ΤΟ ΕΡΓΟ "ΕΚΣΥΓΧΡΟΝΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΑΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ ΣτΕ" ΕΝΤΑΧΘΗΚΕ ΣΤΟ ΜΕΤΡΟ 2.2 "ΕΞΥΠΗΡΕΤΗΣΗ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΗ ΚΑΙ ΒΕΛΤΙΩΣΗ ΤΗΣ ΠΟΙΟΤΗΤΑΣ ΖΩΗΣ" ΤΟΥ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΙΑΚΟΥ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΟΣ "ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΤΗΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΑΣ" (ΕπΚτΠ) ΚΑΙ ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΗΘΗΚΕ ΣΕ ΠΟΣΟΣΤΟ 75% ΑΠΟ ΚΟΙΝOΤΙΚΟΥΣ ΠΟΡΟΥΣ.
Με την Σ.τ.Ε. 581/2010 (Α΄ Τμήμα) παραπέμφθηκε στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου το ζήτημα της αντίθεσης προς τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 2 και 116 του Συντάγματος της ευεργετικής υπέρ των χηρών διάταξης του άρθρου 41 του π.δ. 422/1981.
Ειδικότερα, με την απόφαση αυτή έγιναν δεκτά τα εξής: Σκοπός του άρθρου 4 παρ. 2 του Συντάγματος είναι η εξομοίωση, από πλευράς δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, των δύο φύλων, ώστε εφεξής να μην υφίστανται στην νομοθεσία διακρίσεις αναλόγως του φύλου. Κατά την έννοια, εξ άλλου, της παρ. 1 του άρθρου 116 του Συντάγματος, διατάξεις που θέσπιζαν διακρίσεις, ως προς τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις μεταξύ των δύο φύλων, ήταν ανεκτές έως τις 31 Δεκεμβρίου 1982 και εφόσον είχαν θεσπιστεί πριν από το Σύνταγμα του έτους 1975. Επιτρέπεται, όμως, κατά τα οριζόμενα στην παρ. 2 του άρθρου 116, η θέσπιση με νόμο ρυθμίσεων ευμενών ή δυσμενών αναλόγως του φύλου ή η διατήρηση προϋφιστάμενων τέτοιων ρυθμίσεων, εφόσον υφίστανται σοβαροί λόγοι. Ενόψει τούτων, η διάταξη του άρθρου 41 του 422/1981, κατά το μέρος που ορίζει ότι μόνον οι χήρες με ανήλικα τέκνα δικαιούνται το μέρισμα του Μετοχικού Ταμείου Πολιτικών Υπαλλήλων με τις ευμενέστερες γι’ αυτές προϋποθέσεις (δεκαπενταετής συμμετοχή και εξαγορά του υπόλοιπου χρονικού διαστήματος μέχρι τη συμπλήρωση εικοσαετούς συμμετοχής και όχι εικοσαετής συμμετοχή και, αν δεν την έχουν συμπληρώσει, δυνατότητα εξαγοράς υπολειπόμενου χρόνου όχι μεγαλύτερου των δύο ετών κατά το άρθρο 40 παρ. 1 εδ. α΄ και 2 του ίδιου π.δ.), θεσπίζει διάκριση μεταξύ χήρων και χηρών και, συνεπώς, αντίκειται, κατά το μέρος αυτό, στο άρθρο 4 παρ. 2 του Συντάγματος, διότι στερεί από τον χήρο με ανήλικα τέκνα το δικαίωμα να αποκτήσει μέρισμα με τις ευμενέστερες προϋποθέσεις, αυτές δηλαδή της δεκαπενταετούς συμμετοχής και της δυνατότητας εξαγοράς του υπόλοιπου χρονικού διαστήματος μέχρι τη συμπλήρωση εικοσαετούς συμμετοχής. Η διάκριση, εξ άλλου, αυτή ήταν ανεκτή, κατά τα ανωτέρω, έως τη 31.12.1982, δεν υφίστανται, όμως, σοβαροί λόγοι για τη διατήρηση της ρύθμισης αυτής και μετά την ανωτέρω χρονολογία. Επομένως και προς αποκατάσταση της επιβαλλόμενης εν προκειμένω ίσης μεταχείρισης των δύο φύλων, δικαιούχοι μερίσματος, σύμφωνα με την πιο πάνω διάταξη του άρθρου 41 του π.δ. 422/1981, ήταν, ήδη από 1.1.1983, όσοι βρίσκονται σε χηρεία, ανεξάρτητα από το φύλο τους. Κατόπιν τούτων, το ζήτημα της αντίθεσης της ευεργετικής υπέρ των χηρών διάταξης του άρθρου 41 του π.δ. 422/1981 προς τις διατάξεις των άρθρων 4 απρ. 2 και 116 του Συντάγματος πρέπει να παραπεμφθεί στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 100 του Συντάγματος.
Με τo Πρακτικό 2/2010 το Συμβούλιο της Επικρατείας σε Ολομέλεια και Συμβούλιο διατύπωσε τις απόψεις του επί της συνταγματικότητας και σκοπιμότητας των ρυθμίσεων του από 29.1.2010 σχεδίου νόμου του Υπουργείου Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων με τίτλο «Επιλογή δικαστικών λειτουργών στις κορυφαίες θέσεις της Δικαιοσύνης και επαναφορά της αρχής του αυτοδιοίκητου των δικαστηρίων».
Ειδικότερα, με το πρακτικό αυτό έγιναν δεκτά τα εξής:
Με το άρθρο 1 του σχεδίου νόμου ρυθμίζεται η προαγωγή στις θέσεις του Προέδρου και Αντιπροέδρων των Ανωτάτων Δικαστηρίων, του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και του Γενικού Επιτρόπου του Ελεγκτικού Συνεδρίου και προβλέπεται ότι οι προαγωγές στη θέση του Προέδρου των Ανωτάτων Δικαστηρίων, του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και του Γενικού Επιτρόπου του Ελεγκτικού Συνεδρίου ενεργούνται με προεδρικό διάταγμα μετά από πρόταση του Υπουργικού Συμβουλίου και εισήγηση του Υπουργού Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, κατόπιν μη δεσμευτικής για το Υπουργικό Συμβούλιο γνώμης της Διάσκεψης των Προέδρων της Βουλής. Η Διάσκεψη των Προέδρων της Βουλής γνωμοδοτεί θετικά για τρεις από τους έξι υποψηφίους που έχει ήδη προεπιλέξει το Υπουργικό Συμβούλιο με εισήγηση του ως άνω Υπουργού, ομοφώνως ή πάντως με πλειοψηφία των τεσσάρων πέμπτων των μελών της και κατόπιν ακροάσεως των υποψηφίων. Για τις προαγωγές στις θέσεις των Αντιπροέδρων του Συμβουλίου της Επικρατείας, του Αρείου Πάγου και του Ελεγκτικού Συνεδρίου προβλέπεται η ίδια διαδικασία, με τη διαφορά ότι η Διάσκεψη των Προέδρων της Βουλής γνωμοδοτεί θετικά για αριθμό υποψηφίων τριπλάσιο από αυτούς που πρόκειται να επιλεγούν, δύναται δε να καλέσει τους υποψηφίους σε ακρόαση, εφόσον το κρίνει απαραίτητο για τη διαμόρφωση της γνώμης της.
Επί των ρυθμίσεων αυτών, η Ολομέλεια, κατά πλειοψηφία, διατύπωσε την εξής γνώμη: Το Σύνταγμα κατοχυρώνει πλήρες σύστημα εγγυήσεων της προσωπικής και λειτουργικής ανεξαρτησίας των δικαστών, στο πλαίσιο του οποίου προβλέπεται, πλην άλλων, ότι οι προαγωγές των δικαστών ενεργούνται κατόπιν αποφάσεως οργάνου, το οποίο αποτελείται αποκλειστικώς από δικαστές· η κρίση του οργάνου τούτου ελέγχεται, κατόπιν παραπομπής από τον Υπουργό Δικαιοσύνης ή προσφυγής του ενδιαφερομένου δικαστικού λειτουργού, από την Ολομέλεια του οικείου ανωτάτου δικαστηρίου (βλ. άρθρο 90 παρ. 1 έως 4 του Συντάγματος). Προκειμένου, ειδικώς, περί της προαγωγής στις θέσεις του Προέδρου και των Αντιπροέδρων των ανωτάτων δικαστηρίων, καθώς και στις θέσεις του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, του Γενικού Επιτρόπου του Ελεγκτικού Συνεδρίου και του Γενικού Επιτρόπου των διοικητικών δικαστηρίων, οι διατάξεις των παραγράφων 5 και 6 του άρθρου 90 του Συντάγματος θεσπίζουν, ως αντίβαρο των συνταγματικών εγγυήσεων της δικαστικής ανεξαρτησίας, ένα σύστημα κανόνων που έχουν ως σκοπό την αποκατάσταση σημείου επαφής μεταξύ της δικαστικής λειτουργίας και της λαϊκής κυριαρχίας, η οποία αποτελεί, κατά το άρθρο 1 παρ. 2 του Συντάγματος, το θεμέλιο του πολιτεύματος. Έτσι, η επιλογή των προαγομένων στις προμνησθείσες θέσεις ανατίθεται, με τη διάταξη της παραγράφου 5 του άρθρου 90 του Συντάγματος, στο Υπουργικό Συμβούλιο, σε όργανο, δηλαδή, που διαθέτει την αναγκαία δημοκρατική νομιμοποίηση, δοθέντος ότι η Κυβέρνηση απολαύει (άρθρο 84 παρ. 1 του Συντάγματος) της εμπιστοσύνης της Βουλής. Το σαφές γράμμα της διατάξεως αυτής αποκλείει τη θέσπιση, από τον κοινό νομοθέτη, διατάξεως, η οποία θα ανέθετε την επιλογή των προαγομένων στις ανωτέρω θέσεις σε άλλο, πλην του Υπουργικού Συμβουλίου, όργανο ή θα προέβλεπε ότι κατά την άσκηση της αποφασιστικής αρμοδιότητάς του το Υπουργικό Συμβούλιο δεσμεύεται καθ’ οιονδήποτε τρόπο από την κρίση (τη σύμφωνη γνώμη, λόγου χάριν) άλλου οργάνου. Από την αυτή διάταξη της παραγράφου 5 του άρθρου 90 του Συντάγματος, ερμηνευόμενη σε συνδυασμό προς τη διάταξη της παραγράφου 6 του αυτού άρθρου, συνάγεται, όμως, περαιτέρω, ότι το Σύνταγμα κατοχυρώνει, πλην της ανωτέρω αποφασιστικής αρμοδιότητας του Υπουργικού Συμβουλίου, και μια διαδικασία επιλογής, η οποία έχει τα εξής χαρακτηριστικά: α) Η επιλογή ανατίθεται σε όργανο, το οποίο έχει στη διάθεσή του όλα τα αναγκαία στοιχεία, δοθέντος ότι μέλος του είναι ο καθ’ ύλην αρμόδιος Υπουργός. β) Στο Υπουργικό Συμβούλιο παρέχεται, λόγω ακριβώς του ότι ενεργεί ως όργανο με δημοκρατική νομιμοποίηση, ευρύτατη διακριτική ευχέρεια προς επιλογή, από τον κύκλο εκείνων που διαθέτουν τα απαραίτητα τυπικά προσόντα, των πλέον καταλλήλων για τις επίμαχες θέσεις. γ) Η κρίση του Υπουργικού Συμβουλίου δεν αιτιολογείται με έκθεση των κριτηρίων και των στοιχείων που ελήφθησαν υπ’ όψη κατά την επιλογή των προαγομένων (βλ. συναφώς ΣτΕ 292/1984 Ολομελείας, 1274/1993 Ολομελείας) και δ) Η κρίση αυτή δεν υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο. Τα δύο τελευταία χαρακτηριστικά της διαδικασίας επιλογής συνιστούν αποκλίσεις από θεμελιώδεις για το Κράτος Δικαίου αρχές, σύμφωνα με τις οποίες οι πράξεις της Διοικήσεως χρήζουν, κατ’ αρχήν, αιτιολογίας και υπάγονται σε δικαστικό έλεγχο. Οι αποκλίσεις αυτές βρίσκουν, εν τούτοις, δικαιολογητικό έρεισμα στο ότι, εν όψει των περιγραφέντων ανωτέρω ειδικών χαρακτηριστικών της διαδικασίας επιλογής, η απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου δεν προσλαμβάνει χαρακτήρα δυσμενούς υπηρεσιακής κρίσεως για τους μη επιλεγέντες, οι οποίοι μπορούν, επομένως, να συνεχίσουν να ασκούν τα καθήκοντά τους χωρίς μείωση του κύρους τους ως δικαστών αλλά και χωρίς μείωση των προσδοκιών τους να επιλεγούν στις επίμαχες θέσεις στο πλαίσιο μεταγενέστερης σχετικής διαδικασίας. Το ανωτέρω σύστημα κανόνων επανεξετάσθηκε σε βάθος από την Ζ’ Αναθεωρητική Βουλή, η οποία εξέτασε ποικίλες προτάσεις για τροποποίηση της διαδικασίας επιλογής, μεταξύ των οποίων περιλαμβανόταν και πρόταση της Επιτροπής Αναθεώρησης του Συντάγματος, κατά την οποία θα έπρεπε να είναι αιτιολογημένη η απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου περί επιλογής των προακτέων στις επίμαχες θέσεις. Εν τούτοις, με εξαίρεση τη θέσπιση ανώτατης θητείας τεσσάρων ετών για τους Προέδρους των ανωτάτων δικαστηρίων, τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και τους Γενικούς Επιτρόπους του Ελεγκτικού Συνεδρίου και των διοικητικών δικαστηρίων, η Ζ’ Αναθεωρητική Βουλή επέλεξε να διατηρήσει άθικτο το σύστημα που εισήχθη με το Σύνταγμα του 1975, εκτιμώντας ότι το σύστημα αυτό διασφαλίζει πλήρως, αφ’ ενός μεν την ικανοποίηση της ανάγκης να ανατεθεί σε όργανο που διαθέτει δημοκρατική νομιμοποίηση η αρμοδιότητα της επιλογής, αφ’ ετέρου δε την ικανοποίηση της ανάγκης να διαφυλαχθεί το κύρος των κρινομένων (βλ. Πρακτικά της Ζ’ Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων, Συνεδριάσεις ΡΛΒ΄/7.3.2001 και ΡΛΓ΄/7.3.2001 , σ. 577 και επόμενες, ιδίως σ. 579). Η λεπτή αυτή ισορροπία, στην οποία κατέληξε και πάλι ο αναθεωρητικός νομοθέτης, μετά από μακρά διερεύνηση προς ανεύρεση άλλων λύσεων, θα κλονιζόταν με τη θέσπιση, από τον κοινό νομοθέτη, διατάξεων κατά τις οποίες θα προηγείτο της αποφάσεως του Υπουργικού Συμβουλίου κρίση οποιουδήποτε άλλου οργάνου, έστω και αν η κρίση αυτή συνιστά απλή γνώμη, μη δεσμευτική για το Υπουργικό Συμβούλιο. Πράγματι: Ο κοινός νομοθέτης δεν θα ήταν δυνατόν να προβλέψει, επικαλούμενος την αρχή της διαφάνειας, ότι η ανωτέρω γνώμη αιτιολογείται ειδικώς, δεδομένου ότι βασικό χαρακτηριστικό του συστήματος επιλογής που καθιερώνει το Σύνταγμα είναι, κατά τα ήδη εκτεθέντα, η μη αιτιολόγηση και το δικαστικώς ανέλεγκτο της τελικής επιλογής. Εάν δε προβλεφθεί ότι η γνώμη διατυπώνεται χωρίς αιτιολογία, ο κοινός νομοθέτης θα επέτρεπε να διατυπώνεται, επί ζητήματος αναγομένου στην υπηρεσιακή κατάσταση δικαστικού λειτουργού, αναιτιολόγητη και μη υπαγόμενη στον έλεγχο οργάνου της δικαστικής λειτουργίας κρίση από όργανο άλλο από εκείνο που μνημονεύεται στις κρίσιμες διατάξεις του άρθρου 90 του Συντάγματος, οι οποίες, κατά το μέτρο που, όπως έχει ήδη αναφερθεί ανωτέρω, εισάγουν αποκλίσεις από θεμελιώδεις για το Κράτος Δικαίου αρχές, είναι διατάξεις στενώς ερμηνευτέες. Εν όψει των ανωτέρω, οι διατάξεις του άρθρου 1 του σχεδίου νόμου, με τις οποίες προβλέπεται ότι το Υπουργικό Συμβούλιο ασκεί την κατά το άρθρο 90 παράγραφος 5 του Συντάγματος αρμοδιότητά του κατόπιν γνώμης της Διάσκεψης των Προέδρων της Βουλής δεν συνάδει, κατά τη γνώμη της Ολομελείας, προς το Σύνταγμα.
Κατά τη γνώμη τριών αντιπροέδρων και έξι συμβούλων, οι διατάξεις του άρθρου 1 του σχεδίου νόμου είναι σύμφωνες με το Σύνταγμα, με τις εξής σκέψεις: Από τη διάταξη του άρθρου 90 παρ. 5 του Συντάγματος προκύπτουν τα εξής : α) Η αποφασιστική αρμοδιότητα για την επιλογή των προαγόμενων στις θέσεις του προέδρου και των αντιπροέδρων των ανωτάτων δικαστηρίων ανήκει στο Υπουργικό Συμβούλιο. β) Η επιλογή αυτή, κατά τη ρητή διατύπωση της συνταγματικής αυτής διάταξης, γίνεται «μεταξύ των μελών» του ανωτάτου δικαστηρίου, δηλαδή του συνόλου των μελών του και όχι «μεταξύ μελών» του ανωτάτου δικαστηρίου και γ) Η επιλογή αυτή διενεργείται «όπως νόμος ορίζει», δηλαδή κατά τους ειδικότερους ορισμούς του νόμου. Συνεπώς, σύμφωνα με την ανωτέρω συνταγματική διάταξη, το Σύνταγμα αναθέτει μεν την, χωρίς, ουσιαστικά, κανέναν περιορισμό, αποφασιστική αρμοδιότητα επιλογής των προαγομένων στο Υπουργικό Συμβούλιο (μεταξύ του συνόλου των μελών του ανωτάτου δικαστηρίου), εξουσιοδοτεί όμως το νομοθέτη να εξειδικεύσει τη διαδικασία και εφ’ όσον το κρίνει σκόπιμο και τα κριτήρια, βάσει των οποίων το Υπουργικό Συμβούλιο επιλέγει τους δικαστικούς λειτουργούς, που καταλαμβάνουν τις κορυφαίες θέσεις της δικαστικής εξουσίας. Είναι σαφές από τα προεκτεθέντα ότι, κατά την εξειδίκευση της διαδικασίας και των κριτηρίων επιλογής των προαγομένων, ο κοινός νομοθέτης έχει ένα μόνον όριο, που αποτελεί και τον πυρήνα της συνταγματικής διάταξης του άρθρου 90 παρ. 5: η αποφασιστική αρμοδιότητα επιλογής, μεταξύ βεβαίως των μελών του οικείου ανωτάτου δικαστηρίου, πρέπει, εν πάση περιπτώσει, να ανήκει στο Υπουργικό Συμβούλιο. Ο κοινός νομοθέτης έχει επομένως από το Σύνταγμα την εξουσία, τόσο να προβλέψει, εξειδικεύοντας τη διαδικασία επιλογής, την έκφραση προς το Υπουργικό Συμβούλιο απλής, δηλαδή μη δεσμευτικής νομικά γι’ αυτό, γνώμης άλλου οργάνου (όπως της Βουλής ή οργάνου αυτής, της Ολομέλειας του οικείου Δικαστηρίου, ή του Υπουργού Δικαιοσύνης), όσο και να καθορίσει τα κριτήρια επιλογής. Με βάση την εξουσιοδοτική αυτή διάταξη της παρ. 5 του άρθρου 90, ο κοινός νομοθέτης έχει ήδη προβλέψει ότι το Υπουργικό Συμβούλιο επιλέγει τους προαγομένους ύστερα από εισήγηση του Υπουργού Δικαιοσύνης και έχει ορίσει ελάχιστο χρόνο υπηρεσίας των υποψηφίων προς επιλογή, μολονότι η εν λόγω συνταγματική διάταξη, προβλέπει, σε αντίθεση με εκείνη της παρ. 1 του ίδιου άρθρου, κατά την οποία τα μέλη του ανώτατου δικαστικού συμβουλίου πρέπει να έχουν τουλάχιστον δύο ετών υπηρεσία, ότι η επιλογή γίνεται «μεταξύ των μελών» του οικείου ανώτατου δικαστηρίου, δηλαδή του συνόλου των μελών του. Η συνταγματικότητα δε της ρύθμισης αυτής ουδέποτε έχει αμφισβητηθεί, παρά το γεγονός ότι με τον τρόπο αυτό, μπορεί με νομοθετική ρύθμιση, να διευρύνεται ή να στενεύει, κατά περίπτωση, εν όψει συγκεκριμένων δικαστικών λειτουργών, ο κύκλος των υποψηφίων. Η άσκηση όμως της, κατ’ ουσίαν, απεριόριστης αρμοδιότητας του Υπουργικού Συμβουλίου να επιλέγει τους προαγόμενους στις ανώτατες θέσεις της δικαστικής ιεραρχίας, επιλογή που, κατά την παρ. 6 του άρθρου 90 του Συντάγματος, δεν υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο, έχει στο παρελθόν επικριθεί εντονότατα, ως προσπάθεια χειραγώγησης της δικαιοσύνης από την εκτελεστική εξουσία. Με τις προτεινόμενες διατάξεις επιδιώκεται, όπως τονίζεται στην αιτιολογική έκθεση, η ενίσχυση της ανεξαρτησίας της δικαιοσύνης έναντι της εκτελεστικής εξουσίας και η μεγαλύτερη διαφάνεια στον τρόπο επιλογής των προαγομένων. Προς το σκοπό αυτό προβλέπεται, στο πλαίσιο της διαδικασίας επιλογής, εκτός από την εισήγηση του Υπουργού Δικαιοσύνης, και η διατύπωση απλής, θετικής γνώμης της Διάσκεψης των Προέδρων της Βουλής, ύστερα από ακρόαση των υποψηφίων (δυνητική, όσον αφορά την επιλογή των αντιπροέδρων). Η ρύθμιση αυτή είναι απολύτως σύμφωνη με το Σύνταγμα. Και τούτο διότι η αποφασιστική αρμοδιότητα της επιλογής των προαγομένων εξακολουθεί να ανήκει στο Υπουργικό Συμβούλιο, αφού, όπως ρητώς ορίζεται στο νομοσχέδιο, ο Υπουργός Δικαιοσύνης δεν δεσμεύεται από τη γνώμη της Διάσκεψης των Προέδρων, κατά τη διατύπωση της εισήγησής του προς το Υπουργικό Συμβούλιο. Το Υπουργικό Συμβούλιο διατηρεί δηλαδή, την, σύμφωνα με το άρθρο 90 παρ. 5 του Συντάγματος, πολιτική ευθύνη της τελικής επιλογής, αφού όμως λάβει υπ’ όψη του, εκτός από την εισήγηση του Υπουργού Δικαιοσύνης, και τη μη νομικά δεσμευτική γι’ αυτό γνώμη της Διάσκεψης των Προέδρων. Επιδιώκεται, δηλαδή, ένας θεμιτός, κατά το Σύνταγμα, περιορισμός της σχεδόν απόλυτης ευχέρειας του Υπουργικού Συμβουλίου να επιλέγει το προεδρείο των ανωτάτων δικαστηρίων, προκειμένου να εξυπηρετηθεί ο πολιτικός στόχος της μεγαλύτερης διαφάνειας και της ευρύτερης δυνατής συναίνεσης των σχετικών επιλογών. Δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι η διατύπωση της απλής, δηλαδή μη νομικά δεσμευτικής γνώμης της Διάσκεψης των Προέδρων ύστερα από ακρόαση των υποψηφίων, δηλαδή ενός οργάνου της Βουλής, η οποία εκφράζει τη λαϊκή κυριαρχία και από την εμπιστοσύνη της οποίας εξαρτάται το αποφασίζον Υπουργικό Συμβούλιο, συνιστά προσβολή του κύρους των δικαστικών λειτουργών, διότι δήθεν προσλαμβάνει χαρακτήρα δυσμενούς κρίσης και ως εκ τούτου παραβιάζει τη συνταγματική τάξη. Άλλωστε το σχέδιο νόμου προβλέπει, πάντως, τη διατύπωση θετικής μόνο γνώμης, χωρίς αιτιολόγηση, της Διάσκεψης των Προέδρων, στη διάθεση της οποίας βεβαίως, θα τίθενται από τον Υπουργό Δικαιοσύνης όλα τα υπηρεσιακά στοιχεία των υποψηφίων. Αντιθέτως, εισάγεται μια διαδικασία επιλογής η οποία προάγει τη διαφάνεια, αφού παρέχεται η δυνατότητα κριτικής της προεπιλογής εκ μέρους του Υπουργικού Συμβουλίου. Και δεν είναι δυνατόν να υποστηριχθεί ότι μια τέτοια νομοθετική ρύθμιση, η οποία αποσκοπεί στην αποτροπή ακραίων καταχρηστικών επιλογών εκ μέρους του Υπουργικού Συμβουλίου, δεν είναι σύμφωνη με τη βούληση του αναθεωρητικού νομοθέτη. Ούτε βεβαίως μπορεί να τεθεί ζήτημα παραβίασης της αρχής της διάκρισης των εξουσιών με τη διατύπωση της απλής γνώμης της Διάσκεψης των Προέδρων, όταν ένα από τα κύρια έργα της Βουλής είναι η άσκηση ελέγχου των κυβερνητικών επιλογών, ελέγχου είτε προληπτικού είτε κατασταλτικού. Περαιτέρω, κατά την ίδια γνώμη, η προτεινόμενη διαδικασία, με την οποία εισάγεται ένας σύμφωνος προς το Σύνταγμα, κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενα, πολιτικός περιορισμός της απόλυτης ευχέρειας του Υπουργικού Συμβουλίου να επιλέγει το προεδρείο των ανωτάτων δικαστηρίων, η άσκηση της οποίας έχει κατά καιρούς δεχθεί έντονες επικρίσεις με αποτέλεσμα τη μείωση του κύρους των επιλεγομένων δικαστικών λειτουργών, αποτελεί σκόπιμη ρύθμιση και συνιστά αδιαμφισβήτητη βελτίωση του νομοθετικού πλαισίου που έχει θεσπισθεί με τον ισχύοντα εκτελεστικό της παρ. 5 του άρθρου 90 του Συντάγματος, νόμο, δεδομένου ότι εξασφαλίζει μεγαλύτερη διαφάνεια και ευρύτερη αποδοχή των σχετικών επιλογών του Υπουργικού Συμβουλίου, με αποτέλεσμα την αποτροπή αμφισβητήσεων που θίγουν το κύρος των επιλεγομένων και της δικαιοσύνης γενικότερα. Ενδείκνυται, όμως, να εισαχθεί και για τις επιλογές των αντιπροέδρων σύστημα ανάλογο προς το προβλεπόμενο για τους προέδρους των ανωτάτων δικαστηρίων. Δηλαδή να ορίζονται από το Υπουργικό Συμβούλιο, οι δικαστικοί λειτουργοί, για τους οποίους θα ζητείται η γνώμη της Διασκέψεως των Προέδρων της Βουλής, σε αριθμό συναρτώμενο με τις προς πλήρωση θέσεις, ώστε η άσκηση της γνωμοδοτικής αρμοδιότητας να περιορίζεται μεταξύ προσώπων που έχουν προσδιοριστεί από το όργανο, στο οποίο ανήκει κατά το Σύνταγμα η αποφασιστική αρμοδιότητα. Στην περίπτωση αυτή είναι σκόπιμο να προβλεφθεί υποχρεωτική ακρόαση των παραπάνω προσώπων, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα και προκειμένου για τους υποψηφίους προς επιλογή ως προέδρους.
Κατά τη γνώμη ενός αντιπρόεδρου, οι προτεινόμενες ρυθμίσεις, ανεξάρτητα από τη σκοπιμότητά τους ή το ενδεχόμενο ουσιαστικής ή νομοτεχνικής βελτιώσεώς τους, δεν αντίκεινται στο Σύνταγμα. Πράγματι, το άρθρο 90 παρ. 5 του Συντάγματος, αναφερόμενο σε προαγωγές που ενεργούνται με διάταγμα «που εκδίδεται ύστερα από πρόταση του Υπουργικού Συμβουλίου, με επιλογή μεταξύ των μελών του αντίστοιχου ανώτατου δικαστηρίου, όπως νόμος ορίζει», ουδόλως αποκλείει στον εκτελεστικό της συνταγματικής αυτής διατάξεως νόμο είτε να ορίσει, εντός του καθοριζομένου από την ίδια τη συνταγματική διάταξη κύκλου υποψηφίων, πρόσθετες ουσιαστικές προϋποθέσεις, που περιορίζουν τον κύκλο αυτό κατά τρόπο απρόσωπο, αντικειμενικό και αναγόμενο στο αληθές συμφέρον της Δικαιοσύνης, όπως είναι ο καθορισμός χρόνου υπηρεσίας στον κατεχόμενο βαθμό ή ο προσδιορισμός ως υποψηφίων ενός πολλαπλασίου του αριθμού των εκάστοτε προς πλήρωση θέσεων, είτε, πολλώ μάλλον, να θεσπίσει περαιτέρω πρόσθετες διαδικασίες, με τον περιορισμό ότι δεν αναιρείται η τελική αποφασιστική αρμοδιότητα του Υπουργικού Συμβουλίου. Τέτοια άλλωστε πρόσθετη διαδικασία, πρόσφορη για την επίτευξη του σκοπού της συνταγματικής διατάξεως, προβλέπει ήδη ο νομοθέτης, αναφερόμενος σε εισήγηση του Υπουργού Δικαιοσύνης προς το Υπουργικό Συμβούλιο, δηλαδή σε τύπο που δεν προβλέπεται ρητά από τη συνταγματική διάταξη αλλ’ επιτρεπτώς έχει, κατά τα ανωτέρω, τεθεί. Θα ήταν, άλλωστε, ανακόλουθο να γίνεται δεκτό ότι η συνταγματική ρύθμιση παραδεκτώς συμπληρώνεται, ή περιστέλλεται, με τον εκτελεστικό νόμο στα, ποιοτικώς σημαντικότερα, θέματα ουσίας αλλ’ ότι είναι ανεπίτρεπτη η συμπλήρωσή της σε θέματα διαδικασίας. Τούτο, βεβαίως, δεν σημαίνει ότι θα ήταν επιτρεπτή η, έστω γνωμοδοτική, παρεμβολή στη διαδικασία οποιουδήποτε, πάγιου ή ευκαιριακά συνιστώμενου, οργάνου. Δεν μπορεί, όμως, να θεωρηθεί ότι, κατά παράβαση της ανωτέρω συνταγματικής διατάξεως ή της αρχής της διακρίσεως των εξουσιών, παρεμβάλλεται στη διαδικασία αυτή η Βουλή, που είναι, κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του Συντάγματος, ο σημαντικότερος προσδιοριστικός παράγοντας της μορφής του Πολιτεύματος, όταν, μάλιστα, η παρεμβολή αυτή γίνεται στο ανώτατο επίπεδο της Βουλής και με γνωμοδοτική απλώς αρμοδιότητα. Η προτεινόμενη εξ άλλου παρεμβολή θάλπει τον ουσιαστικό σκοπό της συνταγματικής διατάξεως, που είναι να γίνεται μεν η επιλογή των προεδρείων των ανωτάτων δικαστηρίων από πολιτικό όργανο, αλλά με την ευρύτερη δυνατή συναίνεση, με αποκλειστικό κριτήριο το συμφέρον της Δικαιοσύνης και την ευρύτερη δυνατή κοινωνική αποδοχή των αποφάσεών της. Πρόσθετο ερμηνευτικό επιχείρημα υπέρ της κρατησάσης απόψεως δεν παρέχεται ούτε από τη ρύθμιση της παρ. 6 του αυτού άρθρου του Συντάγματος, προεχόντως διότι με αυτήν δεν προστίθεται νέο, πρόσθετο ή αυτοτελές, στοιχείο συνταγματικής ισορροπίας στο εισαγόμενο με την προηγούμενη παράγραφο σύστημα επιλογής των προεδρείων των ανωτάτων δικαστηρίων, αλλά προβλέπεται συλλήβδην ότι οι διάφορες αποφάσεις οργάνων που προβλέπονται από τις προηγούμενες παραγράφους του άρθρου, κυρίως, μάλιστα, αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστικού Συμβουλίου και όχι του Υπουργικού Συμβουλίου, δεν υπόκεινται σε δικαστικό έλεγχο, με την αντίληψη, προφανώς, ότι, κατά την εκτίμηση του συντακτικού νομοθέτη, οι θεσπιζόμενες με το άρθρο αυτό του Συντάγματος διαδικασίες υπερκαλύπτουν την ανάγκη του δικαστικού ελέγχου.
Με τις ίδιες σκέψεις, η πλειοψηφία θεώρησε ως αντίθετη στο Σύνταγμα, η δε μειοψηφία ως σύμφωνη με το Σύνταγμα, τη ρύθμιση του άρθρου 2 του σχεδίου νόμου που προβλέπει την προαγωγή στο βαθμό του Γενικού Επιτρόπου των διοικητικών δικαστηρίων με προεδρικό διάταγμα που εκδίδεται μετά από πρόταση του Υπουργικού Συμβουλίου, ύστερα από γνώμη της Διάσκεψης των Προέδρων της Βουλής και εισήγηση του Υπουργού Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.
Αντίθετα, κατά το μέρος που η διάταξη προβλέπει ότι η προαγωγή στη θέση του Γενικού Επιτρόπου των διοικητικών δικαστηρίων χωρεί με επιλογή μεταξύ των μελών της Γενικής Επιτροπείας που έχουν συνολική τετραετή υπηρεσία στους βαθμούς του Επιτρόπου και του Αντεπιτρόπου ή μεταξύ των Προέδρων Εφετών διοικητικών δικαστηρίων που έχουν τετραετή υπηρεσία στο βαθμό αυτό, είναι συμβατή με το Σύνταγμα, διότι το άρθρο 90 παρ. 5 του Συντάγματος επιτρέπει στον κοινό νομοθέτη να θεσπίσει διάταξη, σύμφωνα με την οποία το Υπουργικό Συμβούλιο επιλέγει τους προαγομένους στις θέσεις που μνημονεύονται στην εν λόγω συνταγματική διάταξη μεταξύ δικαστών που έχουν συμπληρώσει ορισμένο χρόνο υπηρεσίας στο βαθμό που κατέχουν. Μια τέτοια νομοθετική ρύθμιση δεν θίγει τον κανόνα αρμοδιότητας ούτε τα βασικά χαρακτηριστικά της διαδικασίας επιλογής που θεσπίζει η μνημονευθείσα συνταγματική διάταξη, ενώ, εξ άλλου, εξυπηρετεί σκοπό θαλπόμενο από το Σύνταγμα, εφ’ όσον σκοπεί, δια της θεσπίσεως τυπικού προσόντος, στη διασφάλιση της επιλογής προσώπων που έχουν την αναγκαία για την άσκηση των νέων καθηκόντων τους εμπειρία. Τούτο, όμως, υπό την επιφύλαξη ότι η νομοθετική ρύθμιση δεν θα ορίσει τον απαιτούμενο χρόνο υπηρεσίας κατά τρόπο που θα περιόριζε υπέρμετρα, υπερακοντίζοντας τον αναφερθέντα θεμιτό σκοπό, τα περιθώρια επιλογής που πρέπει να διαθέτει το Υπουργικό Συμβούλιο. Εν προκειμένω, ο απαιτούμενος χρόνος υπηρεσίας (τετραετία) δεν περιορίζει υπέρμετρα τα περιθώρια επιλογής που πρέπει να διαθέτει το Υπουργικό Συμβούλιο.
Τέλος, η Ολομέλεια θεώρησε ότι ενδείκνυται να θεσπισθεί νομοθετική ρύθμιση, που θα προέβλεπε: α) ότι η προαγωγή στη θέση του Προέδρου του Συμβουλίου της Επικρατείας χωρεί με επιλογή μεταξύ των Αντιπροέδρων του Συμβουλίου της Επικρατείας και ορισμένου αριθμού Συμβούλων Επικρατείας, ο οποίος προσδιορίζεται με βάση τη σειρά αρχαιότητος και β) ότι η προαγωγή στις θέσεις των Αντιπροέδρων του Συμβουλίου της Επικρατείας χωρεί με επιλογή μεταξύ ορισμένου αριθμού Συμβούλων Επικρατείας, ο οποίος προσδιορίζεται με βάση τη σειρά αρχαιότητος. Μια τέτοια ρύθμιση θα ήταν συμβατή προς το Σύνταγμα, διότι, χωρίς να θίγει τον κανόνα αρμοδιότητας και τα βασικά χαρακτηριστικά της διαδικασίας επιλογής που θεσπίζει το άρθρο 90 παρ. 5 του Συντάγματος, θα εξυπηρετούσε σκοπό συνταγματικώς θεμιτό, την αποφυγή, δηλαδή, των σοβαρών προβλημάτων που προκαλούνται στη λειτουργία του Δικαστηρίου από παραλείψεις ευρείας εκτάσεως. Κατά την ειδικότερη δε κατάστρωση της διατάξεως από το νομοθέτη, θα έπρεπε να ληφθεί πρόνοια, ώστε η ληπτέα υπ’ όψη σειρά αρχαιότητος να προσδιορισθεί με τρόπο που δεν θα περιόριζε υπέρμετρα το περιθώριο επιλογής, το οποίο πρέπει να διαθέτει το Υπουργικό Συμβούλιο.
--------------------------------
Εξ άλλου, η Ολομέλεια θεώρησε ότι οι διατάξεις του άρθρου 4 του σχεδίου που αφορούν τη διεύθυνση του πολιτικού και διοικητικού εφετείου Αθηνών, του πολιτικού εφετείου Θεσσαλονίκης, των πρωτοδικείων, πολιτικών και διοικητικών, Αθηνών, Θεσσαλονίκης και Πειραιά και των ειρηνοδικείων Αθηνών και Θεσσαλονίκης από τριμελές συμβούλιο και ρυθμίζουν τον τρόπο και τη διαδικασία εκλογής, τα προσόντα εκλογιμότητας, τη θητεία και άλλα διαδικαστικά ζητήματα είναι συμβατές προς το Σύνταγμα. Κατά τη γνώμη ενός αντιπροέδρου και ενός συμβούλου, η προτεινόμενη ρύθμιση, που, άλλωστε, συνιστά αναπροσαρμοσμένη επαναφορά προϊσχύσαντος συστήματος διευθύνσεως των εργασιών των δικαστηρίων, δεν αντίκειται σε κάποια συνταγματική διάταξη, εντούτοις, το ισχύον σύστημα έχει αποδειχθεί ότι στην πράξη, για τη διοικητική, τουλάχιστον, δικαιοσύνη, λειτούργησε ομαλά και με επιτυχία και δεν ενδείκνυται, συνεπώς, εν όψει και των επισημαινομένων κατωτέρω από την κρατήσασα γνώμη προβλημάτων εφαρμογής της προτεινομένης ρυθμίσεως, η μεταβολή του.
Κατά τη γνώμη της Ολομελείας, ενδείκνυται να προβλεφθεί ότι ο κανόνας της μη μεταθέσεως του προέδρου ή των τακτικών μελών του συμβουλίου δεν ισχύει επί μεταθέσεως κατόπιν προαγωγής, διότι η μη μετάβαση του προαγομένου στη νέα του θέση προκαλεί, κατά κανόνα, δυσλειτουργίες στο δικαστήριο όπου μετατίθεται, ενώ, αντιθέτως, δεν θα γεννηθούν προβλήματα λειτουργίας του συμβουλίου, εφ’ όσον προβλεφθεί ότι ο λόγω προαγωγής μετατιθέμενος αναπληρώνεται για το υπόλοιπο της θητείας του από τον αναπληρωτή του.
Όσον αφορά τη ρύθμιση, κατά την οποία «οι υποψήφιοι πρέπει να έχουν ευδόκιμη δικαστική υπηρεσία, όπως τούτο προκύπτει από τις συνταχθείσες γι’ αυτούς εκθέσεις επιθεωρήσεως» δεδομένου ότι μπορεί να γεννήσει σοβαρά προβλήματα κατά την εφαρμογή της, λόγω: α) της ασάφειας της έννοιας «ευδόκιμη δικαστική υπηρεσία», την οποία επιτείνει το γεγονός ότι στην αυτή παράγραφο προβλέπεται, πάντως, ότι δεν μπορούν να είναι υποψήφιοι όσοι έχουν κριθεί μη προακτέοι στον επόμενο βαθμό ή είχαν κριθεί μη προακτέοι οποτεδήποτε στο παρελθόν και β) της ελλείψεως ειδικής προβλέψεως ως προς το όργανο το οποίο θα διατυπώνει την εκτίμηση περί μη «ευδόκιμης δικαστικής υπηρεσίας» ορισμένου υποψηφίου, πρέπει να επανεξετασθεί εάν είναι σκόπιμη η θέσπισή της και, σε καταφατική περίπτωση, να συμπληρωθεί, έτσι ώστε να αποτραπεί ο κίνδυνος εμφανίσεως προβλημάτων κατά την εφαρμογή της. Κατά τη γνώμη ορισμένων μελών του Δικαστηρίου, η εν λόγω ρύθμιση πρέπει να διαγραφεί, διότι το προσόν της «ευδόκιμης δικαστικής υπηρεσίας» δεν αποτελεί, λόγω του περιθωρίου εκτιμήσεων που καταλείπει, κριτήριο πρόσφορο για την κτήση της ιδιότητος του υποψηφίου.
Τέλος, κατά την γνώμη της Ολομελείας, οι θεσπιζόμενες με το άρθρο 7 του σχεδίου μεταβατικές διατάξεις, κατά τις οποίες οι ολομέλειες των δικαστηρίων και εισαγγελιών συνέρχονται αυτοδικαίως σε καθορισμένο, σύντομο μετά τη δημοσίευση του νόμου χρονικό διάστημα προκειμένου να εκλέξουν τα μέλη των συμβουλίων και τους διευθύνοντες, που αναλαμβάνουν αμέσως τα καθήκοντά τους, οπότε και λήγει η θητεία των ήδη αναδειχθέντων τριμελών συμβουλίων που διευθύνουν τα πολιτικά εφετεία Αθηνών, Θεσσαλονίκης και Πειραιά, το διοικητικό εφετείο Αθηνών, τα πρωτοδικεία πολιτικά και διοικητικά Αθηνών, Θεσσαλονίκης και Πειραιά και τα ειρηνοδικεία Αθηνών και Θεσσαλονίκης και των διευθυνόντων τις εισαγγελίες εφετών Αθηνών και Θεσσαλονίκης και τις εισαγγελίες πρωτοδικών Αθηνών, Θεσσαλονίκης και Πειραιά, δεν προσκρούουν σε συνταγματική διάταξη, δεδομένου ότι με το άρθρο 4 του σχεδίου θεσπίζεται πλέον ως πάγιο το νέο σύστημα. Για την κατά το δυνατόν, όμως, αποφυγή δυσλειτουργιών κατά τη μετάβαση στο νέο καθεστώς, ενδείκνυται να ορισθεί ότι οι νέες ρυθμίσεις ισχύουν από το προσεχές δικαστικό έτος 2010-2011. Κατά τη γνώμη, όμως, τριών αντιπροέδρων και οκτώ συμβούλων, οι μεταβατικές διατάξεις δεν προκαλούν παρατήρηση, δοθέντος ότι προβλέπουν την άμεση εφαρμογή συστήματος το οποίο, όπως έχει ήδη αναφερθεί, δεν αντίκειται στο Σύνταγμα. Τέλος, κατά τη γνώμη ενός αντιπροέδρου και δύο συμβούλων, ανεξαρτήτως τυχόν προβλημάτων συνταγματικότητας, δεν ενδείκνυται η θέσπιση διατάξεως, που συνεπάγεται πρόωρη διακοπή θητείας οργάνων διευθύνσεως των δικαστηρίων, που έχουν αναδειχθεί με απόφαση του κατά το Σύνταγμα κατ’ εξοχήν αρμοδίου οργάνου διοικήσεως του οικείου κλάδου δικαιοσύνης, δηλαδή του Ανωτάτου Δικαστικού Συμβουλίου.
Με την 141/2010 απόφαση της Επιτροπής Αναστολών κρίθηκε ότι πρέπει να διαταχθούν, κατ’ άρθρ. 52 παρ. 8 π.δ. 18/1989, ως πρόσφορα μέτρα: α) η άμεση διακοπή όλων των εργασιών που διενεργούνται και αποσκοπούν στην κατασκευή του έργου της μερικής εκτροπής του άνω ρου του ποταμού Αχελώου προς τη Θεσσαλία, καθώς και η αποχή από κάθε υλική ενέργεια που κατατείνει στην ολοκλήρωση και λειτουργία των έργων που συνδέονται με το εγχείρημα της εκτροπής, β) η μη λειτουργία όσων εκ των έργων χρήσης και αξιοποίησης υδάτων έχουν ολοκληρωθεί.
Ειδικότερα: η Επιτροπή Αναστολών επελήφθη αιτήσεως περί αναστολής εκτελέσεως α) της 567/14.9.2006 πράξεως της Ειδικής Υπηρεσίας Δημοσίων Έργων (Ε.Υ.Δ.Ε. Ο.Σ.Υ.Ε.) του Υπουργείου ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε., με την οποία δόθηκε εντολή, δυνάμει του άρθρου 13 παρ. 4 του ν. 3481/2006, στον ανάδοχο του έργου «Αποπεράτωση Φράγματος Συκιάς» να συνεχίσει τις εργασίες που είχαν διακοπεί λόγω της 1186/2006 αποφάσεως του Συμβουλίου της Επικρατείας, β) της εγκρίσεως των περιβαλλοντικών όρων και περιορισμών για την κατασκευή και λειτουργία των έργων μερικής εκτροπής του άνω ρου του ποταμού Αχελώου προς τη Θεσσαλία και για την ενεργειακή αξιοποίηση των υδάτων του, γ) των αδειών κατασκευής, αποπεράτωσης και λειτουργίας δημοπρατηθέντων δημοσίων έργων και έργων της Δ.Ε.Η. που αφορούν σε έργα της κατά τα ανωτέρω εκτροπής ή σε έργα παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας και δ) της εγκρίσεως του εκπονηθέντος από τη Γενική Γραμματεία Δημοσίων Έργων του Υ.ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε. σχεδίου διαχείρισης των λεκανών απορροής των ποταμών Αχελώου και Πηνειού. Οι υπό β) έως και γ) προσβαλλόμενες είχαν περιβληθεί το ένδυμα τυπικού νόμου και συγκεκριμένα των διατάξεων των παρ. 3, 4 και 2, αντιστοίχως, του άρθρου 13 του ν. 3481/2006. Είχε προηγηθεί η έκδοση της 3053/2009 αποφάσεως της Ολομέλειας του Δικαστηρίου επί της συναφούς αιτήσεως ακυρώσεως. Με την απόφαση αυτή κρίθηκε ότι το προσβαλλόμενο έγγραφο της Ε.Υ.Δ.Ε. Ο.Σ.Υ.Ε. είναι εκτελεστή διοικητική πράξη παραδεκτώς προσβαλλόμενη με αίτηση ακυρώσεως, διότι επήγετο μεταβολή στο νομικό κόσμο, αφού επέφερε τη δυσμενή για τους αιτούντες συνέπεια της, δυνάμει των προβλέψεων του νόμου και των εγκριθέντων με αυτόν περιβαλλοντικών όρων, συνεχίσεως της εκτελέσεως του συνόλου του έργου της εκτροπής. Κρίθηκε δε, ειδικότερα, ότι παρότι η προσβαλλόμενη πράξη αναφέρεται σε τμήμα του επίμαχου έργου, ήτοι στο φράγμα της Συκιάς, εφόσον με αυτή καθίσταται δυνατή η εκτέλεση και λειτουργία του συνόλου του έργου της εκτροπής κατά τα ανεκτέλεστα τμήματά του, αντικείμενο της δίκης αποτελεί η νομιμότητα του ενιαίου έργου της εκτροπής του ποταμού Αχελώου. Εξ άλλου, επί της ουσίας κρίθηκε αναγκαία η διατύπωση προς το Δ.Ε.Κ. συγκεκριμένων προδικαστικών ερωτημάτων σχετικά με τη συμβατότητα των άρθρων 9 και 13 του ν. 3481/2006 προς τις εφαρμοστέες εν προκειμένω κοινοτικές οδηγίες, ένα εκ των οποίων αφορά στο κατ’ αρχήν επιτρεπτό του έργου με βάση τις διατάξεις της οδηγίας περί υδάτων (2000/60/ΕΚ).
Με την εξεταζόμενη απόφαση η Επιτροπή Αναστολών δέχεται την αίτηση αναστολής και διατάσσει τα προαναφερθέντα κατάλληλα μέτρα, λαμβάνοντας υπόψη αφενός τη συνταγματική κατοχύρωση του δικαιώματος παροχής εννόμου προστασίας και του ενδίκου βοηθήματος της αιτήσεως ακυρώσεως (άρθρα 20 παρ. 1 και 95 του Συντάγματος), που συνεπάγεται προστασία περιλαμβάνουσα και τη λήψη του μέτρου που κρίνεται κατάλληλο για να αποσοβηθεί η ματαίωση του σκοπού για τον οποίο παρέχεται το ως άνω ένδικο βοήθημα και αφετέρου την αρχή της αποτελεσματικής ένδικης προστασίας ως γενική αρχή του κοινοτικού δικαίου, που επιβάλλει στα εθνικά δικαστήρια να διατάσσουν τα κατάλληλα προσωρινά μέτρα που θα διασφαλίσουν την πλήρη αποτελεσματικότητα της αποφάσεως του Δ.Ε.Κ. που πρόκειται να εκδοθεί επί διατυπωθέντων προδικαστικών ερωτημάτων σχετικά με την ύπαρξη των προβαλλομένων βάσει του κοινοτικού δικαίου δικαιωμάτων.
Ειδικότερα, ισχυρισμός του Δημοσίου και της Δ.Ε.Η. Α.Ε., σύμφωνα με τον οποίο η προσβαλλόμενη πράξη στερείται εκτελεστότητας, η βλάβη δε της οποίας γίνεται επίκληση προκαλείται από το νόμο και ότι, πάντως, εφόσον η πράξη αυτή αφορά μόνο το φράγμα της Συκιάς, η τυχόν χορηγούμενη αναστολή θα πρέπει να περιορισθεί μόνο στο τμήμα αυτό, απορρίπτεται εν όψει των κριθέντων με την ως άνω απόφαση της Ολομέλειας, και παρότι με την 999/2007 απόφαση της Επιτροπής Αναστολών είχε απορριφθεί αίτηση αναστολής εκτελέσεως της 375/ΚΕ1900/18.3.2005 αποφάσεως του Υπουργού ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε. περί εγκρίσεως του αποτελέσματος της δημοπρασίας για το έργο «Αποπεράτωση Φράγματος Συκιάς» και κατακυρώσεως του έργου αυτού, που επανήλθε σε ισχύ με τη διάταξη του άρθρου 13 παρ. 4 του ν. 3481/2006, με την αιτιολογία ότι η βλάβη της οποίας γινόταν επίκληση προκαλείτο από την εφαρμογή της προαναφερθείσας διατάξεως τυπικού νόμου. Έτερος ισχυρισμός, κατά τον οποίο η εν λόγω βλάβη έχει ήδη επέλθει, απορρίπτεται με την αιτιολογία ότι μεγάλο τμήμα του έργου της εκτροπής είναι ακόμη ανεκτέλεστο, η δε συνέχιση των εργασιών και τυχόν λειτουργία των κατασκευασθέντων επιμέρους έργων θα επιφέρει περαιτέρω επιδείνωση του φυσικού περιβάλλοντος, δηλαδή περαιτέρω αλλοίωση της μορφής του τοπίου, κλονισμό του ποταμίου και των παραποταμίων οικοσυστημάτων του Αχελώου και επιβάρυνση του υδατικού δυναμικού του ποταμού, μη δυνάμενη να αποκατασταθεί σε περίπτωση ευδοκιμήσεως της αιτήσεως ακυρώσεως. Ειδικότερο, τέλος, αίτημα που προέβαλαν το Δημόσιο και η Δ.Ε.Η. Α.Ε. για απόρριψη της αιτήσεως αναστολής όσον αφορά το ήδη κατασκευασθέν και δυνάμενο να αυτονομηθεί από τα λοιπά έργα της εκτροπής φράγμα της Μεσοχώρας νομού Τρικάλων, ώστε να επιτραπεί η πλήρωση του ταμιευτήρα και η λειτουργία του σχετικού υδροηλεκτρικού έργου, απορρίπτεται με την αιτιολογία ότι δεν θα μπορούσε η Επιτροπή Αναστολών, καθ’ υποκατάσταση του έργου της Διοικήσεως, να αυτονομήσει το εν λόγω υποέργο, το οποίο αποτελεί μέρος του ενιαίου εγχειρήματος της μερικής εκτροπής, έχει δε σχεδιασθεί και μελετηθεί από τη Διοίκηση διαχρονικά ως τέτοιο, και να επιτρέψει την ολοκλήρωση και λειτουργία του αυτοτελώς, τούτο δε πέραν της εκ της κατακλύσεως μεγάλου μέρους του οικισμού της Μεσοχώρας ανεπανόρθωτης βλάβης.
Με τις Σ.τ.Ε. 462/2010 και 463/2010 (Ολομ.) απορρίφθηκαν αιτήσεις ακυρώσεως κατοίκων της Στρατονίκης Χαλκιδικής κατά της Κοινής Υπουργικής Απόφασης περί τροποποίησης της έγκρισης περιβαλλοντικών όρων των Μεταλλευτικών Εγκαταστάσεων Στρατωνίου καθώς και κατά της απόφασης του Υπουργού Ανάπτυξης με την οποία εγκρίθηκε τεχνική μελέτη για την επέκταση της εκμετάλλευσης του μεταλλείου, αντιστοίχως.
Ειδικότερα, με την 462/2010 απόφαση κρίθηκαν τα εξής: Πριν από την έναρξη των υλικών εργασιών της εκμετάλλευσης μεταλλείου απαιτείται να εκδοθούν αφενός μεν απόφαση έγκρισης των περιβαλλοντικών όρων του έργου και αφετέρου απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης που εγκρίνει την τεχνική μελέτη του έργου. Η δεύτερη απόφαση είναι η τελευταία διοικητική πράξη που εκδίδεται πριν την έναρξη των εργασιών εκμετάλλευσης του μεταλλείου και, στο μέτρο που περιέχει ρυθμίσεις για την προστασία του περιβάλλοντος, δεν πρέπει να αποκλίνει από τους όρους και περιορισμούς που έχει επιβάλλει η απόφαση έγκρισης περιβαλλοντικών όρων.
Στην προκειμένη περίπτωση, η προτεινόμενη με την προσβαλλόμενη απόφαση έγκρισης πρόσθετων περιβαλλοντικών όρων και περιορισμών για την υλοποίηση του έργου της επεκτάσεως και εκσυγχρονισμού της εκμετάλλευσης του μεταλλείου Μαύρων Πετρών στις Μεταλλευτικές Εγκαταστάσεις Στρατωνίου δραστηριότητα δεν έρχεται σε αντίθεση με εγκεκριμένα χωροταξικά, ρυθμιστικά και πολεοδομικά σχέδια ή άλλα σχέδια χρήσεων γης, αφού περιλαμβάνει κατά κύριο λόγο υπόγειες εργασίες, η δε πρόσθετη κατάληψη χώρου στην επιφάνεια του εδάφους θα πραγματοποιηθεί αποκλειστικά εντός των Μεταλλευτικών Εγκαταστάσεων Στρατωνίου. Η προτεινόμενη δραστηριότητα αποτελεί επέκταση και συνέχιση της εκμετάλλευσης του υφιστάμενου υπόγειου μεταλλείου Μαύρων Πετρών και λαμβάνει χώρα εντός περιοχής μεταλλειοκτησίας της εταιρίας. Τα παραγόμενα στερεά απόβλητα θα αποτίθενται στους υφιστάμενους χώρους απόθεσης στερεών αποβλήτων. Σύμφωνα με την προσβαλλόμενη πράξη, η δραστηριότητα, λόγω αφενός της κατά κύριο λόγο φύσεως των εργασιών της και αφετέρου του περιορισμού των επιφανειακών επεμβάσεων εντός του χώρου των Μεταλλευτικών Εγκαταστάσεων, δεν επηρεάζει προστατευόμενες, ευαίσθητες από περιβαλλοντική άποψη περιοχές λόγω της μεγάλης απόστασης από τα όρια των πλησιέστερων περιοχών NATURA και SPA. Κατά την Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (ΜΠΕ), δεν αναμένονται σημαντικές επιπτώσεις στα περιβάλλοντα και τα υπερκείμενα της εκμετάλλευσης πετρώματα, στην ασφάλεια των κατασκευών, δομών και εγκαταστάσεων της επιφανείας από δονήσεις, στην ποιότητα των εδαφών, στο φυσικό ανάγλυφο, τη μορφολογία και το τοπίο της περιοχής, στη σεισμικότητα της περιοχής, στα ποιοτικά και ποσοτικά χαρακτηριστικά του επιφανειακού και του υπόγειου υδατικού δυναμικού, στο ακουστικό, ατμοσφαιρικό, αστικό και ιστορικό-πολιτιστικό περιβάλλον. Οι επιπτώσεις στο περιβάλλον από τη μεταλλευτική δραστηριότητα κάτω από τον οικισμό Στρατονίκης, οι οποίες θα μπορούσαν ενδεχομένως να προκύψουν ύστερα από μακροχρόνια εκμετάλλευση των υπαρχόντων κοιτασμάτων, εξετάστηκαν διεξοδικά με την εγκριθείσα τεχνική μελέτη, με την ΜΠΕ που συνοδεύει την προσβαλλόμενη πράξη και με μελέτη καθηγητών του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου. Από την ΜΠΕ προκύπτει επίσης ότι δεν αναμένονται επιπτώσεις στα ποσοτικά και ποιοτικά χαρακτηριστικά των πηγών πόσιμου νερού. Επίσης, με την επιλεγείσα μέθοδο εξόρυξης των εναλλασσόμενων κοπών και λιθογομώσεων ανερχόμενης φοράς αποφεύγεται η δημιουργία συνθηκών οξείδωσης και κατά συνέπεια η επιβάρυνση των υπογείων υδάτων λόγω του φαινομένου της όξινης απορροής. Αντιθέτως, η οριστική διακοπή των μεταλλευτικών εργασιών θα είχε σημαντικές επιπτώσεις στους υδάτινους πόρους της περιοχής, καθώς θα διαμορφώνονταν δυσμενείς εν γένει συνθήκες επιβάρυνσης των υπόγειων υδάτων λόγω της διατήρησης των κενών από τις υπόγειες εκσκαφές, οι οποίες θα συνιστούσαν ευνοϊκό περιβάλλον παραγωγής όξινης απορροής. Περαιτέρω, η Διοίκηση έλαβε υπόψη τις επιπτώσεις τόσο της πρωτογενούς όσο και της δευτερογενούς σεισμικότητας της περιοχής. Σύμφωνα με την ΜΠΕ, η προτεινόμενη δραστηριότητα έχει σημαντικά οφέλη για την εθνική οικονομία, αφού διασφαλίζει τη διατήρηση σημαντικού αριθμού θέσεων εργασίας και καθιστά εφικτή την αξιοποίηση του ορυκτού πλούτου με συναλλαγματική ωφέλεια για τη χώρα. Στην ΜΠΕ επισημαίνεται εξ άλλου το γεγονός ότι η επιλογή της «μηδενικής λύσης», δηλαδή η μη επέκταση του μεταλλείου, σημαίνει και την οριστική διακοπή λειτουργίας των Μεταλλευτικών Εγκαταστάσεων Στρατωνίου λόγω έλλειψης ποσοτήτων μεταλλεύματος προς εκμετάλλευση. Η επιλογή αυτή θα επιφέρει αρνητικές επιπτώσεις τόσο στο φυσικό όσο και στο ανθρωπογενές περιβάλλον της περιοχής. Ενόψει των προεκτεθέντων, δεν παραβιάζεται το άρθρο 24 του Συντάγματος και ο θεμελιώδης κανόνας της βιωσίμου αναπτύξεως και της βιωσίμου μεταλλείας. Ακόμη, από την ΜΠΕ προκύπτει ότι δεν επηρεάζονται τα ρέματα της περιοχής και επομένως το γεγονός ότι πριν την έκδοση της ΕΠΟ δεν οριοθετήθηκαν δεν συνιστά πλημμέλεια. Εξ άλλου, η επίμαχη δραστηριότητα δεν συνιστά έργο διαχείρισης και αξιοποίησης των υδατικών πόρων της περιοχής και επομένως δεν υπάγεται στο πεδίο εφαρμογής του ν. 1739/1987. Κατά την ΜΠΕ, η επιλεγείσα μέθοδος εξορύξεως του μεταλλεύματος (των εναλλασσομένων κοπών και λιθογομώσεων κατά ανερχόμενη φορά υπό συνθήκες συνήθων διαστάσεων φοράς, με μηχανική εκσκαφή με road header) παρουσιάζει περισσότερα πλεονεκτήματα από την άποψη της προστασίας του περιβάλλοντος και περιορίζει τη χρήση εκρηκτικών. Επιπλέον, στην ΜΠΕ τεκμηριώνεται κατά τρόπο αναλυτικό και με συγκεκριμένα αριθμητικά στοιχεία και υπολογισμούς ο τρόπος διάθεσης των στερεών αποβλήτων και η επάρκεια των υφισταμένων χώρων αποθήκευσης. Επιτρεπτώς, επίσης, θα συμπληρωθεί η κύρια Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων με ειδικότερη υδρογεωλογική μελέτη. Τέλος, η μεταλλευτική νομοθεσία επιτρέπει τη διενέργεια εργασιών εκμετάλλευσης μεταλλείων και κάτω από ακίνητα με κτίσματα και κατοικίες, αρκεί να λαμβάνονται μέτρα, προκειμένου να μη δημιουργούνται δυσμενείς συνέπειες στην επιφάνεια και να ελαχιστοποιούνται έτσι οι επιπτώσεις στον περιβάλλοντα χώρο από δονήσεις και θορύβους σε περίπτωση χρήσεως εκρηκτικών υλών. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου, οι δονήσεις δεν ξεπερνούν τα επιτρεπόμενα όρια που προβλέπει ο Κανονισμός Μεταλλευτικών και Λατομικών Εργασιών, ενώ η χρήση εκρηκτικών υλών θα περιοριστεί κάτω από το 30% του συνολικά εξορυσσόμενου μεταλλεύματος σε μηνιαία βάση. Απορρίφθηκαν επομένως οι ισχυρισμοί περί παραβιάσεως της ιδιοκτησίας των αιτούντων.
Με την 463/2010 απόφαση κρίθηκαν, επιπλέον των ανωτέρω, τα εξής: η υπογραφή της έγκρισης περιβαλλοντικών όρων και από τον Υπουργό Πολιτισμού καλύπτει κατ’ αρχήν τις απαιτήσεις της αρχαιολογικής νομοθεσίας για την προστασία τυχόν υπαρχουσών αρχαίων στοών, είναι δε απορριπτέος ο λόγος περί παράβασης των διατάξεων του άρθρου 10 του ν. 3028/2002. Ειδικότερη έγκριση του Υπουργού Πολιτισμού θα απαιτηθεί μόνο εφόσον εκτελεστούν εργασίες σε περίπτωση εντοπισμού συγκεκριμένων αρχαιοτήτων. Τέλος, επειδή λόγοι ακυρώσεως προβάλλονται παραδεκτώς μόνο με το δικόγραφο αιτήσεως ακυρώσεως, ή με δικόγραφο προσθέτων λόγων, τα προβαλλόμενα με υπομνήματα (την προτεραία της συζητήσεως και μετά τη συζήτηση) περί υπάρξεως στην περιοχή του Ιερού Ναού Αγίου Νικολάου, για την προστασία του οποίου δεν ελήφθησαν ειδικά μέτρα, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτα.
Με την Σ.τ.Ε. 4252/2009 (Ε΄ Τμήμα) κρίθηκε ότι η κατά το άρθρο 45 παρ. 2 ν. 2145/1993 ειδική αποζημίωση αποτελεί διοικητική κύρωση που αποβλέπει τόσο στην αποτροπή ανέγερσης αυθαίρετων εντός δασών και δασικών ή αναδασωτέων εκτάσεων όσο και στην κατεδάφισή τους και δεν αφορά φόρο ή οικονομικό βάρος κατά το άρθρο 78 παρ. 2 του Συντάγματος.
Ειδικότερα, με την απόφαση αυτή κρίθηκαν τα εξής: Το Σύνταγμα, θεσπίζοντας την υποχρέωση του Κράτους να προστατεύει τα δάση και τις δασικές εκτάσεις από την αυθαίρετη αλλαγή χρήσης τους και να απομακρύνει κάθε κατασκευή που αποκλείει ή περιορίζει την κατά προορισμό χρήση τους, ουδόλως αποκλείει την καθιέρωση νομοθετικού συστήματος προστασίας του δάσους που επιβάλλει, παραλλήλως προς τις αντίστοιχες υποχρέωσεις του Κράτους, την υποχρέωση αποκατάστασης του δάσους στον προκαλέσαντα τη βλάβη σ’ αυτό ιδιώτη επ’ απειλή διοικητικών ή άλλων σε βάρος του κυρώσεων. Εξ άλλου, η προβλεπόμενη από το άρθρο 45 παρ. 2 του ν. 2145/1993 ειδική αποζημίωση αποτελεί διοικητική κύρωση που αποβλέπει τόσο στην αποτροπή ανέγερσης αυθαίρετων εντός δασών και δασικών ή αναδασωτέων εκτάσεων όσο και στην κατεδάφισή τους μετά την τυχόν ανέγερσή τους, καθιστώντας εξαιρετικά ασύμφορη οικονομικά τη διατήρησή τους, επιβάλλεται δε από το Δασάρχη παραλλήλως με την υποχρέωση του Κράτους για αποκατάσταση της καταστραφείσας δασικής έκτασης και δεν αφορά φόρο ή οικονομικό βάρος κατά την έννοια της παρ. 2 του άρθρου 78 του Συντάγματος. Περαιτέρω, κατά την έννοια της εν λόγω διάταξης του ν. 2145/1993, η διοικητική αυτή κύρωση επιβάλλεται στο διοικούμενο για αυθαίρετα που έχουν ανεγερθεί εντός δάσους ή δασικής ή αναδασωτέας έκτασης είτε πριν είτε μετά την έναρξη ισχύος του νόμου, αλλά προφανώς για χρονικά διαστήματα, κατά τα οποία διατηρήθηκαν τα αυθαίρετα αυτά, μεταγενέστερα της έναρξης ισχύος του ανωτέρω νόμου. Δεν συντρέχει δε περίπτωση ανεπίτρεπτης αναδρομικής εφαρμογής της ανωτέρω διάταξης αν με το σχετικό πρωτόκολλο επιβάλλεται στο διοικούμενο ειδική αποζημίωση για αυθαίρετα που είχαν κατασκευασθεί εντός δάσους ή δασικής ή αναδασωτέας έκτασης πριν την έναρξη ισχύος του ν. 2145/1993, για χρονικά όμως διαστήματα διατήρησης των αυθαιρέτων αυτών μεταγενέστερα της έναρξης ισχύος του νόμου αυτού. Συνεπώς, δεν συντρέχει περίπτωση αναδρομικής εφαρμογής του άρθρου 45 παρ. 2 του ν. 2145/1993, εφόσον το πρωτόκολλο ειδικής αποζημίωσης, εκδοθέν το έτος 2001, αφορά στη διατήρηση του κατασκευασθέντος μεν από το έτος 1991 αυθαιρέτου αλλά για χρονικό διάστημα από 5.2.1998 έως 31.12.2000, δηλαδή για χρονικό διάστημα μετά την έναρξη ισχύος του ν. 2145/1993.
Με την Σ.τ.Ε. 4343/2009 (Α΄ Τμήμα) κρίθηκε ότι οι ανήλικοι εκπροσωπούνται ενώπιον των δικαστηρίων και από τους δύο γονείς, οι οποίοι ασκούν από κοινού τη γονική μέριμνα επ’ αυτών, και όχι μόνο από τον γονέα στον οποίο έχει ανατεθεί η επιμέλειά τους.
Με την απόφαση αυτή έγιναν, ειδικότερα, δεκτά τα εξής: Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1510, 1512, 1514 και 1518 παρ. 1 του Αστικού Κώδικα συνάγεται ότι, μετά το ν. 1329/1983, η άσκηση της γονικής μέριμνας έχει ανατεθεί και στους δύο γονείς του ανήλικου τέκνου από κοινού και ότι ένα μέρος του καθόλου ιδιόρρυθμου αυτού δικαιώματος, αλλά και καθήκοντος, είναι η επιμέλεια του προσώπου του τέκνου. Περιλαμβάνει δε η επιμέλεια, όπως συνάγεται από το χρησιμοποιούμενο στη διάταξη του άρθρου 1518 Α.Κ. επίρρημα «ιδίως», κάθε θέμα το οποίο σχετίζεται με την ανάπτυξη της σωματικής, πνευματικής και ψυχικής προσωπικότητας του ανήλικου τέκνου (όπως στέγη, ντύσιμο, τροφή, υγεία, μόρφωση, επαγγελματική εκπαίδευση, ηθική διαπαιδαγώγηση). Περαιτέρω, ενόψει του όλου περιεχομένου των πιο πάνω διατάξεων και του επιδιωκομένου με αυτές σκοπού, που συνίσταται στο να ασκείται η γονική μέριμνα κατά κανόνα από τους δύο γονείς από κοινού, είναι φανερό ότι, αν η άσκηση της γονικής μέριμνας έχει κατανεμηθεί ανάμεσα στους γονείς, λόγω διάστασής τους, και η επιμέλεια του ανηλίκου έχει ανατεθεί με δικαστική απόφαση στον έναν από τους γονείς λ.χ. τη μητέρα, τότε η τελευταία έχει αρμοδιότητα να αποφασίζει για τα τρέχοντα και καθημερινά μόνο θέματα τα σχετιζόμενα με την επιμέλεια του τέκνου και όχι για τα λοιπά (σοβαρά) θέματα, επί των οποίων η λήψη αποφάσεως εξακολουθεί να παραμένει στον πυρήνα της γονικής μέριμνας. Εφόσον, λοιπόν, η γονική μέριμνα ανήκει και στους δύο γονείς, είναι υποχρεωτικό να αποφασίζουν αυτοί από κοινού για τέτοια θέματα και, αν διαφωνούν, να αποφασίζει, κατ’ άρθρο 1512 Α.Κ., το δικαστήριο. Εξ άλλου, η δικαστική εκπροσώπηση του ανήλικου τέκνου δεν ανήκει στα τρέχοντα και καθημερινά θέματα για τα οποία μπορεί να αποφασίζει μόνο ο γονέας στον οποίο έχει ανατεθεί η επιμέλειά του. Επομένως, αγωγή αποζημίωσης κατ’ άρθρο 105 ΕισΝΑΚ, η οποία ασκείται για λογαριασμό των ανήλικων τέκνων του μόνο από το γονέα στον οποίο έχει ανατεθεί η επιμέλεια αυτών, πρέπει να απορριφθεί ως ενεργητικώς ανομιμοποίητη, διότι οι ανήλικοι έπρεπε να εκπροσωπούνται στη δίκη και από τους δύο γονείς τους, οι οποίοι ασκούν από κοινού τη γονική μέριμνα επ’ αυτών.
Με την 145/2009 απόφαση του Τριμελούς Συμβουλίου του ν. 3068/2002 προσδιορίστηκαν τα όρια συμμόρφωσης της διοίκησης προς ακυρωτική απόφαση του Δικαστηρίου, με την οποία ασκήθηκε παρεμπίπτων έλεγχος νομιμότητας κανονιστικής πράξης.
Με την απόφαση αυτή του Τριμελούς Συμβουλίου έγιναν, ειδικότερα, δεκτά τα εξής: Με απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας έγινε δεκτό ότι κανονιστική πράξη, της οποίας η νομιμότητα, λόγω του κανονιστικού χαρακτήρα της, ήταν ελεγκτή παρεμπιπτόντως, ήταν μη νόμιμη. Κατά συνέπεια, οι προσβληθείσες ατομικές πράξεις, οι οποίες είχαν εκδοθεί κατ’ εφαρμογή της ως άνω κανονιστικής πράξης, ήταν επίσης μη νόμιμες, διότι η ανωτέρω κανονιστική πράξη δεν μπορούσε να αποτελέσει νόμιμο έρεισμα για την έκδοση των πράξεων αυτών. Κατόπιν τούτων, το Δικαστήριο ακύρωσε τις ατομικές αυτές πράξεις. Ο αιτών ζήτησε από το Τριμελές Συμβούλιο να διαπιστωθεί ότι η διοίκηση δεν έχει συμμορφωθεί προς την ως άνω απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας διότι α) προέβη στην έκδοση νέων ατομικών πράξεων με βάση την παρεμπιπτόντως κριθείσα ως μη νόμιμη κανονιστική πράξη, β) δεν ανακάλεσε προσφάτως εκδοθείσες ατομικές πράξεις, οι οποίες στηρίχθηκαν στην ως άνω μη νόμιμη κανονιστική πράξη και δ) δεν εξέδωσε νέα σύννομη κανονιστική πράξη σε αντικατάσταση της κριθείσας ως μη νόμιμης. Το Τριμελές Συμβούλιο έκρινε ότι η υποχρέωση της διοίκησης προς συμμόρφωση σε ακυρωτικές αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας προσδιορίζεται κατά περιεχόμενο, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, από το διατακτικό της ακυρωτικής απόφασης σε συνδυασμό προς τις κρίσεις του Δικαστηρίου (αιτιολογικό) που στηρίζουν το διατακτικό. Δεν συνιστά όμως άρνηση ή παράλειψη συμμόρφωσης, κατά τις διατάξεις του άρθρου 3 παρ. 1 και 3 του ν. 3068/2002, η μη έκδοση από τη διοίκηση νέας κανονιστικής πράξης σε αντικατάσταση άλλης, η οποία έχει διαφύγει τον ευθύ ακυρωτικό έλεγχο, έχει όμως κριθεί παρεμπιπτόντως ως μη νόμιμη με απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας. Περαιτέρω, η ως άνω υποχρέωση συμμόρφωσης της διοίκησης, κατά τις διατάξεις του άρθρου 3 παρ. 1 και 3 του ν. 3068/2002, δεν περιλαμβάνει και την ειδικότερη υποχρέωσή της να μην χρησιμοποιεί την πιο πάνω κανονιστική πράξη - η οποία εξακολουθεί να αποτελεί υποστατή πολιτειακή πράξη - ως έρεισμα για την έκδοση όμοιων ή παρόμοιων προς την ακυρωθείσα ατομικών πράξεων που αφορούν τρίτα πρόσωπα, η νομιμότητα των οποίων μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο ιδιαίτερου ακυρωτικού ελέγχου. Τα ανωτέρω, βεβαίως, όχι μόνο δεν κωλύουν τη διοίκηση, πέραν της συμμόρφωσής της σε συγκεκριμένη ακυρωτική απόφαση, να εφαρμόσει, και στις περιπτώσεις αυτές, τη δοθείσα από το Συμβούλιο της Επικρατείας ερμηνεία, όσον αφορά τη νομιμότητα κανονιστικής πράξης που ελέγχθηκε παρεμπιπτόντως, αλλά, αντιθέτως, η ενέργεια αυτή βρίσκεται σε αρμονία προς τις αρχές της νομιμότητας και της χρηστής διοίκησης. Τέλος, δεν ανακύπτει, κατ’ αρχήν, υποχρέωση της διοίκησης να ανακαλέσει πράξεις όμοιου περιεχομένου προς δικαστικώς ακυρωθείσα ατομική πράξη, πλην εξαιρετικών περιπτώσεων, κατά τις οποίες συντρέχουν οι προϋποθέσεις που έχουν ταχθεί με τις 2176/2004 και 2177/2004 αποφάσεις της Ολομελείας του Συμβουλίου της Επικρατείας (ήτοι: ακύρωση με αμετάκλητη δικαστική απόφαση ατομικής διοικητικής πράξης για το λόγο ότι έχει στηριχθεί σε διάταξη αντίθετη προς κανόνα δικαίου υπέρτερης τυπικής ισχύος ή σε κανονιστική πράξη της διοίκησης που δεν έχει νόμιμο εξουσιοδοτικό έρεισμα, όμοιου περιεχομένου ατομικές διοικητικές πράξεις που έχουν εκδοθεί με βάση την ίδια διάταξη, αίτηση για την ανάκλησή τους υποβαλλόμενη στη διοίκηση σε εύλογο χρόνο από τη δημοσίευση της ακυρωτικής απόφασης από πρόσωπο που έχει έννομο συμφέρον, εκτίμηση λόγων υπέρτερου δημόσιου συμφέροντος που τυχόν επιβάλλουν ή αποκλείουν την ανάκλησή της, της ανάγκης προστασίας δικαιωμάτων τρίτων που έχουν κτηθεί καλοπίστως από την εφαρμογή της και του χρόνου που έχει διαρρεύσει από την έκδοσή της). Με τις σκέψεις αυτές το Τριμελές Συμβούλιο απέρριψε την ασκηθείσα αίτηση.
Με την 1337/2009 απόφαση της Επιτροπής Αναστολών κρίθηκε ότι συντρέχουν λόγοι, αναγόμενοι στην προστασία της άγριας πανίδας, να χορηγηθεί αναστολή εκτέλεσης υπουργικής απόφασης περί ρυθμίσεων της θήρας για την κυνηγετική περίοδο 2009-2010.
Ειδικότερα, με την απόφαση αυτή κρίθηκαν τα εξής: Η προσβαλλόμενη υπουργική απόφαση δεν ερείδεται επί εγκύρου και επικαίρου συνολικής επιστημονικής μελέτης ως προς τον κίνδυνο αφανισμού ή μείωσης του πληθυσμού ενός εκάστου των θηρευσίμων ειδών, ενώ εξ άλλου, ούτε επιβάλλεται με αυτήν απαγόρευση θήρας, στο σύνολο των εκτάσεων που καταστράφηκαν από τις πυρκαγιές των ετών 2007 και 2009, ούτε και λαμβάνονται μέτρα για την προστασία των ειδών που διαβιούσαν στις καμένες εκτάσεις και αναγκάστηκαν να μετακινηθούν σε άλλες περιοχές. Με τα δεδομένα αυτά, η Επιτροπή, λαμβάνοντας προεχόντως υπόψη ότι στην κατά το άρθρο 24 παρ. 1 του Συντάγματος υποχρέωση του Κράτους προς προστασία του φυσικού περιβάλλοντος περιλαμβάνεται και η υποχρέωση προστασίας της άγριας πανίδας κατά την πλήρη ποικιλία της, πιθανολογεί ότι από την εκτέλεση της προσβαλλόμενης απόφασης θα επέλθει βλάβη στην άγρια πανίδα λόγω σημαντικής μείωσης των πληθυσμών της, μη δυνάμενη να επανορθωθεί σε περίπτωση ευδοκίμησης της αίτησης ακύρωσης και, επομένως, συντρέχει λόγος χορήγησης της αιτούμενης αναστολής εκτέλεσης.
Με την Σ.τ.Ε. 3839/2009 (Ολομ.) επιλύθηκε το ζήτημα αν ο παρεμπίπτων έλεγχος των κανονιστικών πράξεων από τα διοικητικά δικαστήρια είναι απεριόριστος ή υπόκειται σε περιορισμούς.
Ειδικότερα, με την απόφαση αυτή κρίθηκαν τα εξής: η αρχή της νομιμότητας της δράσης της διοίκησης, αποτελούσα έκφραση της αρχής του Κράτους Δικαίου, η οποία έχει συνταγματική θεμελίωση, επιβάλλει, σε περίπτωση προσβολής ενώπιον διοικητικού δικαστηρίου ατομικής διοικητικής πράξης, να ελέγχεται παρεμπιπτόντως η νομιμότητα των κανονιστικών πράξεων, στις οποίες ερείδεται η ευθέως πληττόμενη με το ένδικο βοήθημα ατομική πράξη, εν όψει των καθιερούμενων στην ελληνική έννομη τάξη δικονομικών κανόνων ευθείας προσβολής των κανονιστικών πράξεων, κατά τους οποίους η προθεσμία για την άσκηση αίτησης ακυρώσεως κατ’ αυτών κινείται από μόνη τη δημοσίευσή τους και είναι σχετικώς βραχεία (εξηκονθήμερη).
Περαιτέρω, κρίθηκε ότι ο παρεμπίπτων έλεγχος των κανονιστικών πράξεων, ο οποίος αποτελεί θεμελιώδη αρχή του δικαίου των διοικητικών διαφορών, απορρέουσα από το κατοχυρούμενο στο άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος ατομικό δικαίωμα της αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας, δεν υπόκειται σε κανενός είδους περιορισμό. Τούτο, διότι σκοπός της αρχής του παρεμπίπτοντος ελέγχου του απρόσωπου και αφηρημένου κανόνα δικαίου, του οποίου τα αποτελέσματα δεν εξαντλούνται σε ατομική περίπτωση, αλλά που προορίζεται να εφαρμοστεί σε πολλές μελλοντικές περιπτώσεις, είναι η δυνατότητα έμμεσης προσβολής του κανόνα αυτού από πρόσωπα, τα οποία, κατά το χρόνο έκδοσης της κανονιστικής πράξης και εντός της προθεσμίας προσβολής της με αίτηση ακυρώσεως, δεν είχαν τις νόμιμες προϋποθέσεις (τον αναγκαίο δεσμό με την πράξη) να την προσβάλουν ευθέως. Ο χρονικός περιορισμός δηλαδή του ελέγχου αυτού θα οδηγούσε στο άτοπο η κανονιστική πράξη να θεωρείται μετά την πάροδο του, κατά τα ως άνω, χρονικού διαστήματος ως έχουσα οιονεί «αμάχητο τεκμήριο» νομιμότητας, ακόμα και στην περίπτωση που είχε τυχόν κριθεί από τα δικαστήρια με παρεμπίπτοντα έλεγχο, εντός του χρονικού αυτού διαστήματος, ως παράνομη. Σε καμιά περίπτωση, πάντως, δεν μπορεί να περιοριστεί ο παρεμπίπτων έλεγχος της κανονιστικής πράξης, όταν αυτή παραβιάζει το Σύνταγμα είτε ευθέως, κατά το περιεχόμενό της, είτε ως στηριζόμενη σε αντισυνταγματικό εξουσιοδοτικό νόμο, διότι τούτο θα προσέκρουε στα άρθρα 87 παρ. 2 και 93 παρ. 4 του Συντάγματος. Εξ άλλου η δικαστική προστασία του έχοντος έννομο συμφέρον να προβάλει ως λόγο ακύρωσης της ατομικής πράξης την παρανομία της κανονιστικής, στην οποία στηρίζεται, δεν εξαρτάται από το τυχαίο γεγονός της έκδοσης ατομικής πράξης που θα μπορούσε να προσβάλει εντός του ανωτέρω χρονικού διαστήματος, γεγονός που συμβαίνει ιδίως στην περίπτωση των οικοδομικών αδειών, οι οποίες εκδίδονται κατ’ αρχήν κατά μετά την έκδοση των πράξεων εφαρμογής των σχεδίων πόλεων, ήτοι μετά την πάροδο ικανού χρόνου από τη δημοσίευση των οικείων κανονιστικών πράξεων. Ο έλεγχος, τέλος, αυτός δεν μπορεί να περιοριστεί με νόμο, διότι αυτός θα αντέκειτο στο άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος. Κατά τη γνώμη, όμως, της μειοψηφίας ο παρεμπίπτων έλεγχος των κανονιστικών πράξεων θα μπορούσε κατ’ αρχήν να περιοριστεί από το νομοθέτη, εντός των πλαισίων πάντα της αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας.
Κατά συνέπεια, κατά την εξέταση αίτησης ακυρώσεως κατά οικοδομικής άδειας είναι επιτρεπτός, χωρίς χρονικό ή άλλο περιορισμό, ο παρεμπίπτων έλεγχος νομαρχιακών αποφάσεων, με τις οποίες είχαν εγκριθεί οι όροι δομήσεως οικισμού, βάσει των οποίων εκδόθηκε η προσβαλλόμενη άδεια.
Με την Σ.τ.Ε. 3690/2009 (Ολομ.) ακυρώθηκε η 44728/19.12.2007 απόφαση του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Αττικής, κατά το μέρος που θεσπίζει όριο ηλικίας για την αποχώρηση των δικηγόρων, οι οποίοι υπηρετούν με σχέση έμμισθης εντολής στο Δήμο Αθηναίων, ως εκδοθείσα άνευ νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως.
Ειδικότερα, με την απόφαση αυτή κρίθηκαν τα εξής: Από το συνδυασμό των διατάξεων του ν. 3584/2007 «Κύρωση του Κώδικα Κατάστασης Δημοτικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων», του άρθρου 83 παρ. 2 του π.δ. 410/1988, του άρθρου 30 παρ. 1 του ν. 4505/1966, των άρθρων 1 – 7 του ν.δ. 1827/1942 και των άρθρων 1, 38, 63, 63Α και 94 του ν.δ. 3026/1954 «Περί του Κώδικος των Δικηγόρων» προκύπτει ότι με τις διατάξεις του άρθρου 10 του ν. 3584/2007, οι οποίες αναφέρονται στο περιεχόμενο και την ψήφιση των Οργανισμών Εσωτερικής Υπηρεσίας των Ο.Τ.Α., δεν παρέχεται εξουσιοδότηση προς το αρμόδιο κατά τις διατάξεις αυτές όργανο, ήτοι στο Γενικό Γραμματέα της Περιφέρειας, να θεσπίζει εγκύρως όριο ηλικίας εξόδου από την υπηρεσία των δικηγόρων που υπηρετούν με σχέση εμμίσθου εντολής στους οικείους Δήμους. Τούτο δε διότι το μόνο θέμα, για το οποίο παρέχεται εξουσιοδότηση από το συγκεκριμένο νόμο και αφορά στους δικηγόρους, είναι η σύσταση των θέσεων δικηγόρων και η αντίστοιχη κατάργησή τους και όχι τα θέματα που αφορούν στην υπηρεσιακή τους κατάσταση -στην οποία περιλαμβάνεται και το θέμα εξόδου από την υπηρεσία λόγω συμπληρώσεως του ορίου ηλικίας-, για ορισμένα από τα οποία, άλλωστε, υφίστανται ρυθμίσεις ευθέως στον ίδιο το συγκεκριμένο νόμο (άρθρα 165 παρ. 5-7, 166, 167). Τυχόν αντίθετη εκδοχή θα έβαινε πέραν της εννοίας της διοικήσεως των τοπικών υποθέσεων από τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοικήσεως, εφόσον οι δικηγόροι που προσλαμβάνονται και υπηρετούν στους οργανισμούς αυτούς με σχέση εμμίσθου εντολής δεν αποτελούν διοικητικό προσωπικό των νομικών αυτών προσώπων. Περαιτέρω, υπέρ της εκδοχής αυτής συνηγορεί ότι, ακόμη και για το καθαρώς μόνιμο προσωπικό των δήμων, η πρόβλεψη για την έξοδο από την υπηρεσία, λόγω συμπληρώσεως ορίου ηλικίας, ρυθμίζεται ευθέως από διατάξεις του ν. 3584/2007 (άρθρα 156 και 159). Συνεπώς, ως προς το θέμα αυτό, της θεσπίσεως δηλαδή ορίου ηλικίας για την έξοδο από την υπηρεσία των δικηγόρων των Δήμων και των Κοινοτήτων, εξακολουθούν να ισχύουν οι σχετικές διατάξεις του Δικηγορικού Κώδικα (άρθρο 63Α). Ενόψει τούτων, η 44728/19.12.2007 απόφαση του Γ.Γ.Π. Αττικής, κατά το μέρος που θεσπίζει όριο ηλικίας για την αποχώρηση των δικηγόρων, οι οποίοι υπηρετούν με σχέση έμμισθης εντολής στο Δήμο Αθηναίων, έχει εκδοθεί άνευ νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως.