Συμβούλιο της Επικρατείας   Ολομέλεια Συμβουλίου της Επικρατείας
 

ΤΟ ΕΡΓΟ "ΕΚΣΥΓΧΡΟΝΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΑΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ ΣτΕ" ΕΝΤΑΧΘΗΚΕ ΣΤΟ ΜΕΤΡΟ 2.2 "ΕΞΥΠΗΡΕΤΗΣΗ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΗ ΚΑΙ ΒΕΛΤΙΩΣΗ ΤΗΣ ΠΟΙΟΤΗΤΑΣ ΖΩΗΣ" ΤΟΥ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΙΑΚΟΥ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΟΣ "ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΤΗΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΑΣ" (ΕπΚτΠ) ΚΑΙ ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΗΘΗΚΕ ΣΕ ΠΟΣΟΣΤΟ 75% ΑΠΟ ΚΟΙΝOΤΙΚΟΥΣ ΠΟΡΟΥΣ.
main
Αρχείο πρόσφατων αποφάσεων
1 Σ.τ.Ε. 63/2012 (Β' τμ. επταμ.) (3/2/2012)
2 Σ.τ.Ε 2764 – 67/2011 (Ολομέλεια) (27/12/2011)
3 Σ.τ.Ε. 1664/2011 (Ολομέλεια) (27/12/2011)
4 Σ.τ.Ε. 1665 – 66/2011 (Ολομέλεια) (27/12/2011)
5 Σ.τ.Ε. 3323/2011 (Ολομ.). (14/12/2011)
6 ΕΑ 496/2011 (Ολ.). Αίτηση αναστολής κατ' εφαρμογή της διατάξεως του άρ. 20 παρ. 1 και 2 του Κ. Δ. Δικ., όπως τροποποιήθηκε με το άρ. 34 ν.3900/2010. Συνταγματική η διάταξη του άρ. 34 του ν. 3900/2010. (22/7/2011)
7 Υπαγωγή σε Φ.Π.Α. και των υπηρεσιών που παρέχονται από δικηγόρους αμειβόμενους με πάγια αντιμισθία (Σ.τ.Ε. 909/2011 7μ.). (3/5/2011)
8 Σ.τ.Ε. 1098/2011, Δ΄ Τμήματος 7μ. (3/5/2011)
9 Σ.τ.Ε. 930/2011 Β΄ Τμήματος, 7μ. (3/5/2011)
10 Απόφαση 693/2011 (14/3/2011)
 1 Σ.τ.Ε. 63/2012 (Β' τμ. επταμ.)
3/2/2012
Έκδοση φύλλων ελέγχου, πράξεων προσδιορισμού φόρου και λοιπών καταλογιστικών πράξεων από τα Τοπικά Ελεγκτικά Κέντρα

Κατά την έννοια του άρ. 43 παρ. 2 του Σ., ως «ειδικότερα» θέματα για τη ρύθμιση των οποίων επιτρέπεται η παροχή εξουσιοδότησης προς άλλα όργανα της Διοίκησης εκτός του Προέδρου της Δημοκρατίας, νοούνται εκείνα, τα οποία αποτελούν, κατά το περιεχόμενό τους και σε σχέση με την ουσιαστική ρύθμιση που περιέχεται στο νομοθετικό κείμενο, μερικότερη περίπτωση ορισμένου θέματος, το οποίο αποτελεί το αντικείμενο της νομοθετικής ρύθμισης. Τέτοια μερικότερη περίπτωση αποτελεί και η ενεργοποίηση μιας ουσιαστικής ρύθμισης που περιέχεται στο ίδιο το νομοθετικό κείμενο. Με το άρθρο 3 παρ.2 περ. α' του ν.2343/1995 ανατέθηκε τόσο στο Εθνικό Ελεγκτικό Κέντρο (ΕΘΕΚ) και στα Περιφερειακά Ελεγκτικά Κέντρα (ΠΕΚ), όσο και στα Τοπικά Ελεγκτικά Κέντρα (ΤΕΚ - βλ. άρθρο 10 του ν. 2771/1999 και άρθρο 1 του π.δ. 179/2000), αρμοδιότητα ελεγκτική, αφορώσα στον τακτικό (οριστικό) φορολογικό έλεγχο κατηγοριών επιτηδευματιών και φορολογουμένων εν γένει, κατά τις ειδικότερες διακρίσεις των εν λόγω διατάξεων. Στη συνέχεια, όμως, με το τελευταίο εδάφιο της περ. γ της παρ. 4 του ίδιου άρθρου 3 του ν. 2343/1995, που προστέθηκε με την παρ.10 του άρθρου 20 του ν. 2753/1999 και είναι εφαρμοστέο και προκειμένου περί ΤΕΚ, κατά την παρ. 3 του άρ. 10 του μεταγενέστερου ν. 2771/1999, επετράπη η επέκταση των αρμοδιοτήτων των εν λόγω Ελεγκτικών Κέντρων και στην έκδοση των φύλλων ελέγχου, των πράξεων προσδιορισμού φόρου και των λοιπών καταλογιστικών πράξεων, εξουσιοδοτήθηκε δε η κανονιστικώς δρώσα διοίκηση να ενεργοποιήσει, εφ' όσον το κρίνει σκόπιμο, τη ρύθμιση αυτή. Επομένως, θεμιτώς από απόψεως τηρήσεως των όρων της παρ. 2 του άρ. 43 του Σ. εκδόθηκε κατ' επίκληση της ως άνω νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως, η 1017350/5552/ΔΕ-Β/6.3.2001 απόφαση του Υπουργού των Οικονομικών, με την οποία τα Ελεγκτικά Κέντρα κατέστησαν αρμόδια για την έκδοση των φύλλων ελέγχου, των πράξεων προσδιορισμού φόρου και των λοιπών καταλογιστικών πράξεων, καθώς και για την περαιτέρω διαδικασία επίλυσης των σχετικών φορολογικών διαφορών και βεβαίωσης των καταλογιζομένων διαφορών φόρων, προσθέτων φόρων, προσαυξήσεων, τελών, εισφορών και προστίμων, με τη σύνταξη και αποστολή στις αρμόδιες Δ.Ο.Υ. των οικείων χρηματικών καταλόγων.
Αρχή
 2 Σ.τ.Ε 2764 – 67/2011 (Ολομέλεια)
27/12/2011
Αντισυνταγματικότητα των άρθρων 3 παρ. 2 και 19 παρ. 1 του Ν. 1474/1987 «Τροποποίηση του ιδρυτικού νόμου του Γεωτεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδας κλπ.» (Α΄ 128)

Με τις αποφάσεις αυτές κρίθηκαν, ειδικότερα, τα εξής: Από τον συνδυασμό των άρθρων 3 παρ. 2 και 19 παρ. 1 του Ν. 1474/1984 συνάγεται ότι η εκ μέρους τακτικού μέλους του Γεωτεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδας (ΓΕΩΤ.Ε.Ε.), μετά την συμπλήρωση τριακονταετούς συνολικής υπηρεσίας, παύση της ασκήσεως του επαγγέλματος του γεωτεχνικού ή συνταξιοδότησή του από το επάγγελμα αυτό καθιστά το μέλος τούτο ομότιμο μέλος του εν λόγω Επιμελητηρίου και, ως εκ τούτου, επάγεται, άνευ άλλου τινός, την εφεξής αδυναμία εκπονήσεως μελετών επ’ αμοιβή ( ή παροχής, επ’ αμοιβή των λοιπών αναφερομένων στο άρθρο 19 του ίδιου νόμου υπηρεσιών), επάγεται δηλαδή την αδυναμία ασκήσεως ελευθέρου επαγγέλματος. Η ρύθμιση, όμως, αυτή αντιβαίνει στο άρθρο 5 παρ. 1 και 3 του Συντάγματος, ως επιφέρουσα ανεπίτρεπτο περιορισμό στην ελευθερία ασκήσεως του εν λόγω επαγγέλματος. Και τούτο διότι ο περιορισμός αυτός αφ’ ενός μεν δεν είναι γενικός, αφού αφορά μόνον στους εκ των μελετητών γεωτεχνικούς, αφ’ ετέρου δε στηρίζεται αποκλειστικώς στο, μη πρόσφορο για την επίμαχη ρύθμιση, κριτήριο του χρόνου συνολικής υπηρεσίας του μελετητού στο επάγγελμα του γεωτεχνικού πριν από την παύση του επαγγέλματος ή την συνταξιοδότησή του από αυτό και δεν συνδέεται προς άλλα κριτήρια συναπτόμενα προς την βιολογική ή πνευματική ικανότητα (όπως είναι η ηλικία) ή προς τις επιστημονικές γνώσεις ή τεχνικές δεξιότητες του ατόμου, που απαιτούνται για την άσκηση της ρυθμιζομένης εν προκειμένω επαγγελματικής δραστηριότητος (εκπόνηση μελετών κ.λπ.).
Αρχή
 3 Σ.τ.Ε. 1664/2011 (Ολομέλεια)
27/12/2011
Αντισυνταγματικότητα του άρθρου 4 παρ. 3 του Ν. 383/1976 (Α΄ 182)

Όπως προκύπτει από τις προπαρασκευαστικές εργασίες (εισηγητική έκθεση και πρακτικά συζητήσεως στη Βουλή) για την ψήφιση του Ν. 383/1976 (Α΄ 182), η θέσπιση με τον νόμο αυτόν περιορισμών στην χορήγηση νέων αδειών κυκλοφορίας φορτηγών δημοσίας χρήσεως αυτοκινήτων υπαγορεύθηκε από την ανάγκη αντιμετωπίσεως της επικρατούσης κατά τον χρόνο εκείνο «δυσπραγίας» στην επαγγελματική τάξη των αυτοκινητιστών, η οποία προκαλούσε συνεχείς διαμαρτυρίες των επαγγελματικών οργανώσεών τους. Η «δυσπραγία» αυτή οφειλόταν, κατά την εισηγητική έκθεση του ανωτέρω νόμου, στο γεγονός ότι κατά τον χρόνο εκείνο (1976) υπήρχε «πληθώρα» φορτηγών αυτοκινήτων δημοσίας χρήσεως («περί τα 22.000») με μεταφορική ικανότητα μεγαλύτερη από τις ανάγκες της χώρας, ιδίως ως προς τις μεταφορές στο εσωτερικό, λόγω του ότι, χωρίς καμία πρόβλεψη ή μελέτη αναφορικώς προς τον απαιτούμενο αριθμό των αυτοκινήτων εν σχέσει προς τις ανάγκες αυτές, είχαν χορηγηθεί αθρόως άδειες κυκλοφορίας νέων φορτηγών δημοσίας χρήσεως αυτοκινήτων κατά το χρονικό διάστημα 1967-1971. Το γεγονός, όμως, της κυκλοφορίας μεγάλου αριθμού φορτηγών δημοσίας χρήσεως αυτοκινήτων κατά τον χρόνο ψηφίσεως του Ν. 383/1976, έστω και αν συνεπαγόταν την μείωση των κερδών των εκμεταλλευομένων τα αυτοκίνητα αυτά επαγγελματιών, δεν δικαιολογεί, από συνταγματικής απόψεως, την κατ’ ουσίαν απαγόρευση της χορηγήσεως νέων αδειών κυκλοφορίας τέτοιων αυτοκινήτων και την χορήγηση αυτών μόνον κατ’ εξαίρεση, κατ’ εκτίμηση του κριτηρίου της μη επαρκούς καλύψεως των μεταφορικών αναγκών της χώρας με τα ήδη κυκλοφορούντα φορτηγά αυτοκίνητα δημοσίας χρήσεως. Και τούτο διότι η προστασία του στενού επαγγελματικού και μάλιστα οικονομικού συμφέροντος των ήδη ασκούντων ορισμένη επιχειρηματική δραστηριότητα ή μέρους αυτών, με την εξασφάλιση του προσπορισμού κέρδους από την εκ μέρους τους άσκηση της συγκεκριμένης δραστηριότητας, δεν συνιστά λόγο δημοσίου συμφέροντος που δικαιολογεί την επιβολή περιορισμών, οι οποίοι έχουν ως συνέπεια την αδυναμία προσβάσεως στον επιχειρηματικό αυτό κλάδο άλλων ενδιαφερομένων ή την αδυναμία αυτών που ήδη δραστηριοποιούνται στον εν λόγω κλάδο να αναπτύξουν περαιτέρω την επιχειρηματική τους δραστηριότητα. Συνεπώς, οι διατάξεις του άρθρου 4 παρ. 3 του Ν. 383/1976, με τις οποίες ορίζεται ότι με αποφάσεις του Υπουργού Μεταφορών και Επικοινωνιών που εκδίδονται κάθε έτος ορίζονται, μεταξύ άλλων: α) το ανώτατο, κατά κατηγορία οδικών εμπορευματικών μεταφορών και είδος αυτοκινήτων, συνολικό μικτό βάρος φορτηγών οχημάτων δημοσίας χρήσεως, το οποίο είναι αναγκαίο για την εκτέλεση των οδικών εμπορευματικών μεταφορών, κατόπιν εκτιμήσεως των εκάστοτε μεταφορικών αναγκών της χώρας, και β) η, δια της χορηγήσεως νέων αδειών, κάλυψη της τυχόν διαφοράς μεταξύ του υφισταμένου και του κατά την προηγούμενη περίπτωση καθοριζομένου ανωτάτου ορίου, συνολικού μικτού βάρους φορτηγών οχημάτων.
Αρχή
 4 Σ.τ.Ε. 1665 – 66/2011 (Ολομέλεια)
27/12/2011
Αντισυνταγματικότητα του άρθρου 15 παρ. 4 του Ν. 1959/1991 (Α΄ 123), με την οποία διατηρείται σε ισχύ η απαγόρευση της αντικαταστάσεως φορτηγού αυτοκινήτου δημοσίας χρήσεως ορισμένης κατηγορίας με αυτοκίνητο άλλης κατηγορίας ή μετατροπής του σε αυτοκίνητο για την διενέργεια μεταφορών άλλης κατηγορίας

Η θεσπισθείσα με την υπ’ αριθ. Φ1/330/15/3.1.1979 (Β΄ 27) απόφαση του Υπουργού Συγκοινωνιών απαγόρευση της μετατροπής φορτηγών δημοσίας χρήσεως αυτοκινήτων οποιασδήποτε κατηγορίας σε βυτιοφόρα μεταφοράς υγρών καυσίμων διατηρήθηκε σε ισχύ αρχικώς με την υπ’ αριθ. Β2/15771/806/16.5.1984 (Β΄ 594) υπουργική απόφαση και στην συνέχεια με την διάταξη του άρθρου 15 παρ. 4 του Ν. 1959/1991 (Α΄ 123). Η απλή, όμως, και ασυνδέτως μάλιστα προς την επίκληση συγκεκριμένων στοιχείων διαπίστωση με την υπ’ αριθ. Φ1/330/15/3.1.1979 υπουργική απόφαση περί επάρκειας των ήδη κυκλοφορούντων φορτηγών δημοσίας χρήσεως βυτιοφόρων μεταφοράς υγρών καυσίμων για την κάλυψη των κατά το έτος 1979 μεταφορικών αναγκών της χώρας, που επικαλείται ως δικαιολογητικό λόγο η εν λόγω απόφαση για την θεσπιζόμενη με αυτήν απαγόρευση – και αν ακόμη στοιχεί σε κριτήριο ληπτέο υπόψη κατά την εξουσιοδοτική διάταξη του άρθρου 4 παρ. 7, σε συνδυασμό προς την παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου του ν. 383/1976 (Α΄ 182), προς επιβολή περιορισμών στην χορήγηση νέων αδειών φορτηγών αυτοκινήτων δημοσίας χρήσεως – δεν αποτελεί λόγο δημοσίου συμφέροντος που θα μπορούσε να δικαιολογήσει, από συνταγματικής απόψεως, τον επίμαχο περιορισμό της οικονομικής ελευθερίας. Ανεξαρτήτως, όμως, του αν η ανωτέρω απαγόρευση θεμιτώς ή όχι θεσπίσθηκε αρχικώς και ανεξαρτήτως του ότι η υπ’ αριθ. Β2/15771/806/16.5.1984 υπουργική απόφαση δεν επικαλείται κάποιο δικαιολογητικό λόγο για την διατήρησή της σε ισχύ, εν πάση περιπτώσει ενόψει των αναφερομένων στην εισηγητική έκθεση του νεώτερου Ν. 1959/1991, ως προς τον λόγο που δικαιολογεί την περαιτέρω διατήρηση σε ισχύ της απαγορεύσεως μετατροπής φορτηγών δημοσίας χρήσεως αυτοκινήτων οποιασδήποτε κατηγορίας σε φορτηγά αυτοκίνητα προς εκτέλεση ειδικών μεταφορών, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και τα βυτιοφόρα μεταφοράς υγρών καυσίμων, η απαγόρευση αυτή, όσον αφορά τα εν λόγω βυτιοφόρα, αντίκειται πλέον στην κατοχυρούμενη με το άρθρο 5 του Συντάγματος αρχή της οικονομικής ελευθερίας. Και τούτο διότι από τα προπαρασκευαστικά στοιχεία για την ψήφιση του ν. 1959/1991 δεν προκύπτουν λόγοι δημοσίου και κοινωνικού συμφέροντος που να δικαιολογούν την διατήρηση σε ισχύ της ανωτέρω απαγορεύσεως. Δεν αποτελεί τέτοιο λόγο η αόριστη επίκληση της πιθανότητας απλώς αθρόων αντικαταστάσεων ή μετατροπών φορτηγών αυτοκινήτων κοινού φόρτου σε οχήματα ειδικών μεταφορών και της συνεπεία τούτου προκλήσεως αναστατώσεως στις διεθνείς και στις εθνικές μεταφορές, εφόσον, άλλωστε, ο νομοθέτης δεν εξειδικεύει σε τι ακριβώς θα συνίσταντο οι αναστατώσεις αυτές και κατά τι θα ήταν επιζήμιες για το γενικό συμφέρον. Περαιτέρω, δεν συνιστά λόγο δημοσίου συμφέροντος, δυνάμενο να δικαιολογήσει, από συνταγματικής απόψεως, την επιβολή της απαγορεύσεως μετατροπής φορτηγών δημοσίας χρήσεως αυτοκινήτων από μια κατηγορία σε άλλη, η ανάγκη διασφαλίσεως της εργασιακής ειρήνης, της οποίας επίσης γίνεται επίκληση στην εισηγητική έκθεση του ν. 1959/1991, υπό την έννοια, προφανώς, ότι, αν επιτραπεί η μετατροπή αυτή, ενδέχεται να θιγούν τα οικονομικά συμφέροντα των ήδη κατόχων αδειών κυκλοφορίας φορτηγών δημοσίας χρήσεως αυτοκινήτων ορισμένης κατηγορίας με την μείωση του κύκλου εργασιών τους λόγω της αυξήσεως του αριθμού των κατόχων αδειών κυκλοφορίας τέτοιων αυτοκινήτων και ότι τούτο θα προκαλέσει τις διαμαρτυρίες αυτών. Δεν συνιστά δε λόγο δυνάμενο να δικαιολογήσει, από συνταγματικής απόψεως, την επιβολή της επίμαχης απαγορεύσεως η ανάγκη διασφαλίσεως της εργασιακής ειρήνης υπό την προεκτεθείσα έννοια, καθ΄όσον η προστασία του στενού επαγγελματικού και μάλιστα οικονομικού συμφέροντος των ήδη ασκούντων ορισμένη επιχειρηματική δραστηριότητα ή μέρους αυτών δεν συνιστά λόγο δημοσίου συμφέροντος που δικαιολογεί την επιβολή περιορισμών, οι οποίοι έχουν ως συνέπεια την αδυναμία προσβάσεως στον επιχειρηματικό αυτό κλάδο άλλων ενδιαφερομένων ή την αδυναμία αυτών που ήδη δραστηριοποιούνται στον εν λόγω κλάδο να αναπτύξουν περαιτέρω την επιχειρηματική τους δραστηριότητα. Τέλος, η αποτροπή της «άσκοπης» σπατάλης συναλλάγματος, προφανώς για την αγορά φορτηγών δημοσίας χρήσεως αυτοκινήτων ειδικών κατηγοριών από το εξωτερικό, δεν αποτελεί λόγο δημοσίου συμφέροντος που μπορεί να δικαιολογήσει την επιβολή της επίμαχης απαγορεύσεως, διότι η κρίση περί της σκοπιμότητος απλώς της πραγματοποιήσεως της δαπάνης αυτής ανήκει στον ασκούντα την σχετική επιχειρηματική δραστηριότητα και όχι στην νομοθετική εξουσία ή στην κανονιστικώς δρώσα Διοίκηση. Εξ άλλου, το γεγονός ότι με την επίμαχη απαγόρευση δεν αποκλείεται παντελώς η πρόσβαση στον επιχειρηματικό κλάδο των χερσαίων μεταφορών, αλλά τίθεται περιορισμός στην άσκηση του σχετικού επαγγέλματος, δεν ασκεί επιρροή από την άποψη της συνταγματικότητος του περιορισμού αυτού. Και τούτο διότι, και αν ήθελε ακόμη θεωρηθεί ότι πρόκειται πράγματι περί περιορισμού στην άσκηση απλώς του επαγγέλματος του μεταφορέως, για το θεμιτό της επιβολής του πρέπει να συντρέχουν πάντως λόγοι δημοσίου ή κοινωνικού συμφέροντος, πράγμα που δεν συμβαίνει εν προκειμένω, κατά τα προεκτεθέντα. Συνεπώς, η διάταξη του άρθρου 15 παρ. 4 του Ν. 1959/1991 αντίκειται στο άρθρο 5 παρ. 1 του Συντάγματος και είναι, για τον λόγο αυτό, ανίσχυρη, μη δυναμένη να παράσχει έρεισμα για την μετά την έναρξη ισχύος της απαγόρευση της αντικαταστάσεως φορτηγού αυτοκινήτου δημοσίας χρήσεως ορισμένης κατηγορίας με αυτοκίνητο άλλης κατηγορίας ή μετατροπής του σε αυτοκίνητο για την διενέργεια μεταφορών άλλης κατηγορίας.
Αρχή
 5 Σ.τ.Ε. 3323/2011 (Ολομ.).
14/12/2011
Ερμηνεία της διατάξεως του άρθρου 35 παρ. 1 του ν. 3772/2009 σχετικά με την προβολή σπουδαίου νομικού ζητήματος ως προϋπόθεση για την παραδεκτή άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως. Οι διατάξεις του άρθρου 35 παρ. 1 του ν. 3772/2009 (Α΄112/10.7.2009), οι οποίες ίσχυσαν μέχρι τη θέση σε ισχύ του ν. 3900/2010 (Α΄ 213), σχετικά με το παραδεκτό της ασκήσεως αιτήσεως αναιρέσεως, καταλαμβάνουν τις εφεξής ασκούμενες αιτήσεις.

Περαιτέρω, το ζήτημα της συνδρομής «σπουδαίου νομικού ζητήματος» δικαιολογούντος, κατ’ εξαίρεση, την άσκηση αιτήσεως αναιρέσεως με χρηματικό αντικείμενο υπολειπόμενο του νομίμου ορίου, δεν ερευνάται από το αναιρετικό δικαστήριο αυτεπαγγέλτως αλλά μόνον κατόπιν προβολής από τον αναιρεσείοντα «συγκεκριμένων» σχετικών ισχυρισμών που πρέπει να περιέχονται στο ίδιο το εισαγωγικό δικόγραφο. Όπως δε συνάγεται όχι μόνο από το γράμμα και τον εξαιρετικό χαρακτήρα των εν λόγω διατάξεων αλλά και από τον επιδιωκόμενο με αυτές σκοπό τής αποσυμφόρησης του Συμβουλίου της Επικρατείας και της επιτάχυνσης της απονομής της διοικητικής δικαιοσύνης, για να είναι οι πιο πάνω ισχυρισμοί «συγκεκριμένοι», καθιστώντας αποτελεσματικό τον επιδιωκόμενο άμεσο εντοπισμό των υποθέσεων που εμφανίζουν, κατά το νόμο, αναιρετικό ενδιαφέρον, πρέπει σε κάθε περίπτωση, αφ’ ενός μεν να προβάλλεται με αυτούς κατά τρόπο ειδικό και ορισμένο ότι τίθεται με την αίτηση σπουδαίο νομικό ζήτημα που δικαιολογεί κατ’ εξαίρεση την άσκησή της, αφ’ ετέρου δε να εξηγείται με σαφήνεια και να τεκμηριώνεται από τον αναιρεσείοντα σε τί ακριβώς συνίσταται, κατά την άποψή του, η σπουδαιότητα του εν λόγω ζητήματος, ώστε να επιβάλλεται κατά το νόμο η επίλυσή του από το αναιρετικό δικαστήριο. Μόνον τέτοιοι ισχυρισμοί είναι παραδεκτοί και εξετάζονται κατά τη βασιμότητά τους, εφ’ όσον δε, και καθ’ ο μέρος, γίνουν και κατ’ ουσίαν δεκτοί, η αίτηση αναιρέσεως, σύμφωνα με το σκοπό του νόμου, κατά το αντίστοιχο -και μόνον- μέρος, κρίνεται παραδεκτή από την ανωτέρω άποψη και εκδικάζεται περαιτέρω (μειοψ.).
Αρχή
 6 ΕΑ 496/2011 (Ολ.). Αίτηση αναστολής κατ' εφαρμογή της διατάξεως του άρ. 20 παρ. 1 και 2 του Κ. Δ. Δικ., όπως τροποποιήθηκε με το άρ. 34 ν.3900/2010. Συνταγματική η διάταξη του άρ. 34 του ν. 3900/2010.
22/7/2011
Με την από 7-6-2011 πράξη του Προέδρου εισήχθη στο Σ.τ.Ε. (άρ. 1 ν. 3900/2010) προς εκδίκαση αίτηση αναστολής εκτελέσεως κατά ατομικής ειδοποιήσεως ληξιπρόθεσμων χρεών και συναφούς ταμειακής βεβαιώσεως, διότι ετίθετο το γενικότερου ενδιαφέροντος ζήτημα της συνταγματικότητας των διατάξεων του άρθρου 34 του ν. 3900/2010.

Ι. Επί της συνταγματικότητας του άρθρου 34 ν. 3900/2011: Με το άρθρο αυτό απαλείφθηκε η δυσχερώς επανορθώσιμη βλάβη ως λόγος αναστολής και καταστρώθηκε ειδική ρύθμιση στον τομέα των διαφορών με χρηματικό αντικείμενο, με τον καθορισμό των τρόπων παροχής προσωρινής προστασίας στο πλαίσιο των διαφορών αυτών. Από τα άρ. 20 παρ. 1, 94 και 95 του Συντάγματος συνάγεται ότι ο κοινός νομοθέτης υποχρεούται να εξασφαλίζει τη δυνατότητα έννομης προστασίας έναντι των εκτελεστών πράξεων των διοικητικών αρχών, η οποία δεν αφορά μόνο στην οριστική επίλυση της ένδικης διαφοράς, αλλά περιλαμβάνει και την προσωρινή δικαστική προστασία, δηλαδή τη λήψη του μέτρου που κρίνεται κατάλληλο για να αποσοβηθεί η ανεπανόρθωτη βλάβη που συνδέεται με την άμεση εκτέλεση της διοικητικής πράξης, ήτοι για να αποσοβηθεί η ματαίωση του σκοπού, για τον οποίο παρέχεται το κύριο ένδικο βοήθημα. Ως «ανεπανόρθωτη» δε βλάβη, η αποσόβηση της οποίας καθιστά συνταγματικά επιβεβλημένη την παροχή προσωρινής προστασίας, νοείται όχι μόνον η κατά κυριολεξία μη αναστρέψιμη, αλλά και εκείνη, της οποίας η αποκατάσταση, υπό τις συγκεκριμένες οικονομικές και λοιπές συνθήκες, είναι για τον διάδικο δυσχερής σε τέτοιο βαθμό, ώστε να αδυνατεί πράγματι να την επιτύχει. Η επίμαχη νέα ρύθμιση απαλείφοντας την «δυσχερώς επανορθώσιμη» βλάβη από τους λόγους αναστολής, δεν επεδίωξε, κατ’ ουσίαν, περιορισμό των λόγων που, κατά το Σύνταγμα, επιβάλλουν την παροχή προσωρινής προστασίας, αλλά απέβλεψε στην αντιμετώπιση των προβλημάτων «εφαρμογής» που είχαν ανακύψει λόγω της έως τότε διατυπώσεως της επίμαχης διατάξεως, με την εφαρμογή της, δηλαδή, και σε περιπτώσεις «δυσχερώς επανορθώσιμης» βλάβης, οι οποίες δεν ισοδυναμούσαν με «ανεπανόρθωτη» κατά τ’ ανωτέρω βλάβη και δεν δικαιολογούσαν, ως εκ τούτου, στην πραγματικότητα την χορήγηση αναστολής. Υπό την έννοια, αυτή, συνεπώς, η συγκεκριμένη ρύθμιση, μη θίγουσα τον πυρήνα του δικαιώματος δικαστικής προστασίας, δεν αντιβαίνει στην διάταξη του άρθρου 20 παρ. 1 του Συντάγματος, λαμβανομένoυ μάλιστα υπ' όψη ότι η συνδρομή της βλάβης στην συγκεκριμένη περίπτωση ανήκει πάντοτε στην αρμοδιότητα του Δικαστηρίου. Περαιτέρω, η νέα ρύθμιση εισάγει, προκειμένου περί φορολογικών, τελωνειακών και διαφορών με χρηματικό αντικείμενο, περιορισμούς στην εξουσία του δικαστηρίου της αναστολής ως προς τον τρόπο με τον οποίο αυτό μπορεί να χορηγήσει προσωρινή δικαστική προστασία στον αιτούντα. Στις κατηγορίες αυτές, σε περίπτωση αποδοχής του αιτήματος προσωρινής δικαστικής προστασίας δεν αναστέλλεται η εκτέλεση της προσβαλλόμενης πράξης καθ’ εαυτήν, αλλά απαγορεύεται η λήψη από τη Διοίκηση των αναφερομένων μέτρων. Τούτο δε ισχύει όταν ο αιτών επικαλείται ως λόγο αναστολής ανεπανόρθωτη βλάβη από τη λήψη των συγκεκριμένων μέτρων. Στην περίπτωση, επομένως, αυτή είναι δυνατή η αναστολή μόνον ως προς τα συγκεκριμένα αυτά μέτρα. Αντιθέτως, και επί διαφορών με χρηματικό αντικείμενο είναι δυνατή η αναστολή εκτελέσεως της προσβαλλομένης πράξεως καθ’ εαυτήν, δηλαδή η καθ’ ολοκληρίαν αποδοχή της αιτήσεως αναστολής, αν το δικαστήριο εκτιμά ότι το κύριο ένδικο βοήθημα είναι προδήλως βάσιμο. Τούτο δε εξυπηρετεί και την οικονομία διοικητικών ενεργειών . αποτρέπει τη λήψη διοικητικών μέτρων, συχνά δαπανηρών, όταν είναι σφρόδρα πιθανό ότι το Δημόσιο θα ηττηθεί κατά την κύρια δίκη. Περίπτωση πρόδηλης βασιμότητας του κυρίου ενδίκου βοηθήματος συντρέχει ιδίως όταν αυτό βασίζεται σε πάγια νομολογία και, πάντως, όχι όταν πιθανολογείται απλώς η ευδοκίμησή του. Υπό το περιεχόμενο αυτό, η νέα ρύθμιση της παραγράφου 2 του άρθρου 202 του ΚΔΔ δεν περιορίζει δυσαναλόγως το δικαίωμα προσωρινής δικαστικής προστασίας. Διότι, εφ’ όσον τα μέτρα, τα οποία μπορεί να λάβει το Δημόσιο σε περίπτωση μη πληρωμής χρηματικής αξιώσεώς του, προβλέπονται στον νόμο (ιδίως δε στον ΚΕΔΕ) και είναι συγκεκριμένα, η απαγόρευση, μετά από επίκληση συγκεκριμένων ισχυρισμών, λήψεως κάποιου ή κάποιων από τα μέτρα αυτά αποτελεί, πάντως, επαρκή προσωρινή προστασία για τον αιτούντα.
ΙΙ. Επί των λόγων αναστολής: Α. Ως προς την πρόδηλη βασιμότητα: Η διάταξη περί ευθύνης των διευθυντών, διαχειριστών και διευθυνόντων συμβούλων ημεδαπών ανωνύμων εταιρειών για τους παρακρατούμενους φόρους που οφείλουν οι εταιρείες αυτές, αποτελεί τη νομική βάση εκδόσεως των προσβαλλομένων πράξεων. Ο λόγος ότι η συμμετοχή του αιτούντος στη διοίκηση της εταιρείας ήταν τυπική, δεν παρίσταται προδήλως βάσιμος, δεδομένου ότι η παραπάνω διάταξη καθιερώνει ως αντικειμενική την προσωπική και αλληλέγγυο ευθύνη των διοικούντων τις ανώνυμες εταιρείες, επί του ζητήματος δε αυτού δεν υπάρχει σχετική παγιωμένη νομολογία στοιχούσα με την άποψη του αιτούντος. Εξ άλλου, από τα στοιχεία του φακέλου πιθανολογείται ότι το σύνολο του ποσού, το οποίο καταλογίσθηκε στην εταιρεία αυτή αφορά το προ της παραιτήσεως του αιτούντος χρονικό διάστημα. Περαιτέρω, εν όψει του κατά τ’ ανωτέρω αντικειμενικού χαρακτήρα της ευθύνης που απορρέει από την κρίσιμη διάταξη του ΚΦΕ, ο προβαλλόμενος με την ανακοπή του αιτούντος λόγος περί μη τηρήσεως του διαδικαστικού τύπου της προηγούμενης ακροάσεως, δεν παρίσταται ως προδήλως βάσιμος. Περαιτέρω, με την ανακοπή προβάλλεται ότι η προσβαλλόμενη ατομική ειδοποίηση είναι μη νόμιμη, διότι δεν περιέχει τα στοιχεία που επιβάλλει το άρθρο 4 παρ. 1 του ΚΕΔΕ. Τα στοιχεία, όμως, αυτά προκύπτουν από τα έγγραφα, τα οποία ο ίδιος ο αιτών προσκόμισε στο Δικαστήριο, εν όψει δε του ιστορικού της υποθέσεως, πιθανολογείται ότι ήσαν γνωστά στον αιτούντα πριν από την έκδοση των προσβαλλομένων πράξεων. Υπό τα δεδομένα αυτά και ο εξεταζόμενος λόγος ανακοπής δεν παρίσταται προδήλως βάσιμος.
Β. Επί της βλάβης: Η Επιτροπή, εκτιμώντας τα δεδομένα της κρινομένης υποθέσεως, ιδίως δε την ηλικία του αιτούντος, καθώς και την περιουσία και τα εισοδήματά του, κρίνει ότι η βλάβη, η οποία θα προκληθεί σε αυτόν από τη λήψη κάποιου από τα αναφερόμενα στο άρθρο 202 παρ. 2 του ΚΔΔ μέτρα, σε σχέση με το εμπράγματο δικαίωμα της επικαρπίας του επί του ακινήτου, στο οποίο κατοικεί, παρίσταται ανεπανόρθωτη. Κατόπιν αυτού η Επιτροπή, σταθμίζοντας περαιτέρω τη βλάβη αυτή προς το δημόσιο συμφέρον και λαμβάνοντας υπ’ όψη ότι η αξία της εν λόγω επικαρπίας φαίνεται να ανέρχεται σε μερικές δεκάδες χιλιάδες ευρώ, ποσό, δηλαδή, πολύ μικρότερο της ένδικης οφειλής, κρίνει ότι η κρινόμενη αίτηση αναστολής πρέπει να γίνει δεκτή, κατά το μέρος που αφορά το παραπάνω εμπράγματο δικαίωμα Περαιτέρω, ως προς το άλλο ακίνητο του αιτούντος, η Επιτροπή κρίνει ότι δεν συντρέχει κατά τούτο περίπτωση αποδοχής της κρινομένης αιτήσεως, διότι ο αιτών επικαλείται αορίστως ότι η λήψη κάποιου από τα παραπάνω μέτρα σε σχέση με το ακίνητο αυτό θα του προκαλέσει ανεπανόρθωτη βλάβη, χωρίς να τον εξειδικεύει και να τον αποδεικνύει.
Αρχή
 7 Υπαγωγή σε Φ.Π.Α. και των υπηρεσιών που παρέχονται από δικηγόρους αμειβόμενους με πάγια αντιμισθία (Σ.τ.Ε. 909/2011 7μ.).
3/5/2011
Με την 909/2011 απόφαση (Β΄ Τμήμα, 7μ.), εκδοθείσα επί αιτήσεως ακυρώσεως δικηγόρου κατά του υπ’ αριθμ. ΠΟΛ 1100/24.6.2010 εγγράφου του Υπουργού Oικονομικών, με θέμα «Κοινοποίηση των διατάξεων των άρθρων 59,60,61,62,63 και 81 του ν.3842/23.4.2010 (ΦΕΚ 58Α) “Αποκατάσταση φορολογικής δικαιοσύνης, αντιμετώπιση της φοροδιαφυγής και άλλες διατάξεις”», κρίθηκαν τα εξής:

Το προσβαλλόμενο έγγραφο, κατά το μέρος που αναφέρεται στην υπαγωγή των υπηρεσιών των δικηγόρων σε φόρο προστιθεμένης αξίας με συντελεστή 23%, ουδεμία νέα ρύθμιση εισάγει και ουδεμία έννομη συνέπεια επάγεται, αλλά έχει χαρακτήρα εγκυκλίου, και ως εκ τούτου, στερείται εκτελεστότητος και προσβάλλεται απαραδέκτως με την αίτηση ακυρώσεως. Και τούτο διότι η κατάργηση της απαλλαγής των υπηρεσιών των δικηγόρων από τον Φ.Π.Α. επήλθε με την παρ.3 του άρθρο 62 του ν. 3842/2010, η οποία τροποποίησε την διάταξη του άρθρου 22 παρ. 1 περίπτωση ε΄ του Κώδικα Φ.Π.Α. (ν. 2859/2000), που προέβλεπε την εν λόγω απαλλαγή, ενώ η υπαγωγή των υπηρεσιών δικηγόρων στον κανονικό συντελεστή ΦΠΑ ύψους 23% προκύπτει από την διάταξη του άρθρου 21 παρ.1 του ως άνω Κώδικα Φ.Π.Α., όπως η διάταξη αυτή ισχύει μετά την αντικατάσταση των δύο πρώτων εδαφίων της με το άρθρο τέταρτο του ν. 3845/2010,και εφ’ όσον οι ως άνω υπηρεσίες δεν έχουν υπαχθεί ειδικώς σε μειωμένο συντελεστή. Αντιθέτως, κατά το μέρος που το ίδιο έγγραφο «διευκρινίζει» ότι «οι δικηγόροι που εργάζονται με πάγια αντιμισθία και κατά την φορολογία εισοδήματος θεωρούνται ως μισθωτοί δεν υπάγονται στον Φ.Π.Α. για τις εν λόγω αμοιβές» εισάγει νέα ρύθμιση κανονιστικού περιεχομένου, αντίθετη προς τις ισχύουσες διατάξεις. Και τούτο διότι με τις ανωτέρω διατάξεις υπήχθη στον εν λόγω φόρο και η παροχή υπηρεσιών από δικηγόρους που αμείβονται με πάγια αντιμισθία, καθ’ όσον και οι δικηγόροι αυτοί, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 61 επ. του Κώδικα περί Δικηγόρων (ν.δ. 3026/1954, Α’235), συνδέονται με τον πελάτη τους με σχέση έμμισθης εντολής (Σ.τ.Ε. 696/2008, 1955/1998, 2682/1991 επταμ.), η δε παροχή νομικών συμβουλών από δικηγόρο, ακόμα και με σχέση πάγιας αντιμισθίας, δεν μπορεί ποτέ να αποτελέσει αντικείμενο συμβάσεως εξηρτημένης εργασίας (πρβλ. Α.Π. 941/1992), αλλά συνιστά άσκηση ελευθερίου επαγγέλματος, ενώ το γεγονός ότι το εισόδημα του επί παγία αντιμισθία αμειβομένου δικηγόρου θεωρείται κατά πλάσμα του νόμου (άρθρο 45 παρ. 1 τού Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος, που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο τού ν. 2238/1994, Α' 151), ως εισόδημα από μισθωτές υπηρεσίες, δεν μεταβάλλει την φύση των δικηγορικών υπηρεσιών ως υπηρεσιών ελευθέρου επαγγελματία, ούτε την συνδέουσα αυτόν με τον πελάτη του σχέση εμμίσθου εντολής σε σχέση εξηρτημένης εργασίας. Συνεπώς, κατά το μέρος αυτό το προσβαλλόμενο έγγραφο του Υπουργού Οικονομικών έχει εκτελεστό χαρακτήρα και παραδεκτώς, κατ’ αρχήν, προσβάλλεται με την υπό κρίση αίτηση (ΣτΕ 2883/2004, 4295, 3634/1986). Στην άποψη αυτή προσχώρησε, κατ’ άρθρο 34 παρ.2 του π.δ/τος 18/1989 (ΦΕΚ Α΄8), ο Πρόεδρος του Τμήματος, ο οποίος είχε διατυπώσει την γνώμη ότι, ανεξαρτήτως του κατά πόσο η ρύθμιση αυτή γεννά δικαιώματα και υποχρεώσεις για τους πολίτες, ο εκτελεστός της χαρακτήρας απορρέει εκ μόνου του ότι απευθύνθηκε δεσμευτικά στους ιεραρχικά υφισταμένους του Υπουργού (Δ.Ο.Υ. κλπ.) «για την ορθή και ομοιόμορφη εφαρμογή του νόμου», όπως ορίζει η προσβαλλομένη. Κατά την γνώμη, όμως, των Συμβούλων Ευαγγελίας Νίκα και Ιωάννη Γράβαρη, η προσβαλλομένη πράξη συνιστά στο σύνολό της ερμηνευτική εγκύκλιο στερουμένη εκτελεστού χαρακτήρα (πρβλ. ΣτΕ 2779/1989, 3594/1987), και, ως εκ τούτου, απαραδέκτως προσβάλλεται με την κρινομένη αίτηση, ενώ οι όποιες αμφισβητήσεις ως προς την ισχύ και την έννοια των επί μέρους ρυθμίσεων του νόμου 3842/2010 μπορούν να αχθούν προς δικαστική κρίση επ’ ευκαιρία προσβολής ατομικών πράξεων εκδιδομένων κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του εν λόγω νόμου. Περαιτέρω, η προσβαλλομένη πράξη του Υπουργού Oικονομικών, κατά το μέρος που απαλλάσσει από τον Φ.Π.Α. τους δικηγόρους που εργάζονται με πάγια αντιμισθία για τις εν λόγω αμοιβές τους, και έχει, κατά τα προεκτεθέντα, κανονιστικό χαρακτήρα, επεβάλλετο από το Σύνταγμα και το άρθρο 5 παρ.2 του ν. 3469/2006 (ΦΕΚ Α΄131) να δημοσιευθεί στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, προκειμένου να λάβει νόμιμη υπόσταση. Όπως, όμως, προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου, η πράξη αυτή δεν έχει δημοσιευθεί στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και, ως εκ τούτου, κατά το ως άνω κανονιστικό μέρος της, είναι ανυπόστατη. Συνεπώς, προεχόντως για τον λόγο αυτόν ακυρώσεως, που λαμβάνεται υπ’ όψη αυτεπαγγέλτως, και ανεξαρτήτως της υπάρξεως ή μη έγκυρης νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως για την θέσπιση της ανωτέρω ρυθμίσεως, πρέπει η κρινομένη αίτηση να γίνει εν μέρει δεκτή και να ακυρωθεί η προσβαλλομένη πράξη, κατά το πληττόμενο μέρος αυτής, που θεσπίζει απαλλαγή των δικηγόρων που εργάζονται με πάγια αντιμισθία από τον φόρο προστιθεμένης αξίας για τις σχετικές αμοιβές τους (πρβλ. ΣτΕ 87/2011 Ολομ.).
Αρχή
 8 Σ.τ.Ε. 1098/2011, Δ΄ Τμήματος 7μ.
3/5/2011
Η αυτοδίκαιη εκ του νόμου παράταση της θητείας των μελών των ανεξαρτήτων αρχών «μέχρι το διορισμό νέων» (άρθρο 3 παρ. 2 εδ. τελευταίο ν. 3051/2002), είναι ανεκτή μόνον για εύλογο χρονικό διάστημα, το οποίο κρίνεται κατά τις εκάστοτε συντρέχουσες περιστάσεις, ενώ μετά την πάροδο του ευλόγου χρόνου η ανεξάρτητη αρχή δεν διαθέτει νόμιμη συγκρότηση (Σ.τ.Ε. 1098/2011, Δ΄ Τμήματος 7μ.).

Με την 1098/2011 απόφαση του Δ΄ Τμήματος του Δικαστηρίου, κρίθηκαν τα εξής: Κατά την έννοια του άρθρου 101Α του - αναθεωρηθέντος με το Ψήφισμα της 6ης Απριλίου 2001 της Ζ΄ Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων - Συντάγματος, το οποίο προβλέπει ότι τα μέλη των συνταγματικώς κατοχυρωμένων ανεξάρτητων αρχών (μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται, κατά το άρθρο 15 παρ. 2 Σ., και το Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης) επιλέγονται από τη Διάσκεψη των Προέδρων της Βουλής, με ομόφωνη απόφαση ή, τουλάχιστον, με την αυξημένη πλειοψηφία των 4/5 των μελών του οργάνου αυτού, με συγκεκριμένη διαδικασία, εντός ορισμένων χρονικών ορίων, ορίζονται δε για «ορισμένη θητεία», είναι μεν ανεκτή η συνέχιση λειτουργίας των εν λόγω αρχών μετά τη λήξη της θητείας των μελών τους και μέχρι την επιλογή των νέων, μόνον όμως για εύλογο χρονικό διάστημα, το οποίο κρίνεται κατά τις εκάστοτε συντρέχουσες περιστάσεις. Τούτου έπεται ότι, μετά την πάροδο του ευλόγου χρόνου, το Σύνταγμα δεν ανέχεται πλέον την παράταση της θητείας των μελών της ανεξάρτητης αρχής, η δε ανεξάρτητη αρχή δεν διαθέτει, από το χρονικό αυτό σημείο και μετά, νόμιμη συγκρότηση. Ως εκ τούτου, και η ρύθμιση του τελευταίου εδαφίου της παρ. 2 του άρθρου 3 του ν. 3051/2002 (Α΄220) - εκτελεστικού νόμου του άρθρου 101Α του Συντάγματος - κατά την οποία «η θητεία των μελών των ανεξάρτητων αρχών παρατείνεται αυτοδικαίως μέχρι το διορισμό νέων», πρέπει να ερμηνευθεί με την αυτή, συνάδουσα προς το Σύνταγμα, έννοια, ότι, δηλαδή, επιτρέπει την παράταση της θητείας αυτών μόνον επί εύλογο χρόνο και μόνο για εύλογη αιτία. Αντίθετη εκδοχή θα αποσυνέδεε την ύπαρξη και την λειτουργία της ανεξάρτητης αυτής διοικητικής αρχής από την συγκεκριμένη συνταγματική της βάση. Εν προκειμένω, στη σύνθεση του ΕΣΡ που εξέδωσε την προσβαλλόμενη, από 13.2.2007, απόφαση, μετείχαν οι Ι. Λασκαρίδης, Ε. Δεμίρη και Γ. Παπακώστας, η τετραετής θητεία των οποίων είχε ήδη λήξει από τον Ιούνιο του 2006, χωρίς να έχουν ακόμη ορισθεί, κατά τον κρίσιμο χρόνο έκδοσης της προσβαλλόμενης πράξης (13.2.2007), τα νέα μέλη του ΕΣΡ. Η μη επιλογή των νέων μελών του ΕΣΡ από τη Διάσκεψη των Προέδρων της Βουλής και η παράταση της θητείας των παλαιών μελών επί 8 και πλέον μήνες μετά τη λήξη της θητείας τους υπερβαίνουν τον εύλογο χρόνο κατά τον οποίον θα ήταν συνταγματικώς ανεκτή η εν λόγω παράταση. Ως εκ τούτου, το ΕΣΡ έλαβε την προσβαλλόμενη απόφαση υπό μη νόμιμη συγκρότηση, κατά τα βασίμως προβαλλόμενα, για το λόγο δε αυτόν, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να γίνει δεκτή, παρέλκει δε ως αλυσιτελής η έρευνα των λοιπών λόγων. Αν και, κατά την άποψη του Συμβούλου Ηρακλή Τσακόπουλου, προς την οποία συντάχθηκαν και οι Παρέδροι Μαρία Σωτηροπούλου και Ιω. Μιχαλακόπουλος, το Σύνταγμα επιτάσσει την αδιάλειπτη άσκηση των αρμοδιοτήτων των ανεξάρτητων αρχών. Ειδικώς δε, καθ’ όσον αφορά το ΕΣΡ, το Σύνταγμα αναθέτει στην αρχή αυτή τις αρμοδιότητες ελέγχου των ραδιοτηλεοπτικών μέσων και επιβολής κυρώσεων, προς το σκοπό να πραγματωθούν, κατά το άρθρο 15 Σ., οι σκοποί της αντικειμενικής πληροφόρησης, της εξασφάλισης ποιοτικής στάθμης των προγραμμάτων και της πολιτιστικής ανάπτυξης της χώρας, αλλά και προκειμένου να διαφυλαχθεί ο σεβασμός της αξίας του ανθρώπου [που ανάγεται σε πρωταρχική υποχρέωση της Πολιτείας, κατά το άρ. 2 παρ. 1 Σ.], της παιδικής ηλικίας και της νεότητας [που τελούν ομοίως υπό την προστασία του Κράτους, κατά το άρθρο 21 παρ. 1 και 3 Σ.]. Κατά την άποψη, συνεπώς, αυτή, η παράταση της θητείας των μελών ανεξάρτητης αρχής είναι επιτρεπτή, κατά την έννοια του Συντάγματος (και του νόμου), επί όσο χρόνο δεν έχουν ακόμη ορισθεί τα νέα μέλη, αδιαφόρως εάν τυχόν έχει παρέλθει ο εύλογος προς τούτο χρόνος. Και τούτο διότι, σε περίπτωση υπέρβασης του ευλόγου χρόνου εκ μέρους της Διασκέψεως των Προέδρων στην επιλογή των νέων μελών, η εκδοχή ότι οι ανεξάρτητες αρχές στερούνται πλέον νόμιμης συγκρότησης οδηγεί στην αδυναμία λειτουργίας τους, ειδικώς δε προκειμένου περί του Εθνικού Συμβουλίου Ραδιοτηλεόρασης, στην ανυπαρξία ελέγχου των ραδιοτηλεοπτικών μέσων και στο μη κολασμό των ενδεχομένων παραβάσεων, δηλαδή σε αποτέλεσμα που δεν συνάδει με τον προεκτεθέντα σκοπό του Συντάγματος. Κατά την άποψη της μειοψηφίας, το ΕΣΡ δεν εστερείτο, στις 13.2.2007, νόμιμης συγκροτήσεως εκ του ότι δεν είχαν ακόμη επιλεγεί τα νέα μέλη και ότι συνεχιζόταν η θητεία των ως άνω μελών, των οποίων η θητεία είχε λήξει τον Ιούνιο του 2006· κατά την ειδικότερη δε άποψη των Παρέδρων, σε κάθε περίπτωση, το χρονικό διάστημα των 8 μηνών που μεσολάβησε μεταξύ της λήξης της θητείας αυτών και της έκδοσης της προσβαλλόμενης πράξης παρίσταται εύλογο, ενόψει και των αντικειμενικών δυσχερειών επιλογής των νέων μελών από την αυξημένη πλειοψηφία των 4/5 των μελών της Διάσκεψης των Προέδρων, οργάνου πολυπληθούς και αποτελούμενου από το σύνολο των κοινοβουλευτικών δυνάμεων.
Αρχή
 9 Σ.τ.Ε. 930/2011 Β΄ Τμήματος, 7μ.
3/5/2011
Παραπέμπονται στην Ολομέλεια ζητήματα που αφορούν τη φύση και τη λειτουργία της κατά το άρθρο 113 Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας πρόσθετης παρέμβασης, ιδίως στη φορολογική δίκη (Σ.τ.Ε. 930/2011 Β΄ Τμήματος, 7μ.).

Σε δίκη επί προσφυγής του Σ.Χ. κατά του εκκαθαριστικού σημειώματος με το οποίο επιβλήθηκε εις βάρος του έκτακτη εισφορά του άρθρου 18 του ν. 3758/2009, παρενέβη προσθέτως υπέρ του προσφεύγοντος το σωματείο με την επωνυμία "ΣΥΝΗΓΟΡΟΣ ΤΟΥ ΦΟΡΟΛΟΓΟΥΜΕΝΟΥ", προβάλλοντας ότι οι προβλέπουσες την έκτακτη εισφορά διατάξεις είναι αντισυνταγματικές, και επικαλούμενο για τη νομιμοποίησή του, αφ’ ενός μεν ότι στους καταστατικούς σκοπούς του ανήκει «η προάσπιση των συνταγματικά κατοχυρωμένων δικαιωμάτων των φορολογουμένων πολιτών έναντι της φορολογικής αρχής και η προστασία των εν γένει οικονομικών τους συμφερόντων με κάθε νόμιμο μέσο και ιδιαίτερα με την άσκηση παρεμβάσεων υπέρ αυτών κατά τη διοικητική διαδικασία και ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων […]», αφ’ ετέρου δε την ιδιότητα του υπέρ ου η παρέμβαση Σ.Χ. ως μέλους του. Με την πρωτόδικη απόφαση η παρέμβαση του αιτούντος, λόγω των καταστατικών ως άνω σκοπών του, κρίθηκε παραδεκτή, περαιτέρω δε έγινε και επί της ουσίας δεκτή, όπως και η προσφυγή, καθώς κρίθηκαν βάσιμοι οι λόγοι περί αντισυνταγματικότητας. Έφεση του Δημοσίου κατά της πρωτοδίκου αποφάσεως έγινε δεκτή με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση και, τελικώς, απορρίφθηκαν, επί της ουσίας επίσης, η προσφυγή και η παρέμβαση. Επί της αιτήσεως αναιρέσεως του προσθέτως παρεμβάντος σωματείου, το Δικαστήριο, με την 930/2011 απόφαση, έκρινε τα εξής: 1) Κατά την έννοια του άρθρου 113 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (ν. 2717/1999 Α΄97), ορίζοντος ότι: «1. Σε δίκη που εκκρεμεί ύστερα από άσκηση προσφυγής ή αγωγής, μπορεί να παρέμβει τρίτος, προς υποστήριξη του διαδίκου υπέρ του οποίου έχει έννομο συμφέρον να αποβεί η δίκη. 2. Ο παρεμβαίνων επιχειρεί όλες τις διαδικαστικές πράξεις που προβλέπει ο νόμος εφόσον δεν αντιτίθενται στο συμφέρον και τις πράξεις του διαδίκου υπέρ του οποίου παρεμβαίνει, έχει δε δικαίωμα να ασκήσει όλα τα ένδικα μέσα. 3. Παρέμβαση μπορεί να ασκηθεί το πρώτο και στην κατ’ έφεση δίκη», ερμηνευομένου σε συνδυασμό προς το άρθρο 53 παρ. 1 του π.δ. 18/1989 (Α΄8), τρίτος ο οποίος έχει μετάσχει σε ουσιαστική δίκη ως προσθέτως παρεμβάς υπέρ ορισμένου (κυρίου) διαδίκου, ή, περαιτέρω, ως εκκαλών ή ως καθ’ ου στον αντίστοιχο δεύτερο βαθμό, συνιστά, κατά το άρθρο 53 παρ. 1 του π.δ. 18/1989, διάδικο που, εφ’ όσον ηττηθεί, δικαιούται να ασκήσει αίτηση αναιρέσεως κατά της οικείας δικαστικής αποφάσεως. Επομένως, εφ’ όσον ως καθ’ ου η έφεση του Δημοσίου παρέστη στο διοικητικό εφετείο, εκτός του κυρίου διαδίκου Σ.Χ., και το παρεμβάν πρωτοδίκως υπέρ αυτού σωματείο, το δε δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε την εν λόγω συμμετοχή του σωματείου στη δίκη, περαιτέρω δε, μετά την αποδοχή της εφέσεως του Δημοσίου, εκδίκασε την προσφυγή και την παρέμβαση, και τις απέρριψε, το αιτούν σωματείο, ως ηττηθείς διάδικος στη δίκη επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, νομιμοποιείται στην άσκηση της κρινόμενης αίτησης. 2) Κατά την έννοια του άρθρου 113 παρ. 1 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, νομιμοποιείται να παρέμβει προσθέτως σε εκκρεμή ουσιαστική δίκη για να υποστηρίξει ορισμένο διάδικο, εκείνος για τον οποίο η έκβαση της δίκης υπέρ του διαδίκου αυτού συνεπάγεται άμεσα ευνοϊκές έννομες συνέπειες σε συγκεκριμένα δικαιώματα ή υποχρεώσεις του. Επί φορολογικής, μάλιστα, δίκης, που αφορά απόρρητα προσωπικά δεδομένα του πολίτη, η άσκηση πρόσθετης παρέμβασης υπέρ του προσφεύγοντος προϋποθέτει, πάντως, ότι ο παρεμβαίνων σχετίζεται ο ίδιος κατά το νόμο με την επίδικη φορολογική υποχρέωση. Δεν αρκεί, συνεπώς, προκειμένου περί νομικού προσώπου, μόνο το, ως εκ των καταστατικών σκοπών του, ενδιαφέρον του για την υπόθεση ή το συμφέρον των μελών του. (Βλ. και τα αναφερόμενα στην αιτιολογική έκθεση του Κ.Δ.Δ. για την εν λόγω διάταξη, ότι ελήφθη υπ’ όψη το άρθρο 30 του Κώδικα Φορολογικής Δικονομίας, κατά το οποίο δικαίωμα παρεμβάσεως σε φορολογική δίκη είχε μόνον ο τρίτος κατά του οποίου μπορούσε, σύμφωνα με το νόμο, να αξιωθεί η εκπλήρωση της συγκεκριμένης φορολογικής υποχρέωσης, καθώς και, επί πτωχεύσεως, ο πτωχός σε προσφυγή του συνδίκου). Εν όψει αυτών, η παρέμβαση του ήδη αναιρεσείοντος σωματείου, ανεξάρτητα από τις σχετικές αιτιολογίες της αναιρεσιβαλλομένης, ήταν εν πάση περιπτώσει απορριπτέα, διότι, κατά τα εκτεθέντα, μόνα τα στοιχεία επί των οποίων θεμελίωσε την άσκησή της το αναιρεσείον δεν αρκούσαν για τη νομιμοποίησή του. Κατόπιν αυτού, οι λόγοι της κρινόμενης αίτησης με τους οποίους πλήσσονται οι αιτιολογίες της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς, καθώς και η αίτηση στο σύνολό της. Λόγω της σπουδαιότητας όμως των ως άνω ζητημάτων που αφορούν τη φύση και τη λειτουργία της κατά το άρθρο 113 Κ.Δ.Δ. πρόσθετης παρέμβασης, το Τμήμα κρίνει ότι συντρέχει, ως προς τα ζητήματα αυτά, λόγος παραπομπής στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου, κατά το άρθρο 14 παρ. 5 και 2 εδ. β του π.δ.18/1989. Εξ άλλου, με την 693/2011 απόφαση του Τμήματος, η υπόθεση επί της αιτήσεως αναιρέσεως του κυρίου διαδίκου (Σ.Χ.) παραπέμφθηκε στο σύνολό της στην Ολομέλεια, λόγω των τιθεμένων στην υπόθεση εκείνη ζητημάτων συμβατότητας της επίδικης εισφοράς προς το Σύνταγμα. Τα αυτά ζητήματα τίθενται και στην παρούσα υπόθεση. Υπό τα δεδομένα αυτά, το Τμήμα, με τις σκέψεις που έχουν διατυπωθεί για τα εν λόγω ζητήματα στην πιο πάνω παραπεμπτική απόφαση, κρίνει ότι και η παρούσα υπόθεση πρέπει στο σύνολό της να παραπεμφθεί στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου.
Αρχή
 10 Απόφαση 693/2011
14/3/2011
Με την Σ.τ.Ε. 693/2011 (Β΄ Τμήμα, 7μ.) παραπέμφθηκε στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου το ζήτημα της συμφωνίας προς τα άρθρα 78 (παρ. 1 και 2) και 4 (παρ. 5) του Συντάγματος των διατάξεων του άρθρου 18 του ν. 3758/2009 (Α΄68/5.5.2009), με τις οποίες επιβάλλεται «έκτακτη εισφορά» επί των φυσικών προσώπων και των σχολαζουσών κληρονομιών, υπολογιζόμενη επί του εισοδήματος «των δηλώσεων φορολογίας εισοδήματος του οικονομικού έτους 2008».

Με την απόφαση αυτή κρίθηκαν, μεταξύ άλλων, τα εξής: 1) Με τις διατάξεις των παρ. 1 και 2 του άρθρου 78 του Συντάγματος, αφ’ ενός μεν ορίζονται περιοριστικά τα στοιχεία που μπορούν ν’ αποτελέσουν αντικείμενο φορολογικής επιβάρυνσης (εισόδημα, περιουσία, δαπάνες ή συναλλαγές), αφ’ ετέρου δε απαγορεύεται απολύτως η αναδρομική φορολόγηση πέραν του «οικονομικού έτους» του προηγουμένου της επιβολής του φόρου. Από την απαγόρευση αυτή δεν χωρούν εξαιρέσεις κατ’ επίκληση εξαιρετικών περιστάσεων. Τούτο προκύπτει τόσο από το σαφές και αδιάστικτο γράμμα της διατάξεως της ως άνω παραγράφου 2 («φόρος ή άλλο οποιοδήποτε οικονομικό βάρος»), όσο και από το σκοπό και την ιστορία της: Στο σχέδιο, πράγματι, του Συντάγματος του 1975, που εισήχθη προς ψήφιση στην Ε΄Αναθεωρητική Βουλή, η αντίστοιχη διάταξη προέβλεπε πλήρη απαγόρευση της αναδρομικότητας των φορολογικών νόμων «ως απόρροιαν της αρχής του Κράτους Δικαίου» (βλ. Πρακτικά Συντάγματος, σελ. 190), προβλέφθηκε δε τελικά, κατά τις σχετικές συζητήσεις, και ψηφίσθηκε, η δυνατότητα της περιορισμένης, για ένα μόνον «οικονομικό έτος», αναδρομής, ακριβώς για να καταλάβει «έκτακτες εισφορές», οσάκις «έκτακτοι συνθήκαι το καθιστούν αναγκαίον», και, μάλιστα, όπως χαρακτηριστικά ελέχθη, «αν υποτεθή ότι γίνεται κάτι το συγκλονιστικόν […]» (βλ. ανωτ. Πρακτικά, σελ. 288 κ. επ.). Εξ άλλου, κατά την έννοια της αυτής συνταγματικής διατάξεως, όπως αποσαφηνίζεται πλήρως από τις προπαρασκευαστικές τής ψηφίσεώς της εργασίες (βλ. και πάλι ανωτ. Πρακτικά, σελ. 286 – 289), ως «οικονομικό έτος» πέραν του οποίου δεν μπορεί να ανατρέξει η φορολογική ρύθμιση, θεωρείται το ημερολογιακό έτος που προηγείται εκείνου κατά το οποίο δημοσιεύεται ο σχετικός νόμος. [Ειδικότερα, προκειμένου περί φορολογίας εισοδήματος, νόμος που δημοσιεύεται κατά τη διάρκεια ορισμένου (ημερολογιακού) έτους (π.χ. 2009), δεν επιτρέπεται να υπαγάγει σε φόρο εισοδήματα που έχουν προκύψει πέραν του (ημερολογιακού ομοίως) έτους του αμέσως προηγουμένου της δημοσιεύσεώς του, τουτέστιν, στο πιο πάνω παράδειγμα, εισοδήματα που έχουν προκύψει πριν το (ημερολογιακό) έτος 2008.] (Βλ. ΣτΕ, Ολομ., 1865/1985 και έκτοτε παγίως: Μεταξύ άλλων, 209, 2983/1986, 1022, 5387/1987, 299/1988, 3192/1989, 1758/1992, 2818/1994, 650/1995, επταμ., 3205/1996, επταμ, 2860/2003, 1912/2009, Ολομ). Άλλο δε είναι το θέμα ότι οι διατάξεις της νομοθεσίας για τη φορολογία εισοδήματος που ρυθμίζουν τα του χρόνου εξατομίκευσης της φορολογικής υποχρέωσης, προβλέπουν ότι ο φόρος επιβάλλεται κάθε «οικονομικό έτος» στο εισόδημα που αποκτάται μέσα στο αμέσως προηγούμενο «οικονομικό έτος», εννοώντας με τον όρο αυτό (του «οικονομικού έτους»), σε αρμονία, άλλωστε, με την πιο πάνω συνταγματική έννοια, το χρονικό διάστημα από την 1η Ιανουαρίου μέχρι την 31η Δεκεμβρίου του ίδιου ημερολογιακού έτους. [Βλ. άρθρο 1 ν.δ. 3323/1955 περί φορολογίας εισοδήματος φυσικών προσώπων σε συνδυασμό με το άρθρο 5 παρ. 2 του Κώδικα Δημοσίου Λογιστικού (ν.δ. 321/1969), ήδη δε άρθρο 3 παρ. 1 και 3 Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος (ν. 2238/1994)]. Κατόπιν αυτών, η διάταξη του άρθρου 18 του ν. 3758/2009, ορίζοντας ότι για τον υπολογισμό της προβλεπόμενης με αυτήν «έκτακτης εισφοράς», λαμβάνεται υπόψη το εισόδημα «των δηλώσεων φορολογίας εισοδήματος του οικονομικού έτους 2008», δηλαδή, όπως σαφώς προκύπτει από την εν λόγω διατύπωση αλλά και το σκοπό του νόμου, το εισόδημα του ημερολογιακού έτους 2007, επιβάλλει αναδρομικώς φόρο επί εισοδημάτων που έχουν προκύψει σε χρόνο προγενέστερο του προηγουμένου της δημοσιεύσεώς της έτους και είναι γι’ αυτό ανίσχυρη ως παραβιάζουσα το άρθρο 78 παρ. 2 του Συντάγματος. Εξ άλλου, συναφείς διατάξεις περί επιβολής εκτάκτων εισφορών έχουν στο παρελθόν κριθεί συνταγματικές από το Συμβούλιο της Επικρατείας με τη βασική σκέψη ότι το εισόδημα παλαιοτέρων χρήσεων, επί του οποίου, όπως και στην επίδικη περίπτωση, υπολογίζονταν οι εισφορές εκείνες, δεν συνιστούσε το αντικείμενό τους, ώστε να τίθεται θέμα αναδρομικότητας, αλλά το κατά την αντίληψη του νομοθέτη κριτήριο υπάρξεως (αυξημένης) φοροδοτικής ικανότητας (βλ. ΣτΕ, 1317-8/1979 της Ολομελείας και κάποιες αποφάσεις Τμημάτων που ακολούθησαν – όπως οι 3098/1981 και 797/1986). Η κρίση όμως αυτή έρχεται σε αντίθεση με την κατά τ’ ανωτέρω συνδυασμένη ερμηνεία των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 78 του Συντάγματος, κατά την οποία αντικείμενα φόρου και, συνακόλουθα, κριτήρια φοροδοτικής ικανότητας δεν μπορεί να είναι άλλα από τα στοιχεία που περιοριστικώς παρατίθενται στην παράγραφο 1, υποκείμενα περαιτέρω, χωρίς εξαιρέσεις, στην κατά την παράγραφο 2 απαγόρευση αναδρομής. Και ναι μεν η ύπαρξη της εν λόγω νομολογίας, παρωχημένης άλλωστε, δεν δεσμεύει την παρούσα σύνθεση στην άσκηση του συνταγματικού της καθήκοντος να μην εφαρμόσει αντισυνταγματικό νόμο (άρθρα 87 παρ. 2 και 93 παρ. 4 Συντ.), συνιστά όμως αυτοτελή λόγο παραπομπής του ζητήματος στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου, κατά το άρθρο 14 παρ. 2 του π.δ. 18/1989. Μειοψήφησαν 2 μέλη με αποφασιστική ψήφο και ένα μέλος με συμβουλευτική, οι οποίοι διατύπωσαν την ακόλουθη άποψη: Το Σύνταγμα ρυθμίζει καταρχήν τα της λειτουργίας του Κράτους υπό ομαλές συνθήκες. Και έχει μεν προβλέψει ειδικές ρυθμίσεις για την περίπτωση που συμβούν ορισμένες συγκεκριμένες έκτακτες καταστάσεις, όπως στο άρθρο 48 για την περίπτωση πολέμου, ούτε, όμως, από το κείμενό του, ούτε από τις σχετικές συζητήσεις στην Αναθεωρητική Βουλή προκύπτει ότι υπήρξε οποιαδήποτε πρόβλεψη για την περίπτωση διαφαινόμενου πλήρους δημοσιονομικού εκτροχιασμού. Εν όψει αυτών, το άρθρο 78 παρ. 2 του Συντάγματος, που απαγορεύει την αναδρομική επιβολή «φόρου ή άλλου οποιουδήποτε οικονομικού βάρους», παρά την γενικόλογη αναφορά και σε «έκτακτες συνθήκες» που έγιναν κατά την ψήφισή του, δεν αντιμετώπισε και, συνεπώς, δεν αποκλείει, σε μια τέτοια περίπτωση, την αναδρομική επιβολή έκτακτης εισφοράς στους πλουσιότερους πολίτες. Πέραν τούτου, το Συμβούλιο της Επικρατείας, όποτε τίθεται θέμα επιβολής έκτακτης εισφοράς, κρίνει παγίως (ΣτΕ 1317, 1318/1979-Ολομ., 3098, 3653/1981, 3202/1982, 116, 2209, 3515/1983, 357/1984 επταμ., 3639/1984, 797, 2729/1986) ότι το εισόδημα ή κέρδος, επί του οποίου αυτή υπολογίζεται, δεν αποτελεί το αντικείμενό της, αλλά το κριτήριο, βάσει του οποίου θεωρείται, κατά την αντίληψη του νομοθέτη, ότι υπάρχει σχετική φοροδοτική ικανότητα των υποκειμένων στην εισφορά προσώπων, καθώς και τη βάση υπολογισμού της, με αποτέλεσμα να μην τίθεται θέμα αντιθέσεώς της προς την παραπάνω συνταγματική διάταξη. Μια πάγια νομολογία του Ανωτάτου Διοικητικού Δικαστηρίου της Χώρας επί συνταγματικού θέματος, ύστερα, μάλιστα, από παραπομπή του στην Ολομέλεια λόγω σπουδαιότητος, οδηγός τόσο για τον νομοθέτη, όσο και για τους πολίτες, δεν πρέπει να ανατρέπεται χωρίς σημαντικό λόγο, γιατί προκαλεί πλήγμα στην ασφάλεια του δικαίου για την οποία το Δικαστήριο αυτό υφίσταται, τέτοιο δε λόγο δεν πρέπει να αποτελεί μόνη η, χωρίς οποιαδήποτε μεταβολή των συνθηκών, διαφορετική γνώμη των εκάστοτε ανωτάτων δικαστών. Αν, πάντως, δεν γινόντουσαν δεκτά τα παραπάνω, το άρθρο 78 παρ. 2 του Συντάγματος, χρησιμοποιώντας κατά το γράμμα του όχι τον γενικό όρο «έτος» ή «ημερολογιακό έτος», αλλά τον ειδικότερο «οικονομικό έτος», με την έννοια που είναι ευρύτερα γνωστός στη νομοθεσία περί φορολογίας εισοδήματος, απαγορεύει, όταν πρόκειται περί βάρους που επιβάλλεται επί εισοδημάτων, την αναδρομική επιβολή εισφοράς πέραν του οικονομικού έτους του προηγούμενου εκείνου του έτους κατά το οποίο αυτή επιβλήθηκε. Συνεπώς, θεμιτά επιβλήθηκε με τον Ν. 3758/2009 έκτακτη εισφορά επί των εισοδημάτων του οικονομικού έτους 2008, όπως εν προκειμένω. Άλλωστε, η για τόσο σοβαρούς δημοσιονομικούς λόγους επιβολή έκτακτης εισφοράς επί εισοδημάτων προϋποθέτει, κατά την έννοια της συνταγματικής διατάξεως, ότι είναι από πριν εφικτός ο υπολογισμός του ποσού που θα συγκεντρωθεί, πράγμα αδύνατο αν, όπως υποστηρίζεται από την πλειοψηφία, ανατρέχει μόνο στο προηγούμενο της επιβολής της ημερολογιακό έτος όταν, όπως εν προκειμένω, η σχετική ανάγκη ανακύπτει τους πρώτους μήνες του χρόνου, οπότε δεν έχει καν ολοκληρωθεί η υποβολή των σχετικών δηλώσεων (πρβλ. ΣτΕ 1317/1979-Ολομ.). 2) Από τα οριζόμενα στο άρθρο 79 του Συντάγματος περί ψηφίσεως του ετήσιου, «για το επόμενο έτος», κρατικού προϋπολογισμού, καθώς και περί αναγραφής σ’ αυτόν όλων των εσόδων και των εξόδων του κράτους – ρυθμίσεις αποσκοπούσες στην καλή διαχείριση του δημόσιου χρήματος (ΣτΕ, Ολ. 3668/2006 κ.ά.) - δεν εμποδίζεται ο κοινός νομοθέτης, όταν παρίσταται ανάγκη, να επιβάλλει κατά τη διάρκεια του έτους και νέα (μη προϋπολογισθέντα) δημόσια βάρη. Συνεπώς, οι ως άνω διατάξεις περί επιβολής της επίδικης έκτακτης εισφοράς δεν είναι αντισυνταγματικές εκ μόνου του ότι δεν υπήρχε, κατά την ψήφιση του νόμου, σχετική εγγραφή στον οικείο τακτικό προϋπολογισμό, τα δε περί του αντιθέτου προβαλλόμενα με την κρινόμενη αίτηση είναι αβάσιμα και απορριπτέα. 3) Από τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 5 του Συντάγματος, με την οποία θεσπίζεται η αρχή της φορολογικής ισότητας και της καθολικότητας του φόρου, δεν αποκλείεται η διαφορετική φορολογική μεταχείριση κατηγοριών φορολογουμένων, εφ’ όσον η μεταχείριση αυτή δεν είναι αυθαίρετη αλλά στηρίζεται σε γενικά και αντικειμενικά κριτήρια ανταποκρινόμενα στις ιδιαίτερες συνθήκες κάθε κατηγορίας, ενόψει και των εκάστοτε κοινωνικοοικονομικών συνθηκών. Παρέχεται δε ευρεία σχετική ευχέρεια στον κοινό νομοθέτη να διαμορφώνει το κατάλληλο, κατά την εκτίμησή του, φορολογικό σύστημα. (ΣτΕ 4354/1985, 1135/1991, επταμ., 3423/1991, 444/1995, επταμ., 2974/2001, επταμ. 3485/2007 κ.ά.). Η επίδικη έκτακτη εισφορά επεβλήθη με το ν. 3758/2009 σε υψηλά ετήσια εισοδήματα (60.000 ευρώ και άνω) φυσικών προσώπων και σχολαζουσών κληρονομιών, όχι δε και σε εισοδήματα νομικών προσώπων. Και τα τελευταία όμως αυτά, στο πλαίσιο της ίδιας οικονομικής συγκυρίας, υπήχθησαν σε αντίστοιχες έκτακτες εισφορές, αφ’ ενός μεν με το άρθρο 2 του ν. 3808/2009 («Έκτακτη οικονομική ενίσχυση κοινωνικής αλληλεγγύης, έκτακτη εισφορά κοινωνικής ευθύνης των μεγάλων επιχειρήσεων και της μεγάλης ακίνητης περιουσίας και άλλες διατάξεις», Α΄227/10.12.2009), αφ’ ετέρου δε με το άρθρο πέμπτο («έκτακτη εισφορά στα κέρδη των νομικών προσώπων») του ν. 3845/2010 («Μέτρα για την εφαρμογή του μηχανισμού στήριξης της ελληνικής οικονομίας από τα κράτη – μέλη της Ζώνης του ευρώ και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο», Α΄ 65/6.5.2010). Υπό τα δεδομένα αυτά, η μη υπαγωγή στην επίδικη εισφορά των εισοδημάτων των νομικών προσώπων δεν υπερβαίνει, πάντως, τα όρια της ευχέρειας του νομοθέτη να καθορίζει με γενικά και αντικειμενικά κριτήρια τον ενδεδειγμένο εκάστοτε τρόπο και χρόνο φορολόγησης διαφόρων κατηγοριών φορολογουμένων, και δεν παραβιάζει, ως εκ τούτου, το άρθρο 4 παρ. 5 του Συντάγματος. Συνεπώς, τα περί του αντιθέτου προβαλλόμενα με την κρινόμενη αίτηση, ανεξάρτητα από τη λυσιτέλειά τους για τον αιτούντα, είναι εν πάση περιπτώσει απορριπτέα ως αβάσιμα. Μειοψήφησε ένα μέλος με αποφασιστική ψήφο, που διατύπωσε την εξής γνώμη: Ο λόγος που υπαγόρευσε την εξαίρεση των νομικών προσώπων από την επιβολή της επίδικης «έκτακτης εφάπαξ» εισφοράς του ν. 3758/2009 ούτε από τη φύση του πράγματος προκύπτει ούτε αναδεικνύεται από τις προπαρασκευαστικές εργασίες ψηφίσεως της σχετικής διατάξεως, η οποία, σημειωτέον, εισήχθη ως τροπολογία-προσθήκη σε σχέδιο νόμου με άλλο αντικείμενο. Κατά τις σχετικές μάλιστα συζητήσεις στο Κοινοβούλιο προβλήθηκαν συγκεκριμένες αντιρρήσεις για την εξαίρεση των νομικών προσώπων, οι οποίες έμειναν αναπάντητες (βλ. Πρακτικά Βουλής, Συνεδρίαση Ολομέλειας ΡΙΒ΄/ 30.3.2009, σε συνδυασμό με την αιτιολογική έκθεση της κρίσιμης διάταξης, η οποία περιορίζεται να αναφέρει ότι «η επιβολή της έκτακτης οικονομικής εισφοράς κρίνεται αναγκαία για την αντιμετώπιση των συνεπειών της οικονομικής κρίσης», και ότι «με τον τρόπο αυτό, όσοι έχουν υψηλότερα εισοδήματα συνεισφέρουν περισσότερο στην αντιμετώπιση των συνεπειών της κρίσης»). Αλλ’ ούτε και από τους μεταγενέστερους ως άνω νόμους μπορεί να δικαιολογηθεί η κρίσιμη εξαίρεση. Γιατί, όπως προκύπτει από τις ρυθμίσεις και τις αιτιολογικές εκθέσεις των εν λόγω νόμων, οι επίσης «έκτακτες εφάπαξ» εισφορές που επεβλήθησαν με αυτούς, σε εισοδήματα οικονομικών ετών μεταγενέστερων του ενδίκου (2009 και 2010), άσχετα αν υπαγορεύθηκαν από συνέπειες της ίδιας, συνεχιζόμενης, οικονομικής κρίσης, είχαν σκοπό να καλύψουν ανάγκες που ανέκυψαν ή που, εν πάση περιπτώσει, διαγνώσθηκαν και εκτιμήθηκαν το πρώτον μετά το ν. 3758/2009. Ως εκ τούτου δε, οι νεότεροι αυτοί νόμοι δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι αποτελούν σύστημα ρυθμίσεων με το ν. 3758/2009, ώστε η φορολόγηση με αυτούς των νομικών προσώπων να «εξηγεί» την αρχική τους εξαίρεση. (Εξ άλλου, «έκτακτη εφάπαξ εισφορά» επεβλήθη εκ νέου και στα φυσικά πρόσωπα με το άρθρο 5 του ν. 3833/2010, Α΄40/15.3.2010). Κατόπιν αυτών, σύμφωνα με τη μειοψηφήσασα αυτή γνώμη, η επιβολή της επίδικης εισφοράς σε μόνα τα φυσικά πρόσωπα (και τις σχολάζουσες κληρονομιές), κατά παράλειψη των νομικών προσώπων, αντίκειται στην αρχή της φορολογικής ισότητας και της καθολικότητας του φόρου και καθιστά και εκ του λόγου τούτου ανίσχυρη τη σχετική ρύθμιση, κατά τα βασίμως προβαλλόμενα με την κρινόμενη αίτηση. Χωρίς, άλλωστε, η προβολή του σχετικού λόγου να είναι αλυσιτελής για τον αιτούντα, αφού συνέπεια της ανωτέρω αντισυνταγματικότητας θα ήταν η επανεξέταση από το νομοθέτη του ζητήματος των υποκειμένων της επίδικης εισφοράς με ενδεχόμενη επιβολή της (και) σε νομικά πρόσωπα και συνακόλουθη ελάφρυνση των φυσικών προσώπων. 4) Στο πλαίσιο της κατ’ άρθρ. 4 παρ. 5 του Συντάγματος, ευρείας ευχέρειας του νομοθέτη να θεσπίζει φορολογικές ρυθμίσεις σε συνάρτηση με τη φοροδοτική ικανότητα των φορολογουμένων, είναι, κατ’ αρχήν, συνταγματικώς ανεκτό το προβλεπόμενο στη διάταξη του άρθρου 18 παρ. 2 του ν. 3758/2009 σύστημα καθορισμού του ύψους της επίδικης έκτακτης εισφοράς ανά κλιμάκιο εισοδήματος, με το ποσό της εισφοράς να αυξάνει κατά τη μετάβαση από χαμηλότερο σε υψηλότερο κλιμάκιο. Με την κρινόμενη αίτηση προβάλλεται ότι η εφαρμογή της εν λόγω διάταξης στα όρια των προβλεπόμενων κλιμακίων έχει ως αποτέλεσμα να καταλείπεται μετά τη φορολογία μεγαλύτερου εισοδήματος, διαθέσιμο ποσόν μικρότερο του καταλειπομένου μετά τη φορολόγηση μικρότερου εισοδήματος και ότι, ως εκ τούτου, επέρχεται «ανισότητα της δημοσιονομικής θυσίας». Ο λόγος όμως αυτός είναι, πάντως, απορριπτέος, καθώς δεν προβάλλεται από τον αιτούντα ότι η φορολόγηση εν προκειμένω του ένδικου εισοδήματός του συνιστά τέτοια περίπτωση (Πρβλ. ΣτΕ 437/1995, επταμ.). 5) Κατά την έννοια των διατάξεων του άρθρου 20 παρ. 2 του Συντάγματος και 6 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας (ν. 2690/1999), δεν επιβάλλεται η κατά τις διατάξεις αυτές προηγούμενη ακρόαση του ενδιαφερομένου, όταν το σε βάρος του διοικητικό μέτρο δεν συνδέεται κατά νόμον με υποκειμενική του συμπεριφορά αλλά λαμβάνεται βάσει αντικειμενικών δεδομένων. (Παγία η νομολογία, βλ., μεταξύ άλλων, 1505/2010, 4254/2009, 2968/2007). Τέτοια είναι, κατ’ αρχήν, και η περίπτωση της επίδικης εισφοράς, η οποία, κατά τα προεκτεθέντα, επιβάλλεται βάσει των δεδομένων των οικείων δηλώσεων φορολογίας εισοδήματος. Ορθώς, επομένως, απερρίφθη εν προκειμένω από το διοικητικό εφετείο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος κατά τον οποίο πριν από την έκδοση του επίδικου εκκαθαριστικού σημειώματος έπρεπε σε κάθε περίπτωση να κληθεί σε ακρόαση κατά τις ανωτέρω διατάξεις, αντιστοίχως δε απορριπτέος ως αβάσιμος είναι και ο προβαλλόμενος ήδη περί του αντιθέτου λόγος αναιρέσεως.
Αρχή
 
   © ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ, 2006 - 2012