν πράγματι από τη διεθνή πρακτική, όπως ορθώς επισημαίνεται στην αιτιολογική έκθεση του νόμου. Τούτο, διότι στη διαδικασία επαναδιαπραγμάτευσης όρων ομολόγων και λοιπών τίτλων, όταν αυτή προβλέπεται από Ρήτρες Συλλογικής Δράσης (ΡΣΔ) [Collective Action Clauses (CACs)], καλείται νομίμως προς συμμετοχή ο ομολογιούχος (“holder in relation to a Bond), προκειμένου δε περί ομολόγων που δεν είναι τίτλοι ονομαστικοί ή τίτλοι στον κομιστή, αλλά τίτλοι ανώνυμοι και άυλοι, παρακολουθούμενοι νομίμως με σύστημα καταχωρίσεων στα στοιχεία του εκδότη, ως ομολογιούχος νοείται το φυσικό ή νομικό πρόσωπο, επ’ ονόματι του οποίου – είτε ως έχοντος ίδιο δικαίωμα επί του τίτλου είτε ως θεματοφύλακος (“custodian”) – o εκδότης τηρεί σχετικό λογαριασμό. Περαιτέρω, η θετική έκβαση αυτής της διαδικασίας εξαρτάται από την επίτευξη συμφωνίας μεταξύ του εκδότη των τίτλων και της πλειοψηφίας του κεφαλαίου, διότι κάθε ομολογιούχος μετέχει στην ψηφοφορία με ψήφους που αντιστοιχούν στην ονομαστική αξία των τίτλων που κατέχει. Το δε αποτέλεσμα της διαδικασίας είναι δεσμευτικό (“binding Effect”) για όλα τα πρόσωπα, τα οποία έχουν δικαιώματα επί ή εκ των τίτλων. Συνεπώς, η επαναδιαπραγμάτευση, ακόμη και κατά τους ως άνω θεμελιώδεις κανόνες της διεθνούς πρακτικής, είναι έννομη σχέση διαδικαστικώς οριοθετημένη μεταξύ του εκδότη των άυλων τίτλων και των ομολογιούχων, είτε ως κεφαλαιούχων είτε ως νομίμων εκπροσώπων των πελατών τους, ήτοι του ευρύτερου κοινού των ιδιωτών επενδυτών που ενδιαφέρονται για την αγορά δημοσίου χρέους. Εντός του πλαισίου αυτής της έννομης σχέσης τεκμαίρεται, κατ’ αρχήν, ότι οι σχέσεις του ομολογιούχου με τους πελάτες του είναι ομαλές και ο εκδότης των άυλων τίτλων δεν υποχρεούται να ζητεί σχετικές αποδείξεις. Όπως προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου, ύστερα από τη σύσταση της Ομάδας των 10 (G – 10) προς τους εκδότες κρατικών ομολόγων για τη χρήση ΡΣΔ, στην οποία αναφέρεται η ΕΚΤ στην από 17.2.2012 γνώμη, αυτοί οι θεμελιώδεις κανόνες αξιοποιήθηκαν στο Ηνωμένο Βασίλειο και στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής. Ακολούθως, έτυχαν επεξεργασίας από υποεπιτροπή της Ευρωπαϊκής Χρηματοοικονομικής Επιτροπής (“EFS sub – Committee on EU Sovereign Debt Markets”), έγιναν αντικείμενο διαβουλεύσεων με την ΕΚΤ, το ΔΝΤ και επενδυτικά ιδρύματα, εγκρίθηκαν από την Επιτροπή (“Economic and Financial Committee”) ως Πρότυποι Κανόνες Συλλογικής Δράσης (“Model Collective Action Clause”) για τα κράτη – μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης που μετέχουν στη Συνθήκη για τη θέσπιση του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Στήριξης (“European Stability Mechanism – ESM”) και έχουν ήδη εισαχθεί στο εσωτερικό δίκαιο των κρατών – μελών της Ευρωζώνης, ώστε να ισχύουν για τους νέους κρατικούς τίτλους που εκδίδονται στην Ευρωζώνη από 1.1.2013, εάν αυτοί (οι νέοι τίτλοι) έχουν διάρκεια μεγαλύτερη του ενός έτους [βλ. και απόφαση του Αναπληρωτή Υπουργού Οικονομικών 2/25248/0023Α /7.3.2013, Β΄ 583/13.3.2013, με την οποία εισήχθησαν οι ως άνω Πρότυποι Κανόνες Συλλογικής Δράσης στην εθνική νομοθεσία, ιδίως τον ορισμό του «κατόχου (holder) σε σχέση με ένα ομόλογο» στην παράγραφο 1 στοιχ. θ΄, σύμφωνα με τον οποίο, για το δικαίωμα ψήφου, ο εκδότης «δικαιούται να θεωρεί ως νόμιμο κάτοχο του ομολόγου», μεταξύ άλλων περιπτώσεων, «το πρόσωπο στο όνομα του οποίου το Ομόλογο είναι καταχωρημένο στα βιβλία και αρχεία του Εκδότη»]. Από τα ως άνω στοιχεία προκύπτει ότι οι διατάξεις του άρθρου πρώτου του ν. 4050/2012, δυνάμει των οποίων εκδόθηκαν οι προσβαλλόμενες πράξεις, δεν θεσπίσθηκαν κατά τρόπο αυθαίρετο από τον νομοθέτη, αλλά σύμφωνα με τα διεθνή συναλλακτικά ήθη, όπως αυτά εξελίσσονται. Οι παρατηρήσεις στην από 17.2.2012 γνώμη της ΕΚΤ επί του σχεδίου των διατάξεων προφανώς συνεκτιμήθηκαν και το κείμενο του νόμου διατυπώθηκε, τελικά, με απόλυτη σαφήνεια. Προβλέπεται δε παραλλήλως στον νόμο ότι θεωρούνται ομολογιούχοι και, κατά συνέπεια, καλούνται να μετάσχουν στη διαδικασία της ψηφοφορίας όλοι οι δικαιούχοι τίτλων που δεν παρακολουθούνται από το Σύστημα Λογιστικής Παρακολούθησης Συναλλαγών, το οποίο τελεί υπό τη διαχείριση της Τράπεζας της Ελλάδος, ήτοι α) οι κομιστές των ενσώματων ανώνυμων τίτλων, β) τα πρόσωπα που αναγράφονται ως δικαιούχοι στους ενσώματους ονομαστικούς τίτλους και γ) οι δικαιούχοι των άυλων τίτλων που δεν παρακολουθούνται από το εν λόγω Σύστημα. Άλλωστε, δεν προβάλλεται με το δικόγραφο της κρινομένης αιτήσεως ή με δικόγραφο προσθέτων λόγων ότι μέχρι τη λήξη της ψηφοφορίας και την επικύρωση του αποτελέσματός της υπεβλήθησαν στην Τράπεζα της Ελλάδος, ως διαχειριστή της διαδικασίας, ενστάσεις για οποιοδήποτε ζήτημα, είτε από τους αιτούντες είτε από τους φορείς του Συστήματος – ομολογιούχους, των οποίων οι αιτούντες είναι πελάτες. Τέλος, η ενεργοποίηση και πληρωμή συμβάσεων «ανταλλαγής κινδύνου αθέτησης» (“Credit Default Swap – CDS”) μετά τη λήξη της διαδικασίας και εξ αιτίας αυτής [ως «πιστωτικού γεγονότος» (“credit event”) κατά την έννοια των “Credit Derivative Definitions” της International Swaps and Derivatives Association (I.S.D.A.)], την οποία επικαλούνται οι αιτούντες με υπόμνημα, ανάγεται στην εφαρμογή αυτών των παράγωγων συμβάσεων και αφορά μόνον όσους αντλούν δικαιώματα ή αναλαμβάνουν υποχρεώσεις από αυτές, ήτοι αποτελεί θέμα που δεν όφειλε να σταθμίσει ο εθνικός νομοθέτης, διότι το Ελληνικό Δημόσιο δεν μετέχει στη σύναψη παράγωγων συμβάσεων σε σχέση με τα ομόλογα εκδόσεώς του. Υπό τα δεδομένα αυτά, οι εν λόγω διατάξεις του ν. 4050/2012, όπως θεσπίσθηκαν υπό όλως εξαιρετικές περιστάσεις, ήτοι προ του κινδύνου στάσης πληρωμών και κατάρρευσης της εθνικής οικονομίας λόγω των ιδιαιτέρως δυσμενών συνθηκών που ήδη εκτέθηκαν, δεν αντιβαίνουν, στο σύνολό τους, στα άρθρα 5 και 25 παρ. 1 του Συντάγματος και στις αρχές Συντάγματος, του Ευρωπαϊκού Ενωσιακού Δικαίου και της ΕΣΔΑ (μειοψ.)……

……Επειδή, τα ομόλογα και οι λοιποί τίτλοι, ενσώματοι ή άυλοι, δεν έχουν στις συναλλαγές περιουσιακή αξία ως πράγματα καθ’ αυτά. Σύμφωνα με το άρθρο 17 παρ. 1 του Συντάγματος, το οποίο ορίζει ότι «η ιδιοκτησία τελεί υπό την προστασία του Κράτους», ο ιδιοκτήτης τίτλων απολαύει συνταγματικής προστασίας λόγω της περιουσιακής σημασίας των ενοχικών δικαιωμάτων, τα οποία κατά την οικεία νομοθεσία είναι συνδεδεμένα με κτήση τίτλων και συνίστανται σε χρηματικές απαιτήσεις, για τις οποίες ανακύπτει δικαστικώς επιδιώξιμη αξίωση να ικανοποιηθούν όταν καταστούν ληξιπρόθεσμες (βλ. ΑΠ 541/2011). Η ακύρωση τίτλου, όμως, δεν είναι απαλλοτρίωση κατά την έννοια του άρθρου 17 παρ. 2 του Συντάγματος, ήτοι απαλλοτρίωση πράγματος που έχει περιουσιακή αξία καθ’ αυτό, ώστε να εξαρτάται η νομιμότητα της απαλλοτρίωσης από την καταβολή πλήρους χρηματικής αποζημίωσης και, μάλιστα, κατόπιν αποφάσεως δικαστηρίου που αποφαίνεται για το ύψος της περιουσιακής αξίας του πράγματος, δεδομένου ότι η παράγραφος αυτή αναφέρεται μόνο σε εμπράγματα δικαιώματα, όπως συνάγεται από τη διατύπωσή της, αλλά και από τις επόμενες παραγράφους του ίδιου άρθρου. Εξ άλλου, σύμφωνα με τα άρθρα 5 παρ. 1, 17 παρ. 1 και 25 παρ. 1 του Συντάγματος, σε περίπτωση συνδρομής σοβαρού λόγου δημοσίου συμφέροντος είναι επιτρεπτός ο περιορισμός των πάσης φύσεως ενοχικών δικαιωμάτων, εάν υπό τις δεδομένες συνθήκες κρίνεται αναγκαίος και πρόσφορος για την εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος και συμβατός με την αρχή της αναλογικότητας. …… το άρθρο 1 του ΠΠΠ της ΕΣΔΑ, το οποίο κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974 (Α΄ 256), ορίζει ότι η περιουσία κάθε φυσικού ή νομικού προσώπου είναι σεβαστή. Όμως, σύμφωνα με το ίδιο άρθρο, εάν συντρέχουν λόγοι δημοσίου συμφέροντος, μείωση της περιουσίας είναι επιτρεπτή, κατά τους όρους που προβλέπονται στην εθνική νομοθεσία και στις γενικές αρχές του διεθνούς δικαίου, ιδιαιτέρως δε υπό εξαιρετικές περιστάσεις, οι οποίες επιβάλλουν τη λήψη γενικών μέτρων οικονομικής και κοινωνικής στρατηγικής κατά την εκτίμηση των κρατικών αρχών, οι οποίες είναι και οι κατ’ αρχήν αρμόδιες να εκτιμήσουν σε κάθε περίσταση σε τι συνίσταται το δημόσιο συμφέρον και ποια είναι τα αναγκαία και πρόσφορα μέτρα για την εξυπηρέτησή του, έχοντας ευρύ περιθώριο εκτιμήσεως. Υπό αυτές τις προϋποθέσεις, δεν συνιστά παράβαση του άρθρου 1 του ΠΠΠ ΕΣΔΑ μείωση της περιουσίας, η οποία τηρεί την αρχή της δίκαιης ισορροπίας (“fair balance”) μεταξύ του γενικού συμφέροντος που αφορά το σύνολο και των απαιτήσεων για την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων του ατόμου [βλ. ΕΔΔΑ James και λοιποί κατά Ηνωμένου Βασιλείου, απόφαση της 21.2.1986 που ακολουθείται παγίως, ιδιαιτέρως δε ΕΔΔΑ Olczak κατά Πολωνίας, απόφαση της 7.11.2002 και Grainger και λοιποί κατά Ηνωμένου Βασιλείου, απόφαση της 10.7.2012]…..Εν προκειμένω… η ακύρωση των τίτλων των αιτούντων και η αντικατάστασή τους με τους νέους τίτλους, εκδόσεως του Ελληνικού Δημοσίου και του ΕΤΧΣ, συνεπάγεται ουσιαστικώς απώλεια κεφαλαίου κατά [100 – 46,5 =] 53,5 % ή και κατά ακόμη υψηλότερο ποσοστό, λόγω της μεταβολής του χρόνου λήξεως που προβλεπόταν στους ακυρωθέντες τίτλους. Αυτή η περιουσιακή απώλεια, ως περιορισμός ενοχικού δικαιώματος, ήταν ιδιαιτέρως σοβαρή, αλλά δεν προκύπτει ότι ήταν απρόσφορη ή μη αναγκαία ή υπέρμετρη, ώστε να κριθεί απαγορευμένη από τα άρθρα 17 παρ. 1, 25 παρ.1 του Συντάγματος και 1 του ΠΠΠ της ΕΣΔΑ. Τούτο, διότι υπό τις δεδομένες, όλως εξαιρετικές περιστάσεις, περί των οποίων εκτενώς έγινε λόγος στις προηγούμενες σκέψεις, όπως αυτές εκτιμήθηκαν από τη Βουλή των Ελλήνων και το Υπουργικό Συμβούλιο, καθώς και από τον Ιδιωτικό Τομέα με ευρύτατη πλειοψηφία, ήτοι με ψήφους 152.042.932.772,40 επί συνόλου 177.218.697.615,45 ανάλογα με τη συμμετοχή στο ανεξόφλητο κεφάλαιο του δημοσίου χρέους, ο περιορισμός των δικαιωμάτων του Ιδιωτικού Τομέα επί του δημοσίου χρέους κατά 53,5 % ή και κατά ακόμη υψηλότερο ποσοστό, κατά την κρίση του Δικαστηρίου στο πλαίσιο του οριακού ελέγχου συνταγματικότητας της ρύθμισης από την εξεταζόμενη άποψη, δεν εμφανίζεται ως μέτρο που υπερβαίνει το αναγκαίο όριο ή/και ως απρόσφορο για την επίτευξη του δημοσιονομικού στόχου της μείωσης του δημοσίου χρέους χάριν της διάσωσης της οικονομίας της Ελληνικής Δημοκρατίας από στάση πληρωμών και κατάρρευση, η οποία θα είχε απρόβλεπτες κοινωνικές και οικονομικές συνέπειες και, βεβαίως, θα έθετε σε σοβαρότατο κίνδυνο και την απόλαυση των δικαιωμάτων όλων των φυσικών και νομικών προσώπων που έχουν επενδύσει στο δημόσιο χρέος [βλ.ΕΔΔΑ Olzcak κατά Πολωνίας, Grainger και λοιποί κατά Ηνωμένου Βασιλείου, σε σχέση με το άρθρο 1 ΠΠΠ της ΕΣΔΑ] (μειοψ.) ……

……Επειδή, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 2198/1994, οι οποίες ήδη παρατέθηκαν και ερμηνεύθηκαν και σε προηγούμενες σκέψεις, η αγορά [πρωτογενής (ήτοι, κατά την έκδοση) ή δευτερογενής] και η κατ’ καθ’ οιονδήποτε άλλο τρόπο νόμιμη κτήση άυλων τίτλων εκδόσεως του Ελληνικού Δημοσίου, ανώνυμων και παρακολουθούμενων από το Σύστημα Λογιστικής Παρακολούθησης Συναλλαγών, γεννά έναντι του εκδότη ενοχικά δικαιώματα αναιτιώδη και μη διαφοροποιούμενα επί τη βάσει προσωπικών στοιχείων. Συνεπώς, η αρχή της ισότητας δεν επιβάλλει στο Ελληνικό Δημόσιο να επιφυλάσσει ιδιαίτερη ευνοϊκή μεταχείριση σε ορισμένους πιστωτές του επί τη βάσει των προσωπικών δεδομένων τους και συναφών υποκειμενικών στοιχείων και, συγκεκριμένα, σε φυσικά πρόσωπα με περιορισμένες οικονομικές δυνατότητες και προσδόκιμο χρόνο ζωής, τα οποία αντιλαμβάνονται τη συναλλακτική συμπεριφορά τους ως συμπεριφορά αποταμιευτών (και όχι ως συμπεριφορά επενδυτών, σύμφωνα με τον καθορισμό των ενοχικών δικαιωμάτων τους στον ν. 2198/1994 και τον όρο του νομοθέτη). Αντιθέτως, μάλιστα, η αρχή της ισότητας, όπως κατά τα διεθνή συναλλακτικά ήθη εφαρμόζεται ειδικότερα επί σχέσεων πλειόνων πιστωτών με τον ίδιο οφειλέτη, γνωστή ως αρχή «pari passu», επιβάλλει την πορεία μέχρι την τελική λύση των σχέσεων «με ίσο βήμα» (“on equal footing”), ώστε σε περίπτωση αδυναμίας ικανοποιήσεως του συνόλου των απαιτήσεων των πιστωτών κάθε πιστωτής να ικανοποιηθεί ανάλογα με το ύψος της απαίτησής του («pro rata»)………η υπαγωγή των αιτούντων και των άλλων φυσικών προσώπων στις διατάξεις του άρθρου πρώτου του ν. 4050/2012 δεν αντιβαίνει στο άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος, διότι στην προκειμένη περίπτωση της απρόοπτης εξέλιξης του συνόλου των πιστωτικών σχέσεων που απορρέουν από τις διατάξεις του ν. 2198/1994 τα φυσικά πρόσωπα δεν δικαιούνται, βάσει της αρχής της ισότητας, προνομιακή μεταχείριση έναντι των λοιπών πιστωτών του Ελληνικού Δημοσίου που αντλούν τα δικαιώματά τους από τις ίδιες διατάξεις, ακόμη και αν είναι μικρή η ονομαστική αξία των τίτλων τους ως απόλυτο μέγεθος και ως ποσοστό του συνολικού ανεξόφλητου κεφαλαίου (μειοψ.)……

[Με τις ανωτέρω αποφάσεις αντιμετωπίζονται, επίσης, ειδικότεροι ισχυρισμοί των διαδίκων σχετικοί με τις προπαρατεθείσες σκέψεις, δικονομικά ζητήματα και άλλοι λόγοι ακυρώσεως, όπως παράβαση των άρθρων 20 παρ.1 Συντ. και 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ, του άρθρου 4 παρ.5 Συντ., της από 27.3.1961 διεθνούς συμφωνίας (κυρ.ν.δ.4180/1961).]
Αρχή
 3 ΣτΕ 987 - 88/2014 (Ολομ.): Αντισυνταγματικότητα παρέκκλισης από το γενικό σύστημα εισαγωγής στην τριτοβάθμιο εκπαίδευση με την πρόβλεψη θέσεων που καταλαμβάνονται μόνο από μέλη πολύτεκνης οικογένειας
17/3/2014
Με τις 987 - 88/2014 αποφάσεις της Ολομελείας του Δικαστηρίου κρίθηκαν αντισυνταγματικές οι διατάξεις του άρθρου 2 παρ. 2 γ΄ περίπτωση ii αα΄ του ν. 2525/1997, όπως ισχύει μετά τις μεταβολές που επέφεραν τα άρθρα 59 παρ. 11 του ν. 3966/2011 και 44 παρ. 2 του ν. 4071/1012, οι οποίες εισήγαγαν παρέκκλιση από το γενικό σύστημα εισαγωγής στην τριτοβάθμια εκπαίδευση με την πρόβλεψη της σύστασης θέσεων, οι οποίες καταλαμβάνονται μόνο από υποψήφιους που έχουν την ιδιότητα του μέλους πολύτεκνης οικογένειας.

Με τις ανωτέρω αποφάσεις κρίθηκαν, ειδικότερα, τα εξής: Από τον συνδυασμό της καθιερούμενης με το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος αρχής της ισότητας με τις προστατευτικές της παιδείας διατάξεις του άρθρου 16 του Συντάγματος συνάγεται ότι ο κοινός νομοθέτης οφείλει να εξασφαλίζει την πρόσβαση στην τριτοβάθμια εκπαίδευση προσώπων κεκτημένων τα αναγκαία εφόδια για την ενεργό παρακολούθηση της θεωρητικής και πρακτικής διδασκαλίας μέσω συστήματος εισαγωγής, το οποίο στηρίζεται σε γενικά, αντικειμενικά και πρόσφορα κριτήρια και είναι σύμφωνο με τις αρχές της ισότητας, της ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας και της σταδιοδρομίας εκάστου ανάλογα με την προσωπική αξία και ικανότητά του, δεδομένου, άλλωστε, και ότι μόνο υπό αυτούς τους όρους είναι δυνατή η επίτευξη της αποστολής των ιδρυμάτων της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και η εύρυθμη λειτουργία τους. Όταν δε επιχειρείται νέα ρύθμιση για την πρόσβαση στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, ο νομοθέτης δύναται να θεσπίζει, να τροποποιεί και να μεταρρυθμίζει το σύστημα επιλογής των υποψηφίων καθιστώντας ακόμη και αυστηρότερες τις προϋποθέσεις εισαγωγής, εφ’ όσον σε κάθε περίπτωση διασφαλίζονται η ισότητα των ευκαιριών και ο αξιοκρατικός τρόπος επιλογής. Ένα σύστημα εισαγωγής, σύμφωνα με το οποίο οι υποψήφιοι παράλληλα με την ολοκλήρωση του κύκλου των σπουδών της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης αξιολογούνται, υποβαλλόμενοι σε δοκιμασία εξετάσεων και βαθμολόγηση, για την εισαγωγή τους στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, είναι συμβατό προς τις ανωτέρω συνταγματικές διατάξεις, εφ’ όσον τα κριτήρια της αξιολόγησης είναι αμιγώς ακαδημαϊκά, ήτοι εφ’ όσον οι υποψήφιοι εξετάζονται μόνο ως προς την ικανότητά τους σε μαθήματα και δεξιότητες συναφείς προς το γνωστικό αντικείμενο του τμήματος ή της σχολής, όπου επιθυμεί καθένας να εισαχθεί, χωρίς να λαμβάνονται υπ’ όψιν και άλλης φύσεως κριτήρια, μη ακαδημαϊκά. Περαιτέρω, με τη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 21 του Συντάγματος, της οποίας η θέσπιση αποσκοπεί στην αντιμετώπιση του δημογραφικού προβλήματος της Χώρας, το Σύνταγμα απευθύνει στον κοινό νομοθέτη έντονη υπόδειξη για τη λήψη κατάλληλων μέτρων φροντίδας υπέρ των πολύτεκνων οικογενειών επί τη βάσει των κρατουσών συνθηκών και εντός των ορίων που διαγράφουν οι άλλες συνταγματικές διατάξεις και αρχές. Η εκτίμηση του νομοθέτη υπόκειται σε έλεγχο ορίων από τα δικαστήρια, οι δε εκάστοτε νομοθετικές ρυθμίσεις περί κοινωνικής προστασίας ελέγχονται ως προς την τήρηση της αρχής της ισότητας σε συνδυασμό προς την απορρέουσα από τα άρθρα 4 παρ. 1 και 5 παρ. 1 του Συντάγματος αρχή της σταδιοδρομίας εκάστου κατά τον λόγο της προσωπικής του αξίας. Ενόψει των ανωτέρω, το άρθρο 2 παρ. 2 γ΄ περίπτωση ii αα΄ του ν. 2525/1997, όπως ισχύει μετά τις μεταβολές που επέφεραν τα άρθρα 59 παρ. 11 του ν. 3966/2011 και 44 παρ. 2 του ν. 4071/1012, το οποίο εισήγαγε παρέκκλιση από το γενικό σύστημα εισαγωγής στην τριτοβάθμια εκπαίδευση με την πρόβλεψη της σύστασης θέσεων, οι οποίες καταλαμβάνονται μόνο από υποψήφιους που έχουν την ιδιότητα του μέλους πολύτεκνης οικογένειας, αντίκειται στις αρχές της ισότητας και της αξιοκρατίας σύμφωνα με τις οποίες επιβάλλεται η εισαγωγή στην τριτοβάθμια εκπαίδευση με κριτήρια αμιγώς ακαδημαϊκά, ήτοι βάσει των ικανοτήτων και δεξιοτήτων των υποψηφίων, διότι η ιδιότητα του μέλους πολύτεκνης οικογένειας δεν συνδέεται με ικανότητες ή δεξιότητες του υποψηφίου και δεν αποτελεί κριτήριο που πληροί τις ως άνω προϋποθέσεις. Η αντίθεση του νέου συστήματος εισαγωγής στην τριτοβάθμια εκπαίδευση προς το Σύνταγμα δεν αίρεται με την επίκληση από τον νομοθέτη λόγων αναγομένων στην εύρυθμη λειτουργία των ιδρυμάτων της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης μέσω της παράλληλης κατάργησης του συστήματος μετεγγραφών. Τούτο, διότι οι μετεγγραφές προϋποθέτουν, πάντως, την εισαγωγή στην τριτοβάθμια εκπαίδευση βάσει συνταγματικώς έγκυρου από την ανωτέρω άποψη συστήματος. Περαιτέρω, η αντίθεση προς το Σύνταγμα δεν αίρεται εκ του ότι ο νομοθέτης χαρακτηρίζει τις θέσεις που διαθέτει στα μέλη των πολύτεκνων οικογενειών ως «επιπλέον» και ορίζει, περαιτέρω, ότι ο αριθμός των θέσεων αυτών καθορίζεται με υπουργική απόφαση χωρίς προηγούμενη γνώμη των οργάνων της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης που είναι αρμόδια για την εκτίμηση των εκπαιδευτικών δυνατοτήτων των οικείων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων, καθώς και ότι οι ίδιες θέσεις δεν διατίθενται στους υποψήφιους της γενικής κατηγορίας υποψηφίων αν δεν πληρωθούν από μέλη πολύτεκνων οικογενειών. Τούτο δε υπό πάσα εκδοχή, διότι α) εάν αυτές οι θέσεις διατίθενται καθ’ υπέρβαση των εκπαιδευτικών δυνατοτήτων των ιδρυμάτων, προκαλείται στην τριτοβάθμια εκπαίδευση δυσλειτουργία που δεν γίνεται ανεκτή από το άρθρο 16 του Συντάγματος και β) στην αντίθετη περίπτωση αφαιρούνται θέσεις από τους υποψήφιους της γενικής κατηγορίας, με αποτέλεσμα να αποκλείονται από την εισαγωγή στο τμήμα ή στη σχολή της προτίμησής τους ή ακόμη και από την πρόσβασή τους στην τριτοβάθμια εκπαίδευση υποψήφιοι με συγκριτικά πληρέστερες ικανότητες και δεξιότητες κατά παράβαση των δικαιωμάτων τους που κατοχυρώνονται από τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1, 5 παρ. 1 και 16 του Συντάγματος, οι οποίες επιβάλλουν να εισάγονται στις πεπερασμένου αριθμού θέσεις των οικείων ιδρυμάτων οι υποψήφιοι, οι οποίοι υπερτερούν σε διαγωνιστικές δοκιμασίες που βασίζονται σε αμιγώς ακαδημαϊκά κριτήρια, σύμφωνα με τα ήδη εκτεθέντα. Τέλος, ο περιορισμός των ως άνω δικαιωμάτων των υποψηφίων της γενικής κατηγορίας δεν ευρίσκει νόμιμο έρεισμα στις διατάξεις του άρθρου 21 παρ. 2 και 5 του Συντάγματος που επιβάλλουν τη λήψη μέτρων προστασίας των πολυμελών οικογενειών και μέτρων δημογραφικής πολιτικής. Τούτο, διότι επιβάλλεται μεν, βάσει αυτών των συνταγματικών διατάξεων, να ενισχύονται οι πολύτεκνες οικογένειες για την αντιμετώπιση των αυξημένων εξόδων που απαιτούνται για τη συντήρησή τους, καθώς και για την ανατροφή, την οικονομική εξασφάλιση των πάσης φύσεως σπουδών και την επαγγελματική αποκατάσταση των τέκνων τους, αλλά δεν είναι επιτρεπτό να παρέχονται στα μέλη των οικογενειών αυτών και διευκολύνσεις για την πρόσβαση στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, οι οποίες υπερακοντίζουν την προστασία που τους παρέχει το Σύνταγμα λόγω αφ’ ενός μεν του περιορισμού των αντίστοιχων δικαιωμάτων πρόσβασης των λοιπών πολιτών, αφ’ ετέρου δε της υποχώρησης των ακαδημαϊκών κριτηρίων πρόσβασης.
Αρχή
 4 ΣτΕ 519-520/2014 Ολομ.
12/3/2014
Απαλλαγή από το Ενιαίο Τέλος Ακινήτων (ΕΤΑΚ), ιδιοκτησιών που έχουν δεσμευθεί κατά την αρχαιολογική ή την πολεοδομική νομοθεσία.

Α.Κρίθηκε, λαμβανομένων υπόψη και των διατάξεων του ν. 3028/2002 «Για την προστασία των Αρχαιοτήτων και της εν γένει Πολιτιστικής Κληρονομιάς» (Α΄ 153), ότι στην έννοια του «ακινήτου που έχει δεσμευθεί από την αρχαιολογική υπηρεσία του Υπουργείου Πολιτισμού, λόγω αρχαιολογικής έρευνας» και που, ως εκ τούτου, απαλλάσσεται από το ενιαίο τέλος ακινήτων, κατά τα οριζόμενα στο ν. 3634/2008 (περίπτωση δ του άρθρου 8), υπάγεται κάθε ιδιωτικό ακίνητο όταν, λόγω της σημασίας του για την αρχαιολογική εν γένει έρευνα, δηλαδή για την ανακάλυψη, την ανάδειξη, τη διατήρηση ή την προστασία αρχαιοτήτων, και εξαιτίας των συνακόλουθων ενεργειών της αρχαιολογικής υπηρεσίας, η κατά προορισμό χρήση και εκμετάλλευσή του έχει περιορισθεί σε τέτοιο βαθμό, ώστε, κατά τον κρίσιμο χρόνο, να έχει καταστεί ουσιαστικά αδύνατη για τον ιδιοκτήτη του. Η υπαγωγή ενός τέτοιου ακινήτου σε φόρο ακίνητης περιουσίας, όπως το ένδικο ενιαίο τέλος ακινήτων, αφ’ ενός μεν θα συνιστούσε υπέρμετρη επιβάρυνση της ιδιοκτησίας, κατά παράβαση του άρθρου 17 του Συντάγματος και του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, αφ’ ετέρου δε θα ερχόταν σε αντίθεση με το άρθρο 4 παρ. 5 του Συντάγματος, αφού, υπό τις συνθήκες αυτές, η κυριότητα του ακινήτου, ως αντικείμενο του φόρου, δεν θα αποτελούσε, για τον ιδιοκτήτη, ένδειξη αντίστοιχης φοροδοτικής ικανότητας, διασφαλίζοντας, όπως θα έπρεπε, τη φορολόγησή του «ανάλογα με τις δυνάμεις του». Στην ένδικη υπόθεση επρόκειτο για ακίνητο εντός σχεδίου πόλεως και εντός κηρυγμένου αρχαιολογικού χώρου, εν μέσω απαλλοτριωμένων για αρχαιολογικούς σκοπούς ιδιοκτησιών και για το οποίο ήδη από το έτος 2006 είχε εκτιμηθεί από την αρμόδια αρχαιολογική υπηρεσία ότι αυτό είχε ιδιαίτερη σημασία για τον αρχαιολογικό χώρο μέσα στον οποίο βρισκόταν και για το λόγο αυτό είχε προταθεί η απαλλοτρίωσή του. Από τότε και μέχρι το έτος 2008 (κρίσιμο χρόνο της επίδικης φορολογίας του), η Διοίκηση ούτε τη διαδικασία απαλλοτρίωσης είχε προωθήσει ούτε οικοδομική άδεια είχε χορηγήσει. Υπό τα δεδομένα αυτά έγινε δεκτό ότι το ένδικο ακίνητο, αδρανοποιημένο κατά τον προορισμό του ως εντός σχεδίου πόλεως, υπαγόταν στην περίπτωση δ΄ του άρθρου 8 του ν. 3634/2008, ήταν δηλαδή, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, «δεσμευμένο από την αρχαιολογική υπηρεσία λόγω αρχαιολογικής έρευνας» και απαλλασσόταν, ως εκ τούτου, για το 2008, από την επιβολή ενιαίου τέλους ακινήτων.

Β.Κρίθηκε ότι ο ν. 3634/2008, θεσπίζοντας το Ε.Τ.ΑΚ. ως φόρο επί της ακίνητης περιουσίας, απέβλεψε στον καθορισμό της πραγματικής αγοραίας αξίας των ακινήτων ως βάσης επιβολής του φόρου. Προς τούτο, ως προς μεν τις τιμές εκκίνησης παρέπεμψε, για τις περιοχές όπου ισχύει το αντικειμενικό σύστημα, στη σχετική νομοθεσία, για δε τους περαιτέρω «συντελεστές αυξομείωσης» εξουσιοδότησε τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών να προβεί κανονιστικά στον καθορισμό τους, σχετικά δε εκδόθηκε η 1085787/888/0013/13.8.2008 κανονιστική απόφαση του Υφυπουργού Οικονομίας και Οικονομικών (Β΄ 1714/2008). Κατά την έννοια, επομένως, της εν λόγω εξουσιοδότησης, προκειμένου περί ακινήτων που τελούν υπό ειδικές συνθήκες από άποψη πολεοδομικών βαρών και περιορισμών, όπως είναι εκείνα που έχουν απαλλοτριωθεί λόγω ρυμοτομίας χωρίς να έχει συντελεσθεί η απαλλοτρίωση, θα έπρεπε να χρησιμοποιηθούν συντελεστές τέτοιοι που να αποδίδουν, κατά το δυνατόν, την πραγματική επίδραση που έχει η απαλλοτρίωση, υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες, στην αξία του ακινήτου κατά το χρόνο της φορολογίας, λαμβανομένου υπόψη ότι η ρυμοτομική απαλλοτρίωση ακινήτου συνεπάγεται την απαγόρευση της χρησιμοποίησής του για διαφορετικό σκοπό, όπως η ανοικοδόμηση και η εκτέλεση συναφών εργασιών, ενώ και μετά την αυτοδίκαιη άρση της ρυμοτομικής απαλλοτρίωσης ή τη δικαστική κρίση ότι συντρέχει υποχρέωση άρσης λόγω παρόδου ευλόγου χρόνου, το ακίνητο δεν καθίσταται εκ μόνου του λόγου τούτου οικοδομήσιμο, αλλά η Διοίκηση οφείλει να επανέλθει και να κρίνει σχετικά, έχοντας, μεταξύ άλλων, τη δυνατότητα, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, να δεσμεύσει και πάλι τη συγκεκριμένη ιδιοκτησία. Ειδικότερα, κρίθηκε ότι θα έπρεπε να ρυθμίζεται ιδιαιτέρως, με την πρόβλεψη μηδενικού συντελεστή, και, κατ’ ακολουθίαν, εξαίρεσης από το φόρο, η περίπτωση εκείνη, κατά την οποία οι νόμιμες συνέπειες της ρυμοτομικής απαλλοτρίωσης ακινήτου, σε συνδυασμό με τις συγκεκριμένες, χρονικές και άλλες, περιστάσεις, ιδίως δε τις σχετικές ενέργειες ή παραλείψεις του Δημοσίου, έχουν ουσιαστικά καταστήσει αδύνατη την κατά προορισμό χρήση και εκμετάλλευση του ακινήτου για τον ιδιοκτήτη του. Γιατί, η υπαγωγή ενός τέτοιου ακινήτου σε φόρο ακίνητης περιουσίας, όπως το ένδικο ενιαίο τέλος ακινήτων, αφ’ ενός μεν θα συνιστούσε υπέρμετρη επιβάρυνση της ιδιοκτησίας, κατά παράβαση του άρθρου 17 του Συντάγματος και του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, αφ’ ετέρου δε θα ερχόταν σε αντίθεση με το άρθρο 4 παρ. 5 του Συντάγματος, αφού, υπό τις συνθήκες αυτές, η κυριότητα του ακινήτου, ως αντικείμενο του φόρου, δεν θα αποτελούσε, για τον ιδιοκτήτη, ένδειξη αντίστοιχης φοροδοτικής ικανότητας, διασφαλίζοντας, όπως θα έπρεπε, τη φορολόγησή του «ανάλογα με τις δυνάμεις του». Τέτοια όμως ρύθμιση, δεν περιέχεται στην 1085787/888/0013/13.8.2008 κανονιστική απόφαση του Υφυπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, με την οποία καθορίζεται αδιακρίτως, για όλα τα ακίνητα που «έχουν κηρυχθεί απαλλοτριωτέα», ενιαίος συντελεστής 0,80 επί της αξίας τους. Επομένως, καθ’ ο μέρος προβλέπει εφαρμογή του ενιαίου αυτού συντελεστή, αντί μηδενικού, και σε περιπτώσεις ακινήτων εντός σχεδίου των οποίων η απαλλοτρίωση λόγω ρυμοτομίας έχει οδηγήσει, κατά τ’ ανωτέρω, σε αδυναμία χρήσης και εκμετάλλευσης κατά τον προορισμό τους, που είναι, κατ’ αρχήν, η δόμηση, η εν λόγω υπουργική απόφαση είναι ανίσχυρη ως εκτός εξουσιοδοτήσεως· με συνέπεια, τα εν λόγω ακίνητα να εξαιρούνται από το ενιαίο τέλος του ν. 3634/2008 ευθέως εκ του νόμου τούτου. Στην περίπτωση, άλλωστε, αυτή, η εξαίρεση καταλαμβάνει και την έκτακτη εισφορά του ν. 3808/2009, αφού και για την εισφορά αυτή εφαρμόζονται, κατά τα προεκτεθέντα, οι διατάξεις περί φορολογητέας αξίας που ισχύουν για το ενιαίο τέλος.
Αρχή
 5 ΣτΕ 761/2014 7μ (Β΄): Ερμηνεία διατάξεων του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας μετά από υποβολή προδικαστικών ερωτημάτων.
25/2/2014
Με την 761/2014 απόφαση του Β΄ Τμήματος (7μελούς) επί προδικαστικών ερωτημάτων (αρθ.1 παρ.2 ν.3900/2010), επιλύονται ζητήματα σχετικά με την ερμηνεία διατάξεων του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, όπως τροποποιήθηκε με το ν.3900/2010, ως εξής:

(1) Η διάταξη του άρθρου 6 παρ. 2 περιπτ. β΄ του ΚΔΔ καταλαμβάνει και υποθέσεις περί επιβολής δημοτικών τελών και συναφών προστίμων, όπως η υπό κρίση, ανεξαρτήτως του κατά πόσο το τέλος το οποίο αφορούν συνιστά φόρο, ανταποδοτικό τέλος ή οικονομικό βάρος με χαρακτήρα ανταλλάγματος ή αποζημίωσης. (2) Η διάταξη της παραγράφου 3 άρθρου 277 του ΚΔΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 45 παρ. 1 του ν. 3900/2010 και συμπληρώθηκε με το άρθρο 65 παρ. 4 του ν. 3994/2011, η οποία εφαρμόζεται και επί προσφυγών κατά πράξεων επιβολής δημοτικών τελών κοινοχρήστων χώρων και συναφών προστίμων, όπως εν προκειμένω, δεν είναι αντίθετη στα άρθρα 4 (παρ. 1), 20 (παρ. 1) και 25 (παρ. 1 εδαφ. δ΄) του Συντάγματος ούτε στο άρθρο 6 (παρ. 1) της ΕΣΔΑ. (3) Κατά την έννοια των παραγράφων 3 και 4 του άρθρου 277 του ΚΔΔ, όπως αντικαταστάθηκαν με το άρθρο 45 παρ. 1 του ν. 3900/2010, η δε πρώτη εξ αυτών συμπληρώθηκε με το άρθρο 65 παρ. 4 του ν. 3994/2011, όταν, όπως εν προκειμένω, δεν ανακύπτει εύλογη αμφιβολία ως προς το ύψος του χρηματικού αντικειμένου της διαφοράς και, περαιτέρω, του οφειλόμενου παραβόλου, αυτό υπερβαίνει το ποσό των 3.000 ευρώ και ο προσφεύγων το κατέβαλε σύμφωνα με τα οριζόμενα στο πρώτο εδάφιο της παραγράφου 4, το δικαστήριο προχωρεί στην εκδίκαση της υπόθεσης και χωρίς να έχει προσκομισθεί το προβλεπόμενο ειδικό σημείωμα της αρμόδιας φορολογικής αρχής περί υπολογισμού του ποσού του παραβόλου, εφόσον δε συντρέξει περίπτωση, καταλογίζει το επιπλέον (πέραν των 3.000 ευρώ) οφειλόμενο παράβολο με την οριστική του απόφαση επί της προσφυγής. (4) Κατά την έννοια του άρθρου 65 παρ. 4 του ν. 3994/2011, για την εφαρμογή του άρθρου 277 παρ. 3 του ΚΔΔ σε υπόθεση, όπως η υπό κρίση, που αφορά στην επιβολή φόρου ή τέλους και συναφούς προστίμου, το αντικείμενο της διαφοράς καθορίζεται με βάση το ποσό του αμφισβητούμενου φόρου ή τέλους, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη και το ποσό του σχετικού προστίμου. (5) Κατά την έννοια του δευτέρου εδαφίου της παραγράφου 1 του άρθρου 126 του ΚΔΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 27 του ν. 3900/2010, το οποίο εφαρμόζεται και επί προσφυγών κατά πράξεων επιβολής δημοτικών τελών κοινοχρήστων χώρων και συναφών προστίμων, όπως εν προκειμένω, η παράλειψη τήρησης εκ μέρους του προσφεύγοντος της υποχρέωσης επίδοσης επικυρωμένου αντιγράφου της προσφυγής στην καθ’ ης αρχή άγει σε απαράδεκτο της προσφυγής μόνον εφόσον η αρχή αυτή δεν έλαβε πράγματι εγκαίρως γνώση της προσφυγής, με συνέπεια να μην μπορέσει να ανταποκριθεί στην κατά το άρθρο 129 του ΚΔΔ υποχρέωσή της και να αμυνθεί όπως πρέπει. Συνεπώς, σε περίπτωση που η ενημέρωση της αρχής εξασφαλίζεται εγκαίρως με οποιοδήποτε τρόπο, όπως με την εμπρόθεσμη κατάθεση κυρωμένου αντιγράφου της προσφυγής στο πρωτόκολλό της, ή ακόμη και σε περίπτωση, όπως η κρινόμενη, όπου το καθ’ ού η προσφυγή δεν επικαλείται, ούτε, άλλωστε, προκύπτει ότι έχει υποστεί σχετική δικονομική βλάβη, η ασκηθείσα προσφυγή δεν απορρίπτεται ως απαράδεκτη. Ερμηνευόμενη υπό την έννοια αυτή, η διάταξη του άρθρου 126 παρ. 1 εδαφ. β΄ του ΚΔΔ δεν αντίκειται στο άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος ή στο άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ περί δικαιώματος δικαστικής προστασίας, είναι δε σύμφωνη με τις συνταγματικές αρχές της ισότητας και αναλογικότητας.
Αρχή
 6 ΣτΕ 29/2014: Αντισυνταγματικότητα του άρθρου 12 παρ. 13 του ν. 3052/2002 για τη φορολόγηση της μηνιαίας αποζημίωσης των μελών ΔΕΠ των ΑΕΙ για τη δημιουργία βιβλιοθήκης και τη συμμετοχή σε συνέδρια.
13/2/2014
Με την ΣτΕ 29/2014 απερρίφθη αίτηση αναιρέσεως κατά αποφάσεως του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε κριθεί ως αντισυνταγματική η διάταξη του άρθρου 12 παρ. 13 του ν. 3052/2002, βάσει της οποίας υπόκειται σε φορολογία εισοδήματος η πάγια μηνιαία αποζημίωση που καταβάλλεται στα μέλη Δ.Ε.Π. των Α.Ε.Ι. για δημιουργία και ενημέρωση βιβλιοθήκης και για συμμετοχή σε συνέδρια.

Με την ανωτέρω απόφαση του Σ.τ.Ε., εκδοθείσα μετά την 1944/2012 παραπεμπτική απόφαση του Β΄ Τμήματος του Δικαστηρίου, κρίθηκαν ειδικότερα τα εξής: Κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 78 παρ. 1 και 4 και 4 παρ. 5 του Συντάγματος και των άρθρων 4 παρ. 1 και 45 παρ. 1 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος, προκειμένου για τον προσδιορισμό του φορολογητέου εισοδήματος από μισθωτές υπηρεσίες, κάθε παροχή που καταβάλλεται στον μισθωτό, με οποιαδήποτε ονομασία (επιχορήγηση, αποζημίωση, επίδομα κ.λπ.), αν κατά τον νόμο και από την φύση της προορίζεται να καλύψει δαπάνες στις οποίες αυτός υποβάλλεται για την εκτέλεση της υπηρεσίας που του έχει ανατεθεί ή την ταχύτερη και αποδοτικότερη διεξαγωγή της, δεν αποτελεί προσαύξηση μισθού και δεν υποβάλλεται σε φόρο εισοδήματος, έστω και αν από την παροχή αυτή ωφελείται έμμεσα ο μισθωτός. Με την διάταξη του άρθρου 13 παρ. 2 περ. δ΄ του ν. 2530/1997, προβλέπεται ότι στα μέλη Δ.Ε.Π. των Α.Ε.Ι., πέρα από τον βασικό μηνιαίο μισθό, παρέχεται πάγια μηνιαία αποζημίωση για δημιουργία και ενημέρωση βιβλιοθήκης και για συμμετοχή σε συνέδρια, ύψους, κατά τα αναφερόμενα στην αιτιολογική έκθεση, ανάλογα με τη βαθμίδα του μέλους Δ.Ε.Π., ανταποκρινόμενη και στις ανάγκες του σκοπού χορήγησής της για κάθε βαθμίδα. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, η εν λόγω αποζημίωση παρέχεται προς κάλυψη των προσθέτων δαπανών στις οποίες τα μέλη Δ.Ε.Π. υποβάλλονται και οι οποίες είναι από τη φύση τους, κρίνονται δε και από τον νομοθέτη, αναγκαίες προς εκπλήρωση των καθηκόντων τους. Εξάλλου, τον χαρακτήρα αυτόν της πάγιας αποζημιώσεως δεν αναιρεί το γεγονός ότι αυτή παρέχεται ανεξάρτητα από την ύπαρξη συγκεκριμένης μηνιαίας συμμετοχής σε συνέδρια και χωρίς την προσκόμιση αποδεικτικών στοιχείων για την διενέργεια των εν λόγω δαπανών, διότι αποτελεί προφανή επιμερισμό τους σε ετήσια βάση, θεωρούμενης από το νομοθέτη ως ελάχιστης αναγκαίας δαπάνης που καταβάλλεται για τον ως άνω σκοπό. Εν όψει τούτων, κατά παράβαση των ανωτέρω συνταγματικών διατάξεων, η εν λόγω «πάγια αποζημίωση για δημιουργία και ενημέρωση βιβλιοθήκης και για συμμετοχή σε συνέδρια» των μελών Δ.Ε.Π. των Α.Ε.Ι. υπήχθη, από 8.7.2002, σε φορολόγηση, με την διάταξη του άρθρου 12 παρ. 13 του ν. 3052/2002, απορριπτομένων ούτω των αντίθετων λόγων αναιρέσεως, με τους οποίους προβλήθηκε ειδικότερα ότι εάν μια πρόσοδος υπαχθεί με ρητή διάταξη νόμου σε φόρο, δεν εξετάζεται περαιτέρω αν αυτή συγκεντρώνει ή όχι τα εννοιολογικά χαρακτηριστικά του εισοδήματος.
Αρχή
 7 ΣτΕ 3302/2013: Μονομερής τροποποίηση από τη Διοίκηση τιμών ναύλων οικονομικής θέσης στις ακτοπλοϊκές συγκοινωνίες.
14/1/2014
Με την ΣτΕ 3302/2013 απορρίφθηκε αίτηση ακυρώσεως ναυτιλιακής εταιρείας κατά πράξεως του Υπουργού Εμπορικής Ναυτιλίας, με την οποία έγινε δεκτή δήλωσή της περί δρομολογήσεως πλοίου της, κατόπιν τροποποιήσεως, όμως, από τη Διοίκηση του δηλωθέντος από αυτήν πίνακα ναύλων, κατά το μέρος που περιελάμβανε τιμές υψηλότερες των επιτρεπομένων.

Με την απόφαση αυτή, εκδοθείσα μετά την 2926/2007 προδικαστική απόφαση και τις απαντήσεις του Δ.Ε.Κ. στα προδικαστικά ερωτήματα που διατυπώθηκαν με τις ΣτΕ 1387/2005 και 3267/2008, 4291/2009 και 4292/2009 αποφάσεις (βλ. από 28.9.2006 διάταξη του Δ.Ε.Κ. «Ένωση Εφοπλιστών Ακτοπλοΐας κ.λπ.»., όπως και αποφάσεις της 22.4.2010, C – 122/09, «Ένωση Εφοπλιστών Ακτοπλοΐας κ.λπ.» και της 17.3.2011, συνεκδικασθείσες υποθέσεις C – 128/10 και C – 129/10, «Ναυτιλιακή Εταιρεία Θάσου Α.Ε.» και «Αμάλθεια Ι Ναυτική Εταιρεία»), απερρίφθησαν οι λόγοι ακυρώσεως, με τους οποίους προβαλλόταν α) ότι η προσβαλλόμενη πράξη δεν ευρίσκει νόμιμο έρεισμα στο άρθρο τέταρτο παρ. 4 του ν. 2932/2001, διότι η διάταξη αυτή παραβιάζει το άρθρο 4 παρ. 2 του Κανονισμού (ΕΟΚ) 3577/92, β) ότι η προσβαλλόμενη πράξη εκδόθηκε χωρίς ειδική αιτιολογία και, πάντως, αναρμοδίως κατά χρόνο, κατά παράβαση των διατάξεων του άρθρου τέταρτου παρ. 3 και 4 του Ν. 2932/2001 και του άρθρου 17 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας και γ) ότι η αιτιολογία της προσβαλλομένης κλονίζεται εκ του ότι η διάταξη του άρθρου δεύτερου παρ. 6 του ν. 2932/2001, βάσει της οποίας θεσπίσθηκε εκ των προτέρων ναυλολόγιο για όλες τις συνδέσεις των λιμένων, αντίκειται στον Κανονισμό (ΕΟΚ) 3577/92. Το Δικαστήριο δέχθηκε, συγκεκριμένα, ότι από τις ρυθμίσεις του Ν. 2932/2001 «Ελεύθερη παροχή υπηρεσιών στις θαλάσσιες ενδομεταφορές κ.λπ.», των περί θεσπίσεως ναυλολογίου υπουργικών αποφάσεων και του Κανονισμού (ΕΟΚ) 3577/92 του Συμβουλίου που διέπει τις θαλάσσιες ενδομεταφορές συνάγονται τα εξής: Α) Ο ν. 2932/2001 παρέσχε στη Διοίκηση τη δυνατότητα να καθορίζει τις τιμές των ναύλων της ακτοπλοΐας είτε με κανονιστική υπουργική απόφαση που εκδίδεται κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου δεύτερου παρ. 6 και θεσπίζει ναυλολόγιο, είτε με ατομική πράξη που εκδίδεται κατά το άρθρο τέταρτο παρ. 1 και 4 και τροποποιεί τις τιμές των ναύλων που προτείνονται από τον πλοιοκτήτη με τη δήλωση δρομολογήσεως του πλοίου. Σε αμφότερες τις περιπτώσεις η Διοίκηση επιβάλλει υποχρέωση δημοσίας υπηρεσίας στους πλοιοκτήτες, ήτοι υποχρέωση που δεν θα ανελάμβαναν με αποκλειστικό γνώμονα τα εμπορικά τους συμφέροντα. Η επιβολή αυτής της υποχρεώσεως είναι επιτρεπτή υπό προϋποθέσεις, διότι πρέπει σε κάθε περίπτωση, υπό το καθεστώς της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών στις θαλάσσιες ενδομεταφορές που καθιερώνει ο ν. 2932/2001, να γίνεται με κριτήριο την εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος χωρίς υπέρβαση του αναγκαίου μέτρου και χωρίς να δημιουργούνται διακρίσεις μεταξύ των πλοιοκτητών. Β) Με τις προαναφερόμενες υπουργικές αποφάσεις θεσπίσθηκε ναυλολόγιο για τις συνδέσεις των λιμένων στις γραμμές του δικτύου των ακτοπλοϊκών συγκοινωνιών, το οποίο στη συνέχεια (μετά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο) διατηρήθηκε μόνο στις συνδέσεις λιμένων με σχετικά μικρή κίνηση επιβατών. Γ) Ο ν. 2932/2001 όρισε .. ως χρόνο ενάρξεως της ισχύος του, την 1η Νοεμβρίου 2002. Όπως, όμως, προκύπτει από την εισηγητική έκθεση του νόμου, κατά την σύνταξη των άρθρων του ελήφθη πρόνοια, ώστε οι διατάξεις του να είναι συμβατές με τον Κανονισμό (ΕΟΚ) 3577/92, ο οποίος επρόκειτο να εφαρμοσθεί στην Ελλάδα από 1.1.2004. Ειδικότερα, ως προς την έννοια της επιβολής υποχρεώσεως δημοσίας υπηρεσίας και τον συσχετισμό της με τις τιμές των ναύλων, επισημαίνεται στην εισηγητική έκθεση του νόμου ότι και οι διατάξεις του Κανονισμού (βλ. άρθρο 4 παρ. 2) επιτρέπουν στα κράτη μέλη να επιβάλλουν, υπό προϋποθέσεις, στους πλοιοκτήτες υποχρέωση παροχής δημοσίας υπηρεσίας σε σχέση και με τα «κόμιστρα». Εξ άλλου, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ενώσεως (Δ.Ε.Ε.), επιληφθέν προδικαστικού ερωτήματος υποβληθέντος με την απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας 4291/2009, το οποίο (ερώτημα) αφορά την επί τη βάσει των διατάξεων των άρθρων δεύτερου παρ. 6 και τέταρτου παρ. 4 του ν. 2932/2001 επιβολή, με ατομική πράξη, υποχρεώσεως δημοσίας υπηρεσίας συνισταμένης στην τροποποίηση δηλωθέντος από πλοιοκτήτη ωραρίου δρομολογίου, έκρινε με την [ως άνω] απόφαση της 17.3.2011, C – 128/10 και C – 129/10 .. ότι η επιβολή της εν λόγω υποχρεώσεως είναι, κατ’ αρχήν, συμβατή με τις διατάξεις του άρθρου 4 του Κανονισμού (ΕΟΚ) 3577/92, ερμηνευόμενες σύμφωνα με τις αρχές της αναλογικότητας και της μη προκλήσεως δυσμενών διακρίσεων, καθ’ όσον οι διατάξεις αυτές επιτρέπουν την επιβολή στους πλοιοκτήτες υποχρεώσεως δημοσίας υπηρεσίας προκειμένου να είναι, εκτός των άλλων, τακτική, συνεχής και συχνή η παροχή των υπηρεσιών τους, υπό την προϋπόθεση ότι η επιβολή αυτής της υποχρεώσεως περιορίζεται στο αναγκαίο (για την εξασφάλιση της συνέχειας και συχνότητας των δρομολογίων) μέτρο και γίνεται επί τη βάσει αντικειμενικών κριτηρίων, τα οποία δεν εισάγουν δυσμενείς διακρίσεις για τους πλοιοκτήτες και είναι εκ των προτέρων γνωστά (βλ. ιδίως τις σκέψεις 52 – 62). Δ) Προδήλως, τα αυτά ισχύουν και στην περίπτωση της, κατ’ αρχήν, επιτρεπτής κατά τον Κανονισμό (ΕΟΚ) 3577/92 επιβολής στους πλοιοκτήτες υποχρεώσεως παροχής δημοσίας υπηρεσίας σε σχέση με τα «κόμιστρα» (ναύλους), ήτοι πρέπει και αυτή η υποχρέωση να επιβάλλεται με κριτήριο την εξυπηρέτηση του (σχετικού με τις τιμές των ναύλων) δημοσίου συμφέροντος χωρίς υπέρβαση του αναγκαίου μέτρου και χωρίς δυσμενείς διακρίσεις μεταξύ των πλοιοκτητών. Ειδικότερα, η υπουργική απόφαση περί καθορισμού ανωτάτης επιτρεπομένης τιμής ναύλου σε σύνδεση ή συνδέσεις από και προς νησιωτικούς λιμένες και μεταξύ τους, η οποία συνιστά επιβολή παροχής υποχρεώσεως δημοσίας υπηρεσίας κατά την έννοια του Κανονισμού (ΕΟΚ) 3577/92 και του ν. 2932/2001, έχει κανονιστικό χαρακτήρα .. Η εξουσιοδοτική διάταξη του άρθρου δεύτερου παρ. 6 του ως άνω νόμου δεν επιβάλλει να εκδίδεται ιδιαίτερη υπουργική απόφαση, με το ως άνω περιεχόμενο, για κάθε σύνδεση λιμένων ή για τις συνδέσεις των λιμένων μιας μόνον δρομολογιακής γραμμής, αλλά επιτρέπει να συγκεντρώνονται στο κείμενο μιας υπουργικής αποφάσεως (ναυλολόγιο) οι ανώτατες επιτρεπόμενες τιμές ναύλων για όλες τις συνδέσεις των λιμένων που περιλαμβάνονται στο δίκτυο των ακτοπλοϊκών συγκοινωνιών, για τις οποίες η Διοίκηση κρίνει ότι η επιβολή της ως άνω υποχρεώσεως δημοσίας υπηρεσίας είναι επιβεβλημένη για λόγους δημοσίου συμφέροντος. Στην αντίθετη ερμηνευτική εκδοχή δεν οδηγεί η αναφορά της εξουσιοδοτικής διατάξεως σε «ορισμένη ή ορισμένες γραμμές», διότι με αυτήν ο νομοθέτης αξιώνει μόνον να είναι με απόλυτη σαφήνεια προσδιορισμένες οι δρομολογιακές γραμμές, στις οποίες επιβάλλεται από τη Διοίκηση (κανονιστικώς ή ατομικώς δρώσα) υποχρέωση παροχής δημοσίας υπηρεσίας. Ε) Περαιτέρω, εάν οι τιμές των ναύλων που αναφέρονται στη δήλωση του πλοιοκτήτη για τη δρομολόγηση πλοίου υπερβαίνουν τις ανώτατες επιτρεπόμενες κατά το ναυλολόγιο, συντρέχει κατ’ αρχήν νόμιμος λόγος τροποποιήσεως της δηλώσεως με την ατομική πράξη που εκδίδεται σύμφωνα με τη διάταξη της παραγράφου 4 του άρθρου τέταρτου του ν. 2932/2001. Στην περίπτωση αυτή αρκεί, για την πληρότητα της αιτιολογίας της τροποποιήσεως, να γίνεται στην ατομική πράξη απλή αναφορά στο ισχύον ναυλολόγιο, διότι ειδικότερη αιτιολογία απαιτείται, σύμφωνα με την ως άνω διάταξη, μόνον εάν δεν ισχύει ναυλολόγιο (λόγω μη θεσπίσεως ή ακυρώσεώς του με απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας) ή εάν το ισχύον ναυλολόγιο δεν ορίζει ανώτατες επιτρεπόμενες τιμές ναύλων για τις συνδέσεις των λιμένων της συγκεκριμένης δρομολογιακής γραμμής. Ο πλοιοκτήτης, όμως, δύναται να ζητήσει τον παρεμπίπτοντα έλεγχο της νομιμότητας των κανονιστικών διατάξεων του ναυλολογίου με την άσκηση αιτήσεως ακυρώσεως κατά της πράξεως που εκδίδεται κατά την παράγραφο 4 του άρθρου τέταρτου του ν. 2932/2001. Όπως δε έχει κριθεί από το ΔΕΚ, καθ’ ερμηνείαν του άρθρου 4 του Κανονισμού (ΕΟΚ) 3577/92, ο περιορισμός της επιχειρηματικής ελευθερίας στις θαλάσσιες ενδομεταφορές από και προς νησιά και μεταξύ τους εμπίπτει στο «θεμιτό δημόσιο συμφέρον», χωρίς εκ τούτου να συνάγεται ότι πρέπει όλες οι υπηρεσίες θαλασσίων ενδομεταφορών σε κράτος μέλος με νησιωτικό χαρακτήρα «να θεωρούνται δημόσιες υπηρεσίες» (βλ. απόφαση ΔΕΚ της 20.2.2001 C – 205/99 «Analir», ιδίως τις σκέψεις 27 και 29). Επομένως, με την ως άνω αίτηση ακυρώσεως ο πλοιοκτήτης δύναται να προβάλει, προεχόντως, ότι το πλοίο του δηλώθηκε προς δρομολόγηση σε γραμμή, στην οποία οι συνθήκες της αγοράς επέτρεπαν κατά τον κρίσιμο χρόνο τη συγκράτηση των τιμών των ναύλων σε επίπεδο εύλογο και προσιτό στο ευρύ κοινό ακόμη και χωρίς τη θέσπιση ή τη διατήρηση στο ναυλολόγιο ανωτάτων επιτρεπομένων τιμών. Περαιτέρω, δύναται να προβάλει ότι συντρέχει περίπτωση υπερβάσεως του αναγκαίου μέτρου λόγω του ότι το ναυλολόγιο επιβάλλει, στις συνδέσεις των λιμένων της γραμμής, ανώτατες επιτρεπόμενες τιμές ναύλων που δεν καταλείπουν στις επιχειρήσεις περιθώριο ευλόγου κέρδους κ.ο.κ.
Αρχή
 8 Απόφαση Επιτροπής Αναστολών 489/2013: Κατάργηση θέσεων διοικητικού προσωπικού Α.Ε.Ι. (όμοιες 490-1/2013)
15/11/2013
Με την αίτηση αυτή ζητείται από Ανώτατο Εκπαιδευτικό Ίδρυμα η αναστολή εκτελέσεως κοινής αποφάσεως των Υπουργών Παιδείας και Θρησκευμάτων και Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλ. Διακυβέρνησης, καθ’ο μέρος με την απόφαση αυτή καταργούνται θέσεις διοικητικού προσωπικού του αιτούντος Ιδρύματος.

    Όπως προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου, με το από 14.8.2013 έγγραφο του Γενικού Γραμματέα του Υπουργείου Παιδείας και Θρησκευμάτων εκλήθησαν τα ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα να προβούν εντός προθεσμίας α/στην αξιολόγηση των δομών και των υπηρεσιών τους, β/ στη σύνταξη νέων οργανογραμμάτων ανά υπηρεσιακή μονάδα και γ/στην κατάργηση των οργανικών θέσεων που πλεονάζουν και τη θέση του πλεονάζοντος προσωπικού σε διαθεσιμότητα με αντίστοιχη μείωση απολαβών, καθώς επίσης και στη μετάταξη – μεταφορά του προσωπικού, σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία, σε υπηρεσιακές μονάδες του οικείου Υπουργείου ή σε άλλους φορείς του Δημοσίου. Ακολούθως, με το από 2.9.2013 έγγραφο της ιδίας Αρχής «προτάθηκε» στα ανωτέρω εκπαιδευτικά ιδρύματα η διαδικασία και «οι δείκτες με επιλογή των ποσοτικών παραμέτρων» κάθε ιδρύματος (απαιτήσεις σε διοικητικούς υπαλλήλους ανά τμήμα, ανά αριθμό εξυπηρετουμένων φοιτητών, ανά μέλη ΔΕΠ), για τον υπολογισμό των κενών και των πλεονασμάτων ανά κατηγορία, κλάδο και ειδικότητα διοικητικού προσωπικού που θα προκύψουν μετά την αξιολόγηση των δομών. Η συσταθείσα εν συνεχεία Ομάδα Διοίκησης Έργου, αποτελούμενη από τους Γενικούς Γραμματείς του Υπουργείου Παιδείας και Θρησκευμάτων, έκρινε ελλιπή τα υποβληθέντα από το αιτούν ίδρυμα στοιχεία και προέβη στον υπολογισμό του διοικητικού προσωπικού των πανεπιστημίων και των Τ.Ε.Ι., το οποίο δύναται κατ’ αρχήν να τεθεί σε διαθεσιμότητα, κατ’ εφαρμογήν κριτηρίων, όπως οι απαιτήσεις σε διοικητικούς υπαλλήλους ως συνάρτηση του πλήθους των τμημάτων, του εξυπηρετουμένου φοιτητικού πληθυσμού και των μελών ΔΕΠ κάθε ιδρύματος, λαμβανομένης υπ’όψιν και της γεωγραφικής διασποράς των ιδρυμάτων. Από την εφαρμογή του εν λόγω «ενιαίου Μοντέλου Δεικτών και Τιμών» προέκυψε ο συνολικός αριθμός πλεοναζουσών και κενών θέσεων διοικητικού προσωπικού στα Πανεπιστήμια και τα Τ.Ε.Ι., ο οποίος ακολούθως αναπροσαρμόσθηκε με την εφαρμογή ενός ενιαίου «βασικού σεναρίου αναδιοργάνωσης», που περιλαμβάνει, την κατάργηση οργανικών θέσεων (από την ανάθεση δραστηριοτήτων στον ιδιωτικό τομέα ή από τη συγχώνευση οργανικών μονάδων κ.λπ.), τη μείωση του μεγέθους ή και την κατάργηση οργανικών μονάδων, τη σύσταση οργανικών θέσεων και την «εκπαίδευση και ανάπτυξη προσωπικού ώστε να μπορεί να ανταπεξέλθει σε αυξημένες υπηρεσιακές ανάγκες». Με βάση τα ανωτέρω προτάθηκε η κατάργηση 1349 θέσεων και η σύσταση «διά μετατάξεως από σε διαθεσιμότητα υπαλλήλους ιδρυμάτων» 646 θέσεων διοικητικών υπαλλήλων και, όσον αφορά ειδικώς το αιτούν Α.Ε.Ι., προτάθηκε η κατάργηση 498 θέσεων σε σύνολο 1337 υπαλλήλων. Τελικώς, εξεδόθη η προσβαλλόμενη κοινή υπουργική απόφαση περί καταργήσεως θέσεων διοικητικού προσωπικού των Πανεπιστημίων.
    Όπως έχει παγίως κριθεί, αναστολή εκτελέσεως κανονιστικής πράξεως δεν χορηγείται, κατ’ αρχήν, εκτός εάν ο ενδιαφερόμενος επικαλείται και αποδεικνύει ότι από την εκτέλεση της πράξεως αυτής θα υποστεί ευθέως και αμέσως συγκεκριμένη και ανεπανόρθωτη ή δυσχερώς επανορθώσιμη, σε περίπτωση ευδοκιμήσεως της αιτήσεως ακυρώσεως, ζημία, οπότε – και εφ’ όσον δεν συντρέχει λόγος δημοσίου συμφέροντος περί του αντιθέτου – χορηγείται αναστολή της εκτελέσεως της πράξεως αυτής μόνον ως προς τον αιτούντα (βλ. Ε.Α. 780/2010 κ.ά.). Ειδικώς δε προκειμένου περί των κανονιστικών πράξεων που αφορούν την οργάνωση δημοσίας υπηρεσίας, χορηγείται αναστολή εκτελέσεως μόνον εφόσον ο αιτών επικαλείται και αποδεικνύει ότι συντρέχουν εξαιρετικοί προς τούτο λόγοι (βλ. Ε.Α. 212, 205, 170/2013 κ.ά.).
    Η προσβαλλόμενη απόφαση, ως κανονιστικής φύσεως οργανωτικό μέτρο, δεν είναι κατ’ αρχήν δεκτική αναστολής εκτελέσεως, σύμφωνα με τα ανωτέρω εκτεθέντα, εν όψει και των σκοπών δημοσίου συμφέροντος οι οποίοι θάλπονται με την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 90 του ν. 4172/2013 και ανάγονται, κατά την αιτιολογική έκθεση του σχετικού σχεδίου νόμου, στην τήρηση των «εγγυήσεων ορθολογικότητας και αξιοκρατίας» κατά την εφαρμογή της πολιτικής για την μεταρρύθμιση της δημόσιας διοίκησης, λαμβανομένης υπ’ όψιν και της αναγκαίας προσαρμογής της στη δημοσιονομική συγκυρία. Συνάπτεται εξ άλλου η επίμαχη ρύθμιση και με τις υποχρεώσεις που έχει αναλάβει η χώρα όσον αφορά την αναδιοργάνωση της δημόσιας διοίκησης, όπως προκύπτει από το από 14.8.2013 έγγραφο του Γενικού Γραμματέα του Υπουργείου Παιδείας και Θρησκευμάτων προς τα Α.Ε.Ι., στο οποίο γίνεται ρητή αναφορά στις «Παρεμβάσεις» του Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013 – 2016, αλλά και από το, κατά τον τίτλο του, αντικείμενο του ν. 4172/2013 («επείγοντα μέτρα εφαρμογής του ν. 4046/2012, του ν. 4093/2012 και του ν. 4127/2013», ήτοι νομοθετημάτων σχετικών με την έγκριση σχεδίων συμβάσεων χρηματοδοτικής διευκόλυνσης και μνημονίου συνεννόησης καθώς και την έγκριση και την επικαιροποίηση του ανωτέρω Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου). Σημειωτέον, εξ άλλου, ότι με τα στοιχεία που υπέβαλαν προς το Υπουργείο Παιδείας και Θρησκευμάτων τα Πανεπιστήμια δεν αντιμετώπισαν και το ενδεχόμενο μείωσης του υφισταμένου διοικητικού προσωπικού τους, με συγκεκριμένες προτάσεις επ’ αυτού, όπως επεβάλλετο κατά τα προκύπτοντα από το ανωτέρω έγγραφο από 14.8.2013 του Γενικού Γραμματέα του Υπουργείου Παιδείας και Θρησκευμάτων. Περαιτέρω, από τα προσκομισθέντα στοιχεία δεν προκύπτει κατά τρόπο συγκεκριμένο ότι συντρέχει εξαιρετικός λόγος συνιστάμενος στην αδυναμία λειτουργίας του αιτούντος ιδρύματος, σύμφωνα με την κατά το Σύνταγμα και το νόμο αποστολή του, ο οποίος θα δικαιολογούσε την αναστολή εκτελέσεως της προσβαλλομένης πράξεως. Ούτε, τέλος, μπορούν να θεωρηθούν προδήλως βάσιμοι οι προβαλλόμενοι λόγοι ακυρώσεως˙ ειδικώς δε όσον αφορά το κύρος της ως άνω διατάξεως του άρθρου 90 παρ. 1 του ν. 4172/2013, τούτο δεν έχει κριθεί με απόφαση της Ολομέλειας του Δικαστηρίου ούτε, κατά το παρόν στάδιο εξετάσεως της αιτήσεως παροχής προσωρινής δικαστικής προστασίας, δύναται η Επιτροπή Αναστολών να θεωρήσει τη διάταξη αυτή ως προδήλως αντισυνταγματική (πρβλ. Ε.Α. 681/2012).
    Κατόπιν αυτών, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί.
Αρχή
 9 ΣτΕ 2527/2013 (Ολομ.) Συνταγματικότητα τέλους επιτηδεύματος
13/11/2013
Με τη ΣτΕ 2527/2013 (Ολομ.) απορρίφθηκε αίτηση ακυρώσεως του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών και δικηγόρου κατά της υπ’ αριθμ. ΠΟΛ1167/2.8.2011 αποφάσεως του Αναπληρωτή Υπουργού Οικονομικών, κατά το μέρος που αφορά την επιβολή του τέλους επιτηδεύματος.

Με την απόφαση αυτή κρίθηκαν, ειδικότερα, τα εξής: Με τις διατάξεις του άρθρου 31 του ν. 3986/2011 «Επείγοντα Μέτρα Εφαρμογής Μεσοπρόθεσμου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2012-2015» επιβάλλεται ετήσιο τέλος επιτηδεύματος στους επιτηδευματίες και στους ασκούντες ελεύθερο επάγγελμα που τηρούν βιβλία Β΄ ή Γ΄ κατηγορίας του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων (Κ.Β.Σ.), η οποία ανέρχεται σε 400 ευρώ για όσους έχουν την έδρα τους σε τουριστικούς τόπους και σε πόλεις ή χωριά με πληθυσμό έως 200.000 κατοίκους και σε 500 ευρώ για όσους έχουν την έδρα τους σε πόλεις με πληθυσμό άνω των 200.000 κατοίκων, ειδικά δε για το έτος 2011 η εν λόγω επιβάρυνση ανέρχεται, για όλες τις πιο πάνω κατηγορίες φορολογουμένων, σε 300 ευρώ. Υπόχρεοι προς καταβολή του τέλους, κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, είναι τόσο οι επιτηδευματίες και ελεύθεροι επαγγελματίες που δεν βαρύνονται με φόρο εισοδήματος (είτε επειδή δήλωσαν εισόδημα κατώτερο του αφορολογήτου ορίου είτε επειδή είχαν, κατά περίπτωση, μεγάλες εκπτώσεις από το φόρο) όσο και οι λοιποί που βαρύνονται με φόρο εισοδήματος (είτε μικρότερο είτε μεγαλύτερο του παγίως οριζομένου τέλους). Περαιτέρω, από την υποχρέωση καταβολής του τέλους εξαιρούνται, σύμφωνα με τις ίδιες διατάξεις, όσοι ασκούν την δραστηριότητά τους σε χωριά με πληθυσμό έως 500 κατοίκους και σε νησιά με πληθυσμό κάτω από 3.100 κατοίκους, καθώς επίσης ατομικές εμπορικές επιχειρήσεις και η ατομική άσκηση ελευθέριου επαγγέλματος, εφόσον δεν έχουν παρέλθει 5 έτη από την πρώτη έναρξη εργασιών, οι δε ατομικές επιχειρήσεις εξαιρούνται ομοίως της επιβολής του τέλους εφόσον για τον επιτηδευματία υπολείπονται 3 έτη από το έτος συνταξιοδότησής του, ως τοιούτου νοουμένου του 65ου έτους της ηλικίας. Το τέλος επιτηδεύματος επιβλήθηκε, όπως αναφέρεται στην αιτιολογική έκθεση του οικείου σχεδίου νόμου, ως μέτρο αναγκαίο για την αντιμετώπιση των συνεπειών της οικονομικής κρίσης και, συγκεκριμένα, προς το σκοπό ενίσχυσης των δημοσίων εσόδων, ενόψει των δημοσιονομικών συνθηκών που διέρχεται η χώρα, θεσπίσθηκε δε υπό την μορφή - όπως αναφέρεται στην ως άνω αιτιολογική έκθεση - ενός «ελάχιστου φόρου εισοδήματος» προερχομένου από τη δραστηριότητα εμπορικών επιχειρήσεων και ελευθέρων επαγγελματιών, μετά τη διαπίστωση από τον νομοθέτη ότι πολύ μεγάλος αριθμός των εν λόγω κατηγοριών φορολογουμένων δηλώνουν καθαρά κέρδη κάτω του αφορολογήτου ορίου. Υπό τα δεδομένα αυτά, η προβλεπόμενη από τις διατάξεις του άρθρου 31 του ν. 3986/2011 οικονομική επιβάρυνση, παρά το χαρακτηρισμό της ως τέλος, αποτελεί φόρο κατά την έννοια του άρθρου 78 του Συντάγματος, εφόσον επιβλήθηκε για την αύξηση των δημοσίων εσόδων και, επομένως, προς εξυπηρέτηση κρατικών εν γένει σκοπών (αντιμετώπιση των γενικών δημοσιονομικών αναγκών της χώρας) και δεν καταβάλλεται έναντι ειδικής αντιπαροχής, ήτοι έναντι ειδικώς παρεχόμενης δημόσιας υπηρεσίας προς τους βαρυνομένους με αυτό. Με τις διατάξεις αυτές ο νομοθέτης, εξαιρώντας από την υποχρέωση καταβολής του τέλους τις τελευταίες αυτές κατηγορίες φορολογουμένων, τις οποίες θεωρεί οικονομικά ασθενέστερες λόγω των συνθηκών υπό τις οποίες δραστηριοποιούνται επαγγελματικά, τεκμαίρει ότι οι λοιποί, υπό τις εκτεθείσες τοπικές, χρονικές και πληθυσμιακές προϋποθέσεις, κερδίζουν από την άσκηση του επαγγέλματός τους κατ’ έτος ένα ελάχιστο ποσό εισοδήματος, το οποίο φορολογεί ετησίως με ένα, αντίστοιχα, ελάχιστο πάγιο ποσό φόρου (400 ή 500 ευρώ) ανάλογα με τον πληθυσμό ή τον χαρακτήρα (τουριστικό) της πόλης στην οποία βρίσκεται η έδρα του επιτηδευματία. Αντικείμενο, συνεπώς, της επίμαχης φορολογικής επιβάρυνσης είναι, κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης, το ελάχιστο εισόδημα, πραγματικό ή τεκμαρτό, το οποίο αποκτά όποιος ασκεί εμπορική ή επαγγελματική δραστηριότητα υπό τις ανωτέρω διακρίσεις, υπό τις οποίες και υποχρεούται στην καταβολή τέλους αναλόγου ύψους. Με τα δεδομένα αυτά, προσδιορίζεται εν προκειμένω το αντικείμενο του φόρου, όπως απαιτείται από το άρθρο 78 παρ. 1 του Συντάγματος. Eιδικότερος δε ισχυρισμός των αιτούντων ότι ο επίδικος φόρος είναι κεφαλικός διότι με την επίμαχη διάταξη του άρθρου 31 του ν. 3986/2011 ταυτίζεται το υποκείμενο με το αντικείμενο του φόρου, απορρίπτεται διότι στηρίζεται στην προϋπόθεση ότι αντικείμενο του φόρου είναι το πρόσωπο του επιτηδευματία ή του ελεύθερου επαγγελματία, ενώ, όπως κρίθηκε, η ιδιότητα του επιτηδευματία ή ελεύθερου επαγγελματία και η λόγω αυτής άσκηση επαγγελματικής δραστηριότητας αποτελεί, σύμφωνα με την ανωτέρω διάταξη, το κριτήριο επιβολής του φόρου, ο οποίος όμως έχει ως αντικείμενο το εισόδημα των βαρυνομένων (μειοψ). Από τις διατάξεις του άρθρου 4 παρ. 1 και 5 του Συντάγματος, σε συνδυασμό με το άρθρο 78 παρ. 1 του Συντάγματος, που καθορίζει τα στοιχεία που μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο φορολογικής επιβάρυνσης (εισόδημα, περιουσία, δαπάνες ή συναλλαγές), συνάγεται ότι ο νομοθέτης είναι, κατ’ αρχήν, ελεύθερος να καθορίζει τις διάφορες μορφές των οικονομικών επιβαρύνσεων για την δημιουργία δημοσίων εσόδων προς κάλυψη των δαπανών του Κράτους, που δύνανται να επιβληθούν στους βαρυνομένους πολίτες με διαφόρους τρόπους, περιορίζεται, όμως, από ορισμένες γενικές αρχές, με τις οποίες επιδιώκεται από τον συνταγματικό νομοθέτη η πραγμάτωση των κανόνων της φορολογικής δικαιοσύνης και του κράτους δικαίου γενικότερα. Οι αρχές αυτές είναι συγκεκριμένα η καθολικότητα της επιβαρύνσεως και η ισότητα αυτής έναντι των βαρυνομένων, εξειδικευομένη με τον, κατ’ αρχήν, βάσει ορισμένης φοροδοτικής ικανότητας, καθορισμό του φορολογικού βάρους, το οποίο, πάντως, επιβάλλεται επί συγκεκριμένης και εξ αντικειμένου οριζομένης φορολογητέας ύλης, όπως είναι, κατ’ άρθρο 78 παρ. 1 του Συντάγματος, το εισόδημα, η περιουσία, οι δαπάνες ή οι συναλλαγές. Κατά την έννοια δε των ιδίων ως άνω συνταγματικών διατάξεων, ο φόρος δεν αποκλείεται να βαρύνει ορισμένο μόνον κύκλο προσώπων ή πραγμάτων, εφ’ όσον πλήττει ορισμένη φορολογητέα ύλη, η οποία, κατ’ αυτό τον τρόπο, επιτρέπει την επιβάρυνση του συγκεκριμένου αυτού κύκλου φορολογουμένων βάσει γενικών και αντικειμενικών κριτηρίων που τελούν σε συνάφεια με το ρυθμιζόμενο θέμα. Στην προκειμένη περίπτωση, ο νομοθέτης του άρθρου 31 του ν. 3986/2011, θεσπίζοντας το επίδικο τέλος ως φόρο επί του εισοδήματος, βασίστηκε στην παραδοχή ότι η άσκηση επιχειρηματικής ή επαγγελματικής δραστηριότητας από όσους ασκούν επιτήδευμα ή ελεύθερο επάγγελμα σε πόλεις με ιδιαίτερο χαρακτήρα (τουριστικές περιοχές) ή συγκεκριμένο πληθυσμό (πάνω ή κάτω από 200.000 κατοίκους και πάντως πάνω από 500 κατοίκους ή 3.100 κατοίκους για τα νησιά), για πέντε τουλάχιστον έτη από την πρώτη έναρξη εργασιών και έως τρία έτη πριν από τη συνταξιοδότηση (η τελευταία προϋπόθεση αφορά, ειδικώς, τους επιτηδευματίες που ασκούν ατομική επιχείρηση), αποφέρει ένα ελάχιστο ποσό ετήσιου εισοδήματος στο οποίο αντιστοιχεί, ως ελάχιστη φορολογική επιβάρυνση, ποσό ύψους 400 ή 500 ευρώ, κατά τις ειδικότερες διακρίσεις του νόμου. Το εν λόγω τεκμήριο, σύμφωνα με το οποίο, υπό τις ανωτέρω προϋποθέσεις αποκτάται εισόδημα το ύψος του οποίου αντιστοιχεί, κατ’ ελάχιστο, στην ως άνω φορολογική επιβάρυνση, δεν στηρίζεται σε εξωτερικές ενδείξεις συνδεόμενες με τα υποκείμενα στον φόρο πρόσωπα, αλλά σε στοιχεία (κριτήρια) άμεσα συναρτώμενα με ορισμένα δεδομένα της επαγγελματικής τους δραστηριότητας (πληθυσμός της πόλης και χαρακτήρας του τόπου όπου ασκείται η δραστηριότητα, έτη άσκησης της δραστηριότητας), από τα οποία τεκμαίρεται η ύπαρξη αντίστοιχης οικονομικής δύναμης και, επομένως, φοροδοτικής ικανότητας. Τα εν λόγω κριτήρια, που αποτελούν τη βάση του τεκμηρίου απόκτησης εισοδήματος, είναι γενικά και αντικειμενικά, τελούν σε συνάφεια προς το αντικείμενο της ρύθμισης, δεν αφίστανται των δεδομένων της κοινής πείρας, λαμβανομένου υπόψη του καθοριζόμενου χαμηλού ύψους του τέλους και των εξαιρέσεων που θεσπίζονται από την επιβολή του (των οικονομικά ασθενέστερων επιτηδευματιών) και στηρίζουν, ενόψει αυτών, το συμπέρασμα του τεκμηρίου. Ως εκ τούτου, η επιβολή του εν λόγω φόρου βάσει των ως άνω κριτηρίων (χρονικών, τοπικών και πληθυσμιακών), δεν υπερβαίνει τα όρια της κατά τα ανωτέρω διακριτικής ευχέρειας του νομοθέτη να καθορίζει τον ενδεδειγμένο εκάστοτε τρόπο φορολογήσεως διαφόρων κατηγοριών φορολογουμένων και, κατ’ ακολουθίαν, δεν παραβιάζει τις προαναφερθείσες συνταγματικές διατάξεις και αρχές. Τούτο δε, ενόψει και του ότι η αρχή της φοροδοτικής ισότητας δεν αποκλείει την θέσπιση από τον νομοθέτη ενός ελάχιστου ποσού φόρου, προς σύλληψη διαφεύγουσας φορολογικής ύλης, που μπορεί να καταβληθεί από όλους τους βαρυνομένους με αυτό, λόγω του χαμηλού ύψους του, το οποίο εξευρίσκεται με συναγωγή τεκμηρίων που στηρίζονται σε γενικά και αντικειμενικά κριτήρια, τα οποία τελούν σε συνάφεια προς το αντικείμενο της εκάστοτε ρύθμισης και συνάδουν με τα διδάγματα της κοινής πείρας, όπως τα τιθέμενα ανωτέρω, καθόσον, στην περίπτωση αυτή, δεν τίθεται θέμα φοροδοτικής ικανότητας, αφού όλοι οι υπόχρεοι προς καταβολή του φόρου μπορούν, εφόσον συντρέχουν τα κριτήρια του τεκμηρίου, να τον καταβάλουν. Εξάλλου, ο προσδιορισμός του κύκλου των βαρυνομένων με τον φόρο αυτό προσώπων δεν παρίσταται, εν όψει του σκοπού που εξαγγέλεται με την εισηγητική έκθεση του νόμου (σύλληψη φορολογητέας ύλης από άσκηση επιτηδεύματος ή ελεύθερου επαγγέλματος), αυθαίρετος. Απορρίπτονται ως αβάσιμοι οι λόγοι ακυρώσεως με τους οποίους προβάλλεται ότι η επιβολή του επίδικου τέλους παραβιάζει τα άρθρα 4 παρ. 1 και 5 του Συντάγματος και τις κατοχυρωμένες από αυτά αρχές της καθολικότητας και της ισότητας του φόρου (μειοψ.). Περαιτέρω, η επίμαχη διάταξη επιβολής του φόρου προβλέπει, στο άρθρο 31 παρ. 2 εδαφ. β΄, ότι σε περίπτωση διακοπής της δραστηριότητας μέσα στη χρήση, το τέλος επιτηδεύματος περιορίζεται ανάλογα με τους μήνες λειτουργίας της επιχείρησης ή της άσκησης του επαγγέλματος και ότι χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των δεκαπέντε (15) ημερών λογίζεται ως μήνας. Η ρύθμιση αυτή, εφόσον όπως συνάγεται από το ανωτέρω άρθρο 31, το επίμαχο τεκμήριο δεν θεσπίζεται ρητώς ως αμάχητο και, επομένως, κατά γενική αρχή του διοικητικού δικαίου, πρέπει να θεωρηθεί μαχητό, ισχύει και στην περίπτωση που για λόγους ανωτέρας βίας (σοβαρής ασθένειας, στρατιωτικής υπηρεσίας κλπ), προσηκόντως αποδεικνυομένους από τους υπόχρεους προς καταβολή του φόρου, προκύπτει ότι αυτοί δεν άσκησαν επαγγελματική δραστηριότητα και, συνεπώς, δεν τίθεται ζήτημα παραβίασης του κατοχυρωμένου από το άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος δικαιώματος δικαστικής προστασίας (μειοψ.), ούτε του άρθρου 6 παρ. 1 της Ε.Σ.Δ.Α., προεχόντως διότι το άρθρο αυτό δεν εφαρμόζεται, κατά κανόνα, στις φορολογικές διαφορές. Τα προβαλλόμενα περί παραβίασης της αρχής της ισότητας και μεταξύ των ίδιων των βαρυνομένων με το τέλος επιτηδεύματος, διότι κατά νόμο προβλέπεται εξαίρεση από την επιβολή του τέλους στους επιτηδευματίες που ασκούν ατομική επιχείρηση και υπολείπονται 3 έτη έως τη συνταξιοδότησή τους, ενώ αντίστοιχη πρόβλεψη δεν υπάρχει για τους ελεύθερους επαγγελματίες, πρέπει να απορριφθούν διότι, κατά κοινή πείρα, οι ασκούντες ατομική επιχείρηση δεν τελούν, κατ’ αρχήν, υπό τις ίδιες συνθήκες με τους ελεύθερους επαγγελματίες ως προς τον χρόνο και τις προϋποθέσεις συνταξιοδότησης (ούτε εξάλλου όλες οι κατηγορίες των ελευθέρων επαγγελματιών μεταξύ τους), ενώ δεν προβάλλονται ειδικότεροι ισχυρισμοί περί της ομοιότητας συνθηκών ως προς την άσκηση του ελευθέρου επαγγέλματος και της ατομικής επιχείρησης. Η επιβολή της επίδικης φορολογικής επιβάρυνσης στο εισόδημα από την άσκηση επιχειρηματικής δραστηριότητας ή ελεύθερου επαγγέλματος, η οποία αποβλέπει στην αύξηση, ενόψει της παρούσης δημοσιονομικής κατάστασης της χώρας, των κρατικών εσόδων και βασίζεται σε ένα σύστημα προσδιορισμού εισοδήματος κατ’ εφαρμογή γενικών και αντικειμενικών κριτηρίων, δεν αποτελεί, ενόψει του μικρού ετησίως καταβαλλομένου ύψους της και των λοιπών αναφερομένων στο νόμο κριτηρίων επί τη συνδρομή των οποίων καταβάλλεται, υπέρμετρο περιορισμό της επαγγελματικής ελευθερίας, ο οποίος να εξωθεί σε αλλαγή επαγγέλματος όσους ασκούν την συγκεκριμένη δραστηριότητα, ούτε, πολύ περισσότερο, θίγει τον πυρήνα του δικαιώματος ώστε να καθίσταται αδύνατη ή ουσιωδώς δυσχερής η άσκηση επιχειρηματικής ή επαγγελματικής δραστηριότητας. Αβασίμως, επομένως, υποστηρίζεται ότι η επιβολή του τέλους επιτηδεύματος α) αποτελεί εμπόδιο στην ελεύθερη και ακώλυτη άσκηση του επαγγέλματος των δικηγόρων και μπορεί να επηρεάσει αρνητικά τους οικονομικά ασθενέστερους εξ αυτών ως προς την επιλογή της συνεχίσεως ή μη της ασκήσεως της δραστηριότητάς τους και β) αντιβαίνει και στην κοινοτικής προελεύσεως επιταγή για διευκόλυνση της άσκησης της ελευθερίας εγκατάστασης των παρόχων υπηρεσιών και της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, η οποία αποτυπώνεται στην Οδηγία 2006/123/ΕΚ που ενσωματώθηκε στο εθνικό δίκαιο με τον ν. 3844/2010, καθόσον αποτελεί ένα ελάχιστο τέλος ασκήσεως του επαγγέλματος που οδηγεί στην αποθάρρυνση της ασκήσεως των σχετικών δραστηριοτήτων, αφού ο εν λόγω ν. 3844/2010, επαναλαμβάνοντας στο άρθρο 4 παρ. 3 αυτού τη ρύθμιση του άρθρου 2 παρ. 3 της Οδηγίας, ορίζει ότι οι διατάξεις του δεν εφαρμόζονται, πάντως, στον τομέα της φορολογίας. Απορρίπτεται ως αβάσιμος λόγος ακυρώσεως ότι η διάταξη της παρ. 5 του άρθρου 3 της προσβαλλόμενης υπουργικής απόφασης (μη αναστολή βεβαίωσης και είσπραξης του τέλους επιτηδεύματος κατά την προθεσμία άσκησης προσφυγής ή υποβολής αίτησης για διοικητική επίλυση της διαφοράς ή σε περίπτωση άσκησης προσφυγής) α) βρίσκεται εκτός νομοθετικής εξουσιοδότησης και αντίκειται στην παρ. 6 του άρθρου 74 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος (ν. 2238/2004), β) στο μέτρο που δεν χορηγεί, σε περίπτωση ασκήσεως προσφυγής κατά της πράξεως επιβολής του τέλους ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων, δικαίωμα αυτοδίκαιης αναστολής ποσοστού πενήντα τοις εκατό (50%) του αμφισβητούμενου φόρου περιορίζει το δικαίωμα δικαστικής προστασίας των υποχρέων προς καταβολή του. Τούτο, διότι α) κατά της πράξης επιβολής του επίδικου τέλους μπορεί να ασκηθεί προσφυγή ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων και να ζητηθεί η αναστολή εκτελέσεώς της, κατά τα οριζόμενα στα άρθρα 200 επ. του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας και β) αφού, εν προκειμένω, δεν εκδίδεται φύλλο ελέγχου αλλά εκκαθαριστικό σημείωμα, εφαρμογή έχει, σύμφωνα με τη ρητή πρόβλεψη της παραγράφου 4 του άρθρου 31 του ν. 3986/2011, η διάταξη του άρθρου 66 παρ. 2 εδάφ. τέταρτο του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος, η οποία ρητώς ορίζει ότι «η εκκαθάριση και καταβολή του φόρου δεν αναστέλλεται από τη διαδικασία αυτή» (της δικαστικής αμφισβήτησης του σημειώματος εκκαθάρισης του φόρου ενώπιον του διοικητικού πρωτοδικείου) και όχι το ανωτέρω άρθρο 74 παρ. 6 του Κώδικα, το οποίο αναφέρεται στη διαδικασία που ακολουθεί τον καταλογισμό φόρου μετά από την έκδοση φύλλου ελέγχου (μειοψ). Απορρίπτεται, τέλος, ως αλυσιτελής λόγος ακυρώσεως ότι η διάταξη της παρ. 6 του άρθρου 3 της προσβαλλόμενης απόφασης, που προβλέπει ότι: «Το τέλος επιτηδεύματος δεν εκπίπτει ως δαπάνη για τον προσδιορισμό του φορολογητέου εισοδήματος», κείται εκτός των ορίων της δοθείσης νομοθετικής εξουσιοδότησης και αντίκειται στις διατάξεις των άρθρων 31 παρ. 1 περ. ε΄ και 49 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος, από τις οποίες προκύπτει ότι από το ακαθάριστο εισόδημα που προέρχεται τόσο από εμπορικές επιχειρήσεις όσο και από παροχή υπηρεσιών ελευθερίων επαγγελμάτων εκπίπτουν τα ποσά των κάθε είδους φόρων, δεδομένου ότι με τον ν. 4024/2011 και, ειδικότερα, με το άρθρο 42 παρ. 3 αυτού, προστέθηκε, μεταξύ άλλων, παράγραφος 9 στο ανωτέρω άρθρο 31 του ν. 3986/2011, με την οποία ορίσθηκε ότι: «9. Το τέλος επιτηδεύματος του παρόντος άρθρου δεν αφαιρείται από το συνολικό εισόδημα ή από το φόρο της κλίμακας του άρθρου 9 του ΚΦΕ των φυσικών προσώπων που ασκούν επιχείρηση ή επάγγελμα … », με αποτέλεσμα η επίδικη ρύθμιση να έχει πλέον αντικατασταθεί και να ισχύει ως νόμος.
Αρχή
 10 ΣτΕ 3748/2013 (Ολομ.) Άρση περιορισμών στην άσκηση του επαγγέλματος του οδοντιάτρου.
8/11/2013
Δεν στοιχειοθετείται παράλειψη οφειλόμενης νόμιμης ενέργειας από την άρνηση των Υπουργών Υγείας και Κοιν. Αλληλεγγύης και Οικονομικών να προτείνουν την έκδοση π.δ/τος περί εξαιρέσεως του επαγγέλματος του οδοντιάτρου από τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 2 και 3 παρ. 1 του Ν.3919/2011.

Όπως κρίθηκε με την απόφαση αυτή, από τις διατάξεις ,ιδίως, των άρθρων 2 παρ. 4 και 3 παρ. 2 του Ν.3919/2011 προκύπτει ότι ο νομοθέτης παρέχει στην κανονιστικώς δρώσα Διοίκηση ευχέρεια και μάλιστα, περιορισμένη χρονικώς (βλ Π.Ε. 27/2012,275,218/2011) για να προβεί στην έκδοση προεδρικού διατάγματος, με το οποίο ορισμένο επάγγελμα θα εξαιρεθεί από τον θεσπιζόμενο με αυτές κανόνα της άρσεως των περιορισμών που ισχύουν για την άσκησή του και της καταργήσεως της προηγουμένως απαιτουμένης διοικητικής αδείας. Τούτο ισχύει και για το επάγγελμα του οδοντιάτρου, το οποίο ναι μεν συνάπτεται στενώς προς το συνταγματικά προστατευόμενο δικαίωμα των πολιτών στην υγεία (άρθρο 21 παρ.3 του Συντάγματος), εξ αυτού, όμως δεν συνεπάγεται αναγκαίως και υποχρέωση του κανονιστικού νομοθέτη να το εξαιρέσει από το πεδίο εφαρμογής του Ν.3919/2011, ο οποίος λόγω της αδιαστίκτου διατυπώσεώς του, και των νομοθετικών ρυθμίσεων που επακολούθησαν και περιγράφονται στην απόφαση, καταλαμβάνει και το επάγγελμα αυτό που δεν περιλαμβάνεται μεταξύ εκείνων για τα οποία θεσπίζονται ειδικές ρυθμίσεις με τις διατάξεις του Κεφαλαίου Β΄ του νόμου αυτού. Και τούτο διότι ο νομοθέτης εμφορούμενος από διαφορετική σε σχέση με το παρελθόν αντίληψη για την προστασία του δημοσίου συμφέροντος , έχει την δυνατότητα, στο πλαίσιο των, κατά το Σύνταγμα , επιτρεπτών ορίων να οργανώσει το καθεστώς που διέπει τα επαγγέλματα στον τομέα της υγείας, με την άρση απαγορεύσεων και περιορισμών, όπως οι καταργούμενοι, οι οποίοι ανάγονται σε αντικειμενικά δεδομένα που συνάπτονται με τη άσκησή του και οι οποίοι λόγω του απόλυτου χαρακτήρα τους επέφεραν σοβαρούς περιορισμούς στην επαγγελματική ελευθερία και , κατά την κρίση του νομοθέτη, δεν εξυπηρετούν το γενικότερο συμφέρον των πολιτών. Περαιτέρω, ενόψει της αρχής της ασφαλείας δικαίου, η οποία επιτάσσει την άρση σε σύντομο χρονικό διάστημα της εκκρεμότητας ως προς το ισχύον καθεστώς ασκήσεως ορισμένου επαγγέλματος και, ειδικότερα, ως προς το ζήτημα αν αυτό εξαιρείται από την κατάργηση των περιορισμών, επιτρεπτώς ο νομοθέτης προέβλεψε την σύντομη αποκλειστική τετράμηνη προθεσμία για την έκδοση προεδρικού διατάγματος με το οποίο, βάσει κριτηρίων που κατ’ επιταγή του Συντάγματος και του κοινοτικού δικαίου προβλέπονται από τον ίδιο το νόμο, δηλαδή τη συνδρομή επιτακτικού λόγου δημοσίου συμφέροντος και τον σεβασμό των αρχών της, αναλογικότητας και της μη διακρίσεως , εισάγονται εξαιρέσεις από τον κανόνα της κατάργησης των περιορισμών. Συνεπώς, με τα δεδομένα αυτά, δεν στοιχειοθετείται παράλειψη οφειλόμενης νόμιμης ενέργειας από την άρνηση των Υπουργών Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης και Οικονομικών , κατόπιν της από 1-4-2011 αιτήσεως των αιτούντων, να προτείνουν την έκδοση προεδρικού διατάγματος περί εξαιρέσεως του επαγγέλματος του οδοντιάτρου από τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 2 και 3 παρ. 1 του Ν.3919/2011.
Αρχή
 
   © ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ, 2006 - 2014