Συμβούλιο της Επικρατείας   Ολομέλεια Συμβουλίου της Επικρατείας
 

ΤΟ ΕΡΓΟ "ΕΚΣΥΓΧΡΟΝΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΑΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ ΣτΕ" ΕΝΤΑΧΘΗΚΕ ΣΤΟ ΜΕΤΡΟ 2.2 "ΕΞΥΠΗΡΕΤΗΣΗ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΗ ΚΑΙ ΒΕΛΤΙΩΣΗ ΤΗΣ ΠΟΙΟΤΗΤΑΣ ΖΩΗΣ" ΤΟΥ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΙΑΚΟΥ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΟΣ "ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΤΗΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΑΣ" (ΕπΚτΠ) ΚΑΙ ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΗΘΗΚΕ ΣΕ ΠΟΣΟΣΤΟ 75% ΑΠΟ ΚΟΙΝOΤΙΚΟΥΣ ΠΟΡΟΥΣ.
main
Αρχείο πρόσφατων αποφάσεων
1 Αρχή αναλογικότητας. Χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης. Αναιρετικός έλεγχος (28/6/2010)
2 Προτάσεις της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας για την επιτάχυνση του έργου του Δικαστηρίου και της Διοικητικής Δικαιοσύνης. (10/6/2010)
3 Αρμοδιότητα ανάκλησης ατομικών διοικητικών πράξεων (31/5/2010)
4 Ωράριο λειτουργίας πρατηρίων υγρών καυσίμων (18/5/2010)
5 Δυνητική ομοδικία (18/5/2010)
6 Συνταγματικότητα και συμφωνία προς ΕΣΔΑ παγίου παραβόλου προσφυγής (17/5/2010)
7 Μη θεώρηση φορολογικών βιβλίων και στοιχείων λόγω μη προσκομίσεως βεβαιώσεως περί καταβολής των οφειλόμενων ασφαλιστικών εισφορών (26/4/2010)
8 Μετάδοση σε τηλεοπτική εκπομπή στιγμιοτύπων ληφθέντων με τη μέθοδο της «κρυφής κάμερας» (22/4/2010)
9 Καταχρηστικοί γενικοί όροι συναλλαγών (19/4/2010)
10 Προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας στην Οδηγία 2005/36/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 7.9.2005, σχετικά με την αναγνώριση των επαγγελματικών προσόντων. (14/4/2010)
 1 Αρχή αναλογικότητας. Χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης. Αναιρετικός έλεγχος
28/6/2010
Με την Σ.τ.Ε. 1249/2010 (Α΄ Τμήμα) παραπέμπεται στην επταμελή σύνθεση του Τμήματος το ζήτημα της δυνατότητας ή μη αναιρετικού ελέγχου του καθορισθέντος ποσού χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης για παραβίαση από το δικαστήριο της ουσίας της αρχής της αναλογικότητας μέσω του προβλεπόμενου από το άρθρο 56 παρ. 1 περ. δ΄ του π.δ. 18/1989 λόγου αναιρέσεως.

Ειδικότερα, με την απόφαση αυτή κρίθηκαν κατά πλειοψηφία τα εξής: με το άρθρο 25 παρ. 1 εδάφ. τέταρτο του Συντάγματος, όπως αυτό ισχύει μετά τη συνταγματική αναθεώρηση του έτους 2001, αποτυπώνεται ρητά στο Σύνταγμα ο κανόνας, ο οποίος ίσχυε ως γενική αρχή του δικαίου και πριν αποτυπωθεί ρητά κατά την προαναφερθείσα αναθεώρηση, ότι οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορεί να επιβληθούν στα ατομικά δικαιώματα πρέπει να είναι κατάλληλοι, αναγκαίοι και εν στενή εννοία αναλογικοί, ώστε η αναμενόμενη από τους περιορισμούς αυτούς ωφέλεια να μην υπολείπεται της βλάβης που προκαλούν. Η αρχή της αναλογικότητας, ως κανόνας δικαίου που θέτει όρια στον περιοριστικό του ατομικού δικαιώματος νόμο, απευθύνεται κατ’ αρχήν στο νομοθέτη. Στο πεδίο δε των αδικοπρακτικών σχέσεων (άρθρο 914 επ. Α.Κ.) και ειδικότερα στο ζήτημα του μέτρου της επιδικαστέας χρηματικής ικανοποίησης ο νόμος προβλέπει στο άρθρο 932 Α.Κ. ότι το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση. Επομένως, κατά την πλειοψηφία, δεν υπάρχει έδαφος άμεσης εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 25 παρ. 1 εδάφ. τέταρτο του Συντάγματος κατά τον προσδιορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποίησης για ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη από παράνομη πράξη ή παράλειψη οργάνου του Δημοσίου.
Αρχή
 2 Προτάσεις της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας για την επιτάχυνση του έργου του Δικαστηρίου και της Διοικητικής Δικαιοσύνης.
10/6/2010
Με τo Πρακτικό 4/2010 το Συμβούλιο της Επικρατείας σε Ολομέλεια και Συμβούλιο, κατόπιν συζήτησης επί προτάσεων Επιτροπής υπό την προεδρία του Αντιπροέδρου Φ. Αρναούτογλου, κατέθεσε στον Υπουργό Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων σειρά προτάσεων προς νομοθετική παρέμβαση. Οι προτάσεις στοχεύουν στην επιτάχυνση του έργου του Δικαστηρίου και της Διοικητικής Δικαιοσύνης και παράλληλα στην ενότητα της νομολογίας και την ασφάλεια δικαίου.

Ειδικότερα, με το πρακτικό διατυπώθηκαν οι εξής προτάσεις: 1) Κατόπιν αποδοχής της σχετικής πρότασης της Επιτροπής και εκτιμώντας ότι θα επιτευχθεί ιδιαίτερη επιτάχυνση στην απονομή της δικαιοσύνης αν, σε θέματα που, ως εκ της φύσεώς τους, αφορούν πολύ κόσμο και ανήκουν (είτε προτείνεται να υπαχθούν) στην αρμοδιότητα των διοικητικών δικαστηρίων, όπως π.χ. την έκτακτη εισφορά, δοθεί η δυνατότητα τόσο στους διαδίκους, Υπουργό και ιδιώτες, όσο και στα δικαστήρια να απευθύνονται απ’ ευθείας στο Συμβούλιο της Επικρατείας ώστε να χαράσσει αυτό σύντομα μια νομολογιακή γραμμή, η Ολομέλεια πρότεινε την εξής ρύθμιση: «1. Οποιοδήποτε ένδικο μέσο ή βοήθημα ενώπιον οποιουδήποτε διοικητικού δικαστηρίου μπορεί να εισαχθεί προς εκδίκαση στο Συμβούλιο της Επικρατείας με πράξη τριμελούς Επιτροπής, αποτελούμενης από τον Πρόεδρό του, τον αρχαιότερο Αντιπρόεδρο και τον πρόεδρο του αρμοδίου καθ’ ύλην Τμήματος, ύστερα από αίτημα ενός των διαδίκων όταν με αυτό τίθεται ζήτημα γενικότερου ενδιαφέροντος που έχει συνέπειες για ευρύτερο κύκλο προσώπων. Η πράξη αυτή, που δημοσιεύεται σε δυο εφημερίδες των Αθηνών, συνεπάγεται την αναβολή εκδικάσεως των εκκρεμών υποθέσεων στις οποίες τίθεται το αυτό ζήτημα. Στην δίκη δικαιούται να παρέμβει κάθε διάδικος σε εκκρεμή δίκη όπου το ζήτημα αυτό τίθεται. Μετά την επίλυσή του το Συμβούλιο της Επικρατείας είναι δυνατόν να παραπέμψει το ένδικο μέσο ή βοήθημα στο αρμόδιο διοικητικό δικαστήριο. Η απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας δεσμεύει τους διαδίκους της ενώπιόν του δίκης, περιλαμβανομένων των τυχόν παρεμβάντων. 2. Όταν διοικητικό δικαστήριο επιλαμβάνεται υποθέσεως στην οποία ανακύπτει ένα τέτοιο ζήτημα δύναται με απόφασή του που δεν υπόκειται σε ένδικα μέσα να υποβάλει σχετικό προδικαστικό ερώτημα στο Συμβούλιο της Επικρατείας. Τα εδάφια β και γ της προηγουμένης παραγράφου εφαρμόζονται αναλόγως. Η απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας είναι υποχρεωτική για το δικαστήριο που υπέβαλε το ερώτημα και δεσμεύει τους τυχόν ενώπιον αυτού παρεμβάντες.» Μειοψήφησαν δύο Αντιπρόεδροι και δύο Σύμβουλοι ως προς το σύνολο της προτεινόμενης ρύθμισης και τρεις Σύμβουλοι ως προς την ρύθμιση της παραγράφου 1. 2) Υιοθετώντας την εισήγηση της Επιτροπής ότι, όταν διοικητικό δικαστήριο δεν εφαρμόζει τυπικό νόμο ως αντίθετο στο Σύνταγμα ή σε άλλη υπερνομοθετική διάταξη (διεθνή σύμβαση) χωρίς προηγούμενη απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, το θέμα είναι σοβαρό (πρβλ. άρθρο 100 παρ. 5 του Συντάγματος) και πρέπει, κατά παρέκκλιση κάθε άλλης διατάξεως (περί ανεκκλήτου, περί εφέσεως κλπ.), να άγεται απ’ ευθείας ενώπιόν του, ενέκρινε ομόφωνα την σχετική πρόταση, την οποία, προκειμένου να καλυφθεί η περίπτωση που κατά λάθος, χωρίς να συντρέχουν οι σχετικές προϋποθέσεις, ασκείται κατ’ επίκληση αυτής αίτηση αναιρέσεως, αναδιατύπωσε ως εξής : «Κατ’ αποφάσεως διοικητικού δικαστηρίου που κρίνει διάταξη τυπικού νόμου ως αντισυνταγματική ή ως αντίθετη σε άλλη υπερνομοθετική διάταξη χωρίς το ζήτημα αυτό να έχει κριθεί με προηγούμενη απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας χωρεί ενώπιον αυτού, κατά παρέκκλιση κάθε άλλης διάταξης, αίτηση αναιρέσεως, αν πρόκειται περί διαφοράς ουσίας, ή έφεση, αν πρόκειται περί ακυρωτικής διαφοράς. Αν το Συμβούλιο της Επικρατείας διαπιστώσει ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις της διάταξης αυτής, δύναται, εφόσον η απόφαση αυτή υπέκειτο και σε έφεση ενώπιον άλλου δικαστηρίου, να του παραπέμψει την υπόθεση προς εκδίκαση.» 3) Κατόπιν προτάσεως της Επιτροπής ότι αντί εισήγησης επί της υπόθεσης, ο εισηγητής πρέπει να καταθέτει έκθεση που να περιλαμβάνει σύντομο ιστορικό και τα ζητήματα που ανακύπτουν, περιλαμβανομένων και των αυτεπάγγελτα εξεταστέων, χωρίς να παίρνει θέση επ’ αυτών, σε περίπτωση όμως που ανακύψει στη διάσκεψη ζήτημα που δεν είχε περιληφθεί στην έκθεση να εκδίδεται υποχρεωτικά αναβλητική απόφαση, η Ολομέλεια δέχθηκε ότι, πράγματι, ο εισηγητής δεν πρέπει να καταθέτει εισήγηση, η δημοσιοποίηση της οποίας τον κάνει να φαίνεται σαν να παίρνει το μέρος του ενός των διαδίκων και να μην έχει στο εξής έναντι αυτών την ουδετερότητα που χρειάζεται (πρβλ. Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, αποφάσεις της 7.6.2001, υπόθεση Kress κατά Γαλλίας, και της 12.4.2006, υπόθεση Martinie κατά Γαλλίας) με αποτέλεσμα να τον καθιστά στόχο, όταν, μάλιστα, πρόκειται περί Συμβούλου σε πενταμελή σύνθεση, της μιας από τις τρεις αποφασιστικές ψήφους στην σύνθεση που είναι ο κανόνας στο Δικαστήριο. Άλλωστε, και η μέχρι σήμερα πείρα από την μη υποβολή εισήγησης στις αιτήσεις ασφαλιστικών μέτρων και αναστολής είναι απόλυτα ενθαρρυντική. Αποδεχόμενη όμως τη μειοψηφία του Προέδρου της Επιτροπής ότι εφόσον οι διάδικοι γνωρίζουν - ή οφείλουν να γνωρίζουν – τα πραγματικά και νομικά δεδομένα της δίκης, μεταξύ των οποίων τα αυτεπάγγελτα εξεταστέα, δεν βλάπτει μεν η θέση των ζητημάτων, αλλά ασφαλώς δεν χρειάζεται αναβλητική απόφαση, η Ολομέλεια πρότεινε την αντικατάσταση των παραγράφων 1 και 4 του άρθρου 22 του ΠΔ 18/1989 όπως ισχύουν ως εξής : «1. Εκείνος που ορίσθηκε εισηγητής φροντίζει για τη συγκέντρωση κάθε στοιχείου χρήσιμου για τη διερεύνηση της υπόθεσης και συντάσσει συνοπτική έκθεση, η οποία διαλαμβάνει το ιστορικό της διαφοράς, τα στοιχεία που βεβαιώνονται από τα έγγραφα και τα ζητήματα που ανακύπτουν». «4. Ο εισηγητής, πέντε (5) ημέρες πριν από τη δικάσιμο που έχει ορισθεί με την οικεία πράξη του Προέδρου, οφείλει να δηλώσει προς τη Γραμματεία του οικείου σχηματισμού αν η υπόθεση ώριμη για συζήτηση. Η παράλειψη της δήλωσης αυτής επάγεται το απαράδεκτο της συζήτησης της υπόθεσης και την αυτεπάγγελτη αναβολή της σε μεταγενέστερη ρητώς οριζόμενη δικάσιμο.». Παράλληλα, πρότεινε την αντικατάσταση των-αναφερομένων στην εισήγηση- πρώτου εδαφίου της παραγράφου 1 και της παραγράφου 2 του άρθρου 33 του ΠΔ 18/1989 όπως η τελευταία προστέθηκε με το άρθρο 32 παρ. 2 του Ν. 3772/2009 (Α’ 112) ως εξής: «1. Η συζήτηση αρχίζει με την ανάγνωση από τον εισηγητή της έκθεσής του………2. Εάν όλοι οι παριστάμενοι πληρεξούσιοι δηλώσουν ότι προτίθενται να αναφερθούν στο δικόγραφο ή σε υπόμνημα που θα καταθέσουν, χωρίς προφορική ανάπτυξη, τότε η υπόθεση αυτή μπορεί να συζητείται κατά προτεραιότητα μετά την προεκφώνηση.». Ένας σύμβουλος διατύπωσε την αποκλίνουσα άποψη ότι στην έκθεση του εισηγητή, αντί των ζητημάτων που ανακύπτουν πρέπει να μνημονεύονται οι ισχυρισμοί που προβάλλονται. Μειοψήφησαν τρεις Αντιπρόεδροι και τρεις Σύμβουλοι, οι οποίοι υποστήριξαν την άποψη ότι η εισήγηση στην οποία διατυπώνεται και η γνώμη του εισηγητή – δικαστή επί των κρισίμων για την επίλυση της διαφοράς ζητημάτων, αποτελεί μακρά παράδοση του Δικαστηρίου (βλ. άρθρο 38 του ιδρυτικού του Ν. 3713/1928) και ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά της ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας δίκης, που διαμόρφωσαν τη φυσιογνωμία του και το καταξίωσαν ως ανώτατο δικαστήριο υψηλού κύρους. Και ευλόγως. Η εισήγηση με το περιεχόμενο αυτό όχι μόνον συμβάλλει στην καλύτερη προετοιμασία των υποθέσεων, ενισχύοντας το αίσθημα ευθύνης του εισηγητή με τη δημόσια διατύπωση της γνώμης του, αλλά προκαλεί και έναν ανοικτό, δημόσιο διάλογο, διευκολύνοντας και τη «συνεργασία» των διαδίκων με το Δικαστήριο, για τα κρίσιμα ζητήματα της διαφοράς. Οι δε διάδικοι, λαμβάνοντας υπ’ όψη την, έως τη συζήτηση της υποθέσεως και εν όψει των κατατεθέντων δικογράφων, γνώμη του εισηγητή επί της υποθέσεως, έχουν τη δυνατότητα να υποστηρίξουν τις απόψεις τους με τον καλύτερο δυνατό τρόπο, διαφωτίζοντας όλες τις πτυχές της υποθέσεως, τόσο με τις αγορεύσεις των πληρεξουσίων τους, όσο και με τα μετά τη συζήτηση υπομνήματα. Αλλά και τα λοιπά μέλη του Δικαστηρίου αποκτούν μια πληρέστερη εικόνα της διαφοράς που πρόκειται να επιλύσουν. Επίσης και ο εισηγητής – δικαστής μπορεί, μετά το διάλογο αυτό, να επισημάνει κρίσιμα νομικά και πραγματικά στοιχεία που δεν είχε λάβει υπ’ όψη του, και να μεταβάλει την αρχική του γνώμη. Για να καταργηθεί συνεπώς μία τέτοια θετική παράδοση ογδόντα και πλέον ετών, η οποία μάλιστα έχει και την καθολική αποδοχή του νομικού κόσμου της Χώρας, θα πρέπει να συντρέχει ένας σοβαρός δικαιολογητικός λόγος. Η άποψη, ότι η δημόσια διατύπωση της γνώμης του εισηγητή επί των κρισίμων ζητημάτων της διαφοράς αντιβαίνει στο άρθρο 6 της ΕΣΔΑ, δεν ευσταθεί. Ούτε νομολογία του Δικαστηρίου του Στρασβούργου, με την οποία να κρίνεται ότι η, σύμφωνα με τις διατάξεις του Π.Δ. 18/1989, εισήγηση προσκρούει στην ΕΣΔΑ, υπάρχει, αλλά ούτε μπορεί βασίμως να υποστηριχθεί ότι η από την ίδρυση του Συμβουλίου της Επικρατείας καθιερωμένη εισήγηση, παραβιάζει το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη. Άλλωστε, ο εισηγητής δικαστής εκφράζει τη γνώμη του επί της διαφοράς κατά τη δημόσια συζήτηση της υποθέσεως, αφού έχει ήδη λάβει υπ’ όψη του τους περιεχόμενους στα κατατεθέντα δικόγραφα ισχυρισμούς των διαδίκων, που καθορίζουν και τα όρια της διαφοράς. Διατηρεί πάντως την ευχέρεια να μεταβάλει γνώμη, εάν, λαμβάνοντας υπ’ όψη τις αγορεύσεις των πληρεξουσίων των διαδίκων και τα μετά τη συζήτηση υπομνήματα, που περιορίζονται μόνον στην ανάπτυξη των ήδη προβληθέντων, καθώς και τις κατά τη διάσκεψη διατυπούμενες γνώμες των λοιπών μελών του Δικαστηρίου, διαπιστώσει ότι δεν είχε συνεκτιμήσει κρίσιμα νομικά και πραγματικά στοιχεία της υποθέσεως. Πρέπει δε να επισημανθεί ότι εισήγηση, με τη δημόσια διατύπωση της γνώμης του εισηγητή κατά τη συζήτηση των υποθέσεων, προβλέπεται και κατά τις ενώπιον του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου και του Αρείου Πάγου, δίκες. Ουδέποτε δε έως σήμερα έχει, για το λόγο αυτό, τεθεί ζήτημα παραβίασης του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ ή του κατοχυρούμενου από το άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος, δικαιώματος δικαστικής προστασίας. Εξ άλλου, δεν μπορεί βεβαίως να γίνει λόγος για ελάφρυνση του Δικαστηρίου, ή πάντως για ουσιώδη ελάφρυνση από τη δημόσια διατύπωση της γνώμης του εισηγητή επί της υποθέσεως. Και τούτο διότι ο εισηγητής πρέπει πάντως να έχει ήδη διαμορφωμένη μια γνώμη για τα κρίσιμα ζητήματα με βάση τα δικόγραφα των διαδίκων, προκειμένου να είναι έτοιμος για τη διάσκεψη που συνήθως πραγματοποιείται σε σύντομο, μετά τη συζήτηση, χρόνο. Άλλως είναι αναπόφευκτη η καθυστέρηση στη διενέργεια της διάσκεψης και κατ’ ακολουθία στην απονομή της δικαιοσύνης. Πέραν αυτού, η γνώμη πάντως του εισηγητή θα πρέπει εγκαίρως πριν από τη διάσκεψη να γνωστοποιείται εγγράφως στα λοιπά μέλη του Δικαστηρίου, όπως άλλωστε συμβαίνει σε άλλα ανώτατα δικαστήρια όπως το ΔΕΚ και το ΕΔΔΑ. Τέλος δεν θα πρέπει να αγνοείται ότι δεν είναι ασύνηθες οι αιτούντες, γνωρίζοντας την εισήγηση, να παραιτούνται είτε από προβαλλομένους λόγους είτε από το ένδικο βοήθημα ή μέσο, με συνέπεια την ελάφρυνση του Δικαστηρίου. Από τα ανωτέρω εκτεθέντα προκύπτει, κατά την μειοψηφήσασα αυτή άποψη, ότι δεν υφίσταται κανένας σοβαρός λόγος που θα δικαιολογούσε την κατάργηση της εισήγησης όπως προβλέπεται σήμερα. Αντιθέτως τυχόν διακοπή της μακρόχρονης παράδοσης του Δικαστηρίου θα έχει αρνητικές συνέπειες τόσο για την απονομή της δικαιοσύνης, όσο και για τη φυσιογνωμία του Δικαστηρίου. 4) Η Ολομέλεια ενέκρινε την πρόταση της Επιτροπής περί νομοθετικού περιορισμού των λόγων παραδεκτού της αιτήσεως αναιρέσεως και της εφέσεως και, ενόψει του ότι σκοπός του Δικαστηρίου είναι η ενότητα της νομολογίας, πρότεινε την αντικατάσταση των παραγράφων 3 και 4 του άρθρου 53 του ΠΔ 18/1989 όπως ισχύουν μετά το άρθρο 35 του Ν. 3772/2009 (Α’ 112) ως εξής: « 3. Η αίτηση αναιρέσεως επιτρέπεται μόνον όταν προβάλλεται από τον διάδικο με συγκεκριμένους ισχυρισμούς που περιέχονται στο σχετικό δικόγραφο ότι δεν υπάρχει νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας ή ότι υπάρχει αντίθεση της προσβαλλομένης αποφάσεως προς την νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας ή άλλου ανωτάτου δικαστηρίου είτε προς ανέκκλητη απόφαση διοικητικού δικαστηρίου. 4. Δεν επιτρέπεται η άσκηση αιτήσεως αναιρέσεως όταν το ποσό της διαφοράς που άγεται ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας είναι κατώτερο από σαράντα χιλιάδες (40.000) ευρώ, εκτός αν προσβάλλονται αποφάσεις που εκδίδονται επί προσφυγών ουσίας, εφόσον αφορούν περιοδικές παροχές ή τη θεμελίωση του δικαιώματος σε σύνταξη ή τη θεμελίωση του δικαιώματος σε εφάπαξ παροχή και τον καθορισμό του ύψους της. Ειδικώς στις διαφορές από διοικητικές συμβάσεις το όριο αυτό ορίζεται σε διακόσιες χιλιάδες (200.000) ευρώ. Τα ποσά αυτά μπορεί να αναπροσαρμόζονται με διάταγμα που εκδίδεται με πρόταση του Υπουργού Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων μετά από γνώμη της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας. Προκειμένου για διαφορές από ασφαλιστικές εισφορές, φόρους, δασμούς, τέλη και συναφή δικαιώματα, πρόστιμα και λοιπές κυρώσεις, ως ποσό της διαφοράς νοείται το ποσό εισφοράς, φόρου κ.λπ. χωρίς προσαυξήσεις και πρόσθετους φόρους που αμφισβητείται ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας. Οι διατάξεις των προηγούμενων εδαφίων έχουν εφαρμογή και όταν το ένδικο μέσο που ασκήθηκε στο δικαστήριο της ουσίας απορρίφθηκε για τυπικούς λόγους. Όταν η αίτηση αναιρέσεως ασκείται από τον ιδιώτη διάδικο, η αρμόδια κατά περίπτωση αρχή ή το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου υποβάλλουν στο Συμβούλιο της Επικρατείας, με μέριμνα της Γραμματείας του Δικαστηρίου, σημείωμα για το παραπάνω ποσό της διαφοράς. Όταν η αίτηση αναιρέσεως ασκείται από το διάδικο διοικητική αρχή ή το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου ή από τον προϊστάμενο τους Υπουργό, το εν λόγω σημείωμα συνυποβάλλεται με την κατάθεση του δικογράφου της αίτησης αναιρέσεως.». Παράλληλα, πρότεινε την διαγραφή από την περίπτωση δ’ της παραγράφου 1 του άρθρου 56 του ΠΔ 18/1989 των λέξεων «ή πλημμελής εφαρμογή». Αναλόγως, πρότεινε την προσθήκη, στην παράγραφο 1 του άρθρου 58 του ΠΔ 18/1989, του εξής εδαφίου: «Η έφεση επιτρέπεται μόνον όταν προβάλλεται από τον διάδικο με συγκεκριμένους ισχυρισμούς που περιέχονται στο σχετικό δικόγραφο ότι δεν υπάρχει νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας ή ότι υπάρχει αντίθεση της προσβαλλομένης αποφάσεως προς την νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας ή άλλου ανωτάτου δικαστηρίου είτε προς ανέκκλητη απόφαση διοικητικού δικαστηρίου». Μειοψήφησαν ο Πρόεδρος, τέσσερις Αντιπρόεδροι και δέκα τέσσερις Σύμβουλοι, οι οποίοι τάχθηκαν υπέρ της πρότασης του Γ’ Τμήματος περί άσκησης αιτήσεως αναιρέσεως και εφέσεως μόνον κατόπιν χορήγησης σχετικής αδείας και μόνο για σπουδαίο νομικό ζήτημα. Πιο συγκεκριμένα, υποστήριξαν ότι πρέπει να υιοθετηθούν οι εξής ειδικότερες ρυθμίσεις: Στο άρθρο 53 του Π.Δ. 18/1989 οι παράγραφοι 3 και 4 να καταργηθούν και η παράγραφος 5 να αναριθμηθεί ως παράγραφος 3, να προστεθεί δε άρθρο 53Α ως εξής: «1. Η αίτηση αναιρέσεως εισάγεται για συζήτηση κατά τις διατάξεις των άρθρων 20 επ. του παρόντος μόνο ύστερα από άδεια, η οποία χορηγείται από τον οικείο δικαστικό σχηματισμό σε συμβούλιο με τη σύνθεση που προβλέπεται στο άρθρο 34Α. 2. Η άδεια χορηγείται εφ’ όσον: α) στην υπόθεση τίθεται σπουδαίο νομικό ζήτημα. Στην έννοια του σπουδαίου νομικού ζητήματος εμπίπτουν και σοβαρές διαδικαστικές πλημμέλειες που εμφιλοχώρησαν στη δίκη ενώπιον του εκδόντος την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση δικαστηρίου, β) υφίσταται αντίθεση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως προς τη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας ή άλλου ανωτάτου δικαστηρίου ως προς άλλες αποφάσεις διοικητικών δικαστηρίων. Αν δεν συντρέχει καμιά από τις προϋποθέσεις αυτές το συμβούλιο θέτει την υπόθεση στο αρχείο με συνοπτικά αιτιολογημένη απόφασή του που δεν υπόκειται σε κανένα ένδικο μέσο. 3. Η αίτηση για τη χορήγηση της άδειας υποβάλλεται στο συμβούλιο με ιδιαίτερο δικόγραφο, το οποίο υπογράφεται από δικηγόρο, κατατίθεται στο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση και επισυνάπτεται στην αίτηση αναιρέσεως. Με το δικόγραφο αυτό ο αναιρεσείων προβάλλει σαφείς ισχυρισμούς ως προς τη σπουδαιότητα του τιθέμενου νομικού ζητήματος ή ως προς την αντίθεση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως προς τη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας ή άλλων δικαστηρίων κατά τα ανωτέρω, επικαλούμενος συγκεκριμένες δικαστικές αποφάσεις στη δεύτερη περίπτωση. Το συμβούλιο, εξετάζοντας τους ισχυρισμούς αυτούς, μπορεί να κάμει εν μέρει δεκτή την αίτηση και να χορηγήσει άδεια για να εισαχθούν προς συζήτηση ορισμένοι λόγοι αναιρέσεως. 4. Αίτηση αναιρέσεως στην οποία δεν επισυνάπτεται το δικόγραφο της προηγουμένης παραγράφου απορρίπτεται με τη διαδικασία του άρθρου 34Α του παρόντος. 5. Από τις διατάξεις του παρόντος άρθρου εξαιρούνται οι υποθέσεις που αφορούν την εφαρμογή της νομοθεσίας…». Αναλόγως, κατά την άποψη αυτή, το άρθρο 62 του Π.Δ. 18/1989 πρέπει να αντικατασταθεί ως εξής: «1. Η έφεση εισάγεται για συζήτηση κατά τις διατάξεις των άρθρων 20 επ. του παρόντος μόνο ύστερα από άδεια, η οποία χορηγείται από τον οικείο δικαστικό σχηματισμό σε συμβούλιο με τη σύνθεση που προβλέπεται στο άρθρο 34Α. 2. Η άδεια χορηγείται εφ’ όσον: α) στην υπόθεση τίθεται σπουδαίο νομικό ζήτημα. Στην έννοια του σπουδαίου νομικού ζητήματος εμπίπτουν και σοβαρές διαδικαστικές πλημμέλειες που εμφιλοχώρησαν στη δίκη ενώπιον του εκδόντος την εκκαλουμένη απόφαση δικαστηρίου, β) υφίσταται αντίθεση της εκκαλουμένης αποφάσεως προς τη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας ή άλλου ανωτάτου δικαστηρίου ως προς άλλες αποφάσεις διοικητικών δικαστηρίων. Αν δεν συντρέχει καμιά από τις προϋποθέσεις αυτές το συμβούλιο θέτει την υπόθεση στο αρχείο με συνοπτικά αιτιολογημένη απόφασή του που δεν υπόκειται σε κανένα ένδικο μέσο.3. Η αίτηση για τη χορήγηση της άδειας υποβάλλεται στο συμβούλιο με ιδιαίτερο δικόγραφο, το οποίο υπογράφεται από δικηγόρο, κατατίθεται στο δικαστήριο που εξέδωσε την εκκαλουμένη απόφαση και επισυνάπτεται στην έφεση. Με το δικόγραφο αυτό ο εκκαλών προβάλλει σαφείς ισχυρισμούς ως προς τη σπουδαιότητα του τιθέμενου νομικού ζητήματος ή ως προς την αντίθεση της εκκαλουμένης αποφάσεως προς τη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας ή άλλων δικαστηρίων κατά τα ανωτέρω, επικαλούμενος συγκεκριμένες δικαστικές αποφάσεις στη δεύτερη περίπτωση. Το συμβούλιο, εξετάζοντας τους ισχυρισμούς αυτούς, μπορεί να κάμει εν μέρει δεκτή την αίτηση και να χορηγήσει άδεια για να εισαχθούν προς συζήτηση ορισμένοι λόγοι εφέσεως. 4. Έφεση στην οποία δεν επισυνάπτεται το δικόγραφο της προηγουμένης παραγράφου απορρίπτεται με τη διαδικασία του άρθρου 34Α του παρόντος. 5. Από τις διατάξεις του παρόντος άρθρου εξαιρούνται οι υποθέσεις που αφορούν την εφαρμογή της νομοθεσίας…». Τέλος, κατά την μειοψηφήσασα αυτή άποψη, στο άρθρο 25 του Π.Δ. 1989 πρέπει να προστεθεί παράγραφος 3 ως εξής: «Οι διατάξεις των προηγουμένων παραγράφων δεν εφαρμόζονται επί αιτήσεων αναιρέσεως και εφέσεων που έχουν τεθεί στο αρχείο κατά τις διατάξεις των άρθρων 53Α και 62 του παρόντος», το δε άρθρο 5 Α του Ν. 702/1977 που προστέθηκε με το άρθρο 3 του Ν. 2944/2001 (Α’ 222) και αντικαταστάθηκε με το άρθρο 49 παρ. 6 του Ν. 3659/2008 (Α’ 77) πρέπει να καταργηθεί. Ανεξαρτήτως των ανωτέρω, τρεις Σύμβουλοι υποστήριξαν την ειδικότερη άποψη ότι πρέπει να θεσπισθεί ειδική ρύθμιση για την άσκηση, ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας, ενδίκων μέσων (αιτήσεων αναιρέσεων και εφέσεων) από το Δημόσιο και τα ν.π.δ.δ., και τούτο για τους εξής λόγους: Ουσιώδης επιτάχυνση της διαδικασίας ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας είναι απολύτως αδύνατον να επιτευχθεί χωρίς δραστική μείωση του αριθμού των υποθέσεων που εισάγονται ενώπιόν του. Η μείωση αυτή δεν μπορεί, βεβαίως, να επιτευχθεί με νομοθετικά μέτρα που θα απέκλειαν ή θα παρεμπόδιζαν υπέρμετρα το κατοχυρούμενο από το Σύνταγμα (άρθρα 20 παράγραφος 1 και 95) και την Ε.Σ.Δ.Α. (άρθρα 6 παράγραφος 1 και 13) δικαίωμα των πολιτών να ζητούν την ακύρωση παρανόμων πράξεων ή παραλείψεων της Διοικήσεως. Για το λόγο αυτό, το μόνο, κατ’ ουσίαν, μέσο που διαθέτει ο κοινός νομοθέτης για να επιτύχει τη δραστική μείωση των εισαγομένων ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας υποθέσεων, είναι η δραστική μείωση των ενδίκων μέσων που ασκούν ενώπιον του Ανωτάτου Διοικητικού Δικαστηρίου το Δημόσιο και τα ν.π.δ.δ., δηλαδή νομικά πρόσωπα, τα οποία, ως φορείς ασκήσεως δημόσιας εξουσίας, δεν αποτελούν υποκείμενα του δικαιώματος δικαστικής προστασίας το οποίο κατοχυρώνουν υπέρ των πολιτών οι προαναφερθείσες διατάξεις του Συντάγματος και της Ε.Σ.Δ.Α. (πρβλ., ως προς τον κανόνα αυτόν και τις εξαιρέσεις του, Ε.Δ.Δ.Α. απόφαση της 23.9.2003, Radio France κατά Γαλλίας, επί του παραδεκτού, §26, καθώς και τις αποφάσεις της 9.12.1994, Ιερές Μονές κατά Ελλάδος, §49 και της 16.7.2009, Εμπορικό, Βιομηχανικό και Αγροτικό Επιμελητήριο της Timişoara κατά Ρουμανίας, §15). Πράγματι, από τα στατιστικά στοιχεία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι τα ένδικα μέσα που ασκούνται από το Δημόσιο και τα ν.π.δ.δ. αντιπροσωπεύουν ένα τεράστιο ποσοστό του συνολικού αριθμού των εκκρεμών ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας ενδίκων βοηθημάτων. Είναι, εξ άλλου, γνωστό στο Δικαστήριο ότι μεγάλο μέρος των ενδίκων αυτών μέσων στρέφεται κατά δικαστικών αποφάσεων οι οποίες αποδίδουν πάγια νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας· τούτο οφείλεται στην επιμονή της Διοικήσεως να εξαντλεί όλα, ανεξαιρέτως, τα προβλεπόμενα στο νόμο ένδικα μέσα κατά των δικαστικών αποφάσεων που δέχονται ένδικα βοηθήματα πολιτών, ακόμη και επί υποθέσεων εντελώς δευτερευούσης σημασίας. Η κατάσταση αυτή επιβάλλει στο νομοθέτη την υποχρέωση να λάβει πάραυτα μέτρα, ώστε να αποκατασταθεί η κατά το Σύνταγμα θέση του Συμβουλίου της Επικρατείας ως Δικαστηρίου, το οποίο έχει ιδρυθεί για να παρέχει προστασία στον πολίτη έναντι των παρανόμων πράξεων και παραλείψεων της Διοικήσεως. Διότι είναι προφανές ότι μόνο αν απαλλαγεί από τον τεράστιο όγκο των ενδίκων μέσων που ασκούν ενώπιόν του, χωρίς διάκριση, το Δημόσιο και τα ν.π.δ.δ., θα μπορέσει το Συμβούλιο της Επικρατείας να αφιερώσει το σύνολο των δυνάμεών του στην προσπάθεια να παράσχει στους πολίτες έγκαιρη και αποτελεσματική δικαστική προστασία, σύμφωνα με τις επιταγές του Συντάγματος και της Ε.Σ.Δ.Α. Είναι δε βέβαιο ότι αν μελετηθούν σοβαρά οι συνέπειες της αλόγιστης ασκήσεως ενδίκων μέσων από το Δημόσιο και τα ν.π.δ.δ. (και μάλιστα όχι μόνον από την άποψη της υπέρμετρης επιμηκύνσεως του χρόνου επιλύσεως των διαφορών, αλλά και από την άποψη της προκαλουμένης σπατάλης πόρων), θα διαπιστωθεί ότι οι συνέπειες αυτές είναι κατά πολύ βαρύτερες από τις όποιες συνέπειες θα είχε ο περιορισμός της δυνατότητος της Διοικήσεως να ασκεί αίτηση αναιρέσεως ή έφεση. Πρέπει, επομένως, να εισαχθεί σύστημα ρυθμίσεων, με τις οποίες θα προβλεφθεί: α) Ότι το Δημόσιο και τα ν.π.δ.δ. ασκούν αίτηση αναιρέσεως ή έφεση ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας μόνον κατόπιν αδείας, την οποία χορηγεί επιτροπή, αποτελουμένη από έναν Αντιπρόεδρο του Συμβουλίου της Επικρατείας και δύο Συμβούλους της Επικρατείας. β) Ότι για τη χορήγηση της αδείας υποβάλλεται στην επιτροπή υπόμνημα, στο οποίο το Δημόσιο ή το ν.π.δ.δ. εκθέτει τους συγκεκριμένους λόγους για τους οποίους δικαιολογείται η άσκηση του ενδίκου μέσου. γ) Ότι οι λόγοι αυτοί ανάγονται, αποκλειστικά και μόνον, στη μεγάλη σημασία τιθεμένου νομικού ζητήματος ή στην αντίθεση της εκδοθείσης δικαστικής αποφάσεως προς πάγια νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας και δ) Ότι η απόρριψη του αιτήματος χορηγήσεως της αδείας δεν χρήζει αιτιολογίας. Ως προς την τελευταία αυτή ρύθμιση (η θέσπιση της οποίας είναι αναγκαία για να υπάρξει ουσιώδης ελάφρυνση του Δικαστηρίου), επισημαίνεται ότι η έλλειψη αιτιολογίας της πράξεως απορρίψεως του αιτήματος δεν συνιστά παράβαση του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, στο οποίο ορίζεται ότι «κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη», διότι η σχετική πράξη της επιτροπής δεν συνιστά άσκηση δικαιοδοτικού έργου και δεν αποτελεί, επομένως, «δικαστική απόφαση», υπό την έννοια της τελευταίας αυτής συνταγματικής διατάξεως. Δεδομένου δε ότι, όπως έχει ήδη εκτεθεί, το Δημόσιο και τα ν.π.δ.δ. δεν αποτελούν, κατ’ αρχήν, υποκείμενα του δικαιώματος παροχής δικαστικής προστασίας που κατοχυρώνει το Σύνταγμα και η Ε.Σ.Δ.Α., δεν είναι δυνατόν να υποστηριχθεί ότι η πράξη απορρίψεως του αιτήματος χρήζει αιτιολογίας επειδή συνιστά περιορισμό ατομικού δικαιώματος. Τέλος, οι προτεινόμενες ρυθμίσεις δεν συνιστούν παράβαση της αρχής της ισότητας των διαδίκων, προεχόντως διότι ζήτημα ισότητας μεταξύ της διοικητικής αρχής και του αντιδίκου της ιδιώτη δεν μπορεί να τεθεί μετά την περάτωση της δίκης επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση περί αποδοχής του ασκηθέντος από τον ιδιώτη ενδίκου βοηθήματος. 5) Προς απλούστευση των διαδικασιών, η Ολομέλεια ενέκρινε την πρόταση της Επιτροπής για τον καθορισμό στο εξής των αρμοδιοτήτων των Τμημάτων με απόφαση της Ολομέλειας, χωρίς προεδρικό διάταγμα και την επίλυση των σχετικών διαφωνιών των τμημάτων δεσμευτικά με πράξη του Προέδρου του Δικαστηρίου είτε το θέμα ανακύπτει προς της συζήτησης της υπόθεσης λόγω διαφωνίας των Προέδρων των Τμημάτων είτε και μετά, όταν Τμήμα έκρινε εαυτό αναρμόδιο. Ειδικότερα, κατ’ αποδοχή του πρώτου σκέλους της, πρότεινε την αντικατάσταση της παραγράφου 1 του άρθρου 14 του ΠΔ 18/1989 όπως ισχύει ως εξής: «1. Με απόφαση της Ολομέλειας καθορίζονται οι κατηγορίες υποθέσεων που υπάγονται στην αρμοδιότητα καθενός από τα Τμήματα.». Μειοψήφησε ένας Σύμβουλος. Περαιτέρω, κατ’ αποδοχή του δευτέρου σκέλους της πρότασης, η Ολομέλεια πρότεινε την κατάργηση του εδαφίου γ’ της παραγράφου 2 του άρθρου 14 του ΠΔ 18/1989 και την αντικατάσταση της παραγράφου 6 του ιδίου άρθρου ως εξής: «6. Όταν ένα Τμήμα κρίνει ότι είναι αναρμόδιο, παραπέμπει την υπόθεση στον Πρόεδρο του Συμβουλίου. Αυτός με πράξη του επιλύει το ζήτημα της αρμοδιότητας δεσμευτικά και παραπέμπει την υπόθεση στο αρμόδιο Τμήμα». Παράλληλα, πρότεινε και την αντικατάσταση, στην παράγραφο 7 του ιδίου άρθρου όπως ισχύει, των λέξεων «στον αρμόδιο σχηματισμό», με τις λέξεις «στον Πρόεδρο του Συμβουλίου κατά την προηγούμενη παράγραφο.» Μειοψήφησαν ένας Αντιπρόεδρος και οκτώ Σύμβουλοι που υπεστήριξαν την άποψη ότι πρέπει να θεσπισθεί ρύθμιση κατά την οποία άπαξ και, μετά τήρηση των σχετικών προβλέψεων του νόμου και του Κανονισμού λειτουργίας, εισήχθη και προσδιορίσθηκε υπόθεση σε Τμήμα και δεν διεγράφη από αυτό, ο σχηματισμός αυτός είναι κατά πάσα περίπτωση αρμόδιος για την εκδίκαση της υποθέσεως. 6) Η Ολομέλεια ενέκρινε την πρόταση της Επιτροπής για την αναδιατύπωση του άρθρου 14 παρ. 2 πδ 18/89, ούτως ώστε η Ολομέλεια να είναι αρμόδια καταρχήν για κάθε ζήτημα ή υπόθεση της παραπέμπει Τμήμα, μόνο δε κατ’ εξαίρεση για υπόθεση που ο Πρόεδρος εισάγει εναντίον της, προκειμένου να αντιμετωπισθεί ο μεγάλος φόρτος που προκαλεί η απευθείας εισαγωγή υποθέσεων στην Ολομέλεια και πρότεινε, ύστερα και από την αμέσως προηγούμενη υπ’ αριθμ. 5 πρότασή της, την αντικατάσταση των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου 14 του ΠΔ 18/1989 ως εξής: «2. Η Ολομέλεια είναι αρμόδια: α) Για ζήτημα ή υπόθεση που παραπέμπεται ενώπιόν της με απόφαση Τμήματος, πενταμελούς ή επταμελούς σύνθεσης, λόγω μεγαλύτερης σπουδαιότητας, ιδίως όταν πρόκειται για θέματα γενικότερης σημασίας. Η παραπεμπτική απόφαση επέχει θέση εισήγησης την οποία αναπτύσσει ο Σύμβουλος που ορίζεται εισηγητής με την ίδια απόφαση. β) Για κάθε υπόθεση, την οποία ο Πρόεδρος του Συμβουλίου εισάγει ενώπιόν της για τους λόγους του προηγούμενου εδαφίου, ακόμη και αν η υπόθεση έχει εισαχθεί σε Τμήμα. Εισηγητής στην Ολομέλεια ορίζεται Σύμβουλος. 3. Η Ολομέλεια μπορεί, αφού επιλύσει τα θέματα γενικότερης σημασίας, να εκδικάσει εξ ολοκλήρου την υπόθεση ή να την παραπέμψει για εκδίκαση στο αρμόδιο Τμήμα.». Μειοψήφησαν ο Πρόεδρος, ένας Αντιπρόεδρος και τέσσερις Σύμβουλοι. 7) Στο πλαίσιο της απλούστευσης των διαδικασιών, η Ολομέλεια πρότεινε ομόφωνα την θέσπιση διάταξης, κατά την οποία «1. Με ΠΔ που εκδίδεται μετά πρόταση του Υπουργού Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων μετά από σύμφωνη γνώμη της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας είναι δυνατή η μεταφορά υποθέσεων της ακυρωτικής αρμοδιότητάς του ως διαφορών ακυρωτικών ή ουσίας στα διοικητικά δικαστήρια και αντιστρόφως. Με όμοιο ΠΔ είναι δυνατή η μεταφορά υποθέσεων της αρμοδιότητας ενός βαθμού δικαιοδοσίας των διοικητικών δικαστηρίων στον άλλο. 2. Καταργείται το άρθρο 1 παρ. 4 του Ν. 702/1977 (Α 268).». 8) Επειδή πολλές φορές οι λόγοι που υπαγόρευσαν την απευθείας εισαγωγή υπόθεσης στην Ολομέλεια ή στην επταμελή σύνθεση εξέλιπαν, κρίνεται σκόπιμο η υπόθεση να μπορεί με νεότερη πράξη του Προέδρου να εισαχθεί στο αρμόδιο Τμήμα είτε στην πενταμελή σύνθεση και για τους λόγους αυτούς η Ολομέλεια ενέκρινε ομόφωνα την σχετική πρόταση της Επιτροπής και πρότεινε την προσθήκη παραγράφου 8 στο άρθρο 14 του ΠΔ 18/1989 ως εξής: «8. Υπόθεση που εισήχθη λόγω σπουδαιότητας στην Ολομέλεια ή στην επταμελή σύνθεση Τμήματος δύναται να εισαχθεί με νεότερη πράξη του οικείου Προέδρου στο αρμόδιο Τμήμα, είτε στην πενταμελή σύνθεση, αντιστοίχως.». 9) Η Ολομέλεια ενέκρινε ομόφωνα την σχετική πρόταση της Επιτροπής και πρότεινε την προσθήκη εδαφίου στην παράγραφο 5 του άρθρου 21 του ΠΔ 18/1989 ως εξής: «Όταν η συζήτηση της υπόθεσης ματαιώνεται κατόπιν σχετικής υπουργικής απόφασης λόγω εκτάκτων περιστατικών, οι κατά το παρόν άρθρο κοινοποιήσεις δεν επαναλαμβάνονται». 10) Καθώς η Επιτροπή Αναστολών επιλύει και νομικά ζητήματα και προκειμένου να αντιμετωπιστεί το ζήτημα της δημιουργίας, και μάλιστα σε θέματα παραδεκτού αιτήσεων ασφαλιστικών μέτρων και αναστολών, αντίθετων νομολογιακών γραμμών που, ελλείψει υπερκείμενου σχηματισμού, δεν επιλύονται, ενέκρινε ομόφωνα την πρόταση της Επιτροπής και πρότεινε την προσθήκη εδαφίων στην παράγραφο 2 του άρθρου 52 του ΠΔ 18/1989 ως εξής: «Ο Πρόεδρος του Συμβουλίου ή του αρμοδίου Τμήματος μπορεί να εισάγει αίτηση λόγω της σπουδαιότητας των ζητημάτων που ανακύπτουν στην Επιτροπή υπό πενταμελή σύνθεση. Σε περίπτωση που Επιτροπή Τμήματος διαπιστώνει αντίθετη νομολογία, παραπέμπει με πρακτικό της την αίτηση στην Επιτροπή της Ολομέλειας υπό πενταμελή σύνθεση, στην οποία, πέραν του Πρόεδρου, συμμετέχουν σύμβουλοι. Ως εισηγητής ενώπιον αυτής παραμένει εκείνος που είχε ορισθεί αρχικά, σύμβουλος ή πάρεδρος. Οι πάρεδροι συμμετέχουν στις Επιτροπές της διάταξης αυτής με αποφασιστική ψήφο.». 11) Η Ολομέλεια, εκτιμώντας ότι η κατάργηση της υποχρέωσης προηγούμενης γνωμοδότησης του ΝΣΚ, που έγινε με τη διάταξη του άρθρου 13 παρ. 9 Ν. 3790/2009, θα επιβαρύνει το Δικαστήριο με σωρεία αιτήσεων αναιρέσεως υποβαλλομένων χωρίς κανένα έλεγχο του παραδεκτού και του βασίμου τους, ενέκρινε ομόφωνα την σχετική πρόταση της Επιτροπής και πρότεινε την θέσπιση διάταξης κατά την οποία «Το άρθρο 13 παρ. 9 του Ν. 3790/2009 καταργείται.». 12) Η Ολομέλεια ενέκρινε ομόφωνα την πρόταση της Επιτροπής, κρίνοντας ότι, προς απλούστευση της σχετικής διαδικασίας, ο έλεγχος συμμόρφωσης της Διοίκησης προς τις αποφάσεις του ΣτΕ πρέπει να γίνεται στα πλαίσια του κάθε Τμήματος από τριμελή σύνθεση, αποτελούμενη από τον Πρόεδρό του, ένα Σύμβουλο και τον εισηγητή. Όπως προέβλεπε και το άρθρο 3 παρ. 1 του ΠΔ 413/1985, ως εισηγητής ενδείκνυται να ορίζεται ο κατά τεκμήριο καλύτερος γνώστης της υπόθεσης, ο εισηγητής της ακυρωτικής απόφασης, μόνον δε επί αδυναμίας αυτού, άλλος Σύμβουλος ή Πάρεδρος. Επιπλέον, η Ολομέλεια δέχθηκε ότι ήδη τα διοικητικά δικαστήρια είναι ώριμα για να ελέγχουν τα ίδια την συμμόρφωση της Διοίκησης προς τις αποφάσεις τους, απαλλασσομένου του Συμβουλίου της Επικρατείας του σχετικού ελέγχου, τον οποίο, άλλωστε, προσωρινά θεωρούσε σκόπιμο να αναλάβει (βλ. πρακτ. Ολομελ. σε συμβουλ. 5/2002). Κατόπιν αυτού, πρότεινε α) την διαγραφή από το εδάφιο β’ της παραγράφου 1 του άρθρου 2 του Ν. 3068/2002 (Α’ 274) των λέξεων «των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων και των λοιπών ειδικών δικαστηρίων», οι οποίες, συνοδευόμενες από τις λέξεις «αν πρόκειται για αποφάσεις αυτών», θα πρέπει να προστεθούν ως εδάφιο ε’ της ιδίας παραγράφου β) την διαγραφή από την παράγραφο 2 του ιδίου άρθρου 2, των λέξεων «δύο συμβούλους της Επικρατείας» και την προσθήκη εδαφίου κατά το οποίο «Ειδικώς για το Συμβούλιο της Επικρατείας, το τριμελές συμβούλιο αποτελείται από τον πρόεδρο του αρμοδίου καθ’ ύλην Τμήματος, ένα σύμβουλο και τον εισηγητή. Ο πρόεδρος ορίζει ως εισηγητή τον εισηγητή της ακυρωτικής απόφασης, επί αδυναμίας δε αυτού, άλλο σύμβουλο ή πάρεδρο. Οι πάρεδροι συμμετέχουν στα συμβούλια της διάταξης αυτής με αποφασιστική ψήφο.» και γ) την παροχή εξουσιοδότησης προς θέσπιση, με ΠΔ, των ρυθμίσεων που ενδείκνυνται προς προσαρμογή της νομοθεσίας στο δεδομένο ότι του λοιπού τα διοικητικά δικαστήρια θα ελέγχουν τα ίδια την συμμόρφωση της Διοίκησης προς τις αποφάσεις τους. 13) Η Ολομέλεια πρότεινε ομόφωνα, προκειμένου να αντιμετωπισθεί ένα συχνό φαινόμενο που καταπονεί και φθείρει ιδιαίτερα το Δικαστήριο, να ορισθεί, κατά τροποποίηση του τετάρτου εδαφίου της παραγράφου 4 του άρθρου 36 του ΠΔ 18/1989, ότι το Συμβούλιο «Επί προφανώς απαραδέκτου ή αβασίμου ενδίκου μέσου, μπορεί να απαγγείλει ως και τον εικοσαπλασιασμό του παραβόλου.». 14) Η Ολομέλεια δέχθηκε την πρόταση του Γ’ Τμήματος για την επέκταση της αρμοδιότητας του σχηματισμού του άρθρου 34Α του ΠΔ 18/1989 και στα προφανώς βάσιμα ένδικα μέσα. Μειοψήφησαν ο Πρόεδρος, τρεις Αντιπρόεδροι και επτά Σύμβουλοι, υιοθετώντας τις ανησυχίες της Επιτροπής ως προς το θέμα, δηλαδή μήπως, επί αποδοχής της αιτήσεως α) δεν είναι σαφές στους ενδιαφερόμενους (διαδίκους ή και τρίτους) αν υπάρχει ή όχι η ακυρωθείσα πράξη στο ενδιάμεσο διάστημα κατά το οποίο ο ηττηθείς διάδικος θα μπορεί να ζητήσει συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο, β) η εξάρτηση του οριστικού της ακυρωτικής απόφασης από την κοινοποίησή της στον ηττηθέντα διάδικο δημιουργήσει προβλήματα επικίνδυνα για την ασφάλεια του δικαίου σε περίπτωση που η κοινοποίηση αυτή αποκαλυφθεί ελαττωματική, ιδιαίτερα επί κανονιστικών πράξεων και γ) η Διοίκηση, βλέποντας την πράξη της να ακυρώνεται, χωρίς να συγκινείται από την απειλή αποζημίωσης, θα ζητεί πάντοτε, έστω και καταχρηστικά την συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο. Παράλληλα, δέχθηκε την πρόταση της Επιτροπής κατά το μέρος που αναφέρεται στον περιορισμό της σύνθεσης του ως άνω σχηματισμού ούτως ώστε στο εξής να γίνει τριμελής, αποτελούμενος από τον Πρόεδρο ή τον νόμιμο αναπληρωτή του, ένα Σύμβουλο και ένα Πάρεδρο, ο οποίος στην περίπτωση αυτή θα έχει αποφασιστική ψήφο. Μειοψήφησαν τέσσερις Αντιπρόεδροι και δώδεκα Σύμβουλοι. Κατόπιν αυτών, και προκειμένου να αντιμετωπισθούν ανησυχίες των μειοψηφούντων, η Ολομέλεια πρότεινε την αντικατάσταση της παραγράφου 1 του άρθρου 34Α του ΠΔ 18/1989 όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 33 του Ν. 3772/2009 ως εξής: «1. Δικαστικός σχηματισμός που συγκροτείται από τον Πρόεδρο του αρμοδίου Τμήματος και απαρτίζεται από τον ίδιο ή τον νόμιμο αναπληρωτή του, τον εισηγητή της υπόθεσης και ένα σύμβουλο μπορεί, με ομόφωνη απόφασή του που λαμβάνεται σε συμβούλιο, να απορρίπτει ένδικα βοηθήματα και μέσα που είναι προδήλως απαράδεκτα ή αβάσιμα και να παραπέμπει στο αρμόδιο διοικητικό δικαστήριο υποθέσεις που έχουν εισαχθεί στο Συμβούλιο της Επικρατείας αναρμοδίως. Με την ίδια απόφαση απορρίπτεται ή παραπέμπεται κατά περίπτωση και η τυχόν εκκρεμής αίτηση αναστολής. Οι πάρεδροι συμμετέχουν στους σχηματισμούς της διάταξης αυτής με αποφασιστική ψήφο.» Επίσης, πρότεινε την θέσπιση ενός άρθρου 34Β με το εξής περιεχόμενο : «1. Μετά τήρηση των διαδικασιών των άρθρων 20, 21 και 23 του παρόντος, ο εισηγητής, εάν κρίνει ότι ένδικο μέσο ή βοήθημα, για το οποίο έχει προσκομισθεί συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο προς το δικηγόρο που το υπογράφει, έχει ασκηθεί και κατά τα λοιπά παραδεκτώς και είναι προδήλως βάσιμο, μπορεί να προτείνει στον Πρόεδρο την εισαγωγή του στον δικαστικό σχηματισμό σε συμβούλιο του προηγουμένου άρθρου. Εφόσον ο σχηματισμός συμφωνήσει, με ομόφωνη απόφασή του το κάνει δεκτό και επιδικάζει δικαστική δαπάνη για την σύνταξη του δικογράφου. Η απόφαση ισχύει και παράγει τα αποτελέσματά της από την έκδοση της κατά την επομένη παράγραφο διαπιστωτικής πράξης του Προέδρου, υπόκειται δε έκτοτε σε τριτανακοπή, αν είναι ακυρωτική. 2. Η απόφαση κοινοποιείται στους διαδίκους. Η διάδικος αρχή και οι τυχόν παρεμβάντες μπορούν, με αίτησή τους, να ζητήσουν την συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο μέσα στην προθεσμία της παραγράφου 2 του προηγουμένου άρθρου. Εάν η προθεσμία αυτή παρέλθει άπρακτη, τούτο βεβαιώνεται με πράξη του Προέδρου που ενσωματώνεται στην απόφαση. 3. Εάν και μετά την συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο το ένδικο μέσο ή βοήθημα γίνει δεκτό, η αρχή ή ο παρεμβάς που την προκάλεσε καταδικάζεται να καταβάλει στον νικήσαντα διάδικο το δεκαπλάσιο της δικαστικής δαπάνης.» 15) Η Ολομέλεια δεν δέχθηκε την πρόταση της Επιτροπής για την κατάθεση της νομιμοποίησης μαζί με την αίτηση αναστολής, θεωρώντας την μη σκόπιμη. Μειοψήφησαν ο Πρόεδρος, τέσσερις Αντιπρόεδροι και οκτώ Σύμβουλοι. 16) Ενόψει του ότι το τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 3 του άρθρου 17 του πδ 18/89 περί υπογραφής της αιτήσεως ακυρώσεως από μόνο τον αιτούντα ούτως ή άλλως δεν τον απαλλάσσει της υποχρεωτικής παράστασης δικηγόρου, η Ολομέλεια πρότεινε την κατάργησή του. Μειοψήφησαν ένας Αντιπρόεδρος και οκτώ Σύμβουλοι. 17) Η Ολομέλεια ενέκρινε την πρόταση της Επιτροπής για τη θέσπιση ρύθμισης κατά την οποία αίτηση ακυρώσεως κατά οικοδομικής άδειας σε εκτός σχεδίου περιοχή είτε εντός οικισμού στερούμενου σχεδίου είτε εκτός συνεπάγεται την αναστολή εκτελέσεώς της, κατόπιν δε αιτήσεως του ενδιαφερομένου η Επιτροπή Αναστολών θα μπορεί να επιτρέψει την εκτέλεση της άδειας σε περίπτωση που κρίνει την αίτηση ακυρώσεως προδήλως αβάσιμη. Πράγματι, συχνά, οι εκσκαφές, θεμελιώσεις και λοιπές οικοδομικές εργασίες αρχίζουν αμέσως μετά της έκδοση της σχετικής οικοδομικής αδείας και μάλιστα επιταχύνονται μετά την δικαστική προσβολή της, ώσπου να κριθεί το αίτημα προσωρινής δικαστικής προστασίας από την Επιτροπή Αναστολών ή από τον πρόεδρο του οικείου δικαστηρίου με προσωρινή διαταγή του. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να δημιουργείται πραγματική κατάσταση, της οποίας η ανατροπή, μετά την τυχόν ακύρωση της οικοδομικής αδείας από το δικαστήριο, είναι στην πράξη σχεδόν αδύνατη. Έτσι, εμφανίζεται πολύ συχνά το φαινόμενο οικοδομών που παραμένουν ημιτελείς λόγω ακύρωσης της οικοδομικής αδείας, κάτι το βλαπτικό όχι μόνον για την περιοχή και το περιβάλλον, αλλά τελικά και για τον ιδιοκτήτη και τον κατασκευαστή. Οι δυσμενείς αυτές συνέπειες για το περιβάλλον είναι πολύ βαρύτερες για τις μη προορισμένες για δόμηση περιοχές εκτός σχεδίου, δεδομένου ότι σε αυτές είναι πιθανόν να επέλθει πλήρης αλλοίωση της φυσιογνωμίας τους. Κατόπιν αυτού, η Ολομέλεια πρότεινε την προσθήκη στο ΠΔ 18/1989 άρθρου 52Α με το εξής περιεχόμενο : «1.Όταν ασκείται αίτηση ακυρώσεως κατά αδείας οικοδομής, που εκδόθηκε κατ’ εφαρμογή διατάξεων για την εκτός σχεδίου δόμηση, η εκτέλεση της προσβαλλομένης αδείας αναστέλλεται αυτοδικαίως από την κοινοποίηση της αιτήσεως ακυρώσεως στην αρχή που εξέδωσε την πράξη, η οποία υποχρεούται να μεριμνήσει για τη συμμόρφωση προς το ανασταλτικό αυτό αποτέλεσμα. Προς τούτο, αντίγραφο της αιτήσεως ακυρώσεως, από το οποίο προκύπτει η οικεία πράξη καταθέσεως, κοινοποιείται αμελλητί με επιμέλεια του αιτούντος, στην ανωτέρω αρχή και στον δικαιούχο της αδείας. 2. Η Επιτροπή Αναστολών δύναται να διατάξει την άρση του κατά την προηγούμενη παράγραφο ανασταλτικού αποτελέσματος, κατόπιν αιτήσεως εκείνου που δικαιούται να ασκήσει παρέμβαση ή της αρμόδιας αρχής, εφόσον η αίτηση ακυρώσεως είναι προδήλως απαράδεκτη ή προδήλως αβάσιμη. Προς αποτροπή άμεσου κινδύνου προκαλούμενου από την αυτοδίκαιη αναστολή εκτελέσεως της αδείας οικοδομής ο Πρόεδρος δύναται να διατάξει την εκτέλεση εργασιών αντιστήριξης και κάθε άλλο κατάλληλο μέτρο. 3.Για την κατά την προηγούμενη παράγραφο αίτηση δεν απαιτείται καταβολή παραβόλου. Η αίτηση αυτή κοινοποιείται, με μέριμνα του αιτούντος, στον ασκήσαντα την αίτηση ακυρώσεως ή στο δικηγόρο που υπογράφει το δικόγραφό της.». Μειοψήφησαν ο Πρόεδρος, δύο Αντιπρόεδροι και τρεις Σύμβουλοι. 18) Η Ολομέλεια, ενόψει της διατάξεως του άρθρου 94 παρ. 3 του Συντάγματος και του ότι δυνάμει του Ν. 3068/2002 (άρθρο 4) η εκτέλεση κατά του Δημοσίου χωρεί σύμφωνα με τις διατάξεις του όγδοου βιβλίου του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, ενέκρινε την πρόταση της Επιτροπής για τη μεταφορά της εκδικάσεως των υποθέσεων του ΚΕΔΕ που υπάγονται στην αρμοδιότητα των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων στα πολιτικά δικαστήρια. Πράγματι, το παρόν σύστημα που έχει ως αποτέλεσμα όταν επιχειρείται εκτέλεση σε βάρος οφειλέτη του Δημοσίου για φορολογικά, αλλά και ιδιωτικά χρέη, να επιλαμβάνονται παράλληλα, με βάση την αρχή της υποκειμένης αιτίας, και τα διοικητικά, και τα πολιτικά δικαστήρια, οδηγεί συχνά σε άτομα αποτελέσματα. Άλλωστε, τέθηκε υπόψη της Ολομέλειας ότι πρόσφατα, ειδική νομοπαρασκευαστική επιτροπή, καταρτίζοντας σχέδιο νόμου περί δικαστικής προστασίας κατά τη σύναψη συμβάσεων σύμφωνα με την Οδηγία 2007/66, πρότεινε αντίστροφα βάσει της ίδιας συνταγματικής διάταξης, του άρθρου 94 παρ. 3, όλες οι σχετικές διαφορές να περιέλθουν στα διοικητικά δικαστήρια. Κατόπιν αυτού, πρότεινε την θέσπιση διάταξης, κατά την οποία: «Όλες οι διαφορές που αναφύονται κατά τη είσπραξη των δημοσίων εσόδων σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν.Δ. 356/1974 ( Κ.Ε.Δ.Ε. ), σε οποιαδήποτε απαίτηση και αν αναφέρονται, υπάγονται από …..………. στην δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων.». Μειοψήφησε ένας Αντιπρόεδρος. 19) Η Ολομέλεια ενέκρινε ομόφωνα την πρόταση της Επιτροπής για τη μεταφορά του μεγαλύτερου όγκου των ασφαλιστικών μέτρων και των αντιστοίχων κύριων υποθέσεων στα διοικητικά εφετεία και πρότεινε την θέσπιση διάταξης κατά την οποία:« Οι αιτήσεις ακυρώσεως κατά πράξεων της διαδικασίας που προηγείται της σύναψης συμβάσεων δημοσίων έργων, προμηθειών και υπηρεσιών υπάγονται από ………. στην αρμοδιότητα των διοικητικών εφετείων που τις κρίνουν ανέκκλητα. Κατ’ εξαίρεση, όταν αφορούν συμβάσεις παραχωρήσεως δημοσίων έργων ή υπηρεσιών, συμβάσεις που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2004/17/ΕΚ ή συμβάσεις με προϋπολογισμό ανώτερο των 15.000.000 ευρώ εκδικάζονται από το Συμβούλιο της Επικρατείας.» 20) Ενόψει όσων έγιναν δεκτά ανωτέρω στο στοιχείο 1, η Ολομέλεια ενέκρινε ομόφωνα την πρόταση της Επιτροπής για την κατάργηση της εξαιρέσεως του άρθρου 15 Ν. 3068/2002, κατά την οποία το Συμβούλιο Επικρατείας, μετά την υπαγωγή των διαφορών που γεννώνται κατ’ εφαρμογή του κοινού δικαίου περί αλλοδαπών στην αρμοδιότητα των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, παρέμεινε αρμόδιο για την εκδίκαση των διαφορών που γεννώνται από την προσβολή πράξεων σχετικών με την είσοδο, έξοδο, κίνηση, διαμονή, εγκατάσταση και απασχόληση στην Ελλάδα αλλοδαπών, όταν οι ανωτέρω πράξεις εκδίδονται κατ’ εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου, προκειμένου να υπαχθεί το σύνολο των διαφορών της ως άνω κατηγορίας στην αρμοδιότητα των διοικητικών πρωτοδικείων. Ενέκρινε επίσης κατά πλειοψηφία την πρόταση της Επιτροπής περί μεταφοράς των υποθέσεων ασύλου και δικαίου ιθαγένειας στα διοικητικά εφετεία ως ακυρωτικές διαφορές. Μειοψήφησαν τέσσερις Αντιπρόεδροι και επτά Σύμβουλοι ως προς την σκοπιμότητα μεταφοράς των υποθέσεων δικαίου ιθαγενείας, ενόψει μάλιστα του νέου νομοθετικού πλαισίου. Επιπλέον, εξ αυτών τρεις Σύμβουλοι μειοψήφησαν και ως προς την σκοπιμότητα μεταφοράς των υποθέσεων ασύλου. Κατόπιν αυτού, πρότεινε την θέσπιση διάταξης, κατά την οποία το άρθρο 15 του Ν. 3068/2002 αντικαθίσταται ως εξής: «1. Στην αρμοδιότητα του τριμελούς διοικητικού πρωτοδικείου υπάγονται οι ακυρωτικές διαφορές, οι οποίες γεννώνται από την προσβολή ατομικών διοικητικών πράξεων που εκδίδονται κατ’ εφαρμογή της νομοθεσίας περί αλλοδαπών. 2. Για την εκδίκαση των διαφορών της προηγούμενης παραγράφου εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις των άρθρων 2 έως και 4 του Ν. 702/1977. Οι αποφάσεις των διοικητικών πρωτοδικείων επί των εν λόγω διαφορών υπόκεινται σε έφεση ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας, εφαρμοζομένων κατά τα λοιπά των διατάξεων του άρθρου 5 του Ν. 702/1977. 3. Υπάγονται στην αρμοδιότητα του τριμελούς διοικητικού εφετείου οι ακυρωτικές διαφορές, οι οποίες γεννώνται από την προσβολή ατομικών διοικητικών πράξεων που αφορούν: α) την αναγνώριση αλλοδαπού ως πρόσφυγα, υπό την έννοια της Συμβάσεως της Γενεύης του 1951 περί του νομικού καθεστώτος των προσφύγων και του συναφούς Πρωτοκόλλου της Νέας Υόρκης του 1967, β) την κτήση και απώλεια της ελληνικής ιθαγένειας. 4. Η διάταξη της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου δεν καταλαμβάνει τις διαφορές, οι οποίες γεννώνται από την προσβολή πράξεων που αφορούν την άρνηση χορηγήσεως σε αλλοδαπό άδειας ασκήσεως εξαρτημένης ή ανεξάρτητης οικονομικής δραστηριότητας, την άρνηση ανανεώσεως ή την ανάκληση τέτοιας άδειας, όταν οι πράξεις αυτές δεν εκδίδονται κατ’ εφαρμογή της νομοθεσίας περί αλλοδαπών αλλά κατ’ εφαρμογή ειδικής νομοθεσίας, εφαρμοζομένης και επί ημεδαπών, με την οποία η άσκηση της συγκεκριμένης δραστηριότητας έχει υπαχθεί σε καθεστώς προηγούμενης άδειας. 5. Οι διατάξεις των παραγράφων 1 και 3 του παρόντος άρθρου καταλαμβάνουν και τις εκκρεμείς υποθέσεις. 6. Αιτήσεις ακυρώσεως που έχουν ασκηθεί ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας μέχρι την έναρξη της ισχύος του παρόντος άρθρου αλλά δεν έχουν συζητηθεί, διαβιβάζονται στα κατά τόπο αρμόδια διοικητικά πρωτοδικεία και εφετεία με πράξεις του Προέδρου του οικείου δικαστικού σχηματισμού». 21) Η Ολομέλεια ενέκρινε ομόφωνα την πρόταση της Επιτροπής να μεταφερθούν οι διαφορές που γεννώνται από την εφαρμογή της νομοθεσίας περί οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης πλην δημοτικών τελών, συμβάσεων και οργανώσεως, ως ακυρωτικές, στα διοικητικά εφετεία λόγω του μειωμένου φόρτου τους και πρότεινε την θέσπιση διάταξης κατά την οποία στο άρθρο 1 παράγραφος 1 του Ν. 702/1977 όπως ισχύει, προστίθεται περίπτωση ια’ ως εξής: «ια) την εφαρμογή της νομοθεσίας περί οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης, πλην εκείνων που ανάγονται στην οργάνωση και λειτουργία των υπηρεσιών των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης, οι οποίες παραμένουν στην αρμοδιότητα του Συμβουλίου της Επικρατείας. Δεν θίγονται οι διατάξεις, με τις οποίες διαφορές από την εφαρμογή της νομοθεσίας περί οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης έχουν ήδη υπαχθεί στην αρμοδιότητα του διοικητικού πρωτοδικείου ως διαφορές ουσίας.» 22) Η Ολομέλεια ενέκρινε ομόφωνα την πρόταση της Επιτροπής να μεταφερθούν, ως διαφορές ουσίας, οι διαφορές οι μεν σχετικές με επιδοτήσεις και ενισχύσεις κάθε μορφής στα διοικητικά πρωτοδικεία, οι δε σχετικές με επενδύσεις στα διοικητικά εφετεία και πρότεινε την θέσπιση α) διάταξης κατά την οποία η περίπτωση στ΄ της παραγράφου 4 του άρθρου 1 του Ν. 1406/1983 (Α’ 182) αντικαθίσταται ως εξής : «στ) από την έκδοση πράξεων, οι οποίες αφορούν στην καταβολή κοινοτικών ή εθνικών ενισχύσεων, επιδοτήσεων και λοιπών συναφών χρηματικών παροχών, καθώς και στην επιβολή κάθε σχετικού μέτρου ή κυρώσεως», β) διάταξης κατά την οποία στο άρθρο 1 του Ν. 1406/1983 προστίθεται παράγραφος 4Α ως εξής: «4Α. Υπάγονται στην αρμοδιότητα του διοικητικού εφετείου, εκδικαζόμενες σε πρώτο και τελευταίο βαθμό ως διαφορές ουσίας, οι διαφορές που αναφύονται: α) από την επιβολή κυρώσεων για παράβαση των διατάξεων της νομοθεσίας που διέπει i) την άσκηση κάθε είδους επαγγελματικής δραστηριότητας, ii) την ίδρυση και λειτουργία επαγγελματικής εγκαταστάσεως και iii) την κυκλοφορία προϊόντων, με την επιφύλαξη των περιπτώσεων που οι σχετικές διαφορές έχουν υπαχθεί στην αρμοδιότητα του διοικητικού πρωτοδικείου β) από την εφαρμογή της νομοθεσίας περί επενδύσεων», και γ) διάταξης κατά την οποία το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 5 του άρθρου 1 του Ν. 1406/1983, η οποία προστέθηκε με την παρ. 2 του άρθρου 51 του Ν. 3659/2008 (Α’ 77), αντικαθίσταται ως εξής: «5. Με την επιφύλαξη των περιπτώσεων ε’, η’ και ι’ της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του Ν. 702/1977 και της παραγράφου 4Α του παρόντος άρθρου, οι διαφορές που προκύπτουν από την έκδοση διοικητικών πράξεων, οι οποίες αφορούν στην επιβολή αποκλειστικά και μόνο προστίμου, εκδικάζονται, ως διαφορές ουσίας, από τα κατά τόπον αρμόδια διοικητικά πρωτοδικεία». 23) Η Ολομέλεια ενέκρινε ομόφωνα την πρόταση της Επιτροπής να μεταφερθούν οι διαφορές που αφορούν την χορήγηση α) αδείας ασκήσεως επαγγέλματος (συμπεριλαμβανομένων και των σχετικών με την χορήγηση τίτλων ιατρικών ειδικοτήτων), β) αδείας ιδρύσεως και λειτουργίας επαγγελματικής εγκαταστάσεως (όπως φαρμακείων, καταστημάτων οπτικών κ.λπ. - στην κατηγορία αυτή συμπεριλαμβάνονται και οι μονάδες κοινωνικής πρόνοιας καθώς και οι οίκοι ανοχής) και γ) αδείας κυκλοφορίας προϊόντων (όπως φαρμάκων, συμπληρωμάτων διατροφής κ.α.) στην αρμοδιότητα των διοικητικών εφετείων, ως ακυρωτικές διαφορές, και στα ίδια δικαστήρια (διοικητικά εφετεία) και οι διαφορές που γεννώνται από την επιβολή κυρώσεων για παραβάσεις που συνδέονται με την άσκηση της οικείας επαγγελματικής δραστηριότητας, ως διαφορές ουσίας, καθώς και να διατηρηθεί η αρμοδιότητα των διοικητικών πρωτοδικείων για την εκδίκαση των σχετικών διαφορών που έχουν ήδη υπαχθεί σε αυτά με τους νόμους 2721/1999 και 3659/2008 (καταστήματα υγειονομικού ενδιαφέροντος, πρατήρια υγρών καυσίμων κ.λπ.) και πρότεινε την θέσπιση διάταξης κατά την οποία στο άρθρο 1 παράγραφος 1 του Ν. 702/1977 όπως ισχύει, προστίθεται περίπτωση ιβ’ ως εξής: «ιβ) την χορήγηση αδειών i) για την άσκηση κάθε είδους επαγγελματικής δραστηριότητας, ii) για την ίδρυση και λειτουργία επαγγελματικών εγκαταστάσεων και iii) για την κυκλοφορία προϊόντων. Από τις διαφορές των ανωτέρω κατηγοριών εξαιρούνται εκείνες που έχουν ήδη υπαχθεί στην αρμοδιότητα του διοικητικού πρωτοδικείου εκδικαζόμενες ως διαφορές ουσίας.» 24) Η Ολομέλεια έκρινε σκόπιμο να μην ασχοληθεί με την πρόταση της Επιτροπής να υπαχθούν οι διαφορές που αφορούν στην επιβολή διοικητικών κυρώσεων εν γένει, περιλαμβανομένων των προστίμων, πλην εκείνων που προκύπτουν από πράξεις που εκδίδουν οι ανεξάρτητες διοικητικές αρχές και η Τράπεζα της Ελλάδος, στην αρμοδιότητα των διοικητικών εφετείων ως διαφορές ουσίας, ενόψει εκκρεμούς υπόθεσης στον δικαστικό σχηματισμό. 25) Ενέκρινε ομόφωνα την πρόταση της Επιτροπής να μεταφερθούν οι διαφορές που γεννώνται από την εφαρμογή της αθλητικής νομοθεσίας στην αρμοδιότητα των διοικητικών εφετείων ως ακυρωτικές διαφορές και πρότεινε την θέσπιση διάταξης κατά την οποία στο άρθρο 1 παράγραφος 1 του Ν. 702/1977 όπως ισχύει, προστίθεται περίπτωση ιγ’ ως εξής: « ιγ) την εφαρμογή της αθλητικής νομοθεσίας». 26) Ενέκρινε ομόφωνα την πρόταση της Επιτροπής για την μεταφορά όλων των δασικών ακυρωτικών διαφορών στα διοικητικά εφετεία και πρότεινε την θέσπιση διάταξης κατά την οποία στο άρθρο 1 παράγραφος 1 του Ν. 702/1977 όπως ισχύει, προστίθεται περίπτωση ιδ’ ως εξής: «ιδ) τον χαρακτηρισμό εκτάσεων κατά το άρθρο 14 του ν. 998/1979 (ΦΕΚ Α’ 289) και την κήρυξη εκτάσεων ως αναδασωτέων κατά τα άρθρα 38 και 41 του ίδιου νόμου.» 27) Η Ολομέλεια ενέκρινε ομόφωνα την πρόταση της Επιτροπής για την μεταφορά όλων εν γένει των υπαλληλικών υποθέσεων στα διοικητικά εφετεία πλην εκείνων που αναφύονται από το διορισμό και την παύση των μετακλητών και επί θητεία ανωτάτων υπαλλήλων, των καθηγητών πρώτης βαθμίδας Δ.Ε.Π. των ανωτάτων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων, την προαγωγή στο βαθμό του Πρέσβη, την επιλογή στις θέσεις του Αρχηγού ΓΕΕΘΑ, των Αρχηγών των τριών Κλάδων των Ενόπλων Δυνάμεων, των Αρχηγών των Σωμάτων Ασφαλείας καθώς και την αποστρατεία τους, την προαγωγή στο βαθμό του Γενικού Διευθυντή ή την ανάθεση καθηκόντων για ορισμένο χρόνο κατόπιν επιλογής σε Προϊσταμένους Γενικών Διευθύνσεων των υπηρεσιών του Δημοσίου και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, καθώς και από την εκλογή, το διορισμό και την παύση όλων των οργάνων διοίκησης. 28) Ενέκρινε ομόφωνα την πρόταση της Επιτροπής να υπαχθούν στην αρμοδιότητα του Συμβουλίου της Επικρατείας αιτήσεις ακυρώσεως κατά πράξεων απολύσεως μη ανωτάτων δημοσίων υπαλλήλων που είναι συναφείς με προσφυγές κατά πειθαρχικών αποφάσεων που επιβάλλουν σ’ αυτούς την πειθαρχική ποινή της οριστικής παύσης. 29) Προκειμένου να μην παρουσιάζεται το παράδοξο φαινόμενο αποφάσεις πειθαρχικών συμβουλίων στα οποία συμμετέχουν αντιπρόεδροι ή σύμβουλοι της Επικρατείας, όπως εκείνα του Υπουργείου Εξωτερικών, να ελέγχονται, και μάλιστα ανέκκλητα από τα διοικητικά εφετεία, ενέκρινε την πρόταση της Επιτροπής για την θέσπιση διάταξης κατά την οποία πειθαρχικές αποφάσεις που επιβάλλονται από συμβούλιο στο οποίο προεδρεύει ή συμμετέχει ανώτατος δικαστικός προσβάλλονται με αίτηση ακυρώσεως ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας. Μειοψήφησαν δύο Αντιπρόεδροι και οκτώ Σύμβουλοι. Κατόπιν όσων έγιναν αμέσως προηγουμένως δεκτά υπό τους αριθμούς 27, 28 και 29, η Ολομέλεια πρότεινε την θέσπιση διάταξης κατά την οποία το άρθρο 1 παρ. 2 του Ν. 702/1977, όπως ισχύει, αντικαθίσταται ως εξής: «2. Εξακολουθούν να υπάγονται στην κατά πρώτο και τελευταίο βαθμό αρμοδιότητα του Συμβουλίου της Επικρατείας οι αιτήσεις ακυρώσεως που αφορούν: α) το διορισμό και την υπηρεσιακή κατάσταση γενικά των δικαστικών λειτουργών και του κυρίου προσωπικού του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, β) το διορισμό και την παύση των καθηγητών πρώτης βαθμίδας της ανώτατης εκπαίδευσης (πανεπιστημιακού και τεχνολογικού τομέα), γ) το διορισμό και την παύση των μετακλητών ή επί θητεία ανωτάτων υπαλλήλων, δ) την προαγωγή στο βαθμό του Πρέσβη, ε) την πλήρωση των θέσεων του Αρχηγού του Γενικού Επιτελείου Εθνικής Άμυνας, των Αρχηγών των τριών κλάδων των Ενόπλων Δυνάμεων, των Αρχηγών των Σωμάτων Ασφαλείας, καθώς και την αποστρατεία τους, στ) την προαγωγή στο βαθμό του Γενικού Διευθυντή ή την ανάθεση καθηκόντων για ορισμένο χρόνο κατόπιν επιλογής σε Προϊσταμένους Γενικών Διευθύνσεων των υπηρεσιών του Δημοσίου και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, ζ) την απόλυση υπαλλήλου, εφόσον η αίτηση ακυρώσεως είναι συναφής με προσφυγή κατ’ αποφάσεως πειθαρχικού συμβουλίου που έχει επιβάλει ποινή οριστικής παύσης, η) την επιβολή πειθαρχικής ποινής από συμβούλιο στο οποίο προεδρεύει ή συμμετέχει ανώτατος δικαστικός λειτουργός». 30) Ενέκρινε την πρόταση της Επιτροπής για τη μεταφορά των διαφορών που αναφύονται από την εφαρμογή της νομοθεσίας περί δικηγόρων, συμβολαιογράφων, υποθηκοφυλάκων, δικαστικών επιμελητών, επιμελητών ανηλίκων, ορκωτών ελεγκτών, εκτελωνιστών και χρηματιστών στα διοικητικά εφετεία και πρότεινε την θέσπιση διάταξης κατά την οποία στο άρθρο 1 παράγραφος 1 του Ν. 702/1977 όπως ισχύει, προστίθεται περίπτωση ιε’ ως εξής: «ιε) την εφαρμογή της νομοθεσίας περί δικηγόρων, συμβολαιογράφων, υποθηκοφυλάκων, δικαστικών επιμελητών, επιμελητών ανηλίκων, ορκωτών ελεγκτών – λογιστών, εκτελωνιστών και χρηματιστών». Μειοψήφησαν ο Πρόεδρος, ένας Αντιπρόεδρος και ένδεκα Σύμβουλοι ειδικά ως προς την μεταφορά των υποθέσεων περί δικηγόρων. 31) Κατόπιν διευκρινίσεων του Προέδρου του Γ’ Τμήματος Αντιπροέδρου Γ. Σταυρόπουλου, η Ολομέλεια δεν έδωσε συνέχεια στις προτάσεις του Τμήματος αυτού για τη μεταφορά στα διοικητικά εφετεία των διαφορών από την προσβολή ορισμένων κατηγοριών κανονιστικών πράξεων (ΟΤΑ, ΑΕΙ κλπ) και για την αλλαγή του τρόπου ελέγχου των εκλογικών διαφορών των ΟΤΑ εκ μέρους του Δικαστηρίου. 32) Πέραν αυτών, η Ολομέλεια πρότεινε ομόφωνα τις ακόλουθες τροποποιήσεις του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών (Ν. 1756/1988), κατά το μέρος που αφορά στην επιθεώρηση των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων: Η παράγραφος Γ2 του άρθρου 82 του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών, που κυρώθηκε με το ν. 1756/1988 (Α’ 35), όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 3 του ν. 3514/2006 (Α’ 266), αντικαθίσταται ως εξής: «2. Το Συμβούλιο Επιθεώρησης εποπτεύει την επιθεώρηση και αποτελείται από έναν αντιπρόεδρο του Συμβουλίου της Επικρατείας, ως πρόεδρο, και δύο συμβούλους του Συμβουλίου της Επικρατείας, ως μέλη. Σε περίπτωση θανάτου, κωλύματος ή αποχώρησης του προέδρου ή μέλους του Συμβουλίου, τη θέση του καταλαμβάνει ο αναπληρωματικός του μόνο για το υπόλοιπο της θητείας του.». Στο τέλος της παραγράφου Γ4 του αυτού άρθρου προστίθεται η εξής πρόταση: «Οι επιθεωρητές προέρχονται από διαφορετικά Τμήματα.». Η παράγραφος Γ5 του αυτού άρθρου αντικαθίσταται ως εξής: «5. Για την κλήρωση χρησιμοποιούνται αδιαφανή σφαιρίδια. Αμέσως πριν από τη διενέργεια της κλήρωσης το τμήμα συνέρχεται σε συμβούλιο, προκειμένου να τοποθετηθούν οι κλήροι στα σφαιρίδια, αφού προηγουμένως επιδειχθούν σε όλα τα μέλη του συμβουλίου οι κλήροι με τα ονόματα των αντιπροέδρων και των συμβούλων επικρατείας. Κατά τη δημόσια συνεδρίαση, ο Πρόεδρος εξάγει δύο (2) σφαιρίδια από την πρώτη κληρωτίδα, που περιέχει τα ονόματα των αντιπροέδρων και εννέα (9) σφαιρίδια από τη δεύτερη κληρωτίδα, που περιέχει τα ονόματα των συμβούλων επικρατείας. Μετά την εξαγωγή του κλήρου από κάθε σφαιρίδιο, ο Πρόεδρος εκφωνεί το όνομα του κληρωθέντος και επιδεικνύει τον κλήρο με το όνομα του κληρωθέντος στα λοιπά μέλη του τμήματος. Από τους κληρωθέντες της πρώτης κληρωτίδας, ο πρώτος αντιπρόεδρος κατά τη σειρά κλήρωσης αποτελεί το τακτικό και ο δεύτερος το αναπληρωματικό μέλος του Συμβουλίου Επιθεώρησης. Από τους κληρωθέντες της δεύτερης κληρωτίδας, οι τρεις (3) αρχαιότεροι αποτελούν τα μέλη του Συμβουλίου Επιθεώρησης, οι δύο (2) πρώτοι τα τακτικά και ο τρίτος το αναπληρωματικό μέλος, οι υπόλοιποι τέσσερεις (4), κατά τη σειρά κληρώσεως, αποτελούν τους επιθεωρητές των περιφερειών της Επιθεώρησης και οι τελευταίοι δύο (2) είναι οι αναπληρωτές των επιθεωρητών. Αν κατά την κλήρωση των τεσσάρων (4) επιθεωρητών εξαχθεί το όνομα δεύτερου ή περισσότερων συμβούλων από το ίδιο Τμήμα, η κλήρωση συνεχίζεται μέχρις ότου εξαχθεί το όνομα συμβούλου από άλλο Τμήμα. Για την κλήρωση συντάσσεται πρακτικό, που διαβιβάζεται στο Υπουργείο Δικαιοσύνης και στον Γενικό Επίτροπο της Επικρατείας των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων». Τέλος, πρότεινε τη μεταβολή των περιφερειών επιθεώρησης των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, για την οποία απαιτείται απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, κατόπιν σύμφωνης γνώμης του Ανωτάτου Δικαστικού Συμβουλίου Διοικητικής Δικαιοσύνης, κατά το άρθρο 83 παρ. 2 του ΚΟΔΚΔΛ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 4 του ν. 3514/2006 (Α’ 266). Πρότεινε δε οι περιφέρειες επιθεώρησης να διαμορφωθούν ως εξής: Περιφέρεια Α’: τα Διοικητικά Εφετεία Αθηνών και Χανίων και τα υπαγόμενα σε αυτά πρωτοδικεία. Περιφέρεια Β’: το Διοικητικό Πρωτοδικείο Αθηνών Περιφέρεια Γ’: τα Διοικητικά Εφετεία Πειραιώς, Πατρών και Τρίπολης και τα υπαγόμενα σε αυτά πρωτοδικεία. Περιφέρεια Δ’: τα Διοικητικά Εφετεία Θεσσαλονίκης, Ιωαννίνων, Λάρισας και Κομοτηνής και τα υπαγόμενα σε αυτά πρωτοδικεία (βλ. και παρατήρηση υπ’ αριθμ. 34). 33) Κατόπιν των προηγουμένων προτάσεών της για τη μεταφορά ακυρωτικών αρμοδιοτήτων στα διοικητικά εφετεία, η Ολομέλεια πρότεινε ομόφωνα την αντικατάσταση του άρθρου 5 Α του Ν. 702/1977 που προστέθηκε με το άρθρο 3 του Ν. 2944/2001 (Α’ 222) και αντικαταστάθηκε με το άρθρο 49 παρ. 6 του Ν. 3659/2008 (Α’ 77) ως εξής: «Οι αποφάσεις των διοικητικών εφετείων που εκδίδονται επί των διαφορών των περιπτώσεων α’, β’, γ’, δ’, ε’, ια’ και ιγ’ της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του παρόντος νόμου δεν υπόκεινται σε έφεση. Εξαιρούνται και υπόκεινται σε έφεση οι διαφορές που αφορούν : α) το διορισμό με διαδικασία μη υποκείμενη στον έλεγχο του ΑΣΕΠ, τη μετάταξη, την προαγωγή σε βαθμό που χαρακτηρίζεται ανώτατος από διάταξη νόμου και τη λύση της υπαλληλικής σχέσης των υπαλλήλων (πολιτικών και δικαστικών) του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης πρώτης και δεύτερης βαθμίδας και των λοιπών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, β) τη μονιμοποίηση και την απόταξη των στρατιωτικών υπαλλήλων και των υπαλλήλων των σωμάτων ασφαλείας, γ) την εισαγωγή και οριστική απομάκρυνση των μαθητών των παραγωγικών σχολών της περίπτωσης β’ της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του παρόντος νόμου, δ) το διορισμό και την παύση των αναπληρωτών καθηγητών, επίκουρων καθηγητών, λεκτόρων και καθηγητών εφαρμογών της ανώτατης εκπαίδευσης και ε) την αναγνώριση τίτλων σπουδών της αλλοδαπής.» 34) Με το άρθρο 43 παρ. 2 Ν. 3772/1009 (Α’ 112) τροποποιήθηκε η παρ. 11 του κεφαλαίου Γ του άρθρου 82 του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Καταστάσεως Δικαστικών Λειτουργών και καταργήθηκε η επιθεώρηση στον βαθμό του Προέδρου Εφετών των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων. Δεδομένου ότι κατά τις διατάξεις του ν. 3068/2002, στον βαθμό του Συμβούλου Επικρατείας μπορούν να επιλέγονται και δικαστικοί λειτουργοί με το βαθμό του Προέδρου Εφετών, είναι απαραίτητη η αξιολόγηση των δικαστών που είναι υποψήφιοι να καταλάβουν τη θέση του Συμβούλου Επικρατείας. Για τον λόγο αυτό, η Ολομέλεια πρότεινε την κατάργηση της ως άνω διάταξης και την επαναφορά της επιθεώρησης των δικαστικών λειτουργών με το βαθμό του Προέδρου Εφετών. Μειοψήφησε ένας Σύμβουλος. 35) Η Ολομέλεια εξέφρασε ομόφωνα την ευχή σύντομης κωδικοποίησης των διατάξεων περί αρμοδιοτήτων των διοικητικών δικαστηρίων.
Αρχή
 3 Αρμοδιότητα ανάκλησης ατομικών διοικητικών πράξεων
31/5/2010
Με τις Σ.τ.Ε. 1581 και 1582/2010 (Ολομ.) κρίθηκε ότι, ενόψει της αδιάστικτης διατύπωσης του άρθρου 21 παρ. 1 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας, κάθε ατομική διοικητική πράξη, είτε αρμοδίως είτε αναρμοδίως εκδοθείσα, μπορεί να ανακαλείται, για οποιονδήποτε λόγο εξωτερικής ή εσωτερικής νομιμότητας, είτε από το όργανο που την εξέδωσε είτε από το όργανο, το οποίο είναι, κατά τον χρόνο της ανάκλησης, αρμόδιο για την έκδοσή της.

Με τις αποφάσεις αυτές κρίθηκαν, ειδικότερα, κατά πλειοψηφία, τα εξής: Η διάταξη του άρθρου 21 παρ. 1 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας, αναθέτουσα την αρμοδιότητα ανάκλησης ατομικής διοικητικής πράξης είτε στο όργανο που την εξέδωσε είτε στο όργανο το οποίο, κατά τον χρόνο της ανάκλησης, είναι αρμόδιο για την έκδοσή της, δεν συναρτά, κατά το σαφές γράμμα της, την εν λόγω αρμοδιότητα ανάκλησης ούτε προς την, κατά το χρόνο έκδοσης της ανακαλουμένης, αρμοδιότητα του εκδόντος αυτήν οργάνου ούτε προς συγκεκριμένους λόγους ανάκλησης. Ο περιορισμός, άλλωστε, της δυνατότητας ανάκλησης των μη νομίμων διοικητικών πράξεων με την καθιέρωση, και μάλιστα παρά τη σαφή και αδιάστικτη διατύπωση της ανωτέρω διάταξης, προϋποθέσεων ανάκλησης αναγομένων είτε στην αρμοδιότητα ή αναρμοδιότητα των οργάνων που εξέδωσαν τις πράξεις αυτές είτε στους λόγους ανάκλησης αντιστρατεύεται τη συνταγματικώς κατοχυρωμένη και θεμελιώδη για το Κράτος Δικαίου αρχή της νομιμότητας, βασική έκφανση της οποίας αποτελεί η ανάκληση των μη νομίμων διοικητικών πράξεων. Εν όψει, λοιπόν, της αδιάστικτης διατύπωσης της εν λόγω διάταξης, κάθε ατομική διοικητική πράξη, είτε αρμοδίως είτε αναρμοδίως εκδοθείσα, μπορεί να ανακαλείται, για οποιονδήποτε λόγο εξωτερικής ή εσωτερικής νομιμότητας, είτε από το όργανο που την εξέδωσε είτε από το όργανο, το οποίο, κατά τον χρόνο της ανάκλησης, είναι αρμόδιο για την έκδοσή της. Στην ειδικότερη δε περίπτωση της αναρμοδίως εκδοθείσας ατομικής διοικητικής πράξης, η ανάκλησή της από το όργανο που την εξέδωσε χωρεί όχι μόνον κατ’ επίκληση της αναρμοδιότητάς του, αλλά για οποιονδήποτε λόγο. Στην περίπτωση, δηλαδή, αυτή, η αναρμοδιότητα ως προς την έκδοση της ανακαλουμένης πράξης, ως ζήτημα δημόσιας τάξης, εξεταζόμενο και αυτεπαγγέλτως από το δικαστή ενώπιον του οποίου αμφισβητείται το κύρος της ανακλητικής πράξης, καθιστά νόμιμη, εν πάση περιπτώσει, την ανάκλησή της. Τούτο δε, προκειμένου να αποκατασταθεί στο νομικό κόσμο η νομιμότητα, με την εξαφάνιση της αναρμοδίως εκδοθείσας πράξης, και να καταστεί εφεξής δυνατή η αδέσμευτη ρύθμιση του θέματος από το κατά νόμο αρμόδιο όργανο. Στην προκείμενη περίπτωση, η Διευθύντρια της Διεύθυνσης Πολιτικών Δικαιωμάτων και Προστασίας Πολιτών της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Δυτικής Αττικής υπέγραψε αναρμοδίως τη διαπιστωτική της ελληνικής ιθαγένειας του αιτούντος πράξη. Ανεξαρτήτως, όμως, της αναρμοδιότητάς της, η Διευθύντρια, εκ μόνου του λόγου ότι υπέγραψε την ανωτέρω πράξη, είχε την αρμοδιότητα να υπογράψει και την προσβληθείσα με την αίτηση ακυρώσεως ανακλητική αυτής απόφαση. Περαιτέρω δε, εν όψει της αναρμοδιότητας της εν λόγω Διευθύντριας ως προς την έκδοση της αρχικής ως άνω πράξης, η ανάκληση αυτής με την προσβληθείσα (που υπογράφεται από την ίδια Διευθύντρια) πράξη είναι, ανεξαρτήτως των αιτιολογιών της, νόμιμη και, επομένως, είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς οι λόγοι ακυρώσεως, με τους οποίους πλήσσονται οι αιτιολογίες της προσβληθείσας ανακλητικής πράξης.
Αρχή
 4 Ωράριο λειτουργίας πρατηρίων υγρών καυσίμων
18/5/2010
Με τις Σ.τ.Ε. 1585-6/2010 (Ολομ.) κρίθηκε ότι δεν αντίκειται στην επαγγελματική ελευθερία (άρθρο 5 παρ.1 του Συντάγματος) το άρθρο 22 παρ.7 του ν. 3054/2002, με το οποίο αποκλείεται η ελεύθερη λειτουργία, καθ’ όλο το εικοσιτετράωρο ή κατά τις Κυριακές και αργίες, των πρατηρίων υγρών καυσίμων, πλην εκείνων που ορίζονται εκάστοτε ως διημερεύοντα ή διανυκτερεύοντα

Ειδικότερα, με τις αποφάσεις αυτές κρίθηκαν τα εξής: Το άρθρο 22 παρ.7 του ν. 3054/2002, το οποίο ορίζει ότι, πλην των συγκεκριμένων πρατηρίων που ορίζονται εκάστοτε από τον αρμόδιο κατά τόπο Νομάρχη ως διανυκτερεύοντα ή διημερεύοντα, τα λοιπά πρατήρια παραμένουν υποχρεωτικά κλειστά κατά τις νυκτερινές ώρες και τις μη εργάσιμες ημέρες, αποκλειομένης της λειτουργίας τους ελευθέρως καθ’ όλο το εικοσιτετράωρο ή κατά τις Κυριακές και αργίες, δεν αντίκειται στο άρθρο 5 παρ. 1 του Συντάγματος, τούτο δε για τους εξής λόγους: Από το σύνολο της νομοθεσίας που διέπει το ωράριο λειτουργίας των παντός είδους καταστημάτων συνάγεται ευθέως ο κανόνας ότι τα καταστήματα λειτουργούν, κατ’ αρχήν, εντός των χρονικών ορίων που θεσπίζει εκάστοτε ο νομοθέτης ή η κανονιστικώς δρώσα Διοίκηση, καθώς και ο συνακόλουθος κανόνας ότι λειτουργία των καταστημάτων εκτός των χρονικών αυτών ορίων απαγορεύεται. Η τελευταία αυτή απαγόρευση συνιστά θεμιτό περιορισμό της κατοχυρουμένης στο άρθρο 5 παρ.1 του Συντάγματος επαγγελματικής ελευθερίας, διότι: α) Τίθεται κατά τρόπο γενικό και αντικειμενικό. β) Αποβλέπει στην εξυπηρέτηση σκοπών δημοσίου και κοινωνικού συμφέροντος, αναγομένων, εν όψει των κανόνων της λογικής και της κοινής πείρας, στη διασφάλιση επαρκούς χρόνου αναπαύσεως των εκμεταλλευομένων τα καταστήματα και των υπαλλήλων τους, καθώς και στη διαμόρφωση ομοιόμορφων όρων ανταγωνισμού μεταξύ ομοειδών επιχειρήσεων και γ) Κινείται εντός των ορίων που χαράσσει η συνταγματική αρχή της αναλογικότητος. Κατ’ απόκλιση από τον κανόνα αυτόν και προκειμένου να διασφαλισθεί ο συνεχής εφοδιασμός του κοινού με καύσιμα, ο νομοθέτης, ειδικώς προκειμένου περί πρατηρίων υγρών καυσίμων, θέσπισε, με τις διατάξεις του άρθρου 22 του ν. 3054/2002, σύστημα διανυκτερευόντων πρατηρίων, κατ’ εφαρμογή του οποίου ο αρμόδιος κατά τόπον Νομάρχης ορίζει, με απόφασή του, τα συγκεκριμένα πρατήρια, τα οποία πρέπει υποχρεωτικώς να παραμείνουν σε λειτουργία και μετά το πέρας του ωραρίου ημερησίας λειτουργίας. Κατά τα λοιπά, όμως, εξακολουθεί, προκειμένου και περί πρατηρίων υγρών καυσίμων, να ισχύει ο κανόνας της απαγορεύσεως λειτουργίας καταστημάτων εκτός του γενικώς ισχύοντος ωραρίου, όπως ορίζει, άλλωστε και ρητώς το εν λόγω άρθρο 22 παρ. 7 του ν. 3054/2002 (αντίθετη η μειοψηφία).
Αρχή
 5 Δυνητική ομοδικία
18/5/2010
Με την Σ.τ.Ε. 1592/2010 (Α΄ Τμήμα, 7μ) κρίθηκε ότι επί δυνητικής ομοδικίας δημιουργούνται πλείονες αυτοτελείς έννομες σχέσεις δίκης

Συγκεκριμένα κρίθηκε ότι όταν ένδικο βοήθημα ή μέσο ασκείται από περισσότερους ή κατά περισσότερων, οι οποίοι ενώνονται με δεσμό δυνητικής ομοδικίας, δημιουργούνται πλείονες αυτοτελείς έννομες σχέσεις δίκης, η δε κρίση του δικαστηρίου ως προς κάποιον από τους ομοδίκους δεν επηρεάζει την έκβαση της υπόθεσης ως προς τους λοιπούς, κατά το άρθρο 115 παρ. 4 του Κ.Δ.Δ. Αν, συνεπώς, το διοικητικό δικαστήριο αποφανθεί τελειωτικά για κάποιον ή κάποιους από τους δυνητικούς ομοδίκους και ως προς τους λοιπούς αναβάλει την έκδοση οριστικής απόφασης για οποιονδήποτε λόγο (π.χ. διότι τάσσει αποδείξεις ή συμπλήρωση αποδείξεων), η απόφασή του, κατά το μέρος με το οποίο δέχεται ή απορρίπτει το ένδικο βοήθημα ή μέσο για ορισμένους από τους δυνητικούς ομοδίκους υπόκειται σε ένδικα μέσα χωρίς να εφαρμόζεται ο δικονομικός κανόνας που προβλέπει ότι αν η απόφαση είναι εν μέρει οριστική, δεν χωρεί ένδικο μέσο ούτε κατά των οριστικών διατάξεων αυτής.
Αρχή
 6 Συνταγματικότητα και συμφωνία προς ΕΣΔΑ παγίου παραβόλου προσφυγής
17/5/2010
Με την Σ.τ.Ε. 1583/2010 (Ολομ.) κρίθηκε, αντιθέτως προς την παραπεμπτική απόφαση του Β΄ Τμήματος (Σ.τ.Ε. 193/2009, 7μ.), ότι οι διατάξεις του άρθρου 277 παρ. 1 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας δεν αντιβαίνουν προς τις διατάξεις περί παροχής «δίκαιης» δικαστικής προστασίας των άρθρων 20 παρ. 1 του Συντάγματος και 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, ούτε προς την αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 25 παρ. 1 εδάφ. δ΄ Συντάγματος).

Ειδικότερα: οι ως άνω διατάξεις του άρθρου 277 παρ. 1 του Κ.Δ.Δ., κατά το μέρος που προβλέπουν ότι για το παραδεκτό της προσφυγής απαιτείται με την κατάθεσή της η προσκόμιση αποδεικτικού καταβολής παραβόλου είναι απολύτως σαφείς και δεν είναι αντικειμενικώς ικανές να γεννήσουν αμφιβολίες ούτε ως προς την υποχρέωση προσκόμισης του σχετικού αποδεικτικού καταβολής του παραβόλου συγχρόνως με την κατάθεση της προσφυγής, ούτε ως προς την επερχόμενη συνέπεια του απαραδέκτου της προσφυγής λόγω μη προσκόμισης με την κατάθεσή της του ως άνω αποδεικτικού καταβολής του παραβόλου. Εξ άλλου, το ποσό των 1500 δραχμών (4,40 ευρώ) που έπρεπε να καταβληθεί στην επίδικη υπόθεση, σύμφωνα με το άρθρο 277 παρ. 2 στοιχ. α΄ του Κ.Δ.Δ., για το παράβολο, ήταν ιδιαιτέρως μικρό και επομένως δεν μπορούσε από τη φύση του να παρεμποδίσει το δικαίωμα της αναιρεσείουσας και εν γένει ενός διοικουμένου να προσφύγει ενώπιον του διοικητικού πρωτοδικείου. Νομίμως, επομένως, το διοικητικό εφετείο επικύρωσε την κρίση της πρωτόδικης απόφασης, που απέρριψε την προσφυγή της αναιρεσείουσας ως απαράδεκτη λόγω μη καταβολής παραβόλου. Κατά τη μειοψηφήσασα άποψη, οι ως άνω διατάξεις του άρθρου 277 παρ. 1 του Κ.Δ.Δ., κατά το μέρος που συνδέουν το παραδεκτό της προσφυγής με την καταβολή παραβόλου ασήμαντου ύψους σε σχέση με τα έξοδα για τη σύνταξη του δικογράφου της προσφυγής, την παράσταση κατά τη συζήτηση του πληρεξουσίου δικηγόρου κ.λπ., ανερχόμενα, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, σε πολλαπλάσιο αυτού ποσό, αντιβαίνουν προς τις διατάξεις περί παροχής «δίκαιης» δικαστικής προστασίας των άρθρων 20 παρ. 1 του Συντάγματος και 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, όπως και στην αρχή της αναλογικότητας και, ως εκ τούτου, κατά το μέρος τους αυτό, είναι ανίσχυρες. Επομένως, κατά την άποψη αυτή, το διοικητικό πρωτοδικείο θα έπρεπε να είχε προχωρήσει στην εκδίκαση της προσφυγής κατά τα λοιπά και, αν συνέτρεχε περίπτωση, να καταλογίσει το ελλείπον παράβολο με την οριστική του απόφαση.
Αρχή
 7 Μη θεώρηση φορολογικών βιβλίων και στοιχείων λόγω μη προσκομίσεως βεβαιώσεως περί καταβολής των οφειλόμενων ασφαλιστικών εισφορών
26/4/2010
Με την Σ.τ.Ε. 1185/2010 (Β΄ Τμήμα, 7μ.) κρίθηκε ότι το μέτρο της μη θεωρήσεως φορολογικών βιβλίων και στοιχείων από τη φορολογική αρχή λόγω μη προσκομίσεως βεβαιώσεως περί των οφειλόμενων ασφαλιστικών εισφορών δεν αντίκειται στην επαγγελματική ελευθερία και την αρχή της αναλογικότητας, ούτε παραβιάζει τις διατάξεις περί προστασίας των προσωπικών δεδομένων.

Με την απόφαση αυτή κρίθηκαν, ειδικότερα, τα εξής: Το μέτρο της μη θεωρήσεως φορολογικών βιβλίων και στοιχείων από τη φορολογική αρχή λόγω μη προσκομίσεως βεβαιώσεως περί καταβολής των οφειλομένων ασφαλιστικών εισφορών, αποβλέποντας στην εξασφάλιση της καταβολής, και δη εγκαίρως, των ασφαλιστικών εισφορών από τους έχοντες σχετική υποχρέωση, δικαιολογείται από την ανάγκη ικανοποιήσεως του, ευθέως προβλεπομένου από το ίδιο το Σύνταγμα, δημοσίου σκοπού της παροχής κοινωνικής ασφαλίσεως και εκπληρώσεως της σχετικής υποχρεώσεως των ασφαλιστικών οργανισμών προς τους ασφαλισμένους, εφόσον οδηγεί στην αποτροπή της απώλειας των απαραίτητων για την εκτέλεση του έργου αυτού εσόδων των εν λόγω οργανισμών από τις οικονομικές υποχρεώσεις των μελών τους. Επομένως, πρόκειται για μέτρο ανάλογο προς τον επιδιωκόμενο σκοπό, με συνέπεια να μην τίθεται ζήτημα παραβιάσεως των άρθρων 5 παρ. 1 και 25 παρ. 1 του Συντάγματος. Εξ άλλου, δεδομένου ότι η διάταξη του άρθρου 22 παρ. 5 του Συντάγματος, στην οποία ορίζεται ότι το Κράτος μεριμνά για την κοινωνική ασφάλιση των εργαζομένων, θεσπίζει για το νομοθέτη υποχρέωση ασφαλιστικής καλύψεως όχι μόνον του κάθε πολίτη, αλλά όλου του εργαζόμενου πληθυσμού της χώρας, τόσο το γενικότερο θέμα της ασφαλιστικής σχέσεως όσο και τα επί μέρους ζητήματα που γεννώνται από αυτήν, μεταξύ των οποίων η καταβολή εισφορών από τους ασφαλισμένους και η είσπραξή τους από τους οργανισμούς κοινωνικής ασφαλίσεως, ρυθμίζονται μονομερώς από την κρατική εξουσία, με κανόνες δημοσίας τάξεως, αποκλειομένης της διαμορφώσεως της εν λόγω σχέσεως δυνάμει της ιδιωτικής πρωτοβουλίας. Επομένως, ο ειδικότερος ισχυρισμός ότι «η μέριμνα για την υγεία και τη συνταξιοδότησή του αιτούντος αφορά αποκλειστικώς τον ίδιο και κανέναν άλλον συμπολίτη του» είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, τυχόν επεξεργασία από την φορολογική αρχή των προσωπικών δεδομένων των πολιτών που αναφέρονται στις σχέσεις τους με ασφαλιστικούς οργανισμούς τελεί σε αναλογία με τον δημόσιο σκοπό της διασφαλίσεως της καλής οικονομικής καταστάσεως των οργανισμών αυτών, την οποία εξυπηρετεί, και, συνεπώς, είναι θεμιτή και κατά την έννοια του άρθρου 9 Α του Συντάγματος και των διατάξεων του ν. 2479/1997 περί προστασίας των προσωπικών δεδομένων.
Αρχή
 8 Μετάδοση σε τηλεοπτική εκπομπή στιγμιοτύπων ληφθέντων με τη μέθοδο της «κρυφής κάμερας»
22/4/2010
Με την Σ.τ.Ε. 1213/2010 (Ολομ.) απορρίφθηκε αίτηση ακυρώσεως εταιρίας που εκμεταλλεύεται ιδιωτικό τηλεοπτικό σταθμό εθνικής εμβέλειας κατά αποφάσεως του Ε.Σ.Ρ., με την οποία επιβλήθηκαν στο σταθμό, λόγω μεταδόσεως κατά τη διάρκεια δύο εκπομπών στιγμιοτύπων που είχαν ληφθεί με τη μέθοδο της «κρυφής κάμερας», πρόστιμο 100.000 ευρώ για κάθε εκπομπή και κύρωση συνισταμένη στην υποχρέωση μεταδόσεως, κατά την έναρξη τριών συνεχομένων κεντρικών δελτίων ειδήσεων του σταθμού, κειμένου με το οποίο εγνωστοποιείτο η επιβολή του ανωτέρω προστίμου.

Ειδικότερα, με την απόφαση αυτή, επί της έννοιας των άρθρων 2 παρ. 1, 5 παρ. 1, 5Α, 9 παρ.1, 14 παρ. 1 και 2, και 15 του Συντάγματος, των άρθρων 8 παρ. 1 και 10 της Σύμβασης για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (Ε.Σ.Δ.Α.), καθώς και των άρθρων 3 του ν. 2328/1995 και των διατάξεων των Κανονισμών 1/1991 και 2/1991 του Εθνικού Συμβουλίου Ραδιοτηλεόρασης (Ε.Σ.Ρ.), έγιναν δεκτά, κατά πλειοψηφία, τα εξής: Το άρθρο 14 παρ. 1 του Συντάγματος (βλ. συναφώς και το άρθρο 10 της Ε.Σ.Δ.Α) κατοχυρώνει την ελευθερία εκφράσεως, βασική εκδήλωση της οποίας αποτελεί το δικαίωμα του καθενός να διαδίδει μέσω του τύπου, της ραδιοφωνίας και της τηλεοράσεως ειδήσεις, σχόλια και απόψεις (δικαίωμα του πληροφορείν). Με την αυτή συνταγματική διάταξη, σε συνδυασμό προς τη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 1 του Συντάγματος, κατοχυρώθηκε, εξ άλλου, ως αναγκαίο λογικώς παρακολούθημα του δικαιώματος του πληροφορείν, το δικαίωμα του καθενός να ενημερώνεται τακτικά, ελεύθερα και από κάθε διαθέσιμη πηγή για κάθε θέμα που τον ενδιαφέρει, το τελευταίο δε τούτο δικαίωμα (δικαίωμα στην πληροφόρηση) κατοχυρώνεται ήδη και ρητώς στο άρθρο 5Α παρ. 1 του Συντάγματος. Όπως ευθέως συνάγεται από τις προμνησθείσες συνταγματικές διατάξεις (βλ. συναφώς και το άρθρο 10 παρ. 2 της Ε.Σ.Δ.Α.), η άσκηση, τόσο του δικαιώματος του πληροφορείν, όσο και του δικαιώματος στην πληροφόρηση τελεί υπό την επιφύλαξη της τηρήσεως, μεταξύ άλλων, των κανόνων δικαίου που κατοχυρώνουν δικαιώματα και ελευθερίες άλλων. Η εφαρμογή των τελευταίων αυτών κανόνων μπορεί, επομένως, να δικαιολογήσει περιορισμούς στην άσκηση του δικαιώματος του πληροφορείν και του δικαιώματος στην πληροφόρηση, τούτο, όμως, υπό την προϋπόθεση ότι οι περιορισμοί αυτοί παρίστανται, εν όψει και της κατοχυρουμένης στο άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος αρχής της αναλογικότητας, ως απολύτως αναγκαίοι για την προστασία των δικαιωμάτων και των ελευθεριών τρίτων. Εν όψει των ανωτέρω, περιορισμοί στην άσκηση του δικαιώματος του πληροφορείν και του δικαιώματος στην πληροφόρηση μπορεί να δικαιολογηθούν και στην περίπτωση που οι περιορισμοί αυτοί παρίστανται ως απολύτως αναγκαίοι για την προστασία του δικαιώματος τρίτου προσώπου στο σεβασμό της ιδιωτικής ζωής του, το δικαίωμα δε τούτο κατοχυρώνεται στο άρθρο 9 παράγραφος 1 του Συντάγματος (βλ. και άρθρο 8 παρ. 1 της Ε.Σ.Δ.Α.) και καλύπτει, πλην άλλων, το δικαίωμα του προσώπου να προστατεύει την εικόνα του, ως στοιχείο ουσιώδες για τη συγκρότηση της προσωπικότητάς του (πρβλ., περί του δικαιώματος προστασίας της εικόνας του προσώπου ως ιδιαίτερης εκφάνσεως του δικαιώματος στο σεβασμό της ιδιωτικής ζωής, Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, αποφάσεις της 21.2.2002, Schüssel κατά Αυστρίας, της 24.6.2004, Von Hannover κατά Γερμανίας και της 11.1.2005, Sciacca κατά Ιταλίας). Κατά το μέρος, ειδικώς, που αφορά στην τηλεόραση, το Κράτος, στο οποίο ανατίθεται, με το άρθρο 15 παρ. 2 του Συντάγματος, ο άμεσος έλεγχος των ραδιοτηλεοπτικών μέσων, οφείλει να ελέγχει την τήρηση, εκ μέρους των ασκούντων μέσω της τηλεοράσεως το δικαίωμα του πληροφορείν, της κατά τα ανωτέρω υποχρεώσεώς τους να σέβονται, κατά την άσκηση του δικαιώματός τους, τα δικαιώματα των άλλων, περιλαμβανομένου και του δικαιώματος του καθενός στο σεβασμό της ιδιωτικής ζωής του, δεδομένου, μάλιστα, ότι ο άμεσος έλεγχος του Κράτους επί της τηλεοράσεως σκοπεί, μεταξύ άλλων, κατά τη ρητή πρόβλεψη του άρθρου 15 παρ. 2 του Συντάγματος, στη διασφάλιση του σεβασμού της αξίας του ανθρώπου, στην αποτελεσματική προάσπιση της οποίας σκοπεί και η συνταγματική κατοχύρωση των επί μέρους ατομικών δικαιωμάτων και, κατ’ εξοχήν, του δικαιώματος του καθενός να απαιτεί σεβασμό της ιδιωτικής ζωής του. Μέσο ασκήσεως του ως άνω ελέγχου από το Κράτος της ασκήσεως του δικαιώματος του πληροφορείν εντός των ορίων που επιβάλλει η ανάγκη προστασίας των δικαιωμάτων των τρίτων αποτελεί, πλην άλλων, το θεσπιζόμενο στο άρθρο 4 παρ. 1 του ν. 2328/1995 σύστημα επιβολής διοικητικών κυρώσεων, η αρμοδιότητα της επιβολής των οποίων ανατίθεται ήδη από Σύνταγμα κατ’ αποκλειστικότητα στο Ε.Σ.Ρ. Η καταγραφή, εξ άλλου, με κρυφά μέσα, εικόνας, η οποία έχει ως κύριο ή ως μοναδικό θέμα συγκεκριμένο πρόσωπο, συνιστά, κατ’ αρχήν, προσβολή του δικαιώματος του προσώπου τούτου επί της εικόνας του, το δικαίωμα δε αυτό προστατεύεται, κατά τα ήδη εκτεθέντα, από τα άρθρα 9 παρ. 1 του Συντάγματος και 8 παρ. 1 της Ε.Σ.Δ.Α., ως ιδιαίτερη έκφανση του δικαιώματος στο σεβασμό της ιδιωτικής ζωής. Επομένως, η μετάδοση δια της τηλεοράσεως ειδήσεως, της οποίας αποκλειστική ή κύρια πηγή αποτελεί εικόνα συγκεκριμένου προσώπου, καταγραφείσα με κρυφά μέσα, δεν μπορεί, κατ’ αρχήν, να θεωρηθεί ως θεμιτή άσκηση του δικαιώματος του πληροφορείν, εφ’ όσον η μεταδιδόμενη είδηση έχει ληφθεί υπό συνθήκες που στοιχειοθετούν προσβολή του δικαιώματος τρίτου επί της εικόνας του. Ως εκ τούτου, η μετάδοση της εν λόγω ειδήσεως μπορεί, κατ’ αρχήν, να δικαιολογήσει την επιβολή από το Ε.Σ.Ρ. διοικητικής κυρώσεως από τις προβλεπόμενες στο άρθρο 4 παρ. 1 του ν. 2328/1995. Είναι, εν τούτοις, δυνατόν να κριθεί από το Ε.Σ.Ρ., κατόπιν ειδικής και πλήρως αιτιολογουμένης σταθμίσεως, ότι η μετάδοση ειδήσεως, με αποκλειστική ή κύρια πηγή εικόνα, καταγραφείσα με κρυφά μέσα, συνιστά θεμιτή άσκηση του δικαιώματος του πληροφορείν, επειδή ο προερχόμενος από τη μετάδοση της συγκεκριμένης ειδήσεως περιορισμός του δικαιώματος του εικονιζόμενου προσώπου επί της εικόνας του δικαιολογείται, εν όψει και της ιδιότητος του προσώπου τούτου, λόγω της συμβολής της μεταδοθείσης ειδήσεως σε συζήτηση γενικού ενδιαφέροντος (πρβλ. συναφώς την προμνησθείσα απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου επί της υποθέσεως Von Hannover, ιδίως §§ 60 και επ.). Στην περίπτωση, όμως, κατά την οποία η μετάδοση της ως άνω ειδήσεως θεωρείται, για τους εκτεθέντες λόγους, ως θεμιτή άσκηση του δικαιώματος του πληροφορείν, τούτο δεν σημαίνει, άνευ ετέρου, ότι καθίσταται θεμιτή και η μετάδοση από την τηλεόραση της εικόνας που κατεγράφη με κρυφά μέσα και συνιστά την πηγή της θεμιτώς μεταδοθείσης ειδήσεως. Τούτο δε διότι η μετάδοση από την τηλεόραση της εικόνας που ελήφθη με κρυφά μέσα αποτελεί περιορισμό του συνταγματικώς προστατευομένου δικαιώματος του εικονιζομένου προσώπου επί της εικόνας του, κατά πολύ εντονότερο του περιορισμού που συνιστά για το εν λόγω δικαίωμα η απλή μετάδοση της ειδήσεως που έχει ως πηγή την επίμαχη, κρυφίως ληφθείσα εικόνα. Κατά συνέπεια, ο εντονότερος αυτός περιορισμός του δικαιώματος του εικονιζομένου προσώπου επί της εικόνας του μπορεί να θεωρηθεί ως θεμιτή άσκηση του δικαιώματος του πληροφορείν, μόνον εάν το Ε.Σ.Ρ. θεωρήσει, κατόπιν ειδικής και πλήρως αιτιολογουμένης κρίσεως, ότι η θεμιτή, για τους εκτεθέντες λόγους, μετάδοση της συγκεκριμένης ειδήσεως είναι απολύτως αδύνατη ή ιδιαιτέρως δυσχερής χωρίς την μετάδοση της εικόνας που ελήφθη με κρυφά μέσα και αποτελεί την πηγή της ειδήσεως. Υπό το φως δε των ανωτέρω αρχών, συναγομένων από τις μνημονευθείσες διατάξεις του Συντάγματος και της Ε.Σ.Δ.Α., είναι ερμηνευτέες και οι νομοθετικές και κανονιστικές ρυθμίσεις που παρατίθενται στην προηγούμενη σκέψη. Κατά την ειδικότερη, εξ άλλου, γνώμη ορισμένων συμβούλων και ενός παρέδρου, η χρησιμοποίηση, κατά τ’ ανωτέρω, κρυφού μέσου για την, εν αγνοία ορισμένου προσώπου, απόσπαση οπτικού ή ηχητικού υλικού της ιδιωτικής του ζωής και η μετάδοση, με τον τρόπο αυτό, σχετικών ειδήσεων, συνιστά ευθεία προσβολή της ανθρώπινης αξίας, καθώς υποβιβάζει το συγκεκριμένο πρόσωπο από υποκείμενο της εννόμου τάξεως και των κοινωνικών σχέσεων σε απλό μέσον για την επιδίωξη ασύνδετων προς την βούλησή της σκοπών. Εφ’ όσον δε κατά την αυτή, γνώμη η προστασία της ανθρώπινης αξίας, η οποία, κατά το Σύνταγμα (άρθρα 2 παρ. 1, 15 παρ. 2 και 25 παρ. 1), οριοθετεί τη λειτουργία των ραδιοτηλεοπτικών μέσων, είναι απόλυτη, η κατά τον ανωτέρω τρόπο μετάδοση ειδήσεων είναι, αντιστοίχως, απολύτως απαγορευμένη, μη υποκείμενη, ως εκ τούτου, σε σταθμίσεις με άλλα αγαθά, κινητοποιούσα δε, καθ’ εαυτήν, την αρμοδιότητα της οικείας αρχής προς επιβολή κυρώσεων. Τούτο δε, ανεξαρτήτως εάν πρόκειται για μετάδοση μόνο της είδησης ή και του οπτικοακουστικού υλικού, στο οποίο αυτή στηρίχθηκε, του ζητήματος βεβαίως τούτου συνεκτιμωμένου κατά την κρίση της βαρύτητας της παραβάσεως. Τα ανωτέρω, εξ άλλου, δεν μεταβάλλονται στην περίπτωση που η μετάδοση ειδήσεως με τον προεκτεθέντα τρόπο αποκαλύπτει έκνομη συμπεριφορά, ενόσω, πάντως, ο εν λόγω τρόπος δεν εντάσσεται σε θεσμοθετημένη από την έννομη τάξη διαδικασία για την προστασία του δημοσίου συμφέροντος. Κατά τη γνώμη, όμως, της μειοψηφίας, η κρίση του Ε.Σ.Ρ., με βάση τα μνημονευθέντα κριτήρια, ότι η μετάδοση ειδήσεως με αποκλειστική ή κύρια πηγή εικόνα, καταγραφείσα με κρυφά μέσα, συνιστά θεμιτή άσκηση του δικαιώματος του πληροφορείν, καθιστά επιτρεπτή και τη μετάδοση από την τηλεόραση της πιο πάνω εικόνας. Τούτο δε διότι, ενόψει της ιδιαίτερης φύσεως της τηλεοράσεως, σε σχέση προς τα λοιπά μέσα μαζικής ενημερώσεως, η τηλεοπτική μετάδοση της ειδήσεως συμβαδίζει με την μετάδοση της εικόνας. Τέλος, κατά την άποψη ορισμένων συμβούλων, από καμία συνταγματική διάταξη ή αρχή δεν απορρέει η κατ’ ουσίαν απόλυτη απαγόρευση μεταδόσεως της εικόνας προσώπου, όπως την δέχεται η κρατήσασα γνώμη. Βεβαίως, η εικόνα του προσώπου, ως στοιχείο της προσωπικής του ζωής, καλύπτεται από την συνταγματικά κατοχυρωμένη αξίωση κάθε προσώπου για το, κατ’ αρχήν, απαραβίαστο της προσωπικής ζωής του. Η αξίωση, όμως, αυτή δεν είναι απόλυτη, αλλά διαβαθμίζεται σε κατηγορίες, ανάλογες προς την ιδιότητα του προσώπου και τον χώρο, όπου λαμβάνει χώρα η αποτύπωση της προς μετάδοση εικόνας. Έτσι, για τους ιδιώτες, πρέπει να θεωρηθεί ότι υπάρχει απόλυτη προστασία από την ακούσια λήψη της εικόνας ή εάν η λήψη της εικόνας γίνεται για την πρόληψη αξιόποινης πράξης σε δημόσιο χώρο. Για τα δημόσια πρόσωπα, η προστασία είναι μικρότερη. Τα δημόσια πρόσωπα, όπως είναι τα πολιτικά πρόσωπα, εξ ορισμού εκτίθενται στη δημοσιότητα, ενίοτε δε, επιλεκτικά, την επιδιώκουν. Η επιδίωξη αυτή δεν είναι χωρίς συνέπειες. Δημιουργεί αντίστοιχη, εύλογη και εντός ορίων, επιδίωξη των μέσων ενημερώσεως και του κοινού για την προβολή στοιχείων της ζωής τους, που συνάπτονται, καθ’ οιονδήποτε τρόπο, με τις δημόσιες δραστηριότητές τους. Για τα πρόσωπα αυτά, υπάρχει, όπως και για τους ιδιώτες, απόλυτη προστασία της εικόνας τους στον ιδιωτικό χώρο τους, καθώς και σε δημόσιο χώρο, προσιτό στο κοινό, όταν τα πρόσωπα αυτά έχουν, στον δημόσιο χώρο, υπαίθριο ή κλειστό, προσωπικές ή οικογενειακές στιγμές. Όταν, όμως, τα πρόσωπα αυτά δεν διατελούν, σε δημόσιο χώρο, στις ανωτέρω συνθήκες ή όταν, πολλώ μάλλον, ενεργούν κατά τρόπο που, δικαιολογημένα, μπορεί να ενδιαφέρει το κοινωνικό σύνολο, όπως στην περίπτωση που επιδεικνύουν συμπεριφορά αντίθετη προς εκείνη που επιβάλλει ο συγκεκριμένος δημόσιος ρόλος τους ή αντίθετη προς την εικόνα, που εκείνα προβάλλουν για τον εαυτό τους, τότε το δικαίωμα στην πληροφόρηση και το δικαίωμα του πληροφορείν μπορεί να δικαιολογήσει την ακούσια λήψη της εικόνας τους και την προβολή από τα μέσα ενημερώσεως των σχετικών στιγμιοτύπων. [πρβλ. ΕΔΔΑ, Krone κατά Αυστρίας (26-2-2002), Plon κατά Γαλλίας (18-5-2004), von Hannover κατά Γερμανίας (24-6-2004), Ρεκλός κατά Ελλάδος (15-1-2009), House of Lords (M.B.) Campbell κατά MGN (6-4-2004)]. Ειδικότερα, η καταγραφή της εικόνας προσώπου είναι σύμφυτη με την έννοια της τηλεοράσεως. Δεν νοείται να ρυθμίζεται, και, επομένως, να κατοχυρώνεται συνταγματικά, ο τρόπος λειτουργίας μέσου ενημερώσεως, όπως η τηλεόραση, αλλά αυτό να λειτουργεί με τον τρόπο λειτουργίας άλλου μέσου ενημερώσεως, όπως το ραδιόφωνο. Διότι ειδησεογραφική τηλεόραση με απλή εμφάνιση του εκφωνητή των ειδήσεων, χωρίς τηλεοπτική αναμετάδοση στιγμιοτύπων, που περιλαμβάνουν και την εν δράσει εικόνα δημοσίων προσώπων, κατ’ ουδέν διαφέρει στην ουσία από την ραδιοφωνική μετάδοση ειδήσεων. Είναι διαφορετικό το ζήτημα μεταδόσεως εικόνων δημοσίων προσώπων σε περιπτώσεις άλλες από τις, κατά τα ανωτέρω, θεωρούμενες ως επιτρεπόμενες. Εκεί, ασφαλώς, η αναμετάδοση απαγορεύεται και το ίδιο το Σύνταγμα προβλέπει τις κυρώσεις (βλ., μεταξύ άλλων, τις παρ. 5, 6 και 7 του άρθρου 14). Στις κατά τα ανωτέρω, όμως, επιτρεπόμενες περιπτώσεις προβολής της εικόνας δημοσίων προσώπων, το τεκμήριο, κατά τη στάθμιση μεταξύ του δικαιώματος στην πληροφόρηση και την δημόσια διαφάνεια αφ’ ενός και στην προστασία της εικόνας αφ’ ετέρου, είναι υπέρ του επιτρεπτού της μεταδόσεως της ακουσίως ληφθείσης εικόνας. Η κρατήσασα γνώμη αναγορεύει την προστασία της εικόνας σε απόλυτο αγαθό, χωρίς να υπάρχει σχετική συνταγματική πρόβλεψη, και καθιστά το συνταγματικό κανόνα του επιτρεπτού της αναμεταδόσεως εικόνας, αν η αναμετάδοση δεν παραβιάζει άλλες συνταγματικές διατάξεις, εξαίρεση, υπό άκρως αυστηρές προϋποθέσεις επιτρεπόμενη. Υπό τα δεδομένα αυτά, η Ολομέλεια του Δικαστηρίου αποφάσισε ότι η κρίση του Ε.Σ.Ρ., κατά την οποία συνιστά παράβαση των κανόνων που διέπουν τη λειτουργία των ιδιωτικών τηλεοπτικών σταθμών η μετάδοση, κατά τη διάρκεια των εκπομπών, εικόνων οι οποίες ελήφθησαν με κρυφά μέσα και έχουν ως κύριο θέμα τον παρεμβαίνοντα στη δίκη, και συνακόλουθα η προσβαλλόμενη πράξη, αιτιολογούνται νομίμως και επαρκώς. Απέρριψε δε τους περί του αντιθέτου προβληθέντες ισχυρισμούς, καθώς και τους λόγους περί παράβασης των αρχών δεοντολογίας του δημοσιογραφικού επαγγέλματος και της αρχής της αναλογικότητας.
Αρχή
 9 Καταχρηστικοί γενικοί όροι συναλλαγών
19/4/2010
Με την Σ.τ.Ε. 1210/2010 (Ολομ.) κρίθηκε νόμιμη απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης, για την απαγόρευση αναγραφής ορισμένων γενικών όρων συναλλαγών που είχαν κριθεί ως καταχρηστικοί με αμετάκλητες δικαστικές αποφάσεις επί αγωγών ενώσεων καταναλωτών, σε συμβάσεις που συνάπτουν τα πιστωτικά ιδρύματα με τους καταναλωτές.

Ειδικότερα, με την πιο πάνω απόφαση έγιναν δεκτά τα εξής: Οι αιτούσες ανώνυμες τραπεζικές εταιρείες, οι οποίες έχουν κοινό έννομο συμφέρον και προβάλλουν κοινούς λόγους ακυρώσεως, στηριζόμενους στην ίδια νομική και πραγματική βάση, παραδεκτώς ομοδικούν. Με έννομο συμφέρον ασκεί παρέμβαση υπέρ του κύρους της προσβαλλόμενης πράξης σωματείο, το οποίο έχει ως καταστατικό σκοπό την προστασία των συμφερόντων των καταναλωτών και την εκπροσώπησή τους ενώπιον της Δικαιοσύνης και των διοικητικών αρχών, ενώ εξ άλλου, οι δικαστικές αποφάσεις επί των οποίων ερείδεται η προσβαλλόμενη υπουργική απόφαση έχουν εκδοθεί επί συλλογικών αγωγών του σωματείου τούτου. Με το ν. 2251/1994 θεσπίστηκαν διατάξεις σχετικά με προστασία του καταναλωτή, στις οποίες περιελήφθησαν και ρυθμίσεις της οδηγίας 93/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου (ΕΕ L 95). Ο νόμος αυτός τροποποιήθηκε με το ν. 3587/2007, με τον οποίο ενσωματώθηκε στην ελληνική έννομη τάξη η οδηγία 2005/29 «για τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές των επιχειρήσεων προς τους καταναλωτές στην εσωτερική αγορά» του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΕ L 149). Στο άρθρο 1 του εν λόγω ν. 2251/1994, όπως τροποποιήθηκε, ορίζεται ότι «τα δικαιώματα και τα συμφέροντα των καταναλωτών τελούν υπό την προστασία του Κράτους» (παρ. 1), το οποίο μεριμνά, μεταξύ άλλων, για «τα οικονομικά τους συμφέροντα» (παρ. 2 περ. β΄). Στο άρθρο 2 του ίδιου νόμου ορίζεται ότι «όροι που έχουν διατυπωθεί εκ των προτέρων για μελλοντικές συμβάσεις (γενικοί όροι των συναλλαγών), δεν δεσμεύουν τον καταναλωτή, εάν κατά την κατάρτιση της σύμβασης τους αγνοούσε ανυπαιτίως, όπως, ιδίως, όταν ο προμηθευτής δεν του υπέδειξε την ύπαρξή τους ή του στέρησε τη δυνατότητα να λάβει πραγματική γνώση του περιεχομένου τους» (παρ. 1)· «γενικοί όροι συναλλαγών που έχουν ως αποτέλεσμα την σημαντική διατάραξη της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων σε βάρος του καταναλωτή απαγορεύονται και είναι άκυροι. …» (παρ. 6)· «σε κάθε περίπτωση, καταχρηστικοί είναι ιδίως οι όροι που: α) … ε) επιφυλάσσουν στον προμηθευτή το δικαίωμα μονομερούς τροποποίησης ή λύσης της σύμβασης χωρίς ορισμένο, ειδικό και σπουδαίο λόγο, ο οποίος να αναφέρεται στη σύμβαση, στ) … ια) χωρίς σπουδαίο λόγο αφήνουν το τίμημα αόριστο και δεν επιτρέπουν τον προσδιορισμό του με κριτήρια ειδικά καθορισμένα στη σύμβαση και εύλογα στον καταναλωτή, ιβ) … κστ) επιτρέπουν στον προμηθευτή να απαιτήσει από τον καταναλωτή υπέρμετρες εγγυήσεις, κζ) αναστρέφουν το βάρος της απόδειξης σε βάρος του καταναλωτή ή περιορίζουν υπέρμετρα τα αποδεικτικά του μέσα, κη) …» (παρ. 7). Στο άρθρο 10 του ίδιου νόμου, όπως τούτο αντικαταστάθηκε από το άρθρο 13 του ν. 3587/2007, προβλέπεται η συγκρότηση ενώσεων καταναλωτών οι οποίες συγκροτούνται ως σωματεία και έχουν αποκλειστικό σκοπό την προστασία των δικαιωμάτων και των συμφερόντων του καταναλωτικού κοινού (παρ. 1)· οι ενώσεις αυτές, επί τη συνδρομή ορισμένων προϋποθέσεων, νομιμοποιούνται στην άσκηση κάθε είδους αγωγής για την προστασία των γενικότερων συμφερόντων του καταναλωτικού κοινού (συλλογική αγωγή). Με την αγωγή αυτή μπορεί ιδίως να ζητηθεί: α) η παράλειψη παράνομης συμπεριφοράς του προμηθευτή, ακόμη και πριν αυτή εκδηλωθεί, β) χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, γ) λήψη ασφαλιστικών μέτρων και δ) η αναγνώριση του δικαιώματος αποκατάστασης της ζημίας που υφίστανται οι καταναλωτές από την παράνομη συμπεριφορά (παρ. 16)· συλλογικές αγωγές των περιπτώσεων α΄ και β΄ της παραγράφου 16 δικάζονται κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, οι έννομες δε συνέπειες από την απόφαση αυτή ισχύουν έναντι πάντων, και αν δεν ήταν διάδικοι, ενώ το δεδικασμένο απόφασης που δέχεται εν όλω ή εν μέρει αγωγή της περίπτωσης δ΄ ισχύει και υπέρ των ζημιωθέντων καταναλωτών, έστω και αν αυτοί δεν είχαν συμμετάσχει στη σχετική δίκη (παρ. 20). Στην παρ. 21 του ίδιου άρθρου 10, όπως αντικαταστάθηκε κατά τα ανωτέρω, ορίζεται ότι «ο Υπουργός Ανάπτυξης μπορεί με απόφασή του που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, να καθορίζει τους όρους και προϋποθέσεις προσαρμογής της συναλλακτικής συμπεριφοράς των προμηθευτών στο δεδικασμένο αμετάκλητων δικαστικών αποφάσεων επί αγωγών καταναλωτή ή ενώσεων καταναλωτών, εφόσον οι συνέπειες του δεδικασμένου έχουν ευρύτερο δημόσιο ενδιαφέρον για την εύρυθμη λειτουργία της αγοράς και την προστασία των καταναλωτών». Τέλος, στην παρ. 2 του άρθρου 13α του ν. 2251/1994, όπως τούτο προστέθηκε με το άρθρο 17 του ν. 3587/2007, προβλέπονται διοικητικές κυρώσεις σε βάρος των προμηθευτών που παραβαίνουν διατάξεις του νόμου αυτού. Κατά την έννοια της παρ. 21 του άρθρου 10 του ν. 2251/1994, όπως αντικαταστάθηκε, ο νομοθέτης χορηγεί στη Διοίκηση, και ειδικότερα στον Υπουργό Ανάπτυξης, τη δυνατότητα θέσπισης κανόνων δικαίου με σκοπό τη ρύθμιση της συναλλακτικής συμπεριφοράς των προμηθευτών. Η δυνατότητα αυτή θεσπίζεται υπό τρεις προϋποθέσεις: α) ύπαρξη αμετάκλητης δικαστικής απόφασης, β) έναρξη της δίκης με αγωγή καταναλωτή ή ένωσης καταναλωτών εκδικαζόμενη με οποιαδήποτε διαδικασία, γ) οι συνέπειες του δεδικασμένου ή της ιδιότυπης δεσμευτικότητας, σε περίπτωση συλλογικών αγωγών εκδικαζομένων κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (βλ. Α.Π. 1219/2001), να έχουν ευρύτερο δημόσιο ενδιαφέρον για την εύρυθμη λειτουργία της αγοράς και την προστασία των καταναλωτών. Αν οι τρεις αυτές προϋποθέσεις συντρέχουν σωρευτικά, ο Υπουργός Ανάπτυξης μπορεί με κανονιστική πράξη να καθορίζει τους όρους και τις προϋποθέσεις προσαρμογής της συναλλακτικής συμπεριφοράς των προμηθευτών στο δεδικασμένο ή τη δεσμευτικότητα των πιο πάνω αποφάσεων. Η πιο πάνω εξουσιοδοτική διάταξη παρέχει στον Υπουργό Ανάπτυξης μόνο την αρμοδιότητα να διαπιστώσει την ύπαρξη αμετάκλητης δικαστικής απόφασης και, στη συνέχεια, εφόσον συντρέχουν και οι λοιπές νόμιμες προϋποθέσεις, να καταστήσει περιεχόμενο της κανονιστικής ρύθμισης τις κρίσεις της απόφασης αυτής, από τις οποίες παράγεται δεδικασμένο ή η κατά τα ανωτέρω ιδιότυπη δεσμευτικότητα. Ο Υπουργός δεν έχει και την αρμοδιότητα να εκφέρει ιδία κρίση σχετικά με τη δικαστική αυτή απόφαση, ιδίως όσον αφορά την ερμηνεία των εφαρμοστέων διατάξεων ή την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε αυτές (μειοψ). Εν όψει των ανωτέρω, τρίτοι βλαπτόμενοι από τις ρυθμίσεις της κανονιστικής υπουργικής απόφασης που εκδίδεται με βάση τη μνημονευθείσα εξουσιοδοτική διάταξη, αλλά και ήδη πριν από την έκδοση αυτής από τις κρίσεις της έναντι πάντων δεσμευτικής αποφάσεως που απετέλεσε το έρεισμά της, έχουν το δικαίωμα - εν όψει και των διατάξεων των άρθρων 20 παρ. 1 του Συντάγματος και 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν.δ. 53/1974 (Α΄ 256) - να ασκήσουν τριτανακοπή, σύμφωνα με το άρθρο 586 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. (π.δ. 305/1985 – Α΄ 182), κατά της δικαστικής απόφασης η οποία αποτέλεσε το έρεισμα της υπουργικής απόφασης, ώστε να επιδιώξουν με την ενδεχόμενη αποδοχή της τριτανακοπής και την συνακόλουθη εξαφάνιση της δικαστικής αποφάσεως, την έκλειψη του εν λόγω ερείσματος της υπουργικής αποφάσεως. Η εξουσιοδοτική διάταξη της παρ. 21 του άρθρου 10 του ν. 2251/1994, όπως αντικαταστάθηκε, παρέχει στον Υπουργό Ανάπτυξης αρμοδιότητα κανονιστικής ρύθμισης με το ανωτέρω περιεχόμενο, με κριτήριο το δημόσιο ενδιαφέρον για την εύρυθμη προστασία της αγοράς και την προστασία των καταναλωτών. Συνεπώς, το δημόσιο συμφέρον υπό την ανωτέρω έννοια τίθεται ως κριτήριο για την άσκηση της κανονιστικής αρμοδιότητας και ο Υπουργός Ανάπτυξης οφείλει, κάθε φορά που κάνει χρήση της νομοθετικής εξουσιοδότησης, να το εκτιμά. Εξ άλλου, οι μνημονευόμενοι στην εξουσιοδοτική διάταξη όροι και προϋποθέσεις προσαρμογής της συναλλακτικής συμπεριφοράς των προμηθευτών συνιστούν τις τυχόν αναφερόμενες στις πιο πάνω δικαστικές αποφάσεις περιστάσεις, υπό τις οποίες έχει κριθεί καταχρηστικός συγκεκριμένος γενικός όρος συναλλαγών. Κατ’ επίκληση της ανωτέρω εξουσιοδοτικής διάταξης εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης, με την οποία αποφασίστηκε η απαγόρευση αναγραφής των γενικών όρων συναλλαγών που έχουν κριθεί ως καταχρηστικοί με συγκεκριμένες αμετάκλητες δικαστικές αποφάσεις επί αγωγών ενώσεων καταναλωτών, σε τρεις κατηγορίες συμβάσεων που συνάπτουν τα πιστωτικά ιδρύματα με τους καταναλωτές και συγκεκριμένα σε α) συμβάσεις στεγαστικών δανείων κυμαινόμενου επιτοκίου, β) συμβάσεις χορήγησης πιστωτικών καρτών και γ) συμβάσεις λογαριασμού κατάθεσης. Στο προοίμιο της εν λόγω υπουργικής απόφασης αναφέρεται ότι για την έκδοσή της ελήφθησαν υπόψη, μεταξύ άλλων, το άρθρο 2 του ν. 2251/1994, αποφάσεις του Αρείου Πάγου, του Εφετείου Αθηνών και του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, οι οποίες έχουν καταστεί αμετάκλητες, καθώς και το γεγονός ότι οι συνέπειες του δεδικασμένου των ανωτέρω αποφάσεων έχουν ευρύτερο δημόσιο ενδιαφέρον για την εύρυθμη λειτουργία της αγοράς και την προστασία των καταναλωτών. Με τη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 43 του Συντάγματος παρέχεται στον κοινό νομοθέτη το δικαίωμα να μεταβιβάζει την αρμοδιότητα προς θέσπιση κανόνων δικαίου στην εκτελεστική εξουσία. Τίθεται δε ο κανόνας (εδάφιο πρώτο) ότι η νομοθετική εξουσιοδότηση παρέχεται προς τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας ως αρχηγό της εκτελεστικής εξουσίας, ο οποίος ασκεί τη μεταβιβαζόμενη αρμοδιότητα με την έκδοση προεδρικών διαταγμάτων. Η νομοθετική εξουσιοδότηση, για να είναι νόμιμη, πρέπει να είναι ειδική και ορισμένη, δηλαδή να προβαίνει σε συγκεκριμένο προσδιορισμό του αντικειμένου της και να καθορίζει τα όριά της σε σχέση προς αυτό. Η εξουσιοδοτική, επομένως, διάταξη πρέπει να μην είναι γενική και αόριστη, ασχέτως αν είναι ευρεία ή στενή, αν περιλαμβάνει δηλαδή μεγάλο ή μικρό αριθμό περιπτώσεων, τις οποίες η Διοίκηση μπορεί να ρυθμίσει κανονιστικώς βάσει της νομοθετικής εξουσιοδότησης. Η ευρύτητα της εξουσιοδότησης, εφόσον το περιεχόμενο της είναι ορισμένο, δεν επηρεάζει το κύρος της. Περαιτέρω, με τη διάταξη του δεύτερου εδαφίου της παρ. 2 του ίδιου άρθρου προβλέπεται ότι, στην περίπτωση που παρέχεται νομοθετική εξουσιοδότηση προς ρύθμιση ειδικών θεμάτων, στην περίπτωση δηλαδή του πρώτου εδαφίου της παρ. 2, φορέας της εξουσιοδότησης μπορεί να είναι και άλλα, εκτός του Προέδρου της Δημοκρατίας, όργανα της Διοίκησης, εφόσον όμως πρόκειται, μεταξύ άλλων, περί «ειδικότερων» θεμάτων. Ως ειδικότερα θέματα νοούνται εκείνα τα οποία αποτελούν, κατά το περιεχόμενο τους και σε σχέση με την ουσιαστική ρύθμιση που περιέχεται στο νομοθετικό κείμενο, μερικότερη περίπτωση ορισμένου θέματος που αποτελεί το αντικείμενο της νομοθετικής ρύθμισης. Απαιτείται, επομένως, στην περίπτωση αυτή, να περιέχει το νομοθετικό κείμενο όχι απλώς τον καθ’ ύλη προσδιορισμό του αντικειμένου της εξουσιοδότησης αλλά, επί πλέον, και την ουσιαστική ρύθμισή του, έστω και σε γενικό, ορισμένο, όμως, πλαίσιο σύμφωνα προς το οποίο θα ενεργήσει η Διοίκηση προκειμένου να ρυθμίσει τα μερικότερα θέματα. Οι ανωτέρω ουσιαστικές ρυθμίσεις μπορούν να υπάρχουν τόσο στις διατάξεις του εξουσιοδοτικού νόμου όσο και σε διατάξεις άλλων νόμων σχετικών με τα θέματα που αποτελούν αντικείμενο της νομοθετικής εξουσιοδότησης. Με τη μνημονευθείσα εξουσιοδοτική διάταξη καθορίζεται το αντικείμενο των κανόνων που μπορεί να θεσπίσει η Διοίκηση και ειδικότερα παρέχεται σε αυτήν η αρμοδιότητα να εκδώσει κανόνες δικαίου με ρυθμιστικό περιεχόμενο το περιεχόμενο συγκεκριμένων αμετάκλητων αποφάσεων, καθορίζοντας τη συναλλακτική συμπεριφορά των προμηθευτών κατά τρόπο ώστε να μη διαταράσσεται πλέον με αυτήν η ισορροπία των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων σε βάρος του καταναλωτή. Συνεπώς, η εν λόγω εξουσιοδότηση είναι ειδική και ορισμένη και τα όσα αντίθετα προβάλλουν οι αιτούσες είναι απορριπτέα ως αβάσιμα. Από τις διατάξεις του ν. 2251/1994, όπως τροποποιήθηκε με το ν. 3587/2007, αλλά και τις διατάξεις του κοινοτικού δικαίου (άρθρο 153 Συνθήκης ΕΚ, οδηγία 93/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων που συνάπτονται με καταναλωτές, οδηγία 98/27 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου περί των αγωγών παραλείψεως στον τομέα της προστασίας των συμφερόντων των καταναλωτών, οδηγία 2005/29 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, η οποία ενσωματώθηκε με το ν. 3587/2007) καθιερώνεται η κρατική υποχρέωση προσδιορισμού της συναλλακτικής συμπεριφοράς των προμηθευτών έναντι των καταναλωτών με γνώμονα το ευρύτερο δημόσιο ενδιαφέρον για την εύρυθμη λειτουργία της αγοράς και την προστασία των καταναλωτών. Εφόσον συνεπώς με τις ανωτέρω διατάξεις γίνεται ουσιαστική ρύθμιση του θέματος τούτου, η μνημονευθείσα εξουσιοδότηση αφορά τη ρύθμιση ειδικότερου θέματος κατά την έννοια του δεύτερου εδαφίου της παρ. 2 του άρθρου 43 του Συντάγματος και, κατά συνέπεια, νομίμως χορηγείται σε όργανο της Διοίκησης άλλο από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας. Με την εξουσιοδοτική διάταξη δεν παρέχεται στη Διοίκηση η αρμοδιότητα κανονιστικής ρύθμισης σχετικά με τους όρους άσκησης ελευθέριου επαγγέλματος, και μάλιστα εν γένει, ώστε να απαιτείται έκδοση κανονιστικού διατάγματος (Σ.τ.Ε. 2815/2004 Ολομ.). Εξ άλλου, δεν απαιτείται έκδοση κανονιστικού διατάγματος, όπως αβασίμως προβάλλουν οι αιτούσες, σε κάθε περίπτωση που με την εξουσιοδοτική διάταξη παρέχεται, όπως εν προκειμένω, η δυνατότητα θέσπισης συγκεκριμένων περιορισμών της συμβατικής ελευθερίας. Κατόπιν των ανωτέρω, οι λόγοι ακυρώσεως με τους οποίους προβάλλεται ότι μη νομίμως παρασχέθηκε νομοθετική εξουσιοδότηση σε όργανο της Διοίκησης άλλο από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Η συνταγματική προστασία της οικονομικής ελευθερίας (άρθρο 5 παρ. 1 του Συντάγματος), στην οποία περιλαμβάνονται η επαγγελματική και η συμβατική ελευθερία, δεν αποκλείει στον κοινό νομοθέτη ή, κατ’ εξουσιοδότηση αυτού στη Διοίκηση, να θεσπίζει, κατά τρόπο γενικό και αντικειμενικό, περιορισμούς της ελευθερίας αυτής για λόγους δημόσιου συμφέροντος˙ άλλωστε κατά το άρθρο 106 παρ. 2 του Συντάγματος η ιδιωτική οικονομική πρωτοβουλία δεν επιτρέπεται να αναπτύσσεται σε βάρος της ελευθερίας και της ανθρώπινης αξιοπρέπειας ή προς βλάβη της εθνικής οικονομίας. Οι περιορισμοί όμως αυτοί δεν επιτρέπεται να φτάνουν μέχρι του σημείου να καθίσταται αδύνατη ή υπερμέτρως δυσχερής η πραγματοποίηση των θεμιτών σκοπών της επιχειρηματικής δραστηριότητας, από τους οποίους εξαρτάται η επιβίωση της επιχείρησης ως οικονομικής μονάδας. Από το σύνολο των διατάξεων του εξουσιοδοτικού νόμου προκύπτει ότι η εξουσιοδότηση προς τον Υπουργό Ανάπτυξης αναφέρεται στη θέσπιση ρυθμίσεων-μέτρων προς αντιμετώπιση συγκεκριμένων προβλημάτων στη λειτουργία της συνταγματικώς κατοχυρωμένης (με τη συνταγματική εγγύηση της ιδιωτικής οικονομικής πρωτοβουλίας) οικονομίας της αγοράς. Οι ρυθμίσεις αυτές εξυπηρετούν το δημόσιο συμφέρον, όπως θα εκτεθεί κατωτέρω (σκέψη 21). Εν όψει τούτων, η εξουσιοδοτική διάταξη δεν παραβιάζει τις διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 1 και 106 παρ. 2 του Συντάγματος, εφόσον μάλιστα ο περιορισμός της οικονομικής ελευθερίας των προμηθευτών, στην οποία μπορεί βάσει αυτής να προβεί η κανονιστικώς δρώσα Διοίκηση, δεν καθιστά, κατά την κοινή αντίληψη, αδύνατη ή ουσιωδώς δυσχερή την άσκηση της επιχειρηματικής δραστηριότητας των αιτουσών τραπεζών (πρβ. Σ.τ.Ε. 3031/2008 Ολομ.). Συνεπώς, ο λόγος με τον οποίο οι αιτούσες προβάλλουν ότι η εξουσιοδοτική διάταξη περιορίζει υπέρμετρα την ιδιωτική αυτονομία και οικονομική ελευθερία τους είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Η θέσπιση κανονιστικής ρύθμισης κατά σύννομη άσκηση κανονιστικής αρμοδιότητας δυνάμει νομοθετικής εξουσιοδότησης δεν συνιστά εφαρμογή κανόνα δικαίου σε συγκεκριμένη ατομική περίπτωση αλλά θέση γενικού και απρόσωπου κανόνα δικαίου και αποτελεί, κατά το ουσιαστικό της περιεχόμενο, νομοθέτηση˙ ως εκ τούτου, δεν απαιτείται αιτιολογία εκ μέρους της Διοίκησης για την πρόκριση συγκεκριμένης ρύθμισης ως βέλτιστης. Η κανονιστική πράξη ελέγχεται μόνον από την άποψη της τήρησης των όρων της εξουσιοδοτικής διάταξης επί της οποίας εκδίδεται, καθώς και της τυχόν υπέρβασης των ορίων της εξουσιοδότησης. Η λήψη υπόψη και η εκτίμηση από τη Διοίκηση κριτηρίων τιθεμένων από την εξουσιοδοτική διάταξη δεν είναι απαραίτητο να προκύπτει από την ίδια την κανονιστική ρύθμιση αλλά μπορεί να προκύπτει από τις σχετικές προπαρασκευαστικές πράξεις ή και άλλα στοιχεία του φακέλου. Στο προοίμιο της προσβαλλόμενης υπουργικής απόφασης αναφέρεται ότι για την έκδοση της ελήφθησαν υπόψη, μεταξύ άλλων, αμετάκλητες δικαστικές αποφάσεις και το γεγονός ότι οι συνέπειες του δεδικασμένου των ανωτέρω αποφάσεων έχουν ευρύτερο δημόσιο ενδιαφέρον για την εύρυθμη λειτουργία της αγοράς και την προστασία των καταναλωτών. Εν όψει των ανωτέρω, ο λόγος ακυρώσεως ότι από το γράμμα της διάταξης αυτής συνάγεται ότι ο Υπουργός Ανάπτυξης εξουσιοδοτείται αποκλειστικώς να εισαγάγει διατάξεις με τις οποίες καθορίζονται μόνο τα μέσα και τα τυχόν μέτρα που λαμβάνει η Διοίκηση ώστε οι προμηθευτές να συμμορφωθούν προς το δεδικασμένο αμετάκλητων δικαστικών αποφάσεων και ότι, συνεπώς, η προσβαλλόμενη υπουργική απόφαση έχει εκδοθεί καθ’ υπέρβαση της εξουσιοδότησης, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Για την αναδρομική ισχύ κανονιστικής ρύθμισης, δηλαδή την πρόσδοση από την κανονιστική πράξη αναδρομής στην ουσιαστική ισχύ της απαιτείται ρητή πρόβλεψη στην εξουσιοδοτική διάταξη του νόμου. Εν προκειμένω, στην εξουσιοδοτική διάταξη δεν υπάρχει πρόβλεψη για δυνατότητα πρόσδοσης αναδρομικής ισχύος στις ρυθμίσεις που θα τεθούν από τη Διοίκηση, ούτε όμως η προσβαλλόμενη υπουργική απόφαση περιλαμβάνει αναδρομική ρύθμιση υπό την ανωτέρω έννοια, εφόσον οι ισχύς των κανόνων δικαίου που θεσπίζονται με αυτήν αρχίζει από τη δημοσίευσή της. Συνεπώς, ο λόγος με τον οποίο προβάλλεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει ανεπίτρεπτη αναδρομή, διότι οι αμετάκλητες αποφάσεις που αναφέρονται στο προοίμιό της, το δεδικασμένο των οποίων καθίσταται πλέον κανόνας δικαίου, είναι προγενέστερες της εξουσιοδοτικής διάταξης, είναι απορριπτέος γιατί στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση. Απορριπτέος, εξ άλλου, ως αβάσιμος είναι και ο συναφής λόγος ότι η εξουσιοδοτική διάταξη έχει την έννοια ότι ο Υπουργός μπορεί να καθορίζει όρους και προϋποθέσεις προσαρμογής της συναλλακτικής συμπεριφοράς των προμηθευτών στο δεδικασμένο δικαστικών αποφάσεων που καθίστανται αμετάκλητες μετά τη θέση σε ισχύ της εξουσιοδοτικής διάταξης, δεδομένου ότι ο νομοθέτης δεν θέτει κανένα σχετικό περιορισμό, ούτε μια τέτοια ερμηνεία υπαγορεύεται από συνταγματικές διατάξεις και μάλιστα από το άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος. Περαιτέρω, σύμφωνα με τη συνταγματική αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος εδάφιο τέταρτο) οι επιβαλλόμενοι από το νόμο περιορισμοί στην επαγγελματική ελευθερία πρέπει να είναι πρόσφοροι και αναγκαίοι για την επίτευξη του επιδιωκόμενου από το νομοθέτη σκοπού δημόσιου ή κοινωνικού συμφέροντος και να μην είναι δυσανάλογοι σε σχέση προς αυτόν. Όσον αφορά τον έλεγχο της προσφορότητας και αναγκαιότητας των μέτρων που θεσπίζονται για την επίτευξη του εν λόγω σκοπού, ο νομοθέτης - στον οποίο περιλαμβάνεται και ο κανονιστικός νομοθέτης - διαθέτει ευρύ περιθώριο εκτίμησης, για τον καθορισμό των ρυθμίσεων που αυτός κρίνει πρόσφορες και αναγκαίες. Ως εκ τούτου, ο δικαστικός έλεγχος της τήρησης της αρχής της αναλογικότητας περιορίζεται στην κρίση αν η θεσπιζόμενη ρύθμιση είτε είναι προδήλως απρόσφορη, είτε υπερβαίνει προδήλως το απαραίτητο για την πραγματοποίηση του επιδιωκόμενου σκοπού μέτρο (Σ.τ.Ε. 3031/2008 Ολομ.). Οι ρυθμίσεις της προσβαλλόμενης κανονιστικής υπουργικής απόφασης δεν παρίστανται απρόσφορες για την επίτευξη του επιδιωκόμενου από το νομοθέτη σκοπού δημόσιου συμφέροντος και δεν συνιστούν περιορισμό της οικονομικής ελευθερίας των αιτουσών τραπεζών δυσανάλογο, μάλιστα δε προδήλως δυσανάλογο, σε σχέση με τον επιδιωκόμενο με αυτές σκοπό. Κατά συνέπεια, η Διοίκηση, κατά τη χρήση της εξουσιοδότησης, δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας και ο εξεταζόμενος λόγος πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Κατ’ ιδίαν καταχρηστικοί όροι συναλλαγών κριθέντες ως καταχρηστικοί με αμετάκλητες δικαστικές αποφάσεις και νομίμως περιληφθέντες στην υπουργική απόφαση κατ’ απόρριψη των περί του αντιθέτου λόγων ακυρώσεως: Ι. Συμβάσεις στεγαστικών δανείων κυμαινόμενου επιτοκίου α) Όρος που προβλέπει την είσπραξη από το πιστωτικό ίδρυμα εξόδων «χρηματοδότησης», «προέγκρισης δανείου» ή «εξέτασης αιτήματος δανείου», κλιμακούμενων ανάλογα με το ποσό του δανείου β) Όρος που προβλέπει την επιβολή ποσού «προμήθειας» ή «εξόδων φακέλου» γ) Όρος που προβλέπει ότι, σε περίπτωση καθυστέρησης πληρωμής εκ μέρους του καταναλωτή οποιασδήποτε δόσης ή μέρους αυτής ή των τόκων ή των εξόδων, το πιστωτικό ίδρυμα δύναται να καταγγείλει τη σύμβαση δανείου και να ζητήσει το σύνολο του ανεξόφλητου ποσού μαζί με τους αναλογούντες τόκους υπερημερίας. δ) Όρος που προβλέπει την παραίτηση του εγγυητή από τα ευεργετήματα και τις ενστάσεις που του αναγνωρίζουν τα άρθρα 862 - 868 Α.Κ., όπως εκάστοτε ισχύουν. ε) Όρος που προβλέπει υπολογισμό των τόκων με βάση έτος 360 ημερών αντί του ημερολογιακού έτους. στ) Όρος που προβλέπει ως πρόσθετη ασφάλεια την εκχώρηση και μεταβίβαση στο πιστωτικό ίδρυμα των μισθωμάτων επί εκμισθωμένου από τον καταναλωτή ακινήτου, εφόσον το πιστωτικό ίδρυμα απαιτεί επιπλέον από τον καταναλωτή να εγγράψει υπέρ αυτού προσημείωση υποθήκης για ποσό που υπερκαλύπτει το ύψος του δανείου, να διατηρεί το ακίνητο ασφαλισμένο με δικαιούχο του ασφαλίσματος το ίδιο το πιστωτικό ίδρυμα και να συνυπογράψει τη σύμβαση δανείου ως εγγυητής τρίτο πρόσωπο. ζ) Όρος που προβλέπει ότι, σε περίπτωση πρόωρης εξόφλησης μερικώς ή ολικώς του κεφαλαίου του δανείου, η οποία πραγματοποιείται μετά τον πρώτο χρόνο σύναψης της σύμβασης και εφόσον δεν υπάρχει καθυστέρηση οφειλής, ο καταναλωτής θα καταβάλει ως αποζημίωση στο πιστωτικό ίδρυμα ποσό ίσο με ποσοστό επί του κεφαλαίου που καταβάλλεται πρόωρα ή τόκους ορισμένων μηνών επί του κεφαλαίου αυτού. Επίσης, κάθε όρος που εξαρτά την άσκηση του προαναφερόμενου δικαιώματος πρόωρης εξόφλησης από οποιοδήποτε αντάλλαγμα. ΙΙ. Συμβάσεις χορήγησης πιστωτικών καρτών α) Όρος που προβλέπει, στις περιπτώσεις ανάληψης μετρητών, την καταβολή προμήθειας στο πιστωτικό ίδρυμα. β) Όρος που προβλέπει την αποκλειστική αρμοδιότητα δικαστηρίων συγκεκριμένης πόλης για την επίλυση διαφορών που θα προκύπτουν από τη σύμβαση μεταξύ πιστωτικού ιδρύματος και καταναλωτή. γ) Όρος που προβλέπει ότι αν, εντός συγκεκριμένης ταχθείσας από το πιστωτικό ίδρυμα προθεσμίας από τη λήψη του μηνιαίου λογαριασμού (ή και άλλης ειδοποίησης οποτεδήποτε, για την πληρωμή οφειλής σχετικής με την κάρτα), ο κάτοχος ή ο συνοφειλέτης δεν αμφισβητήσει το σύνολο του ποσού και δεν προτείνει τις βάσιμες αντιρρήσεις του, λογίζεται ότι αποδέχθηκε όλες τις εγγραφές που έγιναν καθώς και το χρεωστικό του υπόλοιπο και δεν έχει πλέον το δικαίωμα να το αμφισβητήσει. δ) Όρος που προβλέπει ότι το πιστωτικό ίδρυμα δύναται να καταγγείλει οποτεδήποτε, χωρίς προειδοποίηση ή αιτιολόγηση τη σύμβαση πίστωσης με τον κάτοχο (ή και να απαγορεύσει οποιαδήποτε χρήση της κάρτας) καθώς και να τροποποιεί μονομερώς οποιοδήποτε όρο της σύμβασης. ε) Όρος που προβλέπει την επιβάρυνση του καταναλωτή με ποσό προμήθειας ή εξόδων για τη χορήγηση από το πιστωτικό ίδρυμα βεβαίωσης οφειλών. στ) Όρος που προβλέπει την αναπροσαρμογή του ύψους της ετήσιας συνδρομής πιστωτικής κάρτας, χωρίς προηγούμενη ενημέρωση του κατόχου της. ΙΙΙ. Συμβάσεις λογαριασμού κατάθεσης. Όρος που προβλέπει ότι το πιστωτικό ίδρυμα επιβάλλει κατά την κρίση του οποτεδήποτε έξοδα κίνησης σε κάθε λογαριασμό κατάθεσης για την περίπτωση που δεν παρουσιάζει υπόλοιπο ανώτερο από το κατώτατο όριο που θα καθορίζει κάθε φορά το ίδιο για το αντίστοιχο είδος λογαριασμού.
Αρχή
 10 Προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας στην Οδηγία 2005/36/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 7.9.2005, σχετικά με την αναγνώριση των επαγγελματικών προσόντων.
14/4/2010
Σύμφωνα με το 42/2010 πρακτικό επεξεργασίας (Ε΄ Τμήμα), το σχέδιο προεδρικού διατάγματος «Προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας στην Οδηγία 2005/36/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 7.9.2005, σχετικά με την αναγνώριση των επαγγελματικών προσόντων» ερείδεται κατ’ αρχήν νομίμως στις διατάξεις των άρθρων 3 και 4 του ν. 1338/1983, όπως ισχύουν.

Ειδικότερα, με το πιο πάνω πρακτικό έγιναν δεκτά τα εξής: Με το υπό επεξεργασία σχέδιο διατάγματος επιχειρείται η προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας στην οδηγία 2005/36/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 7ης Σεπτεμβρίου 2005 (ΕΕL 255) σχετικά με την αναγνώριση των επαγγελματικών προσόντων, και στην οδηγία 2006/100/ΕΚ του Συμβουλίου της 20ης Νοεμβρίου 2006 (ΕΕL 363) για την προσαρμογή ορισμένων οδηγιών στον τομέα της ελεύθερης κυκλοφορίας των προσώπων, λόγω της προσχώρησης της Βουλγαρίας και της Ρουμανίας. Ειδικότερα, με την οδηγία 2005/36/ΕΚ θεσπίζονται οι κανόνες, σύμφωνα με τους οποίους τα επαγγελματικά προσόντα που έχουν αποκτηθεί σε ένα ή περισσότερα κράτη μέλη (κράτη μέλη καταγωγής) αναγνωρίζονται για την ανάληψη και την άσκηση νομοθετικά ρυθμιζόμενου επαγγέλματος και δίνουν στον κάτοχό τους το δικαίωμα να ασκεί αυτό το επάγγελμα σε άλλο κράτος μέλος (άρθρο 1 οδηγίας). Κατ’ επίκληση των διατάξεων των άρθρων 46, 53 παράγραφος 1 και 62 της Συνθήκης (τότε άρθρων 49, 57 παράγραφος 1 και 66, αντιστοίχως), εκδόθηκε αρχικώς η οδηγία 89/48/ΕΟΚ του Συμβουλίου «σχετικά με ένα γενικό σύστημα αναγνώρισης των διπλωμάτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης που πιστοποιούν επαγγελματική εκπαίδευση ελάχιστης διάρκειας τριών ετών» (ΕΕ L 19). Με την οδηγία αυτή θεσπίσθηκε, με σκοπό τη διευκόλυνση της ελεύθερης κυκλοφορίας των προσώπων και των υπηρεσιών, ένα γενικής εφαρμογής σύστημα αναγνώρισης διπλωμάτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, το οποίο είχε τα εξής βασικά χαρακτηριστικά: α) αφορούσε διπλώματα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, τα οποία χορηγήθηκαν σε κοινοτικούς υπηκόους από αρμόδια αρχή κράτους μέλους, πιστοποιούσαν επαγγελματική εκπαίδευση ελάχιστης διάρκειας τριών ετών και επέτρεπαν στους κατόχους τους την πρόσβαση σε νομοθετικώς κατοχυρωμένο επάγγελμα και την άσκησή του στο ανωτέρω κράτος μέλος και β) απέβλεπε στην κτήση, από τους ανωτέρω κοινοτικούς υπηκόους, του δικαιώματος να ασκούν, ως ελεύθεροι επαγγελματίες ή μισθωτοί, το αντίστοιχο, νομοθετικώς κατοχυρωμένο, επάγγελμα σε άλλο κράτος μέλος (κράτος μέλος υποδοχής), διάφορο εκείνου στο οποίο απέκτησαν το δίπλωμά τους. Ακολούθησε η οδηγία 92/51/ΕΟΚ του Συμβουλίου, με τίτλο «σχετικά με ένα δεύτερο γενικό σύστημα αναγνώρισης της επαγγελματικής εκπαίδευσης, το οποίο συμπληρώνει την οδηγία 89/48/ΕΟΚ», (ΕΕ L 209). Με την οδηγία αυτή, η οποία εκδόθηκε κατ’ επίκληση των αυτών ως άνω διατάξεων της Συνθήκης, θεσπίσθηκε ένα συμπληρωματικό γενικό σύστημα αναγνωρίσεως των επαγγελματικών σπουδών, με σκοπό να καλυφθούν τα επίπεδα εκπαίδευσης τα οποία δεν καλύπτονταν από το σύστημα της οδηγίας 89/48/ΕΟΚ. Σύμφωνα με την πέμπτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 92/51/ΕΟΚ, το θεσπιζόμενο με την οδηγία αυτή συμπληρωματικό σύστημα βασιζόταν στις ίδιες αρχές και περιελάμβανε, τηρουμένων των αναλογιών, τους ίδιους κανόνες με το αρχικό γενικό σύστημα της οδηγίας 89/48. Εξάλλου, με τις οδηγίες 77/452/ΕΟΚ, 77/453/ΕΟΚ, 78/686/ΕΟΚ, 78/687/ΕΟΚ, 78/1026/ΕΟΚ, 78/1027/ΕΟΚ, 80/154/ΕΟΚ, 80/155/ΕΟΚ, 85/384/ΕΟΚ, 85/432/ΕΟΚ, 85/433/ΕΟΚ, 93/16/ΕΟΚ επιδιώχθηκε η πλήρης εναρμόνιση των νομοθεσιών των Κρατών Μελών ως προς τους όρους εκπαίδευσης, τους τίτλους εκπαίδευσης και τα επαγγελματικά δικαιώματα των νοσοκόμων υπεύθυνων για γενική περίθαλψη, οδοντιάτρων, ειδικευμένων οδοντιάτρων, κτηνιάτρων, μαιών, μαιευτών, αρχιτεκτόνων, φαρμακοποιών και ιατρών, βασικής εκπαίδευσης και ειδικευμένων, ενώ με την οδηγία 1999/42/ΕΚ θεσπίστηκε σύστημα αναγνώρισης επαγγελματικών προσόντων βάσει της επαγγελματικής εμπειρίας σε εμπορικές, βιοτεχνικές και βιομηχανικές επαγγελματικές δραστηριότητες που καλύπτονταν από τις οδηγίες ελευθέρωσης. Οι ανωτέρω οδηγίες αντικαταστάθηκαν, από 20.10.2007, από την οδηγία 2005/36/ΕΚ, εκδοθείσα κατ’ επίκληση των άρθρων 46, 53 παράγραφος 1 και 62 της Συνθήκης (τότε άρθρων 40, 47 παράγραφος 1 και 2 και 55), με το άρθρο 62 της οποίας καταργήθηκαν ρητώς οι προγενέστερες αυτές οδηγίες, οι ρυθμίσεις των οποίων αναδιαρθρώνονται και συστηματοποιούνται με τη νέα αυτή οδηγία. Από το άρθρο 2, παράγραφος 1, της οδηγίας 2005/36/ΕΚ προκύπτει ότι η οδηγία αυτή έχει εφαρμογή στην περίπτωση κάθε υπηκόου κράτους μέλους, ο οποίος επιθυμεί να ασκήσει νομοθετικά κατοχυρωμένο επάγγελμα σε κράτος μέλος άλλο από εκείνο, στο οποίο απέκτησε τα επαγγελματικά προσόντα του. Το άρθρο 3 της ίδιας οδηγίας ορίζει, μεταξύ άλλων, την έννοια του νομοθετικά ρυθμιζόμενου επαγγέλματος ως της επαγγελματικής δραστηριότητας ή του συνόλου επαγγελματικών δραστηριοτήτων των οποίων η ανάληψη, η άσκηση ή ένας από τους όρους άσκησης εξαρτάται άμεσα ή έμμεσα, δυνάμει νομοθετικών, κανονιστικών ή διοικητικών διατάξεων, από την κατοχή καθορισμένων επαγγελματικών προσόντων, την έννοια των επαγγελματικών προσόντων ως των προσόντων που πιστοποιούνται από τίτλο εκπαίδευσης, από βεβαίωση επάρκειας ή/και από επαγγελματική πείρα και την έννοια του τίτλου εκπαίδευσης ως των διπλωμάτων, πιστοποιητικών και άλλων τίτλων που χορηγούνται από αρχή κράτους μέλους, η οποία έχει οριστεί σύμφωνα με τις νομοθετικές, κανονιστικές ή διοικητικές διατάξεις του εν λόγω κράτους, και βεβαιώνουν επιτυχώς περατωθείσα επαγγελματική εκπαίδευση που έχει αποκτηθεί, κατά κύριο λόγο, στην Κοινότητα. Σύμφωνα με το άρθρο 4 της οδηγίας η αναγνώριση των επαγγελματικών προσόντων από το κράτος μέλος υποδοχής παρέχει στο δικαιούχο τη δυνατότητα να αποκτήσει στο κράτος αυτό πρόσβαση στο επάγγελμα, για το οποίο διαθέτει τα προσόντα στο κράτος μέλος καταγωγής, και να το ασκεί στο κράτος μέλος υποδοχής υπό τις ίδιες με τους πολίτες του προϋποθέσεις. Στο άρθρο 10 της οδηγίας ορίζεται το πεδίο εφαρμογής του γενικού συστήματος αναγνώρισης τίτλων εκπαίδευσης, το οποίο καλύπτει τα θέματα που είχαν ρυθμιστεί από τις οδηγίες 89/48/ΕΟΚ και 92/51/ΕΟΚ, υπό την επιφύλαξη ειδικών ρυθμίσεων για συγκεκριμένα επαγγέλματα ρητώς προσδιοριζόμενα. Στα άρθρα 11 και 12 της οδηγίας καθορίζονται τα επίπεδα των επαγγελματικών προσόντων, όπως προκύπτουν από βεβαιώσεις επάρκειας, πιστοποιητικά ή διπλώματα που βεβαιώνουν είτε την επαγγελματική πείρα, είτε γενική πρωτοβάθμια ή δευτεροβάθμια εκπαίδευση, είτε γενική εκπαίδευση συμπληρωμένη με κύκλο σπουδών επαγγελματικής εκπαίδευσης ή από πρακτική άσκηση ή άσκηση του επαγγέλματος είτε τεχνική ή επαγγελματική εκπαίδευση με την επιπλέον απαιτούμενη πρακτική άσκηση ή άσκηση του επαγγέλματος, είτε εκπαίδευση μεταδευτεροβάθμιου επιπέδου ενός, τριών ή τεσσάρων ετών. Εξομοιώνεται επίσης προς τους ανωτέρω τίτλους εκπαίδευσης και κάθε επαγγελματικό προσόν που, χωρίς να πληροί τις απαιτήσεις που ορίζονται στις νομοθετικές, κανονιστικές ή διοικητικές διατάξεις του κράτους μέλους καταγωγής σχετικά με την ανάληψη ή την άσκηση ενός επαγγέλματος, παρέχει στον κάτοχό του κεκτημένα δικαιώματα δυνάμει των εν λόγω διατάξεων. Στο άρθρο 13 της οδηγίας καθιερώνεται ο κανόνας ότι το κράτος μέλος υποδοχής παρέχει την δυνατότητα ανάληψης του οικείου επαγγέλματος και της άσκησής του, υπό τους ίδιους όρους με εκείνους που ισχύουν για πολίτες του, σε όσους είναι κάτοχοι της βεβαίωσης επάρκειας ή του τίτλου εκπαίδευσης που απαιτείται από άλλο κράτος μέλος για την ανάληψη ή την άσκηση του ίδιου επαγγέλματος στην επικράτειά του. Στο άρθρο 14 ορίζεται ότι το κράτος μέλος υποδοχής διατηρεί πάντως τη δυνατότητα να απαιτεί από τον ενδιαφερόμενο την πραγματοποίηση πρακτικής άσκησης προσαρμογής επί τρία έτη, κατ' ανώτατο όριο, ή την υποβολή σε δοκιμασία επάρκειας σε μία από τις ακόλουθες περιπτώσεις: α) εφόσον η διάρκεια της εκπαίδευσης, την οποία επικαλείται ο ενδιαφερόμενος, είναι μικρότερη κατά τουλάχιστον ένα έτος από εκείνη που απαιτείται στο κράτος μέλος υποδοχής, β) εφόσον η εκπαίδευση, την οποία έχει λάβει ο ενδιαφερόμενος, αφορά τομείς γνώσεων ουσιωδώς διαφορετικούς από εκείνους που καλύπτονται από τον απαιτούμενο στο κράτος μέλος υποδοχής τίτλο εκπαίδευσης και γ) εφόσον το νομοθετικώς ρυθμιζόμενο επάγγελμα στο κράτος μέλος υποδοχής περιλαμβάνει μία ή περισσότερες νομοθετικώς ρυθμιζόμενες επαγγελματικές δραστηριότητες, οι οποίες δεν υπάρχουν στο αντίστοιχο επάγγελμα στο κράτος μέλος προέλευσης του ενδιαφερομένου και εφόσον η εν λόγω διαφορά συνίσταται στη συγκεκριμένη εκπαίδευση, η οποία απαιτείται στο κράτος μέλος υποδοχής και αφορά τομείς γνώσεων ουσιωδώς διαφορετικούς από εκείνους που καλύπτονται από τη βεβαίωση επάρκειας ή τον τίτλο εκπαίδευσης, τους οποίους διαθέτει ο αιτών. Στα άρθρα 16, 17 , 18 και 19 η οδηγία οργανώνει το σύστημα αναγνώρισης επαγγελματικών προσόντων βάσει της επαγγελματικής εμπειρίας σε εμπορικές, βιοτεχνικές και βιομηχανικές επαγγελματικές δραστηριότητες που περιγράφονται στο παράρτημα IV της οδηγίας. Στα άρθρα 21 έως 49 θεσπίζεται το σύστημα αυτόματης αναγνώρισης επαγγελματικών προσόντων στα επαγγέλματα ιατρών, βασικής εκπαίδευσης και ειδικευμένων, νοσοκόμων υπεύθυνων για γενική περίθαλψη, οδοντιάτρων, ειδικευμένων οδοντιάτρων, κτηνιάτρων, φαρμακοποιών και αρχιτεκτόνων, βάσει των τίτλων εκπαίδευσης οι οποίοι εμφαίνονται στο παράρτημα V, εφόσον οι τίτλοι αυτοί πληρούν τους ελάχιστους όρους εκπαίδευσης για τους οποίους γίνεται αντιστοίχως λόγος στα άρθρα 24, 25, 31, 34, 35, 38, 44 και 46. Εξάλλου, στα άρθρα 5 έως 9 της οδηγίας θεσπίζονται οι όροι, με τους οποίους διευκολύνεται η περιστασιακή και προσωρινή παροχή υπηρεσιών σε άλλο κράτος μέλος. Τέλος, στο άρθρο 50 παρ. 3 της οδηγίας καθορίζεται η έκταση του ελέγχου, τον οποίο μπορούν να ασκήσουν τα κράτη μέλη επί τίτλων εκπαίδευσης που έχουν εκδοθεί από αρμόδια αρχή κράτους μέλους και περιλαμβάνουν την εκπαίδευση που έχει αποκτηθεί εν μέρει ή εξ ολοκλήρου σε εκπαιδευτικό ίδρυμα, το οποίο εδρεύει νόμιμα στην επικράτεια άλλου κράτους μέλους. Όπως κρίνεται παγίως, τα σχέδια προεδρικών διαταγμάτων που περιέχουν συμμόρφωση προς οδηγίες πρέπει να αποστέλλονται στο Συμβούλιο της Επικρατείας σε εύλογο χρόνο πριν τη λήξη της προθεσμίας συμμόρφωσης, προκειμένου το Συμβούλιο να δυνηθεί να ασκήσει λυσιτελώς τη γνωμοδοτική του αρμοδιότητα και η Διοίκηση να έχει τον χρόνο να συμμορφωθεί προς τυχόν παρατηρήσεις νομιμότητας (Π.Ε. 166/2009, 99/08, 338/06, 183/05, 114/04, κ.ά.). Στην προκειμένη περίπτωση, ως προθεσμία συμμόρφωσης προς την οδηγία 2005/36/ΕΚ ορίζεται, στο άρθρο 63 αυτής, το χρονικό διάστημα έως την 20.10.2007, ενώ, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 1 της οδηγίας 2006/100/ΕΚ, με την οποία τροποποιήθηκε, πλην άλλων, η οδηγία 2005/36/ΕΚ προκειμένου να προσαρμοστούν οι ρυθμίσεις της προς την προσχώρηση της Βουλγαρίας και της Ρουμανίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, τα κράτη μέλη όφειλαν να συμμορφωθούν προς την τελευταία αυτή οδηγία το αργότερο μέχρι την ημερομηνία προσχώρησης των εν λόγω χωρών (1.1.2007). Ήδη, εξάλλου, εκδόθηκε κατόπιν της από 29.10.2008 προσφυγής της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων κατά της Ελλάδας, η απόφαση της 2ας Ιουλίου 2009 του Δικαστηρίου Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, με την οποία αναγνωρίστηκε ότι η Ελληνική Δημοκρατία, μη θεσπίζοντας, εντός της ταχθείσας προθεσμίας, τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις προκειμένου να συμμορφωθεί την οδηγία 2005/36/ΕΚ, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την οδηγία αυτή. Περαιτέρω, με την απόφαση της 4ης Ιουνίου 2009 του Δικαστηρίου Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων αναγνωρίστηκε ότι η Ελληνική Δημοκρατία, μη θεσπίζοντας, εντός της ταχθείσας προθεσμίας, τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις για τη συμμόρφωσή της προς την οδηγία 2006/100/ΕΚ του Συμβουλίου, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 2 της ως άνω οδηγίας. Ενόψει τούτων παρατηρείται εκ προοιμίου ότι σημειώθηκε σημαντική καθυστέρηση στην προώθηση προς επεξεργασία του σχεδίου, το οποίο περιήλθε στο Συμβούλιο της Επικρατείας την 5.1.2010. Ειδικότερα τα σημαντικότερα θέματα στα οποία αναφέρεται το εν λόγω πρακτικό επεξεργασίας είναι τα ακόλουθα: Α) Στα άρθρα 5, 6 και 7 της οδηγίας ρυθμίζεται η ελεύθερη παροχή υπηρεσιών στα κράτη μέλη. Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι το δικαίωμα της ελεύθερης, προσωρινής και περιστασιακής, παροχής υπηρεσιών σε κράτος μέλος από πρόσωπο εγκατεστημένο σε άλλο κράτος μέλος, κτάται με την υποβολή της τυχόν απαιτούμενης στο κράτος υποδοχής γραπτής δήλωσης της παραγράφου 1 του άρθρου 7 της οδηγίας στην αρμόδια αρχή, ή και των δικαιολογητικών που προβλέπονται στην παρ. 2 του άρθρου 7, η δε προβλεπόμενη στο κράτος υποδοχής προσωρινή εγγραφή ή τυπική προσχώρηση σε επαγγελματική οργάνωση επέρχεται «αυτόματα» με την αποστολή της παραπάνω δήλωσης με τα τυχόν απαιτούμενα δικαιολογητικά. Κατ’ εξαίρεση επιτρέπεται ο έλεγχος των επαγγελματικών προσόντων του παρέχοντος, πριν από την πρώτη παροχή υπηρεσιών, στην περίπτωση των νομοθετικά κατοχυρωμένων επαγγελμάτων που έχουν επιπτώσεις στη δημόσια υγεία ή ασφάλεια και δεν τυγχάνουν αυτόματης αναγνώρισης δυνάμει του τίτλου ΙΙΙ κεφάλαιο ΙΙΙ της οδηγίας. Στην παρ. 3 του άρθρου 7 του σχεδίου προεδρικού διατάγματος όμως προβλέπεται ότι «Η αρμόδια για κάθε επάγγελμα αρχή, όπως ορίζεται με την απόφαση που εκδίδεται σύμφωνα με την παράγραφο 6 του παρόντος άρθρου, εξετάζει τη δήλωση και τα δικαιολογητικά και χορηγεί εντός επτά εργάσιμων ημερών από την παραλαβή όλων των δικαιολογητικών βεβαίωση στον πάροχο υπηρεσιών, στην οποία πιστοποιεί ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις για την παροχή υπηρεσιών και προσδιορίζει σύμφωνα με την παράγραφο 4 του παρόντος άρθρου τον τίτλο που χρησιμοποιεί ο πάροχος. Σε περίπτωση που υπάρχουν βάσιμες υπόνοιες για τη γνησιότητα των υποβληθέντων δικαιολογητικών, η αρμόδια αρχή το γνωστοποιεί εγγράφως στον πάροχο και ορίζει περαιτέρω εύλογη προθεσμία για την χορήγηση της βεβαίωσης». Με τη διάταξη αυτή επιχειρείται η καθιέρωση ενός επιπλέον σταδίου διοικητικού ελέγχου της συνδρομής των ουσιαστικών προϋποθέσεων στο πρόσωπο του παρόχου υπηρεσιών, πέραν εκείνου που προβλέπεται στην ειδική περίπτωση των επαγγελμάτων της παραγράφου 4 του άρθρου 7 της οδηγίας. Η διάταξη αυτή τίθεται νομίμως, μόνον υπό την εκδοχή ότι η εν λόγω βεβαίωση δεν συνιστά προϋπόθεση για την άσκηση του δικαιώματος της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, το οποίο κτάται με μόνη την υποβολή της γραπτής δήλωσης της παραγράφου 1 του άρθρου 7 της οδηγίας στην αρμόδια αρχή ή και των δικαιολογητικών που προβλέπονται στην παράγραφο 2 του άρθρου 7 στην οικεία επαγγελματική οργάνωση. Ενόψει των ανωτέρω, η διάταξη πρέπει να επαναδιατυπωθεί ώστε να καθίσταται σαφές ότι η πρώτη παροχή υπηρεσιών δεν εξαρτάται από τη χορήγηση της προβλεπόμενης στη διάταξη αυτή του σχεδίου βεβαίωσης της αρμόδιας αρχής. Β) Σύμφωνα με το άρθρο 14 της οδηγίας η αρμόδια αρχή κράτους μέλους δεν κωλύεται να απαιτεί από τον αιτούντα την αναγνώριση επαγγελματικών δικαιωμάτων στο πλαίσιο του γενικού συστήματος αναγνώρισης τίτλων εκπαίδευσης, την πραγματοποίηση πρακτικής άσκησης προσαρμογής επί τρία έτη, κατ' ανώτατο όριο, ή την υποβολή σε δοκιμασία επάρκειας σε μία από τις ακόλουθες περιπτώσεις: α) εφόσον η διάρκεια της εκπαίδευσης, την οποία επικαλείται ο αιτών δυνάμει του άρθρου 13, παράγραφοι 1 ή 2, είναι μικρότερη κατά τουλάχιστον ένα έτος από εκείνη που απαιτείται στο κράτος μέλος υποδοχής· β) εφόσον η εκπαίδευση του αιτούντος αφορά τομείς γνώσεων ουσιωδώς διαφορετικούς από εκείνους που καλύπτονται από τον απαιτούμενο στο κράτος μέλος υποδοχής τίτλο εκπαίδευσης· γ) εφόσον το νομοθετικώς ρυθμιζόμενο στο κράτος μέλος υποδοχής επάγγελμα περιλαμβάνει μία ή περισσότερες νομοθετικώς ρυθμιζόμενες επαγγελματικές δραστηριότητες, οι οποίες δεν υπάρχουν στο αντίστοιχο επάγγελμα στο κράτος μέλος προέλευσης του αιτούντος κατά την έννοια του άρθρου 4 παράγραφος 2 και εφόσον η εν λόγω διαφορά συνίσταται στη συγκεκριμένη εκπαίδευση που απαιτείται στο κράτος μέλος υποδοχής και αφορά τομείς γνώσεων ουσιωδώς διαφορετικούς από εκείνους που καλύπτονται από τη βεβαίωση επάρκειας ή τον τίτλο εκπαίδευσης που διαθέτει ο αιτών. Στην παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου ορίζεται ως κανόνας ότι το κράτος μέλος υποδοχής, εάν κάνει χρήση της δυνατότητας που προβλέπεται στην παράγραφο 1, οφείλει να παρέχει στον αιτούντα την ευχέρεια επιλογής μεταξύ της πρακτικής άσκησης προσαρμογής και της δοκιμασίας επάρκειας. Στην παράγραφο 4 του ίδιου άρθρου ορίζονται ως «τομείς γνώσεων ουσιωδώς διαφορετικοί» οι τομείς, «των οποίων η γνώση είναι απαραίτητη για την άσκηση του επαγγέλματος και ως προς τους οποίους η εκπαίδευση που έχει λάβει ο μετανάστης παρουσιάζει σημαντικές αποκλίσεις όσον αφορά τη διάρκεια ή το περιεχόμενο σε σχέση με την εκπαίδευση που απαιτείται στο κράτος μέλος υποδοχής», ο ορισμός δε αυτός υιοθετείται με την παράγραφο 4 του άρθρου 14 του σχεδίου. Εξάλλου, στην περ. ζ΄ της παρ. 1 του άρθρου 3 της οδηγίας ορίζεται ως «πρακτική άσκηση προσαρμογής», η άσκηση «νομοθετικά κατοχυρωμένου επαγγέλματος, που πραγματοποιείται στο κράτος μέλος υποδοχής υπό την ευθύνη αναγνωρισμένου επαγγελματία και που συνοδεύεται, ενδεχομένως, από συμπληρωματική εκπαίδευση». Σύμφωνα με την ίδια διάταξη, η πρακτική άσκηση υπόκειται σε αξιολόγηση, οι δε λεπτομερείς κανόνες της πρακτικής άσκησης και της αξιολόγησής της καθώς και το νομικό καθεστώς του ασκούμενου μετανάστη καθορίζονται από την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους υποδοχής. Υπό τα ανωτέρω δεδομένα, εφόσον, δηλαδή, η οδηγία καθορίζει το πλαίσιο της εννοίας των ουσιωδώς διαφορετικών τομέων γνώσεων και της πρακτικής άσκησης προσαρμογής, δεν είναι αναγκαίος για την πλήρη και ορθή ενσωμάτωση της οδηγίας στην εσωτερική έννομη τάξη ο ανά επάγγελμα προσδιορισμός, με το υπό επεξεργασία σχέδιο διατάγματος, αφενός μεν των τομέων γνώσεων, οι οποίοι θεωρούνται απαραίτητοι για την άσκηση στην Ελλάδα των επαγγελμάτων που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της εν λόγω οδηγίας, αφετέρου δε των λεπτομερειών διεξαγωγής της πρακτικής άσκησης προσαρμογής και της δοκιμασίας επάρκειας (πρβλ. ΣτΕ 3808/2006 , 7μ.), δεδομένου, άλλωστε, ότι παρόμοια ρύθμιση θα προσέκρουσε σε ανυπέρβλητες πρακτικές δυσχέρειες. Έως ότου πάντως προσδιοριστούν ανά επάγγελμα οι ανωτέρω ουσιώδεις τομείς γνώσεων, η αρμόδια για την εφαρμογή του διατάγματος αρχή υποχρεούται να διατυπώνει, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, πλήρως αιτιολογημένη κρίση για την ύπαρξη ουσιωδών διαφορών σε τομείς γνώσεων μεταξύ των εκπαιδεύσεων στο επάγγελμα στη χώρα προέλευσης και στην Ελλάδα. (πρβλ. ΣτΕ 3741/2009, 1637/2009). Γ) Από τις διατάξεις των άρθρων 46-48 της οδηγίας, σε συνδυασμό με τις αιτιολογικές σκέψεις 27 και 28, προκύπτει ότι, εφόσον μια δραστηριότητα ασκείται από τους αρχιτέκτονες που έχουν πτυχίο χορηγηθέν από το κράτος μέλος υποδοχής, ένας «μετανάστης» αρχιτέκτονας κάτοχος τίτλου εκπαίδευσης που περιλαμβάνεται στο παράρτημα V σημείο 5.7 της οδηγίας πρέπει επίσης να έχει πρόσβαση σε μια τέτοια δραστηριότητα. Και ναι μεν εναπόκειται στην εθνική νομοθεσία του κράτους μέλους υποδοχής να καθορίσει τον τομέα δραστηριοτήτων του επαγγέλματος του αρχιτέκτονα, εφόσον, όμως, ένα κράτος μέλος θεωρεί μια δραστηριότητα ως εμπίπτουσα στον εν λόγω τομέα, η απαίτηση της αμοιβαίας αναγνώρισης επιβάλλει να έχουν επίσης πρόσβαση στη δραστηριότητα αυτή οι «μετανάστες» αρχιτέκτονες (βλ. απόφαση του Δικαστηρίου της 23ης Νοεμβρίου 2000 C-421/98 Επιτροπή κατά Ισπανίας, σκ. 32- 45). Η διάταξη του άρθρου 48 του σχεδίου υπό τον τίτλο «άσκηση επαγγελματικών δραστηριοτήτων αρχιτέκτονα», με το οποίο επιχειρείται η προσαρμογή της εσωτερικής νομοθεσίας προς τη διάταξη του άρθρου 48 της οδηγίας, στην παράγραφο 1 ορίζει, σε συμμόρφωση προς την οδηγία, ότι «για τους σκοπούς του παρόντος διατάγματος, επαγγελματικές δραστηριότητες του αρχιτέκτονα είναι οι δραστηριότητες που ασκούνται συνήθως βάσει του επαγγελματικού τίτλου του αρχιτέκτονα» και στην παράγραφο 3 περιλαμβάνει διάταξη, σύμφωνα με την οποία «ο αρχιτέκτων που στο κράτος μέλος καταγωγής του δεν έχει το δικαίωμα συντάξεως στατικής μελέτης και αντισεισμικού ελέγχου κατασκευών, δεν έχει ούτε στην Ελλάδα το δικαίωμα αυτό». Η τελευταία αυτή διάταξη εισάγει ρύθμιση, βάσει της οποίας στους κατόχους διπλώματος αρχιτεκτονικής χορηγηθέντος από άλλο κράτος μέλος δεν αναγνωρίζεται το πεδίο δραστηριοτήτων, το οποίο αναγνωρίζεται στους κατόχους διπλώματος αρχιτεκτονικής χορηγηθέντος στην Ελλάδα. Η ρύθμιση αυτή δεν συμβιβάζεται, κατά τα εκτεθέντα στην προηγούμενη παρατήρηση, με την αρχή της αυτόματης αμοιβαίας αναγνώρισης που διέπει την ανάληψη των αναφερόμενων στο Κεφάλαιο ΙΙΙ του Τίτλου ΙΙΙ της οδηγίας επαγγελματικών δραστηριοτήτων, στις οποίες περιλαμβάνονται και οι επαγγελματικές δραστηριότητες των αρχιτεκτόνων, και, συνεπώς, δεν τίθεται νομίμως. Δ) Εξάλλου η ευρεία ευχέρεια, την οποία χορήγησε στον κοινό νομοθέτη το άρθρο 16 παράγραφος 7 του Συντάγματος προς ρύθμιση των αναγομένων στην επαγγελματική εκπαίδευση ζητημάτων, έχει πλέον περιορισθεί, κατά το μέτρο που το πεδίο εφαρμογής των νομοθετικών ρυθμίσεων που αναφέρονται στα παραπάνω ζητήματα και στο συναφές ζήτημα της αναγνώρισης επαγγελματικών δικαιωμάτων, η οποία δεν ταυτίζεται με την ακαδημαϊκή αναγνώριση τίτλων σπουδών, διασταυρώνεται ήδη με το πεδίο εφαρμογής των κανόνων της Συνθήκης για την Ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, οι οποίοι αφορούν στην κατοχύρωση των δικαιωμάτων της ελεύθερης κυκλοφορίας των προσώπων και των υπηρεσιών, καθώς και με το πεδίο εφαρμογής των συνδεομένων με τις ελευθερίες αυτές κανόνων του παραγώγου κοινοτικού δικαίου, οι οποίοι αφορούν στην αναγνώριση τίτλων που πιστοποιούν επαγγελματική εκπαίδευση, δεδομένου ότι οι κανόνες αυτοί, όπως, άλλωστε, και το σύνολο των κανόνων του πρωτογενούς και του παραγώγου κοινοτικού δικαίου, έχουν, δυνάμει των οριζομένων στο άρθρο 28 του Συντάγματος και της κυρώσεως της Συνθήκης Προσχωρήσεως της Ελλάδος στις Ευρωπαϊκές Κοινότητες με το Ν. 945/1979 (Α΄ 170), τυπική ισχύ υπέρτερη του κοινού νόμου (ΣτΕ 778/2007 επτ). Από τις διατάξεις των άρθρων 3, 11, 14 και 50 παρ. 3 της οδηγίας προκύπτει ότι στην έννοια του άρθρου 3 της οδηγίας εμπίπτει και ο τίτλος εκπαίδευσης, από τον οποίο προκύπτει ότι ο ενδιαφερόμενος παρακολούθησε επιτυχώς έναν από τους κύκλους σπουδών μεταδευτεροβάθμιας εκπαίδευσης που μνημονεύονται στο άρθρο 11 της οδηγίας και εκείνος, ο οποίος α) χορηγήθηκε από αρμόδια αρχή κράτους μέλους (κράτους μέλους προέλευσης), β) πιστοποιεί εκπαίδευση πραγματοποιηθείσα κατά κύριο λόγο εντός της Κοινότητας, γ) περιλαμβάνει την εκπαίδευση που έχει αποκτηθεί εν μέρει ή εξ ολοκλήρου σε εκπαιδευτικό ίδρυμα που εδρεύει νόμιμα στην επικράτεια άλλου κράτους μέλους και δ) πιστοποιεί ότι ο κάτοχος του τίτλου διαθέτει τα απαιτούμενα επαγγελματικά προσόντα για την πρόσβαση στο οικείο επάγγελμα ή για την άσκησή του εντός του κράτους μέλους προέλευσης. Κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων κάθε άλλο, πέραν του κράτους μέλους προέλευσης, κράτος μέλος (κράτος μέλος υποδοχής) υποχρεούται να επιτρέψει στους πολίτες οποιουδήποτε κράτους μέλους και, επομένως, και των πολιτών του κράτους μέλους υποδοχής, οι οποίοι είναι κάτοχοι του τίτλου που πληροί τις ανωτέρω προϋποθέσεις, την πρόσβαση στο αντίστοιχο, νομοθετικά κατοχυρωμένο στο κράτος μέλος υποδοχής, επάγγελμα ή την άσκηση τέτοιου επαγγέλματος. Σύμφωνα δε με τα οριζόμενα στην παρ. 3 του άρθρου 50 της οδηγίας, η μόνη δυνατότητα, πέραν της επιβολής των προβλεπόμενων στο άρθρο 14 της οδηγίας αντισταθμιστικών μέτρων, που διαθέτουν οι αρχές του κράτους μέλους υποδοχής επί των συγκεκριμένων τίτλων εκπαίδευσης είναι, σε περιπτώσεις δικαιολογημένων αμφιβολιών, να επαληθεύουν με τον αρμόδιο φορέα στο κράτος μέλος καταγωγής του τίτλου: α) κατά πόσον η εκπαίδευση στο ίδρυμα που παρέσχε την κατάρτιση έχει πιστοποιηθεί επισήμως από το εκπαιδευτικό ίδρυμα που βρίσκεται στο κράτος μέλος καταγωγής του τίτλου β) κατά πόσον οι τίτλοι εκπαίδευσης που έχουν εκδοθεί είναι οι ίδιοι με εκείνους που θα είχαν χορηγηθεί εάν η εκπαίδευση είχε πραγματοποιηθεί εξ ολοκλήρου στο κράτος μέλος καταγωγής του τίτλου και γ) κατά πόσον οι τίτλοι εκπαίδευσης προσδίδουν τα ίδια επαγγελματικά δικαιώματα στην επικράτεια του κράτους μέλους που χορήγησε τον τίτλο. Ενόψει αυτών, αλλά και της σχετικής νομολογίας του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων επί της αναγνωρίσεως των επαγγελματικών προσόντων που πιστοποιούνται από τέτοιου είδους τίτλους εκπαιδεύσεως, όπως το ζήτημα αυτό είχε τεθεί στο πλαίσιο των ρυθμίσεων των οδηγιών 89/48/ΕΟΚ και 92/51/ΕΟΚ (βλ. απόφαση του Δικαστηρίου της 13ης Νοεμβρίου 2003, C-153/02, Valentina Neri κλπ, απόφαση της 23ης Οκτωβρίου 2008, C-274/05, Επιτροπή κατά Ελληνικής Δημοκρατίας, απόφαση της 13ης Νοεμβρίου 2008 C-180/08 και C-186/08, Μαρία Καστρινάκη κατά Π.Γ.Ν.Θ. ΑΧΕΠΑ, απόφαση της 4ης Δεκεμβρίου 2008, C-84/07, Επιτροπή κατά Ελληνικής Δημοκρατίας και απόφαση της 4ης Δεκεμβρίου 2008, C-151/07, Χατζηθανάσης κατά Υπουργού Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης), νομίμως τίθεται η ρύθμιση του άρθρου 50 παρ. 3 του σχεδίου, σύμφωνα με την οποία οι αρμόδιες ελληνικές αρχές, κατά τη διαδικασία εξέτασης αιτήσεων αναγνώρισης επαγγελματικών προσόντων που πιστοποιούνται από τίτλους εκπαίδευσης, οι οποίοι εμπίπτουν στην έννοια του άρθρου 3 παράγραφος 1 στοιχείο γ) της οδηγίας και της αντίστοιχης διάταξης του άρθρου 3 του σχεδίου, εκδόθηκαν από αρμόδια αρχή άλλου κράτους μέλους και αφορούν την εκπαίδευση που έχει αποκτηθεί εν μέρει ή εξ ολοκλήρου σε εκπαιδευτικό ίδρυμα που εδρεύει νόμιμα, σύμφωνα με τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις της σχετικής νομοθεσίας, στην ελληνική επικράτεια ή στην επικράτεια άλλου κράτους μέλους, δύνανται να ελέγξουν τους τίτλους αυτούς μόνον υπό τους προαναφερόμενους όρους και τις προϋποθέσεις που ορίζονται στις διατάξεις της παραγράφου 3 του άρθρου 50 της οδηγίας, προβλέπονται δε και στην παραπάνω διάταξη της παραγράφου 3 του άρθρου 50 του σχεδίου. Ε)Σύμφωνα με το άρθρο 52 του σχεδίου «Οι δικαιούχοι της αναγνώρισης των επαγγελματικών προσόντων πρέπει να διαθέτουν τις απαιτούμενες γνώσεις της ελληνικής γλώσσας για την άσκηση του επαγγέλματος στην Ελλάδα. Με Απόφαση του Υπουργού Παιδείας, Διά Βίου Μάθησης και Θρησκευμάτων και του αρμοδίου κατά περίπτωση Υπουργού καθορίζονται οι λεπτομέρειες εφαρμογής του παρόντος άρθρου». Η υπεξουσιοδότηση που προβλέπεται στην παράγραφο 2 του ανωτέρω άρθρου δεν τίθεται νομίμως, εφόσον το σχέδιο δεν θέτει γενικό πλαίσιο κριτηρίων, βάσει των οποίων θα γίνεται η διαπίστωση των γνώσεων των ενδιαφερομένων στην ελληνική γλώσσα. Εάν τούτο δεν είναι εφικτό, και δεδομένου ότι για τη διαπίστωση της συνδρομής της παραπάνω προϋπόθεσης που συνίσταται στην επαρκή γνώση της ελληνικής γλώσσας δεν είναι αναγκαία η συμπλήρωση της ρύθμισης με κανονιστική πράξη, το δεύτερο εδάφιο του εν λόγω άρθρου πρέπει να διαγραφεί και να οριστεί στο κείμενο του σχεδίου ότι η αρμόδια για την εφαρμογή του διατάγματος αρχή υποχρεούται να διατυπώνει, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, πλήρως αιτιολογημένη κρίση σχετικά με τη γνώση της ελληνικής γλώσσας ανάλογα με τις ιδιαιτερότητες του επαγγέλματος. ΣΤ) Στο άρθρο 54 του σχεδίου ορίζεται ότι αρμόδια αρχή για να δέχεται τις αιτήσεις των ενδιαφερομένων και να εκδίδει τις αποφάσεις αναγνώρισης των επαγγελματικών προσόντων, είτε επί τη βάσει του γενικού συστήματος αναγνώρισης των τίτλων εκπαίδευσης, είτε επί τη βάσει της αναγνώρισης της επαγγελματικής πείρας, είναι το Συμβούλιο Αναγνωρίσεως Επαγγελματικών Προσόντων (Σ.Α.Ε.Π.), του οποίου η σύσταση προβλέπεται με το άρθρο 55 του σχεδίου. Με την παράγραφο 5 του άρθρου αυτού ορίζεται ότι από 1.1.2013 αρμόδιες αρχές να δέχονται τις αιτήσεις των ενδιαφερομένων και να εκδίδουν τις αποφάσεις αναγνώρισης των επαγγελματικών προσόντων, είτε επί τη βάσει του γενικού συστήματος αναγνώρισης των τίτλων εκπαίδευσης (Τίτλος ΙΙΙ, Κεφάλαιο Ι), είτε επί τη βάσει της αναγνώρισης της επαγγελματικής πείρας (Τίτλος ΙΙΙ, Κεφάλαιο ΙΙ) θα είναι οι οικείες επαγγελματικές οργανώσεις που είναι οργανωμένες ως νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου. Για τους επαγγελματίες για τους οποίους δεν υπάρχουν αντίστοιχες επαγγελματικές οργανώσεις αποκλειστικά αρμόδιο θα είναι το Σ.Α.Ε.Π. Για τη μεταβατική περίοδο έως την 1.1.2013 ορίζεται στις παραγράφους 2, 3 και 4 του ίδιου άρθρου ότι το Σ.Α.Ε.Π. είναι επίσης αρμόδιο για να εκδίδει τις αποφάσεις αναγνώρισης των επαγγελματικών προσόντων των κτηνιάτρων, ότι αρμόδια αρχή στην περίπτωση των επαγγελμάτων ή τίτλων ειδικότητας των ιατρών, νοσηλευτών, οδοντιάτρων, φαρμακοποιών, μαιών/μαιευτών, που εμπίπτουν στις διατάξεις του Κεφαλαίου ΙΙΙ του Τίτλου ΙΙΙ του σχεδίου είναι η αρμόδια Διεύθυνση της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης της επαγγελματικής εγκατάστασης των ως άνω επαγγελματιών ή της περιφέρειας, στην οποία οι ενδιαφερόμενοι προτίθενται να εγκατασταθούν, και ότι αρμόδια αρχή για το επάγγελμα του αρχιτέκτονα είναι το Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδας. Οι διατάξεις αυτές του σχεδίου τίθενται νομίμως, εφόσον η οδηγία παρέχει στα κράτη μέλη την ευχέρεια να καθορίσουν τις αρμόδιες αρχές για την εφαρμογή της οδηγίας. Ειδικότερα, νομίμως το σχέδιο καθορίζει ως αρμόδιες αρχές τις επαγγελματικές οργανώσεις μόνον αν είναι οργανωμένες ως νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου. Τούτο δε διότι, σε αντίθεση με τις επαγγελματικές οργανώσεις που είναι οργανωμένες ως νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου (σωματεία), η συμμετοχή στις οργανώσεις που έχουν τη μορφή νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου είναι υποχρεωτική εκ του νόμου και δεν είναι δυνατή η ίδρυση περισσότερων από μία για το ίδιο επάγγελμα (βλ. λ.χ. άρθρα 1, 2 και 4 του ν. 1486/1984, Α΄161, για το Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδος). Ζ) Περαιτέρω στο πρακτικό επεξεργασίας αναφέρεται ότι οι δικηγόροι εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2005/36/ΕΚ, και επομένως εμπίπτουν και στο πεδίο εφαρμογής του σχεδίου τόσο ως προς τις ουσιαστικές όσο και ως προς τις διαδικαστικές διατάξεις του. Συνεπώς, και για τους δικηγόρους καταρχήν, αρμόδια αρχή για την αναγνώριση επαγγελματικών προσόντων κατ’ εφαρμογή του παρόντος σχεδίου και της οδηγίας 2005/36/ΕΚ είναι εκείνη που αναφέρεται στο άρθρο 54 του σχεδίου, ήτοι το Σ.Α.Ε.Π. και από 1.1.2013 ο οικείος δικηγορικός σύλλογος. Η) Σημαντικές είναι και οι εξής παρατηρήσεις επί των μεταβατικών ρυθμίσεων του σχεδίου: Στην παρ. 2 του άρθρου 60 του σχεδίου ορίζεται ότι υποθέσεις που εκκρεμούν κατά τη δημοσίευση του παρόντος διατάγματος ενώπιον του Συμβουλίου Αναγνώρισης Επαγγελματικής Ισοτιμίας Τίτλων Τριτοβάθμιας Εκπαίδευσης και του Συμβουλίου Επαγγελματικής Αναγνώρισης Τίτλων Εκπαίδευσης και Κατάρτισης, τα οποία καταργούνται με την παράγραφο 1 του ίδιου άρθρου και των οποίων οι αρμοδιότητες περιέρχονται στο συνιστώμενο με το σχέδιο Συμβούλιο Αναγνώρισης Επαγγελματικών Προσόντων, υπάγονται εφεξής στη δικαιοδοσία των οργάνων που ορίζονται βάσει των διατάξεων του παρόντος διατάγματος και διέπονται μέχρι τη διεκπεραίωσή τους από το νομικό καθεστώς, το οποίο ίσχυε κατά τον χρόνο υποβολής των αιτήσεων των ενδιαφερομένων. Η διάταξη αυτή δεν τίθεται νομίμως, δοθέντος ότι η οδηγία 2005/36/ΕΚ δεν περιλαμβάνει μεταβατικές διατάξεις σε σχέση με τις οδηγίες που καταργεί, ενόψει και της γενικής αρχής του δικαίου, κατά την οποία οι διοικητικές πράξεις διέπονται από το ισχύον κατά το χρόνο εκδόσεώς τους νομοθετικό καθεστώς. Επίσης στο άρθρο 63 της οδηγίας 2005/36/ΕΚ προβλέπεται ότι «Τα κράτη μέλη θέτουν σε ισχύ τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις για να συμμορφωθούν με την παρούσα οδηγία το αργότερο έως τις 20 Οκτωβρίου 2007....», ενώ σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 2 της οδηγίας 2006/100/ΕΚ «Τα κράτη μέλη θέτουν σε ισχύ τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις για να συμμορφωθούν με την παρούσα οδηγία το αργότερο μέχρι την ημερομηνία προσχώρησης της Βουλγαρίας και της Ρουμανίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση» (1.1.2007). Ενόψει τούτων, και δεδομένου ότι η καθυστέρηση κράτους μέλους να ενσωματώσει κοινοτική οδηγία στο εθνικό δίκαιο δεν μπορεί να αποβεί σε βάρος όσων αντλούν δικαιώματα από το κοινοτικό δίκαιο, πρέπει στις διατάξεις του σχεδίου που είναι βασικές για την λειτουργία του συστήματος ελεύθερης παροχής υπηρεσιών και των συστημάτων αναγνώρισης επαγγελματικών προσόντων της οδηγίας 2005/36/ΕΚ, αλλά και στις διατάξεις που αφορούν την συμμόρφωση προς την οδηγία 2006/100/ΕΚ, να δοθεί αναδρομική ισχύς από τις ανωτέρω ημερομηνίες, προκειμένου να υπαχθούν στις ρυθμίσεις του τυχόν αιτήσεις για την αναγνώριση επαγγελματικών προσόντων, οι οποίες κατατέθηκαν πριν από τη δημοσίευση του σχεδίου, αλλά μετά τις ημερομηνίες αυτές (πρβλ. Π.Ε. 23/2010, 201/2008, 295/2006).
Αρχή
 
   © ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ, 2006 - 2010