Συμβούλιο της Επικρατείας   Ολομέλεια Συμβουλίου της Επικρατείας
 

ΤΟ ΕΡΓΟ "ΕΚΣΥΓΧΡΟΝΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΑΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ ΣτΕ" ΕΝΤΑΧΘΗΚΕ ΣΤΟ ΜΕΤΡΟ 2.2 "ΕΞΥΠΗΡΕΤΗΣΗ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΗ ΚΑΙ ΒΕΛΤΙΩΣΗ ΤΗΣ ΠΟΙΟΤΗΤΑΣ ΖΩΗΣ" ΤΟΥ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΙΑΚΟΥ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΟΣ "ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΤΗΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΑΣ" (ΕπΚτΠ) ΚΑΙ ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΗΘΗΚΕ ΣΕ ΠΟΣΟΣΤΟ 75% ΑΠΟ ΚΟΙΝOΤΙΚΟΥΣ ΠΟΡΟΥΣ.
main
Αρχείο πρόσφατων αποφάσεων
1 Απόφαση Επιτροπής Αναστολών ΣτΕ 6/2015 (Ολομέλεια) (28/1/2015)
2 ΣτΕ 15/2015 (Ολομέλεια) (19/1/2015)
3 ΣτΕ 16/2015 (Ολομέλεια) (19/1/2015)
4 ΣτΕ 17/2015 (Ολομέλεια) (19/1/2015)
5 ΣτΕ 4741/2014 (Ολομέλεια) (18/1/2015)
6 ΣτΕ 3783/2014 Α΄Τμήμα - Πλημμελής άσκηση εποπτικής δραστηριότητας του Κράτους επί ασφαλιστικών εταιρειών και αποκατάσταση της σχετικής ζημίας των ασφαλισμένων (11/11/2014)
7 ΣτΕ 307/2014 (Ολομέλεια) επί αιτήματος αναστολής εκτελέσως αποφάσεως για λειτουργία καταστημάτων. (15/9/2014)
8 ΣτΕ 10-13/2014 (Τριμελές Συμβούλιο Συμμόρφωσης του ν. 3068/2002) διαπίστωση μη συμμόρφωσης του Δημοσίου προς αποφάσεις Ολομέλειας. (12/9/2014)
9 ΣτΕ 2282/2014 7μ (Β΄) επί προδικαστικού ερωτήματος (αρθ.1 παρ.2 ν.3900/2010): Ερμηνεία άρθ. 16 παρ.1 ΚΔΔ · απορρίπτονται ως αλυσιτελή τα ερωτήματα σχετικά με αρθ.79 παρ.5 περ.α΄ ΚΔΔ. (26/6/2014)
10 ΣτΕ 2080/2014 7μ. (Στ΄ Τμήμα) - Σύμφωνη με το Σύνταγμα η μη πρόβλεψη κοινοποίησης στον οφειλέτη του κατασχετηρίου εγγράφου σε περίπτωση κατασχέσεως εις χείρας τρίτων απαιτήσεως οφειλέτη του Δημοσίου (24/6/2014)
 1 Απόφαση Επιτροπής Αναστολών ΣτΕ 6/2015 (Ολομέλεια)
28/1/2015
Αναστολή εκτελέσεως αποφάσεων του Υπουργού Παιδείας και Θρησκευμάτων: «Ρύθμιση θεμάτων για τη μεταφορά θέσης εισαγωγής Πολυτέκνων, Τριτέκνων και Ειδικών Κατηγοριών» και «Ρύθμιση θεμάτων για τη μεταφορά θέσης εισαγωγής με οικονομικά κριτήρια του σχολικού έτους 2013 - 2014 στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση σύμφωνα με το άρθρο 47 του Ν. 4274/2014 …», καθ’ όσον αφορούν τη Σχολή Αρχιτεκτόνων Μηχανικών του Ε.Μ.Π και το Τμήμα Αρχιτεκτόνων Μηχανικών του Α.Π.Θ.

Αριθμός 6/2015
Η Επιτροπή Αναστολών του Συμβουλίου της Επικρατείας
(άρθρο 52 του π.δ/τος 18/1989, όπως ισχύει)
Συνεδρίασε σε συμβούλιο στις 19 Ιανουαρίου 2015, με την εξής σύνθεση : Σωτ. Ρίζος, Πρόεδρος, Ν. Μαρκουλάκης, Κ. Πισπιρίγκος, Σύμβουλοι. Γραμματέας η Μ. Παπασαράντη.
Για να αποφασίσει σχετικά με την από 5 Δεκεμβρίου 2014 αίτηση:
των: 1. Σχολής Αρχιτεκτόνων Μηχανικών του Εθνικού Μετσοβίου Πολυτεχνείου, 2. Τμήματος Αρχιτεκτόνων Μηχανικών της Πολυτεχνικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, 3. Ελένης Μαΐστρου, 4. Νικολάου Καλογήρου, 5. Γεωργίου Αγγελή, 6. Μηνά Αγγελίδη, 7. Τηλέμαχου Ανδριανόπουλου, 8. Σοφίας Αυγερινού - Κολώνια, 9. Κωνσταντίνας Βαΐου, 10. Παναγιώτη Βασιλάτου, 11. Θεοδώρας Βουτσινά, 12. Γεωργίου Γενίτσαρη, 13. Βασιλικής Γιαννούτσου, 14. Βασιλείου Γκανιάτσα, 15. Μαργαρίτας Γραφάκου, 16. Ιωάννη Γρηγοριάδη, 17. Κωνσταντίνας Δεμίρη, 18. Μελίτας Εμμανουήλ, 19. Ειρήνης Εφεσίου, 20. Ιωάννη-Στράτου Ζαχαριάδη, 21. Ηλία Ζαχαρόπουλου, 22. Δημητρίου Ησαΐα, 23. Παναγιώτας Θεοδωρά, 24. Κωνσταντίνου Καραδήμα, 25. Κωνσταντίνας Καρβουντζή, 26. Δημητρίου Καρύδη, 27. Μιλτιάδη Κατσαρού, 28. Μαρίας Καφρίτσα, 29. Ιωάννη Κίζη, 30. Ειρήνης Κλαμπατσέα, 31. Λεωνίδα Κουτσούμπου, 32. Παναγιώτας Κουτρολίκου, 33. Έλενας Κωνσταντινίδου, 34. Σταυρούλας Λάββα, 35. Σταυρούλας Λυκογιάννη, 36. Ελένης Μάντζιου, 37. Νέλλης Μάρδα, 38. Γεωργίας Μαρίνου, 39. Μαρίας Μαρλάντη, 40. Εμμανουήλ Μικράκη, 41. Ειρήνης Μίχα, 42. Νικολάου Μπελαβίλα, 43. Φλώρας Μπουγιατιώτη, 44. Κωνσταντίνου Μωραΐτη, 45. Δήμητρας Νικολάου, 46. Κωνσταντίνου Ντάφλου, 47. Αναστασίου Παπαϊωάννου, 48. Νίνας Παππά, 49. Γεωργίου Παρμενίδη, 50. Σπυρίδωνος Ρογκάν, 51. Κωνσταντί¬νου Σερράου, 52. Νικολάου Τερζόγλου, 53. Παναγιώτη Τουρνικιώτη, 54. Κωνσταντίνου Τσιαμπάου, 55. Σοφίας Τσιράκη, 56. Ελένης Χανιώτου, 57. Σόνιας Χαραλαμπίδου - Διβάνη, 58. Ελένης Αλεξάνδρου, 59. Ιωάννη Βενέρη, 60. Αριάδνης Βοζάνη, 61. Γεωργίου Γυπαράκη, 62. Σταύρου Γυφτόπουλου, 63. Χρήστου Δεληγιάννη, 64. Χαριτωμένης Καλαϊτζίδου, 65. Εμμανουήλ Κορρέ, 66. Ανδρέα Κούρκουλα, 67. Ιφιγένειας Μάρη, 68. Μαρίας Μάρκου, 69. Δημητρίου Μέλισσα, 70. Ευανθίας Ξένου, 71. Αθανασίου Παγώνη, 72. Ματθαίου Παπαβασιλείου, 73. Δημητρίου Παπαλε¬ξόπουλου, 74. Δημητρίου Σεβαστάκη, 75. Σταύρου Σταυρίδη, 76. Αθηνάς Σταυρίδου, 77. Αλεξάνδρας Σωρηροπούλου, 78. Ελευθερίας Τσακανίκα, 79. Βασιλείου Τσούρα, 80. Ειρήνης Φατσέα, 81. Σταματίνας Μικρού, 82. Βασίλη Χατζηβασιλείου, 83. Ελευθερίας Βαρουχάκη, 84. Νικολάου Ζάβρα, κατοίκων, ως εκ της υπηρεσίας τους, Αθηνών, 85. Ευαγγελίας Αθανασίου, 86. Αλεξάνδρας Αλεξοπούλου, 87. Άγι Αναστασιάδη, 88. Τατιάνας Ανδρεάδου - Καλλιπολίτου, 89. Μαρίας Αρακαδάκη, 90. Φανής Βαβύλη - Τσινίκα, 91. Κωνσταντίνου Βαρώτσου, 92. Σταύρου Βεργόπουλου, 93. Μαρίας Βογιατζάκη, 94. Χ. Γυιόκα, 95. Μαρίας Δούση, 96. Κωνσταντίνου Ιωαννίδη, 97. Κωνσταντίνας Καλαρά, 98. Αποστόλου Καλφόπουλου, 99. Connena (Κοννένα) Claudio (Κλαούντιο), 100. Στυλιανής Λεφάκη, 101. Μιχαήλ Μαλινδρέτου, 102. Δημητρίου Ξενόγλου, 103. Αλκμήνης Πάκα, 104. Σπύρου Παπαδημητρίου, 105. Αρίστης Παπαδημητρίου, 106. Γεωργίου Παπακώστα, 107. Κωνσταντίνου Σακαντάμη, 108. Μαλαματένιας Σκαλτσά, 109. Κωνσταντίνου-Βίκτωρος Σπυριδωνίδη, 110. Αναστασίου Τέλλιου, 111. Ευαγγελίας Τεντοκάλη - Σκούρτη, 112. Μαρίας Τρατσέλα, 113. Νικολάου Τσινίκα, 114. Κυριακής Τσουκαλά, 115. Δημητρίου Φράγκου, 116. Χάρις Χριστοδούλου και 117. Ευάγγελου Χρυσαφίδη, κατοίκων, ως εκ της υπηρεσίας τους, Θεσσαλονίκης, οι οποίοι παρέστησαν με τον δικηγόρο Δημήτριο Μέλισσα (Α.Μ. 17368),
κατά του Υπουργού Παιδείας και Θρησκευμάτων, ο οποίος παρέστη με τη Νίκη Μαριόλη, Νομική Σύμβουλο του Κράτους.
Παρεμβαίνουν: Α) με το από 12 Δεκεμβρίου 2014 υπόμνημά της η ένωση σωματείων με την επωνυμία «ΑΝΩΤΑΤΗ ΣΥΝΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑ ΠΟΛΥΤΕΚΝΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ», που εδρεύει στην Αθήνα (Πλ. Ελευθερίας 22), η οποία παρέστη με τον δικηγόρο Κωνσταντίνο Χιώλο (Α.Μ. 2192), Β) με το από 15 Δεκεμβρίου 2014 υπόμνημά τους οι: 1. Άννα-Ελευθερία Ζαχαριάκη του Εμμανουήλ, κάτοικος Γλυφάδας Αττικής (Δελφών 52), 2. Χριστίνα Λυμπεροπούλου του Δημοσθένη, κάτοικος Καλλιθέας Αττικής (Εσπερίδων 95-97), 3. Γεωργία Κάκαλη του Ιωάννη, κάτοικος Καματερού Αττικής (Γρ. Λαμπράκη 53), 4. Ανδριάνα Μαυρουδάκη του Θωμά, κάτοικος Αθηνών (Κουρτίδου 190), 5. Κυριάκος-Αντώνιος Παούρης του Λάζαρου, κάτοικος Αθηνών (Προποντίδος 47), 6. Αθανάσιος Σταβέλας του Γεωργίου, κάτοικος Ιωαννίνων (Ιωάννου Στάμου 6), 7. Ελένη Χρυσανθάκη του Γεωργίου, κάτοικος Π. Ψυχικού (Πάρνηθος 29), 8. Μαρία-Ζωή Αργυρού του Νικολάου, κάτοικος Έδεσσας (Κιουπλείων 5), 9. Ευαγγελία Γιώτη του Λάζαρου, κάτοικος Ιωαννίνων (Ακτή Μιαούλη 1), 10. Αθανασία Κάκου του Κωνσταντίνου, κάτοικος Θεσσαλονίκης (Ερμού 3, Εύοσμος) και 11. Αντιγόνη Τσιμοπούλου του Θεόδωρου, κάτοικος Πλατανορεύματος Κοζάνης, οι οποίοι παρέστησαν με τη δικηγόρο Ουρανία Πολίτη (Α.Μ. 15847), Γ) με το από 30 Δεκεμβρίου 2014 υπόμνημά της η Ομοσπονδία Πολυμελών Οικογενειών με Τρία Τέκνα Ελλάδος, που εδρεύει στην Αθήνα (Κηφισίας 32), η οποία παρέστη με τη δικηγόρο Χρυσάνθη Υφαντή (Α.Μ. 23533) και Δ) με το από 7 Ιανουαρίου 2015 υπόμνημά τους οι: 1. Κωνσταντίνα Αναγνού του Φωτίου, κάτοικος Αγρινίου (Γρηγορίου Λαμπράκη 35Α), 2. Μελίνα Γατούδη - Μαλινδρέτου του Δημοσθένη, κάτοικος Αθηνών (Ηπίτου 4), 3. Ιωάννης Δεσιόπουλος του Γεωργίου, κάτοικος Αγ. Δημητρίου Αττικής (Μακρυγιάννη 45), 4. Βασίλειος Διαβάτης του Ηλία, κάτοικος Χαλανδρίου Αττικής (Ευβοίας 27), 5. Ασημίνα Ευαγγελάτου του Νικολάου, κάτοικος Λαγονησίου Αττικής (Αγ. Νικολάου 27 και Παπαφλέσσα, Καλύβια), 6. Θεοφανή Ζαχαριάδου του Ιωάννη, κάτοικος Νέας Φιλαδέλφειας (Καραϊσκάκη 3), 7. Δέσποινα Ζωγράφου του Αθανασίου, κάτοικος Περιστερίου Αττικής (Υπάτης 57), 8. Μαρία Καλιοράκη του Εμμανουήλ, κάτοικος Γλυφάδας (Παπαφλέσσα 12), 9. Παναγιώτης Κανελλόπουλος του Θεοδώρου, κάτοικος Περιστερίου (Παρασκευοπούλου 37), 10. Αικατερίνη Κατσαρού του Φωτίου, κάτοικος Βύρωνα Αττικής (Λεωφ. Χρυσοστόμου Σμύρνης 48-60), 11. Χρυσάνθη Κόκκου του Δημητρίου, κάτοικος Αργυρούπολης Αττικής (Βαλαωρίτου 18), 12. Αλέξανδρος Κόντης του Κωνσταντίνου, κάτοικος Αμαρουσίου Αττικής (Αγιάσου 3), 13. Στυλιανή Κουκοσούλα του Σταύρου, κάτοικος Αγρινίου (Παπακώστα 11), 14. Βασιλική Κρασάκη του Νικολάου, κάτοικος Σεπολίων Αττικής (Χωρέμη 68), 15. Ιωάννα Λυμπεροπούλου του Γεωργίου, κάτοικος Ν. Ψυχικού Αττικής (Δημοκρατίας 45), 16. Ανδρέας Μπένος - Πάλμερ του Θεοδώρου, κάτοικος Αθηνών (Ιασίου 12), 17. Παναγιώτα Παπαδοπούλου του Παναγιώτη, κάτοικος Νέας Ερυθραίας Αττικής (Κ. Βάρναλη 41), 18. Ηλέκτρα Πολύζου του Βασιλείου, κάτοικος Αθηνών (Βρύαντος 17, Κυψέλη), 19. Κωνσταντίνα Ρασούλη του Δημητρίου, κάτοικος Πειραιά (Αγ. Δημητρίου 156-158), 20. Κωνσταντίνος Βαλλιανάτος του Φιλίππου, κάτοικος Καμπανίου Ακρωτηρίου Χανίων (1η Πάροδος Ι. Ανδρεαδάκη), 21. Δημήτριος Συμεωνίδης του Ευαγγέλου, κάτοικος Πειραιά (Υγείας 4), 22. Αθηνά Τσάμη του Ιωάννη, κάτοικος Αθηνών (Ασκληπιού 122), 23. Ευτυχία Τσιαλιαμάνη του Πέτρου, κάτοικος Ιωαννίνων (Αργυροκάστρου 8), 24. Αγγελική Χελιώτη του Δημητρίου, κάτοικος Βλαχιώτη Λακωνίας και 25. Σοφία Στάμου του Ιωάννη, κάτοικος Λιβαδειάς (Βάρναλη 8), οι οποίοι παρέστησαν με τους δικηγόρους: α) Ουρανία Πολίτη (Α.Μ. 15847) και β) Ευστράτιο Καρβέλη (Α.Μ. 7841).
Με την αίτηση αυτή οι αιτούντες επιδιώκουν να ανασταλεί η εκτέλεση: α) της υπ’ αριθμ. Φ1/161753/Β3/8.10.2014 (Β΄ 2665) απόφασης του Υπουργού Παιδείας και Θρησκευμάτων, β) της υπ’ αριθμ. Φ1/161748/Β3/8.10.2014 (Β΄ 2665) απόφασης του ίδιου πιο πάνω Υπουργού και κάθε άλλης σχετικής πράξης ή παράλειψης της Διοικήσεως.
Κατά τη συνεδρίασή της η Επιτροπή άκουσε τον εισηγητή, Σύμβουλο Κ. Πισπιρίγκο.
Κατόπιν η Επιτροπή άκουσε τον πληρεξούσιο των αιτούντων, ο οποίος ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση, τους πληρεξουσίους των παρεμβαινόντων και την αντιπρόσωπο του Υπουργού, οι οποίοι ζήτησαν την απόρριψή της.
Αφού μελέτησε τα σχετικά έγγραφα
Σκέφθηκε κατά το Νόμο
1. Επειδή, για την άσκηση της κρινομένης αιτήσεως κατεβλήθη το νόμιμο παράβολο (υπ’ αριθμ. Α. 3919576, 3919578/2014 ειδικά γραμμάτια παραβόλου).
2. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση, η οποία ασκείται από : α) εβδομήντα έξι (76) μέλη του Διδακτικού Ερευνητικού Προσωπικού (ΔΕΠ) της Σχολής Αρχιτεκτόνων Μηχανικών του Εθνικού Μετσοβίου Πολυτεχνείου (ΕΜΠ) και β) τριάντα εννέα (39) μέλη του ΔΕΠ του Τμήματος Αρχιτεκτόνων Μηχανικών του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης (ΑΠΘ), ζητείται η αναστολή εκτελέσεως των αποφάσεων του Υπουργού Παιδείας και Θρησκευμάτων Φ.1/161753/Β3/14/8.10.2014 «Ρύθμιση θεμάτων για τη μεταφορά θέσης εισαγωγής Πολυτέκνων, Τριτέκνων και Ειδικών Κατηγοριών» (Β΄ 2665) και Φ.1/161748/Β3/14/8.10.2014 «Ρύθμιση θεμάτων για τη μεταφορά θέσης εισαγωγής με οικονομικά κριτήρια του σχολικού έτους 2013 - 2014 στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση σύμφωνα με το άρθρο 47 του Ν. 4274/2014 …» (Β΄ 2665).
3. Επειδή, κατά των υπουργικών αποφάσεων, των οποίων ζητείται η αναστολή εκτελέσεως, οι αιτούντες, οι οποίοι αποτελούν το σύνολο των μελών του ΔΕΠ της Σχολής Αρχιτεκτόνων Μηχανικών του ΕΜΠ και του Τμήματος Αρχιτεκτόνων Μηχανικών του ΑΠΘ, έχουν ασκήσει την Ε. 3969/19.11.2014 αίτηση ακυρώσεως, η οποία λόγω μείζονος σπουδαιότητος εισήχθη στην Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας με την από 1.12.2014 πράξη του Προέδρου του Δικαστηρίου (άρθρο 14 παρ. 2 περ. α΄ του π.δ. 18/1989, Α΄ 8) και πρόκειται να εκδικασθεί κατά τη δικάσιμο της 6ης Φεβρουαρίου 2015.
4. Επειδή, με υπομνήματα ζητούν την απόρριψη της κρινομένης αιτήσεως : α) η ένωση σωματείων «Ανωτάτη Συνομοσπονδία Πολυτέκνων Ελλάδος», β) το δευτεροβάθμιο σωματείο «Ομοσπονδία Πολυμελών Οικογενειών με Τρία Τέκνα Ελλάδος» και γ) τριάντα έξι (36) εισαχθέντες σε Σχολές ή Τμήματα Αρχιτεκτόνων Μηχανικών περιφερειακών Ανωτάτων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων (ΑΕΙ) βάσει των αποτελεσμάτων των εξετάσεων πανελλαδικού επιπέδου του σχολικού έτους 2013 - 2014, οι οποίοι έχουν υποβάλει αιτήσεις για μεταφορά των θέσεων εισαγωγής τους στη Σχολή Αρχιτεκτόνων Μηχανικών του ΕΜΠ και στο Τμήμα Αρχιτεκτόνων Μηχανικών του ΑΠΘ. Όλοι οι ανωτέρω έχουν ήδη ασκήσει και παρεμβάσεις, με τις οποίες ζητούν την απόρριψη της Ε. 3969/19.11.2014 αιτήσεως ακυρώσεως.
5. Επειδή, στο άρθρο 53 του ν. 4264/2014 (Α΄ 118/15.5.2014), όπως τροποποιήθηκε με τα άρθρα 47 παρ. 8 του ν. 4274/2014 (Α΄ 147/14.7.2014) και 38 παρ. 2 του ν. 4301/2014 (Α΄ 223/7.10.2014), ορίζονται τα εξής : «1. Από το ακαδημαϊκό έτος 2014 - 2015 οι επιτυχόντες σε θέση εισαγωγής σε Σχολή ή Τμήμα της Τριτοβάθμιας Εκπαίδευσης που είναι : α) πολύτεκνοι, κατά την έννοια του άρθρου 1 του ν. 1910/1944 (Α΄ 229), όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 6 του ν. 3454/2006 (Α΄ 75), καθώς και τέκνα των ανωτέρω πολυτέκνων, β) γονείς ή τέκνα πολυμελών οικογενειών με τρία ζώντα τέκνα από νόμιμο γάμο ή νομιμοποιηθέντα ή νομίμως αναγνωρισθέντα ή υιοθετηθέντα, συμπεριλαμβανομένων των περιπτώσεων άγαμων μητέρων με τρία μη αναγνωρισθέντα ζώντα τέκνα και γ) επιτυχόντες : γ.α.) με αδελφό ή αδελφή, ενεργό φοιτητή του πρώτου κύκλου σπουδών, όπως ορίζεται στο άρθρο 2 του ν. 4009/2011 (Α΄ 195), εφόσον δεν είναι ήδη κάτοχος πτυχίου, μεταπτυχιακού ή διδακτορικού τίτλου, που φοιτά σε Πανεπιστήμιο ή Τ.Ε.Ι. …. , γ.β.) ορφανοί από τον ένα ή και από τους δύο γονείς ή τέκνα άγαμης μητέρας με ένα ή δύο μη αναγνωρισθέντα τέκνα, γ.γ.) με γονείς, τέκνα, αδέλφια, συζύγους που είναι τυφλοί ή κωφάλαλοι ή νεφροπαθείς, που υποβάλλονται σε αιμοκάθαρση ή πάσχουν από μυϊκή δυστροφία Duchenne ή ανήκουν στην κατηγορία ατόμων ειδικών αναγκών επειδή έχουν κινητικά προβλήματα οφειλόμενα σε αναπηρία άνω του 67% και αποδεικνύονται με πιστοποιητικά αναπηρίας … , γ.δ.) τέκνα των θυμάτων της τρομοκρατίας που αναφέρονται στην παρ. 1 του άρθρου 1 του ν. 1897/1990 (Α΄ 120), γ.ε.) πολύδυμα τέκνα ή επιτυχόντες αδελφοί εφόσον συμμετέχουν στις πανελλαδικές εξετάσεις εισαγωγής στην τριτοβάθμια εκπαίδευση το ίδιο έτος ή έστω το ένα τέκνο εισήχθη στην τριτοβάθμια εκπαίδευση με διάκριση …, δικαιούνται τη μεταφορά της θέσης εισαγωγής τους σε αντίστοιχη Σχολή ή Τμήμα Πανεπιστημίου, εφόσον πέτυχαν σε Πανεπιστήμιο, ή σε αντίστοιχη Σχολή ή Τμήμα Τ.Ε.Ι., εφόσον πέτυχαν σε Τ.Ε.Ι. … Οι επιτυχόντες που ανήκουν στις περιπτώσεις α΄, β΄, από την περίπτωση γ.β.) οι επιτυχόντες ορφανοί από τον έναν γονέα ή τέκνα άγαμης μητέρας με ένα ή δύο μη αναγνωρισθέντα τέκνα, γ.γ.) και γ.δ.) της παραγράφου 1 δικαιούνται τη μεταφορά της θέσης εισαγωγής τους σε αντίστοιχη Σχολή ή Τμήμα ΑΕΙ που βρίσκεται στην Περιφέρεια κατοικίας των γονέων τους ή, εάν αυτό δεν υπάρχει, δύνανται να επιλέξουν την πλησιέστερη αντίστοιχη Σχολή ή Τμήμα ΑΕΙ της μόνιμης κατοικίας των γονέων τους. Οι επιτυχόντες ορφανοί και από τους δύο γονείς που ανήκουν στην περίπτωση γ.β.) της παραγράφου 1 δικαιούνται τη μεταφορά της θέσης εισαγωγής τους σε αντίστοιχη Σχολή ή Τμήμα ΑΕΙ στην Περιφέρεια που ανήκει η πόλη μόνιμης κατοικίας τους ή, εάν δεν υπάρχει, δύνανται να επιλέξουν την πλησιέστερη αντίστοιχη Σχολή ή Τμήμα ΑΕΙ στη μόνιμη κατοικία τους. Οι επιτυχόντες που ανήκουν στις περιπτώσεις γ.α.) και γ.ε.) της παραγράφου 1 δικαιούνται τη μεταφορά της θέσης εισαγωγής τους σε αντίστοιχη Σχολή ή Τμήμα ΑΕΙ που βρίσκεται στην Περιφέρεια κατοικίας των γονέων τους ή σε αντίστοιχη Σχολή ή Τμήμα ΑΕΙ στην Περιφέρεια που ανήκει η πόλη φοίτησης του αδελφού ή αδελφής τους … 2. Η κατά τα ανωτέρω μεταφορά της θέσης πραγματοποιείται με απόφαση της Γενικής Συνέλευσης του Τμήματος υποδοχής. 3. Οι δικαιούχοι μεταφοράς δύνανται να υποβάλουν σχετική αίτηση προς το Τμήμα υποδοχής. 4. Η διαδικασία για την υποβολή των αιτήσεων, τη μεταφορά της θέσης εισαγωγής, καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου καθορίζεται με απόφαση του Υπουργού Παιδείας και Θρησκευμάτων. 5 … 6. Η εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος άρθρου αφορά στους επιτυχόντες που έλαβαν μέρος στις εξετάσεις πανελλαδικού επιπέδου του σχολικού έτους 2013 - 2014 και εντεύθεν. 7 …». Κατ’ επίκληση της εξουσιοδοτικής διατάξεως του άρθρου 53 παρ. 4 του ν. 4264/2014 εκδόθηκε η απόφαση του Υπουργού Παιδείας και Θρησκευμάτων Φ.1/161753/Β3/14/8.10.2014 «Ρύθμιση θεμάτων για τη μεταφορά θέσης εισαγωγής Πολυτέκνων, Τριτέκνων και Ειδικών Κατηγοριών», της οποίας ζητείται η αναστολή εκτελέσεως. Στο άρθρο 2 παρ. 1 της εν λόγω υπουργικής αποφάσεως ορίζεται ότι «οι ενδιαφερόμενοι, οι οποίοι έχουν ήδη πραγματοποιήσει την εγγραφή τους στο Τμήμα εισαγωγής τους, καλούνται, από 9 έως 17 Οκτωβρίου 2014, να υποβάλουν αίτηση μεταφοράς θέσης εισαγωγής μέσω ηλεκτρονικής εφαρμογής της Διεύθυνσης Λειτουργικής Ανάπτυξης Πληροφοριακών Συστημάτων της Κεντρικής Υπηρεσίας του Υπουργείου Παιδείας και Θρησκευμάτων» και, περαιτέρω, στο άρθρο 3 αυτής προβλέπονται τα δικαιολογητικά, τα οποία πρέπει να συνυποβληθούν με τις αιτήσεις των ενδιαφερομένων. Τέλος, στο άρθρο 4 παρ. 1 - 3 της ίδιας υπουργικής αποφάσεως ορίζονται τα εξής : «1. Οι πίνακες των αιτουμένων τη μεταφορά θέσης αποστέλλονται από το Υπουργείο Παιδείας και Θρησκευμάτων προς τις Σχολές ή Τμήματα / Εισαγωγικές Κατευθύνσεις / Προγράμματα Σπουδών υποδοχής, ανά κατηγορία. Εντός πέντε εργάσιμων ημερών από τη στιγμή που τα τμήματα παραλάβουν τους πίνακες των αιτουμένων τη μεταφορά θέσης, υποχρεούνται να ανακοινώσουν τις ημερομηνίες εντός των οποίων θα δεχθούν τα δικαιολογητικά των ενδιαφερομένων. Η διάρκεια υποβολής των δικαιολογητικών δεν μπορεί να υπερβαίνει τις οκτώ (8) ημέρες. 2. Με απόφαση του Προέδρου / Προϊσταμένου του Τμήματος, συστήνεται μη αμειβόμενη τριμελής Επιτροπή, τα μέλη της οποίας προέρχονται από το διδακτικό ή το διοικητικό προσωπικό, με σκοπό τον έλεγχο των δικαιολογητικών. Η Επιτροπή οφείλει να ολοκληρώσει τον έλεγχο των δικαιολογητικών εντός είκοσι (20) ημερών από τη λήξη της προθεσμίας υποβολής. 3. Η διαδικασία ολοκληρώνεται με την ανακοίνωση των αποφάσεων της Γενικών Συνελεύσεων του Τμήματος του Α.Ε.Ι. … και οι Γραμματείες, προκειμένου να πραγματοποιήσουν την εγγραφή των δικαιούχων, ζητούν από αυτούς να δηλώσουν τον αριθμό πρωτοκόλλου της αίτησης διαγραφής τους από το Τμήμα προέλευσης και παράλληλα ζητούν από τη Γραμματεία του Τμήματος προέλευσης την υπηρεσιακή αποστολή του φακέλου, όπου περιλαμβάνεται και βεβαίωση διαγραφής τους».
6. Επειδή, εξ άλλου, στο άρθρο 47 του ν. 4274/2014 (Α΄ 147/14.7.2014) ορίσθηκαν τα εξής : «1. Επιπλέον των προβλεπομένων στο άρθρο 53 του N. 4264/2014, όλοι οι επιτυχόντες που έλαβαν μέρος στις εξετάσεις πανελλαδικού επιπέδου του σχολικού έτους 2013- 2014 και κατετάγησαν σε θέση εισαγωγής σε σχολή ή τμήμα της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, τεκμαίρεται ότι έχουν δικαίωμα μεταφοράς της θέσης εισαγωγής τους σε αντίστοιχη σχολή ή τμήμα, εφόσον, κατά το έτος 2013, το ετήσιο εισόδημα του δυνητικά δικαιούχου και των μελών της οικογένειάς του δεν ξεπερνά το ποσό των εννέα χιλιάδων (9.000) ευρώ κατά κεφαλή. 2. Η μεταφορά της θέσης πραγματοποιείται με απόφαση του Υπουργού Παιδείας και Θρησκευμάτων και επιτρέπεται μόνο σε αντίστοιχη σχολή ή τμήμα από Πανεπιστήμιο σε Πανεπιστήμιο ή από ΤΕΙ σε ΤΕΙ. Ο αριθμός των μεταφερομένων θέσεων δεν επιτρέπεται να ξεπερνά ποσοστό δέκα τοις εκατό (10%) του αριθμού των εισακτέων ανά σχολή ή τμήμα. 3. Οι δικαιούχοι μεταφοράς δύνανται να υποβάλουν σχετική αίτηση στην Κεντρική Υπηρεσία του Υπουργείου Παιδείας και Θρησκευμάτων για ένα (1) αντίστοιχο τμήμα ή Σχολή Πανεπιστημίου ή ΤΕΙ. 4. Κριτήρια κατάταξης των δυνητικά δικαιούχων ανά σχολή ή Τμήμα είναι με σειρά προτεραιότητας τα παρακάτω : α) Το κατά κεφαλήν εισόδημα του δικαιούχου και των μελών της οικογένειάς του κατά το έτος 2013 κατά αύξουσα κατανομή και β) σε περίπτωση ίδιου ποσού εισοδήματος, τα μόρια εισαγωγής των δυνητικά δικαιούχων κατά φθίνουσα σειρά κατάταξης. 5 … 6. Η διαδικασία για την υποβολή αιτήσεων, τη μεταφορά της θέσης εισαγωγής, η εξειδίκευση των κριτηρίων χορήγησης της μεταφοράς, καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου καθορίζεται με απόφαση του Υπουργού Παιδείας και Θρησκευμάτων…». Κατ’ επίκληση της ως άνω εξουσιοδοτικής διατάξεως εκδόθηκε η απόφαση του Υπουργού Παιδείας και Θρησκευμάτων Φ1/161748/Β3/14/8.10.2014 «Ρύθμιση θεμάτων για τη μεταφορά θέσης εισαγωγής με οικονομικά κριτήρια του σχολικού έτους 2013 - 2014 στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση σύμφωνα με το άρθρο 47 του Ν. 4274/2014…», της οποίας ζητείται η αναστολή εκτελέσεως. Στο άρθρο 3 παρ. 1 της εν λόγω υπουργικής αποφάσεως ορίζεται ότι «οι ενδιαφερόμενοι, οι οποίοι έχουν ήδη πραγματοποιήσει την εγγραφή τους στο Τμήμα εισαγωγής τους, καλούνται, από 9 έως 17 Οκτωβρίου 2014, να υποβάλουν αίτηση μεταφοράς θέσης εισαγωγής μέσω ηλεκτρονικής εφαρμογής της Διεύθυνσης Λειτουργικής Ανάπτυξης Πληροφοριακών Συστημάτων της Κεντρικής Υπηρεσίας του Υπουργείου Παιδείας και Θρησκευμάτων». Στο δε άρθρο 4 προβλέπεται : α) ο έλεγχος των αιτήσεων από πενταμελή επιτροπή του Υπουργείου, η οποία συντάσσει «ονομαστικό πίνακα επιτυχόντων μεταφοράς θέσης εισαγωγής κατά Σχολή ή Τμήμα / Εισαγωγική Κατεύθυνση ή Πρόγραμμα Σπουδών», β) η κύρωση του εν λόγω πίνακα με απόφαση του Υπουργού Παιδείας και Θρησκευμάτων που κοινοποιείται στις γραμματείες των Σχολών και των Τμημάτων υποδοχής, στις οποίες οι ενδιαφερόμενοι υποβάλλουν προς έλεγχο «βεβαίωση εγγραφής από το Τμήμα / Σχολή προέλευσης» και άλλα δικαιολογητικά, γ) ο χρόνος προσκομίσεως των δικαιολογητικών από τους ενδιαφερομένους, καθώς και ο χρόνος ελέγχου των δικαιολογητικών από όργανα των Σχολών και των Τμημάτων υποδοχής, δ) η ενημέρωση κάθε ενδιαφερομένου για το αποτέλεσμα του ελέγχου των δικαιολογητικών του και η κλήση του «να δηλώσει τον αριθμό πρωτοκόλλου της αίτησής του για διαγραφή από το Τμήμα προέλευσης», δ) η διαβίβαση, από το Τμήμα προέλευσης στο Τμήμα υποδοχής, του φακέλου του ενδιαφερομένου, «όπου περιλαμβάνεται και η βεβαίωση διαγραφής του» και ε) η εγγραφή του ενδιαφερομένου στη Σχολή ή στο Τμήμα υποδοχής.
7. Επειδή, η Επιτροπή Αναστολών κρίνει ότι με έννομο συμφέρον και εν γένει παραδεκτώς έχει ασκηθεί η Ε. 3969/19.11.2014 αίτηση ακυρώσεως των αιτούντων κατά των αποφάσεων του Υπουργού Παιδείας και Θρησκευμάτων Φ.1/161753/Β3/14/8.10.2014 «Ρύθμιση θεμάτων για τη μεταφορά θέσης εισαγωγής Πολυτέκνων, Τριτέκνων και Ειδικών Κατηγοριών» και Φ.1/161748/Β3/14/8.10.2014 «Ρύθμιση θεμάτων για τη μεταφορά θέσης εισαγωγής με οικονομικά κριτήρια του σχολικού έτους 2013 - 2014 στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση σύμφωνα με το άρθρο 47 του Ν. 4274/2014 …». Τούτο, διότι οι εν λόγω υπουργικές αποφάσεις αφορούν την εγγραφή φοιτητών σε όλες τις Σχολές και Τμήματα των ΑΕΙ, επομένως και στη Σχολή Αρχιτεκτόνων Μηχανικών του ΕΜΠ και στο Τμήμα Αρχιτεκτόνων Μηχανικών του ΑΠΘ όπου υπηρετούν οι αιτούντες, οι οποίοι, ως μέλη του Διδακτικού Ερευνητικού Προσωπικού, έχουν εύλογο ενδιαφέρον για την εύρυθμη λειτουργία των εν λόγω ακαδημαϊκών μονάδων. Εξ άλλου, οι λόγοι ακυρώσεως, οι οποίοι προβάλλονται με την ως άνω Ε. 3969/19.11.2014 αίτηση, δεν κρίνονται προδήλως απαράδεκτοι ή προδήλως αβάσιμοι. Συνεπώς, δεν συντρέχει λόγος απορρίψεως της κρινομένης αιτήσεως σύμφωνα με το άρθρο 52 παρ. 7 εδαφ. β΄ του π.δ. 18/1989 και είναι απορριπτέα τα περί του αντιθέτου προβαλλόμενα από το Ελληνικό Δημόσιο και τους παρεμβαίνοντες.
8. Επειδή, αναστολή εκτελέσεως κανονιστικής πράξεως δεν χορηγείται, κατ’ αρχήν, εκτός αν ο αιτών επικαλείται και αποδεικνύει ότι από την άμεση εκτέλεσή της θα προκύψει ευθέως και αμέσως συγκεκριμένη βλάβη, ανεπανόρθωτη ή δυσχερώς επανορθώσιμη σε περίπτωση ευδοκιμήσεως της αιτήσεως ακυρώσεως, για την αποτροπή της οποίας έχει έννομο συμφέρον. Στην περίπτωση αυτή, η αναστολή εκτελέσεως της κανονιστικής πράξεως χορηγείται - υπό την προϋπόθεση ότι δεν συντρέχουν λόγοι δημοσίου συμφέροντος που αποκλείουν τη χορήγησή της - μόνον για να αποτραπεί η βλάβη, την οποία επικαλείται ο αιτών. Εν προκειμένω, οι αιτούντες προβάλλουν ότι η άμεση εκτέλεση των υπουργικών αποφάσεων, των οποίων ζητούν την αναστολή εκτελέσεως, θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη βλάβη στη λειτουργία της Σχολής Αρχιτεκτόνων Μηχανικών του ΕΜΠ και του Τμήματος Αρχιτεκτόνων Μηχανικών του ΑΠΘ. Ειδικότερα, προβάλλουν ότι, εάν γίνουν δεκτές οι αιτήσεις των ενδιαφερομένων, οι οποίες υπεβλήθησαν βάσει των υπουργικών αποφάσεων και αφορούν τη μεταφορά θέσεων εισαγωγής στην εν λόγω Σχολή και Τμήμα, θα υποβαθμισθεί ουσιωδώς κατά το τρέχον ακαδημαϊκό έτος το εκπαιδευτικό έργο, το οποίο παρέχεται στις δύο αυτές ακαδημαϊκές μονάδες, λόγω υπερβάσεως των εκπαιδευτικών δυνατοτήτων τους. Αυτός ο λόγος προβάλλεται με έννομο συμφέρον από τους αιτούντες (βλ. τα εκτεθέντα στην προηγούμενη σκέψη) και είναι εξεταστέος, διότι η διασφάλιση της εύρυθμης λειτουργίας των ακαδημαϊκών μονάδων των ΑΕΙ δύναται να δικαιολογήσει την αποδοχή αιτήσεως αναστολής στρεφομένης και κατά κανονιστικών πράξεων. Εξ άλλου, αβασίμως προβάλλουν το Ελληνικό Δημόσιο και οι παρεμβαίνοντες ότι, εάν υπάρξει υπέρβαση των εκπαιδευτικών δυνατοτήτων της Σχολής Αρχιτεκτόνων Μηχανικών του ΕΜΠ και του Τμήματος Αρχιτεκτόνων Μηχανικών του ΑΠΘ, αυτή θα προκληθεί ευθέως από τις διατάξεις των άρθρων 53 του ν. 4264/2014 (όπως ισχύει) και 47 του ν. 4274/2014, των οποίων την ισχύ δεν δύναται να αναστείλει η Επιτροπή Αναστολών. Τούτο, διότι η Επιτροπή Αναστολών δύναται να αναστείλει την πρόοδο της ειδικής διοικητικής διαδικασίας διαγραφής φοιτητών από Σχολές και Τμήματα προελεύσεως και εγγραφής αυτών σε Σχολές και Τμήματα υποδοχής, η οποία ρυθμίσθηκε κανονιστικώς - με προσδιορισμό, μεταξύ άλλων, του χρόνου υποβολής των αιτήσεων και ελέγχου των δικαιολογητικών - το πρώτον με τις αποφάσεις του Υπουργού Παιδείας και Θρησκευμάτων Φ.1/161753/Β3/14/8.10.2014 «Ρύθμιση θεμάτων για τη μεταφορά θέσης εισαγωγής Πολυτέκνων, Τριτέκνων και Ειδικών Κατηγοριών» και Φ.1/161748/Β3/14/8.10.2014 «Ρύθμιση θεμάτων για τη μεταφορά θέσης εισαγωγής με οικονομικά κριτήρια του σχολικού έτους 2013 - 2014 στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση σύμφωνα με το άρθρο 47 του Ν. 4274/2014 …».
9. Επειδή, η εγγραφή μεγάλου αριθμού φοιτητών στις ακαδημαϊκές μονάδες των ΑΕΙ, καθ’ υπέρβαση των εκπαιδευτικών δυνατοτήτων τους, είναι δυνατόν να προκαλέσει στην τριτοβάθμια εκπαίδευση δυσλειτουργία, η οποία δεν γίνεται ανεκτή από το άρθρο 16 του Συντάγματος (πρβλ. ΣτΕ 986 - 8/2014 Ολομ.). Για το τρέχον ακαδημαϊκό έτος ο αριθμός των εισακτέων, βάσει των αποτελεσμάτων των εξετάσεων πανελλαδικού επιπέδου, στις αρχιτεκτονικές σχολές και τμήματα των ΑΕΙ καθορίσθηκε, δυνάμει της αποφάσεως του Υπουργού Παιδείας και Θρησκευμάτων Φ.253.1/85022/Β6/ 30.5.2014 (Β΄ 768), ως εξής : α) Σχολή Αρχιτεκτόνων Μηχανικών ΕΜΠ - εισακτέοι 150, β) Τμήμα Αρχιτεκτόνων Μηχανικών ΑΠΘ - εισακτέοι 125, γ) Τμήμα Αρχιτεκτόνων Μηχανικών Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης - εισακτέοι 125, δ) Τμήμα Αρχιτεκτόνων Μηχανικών Πανεπιστημίου Θεσσαλίας - εισακτέοι 125, ε) Τμήμα Αρχιτεκτόνων Μηχανικών Πανεπιστημίου Πατρών - εισακτέοι 150, στ) Σχολή Αρχιτεκτόνων Μηχανικών Πολυτεχνείου Κρήτης - εισακτέοι 125. Όπως προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου, μετά την κύρωση των πινάκων επιτυχόντων στις εξετάσεις πανελλαδικού επιπέδου και την έκδοση των υπουργικών αποφάσεων, των οποίων ζητείται η αναστολή εκτελέσεως, υπεβλήθησαν πολλές αιτήσεις μεταφοράς θέσεων εισαγωγής στη Σχολή Αρχιτεκτόνων Μηχανικών του ΕΜΠ και στο Τμήμα Αρχιτεκτόνων Μηχανικών του ΑΠΘ. Εάν οι αιτήσεις αυτές γίνουν δεκτές, οι εγγραφές στην εν λόγω Σχολή και Τμήμα θα υπερβούν σε μεγάλο βαθμό τον αριθμό των εισακτέων που καθορίσθηκε, κατά τα ως άνω, με την απόφαση του Υπουργού Παιδείας και Θρησκευμάτων Φ.253.1/85022/Β6/30.5.2014. Ειδικότερα, εάν δεν ανασταλεί η εκτέλεση της αποφάσεως του Υπουργού Παιδείας και Θρησκευμάτων Φ.1/161753/Β3/14/8.10.2014 «Ρύθμιση θεμάτων για τη μεταφορά θέσης εισαγωγής Πολυτέκνων, Τριτέκνων και Ειδικών Κατηγοριών», οι επί πλέον (των 150 και 125 αντιστοίχως) εγγραφές θα ανέλθουν εις μεν τη Σχολή Αρχιτεκτόνων Μηχανικών του ΕΜΠ σε 92, εις δε το Τμήμα Αρχιτεκτόνων Μηχανικών του ΑΠΘ σε 31. Εξ άλλου, εάν δεν ανασταλεί η εκτέλεση της αποφάσεως του Υπουργού Παιδείας και Θρησκευμάτων Φ.1/161748/Β3/ 14/8.10.2014 «Ρύθμιση θεμάτων για τη μεταφορά θέσης εισαγωγής με οικονομικά κριτήρια του σχολικού έτους 2013 - 2014 στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση σύμφωνα με το άρθρο 47 του Ν. 4274/2014 …», οι επί πλέον εγγραφές θα αυξηθούν έτι περαιτέρω και θα ανέλθουν εις μεν τη Σχολή Αρχιτεκτόνων Μηχανικών του ΕΜΠ σε (93+14=) 106, εις δε το Τμήμα Αρχιτεκτόνων Μηχανικών του ΑΠΘ σε (31+13=) 44. Η εν λόγω αύξηση εγγραφών είναι ικανή, κατά την κρίση της Επιτροπής Αναστολών, να προκαλέσει δυσλειτουργία των εν λόγω ακαδημαϊκών μονάδων λόγω υπερβάσεως των εκπαιδευτικών δυνατοτήτων τους και, κυρίως, υποβάθμιση του εκπαιδευτικού έργου που παρέχουν κατά το τρέχον ακαδημαϊκό έτος, ήτοι βλάβη του δημοσίου συμφέροντος που θα είναι ανεπανόρθωτη σε περίπτωση ευδοκιμήσεως της αιτήσεως ακυρώσεως. Συνεπώς, είναι απορριπτέα τα περί του αντιθέτου προβαλλόμενα από το Ελληνικό Δημόσιο και τους παρεμβαίνοντες.
10. Επειδή, οι παρεμβαίνοντες που έχουν υποβάλει αιτήσεις για μεταφορά θέσεων εισαγωγής προβάλλουν ότι επιβάλλεται η άμεση εγγραφή τους στη Σχολή Αρχιτεκτόνων Μηχανικών του ΕΜΠ και στο Τμήμα Αρχιτεκτόνων Μηχανικών του ΑΠΘ, διότι οικονομικοί λόγοι καθιστούν αδύνατη τη φοίτησή τους στα ΑΕΙ προελεύσεως (μακράν της κατοικίας των ιδίων και των γονέων τους). Όμως, κατά την κρίση της Επιτροπής Αναστολών, προέχει του συμφέροντος των παρεμβαινόντων η αποτροπή της ανεπανόρθωτης, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στην προηγούμενη σκέψη, βλάβης της υποβάθμισης του εκπαιδευτικού έργου των ακαδημαϊκών μονάδων, χάριν προστασίας του δημοσίου συμφέροντος. Εξ άλλου, εάν εκτελεσθούν οι προσβαλλόμενες υπουργικές αποφάσεις και ακολουθήσει η ακύρωσή τους, θα συντρέξει νόμιμος λόγος επανεγγραφής των παρεμβαινόντων στα ΑΕΙ προελεύσεως προς βλάβην των σπουδών τους. Υπό τα δεδομένα αυτά και λαμβανομένου υπ’ όψιν του προσδιορισμού λίαν συντόμου δικασίμου για την εκδίκαση της Ε. 3969/19.11.2014 αιτήσεως ακυρώσεως, η Επιτροπή Αναστολών κρίνει ότι πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση και να ανασταλεί η εκτέλεση των αποφάσεων του Υπουργού Παιδείας και Θρησκευμάτων Φ.1/161753/Β3/14/8.10.2014 «Ρύθμιση θεμάτων για τη μεταφορά θέσης εισαγωγής Πολυτέκνων, Τριτέκνων και Ειδικών Κατηγοριών» (Β΄ 2665) και Φ.1/161748/Β3/14/ 8.10.2014 «Ρύθμιση θεμάτων για τη μεταφορά θέσης εισαγωγής με οικονομικά κριτήρια του σχολικού έτους 2013 - 2014 στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση σύμφωνα με το άρθρο 47 του Ν. 4274/2014 …» (Β΄ 2665), καθ’ όσον αφορούν τη Σχολή Αρχιτεκτόνων Μηχανικών του ΕΜΠ και το Τμήμα Αρχιτεκτόνων Μηχανικών του ΑΠΘ, μέχρι τη δημοσίευση οριστικής αποφάσεως του Συμβουλίου της Επικρατείας επί της ως άνω αιτήσεως ακυρώσεως.
Διά ταύτα
Δέχεται την αίτηση.
Αναστέλλει την εκτέλεση των αποφάσεων του Υπουργού Παιδείας και Θρησκευμάτων Φ.1/161753/Β3/14/8.10.2014 «Ρύθμιση θεμάτων για τη μεταφορά θέσης εισαγωγής Πολυτέκνων, Τριτέκνων και Ειδικών Κατηγοριών» (Β΄ 2665) και Φ.1/161748/Β3/14/8.10.2014 «Ρύθμιση θεμάτων για τη μεταφορά θέσης εισαγωγής με οικονομικά κριτήρια του σχολικού έτους 2013 - 2014 στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση σύμφωνα με το άρθρο 47 του Ν. 4274/2014 …» (Β΄ 2665), καθ’ όσον αφορούν τη Σχολή Αρχιτεκτόνων Μηχανικών του Εθνικού Μετσοβίου Πολυτεχνείου και το Τμήμα Αρχιτεκτόνων Μηχανικών του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, μέχρι τη δημοσίευση οριστικής αποφάσεως του Συμβουλίου της Επικρατείας επί της Ε. 3969/19.11.2014 αιτήσεως ακυρώσεως.
Διατάσσει την απόδοση του παραβόλου.
Επιβάλλει, συμμέτρως στο Ελληνικό Δημόσιο και στους παρεμβαίνοντες, το ποσόν των επτακοσίων (700) ευρώ ως δικαστική δαπάνη των αιτούντων.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Ιανουαρίου 2015
Αρχή
 2 ΣτΕ 15/2015 (Ολομέλεια)
19/1/2015
Προσόντα, προϋποθέσεις και διαδικασία αξιολόγησης και ένταξης δημοτικών αστυνομικών στην Ελληνική Αστυνομία καθώς και στους κλάδους Εξωτερικής Φρούρησης και Φύλαξης Καταστημάτων Κράτησης

Αριθμός 15/2015
ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ
ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 7 Φεβρουαρίου 2014, με την εξής σύνθεση: Σωτ. Ρίζος, Πρόεδρος, Αθ. Ράντος, Ν. Ρόζος, Αντιπρόεδροι του Συμβουλίου της Επικρατείας, Δ. Μαρινάκης, Αικ. Σακελλαροπούλου, Μ.-Ελ. Κωνσταντινίδου, Μ. Γκορτζολίδου, Ε. Αντωνόπουλος, Α. Ντέμσιας, Σπ. Χρυσικοπούλου, Μ. Παπαδοπούλου, Ε. Κουσιουρής, Κ. Φιλοπούλου, Θ. Αραβάνης, Α. Χλαμπέα, Π. Μπραΐμη, Σ. Βιτάλη, Β. Κίντζιου, Θ. Τζοβαρίδου, Σύμβουλοι, Κ. Λαζαράκη, Σπ. Καρύδα, Μ. Μπαμπίλη, Πάρεδροι. Από τους ανωτέρω οι Σύμβουλοι Μ. Γκορτζολίδου και Σ. Βιτάλη καθώς και η Πάρεδρος Κ. Λαζαράκη μετέχουν ως αναπληρωματικά μέλη, σύμφωνα με το άρθρο 26 παρ. 2 του ν. 3719/2008. Γραμματέας η Μ. Παπασαράντη.
Για να δικάσει την από 12 Δεκεμβρίου 2013 αίτηση:
της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Εργαζομένων Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Π.Ο.Ε.-Ο.Τ.Α.), που εδρεύει στην Αθήνα (Καρόλου 24), η οποία παρέστη με τη δικηγόρο Μαρία-Μαγδαληνή Τσίπρα (Α.Μ. 21969), που τη διόρισε στο ακροατήριο ο Πρόεδρος της Ομοσπονδίας,
κατά των Υπουργών: 1. Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονι¬κής Διακυβέρνησης, ο οποίος παρέστη με τη Μεταξία Ανδροβιτσανέα, Νομική Σύμβουλο του Κράτους, 2. Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη, ο οποίος παρέστη με τη Χρυσαφούλα Αυγερινού, Νομική Σύμβουλο του Κράτους και 3. Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, ο οποίος παρέστη με τη Βασιλική Πανταζή, Νομική Σύμβουλο του Κράτους.
Η πιο πάνω αίτηση εισάγεται στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου, κατόπιν της από 18 Δεκεμβρίου 2013 πράξης του Προέδρου του Συμβουλίου της Επικρατείας, λόγω της σπουδαιότητάς της, σύμφωνα με τα άρθρα 14 παρ. 2 εδάφ. α, 20 και 21 του Π.Δ. 18/1989.
Με την αίτηση αυτή η αιτούσα Ομοσπονδία επιδιώκει να ακυρωθούν: α) η υπ’ αριθμ. 6000/2/234-γ/15.10.2013 κοινή απόφαση των Υπουργών Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και Προστασίας του Πολίτη, β) η υπ’ αριθμ. 90894/18.10.2013 κοινή απόφαση των Υπουργών Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμά¬των, γ) η υπ’ αριθμ. 31890/25.11.2013 απόφαση του Υπουργού Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, δ) η υπ’ αριθμ. 32450/29.11.2013 απόφαση του ίδιου πιο πάνω Υπουργού, ε) η υπ’ αριθμ. 6000/2/234-ε/28.11.2013 κοινή απόφαση των Υπουργών Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη, στ) η υπ’ αριθμ. 101650/28.11.2013 κοινή απόφαση των Υπουργών Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονι¬κής Διακυβέρνησης και Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και κάθε άλλη σχετική πράξη ή παράλειψη της Διοικήσεως.
Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως του εισηγητή, Συμβούλου Ε. Αντωνόπουλου.
Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε την πληρεξουσία της αιτούσας Ομοσπονδίας, η οποία ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους ακυρώσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση και τις αντιπροσώπους των Υπουργών, οι οποίες ζήτησαν την απόρριψή της.
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου κ α ι
Αφού μελέτησε τα σχετικά έγγραφα
Σκέφθηκε κατά το Νόμο
1. Επειδή, για την άσκηση της κρινομένης αιτήσεως έχει καταβληθεί το νόμιμο παράβολο (υπ’ αριθμ. 1308847, 3734426/2013 ειδικά γραμμάτια παραβόλου).
2. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση το αιτούν σωματείο ζητεί την ακύρωση: 1. της υπ’ αριθμ. 6000/2/234-γ/15.10.2013 κοινής αποφάσεως των Υπουργών α) Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και β) Δημοσίας Τάξεως και Προστασίας του Πολίτη, με τίτλο «Προσόντα, προϋποθέσεις και διαδικασία αξιολόγησης και ένταξης δημοτικών αστυνομικών στην Ελληνική Αστυνομία» (Β΄ 2631/17.10.2013, πραγματική κυκλοφορία 17.10.2013), 2. της υπ’ αριθμ. 90894/18.10.2013 κοινής αποφάσεως των ίδιων Υπουργών, με τίτλο «Καθορισμός προσόντων, προϋποθέσεων και διαδικασίας αξιολόγησης και ένταξης των υπαλλήλων, των αναφερομένων στο άρθρο 81 του Ν. 4172/2013, στους κλάδους ΔΕ Εξωτερικής Φρούρησης και ΔΕ Φύλαξης των Καταστημάτων Κράτησης» (Β΄ 2655/18.10.2013, πραγματική κυκλοφορία 18.10.2013), 3. της υπ’ αριθμ. 31890/25.11.2013 αποφάσεως του Υπουργού Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, με τίτλο «Ανακοίνωση που αφορά στην κινητικότητα των δημοτικών αστυνομικών που έχουν τεθεί σε διαθεσιμότητα κατ’ εφαρμογή του άρθρου 81 του ν. 4172/2013 (Α΄ 167) -Αριθμός Ανακοίνωσης 5/2013» (Β΄ 2999/26.11.2013, πραγματική κυκλοφορία 26.11.2013), 4. της υπ’ αριθμ. 32450/29.11.2013 αποφάσεως του Υπουργού Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνη¬σης, με τίτλο «Τροποποίηση της υπ’ αριθμ. 5/2013 Ανακοίνωσης του Υπουργού Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης» (Β΄ 3036/28.11.2013, πραγματική κυκλοφορία 2.12.2013), 5. της υπ’ αριθμ. 6000/2/234-ε/28.11.2013 κοινής αποφάσεως των Υπουργών α) Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και β) Δημοσίας Τάξεως και Προστασίας του Πολίτη, με τίτλο «Τροποποίηση της 6000/2/234−γ΄ από 15−10−2013 κοινής υπουργικής απόφασης, “Προσόντα, προϋποθέσεις και διαδικασία αξιολόγησης και ένταξης δημοτικών αστυνομικών στην Ελληνική Αστυνομία” (Β΄ 2631)» (Β΄ 3030/28.11.2013, πραγματική κυκλοφορία 28.11.2013) και 6. της υπ’ αριθμ. 101650/28.11.2013 κοινής αποφάσεως των ίδιων Υπουργών, με τίτλο «Τροποποίηση της υπ’ αριθμ. 90894/18−10−2013 (ΦΕΚ 2655/ Β/2013) κοινής υπουργικής απόφασης “Καθορισμός προσόντων, προϋποθέσεων και διαδικασίας αξιολόγησης και ένταξης των υπαλλήλων, των αναφερομένων στο άρθρο 81 του Ν. 4172/2013, στους κλάδους ΔΕ Εξωτερικής Φρούρησης και ΔΕ Φύλαξης των Καταστημάτων Κράτησης”» (Β΄ 3032/28.11.2013, πραγματική κυκλοφορία 28.11.2013).
3. Επειδή, η υπόθεση εισάγεται προς συζήτηση ενώπιον της Ολομελείας του Συμβουλίου της Επικρατείας κατόπιν της από 18-12-2013 πράξεως του Προέδρου του Συμβουλίου της Επικρατείας, κατ’ εφαρμογήν των άρθρων 14 παρ. 2, εδ. α΄, 20 και 21 του π.δ. 18/1989, λόγω σπουδαιότητος.
4. Επειδή, όλες οι προσβαλλόμενες με την κρινόμενη αίτηση πράξεις έχουν κανονιστικό χαρακτήρα, δεδομένου ότι με αυτές θεσπίζονται κανόνες ρυθμίζοντες ουσιαστικά και διαδικαστικά ζητήματα κινητικότητος των τεθέντων σε καθεστώς διαθεσιμότητος δημοτικών αστυνομικών κατ’ εφαρμογή του άρθρου 81 του ν. 4172/2013. Λόγω δε ακριβώς του κανονιστικού τους χαρακτήρα, η αμφισβήτηση της νομιμότητος των πράξεων αυτών προκαλεί ακυρωτική διαφορά, υπαγόμενη- ενόψει και της σπουδαιότητός της- στην καθ’ ύλην αρμοδιότητα του Συμβουλίου της Επικρατείας, κατ’ εφαρμογή του απορρέοντος από το άρθρο 95 παρ. 1 περ. α΄ του π.δ/τος 18/1989 τεκμηρίου υπέρ της ακυρωτικής του αρμοδιότητας (πρβλ. ΣΕ 671-8/2013 Ολομ., 3919/2010 Ολομ.). Εξ άλλου, οι προσβαλλόμενες κανονιστικές πράξεις είναι συναφείς μεταξύ τους, καθόσον έχουν εκδοθεί στο πλαίσιο της ίδιας, κατά τα ουσιώδη της χαρακτηριστικά, νομοθεσίας (άρθρο 81 του ν. 4172/2013, το οποίο παραπέμπει στο άρθρο πρώτο, παρ. Ζ΄ του ν. 4093/2012, καθώς και στα άρθρα 90 και 91 του ν. 4172/2013), καθώς και στο πλαίσιο της ίδιας διαδικασίας κινητικότητος των δημοτικών αστυνομικών, και κατατείνουν στο ίδιο αποτέλεσμα, ήτοι στην ολοκλήρωση της διαδικασίας αυτής με τη μετάταξή τους σε υπηρεσίες της Ελληνικής Αστυνομίας, του Υπουργείου Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, του Υπουργείου Οικονομικών, του Υπουργείου Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας και της Γενικής Γραμματείας Πληθυσμού και Κοινωνικής Συνοχής (πρβλ. ΣΕ 2133/2003, 51/2011).
5. Επειδή, το αιτούν σωματείο (συνδικαλιστική οργάνωση) προέρχεται από την ένωση όλων των αναγνωρισμένων στην Ελλάδα πρωτοβάθμιων συνδικαλιστικών οργανώσεων, μέλη των οποίων είναι, μεταξύ άλλων, «το με σχέση εργασίας Δημοσίου Δικαίου προσωπικό των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης» (άρθρο 1 του Καταστατικού του αιτούντος σωματείου). Μεταξύ δε των καταστατικών του σκοπών περιλαμβάνεται «[η] συνένωση των δυνάμεων όλων των τοπικών συλλόγων του άρθρου 1 του παρόντος καταστατικού για την ενιαία συνδικαλιστική δράση, την ενιαία και συλλογική μελέτη, προστασία και προαγωγή των οικονομικών, εργασιακών, ασφαλιστικών, ηθικών και κοινωνικών συμφερόντων τους … [η] παρακολούθηση όλων των υπαλληλικών και κοινωνικών ζητημάτων, η οργάνωση και ενιαία καθοδήγηση των εργαζομένων στους Ο.Τ.Α. για την επίλυση των προβλημάτων τους και για την καλυτέρευση των συνθηκών εργασίας και διαβίωσής τους … [η] βελτίωση της οργάνωσης και λειτουργίας των υπηρεσιών των Ο.Τ.Α., των ιδρυμάτων, των επιχειρήσεων και Ν.Π.Δ.Δ. που εποπτεύονται ή συντηρούνται με οποιοδήποτε τρόπο από τους Ο.Τ.Α., ώστε ν' ανταποκρίνονται και να εξυπηρετούν καλύτερα τις ανάγκες του λαού και της χώρας, με τη συμμετοχή των εργαζομένων…» (άρθρο 2 του Καταστατικού του αιτούντος σωματείου). Υπό τα δεδομένα αυτά, το αιτούν σωματείο ασκεί την κρινόμενη αίτηση μετ’ εννόμου συμφέροντος, δεδομένου ότι με την κρινόμενη αίτηση αμφισβητείται, κατ’ ουσίαν, η συνταγματικότητα των ρυθμίσεων του άρθρου 81 παρ. 1 του ν. 4172/2013, με τις οποίες τίθεται σε διαθεσιμότητα το σύνολο των υπηρετούντων στην Δημοτική Αστυνομία, που υπάγονται οργανικά στο με σχέση δημοσίου δικαίου προσωπικό των Ο.Τ.Α. (ΣΕ 3354/2013, 3355/2013, 668/2012 Ολομ., 3398/2010 Ολομ., 3969/2003, 3100-1/2001 Ολομ.), με την εξαίρεση των υπαλλήλων των περιπτώσεων της παρ. 2 του άρθρου 81, για τους οποίους λαμβάνεται μεν ειδική μέριμνα, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ότι οι υπάλληλοι της κατηγορίας αυτής θα υποστούν βλάβη από τυχόν ακύρωση των προβαλλόμενων πράξεων (πρβλ. ΣΕ 3892/1981 Ολομ.). Κατά τα λοιπά δε η κρινόμενη αίτηση ασκείται παραδεκτώς.
6. Επειδή, το Σύνταγμα στο άρθρο 23 παρ. 2 ορίζει ότι "... Απαγορεύεται η απεργία με οποιαδήποτε μορφή στους δικαστικούς λειτουργούς και σ’ αυτούς που υπηρετούν στα σώματα ασφαλείας ...", ενώ με το άρθρο 29 παρ. 3 αυτού "Απαγορεύονται απολύτως οι οποιασδήποτε μορφής εκδηλώσεις υπέρ ή κατά πολιτικού κόμματος στους δικαστικούς λειτουργούς και σε όσους υπηρετούν στις ένοπλες δυνάμεις και στα σώματα ασφαλείας ...". Περαιτέρω στο άρθρο 102 του Συντάγματος ορίζεται ότι «1. Η διοίκηση των τοπικών υποθέσεων ανήκει στους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης πρώτου και δεύτερου βαθμού. Υπέρ των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης συντρέχει τεκμήριο αρμοδιότητας για τη διοίκηση των τοπικών υποθέσεων. Νόμος καθορίζει το εύρος και τις κατηγορίες των τοπικών υποθέσεων, καθώς και την κατανομή τους στους επί μέρους βαθμούς. Με νόμο μπορεί να ανατίθεται στους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης η άσκηση αρμοδιοτήτων που συνιστούν αποστολή του Κράτους. 2. Οι οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης έχουν διοικητική και οικονομική αυτοτέλεια…». Στο δε άρθρο 103 του Συντάγματος ορίζεται ότι: «1. Οι δημόσιοι υπάλληλοι είναι εκτελεστές της θέλησης του Κράτους και υπηρετούν το Λαό. Οφείλουν πίστη στο Σύνταγμα και αφοσίωση στην Πατρίδα. Τα προσόντα και ο τρόπος του διορισμού τους ορίζονται από το νόμο. 2. Κανένας δεν μπορεί να διοριστεί υπάλληλος σε οργανική θέση που δεν είναι νομοθετημένη. Εξαιρέσεις μπορεί να προβλέπονται από ειδικό νόμο, για να καλυφθούν απρόβλεπτες και επείγουσες ανάγκες με προσωπικό που προσλαμβάνεται για ορισμένη χρονική περίοδο με σχέση ιδιωτικού δικαίου. 3. Οργανικές θέσεις ειδικού Επιστημονικού καθώς και τεχνικού ή βοηθητικού προσωπικού μπορούν να πληρούνται με προσωπικό που προσλαμβάνεται με σχέση ιδιωτικού δικαίου. Νόμος ορίζει τους όρους για την πρόσληψη, καθώς και τις ειδικότερες εγγυήσεις τις οποίες έχει το προσωπικό που προσλαμβάνεται. 4. Οι δημόσιοι υπάλληλοι που κατέχουν οργανικές θέσεις είναι μόνιμοι εφόσον αυτές οι θέσεις υπάρχουν. Αυτοί εξελίσσονται μισθολογικά σύμφωνα με τους όρους του νόμου και, εκτός από τις περιπτώσεις που αποχωρούν λόγω ορίου ηλικίας ή παύονται με δικαστική απόφαση, δεν μπορούν να μετατεθούν χωρίς γνωμοδότηση ούτε να υποβιβαστούν ή να παυθούν χωρίς απόφαση υπηρεσιακού συμβουλίου, που αποτελείται τουλάχιστον κατά τα δύο τρίτα από μόνιμους δημόσιους υπαλλήλους. Κατά των αποφάσεων των συμβουλίων αυτών επιτρέπεται προσφυγή στο Συμβούλιο της Επικρα¬τείας, όπως νόμος ορίζει. 5. Με νόμο μπορεί να εξαιρούνται από τη μονιμότητα ανώτατοι διοικητικοί υπάλληλοι που κατέχουν θέσεις εκτός της υπαλληλικής ιεραρχίας, οι διοριζόμενοι απευθείας με βαθμό πρεσβευτικό, οι υπάλληλοι της Προεδρίας της Δημοκρατίας και των γραφείων του Πρωθυπουργού, των Υπουργών και Υφυπουργών. 6. Οι διατάξεις των προηγούμενων παραγράφων έχουν εφαρμογή και ... στους υπαλλήλους των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των λοιπών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου. 7. Η πρόσληψη υπαλλήλων στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, πλην των περιπτώσεων της παραγράφου 5, γίνεται είτε με διαγωνισμό είτε με επιλογή σύμφωνα με προκαθορισμένα και αντικειμενικά κριτήρια και υπάγεται στον έλεγχο ανεξάρτητης αρχής, όπως νόμος ορίζει. Νόμος μπορεί να προβλέπει ειδικές διαδικασίες επιλογής που περιβάλλονται με αυξημένες εγγυήσεις διαφάνειας και αξιοκρατίας ή ειδικές διαδικασίες επιλογής προσωπικού για θέσεις το αντικείμενο των οποίων περιβάλλεται από ειδικές συνταγματικές εγγυήσεις ή προσιδιάζει σε σχέση εντολής. 8. Νόμος ορίζει τους όρους, και τη χρονική διάρκεια των σχέσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, για την κάλυψη είτε οργανικών θέσεων και πέραν των προβλεπομένων στο πρώτο εδάφιο της παραγράφου 3 είτε πρόσκαιρων είτε απρόβλεπτων και επειγουσών αναγκών κατά το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 2. Νόμος ορίζει επίσης τα καθήκοντα που μπορεί να ασκεί το προσωπικό του προηγούμενου εδαφίου. Απαγορεύεται η από το νόμο μονιμοποίηση προσωπικού που υπάγεται στο πρώτο εδάφιο ή η μετατροπή των συμβάσεών του σε αορίστου χρόνου. Οι απαγορεύσεις της παραγράφου αυτής ισχύουν και ως προς τους απασχολουμένους με σύμβαση έργου. 9. …».
7. Επειδή, περαιτέρω με τις διατάξεις του ν. 1481/1984 (Α΄ 152) συνεστήθη η Ελληνική Αστυνομία (ΕΛ.ΑΣ.), ως ενιαίο σώμα ασφαλείας, το οποίο, "μέσα στα πλαίσια του Συντάγματος και των νόμων έχει ως αποστολή: α. Να κατοχυρώνει και να διατηρεί τη δημόσια τάξη β. Να προστατεύει τη δημόσια και κρατική ασφάλεια γ. Να εξασφαλίζει την πολιτική άμυνα της χώρας δ. Να συμμετέχει στην εξασφάλιση της εθνικής άμυνας σε συνεργασία με τις ένοπλες δυνάμεις" (άρθρα 1 και 3). Η νεοσυσταθείσα ΕΛ.ΑΣ. υπήχθη, στον απευθείας έλεγχο της πολιτικής ηγεσίας του Υπουργείου Δημοσίας Τάξεως, μέσω της υπαγωγής της διοικήσεως του σώματος στις κεντρικές υπηρεσίες του Υπουργείου (άρθρο 2). Ακολούθησε ο ν. 2800/2000 (Α΄ 41), με τις διατάξεις του οποίου επήλθαν ευρείας εκτάσεως τροποποιήσεις του ν. 1481/1984, η βασικότερη εκ των οποίων συνίσταται στη σύσταση Αρχηγείου της ΕΛ.ΑΣ. (άρθρο 11), οργανωτική μεταβολή, η οποία κατέστη επιβεβλημένη για την ενίσχυση της επιχειρησιακής και λειτουργικής αυτονομίας της (βλ. και αιτιολογική έκθεση του ν. 2800/2000). Με τις νεότερες διατάξεις προβλέπεται, ρητώς, ότι "η Ελληνική Αστυνομία αποτελεί ιδιαίτερο ένοπλο Σώμα Ασφαλείας και λειτουργεί με τους δικούς της οργανικούς νόμους ... Το αστυνομικό προσωπικό της έχει ιδιαίτερη ιεραρχία, αντίστοιχη της στρατιωτικής, και δικούς της κανόνες πειθαρχίας και δεν εφαρμόζονται στο προσωπικό αυτό οι διατάξεις που αφορούν τους δημοσίους πολιτικούς υπαλλήλους". Προβλέπεται, περαιτέρω, ότι "Όλες οι Υπηρεσίες της Ελληνικής Αστυνομίας και το προσωπικό της τελούν σε διαρκή ετοιμότητα για την πρόληψη και καταστολή του εγκλήματος, την προστασία του δημοκρατικού πολιτεύματος και της έννομης τάξης και την αντιμετώπιση έκτακτων αναγκών. Το αστυνομικό προσωπικό, οι συνοριακοί φύλακες και οι ειδικοί φρουροί θεωρούνται ότι βρίσκονται σε διατεταγμένη υπηρεσία, σε κάθε περίπτωση που καθίσταται αναγκαία η παρέμβασή τους", καθώς και ότι το ένστολο προσωπικό "εκπαιδεύεται στη χρήση όπλων και ειδικών μέσων και μηχανημάτων και φέρει για την άσκηση των καθηκόντων του κατάλληλο οπλισμό, εφόδια και μέσα" και "δύναται να εκπαιδεύεται στις σχολές και τα κέντρα εκπαίδευσης των ενόπλων δυνάμεων (άρθρο 9). Ορίζεται, περαιτέρω, ότι "Η Ελληνική Αστυνομία είναι Σώμα Ασφαλείας με τοπική αρμοδιότητα σε όλη την επικράτεια, εκτός από τους χώρους για τους οποίους ειδικές διατάξεις προβλέπουν αρμοδιότητα του Λιμενικού Σώματος, και έχει ως αποστολή: α) Την εξασφάλιση της δημόσιας ειρήνης και ευταξίας και της απρόσκοπτης κοινωνικής διαβίωσης των πολιτών που περιλαμβάνει την άσκηση της αστυνομίας γενικής αστυνόμευσης και τροχαίας. β) Την πρόληψη και καταστολή του εγκλήματος και την προστασία του Κράτους και του δημοκρατικού πολιτεύματος, στα πλαίσια της συνταγματικής τάξης που περιλαμβάνει την άσκηση της αστυνομίας δημόσιας και κρατικής ασφάλειας" (άρθρο 8). Τέλος, κατά τρόπο ανάλογο με τις αντιστοίχου περιεχομένου διατάξεις της νομοθεσίας περί ενόπλων δυνάμεων, ρυθμίζονται ζητήματα ιεραρχίας, αρχαιότητας και υπηρεσιακής καταστάσεως των αξιωματικών της ΕΛ.ΑΣ. (βλ. π.δ/γμα 24/1997, Α΄ 29) καθώς και ζητήματα πειθαρχικού δικαίου του αστυνομικού προσωπικού του σώματος (βλ. π.δ/γμα 120/2008, Α΄ 182).
8. Επειδή, στην παρ. 2 του άρθρου 24 του Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικα (ΔΚΚ, κωδικοποιητικού π.δ/τος 410/1995, Α΄ 213) προεβλέφθη το πρώτον η δυνατότητα συγκροτήσεως ειδικής υπηρεσίας (της Δημοτικής Αστυνομίας) για την άσκηση ορισμένων αρμοδιοτήτων τοπικού χαρακτήρος και αστυνομικής φύσεως (έλεγχος τηρήσεως των κανόνων που αφορούν την καθαριότητα, την στάθμευση των οχημάτων, την δόμηση κ.λπ.). Ακολούθως, με την παρ. 8 του άρθρου 11 του ν. 2503/1997 (Α΄ 107) οι ως άνω παρ. 2 και 3 του άρθρου 24 του ΔΚΚ αντικαταστάθηκαν ως εξής: «2. Για την άσκηση της αρμοδιότητας της περίπτωσης ιε΄ και για τον έλεγχο της τήρησης των διατάξεων των περιπτώσεων β΄, ιστ΄, ιη΄, ιθ΄, κ΄, κα΄, κβ΄, κγ΄, και λ΄ της παρ. 1, ο δήμος προβλέπει στον οργανισμό εσωτερικής υπηρεσίας τη συγκρότηση ειδικής υπηρεσίας με την ονομασία "Δημοτική Αστυνομία". ... 3. Με προεδρικό διάταγμα που εκδίδεται με πρόταση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Δημόσιας Τάξης, Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων και Υγείας και Πρόνοιας, μετά από γνώμη του Διοικητικού Συμβουλίου της Κεντρικής Ένωσης Δήμων και Κοινοτήτων, καθορίζονται οι αρμοδιότητες και ο τρόπος άσκησής τους, τα προσόντα, τα καθήκοντα, τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις των οργάνων της "Δημοτικής Αστυνομίας"». Ακολούθως, με το άρθρο 26 παρ. 1 του ν. 2819/2000 (Α΄ 84), με τίτλο «Ρυθμίσεις θεμάτων τοπικής αυτοδιοίκησης», η ως άνω εξουσιοδότηση (της παρ. 3 του άρθρου 24 του π.δ. 410/1995) αντικαταστάθηκε ως εξής: "3. Με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται με πρόταση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρω¬σης, Δημόσιας Τάξης, Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημόσιων Έργων και Υγείας και Πρόνοιας, μετά από γνώμη του Διοικητικού Συμβουλίου της Κ.Ε.Δ.Κ.Ε., καθορίζονται: α) οι αρμοδιότητες, τα καθήκοντα, τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις των οργάνων της Δημοτικής Αστυνομίας, καθώς και ο τρόπος εκπαίδευσής τους, β) τα απαιτούμενα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα όσων προσλαμβάνονται για τη στελέχωση της υπηρεσίας αυτής, τα αντικειμενικά κριτήρια με βάση τα οποία αξιολογούνται τα ουσιαστικά προσόντα, ο τρόπος και η διαδικασία και το όργανο πρόσληψης, καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή της παρούσας παραγράφου. Με όμοιο διάταγμα μπορεί να μεταφέρονται και να ασκούνται από τη Δημοτική Αστυνομία, αρμοδιότητες που ασκούνται από την Αγροφυλακή και να ρυθμίζονται θέματα υπηρεσιακής κατάστασης και μεταφοράς του προσωπικού που υπηρετεί στην Αγροφυλακή.". Με την ίδια διάταξη (άρθρο 26 παρ. 1γ) ορίζεται: “γ. Η παράγραφος 2 του άρθρου 3 του ν. 2647/1998 (ΦΕΚ 237 Α΄) αντικαθίσταται ως εξής: "2. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και Δημόσιας Τάξης ορίζεται ο χρόνος έναρξης της άσκησης από τη Δημοτική Αστυνομία των αρμοδιοτήτων των περιπτώσεων 1 μέχρι και 16 της παραγράφου 1 του άρθρου 3 του ν. 2647/1998. Μέχρι τότε οι αρμοδιότητες αυτές εξακολου¬θούν να ασκούνται από τις αστυνομικές αρχές."». Κατ’ εξουσιοδότηση των ανωτέρω διατάξεων δημοσιεύθηκε το π.δ. 23/2002, «Αρμοδιότητες, σύστημα πρόσληψης, προσόντα, καθήκοντα, δικαιώματα και υποχρεώσεις του προσωπικού της Δημοτικής Αστυνομίας» (Α΄ 19), στο οποίο ορίζονται τα εξής: «άρθρο 1 (Διάκριση Προσωπικού): 1. Το προσωπικό της Δημοτικής Αστυνομίας διακρίνεται α) σε ειδικό ένστολο και β) σε επιστημονικό και υποστηρικτικό προσωπικό, το οποίο απαρτίζεται, κυρίως, από μηχανικούς, επόπτες υγείας, προσωπικό διοικητικής υποστήριξης και βοηθητικό προσωπικό. 2. Οι θέσεις του προσωπικού της Δημοτικής Αστυνομίας της προηγούμενης παραγράφου συνιστώνται με τον Οργανισμό Εσωτερικής Υπηρεσίας του οικείου Δήμου σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του Νόμου 1188/1981 (Α΄ 204), όπως ισχύει κάθε φορά. 3. Το ειδικό ένστολο προσωπικό της Δημοτικής Αστυνομίας κατατάσσεται σε κατηγορίες και κλάδους ΠΕ23, ΤΕ23 και ΔΕ23. Οι κλάδοι αυτοί περιλαμβάνουν θέσεις που διακρίνονται με βαθμούς Δ έως Α. Για τη σύσταση θέσεων με βαθμούς Δ έως Α εφαρμόζονται οι σχετικές διατάξεις του Ν. 2190/1994 (Α΄ 28). Το ειδικό ένστολο προσωπικό της Δημοτικής Αστυνομίας προσλαμβάνεται σύμφωνα με τις διατάξεις αυτού του διατάγματος, για να ασκεί τις αρμοδιότητες του άρθρου 2 του παρόντος. 4. Το ειδικό ένστολο προσωπικό των κλάδων ΠΕ23 και ΤΕ23, δεν πρέπει να είναι κατώτερο του 1/4 του συνολικού αριθμού των υπηρετούντων στη Δημοτική Αστυνομία. 5. Για την πρόσληψη του επιστημονικού και υποστηρικτικού προσωπικού, ισχύουν οι διατάξεις του Ν. 2190/1994, όπως ισχύει κάθε φορά. άρθρο 3 (Προσόντα ειδικού ένστολου προσωπικού): Το ειδικό ένστολο προσωπικό της Δημοτικής Αστυνομίας πρέπει να συγκεντρώνει τα εξής προσόντα. 1. Να είναι Έλληνες πολίτες που έχουν εκπληρώσει τις στρατιωτικές τους υποχρεώσεις ή έχουν νομίμως απαλλαγεί αυτών και δεν έχουν υπερβεί το 30ο έτος της ηλικίας τους. ... 2. Επιπλέον οι υποψήφιοι απαιτείται να συγκεντρώνουν ανάλογα με την κατηγορία και τα ακόλουθα προσόντα: α) Να είναι κάτοχοι πτυχίου, ή διπλώματος οποιασδήποτε σχολής ή τμήματος ΑΕΙ ή ΤΕΙ της ημεδαπής ή ισότιμο σχολών της αλλοδαπής, εφόσον πρόκειται για τον κλάδο ΠΕ ή ΤΕ. β) Να είναι κάτοχοι απολυτηρίου τίτλου όλων των τύπων Λυκείου με εξαίρεση αυτούς του Ενιαίου Πολυκλαδικού Λυκείου κλάδου σπουδών που δεν αντιστοιχεί σε δέσμη ή πτυχίο Τεχνικού-Επαγγελματικού Λυκείου, εφόσον πρόκειται για τον κλάδο ΔΕ23. γ) Να έχουν ανάστημα τουλάχιστον 1.70 μ. οι άνδρες και 1.65 μ. οι γυναίκες, χωρίς υποδήματα και στηθική περίμετρο οι άνδρες τουλάχιστον 0.83 μ. δ) Να μην έχουν καταδικασθεί (για ορισμένα αδικήματα) ... ε) Να μην έχουν στερηθεί οποτεδήποτε των πολιτικών δικαιωμάτων τους, έστω και αν έχει λήξει ο χρόνος που ορίσθηκε για την στέρησή τους. στ) Να μην έχουν τεθεί σε δικαστική συμπαράσταση (άρθρο 1666 Α.Κ.). ζ) Να μην έχουν απολυθεί από δημόσια υπηρεσία για πειθαρχικούς λόγους. άρθρο 4 (Σύστημα πρόσληψης με αντικειμενικά κριτήρια): 1. Η πρόσληψη του ειδικού ένστολου προσωπικού της Δημοτικής Αστυνομίας γίνεται με σύστημα αντικειμενικών κριτηρίων (μόρια): α) Το γενικό βαθμό του Πτυχίου ή β) Το γενικό βαθμό Απολυτηρίου Λυκείου. γ) Τη γνώση ξένων γλωσσών. δ) Την υπαγωγή τους σε μία από τις κατηγορίες που προβλέπονται στο άρθρο 42 του ν. 1481/1984 (Α΄ 152 με διόρθωση στο ΦΕΚ Α΄ 154). ε) Την επιτυχή συμμετοχή αθλητών ανδρών και γυναικών σε Ολυμπιακούς-Παγκόσμιους αγώνες μέχρι 8η νίκη, σε Ευρωπαϊκούς-Μεσογειακούς αγώνες μέχρι 6η νίκη και σε Βαλκανικούς- Πανελλήνιους αγώνες μέχρι 3η νίκη. στ) Την κατοχή άδειας οδηγού αυτοκινήτου ή δίκυκλης μηχανής τουλάχιστον 50 κ.ε.. 2. Η κατάταξη σε πίνακα σειράς επιτυχίας των υποψηφίων, γίνεται κατά Ο.Τ.Α., με βάση το άθροισμα της βαθμολογίας που προκύπτει από γενικό βαθμό του πτυχίου ή του απολυτηρίου Λυκείου στον οποίο προστίθενται: α) Πέντε (5) μονάδες για όσους υποψηφίους κατέχουν πτυχίο PROFICIENCY για την Αγγλική γλώσσα ή τέσσερις (4) μονάδες για όσους υποψηφίους κατέχουν πτυχίο αντίστοιχου επιπέδου άλλης ξένης γλώσσας. Τρεις (3) μονάδες για όσους υποψηφίους κατέχουν πτυχίο FIRST CERTIFICATE για την Αγγλική ή δύο (2) μονάδες για όσους υποψηφίους κατέχουν πτυχίο αντίστοιχου επιπέδου άλλης ξένης γλώσσας. Κατοχή αντίστοιχων πτυχίων, περισσοτέρων άλλων ξένων γλωσσών του ανωτέρω επιπέδου λειτουργεί προσαυξητικά. β) Δύο (2) μονάδες για όσους υποψηφίους υπάγονται στις ειδικές κατηγορίες του άρθρου 42 του Ν. 1481/1984. γ) Μία (1) μονάδα για όσους κατέχουν άδεια οδηγού αυτοκινήτου ή μοτοποδηλάτου. δ) Τρεις (3) μονάδες για τους υποψηφίους μόνιμους κατοίκους Δήμου ή Κοινότητας Νομού του πρώτου εδαφίου της παρ. 8 του άρθρου 17 του Ν. 2190/94 (Α΄ 28), όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 8 του άρθρου 20 του Ν. 2738/99 (Α΄ 180), ή παραμεθορίου περιοχής ... ε) Δύο (2) μονάδες για όσους αθλητές, άνδρες και γυναίκες, έχουν επιτύχει μέχρι 8η νίκη σε Ολυμπιακούς - Παγκόσμιους αγώνες, μέχρι 6η νίκη σε Ευρωπαϊκούς - Μεσογειακούς αγώνες και μέχρι 3η νίκη σε Βαλκανικούς - Πανελλήνιους αγώνες. 3. Η συνολική βαθμολογία κάθε υποψηφίου πολλαπλασιάζεται επί το συντελεστή εκατό (100). Η βαθμολογία εξάγεται μέχρι χιλιοστού της μονάδας. ... 4. Για κάθε ΟΤΑ καταρτίζεται ίδιος πίνακας σειράς κατάταξης των υποψηφίων για πρόσληψη ειδικού ένστολου προσωπικού της Δημοτικής Αστυνομίας, σύμφωνα με τα ανωτέρω αντικειμενικά κριτήρια. Ο πίνακας αυτός καταρτίζεται από την επιτροπή του άρθρου 9 του παρόντος διατάγματος, που έχει συσταθεί για τον οικείο ΟΤΑ και αναρτάται στο κεντρικό κατάστημα της Περιφέρειας και στο κατάστημα του οικείου Ο.Τ.Α. 5. Από την ίδια επιτροπή καταρτίζεται πίνακας υποψηφίων που δεν πληρούν τις απαιτούμενες από το νόμο και το παρόν Προεδρικό Διάταγμα προϋποθέσεις. άρθρο 5 (Υγειονομικές και αθλητικές εξετάσεις): 1. Οι υποψήφιοι που περιλαμβάνονται στους πίνακες κατάταξης, μετά παρέλευση δέκα (10) τουλάχιστον ημερών από την ανάρτηση του πίνακα, καλούνται να προσέλθουν, κατά τη σειρά κατατάξεώς τους, για υγειονομική εξέταση και υποβολή σε αθλητική δοκιμασία. ... 2. Η εξέταση των σωματικών προσόντων, εκτός από τον έλεγχο των προϋποθέσεων της περ. γ΄ της παρ. 2 του άρθρου 3, περιλαμβάνει αθλητικές δοκιμασίες. Οι υποψήφιοι δοκιμάζονται στα εξής αγωνίσματα: α) Άλμα σε μήκος τουλάχιστον 2,5 μ. για τους άνδρες και 1,5 μ. για τις γυναίκες (τρεις προσπάθειες). β) Άλμα σε ύψος τουλάχιστον 0,80 μ. για τους άνδρες και 0,65 μ. για τις γυναίκες (τρεις προσπάθειες). γ) Δρόμος 1000 μ. για τους άνδρες και 800 μ. για τις γυναίκες, μέσα σε μέγιστο χρόνο 5΄ και 20΄ (μία προσπάθεια). άρθρο 6 ... άρθρο 11 (Κατάρτιση τελικού πίνακα κατάταξης ανά ΟΤΑ): 1. Μετά τα ανωτέρω η Επιτροπή του άρθρου 9 του παρόντος διατάγματος προβαίνει στην κατάρτιση του τελικού πίνακα κατάταξης για τις θέσεις του ειδικού ένστολου προσωπικού Δημοτικής Αστυνομίας για τον οικείο ΟΤΑ. Προς τούτο η Επιτροπή λαμβάνει υπόψη της: α) Τον πίνακα σειράς κατάταξης των υποψηφίων ο οποίος έχει καταρτισθεί από αυτήν σύμφωνα με το άρθρο 4 του παρόντος Διατάγματος. β) Τον πίνακα καταλλήλων ή μη ο οποίος έχει καταρτισθεί από αυτή σύμφωνα με το άρθρο 10 του παρόντος διατάγματος. 2. Ο τελικός πίνακας κατάταξης για κάθε ΟΤΑ περιλαμβάνει τους υποψηφίους του πίνακα της περ. β΄ της προηγουμένης παραγράφου, κατά την σειρά κατατάξεώς τους στον πίνακα της περ. α΄ της ίδιας παραγράφου. Ο πίνακας έχει ισχύ για ένα (1) έτος και δημοσιεύεται με ανάρτησή του στο κατάστημα της οικείας Διεύθυνσης της Περιφέρειας που έχουν υποβληθεί τα δικαιολογητικά των υποψηφίων. Όμοιοι πίνακες κοινοποιούνται στο Γενικό Γραμματέα της Περιφέρειας και στο Δήμαρχο ή Πρόεδρο της Κοινότητας».
9. Επειδή, εξ άλλου, με το άρθρο 35 παρ. 12 του ν. 3274/2004 (Α΄ 195) η περ. γ΄, της παρ. 1 του άρθρου 26 του ν. 2819/2000 αντικαταστάθηκε ως εξής: «γ. i. Από τη δημοσίευση του νόμου αυτού, η Δημοτική Αστυνομία εξακολουθεί να ασκεί τις αρμοδιότητες των περιπτώσεων 1, 2, 3, 6, 10, 12, 13, 16, 26, 29, 31 και 33 της παραγράφου Α του άρθρου 2 του διατάγματος 23/2002. ii. Οι υπόλοιπες αρμοδιότητες, που προβλέπονται στην ανωτέρω διάταξη, ασκούνται από τη Δημοτική Αστυνομία, στο σύνολό τους ή μεμονωμένα, ύστερα από προηγούμενη απόφαση του αρμόδιου Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας, η οποία δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Η απόφαση αυτή εκδίδεται ύστερα από πρόταση του οικείου δημοτικού συμβουλίου και γνώμη του αστυνομικού διευθυντή του νομού. iii. Ως την έκδοση της παραπάνω απόφασης οι αρμοδιότητες αυτές εξακολουθούν να ασκούνται από την Ελληνική Αστυνομία (ΕΛ.ΑΣ.). iv. Στη Δημοτική Αστυνομία ανατίθεται η αρμοδιότητα επιβολής των διοικητικών μέτρων του άρθρου 103 του Ν. 2696/1999, για την παράνομη στάθμευση οχημάτων, καθώς και της εφαρμογής των διατάξεων που αναφέρονται στην κυκλοφορία οχημάτων στους πεζοδρόμους. Οι ανωτέρω αρμοδιότητες εξακολουθούν να ασκούνται, παραλλήλως και κατά περίπτωση, από την Ελληνική Αστυνομία (ΕΛ.ΑΣ.) και το Λιμενικό Σώμα». Περαιτέρω, το ισχύσαν έως τότε σύστημα προσλήψεων του π.δ/τος 23/2002 αντικαταστάθηκε από νέο, το οποίο θεσπίσθηκε με το π.δ. 135/2006, «Σύστημα πρόσληψης ειδικού ένστολου προσωπικού της Δημοτικής Αστυνομίας και τρόπος εκπαίδευσης αυτού» (Α΄ 153). Στο εν λόγω προεδρικό διάταγμα ορίζονται τα εξής: «άρθρο 1 (Προσόντα ειδικού ένστολου προσωπικού): 1. Οι υποψήφιοι για τις θέσεις του ειδικού ένστολου προσωπικού της Δημοτικής Αστυνομίας πρέπει να πληρούν τις ακόλουθες προϋποθέσεις: α. Να είναι Έλληνες πολίτες και να έχουν εκπληρώσει τις στρατιωτικές τους υποχρεώσεις ή να έχουν νομίμως απαλλαγεί από αυτές. β. Να έχουν συμπληρώσει το εικοστό πρώτο (21ο) έτος της ηλικίας τους και να μην έχουν υπερβεί, προκειμένου για τους κλάδους ΠΕ23 και ΤΕ23, το 30ό έτος της ηλικίας τους και για τον κλάδο ΔΕ23, το 26ο έτος της ηλικίας τους. ... γ. Να μην έχουν καταδικασθεί τελεσίδικα (για ορισμένα αδικήματα) ... δ. Να μην έχουν στερηθεί οποτεδήποτε των πολιτικών δικαιωμάτων τους, έστω και αν έχει λήξει ο χρόνος που ορίσθηκε για την στέρησή τους. ε. Να μην έχουν τεθεί σε δικαστική συμπαράσταση (άρθρο 1666 Α.Κ.). στ. Να μην έχουν απολυθεί από δημόσια υπηρεσία ή Ο.Τ.Α. ή Ν.Π.Δ.Δ. λόγω επιβολής της πειθαρχικής ποινής της οριστικής παύσης ή λόγω καταγγελίας της σύμβασης εργασίας για σπουδαίο λόγο οφειλόμενο σε υπαιτιότητα του εργαζόμενου, αν δεν παρέλθει πενταετία από την απόλυση. ζ. Να έχουν ανάστημα, ... και 1,70 μ. οι άνδρες. η. Να έχουν τις προϋποθέσεις για την υπαγωγή τους σε έναν από τους κλάδους ΠΕ23, ΤΕ23 και ΔΕ23. θ. Να διαθέτουν γνώση τουλάχιστον μίας εκ των γλωσσών Αγγλικής, ή Γαλλικής, ή Ιταλικής, ή Γερμανικής, ή Ισπανικής σε επίπεδο τουλάχιστον "Πολύ Καλά" προκειμένου για τους αποφοίτους ΑΕΙ και ΤΕΙ και "Καλά" προκειμένου για τους αποφοίτους δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, η γνώση της οποίας πιστοποιείται σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία. ι. Να έχουν γνώση χειρισμού ηλεκτρονικών υπολογιστών. ια. Να είναι κάτοχοι ερασιτεχνικής άδειας οδήγησης αυτοκινήτου ή δίκυκλης μηχανής, τουλάχιστον 50 κ.ε. ιβ. Να έχουν την ψυχική και σωματική υγεία, η οποία διαπιστώνεται κατά τα οριζόμενα στα άρθρα 7 και 8 του παρόντος καθώς και τα διανοητικά προσόντα που τους επιτρέπουν την εκτέλεση των καθηκόντων της θέσης τους. ... άρθρο 2 (Σύστημα πρόσληψης με αντικειμενικά κριτήρια): 1. Η πρόσληψη του ειδικού ένστολου προσωπικού της Δημοτικής Αστυνομίας γίνεται με σύστημα αντικειμενικών κριτηρίων (μόρια). Κατά το σύστημα αυτό λαμβάνονται υπόψη: α) Ο γενικός βαθμός του Πτυχίου ή του Απολυτηρίου τίτλου σπουδών. β) Η εντοπιότητα. γ) Η ιδιότητα του πολυτέκνου ή του τέκνου πολυτέκνου. δ) Η γνώση επιπλέον ξένης γλώσσας πέραν εκείνης που αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση κατά το προηγούμενο άρθρο. 2. Η κατάταξη των υποψηφίων σε πίνακα κατά σειρά επιτυχίας γίνεται ξεχωριστά για κάθε Ο.Τ.Α., με βάση το άθροισμα της βαθμολογίας που προκύπτει από το γενικό βαθμό του πτυχίου ή του απολυτηρίου τίτλου σπουδών, στον οποίο προστίθενται: α) Επτά (7) μονάδες για τους υποψηφίους που είναι δημότες και συγχρόνως κάτοικοι του αντίστοιχου Δήμου. β) Τρεις (3) μονάδες για όσους είναι πολύτεκνοι ή τέκνα πολυτέκνου, καθώς και για όσους είναι γονείς με τρία παιδιά και τέκνα αυτών (όπως η τελευταία περίοδος της περ. β΄ της παρ. 2 προστέθηκε με το άρθρο 15 παρ. 5 του ν. 3731/2008, Α΄ 263). γ) Πέντε (5) μονάδες για την άριστη γνώση ξένης γλώσσας της περ. δ΄ της προηγούμενης παραγράφου. δ) Τρεις (3) μονάδες για την πολύ καλή γνώση ξένης γλώσσας της περ. δ΄ της προηγούμενης παραγράφου. ε) Δύο (2) μονάδες για την καλή γνώση ξένης γλώσσας της περ. δ΄ της προηγούμενης παραγράφου. Η γνώση επιπλέον και άλλων ξένων γλωσσών λειτουργεί προσαυξητικά με αντίστοιχη βαθμολογία εφόσον ο υποψήφιος κατέχει τον αντίστοιχο τίτλο σπουδών. 3. ... άρθρο 9 (Κατάρτιση τελικού πίνακα κατάταξης ανά ΟΤΑ): 1. Μετά τα ανωτέρω η Επιτροπή Επιλογής προβαίνει στην κατάρτιση του τελικού πίνακα κατάταξης για τις θέσεις που έχουν προκηρυχθεί για κάθε ΟΤΑ. Προς τούτο η Επιτροπή αυτή λαμβάνει υπόψη της: α) Τον πίνακα σειράς κατάταξης των υποψηφίων ο οποίος έχει καταρτισθεί από αυτή σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 7, β) Τον πίνακα καταλλήλων ή μη ο οποίος έχει καταρτισθεί από αυτή σύμφωνα με την παρ. 6 του άρθρου 7, γ) Τον πίνακα καταλλήλων ή μη ο οποίος έχει καταρτισθεί από την Επιτροπή του άρθρου 8 σύμφωνα με την παρ. 4 του ιδίου άρθρου. 2. Ο τελικός πίνακας κατάταξης για κάθε ΟΤΑ περιλαμβάνει τους υποψηφίους των πινάκων της περ. β΄ και γ΄ της προηγούμενης παραγράφου, κατά την σειρά κατατάξεώς τους στον πίνακα της περ. α΄ της ίδιας παραγράφου. ... άρθρο 12 (Καταργούμενες διατάξεις): Από την έναρξη ισχύος του παρόντος διατάγματος, καταργούνται τα άρθρα 3, 4, 5, 6, 7, 8, 9, 10, 11, 12, 16 με την επιφύλαξη του άρθρου 10 παρ. 1 του παρόντος, και 17 του π.δ. 23/2002 (Α΄ 19)».
10. Επειδή, στο πλαίσιο της επεξεργασίας του ως άνω υπ’ αριθμ. 135/2006 π.δ/τος ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας τέθηκε το ζήτημα της αντιθέσεως προς το άρθρο 103 παρ. 7 του Συντάγματος, αφενός μεν των διατάξεων του άρθρου 24 παρ. 3 του π.δ/τος 410/1995, όπως ίσχυε μετά τις διαδοχικές του τροποποιήσεις, αφετέρου δε των διατάξεων του υπό επεξεργασία σχεδίου προεδρικού διατάγματος, καθ’ ο μέρος δεν προβλεπόταν σ’ αυτές διαδικασία ελέγχου των προσλήψεων στη δημοτική αστυνομία από ανεξάρτητη αρχή. Το Ε΄ Τμήμα του Δικαστηρίου παρέπεμψε με το Πρακτικό Επεξεργασίας 115/2006 το ζήτημα προς επίλυση στην Ολομέλεια, αφού προηγουμένως γνωμοδό¬τησε, κατά πλειοψηφία, ότι οι διαδικασίες προσλήψεων του π.δ/τος 410/1995 δεν περιλαμβάνονται μεταξύ εκείνων του άρθρου 14 παρ. 2 του ν. 2190/1994, «Σύσταση ανεξάρτητης αρχής για την επιλογή προσωπικού και ρύθμιση θεμάτων διοίκησης» (Α΄ 28), κατ’ άρθρο 14 παρ. 2 του ν. 2190/1994 εξαιρούνται από τον έλεγχο του ΑΣΕΠ. Με το υπ’ αριθμ. 126/2006 Πρακτικό Επεξεργασίας η Ολομέλεια γνωμοδότησε αντιθέτως, ότι δεν τίθεται ζήτημα αντιθέσεως του προβλεπόμενου στο άρθρο 24 παρ. 3 του π.δ/τος 410/1995 (και δη στο άρθρο 26 παρ. 1 του ν. 2819/2000) συστήματος επιλογής του ένστολου προσωπικού της Δημοτικής Αστυνομίας προς τις διατάξεις του άρθρου 103 παρ. 7 του Συντάγματος. Και τούτο, διότι το συγκεκριμένο σύστημα είναι, εξαιτίας της φύσεως των ασκούμενων από το ένστολο προσωπικό αρμοδιοτήτων, ειδικό, καθόσον οι προσλήψεις χωρούν επί τη βάσει ειδικών προσόντων και κατόπιν αξιολογήσεως των υποψηφίων με αντικειμενικά κριτήρια από ειδικό όργανο, που μπορεί να μην είναι το ΑΣΕΠ, το σύστημα δε αυτό εμπίπτει στην εξαίρεση της περιπτώσεως ε΄ του ν. 2190/1994 για το αστυνομικό προσωπικό των Υπουργείων Δημοσίας Τάξεως και Εμπορικής Ναυτιλίας, η οποία εξακολουθεί να ισχύει, σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 6 του άρθρου 118 του Συντάγματος, λαμβανομένου υπόψη ότι το π.δ. 410/1995, όπως ισχύει, είναι προγενέστερο της συνταγματικής αναθεωρήσεως του έτους 2001.
11. Επειδή, ακολούθως, με το άρθρο 1 του ν. 3812/2009, «Αναμόρφωση συστήματος προσλήψεων στο δημόσιο τομέα και άλλες διατάξεις» (Α΄ 234), επήλθε αντικατάσταση των παρ. 1 και 2 του άρθρου 14 του ν. 2190/1994 και, συγκεκριμένα, ορίσθηκε ότι εξαιρείται από τα Κεφάλαια Α΄, Β΄ και Γ΄ του νόμου αυτού και το «ειδικό ένστολο προσωπικό της δημοτικής αστυνομίας» (άρθρο 1 παρ. 2 περ. δ΄ του ν. 2190/1994). Στην αιτιολογική έκθεση του νόμου αυτού αναφέρεται σχετικώς, ότι με το άρθρο 1 επιχειρείται η υπαγωγή στη διαδικασία επιλογής μέσω ΑΣΕΠ ορισμένων φορέων και κατηγοριών προσωπικού, τούτο δε κρίθηκε αναγκαίο «προκειμένου να ενταχθούν στο ΑΣΕΠ οι περιπτώσεις που µε ειδικές διατάξεις και χωρίς ιδιαίτερη αιτιολογία είχαν εξαιρεθεί από το σύστημα προσλήψεων του ν. 2190/1994. Ωστόσο, με το άρθρο 2 παρ. 3 του ν. 3812/2009 ορίστηκε, περαιτέρω, ότι «[θ]εσπίζεται ένσταση των υποψηφίων στη διαδικασία επιλογής ειδικού ένστολου προσωπικού της Δημοτικής Αστυνομίας κατ’ ανάλογη εφαρμογή των διατάξεων της παρ. 2 του άρθρου 8 του π.δ. 19/2006 (ΦΕΚ 16 Α), η οποία ασκείται ενώπιον του ΑΣΕΠ. Η ένσταση της παραγράφου αυτής ισχύει και για διαδικασίες πρόσληψης που βρίσκονται σε εξέλιξη, εφόσον μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος δεν έχουν εκδοθεί τα οριστικά αποτελέσματα».
12. Επειδή, κατά τον χρόνο που προηγήθηκε της καταργήσεώς της η Δημοτική Αστυνομία διεπόταν, ως προς τις αρμοδιότητες, την οργάνωση και τη λειτουργία της, από τον νεότερο Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων (ΚΔΚ), ο οποίος κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 3463/2006 (Α΄ 114), καθώς και (κυρίως) από το ν. 3731/2008, «Αναδιοργάνωση της δημοτικής αστυνομίας και ρυθμίσεις λοιπών θεμάτων αρμοδιότητας Υπουργείου Εσωτερικών» (Α΄ 26). Ειδικότερα, στο άρθρο 76 παρ. 3 περ. α΄ του ΚΔΚ ορίζεται ότι «Για τη διασφάλιση της απρόσκοπτης κοινωνικής διαβίωσης των κατοίκων των Δήμων και Κοινοτήτων και για την εύρυθμη λειτουργία των πόλεων και των οικισμών μπορεί να συσταθεί, με τους Οργανισμούς Εσωτερικής Υπηρεσίας, Δημοτική Αστυνομία, η οποία λειτουργεί ως αυτοτελής υπηρεσία», στην περ. β΄ της ίδιας παραγράφου ότι «με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται με πρόταση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Περιβάλλοντος Χωροταξίας και Δημόσιων Έργων, Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης και Δημόσιας Τάξης, μετά από γνώμη της Κ.Ε.Δ.Κ.Ε., καθορίζονται οι προϋποθέσεις σύστασης της Δημοτικής Αστυνομίας, οι αρμοδιότητές της, καθώς και ο χρόνος έναρξης άσκησής τους σε σχέση με την οργάνωσή της, ο τρόπος με τον οποίο ασκούνται, η διάρθρωση των υπηρεσιών της, τα προσόντα και οι θέσεις κατά κατηγορίες, βαθμούς και κλάδους του προσωπικού της, καθώς και το σύστημα πρόσληψης, εκπαίδευσης, επιμόρφωσης τούτου, περιλαμβανομένων των καθηκόντων, δικαιωμάτων και υποχρεώσεών του και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια», στο άρθρο 80 παρ. 7 ότι «αρμόδιο όργανο για τη σφράγιση και την εκτέλεση των διοικητικών πράξεων, όλων των καταστημάτων και επιχειρήσεων δικαιοδοσίας του οικείου Δήμου ή Κοινότητας, είναι η δημοτική αστυνομία ή το όργανο, που ορίζεται για το σκοπό αυτόν από το οικείο δημοτικό ή κοινοτικό συμβούλιο και αποτελείται από υπαλλήλους ή και αιρετούς στην περίπτωση που δεν έχει συσταθεί δημοτική αστυνομία» και στο άρθρο 284 παρ. 1 ότι «[ο]ι επιδόσεις ή κοινοποιήσεις πράξεων των δημοτικών ή κοινοτικών αρχών που προβλέπονται από τον Κώδικα γίνονται από όργανα της Δημοτικής Αστυνομίας». Στο δε άρθρο 1 του ν. 3731/2008 απαριθμούνται εκείνες οι αρμοδιότητες που περιήλθαν στους Δήμους δυνάμει των άρθρων 75 και 79 του ΚΔΚ, οι οποίες ασκούνται από τη Δημοτική Αστυνομία. Περαιτέρω, στο άρθρο 2 του ν. 3731/2008 ορίζεται ότι «1. Με τον Οργανισμό Εσωτερικής Υπηρεσίας του Δήμου ή της Κοινότητας μπορεί να συσταθεί Δημοτική Αστυνομία, η οποία λειτουργεί ως αυτοτελής υπηρεσία. Με τον Οργανισμό καθορίζεται η εσωτερική διάρθρωση της υπηρεσίας και το σύνολο των θέσεων της ιεραρχίας και του λοιπού προσωπικού. 2. Η Δημοτική Αστυνομία αποτελείται από ειδικό ένστολο προσωπικό, το οποίο έχει λάβει ειδική εκπαίδευση, έχει ιδιαίτερη ιεραρχία και διέπεται από κανόνες πειθαρχίας. Η υπηρεσία της Δημοτικής Αστυνομίας υποστηρίζεται διοικητικά και επιστημονικά από τις υφιστάμενες υπηρεσίες του Δήμου με αποκλειστική ή παράλληλη άσκηση καθηκόντων. 3. ... 4. Το προσωπικό της Δημοτικής Αστυνομίας υποχρεούται να εργάζεται εντός και εκτός γραφείων της υπηρεσίας, ανάλογα με τις υπηρεσιακές ανάγκες και τα καθήκοντα που του ανατίθενται. Η υπηρεσία της Δημοτικής Αστυνομίας λειτουργεί όλο το εικοσιτετράωρο και όλες τις ημέρες της εβδομάδας, συμπεριλαμβανομέ¬νων και των αργιών, με κατάλληλη εναλλαγή του προσωπικού, το οποίο υποχρεούται σε τακτική ή και υπερωριακή εργασία, ανάλογα με τις ανάγκες της υπηρεσίας. 5. ... 6. …». Στο άρθρο 3 (Διάκριση προσωπικού-Διάρθρωση υπηρεσιών) ορίζεται ότι «1. Οι θέσεις του προσωπικού της Δημοτικής Αστυνομίας συνιστώνται με τον Οργανισμό Εσωτερικής Υπηρεσίας του οικείου Δήμου ή Κοινότητας σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία. 2. Το προσωπικό της Δημοτικής Αστυνομίας κατατάσσεται σε κατηγορίες και κλάδους ΠΕ Δημοτικής Αστυνομίας, ΤΕ Δημοτικής Αστυνομίας και ΔΕ Δημοτικής Αστυνομίας. ...». Εξάλλου, στα άρθρα 5 έως 12 ρυθμίζονται ζητήματα προαγωγών και επιλογής προϊσταμένων των οργανικών μονάδων της Δημοτικής Αστυνομίας, στα άρθρα 13 και 14 ρυθμίζονται τα ζητήματα αποσπάσεων και μετατάξεων, αντίστοιχα, ενώ στο άρθρο 15 παρ. 7 ορίζεται ότι «[τ]ο προσωπικό της Δημοτικής Αστυνομίας υπάγεται στις διατάξεις του Κώδικα Κατάστασης Δημοτικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων για όσα θέματα δεν ρυθμίζονται διαφορετικά από τις διατάξεις του παρόντος ή άλλες ειδικές διατάξεις». Τέλος, στο άρθρο 17 ορίζεται ότι «κάθε γενική ή ειδική διάταξη που αντίκειται στις διατάξεις των ανωτέρω άρθρων καταργείται, πλην των ρυθμίσεων του άρθρου 15 του π.δ. 23/2002, οι οποίες δεν περιλαμβάνονται στις ρυθμίσεις του παρόντος νόμου και εξακολουθούν να ισχύουν μέχρι την έκδοση της απόφασης της παραγράφου 6 του άρθρου 1 του παρόντος».
13. Επειδή, στο γνωστό ως «Μνημόνιο Οικονομικής και Χρηματοπιστωτικής Πολιτικής» κείμενο (βλ. ΣτΕ 668/2012 Ολομ., σκ. 12), το οποίο προσαρτήθηκε ως Παράρτημα III στο ν. 3845/2010 «Μέτρα για την εφαρμογή του μηχανισμού στήριξης της ελληνικής οικονομίας από τα κράτη - μέλη της Ζώνης του ευρώ και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο» (Α΄ 65), προβλέπονται, μεταξύ των άλλων και τα εξής: «III. ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ: Α. … Β. … Γ. Διαρθρωτικές Πολιτικές: 22. Οι διαρθρωτικές πολιτικές ενισχύονται προκειμένου να αυξηθεί η ανταγωνιστικότητα και να εξέλθουμε γρήγορα από την κρίση. ... Ειδικότερα: Ο εκσυγχρονισμός της δημόσιας διοίκησης. … Η κυβέρνηση θα συνεργαστεί με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή για να ξεκινήσει μια ανεξάρτητη εξωτερική λειτουργική αξιολόγηση της δημόσιας διοίκησης σε επίπεδο κεντρικής κυβέρνησης. Οι μεταρρυθμίσεις αυτές θα συμβάλουν στον καθορισμό προτεραιοτήτων για τις κυβερνητικές δράσεις και θα ενισχύσουν τον αγώνα κατά της σπατάλης και της διαφθοράς σε ολόκληρη τη δημόσια διοίκηση, …». Συναφώς, στο κείμενο, το οποίο έχει τίτλο «Μνημόνιο Συνεννόησης στις συγκεκριμένες προϋποθέσεις Οικονομικής Πολιτικής» και το οποίο προσαρτήθηκε ως Παράρτημα IV στον ως άνω ν. 3845/2010, προβλέπονται τα εξής: «1. … 2. Ενέργειες για τη δεύτερη αξιολόγηση (να έχουν ολοκληρωθεί ως το τέλος του τρίτου τριμήνου 2010) … i. Δημοσιονομική Προσαρμογή: Αυστηρή εκτέλεση του προϋπολογισμού για το 2010 και των μέτρων δημοσιονομι¬κής προσαρμογής που εξαγγέλθηκαν μετέπειτα, συμπεριλαμβανομένων αυτών που περιέχονται στο παρόν Μνημόνιο. … Ο προϋπολογισμός θα περιέχει τα ακόλουθα μέτρα…: … -Η κυβέρνηση ξεκινά την εφαρμογή της νομοθεσίας για τη μεταρρύθμιση της δημόσιας διοίκησης και την αναδιοργάνωση της τοπικής αυτοδιοίκησης με στόχο την μείωση του κόστους κατά τουλάχιστον 1.500 εκατομμύρια ευρώ από το 2011 ως το 2013, από τα οποία τουλάχιστον 500 εκατομμύρια ευρώ μέσα στο 2011. … 6. Ενέργειες για τον έκτο απολογισμό (να έχουν ολοκληρωθεί ως το τέλος του τρίτου τριμήνου του 2011): i. Δημοσιονομική προσαρμογή: …. -Συνέχιση της αναδιοργάνωσης της τοπικής αυτοδιοίκησης για την εξοικονόμηση τουλάχιστον 500 εκ. ευρώ. … Μεταρρύθμιση στην Τοπική Αυτοδιοίκηση: - υιοθέτηση της νομοθεσίας για την μεταρρύθμιση της δημόσιας διοίκησης σε τοπικό επίπεδο (Ιούνιος 2010)».
14. Επειδή, εξ άλλου, στο δεύτερο, κατά σειρά, «Μνημόνιο Οικονομικής και Χρηματοπιστωτικής Πολιτικής», το οποίο προσαρτήθηκε ως Παράρτημα V1 στον ν. 4046/2012, «Έγκριση των Σχεδίων Συμβάσεων Χρηματοδοτικής Διευκόλυνσης μεταξύ του Ευρωπαϊκού Ταμείου Χρηματο¬πιστωτι¬κής Σταθερότητας (Ε.Τ.Χ.Σ.), της Ελληνικής Δημοκρατίας και της Τράπεζας της Ελλάδος, του Σχεδίου του Μνημονίου Συνεννόησης μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας, της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και της Τράπεζας της Ελλάδος και άλλες επείγουσες διατάξεις για τη μείωση του δημοσίου χρέους και τη διάσωση της εθνικής οικονομίας» (Α΄ 28), προβλέπονται, μεταξύ των άλλων και τα ακόλουθα: «… 7. Οι βασικές μεταρρυθμίσεις, συμπεριλαμβανομένων αυτών που έχουν καθοριστεί στη ΜΔΣ και στον προϋπολογισμό του 2012, περιλαμβάνουν: … -Μειώσεις προσωπικού. Παραμένουμε πιστοί στη δέσμευσή μας να μειώσουμε την απασχόληση στη γενική κυβέρνηση κατά τουλάχιστον 150.000 την περίοδο 2011-2015. Για την επίτευξη αυτού του στόχου, θα συνεχίσουμε να εφαρμόζουμε αυστηρά την υφιστάμενη αναλογία 1:5 προσλήψεις-αποχωρήσεις, καθώς και το πρόγραμμα πρόωρης συνταξιοδότησης που καθιερώθηκε προσφάτως, να μειώνουμε την απασχόληση συμβασιούχων και να βάζουμε στην εργασιακή εφεδρεία επαρκείς υπεράριθμους δημόσιους υπαλλήλους έως το τέλος 2012 ώστε να πετύχουμε 15.000 υποχρεωτικές αποχωρήσεις (μόλις εξαντληθεί ο χρόνος τους στην εφεδρεία). Η προγραμματισμένη λειτουργική αξιολόγηση της δημόσιας διοίκησης (βλ. παρακάτω) και τα σχέδια για το κλείσιμο, την συγχώνευση ή τη συρρίκνωση φορέων της γενικής κυβέρνησης, θα μας βοηθήσει να προσδιορίσουμε τους υπεράριθμους δημόσιους υπαλλήλους. ...». Παράλληλα, στο «Μνημόνιο Συνεννόησης στις Συγκεκριμένες Προϋποθέ¬σεις Οικονομικής Πολιτικής», το οποίο προσαρτήθηκε ως Παράρτημα V2 στον ως άνω ν. 4046/2012, περιελήφθη επίσης κεφάλαιο, αφορών τη δημόσια διοίκηση, στο οποίο αναφέρονται και τα εξής: «2.6: Εκσυγχρονισμός της δημόσιας διοίκησης: Σε κεντρικό επίπεδο: … Αποδοχές στον δημόσιο τομέα και διαχείριση ανθρωπίνων πόρων: Η Κυβέρνηση δημοσιεύει και επικαιροποιεί σε τριμηνιαία βάση τα μεσοπρόθεσμα σχέδιά της για στελέχωση ανά τμήμα για την περίοδο μέχρι το 2015, σύμφωνα με τον κανόνα "μία πρόσληψη ανά 5 αποχωρήσεις από την υπηρεσία". Ο κανόνας προσλήψεων/αποχωρήσεων από την υπηρεσία ισχύει ως προς την γενική κυβέρνηση ως σύνολο. ... 15.000 χιλιάδες άτομα πλεονάζοντος προσωπικού μετατίθενται σε καθεστώς εργασιακής εφεδρείας εντός του 2012 σε σχέση με τον προσδιορισμό φορέων ή μονάδων που κλείνουν ή ελαττώνονται σε μέγεθος. Στο προσωπικό που βρίσκεται σε εργασιακή εφεδρεία καταβάλλεται ποσοστό 60% των βασικών τους αποδοχών (εξαιρουμένων των υπερωριών και άλλων επιπλέον αποδοχών) για χρονικό διάστημα όχι μεγαλύτερο των 12 μηνών, μετά το οποίο απομακρύνονται...».
15. Επειδή, για την υλοποίηση των ως άνω προγραμμάτων θεσπίσθηκε, αρχικώς, ο ν. 4024/2011, «Συνταξιοδοτικές ρυθμίσεις, ενιαίο μισθολόγιο-βαθμολόγιο, εργασιακή εφεδρεία και άλλες διατάξεις εφαρμογής του μεσοπρόθεσμου πλαισίου δημοσιονομικής στρατηγικής 2012-2015» (Α΄ 226), στο άρθρο 5 του οποίου, με τίτλο «Θέματα κινητικότητας των Υπαλλήλων του Κράτους», ορίζεται ότι «1. Οι υπάλληλοι, μόνιμοι και με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, που υπηρετούν σε υπηρεσίες της κεντρικής ή αποκεντρωμένης διοίκησης, διοικούνται, όσον αφορά τα θέματα κινητικότητας μεταξύ υπηρεσιών διαφορετικών υπουργείων ή αποκεντρωμένων διοικήσεων, από τον Υπουργό Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και τον οικείο, κατά περίπτωση, Υπουργό. 2. Οι υπάλληλοι αυτοί μπορούν να μετακινούνται στις υπηρεσίες των υπουργείων και των αποκεντρωμένων διοικήσεων, με κοινή απόφαση του Υπουργού Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και των οικείων κατά περίπτωση Υπουργών των υπηρεσιών προέλευσης και υποδοχής των υπαλλήλων, για συγκεκριμένο χρόνο που ορίζεται με την απόφαση αυτή, λαμβανομένων υπόψη των υφιστάμενων υπηρεσιακών αναγκών και της κατηγορίας, κλάδου και ειδικότητας των υπαλλήλων που μετακινούνται. 3. Η εκτίμηση των υπηρεσιακών αναγκών για την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος άρθρου γίνεται κατά κατηγορία, κλάδο και ειδικότητα προσωπικού, κάθε δύο έτη, από τριμελές Συμβούλιο, το οποίο συγκροτείται με απόφαση των Υπουργών Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και Οικονομικών, από Αντιπρόεδρο ή Πρόεδρο Τμήματος του ΑΣΕΠ, ο οποίος προεδρεύει και δύο υπαλλήλους, οι οποίοι ασκούν καθήκοντα προϊσταμένων Γενικών Διευθύνσεων των Υπουργείων Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και Οικονομικών. Ακολούθησε ο ν. 4093/2012, «Έγκριση Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016 -Επείγοντα Μέτρα Εφαρμογής του ν. 4046/2012 και του Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016» (Α΄ 222), με τον οποίο θεσπίσθηκε νέα διαδικασία (υποχρεωτικής) κινητικότητος του προσωπικού που απασχολείται στο Δημόσιο (με την ευρεία του όρου έννοια), παραλλήλως προς τα γενικώς ισχύοντα στο Κεφάλαιο Β΄ (άρθρο 69 επ.) του Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων ΝΠΔΔ (Υπαλληλικού Κώδικα). Συγκεκριμένα, στην υποπαρά¬γραφο Ζ.1 της παρ. Ζ΄ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, με τίτλο «Μετάταξη - Μεταφορά Προσωπικού», ορίζονται τα εξής: «1. Επιτρέπεται: α) η μετάταξη μόνιμων πολιτικών υπαλλήλων και υπαλλήλων με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου που υπηρετούν σε υπηρεσίες, κεντρικές και περιφερειακές, του Δημοσίου, των ανεξάρτητων αρχών, των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.) και των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.) πρώτου και δεύτερου βαθμού … για την κάλυψη υπηρεσιακών αναγκών, ιδίως στις περιπτώσεις που οι ανάγκες αυτές προκύπτουν λόγω μεταβολής των αρμοδιοτήτων των υπηρεσιών και των συναφών δραστηριοτήτων τους, όταν διαπιστώνεται μετά τη διενέργεια αξιολόγησης πλεονάζον προσωπικό ή για την καλύτερη αξιοποίηση του ανθρώπινου δυναμικού. … Η μετάταξη … των υπαλλήλων της προηγούμενης περίπτωσης παραγράφου είναι υποχρεωτική και γίνεται χωρίς αίτησή τους σε υφιστάμενες κενές θέσεις ή σε θέσεις που συστήνονται με την πράξη μετάταξης ή μεταφοράς στον κλάδο ή στην ειδικότητα στους οποίους μετατάσσεται ή μεταφέρεται ο υπάλληλος. Οι μετατασσόμενοι … πρέπει να κατέχουν τα τυπικά προσόντα του κλάδου ή της ειδικότητας των θέσεων στις οποίες μετατάσσονται… . Η μετάταξη … μπορεί να διενεργείται και σε κενή ή συνιστώμενη θέση συναφούς ή παρεμφερούς κλάδου ή ειδικότητας, της ίδιας ή ανώτερης κατηγορίας, εφόσον ο υπάλληλος κατέχει τα τυπικά προσόντα του κλάδου ή της ειδικότητας στον οποίο μετατάσσεται… . Εφόσον ο υπάλληλος συναινεί, η μετάταξή … του μπορεί να γίνεται και σε κλάδο κατώτερης κατηγορίας. Σε περίπτωση μετάταξης … υπαλλήλων σε συνιστώμενες θέσεις και για όσο χρόνο υφίστανται αυτές δεν πληρούται ίσος αριθμός θέσεων μόνιμου … προσωπικού των οικείων φορέων υποδοχής. 2. Με την πράξη μετάταξης … μπορεί να καταργείται η θέση που κατέχει ο μετατασσόμενος … υπάλληλος, σύμφωνα με τις ανάγκες της υπηρεσίας. 3. Η μετάταξη … κατά την περίπτωση 1 δεν καταλύει την υπηρεσιακή σχέση δημοσίου δικαίου … του υπαλλήλου ούτε μεταβάλλει τη νομική φύση των σχέσεων αυτών ή τις σχέσεις ασφάλισης, με τις οποίες υπηρετούσε ο υπάλληλος στο φορέα προέλευσής του. Η μετάταξη γίνεται με το βαθμό και το μισθολογικό κλιμάκιο που ο υπάλληλος κατείχε πριν τη μετάταξή του. Όποιος μετατάσσεται … σε κατώτερη κατηγορία σύμφωνα με το τελευταίο εδάφιο της περίπτωσης 1 κατατάσσεται στο βαθμό και το μισθολογικό κλιμάκιο της νέας κατηγορίας με βάση το συνολικό χρόνο υπηρεσίας του, χωρίς να διατηρεί τυχόν διαφορά αποδοχών. ... 4. ...». Εξάλλου, με την υποπαράγραφο Ζ.2 της ίδιας παρ. Ζ΄ του ν. 4093/2012 ρυθμίσθηκαν εκ νέου τα ζητήματα διαθεσιμότητας του πλεονάζοντος προσωπικού. Ειδικότερα, στην εν λόγω υποπαράγραφο ορίζονται τα εξής: «1. Μόνιμοι πολιτικοί υπάλληλοι του Δημοσίου, ανεξάρτητων αρχών, Ν.Π.Δ.Δ. και Ο.Τ.Α. πρώτου και δεύτερου βαθμού οι θέσεις των οποίων καταργούνται, τίθενται σε διαθεσιμότητα. Αν καταργούνται ορισμένες μόνο θέσεις του ίδιου κλάδου, οι υπάλληλοι που τίθενται σε διαθεσιμότητα προσδιορίζονται σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις (άρθρο 154 παρ. 2 Υπαλληλικού Κώδικα, άρθρο 158 παρ. 2 Κώδικα Κατάστασης Δημοτικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων). Οι υπάλληλοι αυτοί μπορεί κατά την διάρκεια της διαθεσιμότητάς τους: α) Να μετατάσσονται εκουσίως, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις (άρθρο 154 παρ. 4 Υπαλληλικού Κώδικα, άρθρο 158 παρ. 4 Κώδικα Κατάστασης Δημοτικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων). β) Να μετατάσσονται υποχρεωτικά ή να μεταφέρονται με μεταβολή της υπηρεσιακής τους σχέσης σε σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου κατά τη διαδικασία της προηγούμενης υποπαραγράφου για το συμφέρον και τις ανάγκες της υπηρεσίας και ιδίως για την καλύτερη αξιοποίηση του ανθρώπινου δυναμικού. Με την έκδοση της πράξης μετάταξης ή μεταφοράς και μεταβολής της σχέσης εργασίας αίρεται αυτοδίκαια το καθεστώς της διαθεσιμότητας. γ) ...». Παράλληλα, στην υποπαράγραφο Ζ.4 ορίζονται τα εξής: «1. Από την έναρξη της ισχύος του παρόντος νόμου καταργούνται οι θέσεις στις υπηρεσίες ή στους φορείς που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της υποπαραγράφου Ζ.1.1., οι οποίες απαριθμούνται στη συνέχεια κατά κατηγορία, κλάδο και ειδικότητα: Οι θέσεις της κατηγορίας ΔΕ των ειδικοτήτων Διοικητικού, Διοικητικού-Λογιστικού, Διοικητικού-Οικονομικού και Διοικητικών Γραμματέων των υπαλλήλων με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, οι οποίοι δεν έχουν προσληφθεί με διαγωνισμό ή με διαδικασία επιλογής σύμφωνα με προκαθορισμένα και αντικειμενικά κριτήρια υπό τον έλεγχο ανεξάρτητης αρχής ή με ειδικές διαδικασίες επιλογής που περιβάλλονται με αυξημένες εγγυήσεις διαφάνειας και αξιοκρατίας… 2. Οι υπάλληλοι των οποίων οι θέσεις καταργούνται τίθενται σε διαθεσιμότητα σύμφωνα με την υποπαράγραφο Ζ.2 του παρόντος. 3. Εντός πέντε (5) ημερών από τη δημοσίευση του παρόντος, οι Διευθύνσεις προσωπικού των υπηρεσιών ή φορέων που καταλαμβάνονται από τις υποπαραγράφους Ζ.2 και Ζ.3 αποστέλλουν στο Υπουργείο Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης κατάλογο των ονομάτων των υπαλλήλων οι οποίοι: α) τίθενται σε διαθεσιμότητα λόγω κατάργησης της θέσης τους, β) τίθενται σε αυτοδίκαιη αργία. 4. Εντός δέκα (10) ημερών από τη δημοσίευση του παρόντος, οι Διευθύνσεις προσωπικού των φορέων της περίπτωσης 1 αποστέλλουν στο Υπουργείο Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης: α. τον αριθμό των θέσεων που καταργούνται σύμφωνα με την προηγούμενη περίπτωση του παρόντος, καθώς και αντίγραφα των ατομικών διοικητικών πράξεων θέσης σε διαθεσιμότητα των υπαλλήλων που, κατά τη δημοσίευση του παρόντος, καταλαμβάνουν τις καταργούμε¬νες οργανικές θέσεις, β. τις πράξεις με τις οποίες τίθενται, μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, σε αυτοδίκαιη αργία υπάλληλοι, κατ’ εφαρμογή της υποπαραγράφου Ζ.3 του νόμου αυτού. 5. …».
16. Επειδή, σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση του ν. 4093/2012, «[μ]ε τις ρυθμίσεις της παραγράφου Ζ΄ επιχειρείται ευρεία αναµόρφωση θεσµών του υπαλληλικού µας δικαίου, η οποία µέσω ενός νέου πλαισίου κινητικότητας του προσωπικού του δηµόσιου τοµέα αποσκοπεί πρωτίστως στη µεγιστοποίηση των δυνατοτήτων αξιοποίησής του προς το συµφέρον της δηµόσιας υπηρεσίας και µε στόχο την ισόρροπη κάλυψη των πολύ διαφορετικών κατά φορέα ή υπηρεσία αναγκών σε προσωπικό και την εξάλειψη ανορθολογικών καταστάσεων, όσον αφορά τις πραγµατικές ανάγκες και τη διαφορετική εργασιακή επιβάρυνση των υπαλλήλων σε σχέση µε τις συνθήκες που επικρατούν σε κάθε φορέα. … Υποπαράγραφος Ζ.1. Μετάταξη- Μεταφορά προσωπικού: Με την παρούσα υποπαράγραφο εισάγεται στη µεγαλύτερη δυνατή έκτασή του ο θεσµός της υποχρεωτικής µετάταξης ή µεταφοράς προσωπικού, ώστε να ενισχυθεί, µε γνώµονα το συµφέρον της δηµόσιας υπηρεσίας, η κινητικότητα του προσωπικού σε όλο το εύρος του δηµόσιου τοµέα και σε κάθε κατεύθυνση µέσα σε αυτόν. Το θεσπιζόµενο µέτρο, που αναφέρεται σε υποχρεωτικές µετακινήσεις προσωπικού µε µόνιµο χαρακτήρα, χωρίς να θίγει τους υφιστάµενους θεσµούς εκούσιας µετάταξης υπαλλήλων µε αίτησή τους, αποτελεί από θεσµική άποψη την ολοκλήρωση του περιορισµένου εύρους θεσµού της κινητικότητας των κρατικών υπαλλήλων, που εισήχθη µε το άρθρο 5 του ν. 4024/2011. Ο νόµος λαµβάνει ειδική πρόνοια, ώστε οι υπηρεσιακές µεταβολές που θα επιχειρούνται µε το νέο θεσµό της υποχρεωτικής µετάταξης ή µεταφοράς προσωπικού, να µην αντίκεινται σε δεσµεύσεις που απορρέουν από ισχύουσες κάθε φορά νοµοθετικές ρυθµίσεις, σχετικές µε τον περιορισµό των προσλήψεων. Υποπαράγραφος Ζ.2. Διαθεσιµότητα: Με τις ρυθµίσεις της προτεινόµενης υποπαραγράφου επιχειρείται η διεύρυνση των δυνατοτήτων αξιοποίησης του µόνιµου … προσωπικού των δηµοσίων υπηρεσιών και των νοµικών προσώπων δηµοσίου δικαίου, οργανικές θέσεις των οποίων καταργούνται. Η κατάργηση των θέσεων έχει ως άµεση συνέπεια την αυτοδίκαιη θέση σε διαθεσιµότητα των υπαλλήλων, για την οποία εκδίδονται διαπιστωτικές πράξεις. Είναι αυτονόητο ότι όταν καταργούνται ορισµένες µόνο οργανικές θέσεις συγκεκριµένου κλάδου, σε διαθεσιµότητα τίθενται οι υπάλληλοι που προσδιορίζονται σύµφωνα µε τις κατά περίπτωση εφαρµοστέες διατάξεις (άρθρο 154 παρ. 2 Υ.Κ. και 158 παρ. 2 Κώδικα Κατάστασης Δηµοτικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων-ΚΚΔΚΥ) ως αντιστοιχούντες στις θέσεις που καταργούνται. Η διαθεσιµότητα διαρκεί ένα έτος, µετά την πάροδο του οποίου ο υπάλληλος απολύεται, σύµφωνα µε το άρθρο 101 του Υπαλληλικού Κώδικα και το άρθρο 105 του Κώδικα Κατάστασης Δηµοτικών Υπάλληλων, εφόσον δεν µεταταχθεί ή µεταφερθεί σε άλλη θέση. Ο θεσµός της διαθεσιµότητας λόγω κατάργησης οργανικών θέσεων αναµορφώνεται και διευρύνεται όσον αφορά τις παρεχόµενες δυνατότητες, δεδοµένου ότι το προσωπικό που έχει τεθεί σε διαθεσιµότητα, εκτός από τις προβλεπόµενες ήδη από το ισχύον δίκαιο περιπτώσεις εκούσιας µετάταξης (άρθρα 154 παρ. 4 Υ.Κ., 158 παρ. 4 ΚΚΔΚΥ), µπορεί επιπλέον να µετατάσσεται υποχρεωτικά ή να µεταφέρεται µε ταυτόχρονη µεταβολή της υπηρεσιακής του σχέσης σε σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου ή να µετακινείται πρόσκαιρα (άρ. 5 ν. 4024/2011) ή να υπάγεται σε προγράµµατα επανεκπαίδευσης ή επανακατάρτισης. Η τελευταία δυνατότητα µπορεί να συντρέχει µε την εκούσια ή υποχρεωτική µετάταξη ή την πρόσκαιρη τοποθέτηση του υπαλλήλου. Η πρόσκαιρη µετακίνηση του αρ. 5 του ν. 4024/2011 διευρύνει τη δυνατότητα κινητικότητας και στους ΟΤΑ και τα ν.π.ι.δ. του δηµόσιου τοµέα. … Υποπαράγραφος Ζ.4. Κατάργηση ειδικοτήτων και οργανικών θέσεων: Με τις διατάξεις της παρούσας υποπαραγράφου καταργούνται οι οργανικές θέσεις σε ορισµένες κατηγορίες, κλάδους και ειδικότητες, για τις οποίες κρίνεται ήδη, ενόψει των σύγχρονων εξελίξεων και αναγκών της Διοίκησης, ότι δεν ανταποκρίνονται στις ανάγκες των φορέων στους οποίους ανήκουν οργανικά, την ίδια στιγµή µάλιστα που το προσωπικό αυτό θα µπορούσε να αξιοποιηθεί προς το συµφέρον της δηµόσιας υπηρεσίας σε φορείς, στους οποίους υπάρχουν µεγάλες ανάγκες σε προσωπικό. Επισηµαίνεται ότι οι υπό κατάργηση ειδικότητες δεν συνδέονται µε την άµεση παροχή υπηρεσιών προς το διοικούµενο και η κατάργησή τους δεν αναµένεται να προκαλέσει δυσχέρειες στην εξυπηρέτηση του πολίτη. Αντιθέτως, θα δώσει τη δυνατότητα στη Διοίκηση αξιοποιώντας τις διατάξεις για την κινητικότητα και τη διαθεσιµότητα να λειτουργήσει µε περισσότερο αποτελεσµατικό και ορθολογικό τρόπο. Ειδικότερα, η περίπτωση αφορά θέσεις των κατηγοριών ΔΕ και ΥΕ των ειδικοτήτων Διοικητικού, Διοικητικού - Λογιστικού, Διοικητικού - Οικονοµικού και Διοικητικών Γραµµατέων υπαλλήλων µε σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, οι οποίοι δεν έχουν προσληφθεί µε διαγωνισµό ή µε διαδικασία επιλογής σύµφωνα µε προκαθορισµένα και αντικειµενικά κριτήρια υπό τον έλεγχο ανεξάρτητης αρχής ή µε ειδικές διαδικασίες επιλογής που περιβάλλονται µε αυξηµένες εγγυήσεις διαφάνειας και αξιοκρατίας, δηλαδή υπαλλήλους, των οποίων η εργασιακή σχέση µε το δηµόσιο, συµπεριλαµβανοµένων των προσλήψεων στον ευρύτερο δηµόσιο τοµέα, δηµιουργήθηκε µε άλλες διαδικασίες. ... Με την εφαρµογή των παραπάνω διατάξεων αναµένεται τουλάχιστον 2000 υπάλληλοι να ενταχθούν στο πρόγραµµα, σύµφωνα µε το οποίο είτε θα µετακινηθούν σε άλλες υπηρεσίες, είτε θα αποχωρήσουν κατά το άρθρο 101 του Υπαλληλικού Κώδικα. Με τον τρόπο αυτό η χώρα ταυτόχρονα ανταποκρίνεται και στη σχετική δέσµευσή της, η οποία προβλέφθηκε σε αντικατάσταση της ήδη νοµοθετηµένης υποχρέωσης αποχώρησης 15.000 υπαλλήλων το 2012».
17. Επειδή, το θεσπισθέν με το ν. 4093/2012 σύστημα της (γενικής) κινητικότητος και διαθεσιμότητος υπέστη σημαντικές τροποποιή¬σεις με το ν. 4172/2013 (Α΄ 167). Συγκεκριμένα, με το άρθρο 91 του νόμου αυτού ορίζονται, σε σχέση με το μέτρο της κινητικότητας, τα εξής: «1. Η περίπτωση 1 της υποπαραγράφου Ζ.1 της παρ. Ζ΄ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 αντικαθίσταται ως εξής: “Επιτρέπεται: α) η μετάταξη μόνιμων πολιτικών υπαλλήλων … που υπηρετούν σε υπηρεσίες, κεντρικές και περιφερειακές, του Δημοσίου, των ανεξάρτητων αρχών, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.) πρώτου και δεύτερου βαθμού και των λοιπών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.) … όταν επιβάλλεται από το συμφέρον της υπηρεσίας υποδοχής, ιδίως για την κάλυψη άμεσων υπηρεσιακών αναγκών και την καλύτερη αξιοποίηση του ανθρώπινου δυναμικού. Η μετάταξη … του υπαλλήλου πρέπει να ανταποκρίνεται στην εργασιακή φυσιογνωμία του, όπως δεξιότητες ή επιδόσεις, ηθικές αμοιβές, πειθαρχικές ποινές, τις μακρόχρονες ή συστηματικά επαναλαμβανόμενες αναρρωτικές άδειες ή αδικαιολόγητες απουσίες, λαμβανομένων υπόψη των περιγραμμάτων θέσεων, εφόσον υπάρχουν, και των τυχόν αιτήσεων προτίμησης. … Για την εφαρμογή της παρούσας υποπαραγράφου, ως δημόσιος τομέας νοείται αυτός που έχει οριοθετηθεί με το άρθρο 1 παρ. 6 του ν. 1256/1982, όπως ίσχυε πριν τη θέση σε ισχύ του άρθρου 51 του ν. 1892/1990, συμπεριλαμβανομένων όλων των φορέων που απαριθμούνται ειδικότερα στο άρθρο 14 παρ. 1 του ν. 2190/1994 και μη εξαιρουμένων των περιπτώσεων που απαριθμούνται στην παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 του ν. 3812/2009. Τα νομικά πρόσωπα του Κεφαλαίου Β΄, όπως αυτά ορίζονται στην παρ. 5 του άρθρου 1 του ν. 3429/2005, δεν καταλαμβάνονται από τις διατάξεις της παρούσας υποπαραγράφου. Η μετάταξη … των υπαλλήλων της προηγούμενης παραγράφου είναι υποχρεωτική και γίνεται χωρίς αίτησή τους σε υφιστάμενες κενές θέσεις ή σε θέσεις που συστήνονται με την πράξη μετάταξης … στον κλάδο ή στην ειδικότητα στους οποίους μετατάσσεται … ο υπάλληλος. Οι μετατασσόμε¬νοι … πρέπει να κατέχουν τα τυπικά προσόντα του κλάδου ή της ειδικότητας των θέσεων στις οποίες μετατάσσονται… . Η μετάταξη … μπορεί να διενεργείται και σε κενή ή συνιστώμενη θέση συναφούς ή παρεμφερούς κλάδου ή ειδικότητας, της ίδιας ή ανώτερης κατηγορίας, εφόσον ο υπάλληλος κατέχει τα τυπικά προσόντα του κλάδου ή της ειδικότητας στον οποίο μετατάσσεται… . Εφόσον ο υπάλληλος συναινεί, η μετάταξή … του μπορεί να γίνεται και σε κλάδο κατώτερης κατηγορίας. …” 2. Η περίπτωση 4 της υποπαραγράφου Ζ.1 της παρ. Ζ΄ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 αντικαθίσταται ως εξής: “4. Ο αρμόδιος Υπουργός ή ο Πρόεδρος Ανεξάρτητης Αρχής γνωστοποιεί τις κενές θέσεις κατά κατηγορίες, κλάδους ή και ειδικότητες και το πλεονάζον προσωπικό, όπως προκύπτουν από τις εκθέσεις αξιολόγησης και τα σχέδια στελέχωσης των φορέων στο τριμελές συμβούλιο του άρθρου 5 παρ. 3 του ν. 4024/2011. Εντός δέκα ημερών από τη σχετική εντολή του Υπουργού Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης το τριμελές συμβούλιο του άρθρου 5 παρ. 3 του ν. 4024/2011 γνωμοδοτεί για τον αριθμό και τα απαιτούμενα προσόντα των υπαλλήλων κατά κατηγορίες, κλάδους ή και ειδικότητες που θα μετακινηθούν στους φορείς υποδοχής κατά σειρά προτεραιότητας. Ακολούθως, ο Υπουργός Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης εκδίδει σχετική ανακοίνωση, λαμβάνοντας υπόψη τη γνωμοδότηση του τριμελούς συμβουλίου, τις ανάγκες των φορέων και τις προτεραιότητες πολιτικής στελέχωσης, η οποία δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και με την οποία καθορίζονται οι θέσεις που θα καλυφθούν, τα προσόντα των υπάλληλων που απαιτούνται, σύμφωνα με τα οικεία περιγράμματα θέσεων, εφόσον υπάρχουν, για τους κλάδους ή τις ειδικότητες στους οποίους πρόκειται να μεταταχθούν …, η οποία αποστέλλεται στους φορείς προέλευσης και υποδοχής. ... Το τριμελές ειδικό υπηρεσιακό συμβούλιο του φορέα υποδοχής εντός προθεσμίας δεκαπέντε (15) ημερών από τη λήξη της προθεσμίας υποβολής των αιτήσεων επιλέγει τους υπαλλήλους που θα μεταταχθούν … σε αυτόν και καθορίζει τη σειρά προτεραιότητάς τους, σύμφωνα με την αποτίμηση των προσόντων τους και το περίγραμμα της θέσης, εφόσον υπάρχει, στην οποία θα μεταταχθούν… . Το τριμελές ειδικό υπηρεσιακό συμβούλιο λαμβάνει υπόψη τον τρόπο εισαγωγής στους φορείς της παραγράφου 1 του άρθρου 90, και ιδίως αν πρόκειται για διαδικασία γραπτού διαγωνισμού του ΑΣΕΠ ή για διαδικασία πλήρωσης θέσεων με σειρά προτεραιότητας η οποία διενεργείται εξ ολοκλήρου από το ΑΣΕΠ, ή για διαδικασία που εποπτεύει το ΑΣΕΠ, καθώς και για Διαγωνισμό Εισαγωγής στην Εθνική Σχολή Δημόσιας Διοίκησης και Αυτοδιοίκησης, την εργασιακή τους φυσιογνωμία, την εκπαίδευσή τους, τη διοικητική και εργασιακή τους εμπειρία και τα λοιπά στοιχεία του προσωπικού μητρώου τους. ... Με απόφαση του Υπουργού Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης καθορίζονται θέματα που αφορούν τη διαδικασία επιλογής των αιτούντων υπαλλήλων, τη λειτουργία του τριμελούς συμβουλίου, την εξειδίκευση και τη μοριοδότηση των κριτηρίων επιλογής και κατάταξης των υπαλλήλων, τη διαδικασία και το περιεχόμενο της συνέντευξης και κάθε άλλο αναγκαίο συναρτώμενο με τα ως άνω ζήτημα. ... Η επιλεγείσα σειρά προτεραιότητας των φορέων υποδοχής είναι δεσμευτική για τον υπάλληλο. Για τη μετάταξη … των υπάλληλων εκδίδεται απόφαση του οικείου οργάνου διοίκησης του φορέα υποδοχής που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως”». Περαιτέρω, με το άρθρο 90 του ν. 4172/2013 ορίζονται, σε σχέση με το θεσμό της διαθεσιμότητας, τα εξής: «1α. Επιτρέπεται να καταργούνται θέσεις ανά κατηγορία, κλάδο ή και ειδικότητα σε Υπουργεία, αυτοτελείς δημόσιες υπηρεσίες, αποκεντρωμένες διοικήσεις, οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης πρώτου και δεύτερου βαθμού και λοιπά νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου με απόφαση του Υπουργού Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και του οικείου Υπουργού, σε υλοποίηση των σχετικών αποφάσεων του Κυβερνητικού Συμβουλίου Μεταρρύθμισης μετά από τεκμηρίωση που στηρίζεται σε εκθέσεις αξιολόγησης δομών και σχέδια στελέχωσης (όπως η φράση «σε υλοποίηση των σχετικών αποφάσεων του Κυβερνητικού Συμβουλίου Μεταρρύθμισης» αντικαταστά¬θηκε ως άνω με το άρθρο 29 του ν. 4210/2013, Α΄ 254/21.11.2013. Προηγουμένως ο νόμος όριζε «σε εκτέλεση σχετικών αποφάσεων του Κυβερνητικού Συμβουλίου Μεταρρύθμισης»). Εφόσον καταργείται το σύνολο των θέσεων του κλάδου ή της ειδικότητας, οι υπάλληλοι που εμπίπτουν στις εξαιρέσεις της παρ. 2 περίπτωση Δ΄ του ν. 4172/2013 μετατάσσονται … αυτοδικαίως από την ημερομηνία ισχύος των αποφάσεων κατάργησης των θέσεων σε κενές ή συνιστώμενες με την απόφαση μετάταξης … του αρμόδιου κατά περίπτωση οργάνου διοίκησης προσωποπαγείς θέσεις, κλάδου ή ειδικότητας αντίστοιχες με το βασικό τίτλο σπουδών που κατέχουν ίδιας ή ανώτερης κατηγορίας στο φορέα προέλευσης ή σε τυχόν διάδοχο φορέα. Σε περίπτωση μετάταξης … σε κενή θέση εκδίδεται σχετική διαπιστωτική πράξη του αρμόδιου οργάνου διοίκησης. Επιτρέπεται να συνιστώνται θέσεις ανά κατηγορία, κλάδο ή και ειδικότητα στους παραπάνω φορείς, σύμφωνα με τις προϋποθέσεις του προηγούμενου εδαφίου, με απόφαση των Υπουργών Οικονομικών, Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και του οικείου Υπουργού. 1β. Οι θέσεις, οι οποίες διατηρήθηκαν με τις υπουργικές αποφάσεις που εκδόθηκαν κατ’ εφαρμογήν του παρόντος άρθρου καταργούνται από της ισχύος των εν λόγω υπουργικών αποφάσεων και για τους υπαλλήλους που υπηρετούσαν στις θέσεις αυτές εφαρμόζεται η παράγραφος 1α. (όπως η παρ. 1 αντικαταστάθηκε ως άνω με το άρθρο 125 ν. 4199/2013, Α΄ 216/11.10.2013). 2. ...».
18. Επειδή, παράλληλα με τις ως άνω γενικές ρυθμίσεις, στο ν. 4172/2013 περιλαμβάνονται και ειδικές διατάξεις, με τις οποίες ρυθμίζονται θέματα διαθεσιμότητας συγκεκριμένων κατηγοριών υπαλλή¬λων, μεταξύ δε αυτών και υπαλλήλων των ΟΤΑ Α΄ βαθμού, όπως οι συγκροτούντες το προσωπικό των κατά τόπους υπηρεσιών Δημοτικής Αστυνομίας. Ειδικότερα, στο άρθρο 81 του νόμου αυτού με τίτλο «Κατάργηση θέσεων κλάδου Δημοτικής Αστυνομίας», ορίζονται τα εξής: «1. Από την 23η.9.2013 καταργούνται στους δήμους οι θέσεις του κλάδου ΠΕ Δημοτικής Αστυνομίας, ΤΕ Δημοτικής Αστυνομίας, ΔΕ Δημοτικής Αστυνομίας και ΥΕ Δημοτικής Αστυνομίας. Οι υπάλληλοι, των οποίων οι θέσεις καταργούνται, και εφόσον κατείχαν τις θέσεις αυτές την 9η Ιουλίου 2013, εντάσσονται στο πρόγραμμα κινητικότητας, σύμφωνα με την υποπαράγραφο Ζ.2 του ν. 4093/2012 (Α΄ 222). Οποιαδήποτε μετάταξη των ανωτέρω υπαλλήλων που εντάσσονται στο πρόγραμμα κινητικότητας έλαβε χώρα μετά την 9η Ιουλίου 2013 είναι αυτοδικαίως άκυρη. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη καθορίζονται τα προσόντα, οι προϋποθέσεις και η διαδικασία αξιολόγησης και ένταξης των υπαλλήλων, που αναφέρονται στο δεύτερο εδάφιο της παρούσας παραγράφου, στην Ελληνική Αστυνομία ως ιδιαίτερης κατηγορίας προσωπικού, καθώς και κάθε άλλο σχετικό θέμα. Με προεδρικό διάταγμα που εκδίδεται μετά από πρόταση του Υπουργού Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη ρυθμίζονται τα θέματα σύστασης, οργάνωσης και λειτουργίας των Υπηρεσιών της Ελληνικής Αστυνομίας, στις οποίες εντάσσονται οι υπάλληλοι του παρόντος άρθρου και τα ζητήματα ανάθεσης σε αυτούς επιπλέον αρμοδιοτήτων που αφορούν ιδίως την αστυνομία τάξης. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών και Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη καθορίζονται τα επιμέρους θέματα άσκησης των αρμοδιοτήτων της παραγράφου 4, καθώς και ζητήματα λειτουργικής συνεργασίας με τους οικείους δήμους, ιδίως μέσω της από κοινού κατάρτισης ετήσιων σχεδίων δράσης. Με απόφαση του Υπουργού Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη ρυθμίζεται το είδος, το αντικείμενο και η διάρκεια της εκπαίδευσης που υφίστανται οι ανωτέρω υπάλληλοι μετά την ένταξή τους στην Ελληνική Αστυνομία, ο τύπος, το χρώμα και η σύνθεση της στολής τους, τα αναγκαία εφόδια και ο τύπος του ειδικού δελτίου ταυτότητας με το οποίο εφοδιάζονται. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Διοικητικής Μεταρρύθμι¬σης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, καθορίζονται τα προσόντα, οι προϋποθέσεις και η διαδικασία αξιολόγησης και ένταξης των υπαλλήλων, που αναφέρονται στο δεύτερο εδάφιο της παρούσας παραγράφου, στους κλάδους ΔΕ Εξωτερικής Φρούρησης και ΔΕ Φύλαξης των Καταστημάτων Κράτησης, καθώς και κάθε άλλο σχετικό θέμα. Με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, ρυθμίζεται το είδος, το αντικείμενο και η διάρκεια εκπαίδευσης που υφίστανται οι ανωτέρω υπάλληλοι, μετά την ένταξή τους στους κλάδους ΔΕ Εξωτερικής Φρούρησης και ΔΕ Φύλαξης των Καταστημάτων Κράτησης. 2. ... 4. Αρμοδιότητες που έχουν ανατεθεί με διατάξεις νόμων ή κανονιστικών πράξεων στη δημοτική αστυνομία ασκούνται από τις 23.9.2013 από την Ελληνική Αστυνομία (ΕΛ.ΑΣ.). Η μεταφορά των ανωτέρω αρμοδιοτήτων δεν θίγει τα έσοδα των δήμων που συνδέονται με τις αρμοδιότητες αυτές. Τα έσοδα αυτά συνεχίζουν να βεβαιώνονται και να εισπράττονται από τους δήμους σύμφωνα με τις διατάξεις περί είσπραξης των εσόδων τους. Τα κινητά και ακίνητα περιουσιακά στοιχεία των δήμων που συνδέονται με τις αρμοδιότητες αυτές, συμπεριλαμβανομένων και των οχημάτων, παραμένουν στην κυριότητά τους. Με απόφαση του δημοτικού συμβουλίου μπορεί να καθορίζεται η παράλληλη άσκηση μίας ή περισσοτέρων εκ των ανωτέρω αρμοδιοτήτων από υπαλλήλους του δήμου, κατόπιν ορισμού αυτών με απόφαση του δημάρχου. Με την ίδια απόφαση του δημοτικού συμβουλίου δύναται να καθορίζεται επίσης ο αριθμός των αναγκαίων υπαλλήλων, η διάρκεια άσκησης της αρμοδιότητας, οι ώρες απασχόλησης των υπαλλήλων, καθώς και κάθε άλλη λεπτομέρεια αναφορικά με την άσκηση των αρμοδιοτήτων αυτών. 5. Για το χρονικό διάστημα από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου έως τις 22.9.2013, με κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών και Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη, που εκδίδεται μετά από αίτημα της ΚΕΔΕ, μπορεί να ανατίθεται στην Ελληνική Αστυνομία, σε έναν ή περισσότερους δήμους, η παράλληλη άσκηση μίας ή περισσοτέρων εκ των ανωτέρω αρμοδιοτήτων. Με την ίδια απόφαση μπορεί να ρυθμίζεται κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για την άσκηση των ανωτέρω αρμοδιοτήτων κατά το χρονικό αυτό διάστημα. 6. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη, μπορεί να ρυθμίζεται κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή του άρθρου αυτού». Σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση του ν. 4172/2013 επί του άρθρου 81, «με την παράγραφο 1 προτείνεται η κατάργηση των θέσεων του κλάδου ΠΕ Δηµοτικής Αστυνοµίας, ΤΕ Δηµοτικής Αστυνοµίας, ΔΕ Δηµοτικής Αστυνοµίας και ΥΕ Δηµοτικής Αστυνοµίας, στο πλαίσιο εφαρµογής του προγράµµατος κινητικότητας και µε σκοπό τον εξορθολογισµό της διαχείρισης του ανθρωπίνου δυναµικού. Με την παράγραφο 2 λαµβάνεται η απαιτούµενη ειδική µέριµνα για ορισµένους από τους υπαλλήλους της παραγράφου 1, µε βάση κοινωνικά κριτήρια που επιβάλλουν την αυξηµένη προστασία από την Πολιτεία ειδικών κατηγοριών πολιτών. Η παράγραφος 4 ρυθµίζει τα απαραίτητα ζητήµατα αναφορικά µε την άσκηση των σχετικών αρµοδιοτήτων. Επισηµαίνεται ότι η έναρξη ισχύος του παρόντος άρθρου είναι η 23η.9.2013». Όπως δε προκύπτει από τις προπαρα¬σκευαστι¬κές εργασίες του νόμου (Πρακτικά Συνεδριάσεων της Ολομελείας της Βουλής των Ελλήνων), η κατάργηση του θεσμού της Δημοτικής Αστυνομίας υπαγορεύθηκε αφ’ ενός μεν από την ανάγκη επιτεύξεως των ποσοτικών στόχων εν σχέσει με τις μειώσεις του αριθμού των δημοσίων υπαλλήλων, που περιλαμβάνονται στα Μνημόνια, αφ’ ετέρου δε από την εκτίμηση ότι ο θεσμός αυτός δεν απέδωσε τα αναμενόμενα. Παράλληλα, από τις ίδιες προπαρασκευαστικές εργασίες προκύπτει ότι λαμβάνεται μέριμνα για την απορρόφηση, δια του θεσμού της κινητικότητος, μεγάλου μέρους του τιθεμένου σε καθεστώς διαθεσιμότητας προσωπικού της Δημοτικής Αστυνομίας στην Ελληνική Αστυνομία (όπου και πρόκειται να συσταθεί ειδική υπηρεσία, στελεχωμένη με τα προερχόμενα από τη Δημοτική Αστυνομία πρόσωπα), στα καταστήματα κρατήσεως (ως εξωτερικοί φρουροί και φύλακες) και στις λοιπές υπηρεσίες του δημόσιου τομέα. Σε σημαντικό κριτήριο για την απορρόφηση αναδεικνύεται ο τρόπος διορισμού ή προσλήψεως, υπό την έννοια ότι αποδίδεται μείζονα βαρύτητα στην επιλογή όσων εισήλθαν στη Δημοτική Αστυνομία μέσω διαδικασιών ΑΣΕΠ. Επιπλέον, υφίσταται πρόνοια για την άμεση απορρόφηση, χωρίς αξιολόγηση, ορισμένων κατηγοριών υπαλλήλων (π.χ. όσοι κατέχουν διδακτορικό τίτλο ή μεταπτυχιακό δίπλωμα ειδίκευσης).
19. Επειδή, ειδικότερα ως προς το προσωπικό της Δημοτικής Αστυνομίας με την (νυν προσβαλλόμενη) υπ’ αριθμ. 6000/2/234-γ΄/15.10.2013 κοινή απόφαση των Υπουργών Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη (Β΄ 2631/17.10.2013), εκδοθείσα κατ’ εξουσιοδότηση των διατάξεων των άρθρων 81 παρ. 1 και 91 του ν. 4172/2013, καθορίσθηκαν τα προσόντα, οι προϋποθέσεις και διαδικασία αξιολογήσεως και εντάξεως των δημοτικών αστυνομικών στην Ελληνική Αστυνομία. Ειδικότερα, στο άρθρο 1 της εν λόγω κοινής υπουργικής αποφάσεως ορίζεται ότι «1. Υπάλληλοι της Δημοτικής Αστυνομίας των κλάδων ΠΕ Δημοτικής Αστυνομίας, ΤΕ Δημοτικής Αστυνομίας και ΔΕ Δημοτικής Αστυνομίας, των οποίων οι θέσεις καταργούνται, σύμφωνα με το άρθρο 81 του ν. 4172/2013 (Α 167), εντάσσονται στην Ελληνική Αστυνομία ως ιδιαίτερης κατηγορίας προσωπικό εφόσον συγκεντρώνουν τα ακόλουθα προσόντα: α. Να είναι κάτοχοι πτυχίου ή διπλώματος οποιουδήποτε Τμήματος Α.Ε.Ι. της ημεδαπής, περιλαμβανομένων και των πτυχίων ή των διπλωμάτων του Ελληνικού Ανοικτού Πανεπιστημίου (Ε.Α.Π.) και των Προγραμμάτων Σπουδών Επιλογής (Π.Σ.Ε.) ή ισότιμων σχολών της αλλοδαπής οι υποψήφιοι κατηγορίας Π.Ε., πτυχίου ή διπλώματος οποιουδήποτε Τμήματος Τ.Ε.Ι. της ημεδαπής, περιλαμβανομένων και των πτυχίων Π.Σ.Ε. και Κ.Α.Τ.Ε.Ε. ή πτυχίου ή διπλώματος ισότιμων σχολών της ημεδαπής ή αλλοδαπής οι υποψήφιοι κατηγορίας Τ.Ε. και πτυχίου ή διπλώματος ή απολυτήριου τίτλου δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης της ημεδαπής ή άλλου ισότιμου της ημεδαπής ή αλλοδαπής οι υποψήφιοι κατηγορίας Δ.Ε. β. Να μην υπερβαίνουν το 45ο έτος της ηλικίας τους. ... γ. Οι άνδρες πρέπει να έχουν εκπληρώσει τις στρατιωτικές τους υποχρεώσεις. Δεν θεωρείται ότι εκπλήρωσε τις στρατιωτικές του υποχρεώσεις αυτός που έχει απαλλαγεί νόμιμα από αυτές. δ. Να έχουν υγεία και άρτια σωματική διάπλαση διαπιστούμενη από την αρμόδια Υγειονομική Επιτροπή, σύμφωνα με τον ειδικό πίνακα νοσημάτων, παθήσεων και βλαβών του π.δ. 133/2002 (Α΄ 109) που εφαρμόζεται για τη σωματική ικανότητα των μονίμων Αξιωματικών και Υπαξιωματικών των Ενόπλων Δυνάμεων. ε. Να έχουν σωματικά, ψυχικά και διανοητικά προσόντα ανταποκρινόμενα στις απαιτήσεις του αστυνομικού έργου. στ. Να έχουν ανάστημα οι άνδρες τουλάχιστον 1,70 μ. χωρίς υποδήματα και οι γυναίκες τουλάχιστον 1,65 μ. χωρίς υποδήματα. ζ. Να μην έχουν καταδικασθεί τελεσίδικα, για τέλεση ή απόπειρα κακουργήματος ή των εγκλημάτων κ.λπ. (απαριθμούνται τα εγκλήματα). η. Να μην έχει ασκηθεί σε βάρος τους πειθαρχική δίωξη για παραπτώματα που επισύρουν προσωρινή ή οριστική παύση και να μην τους έχει επιβληθεί τέτοια πειθαρχική ποινή. 2. Πρόσθετα προσόντα ..., στο άρθρο 3 ότι «1. Για την αξιολόγηση και τη διαδικασία ένταξης των υπαλλήλων της παραγράφου 1 του άρθρου 1 της παρούσας εφαρμόζεται η διαδικασία για τη μετακίνηση των υπαλλήλων που προβλέπεται στο άρθρο 91 του ν. 4172/2013 και στην κατ’ εξουσιοδότηση αυτού εκδοθείσα υπ’ αριθ. ΔΙΠΙΔΔ/Β.2/3/ οικ.22274 από 9.8.2013 απόφαση του Υπουργού Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης (Β΄ 1992). 2. α. Οι υποψήφιοι που περιλαμβάνονται στον πίνακα βαθμολογικής κατάταξης, που καταρτίζεται από το ΑΣΕΠ, καλούνται με μέριμνα της Δ/νσης Αστυνομικού Προσωπικού/ΑΕΑ να προσέλθουν μέσα σε ορισμένες προθεσμίες, προκειμένου να εξετασθούν στα σωματικά, ψυχικά και διανοητικά τους προσόντα από τις αντίστοιχες Επιτροπές του άρθρου 5 του π.δ/τος 4/1995 (Α΄ 1). ... β. Η εξέταση των σωματικών, ψυχικών και διανοητικών προσόντων περιλαμβάνει υγειονομικές εξετάσεις, καθώς και ψυχοτεχνικές δοκιμασίες. Οι ψυχοτεχνικές δοκιμασίες προηγούνται των υγειονομικών εξετάσεων. Το ως άνω προσωπικό παραπέμπεται στις ψυχοτεχνικές επιτροπές και υποβάλλεται σε ψυχομετρικό έλεγχο, ο οποίος περιλαμβάνει ψυχοτεχνικές δοκιμασίες (τεστ προσωπικότητας) και συνέντευξη ενώπιον της αρμόδιας Επιτροπής. Με τις εξετάσεις αυτές ερευνάται κυρίως η κρίση, η προσαρμοστικότητα στις μεταβαλλόμενες καταστάσεις και απαιτήσεις, η αυτοκυριαρχία, η συναισθηματική σταθερότητα, η σκέψη, η αντίληψη και η εν γένει προσωπικότητα του εξεταζόμενου. γ. Όσοι κρίνονται ικανοί στις ψυχοτεχνικές δοκιμασίες παραπέμπονται στα αντίστοιχα Κεντρικά Ιατρεία της Ελληνικής Αστυνομίας για να υποβληθούν στις προβλεπόμενες υγειονομικές εξετάσεις και στη συνέχεια παρουσιάζονται ενώπιον της αρμόδιας Υγειονομικής Επιτροπής, για να κριθεί η καταλληλότητά τους. δ. ... ε. ... 3. Το Τριμελές Ειδικό Υπηρεσιακό Συμβούλιο αφού λάβει υπόψη τον πίνακα βαθμολογικής κατάταξης των προς ένταξη υπαλλήλων που καταρτίζεται από το ΑΣΕΠ με βάση τα κριτήρια της υπ’ αριθμ. ΔΙΠΙΔΔ/Β.2/3/οικ.22274/ 9.8.2013 καθώς και τα ειδικά πρόσθετα κριτήρια της παρούσης, τα αποτελέσματα των ψυχοτεχνικών δοκιμασιών και υγειονομικών εξετάσεων, γνωμοδοτεί για τη σειρά προτεραιότητας των προς ένταξη υπαλλήλων και εκδίδει τον Τελικό Πίνακα Διάθεσης. 4. ...» και στο άρθρο 4 ότι «1. Όσοι περιλαμβάνονται στον Τελικό Πίνακα Διάθεσης, εντάσσονται ως ιδιαίτερης κατηγορίας προσωπικό στην Ελληνική Αστυνομία με απόφαση του Προϊσταμένου Κλάδου Οργάνωσης και Ανθρώπινου Δυναμικού/Α.Ε.Α., που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Με την ίδια απόφαση συνιστώνται ισάριθμες οργανικές θέσεις για το εντασσόμενο προσωπικό. 2. …». Η εν λόγω κοινή υπουργική απόφαση τροποποιήθηκε με την υπ’ αριθμ. 6000/2/234-ε΄/15.10.2013 όμοια κοινή απόφαση των ίδιων ως άνω Υπουργών (Β΄ 3030/28.11.2013), με την οποία το όριο ηλικίας για τη μετάταξη στην Ελληνική Αστυνομία αυξήθηκε κατά πέντε έτη (πεντηκοστό). Ομοίως, με την υπ’ αριθμ. 90894/18.10.2013 κοινή απόφαση των Υπουργών Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (Β΄ 2655) καθορίσθηκαν τα προσόντα, οι προϋποθέσεις και η διαδικασία αξιολογήσεως και εντάξεως των υπαλλήλων κατηγορίας ΔΕ23 της Δημοτικής Αστυνομίας στους κλάδους ΔΕ Εξωτερικής Φρούρησης και ΔΕ Φύλαξης των Καταστημάτων Κράτησης. Ειδικότερα, με την εν λόγω κοινή υπουργική απόφαση ως προσόντα διορισμού προβλέφθηκαν τα εξής: α) η κατοχή πτυχίου ή διπλώματος ή απολυτηρίου τίτλου δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης της ημεδαπής, ή άλλος ισότιμος τίτλος της ημεδαπής ή της αλλοδαπής, β) η μη υπέρβαση του ορίου ηλικίας των 45 ετών και γ) ανάστημα (χωρίς υποδήματα) τουλάχιστον 1 μέτρου και 70 εκατοστών για τους άνδρες και 1 μέτρου και 60 εκατοστών για τις γυναίκες. Ως προς τη διαδικασία αξιολόγησης και ένταξης ορίζεται ότι «θα ακολουθηθεί η διαδικασία για τη μετακίνηση των υπαλλήλων που προβλέπεται στο άρθρο 91 του ν. 4172/2013». Η απόφαση αυτή τροποποιήθηκε με την υπ’ αριθμ. 101650/28.11.2013 όμοια κοινή υπουργική απόφαση (Β΄ 3032), με την οποία επίσης καθορίσθηκε ως ανώτατο όριο ηλικίας το πεντηκοστό. Στο πλαίσιο που περιγράφουν οι προεκτεθείσες νομοθετικές και κανονιστικές ρυθμίσεις, δημοσιεύθηκε η υπ’ αριθμ. 31890/25.11.2013 απόφαση του Υπουργού Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης (Β΄ 2999/26.11.2013), «Ανακοίνωση που αφορά στην κινητικότητα των δημοτικών αστυνομικών που έχουν τεθεί σε διαθεσιμότητα κατ’ εφαρμογή του άρθρου 81 του ν. 4172/2013, (Α΄ 167)» (Αριθμός Ανακοίνωσης 5/2013). Με αυτήν κλήθηκαν, εντός αποκλειστικής προθεσμίας δεκαπέντε (15) ημερών από τη δημοσίευση της Ανακοινώσεως στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, οι υπάλληλοι των Δήμων που ανήκαν στους κλάδους ΠΕ, TE και ΔΕ Δημοτικής Αστυνομίας και έχουν τεθεί σε διαθεσιμότητα κατ’ εφαρμογή του άρθρου 81 του ν. 4172/2013 (ο αριθμός των οποίων ανέρχεται σε περίπου 3.500) να υποβάλουν στις Διευθύνσεις Διοικητικού/Προσωπικού των Δήμων, στους οποίους ανήκε η κατεχόμενη από αυτούς οργανική ή προσωποπαγής θέση, «Αίτηση - Υπεύθυνη Δήλωση» για τη μετάταξή τους με σειρά προτίμησης των φορέων που επιθυμούν να μεταταχθούν. Περαιτέρω, κλήθηκαν οι Διευθύνσεις Διοικητικού/Προσωπικού των Δήμων, εντός προθεσμίας δέκα (10) ημερών από τη λήξη της προθεσμίας υποβολής των «Αιτήσεων - Υπεύθυνων Δηλώσεων» των υπαλλήλων, να συντάξουν με ευθύνη τους πίνακες συνδρομής κριτηρίων των ως άνω υπαλλήλων και να τους αποστείλουν στο ΑΣΕΠ, προκειμένου οι υπάλληλοι να διατεθούν και τοποθετηθούν στους φορείς υποδοχής της παρούσας Ανακοίνωσης, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στην υπ’ αριθμ. ΔΙΠΙΔΔ/Β.2/3/οικ.22274/9.8.2013 απόφαση του Υπουργού Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και στις υπ’ αριθμ. 6000/2/234−γ΄/17.10.2013 και 90894/18.10.2013 κοινές υπουργικές αποφάσεις. Εξάλλου, στην ίδια υπ’ αριθμ. 31890/25.11.2013 υπουργική απόφαση προσαρτώνται οι πίνακες με τη σειρά προτεραιότητας των φορέων υποδοχής, τον αριθμό των υπαλλήλων που πρόκειται να διατεθεί σε κάθε φορέα ανά κατηγορία, κλάδο ή και ειδικότητα, καθώς και τα απαιτούμενα για κάθε θέση προσόντα. Πρόκειται για 2.858 κενές οργανικές θέσεις των κατηγοριών ΠΕ/ΤΕ και ΔΕ σε διάφορες (κεντρικές και περιφερειακές) υπηρεσίες των ακόλουθων, κατά σειρά προτεραιότη¬τας, φορέων υποδοχής: Υπουργείο Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (για τα ανά την επικράτεια καταστήματα κράτησης), Υπουργείο Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη (για την Ελληνική Αστυνομία), Υπουργείο Οικονομικών (για τη Γενική Γραμματεία Εσόδων), Υπουργείο Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας (για τη Γενική Γραμματεία Εμπορίου) και Γενική Γραμματεία Πληθυσμού και Κοινωνικής Συνοχής (για τα κατά τόπους Τμήματα Αλλοδαπών και Μετανάστευσης των οικείων Αποκεντρωμένων Διοικήσεων). Ακολούθως, την 29.11.2013 εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. ΔΙΠΙΔ/Β.2/Δ/83/οικ.32170 εγκύκλιος του Υπουργού Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνη¬σης, με τίτλο «Οδηγίες για την κινητικότητα των Δημοτικών Αστυνομικών που έχουν τεθεί σε διαθεσιμότητα» (αναρτηθείσα στη «Διαύγεια», με Αριθμό Διαδικτυακής Ανάρτησης-ΑΔΑ- ΒΛ12Χ-Φ91). Με την εν λόγω εγκύκλιο περιγράφεται η τηρητέα διαδικασία για την ολοκλήρωση της κινητικότητος των υπαλλήλων των κλάδων ΠΕ, ΤΕ και ΔΕ της Δημοτικής Αστυνομίας. Μεταξύ άλλων, στην εν λόγω εγκύκλιο επισημαίνεται (σελ. 11) ότι «[η] διαδικασία πρόσληψης των υποψηφίων ως ειδικού ένστολου προσωπικού της Δημοτικής Αστυνομίας κατά την οποία υπήρχε η δυνατότητα άσκησης ένστασης ενώπιον του ΑΣΕΠ, σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 2 του ν. 3812/2009 συγκαταλέγεται στις “λοιπές διαδικασίες υπό τον έλεγχο του ΑΣΕΠ” της υπ’ αριθμ. ΔΙΠΙΔΔ/Β.2/3/οικ.22274/9.8.2013 απόφασης του Υπουργού Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης (Β΄ 1992)».
20. Επειδή, κατά την έννοια των συνταγματικών διατάξεων που παρατίθενται στην έκτη σκέψη και των νόμων που παρατίθενται στην έβδομη σκέψη η Ελληνική Αστυνομία (ΕΛ.ΑΣ.), αποτελεί κλάδο των σωμάτων ασφαλείας επιφορτισμένο με την τήρηση της δημοσίας τάξεως και ασφαλείας, την πρόληψη και την καταστολή του εγκλήματος και των παραβάσεων της εν γένει νομοθεσίας, αρμοδιότητες που είναι αναπόσπαστες από τον πυρήνα της κρατικής εξουσίας. Για τον λόγο αυτό, άλλωστε, και οι υπηρετούντες στην ΕΛ.ΑΣ. υπάγονται σε ιδιαίτερο “εξουσιαστικό καθεστώς” που συνεπάγεται ειδικούς πρόσθετους περιορισμούς των ατομικών τους δικαιωμάτων και σε ιδιαίτερους κανόνες πειθαρχίας κατ’ απόκλιση από το γενικώς ισχύον καθεστώς στους υπηρετούντες στη Δημόσια Διοίκηση. Και ναι μεν είναι δυνατή, η ανάθεση ορισμένων από τις αρμοδιότητες της ΕΛ.ΑΣ. και κυρίως αυτών που ανάγονται στην τήρηση της εν γένει νομοθεσίας με πράξη του κοινού νομοθέτη σε άλλα όργανα της Δημοσίας Διοικήσεως, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και οι υπάλληλοι των Ο.Τ.Α., και πάντως όχι οι ιδιώτες (ΣΕ 1934/1998 Ολομ., 3946/2002, 1879/2012) πλην, όμως, και στην περίπτωση αυτή, είναι δυνατή και συνταγματικώς επιτρεπτή, μετά από διαφορετική εκτίμηση των περιστάσεων, η επαναφορά των αρμοδιοτήτων αυτών στα όργανα της ΕΛ.ΑΣ. με νεότερη νομοθετική ρύθμιση, χωρίς παραλλήλως και αναγκαίως να προβλέπεται η διατήρηση στην υπηρεσία των υπαλλήλων των Ο.Τ.Α., οι οποίοι ήταν επιφορτισμένοι με την άσκησή τους. Ειδικώτερα, η κατάργηση της ασκούσης αρμοδιότητες, που απεσπάσθησαν τμηματικώς και περιστασιακώς από την ΕΛ.ΑΣ., Δημοτικής Αστυνομίας, η οποία αποτελεί υπηρεσιακή μονάδα των Ο.Τ.Α. - όπως συνέβη στην προκείμενη περίπτωση, κατά τα εκτενώς αναφερόμενα σε προηγούμενες σκέψεις – και η εκ νέου ανάθεσή τους στην πρώτη (ΕΛ.ΑΣ.) δεν προσκρούει στην διάταξη του άρθρου 102 του Συντάγματος, εφ’ όσον με τις διατάξεις των παρ. 1 και 2 του άρθρου αυτού δεν καθιερώνεται υπέρ των οργανισμών τοπικής αυτοδιοικήσεως αυτονομία, ούτε εξουσία να θέτουν αυτοτελώς κανόνες δικαίου, αλλά παρέχεται σ’ αυτούς μόνον αυτοδιοίκηση, ήτοι εξουσία να αποφασίζουν επί των τοπικών υποθέσεων με δικά τους όργανα, εντός των πλαισίων των γενικών κανόνων, οι οποίοι διέπουν την οργάνωση και λειτουργία τους και των οποίων η θέσπιση ανήκει στην νομοθετική εξουσία ή στην κατ’ εξουσιοδότηση αυτού νομοθετούσα Διοίκηση, καθόσον σ’ αυτήν ανήκει και η οργάνωση οποιασδήποτε δημόσιας υπηρεσίας, κρατικής ή αυτοδιοι¬κούμε¬νης και μάλιστα εν προκειμένω υπηρεσίας εντασσομένης στον πυρήνα της κρατικής εξουσίας (ΣΕ 1809/1983 Ολομ., 1427/1981 Ολομ., 371/1985 Ολομ., 1397/1995 7μ.). Εξάλλου, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 102 παρ. 2 και 4 και 103 παρ. 4 και 6 του Συντάγματος, συνάγεται ότι η καθιερούμενη με την παρ. 2 του άρθρου 102 του Συντάγματος διοικητική αυτοτέλεια των οργανισμών τοπικής αυτοδιοικήσεως πρώτου βαθμού, έναντι της κρατικής διοικήσεως περιλαμβάνει την κατοχύρωση του διοικητικού έργου των οργανισμών αυτών, όχι όμως και την εξουσία να αποφασίζουν με δικά τους όργανα για θέματα όπως αυτά της υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων τους, τα οποία δεν συνιστούν τοπική υπόθεση (ΣτΕ 4077/2009 7μ.). Υπό τα δεδομένα αυτά, και εφ’ όσον η θέση σε διαθεσιμότητα των υπαλλήλων της Δημοτικής Αστυνομίας δεν συνιστά τοπική υπόθεση, δεν δύναται να γίνει δεκτό ότι το μέτρο αυτό θίγει καθ’ οιονδήποτε τρόπο τη διοικητική αυτοτέλεια των Ο.Τ.Α., κατά παράβαση των ανωτέρω συνταγματικών διατάξεων. Περαιτέρω, οι ρυθμίσεις του ν. 4172/2013 περί καταργήσεως της Δημοτικής Αστυνομίας δεν προσκρούουν ούτε στη διάταξη του άρθρου 103 του Συντάγματος, διότι εν προκειμένω, όπως αναφέρθηκε προηγουμένως η κατάργηση αυτή υπαγορεύθηκε από την μεταβολή αντιλήψεων του νομοθέτη ως προς τον τρόπο οργανώσεως δημοσίας υπηρεσίας της οποίας οι αρμοδιότητες εντάσσονται στον πυρήνα της κρατικής λειτουργίας, αλλά και από επιτακτικούς δημοσιονομικούς λόγους (πρβλ. ΣΕ 3354/2013 Ολομ.) λαμβανομένου υπ’ όψη και του ότι οι υπηρετούντες στην Δημοτική Αστυνομία τελούσαν επίσης υπό ιδιαίτερο καθεστώς προσλήψεως (στο οποίο άλλωστε προεβλέπετο από τα σχετικά προεδρικά διατάγματα 23/2002 και 135/2006 και σειρά σωματικών και ψυχολογικών δοκιμασιών που προσιδιάζουν σε ασχολούμενους με την τήρηση της δημοσίας τάξεως), αλλά και υπό ιδιαίτερο υπηρεσιακό καθεστώς εξαιρούμενο κατ’ αρχήν από τον έλεγχο του ΑΣΕΠ, ακριβώς λόγω της φύσεως των ασκουμένων από αυτούς καθηκόντων (πρβλ. ΠΕ 126/2006 Ολομ.), στο οποίο εφαρμοζόταν συμπληρωματικώς μόνον, όπως εκτίθεται σε προηγούμενη σκέψη, το καθεστώς των υπαλλήλων των Ο.Τ.Α. Εξ άλλου, όπως εκτίθεται επίσης σε προηγούμενη σκέψη προβλέπεται και έχει ήδη υλοποιηθεί με την έκδοση των προβλεπομένων κανονιστικών πράξεων η απορρόφηση του μεγαλύτερου μέρους των υπηρετούντων στην καταργουμένη Δημοτική Αστυνομία σε υπηρεσίες της ΕΛ.ΑΣ. και των καταστημάτων κρατήσεως του Υπουργείου Δικαιοσύνης, δηλαδή σε υπηρεσίες παρεμφερείς ως προς τα καθήκοντα με τα ήδη ασκούμενα από τους δημοτικούς αστυνομικούς, αλλά και σε υπηρεσίες άλλων Υπουργείων.
21. Επειδή, με τον πρώτο λόγο ακυρώσεως η αιτούσα συνδικαλιστική οργάνωση προβάλλει παραβίαση της διατάξεως του άρθρου 74 παρ. 5 εδ. β΄ του Συντάγματος, κατά την οποία, μεταξύ των άλλων, ορίζονται και τα εξής: «... Νομοσχέδιο ή πρόταση νόμου που περιέχει διατάξεις άσχετες με το κύριο αντικείμενό τους δεν εισάγεται για συζήτηση. Προσθήκη ή τροπολογία άσχετη με το κύριο αντικείμενο του νομοσχεδίου ή της πρότασης νόμου δεν εισάγεται για συζήτηση. ... Σε περίπτωση αμφισβήτησης αποφαίνεται η Βουλή. ...». Και τούτο διότι, κατά τους ισχυρισμούς της αιτούσης, οι ρυθμίσεις του άρθρου 81 είναι άσχετες με το κύριο αντικείμενο του ν. 4172/2013, το οποίο είναι φορολογικό. Ο λόγος αυτός παρίσταται απορριπτέος ως απαράδεκτος, δεδομένου ότι, κατά τα παγίως γινόμενα δεκτά, από τις διατάξεις του άρθρου 74 παρ. 5 του Συντάγματος συνάγεται ότι το Σύνταγμα έχει αναθέσει τον έλεγχο τηρήσεως της επιταγής που περιέχεται στα εδάφ. α' και β' της παραγράφου αυτής στη Βουλή και όχι στη δικαστική εξουσία (ΣΕ 665/1978, 1186/1983, 1721/1991 Ολομ., 444/1995 7μ., 1913/2003, 161/2010 Ολομ.).
22. Επειδή, περαιτέρω προβάλλεται λόγος περί παραβιάσεως των απορρεουσών από το άρθρο 103 του Συντάγματος αρχών της ορθολογικής οργανώσεως της Δημόσιας Διοίκησης, διότι: α) οι ρυθμίσεις του άρθρου 81 του ν. 4172/2013 συνιστούν επέμβαση στην ορθολογική οργάνωση των δημοσίων υπηρεσιών, όπως είναι οι ΟΤΑ, καθ’ όσον επιδιώκει αλλότριους σκοπούς (ταμειακοί-τήρηση δεσμεύσεων έναντι των δανειστών της Χώρας) και όχι τη βελτίωση της οργανωτικής δομής του εν ευρεία εννοία Δημοσίου, δηλ. ενός σκοπού δημοσίου συμφέροντος, β) της επεμβάσεως αυτής δεν προηγήθηκε εμπεριστατωμένη μελέτη για την αναδιάρθρωση των υπηρεσιών του Δημοσίου, με συνέπεια η κατάργηση να είναι οριζόντια, καθώς ήταν γνωστός εκ των προτέρων ο αναγκαίος για κατάργηση αριθμός οργανικών θέσεων, επελέγησαν δε οι υπηρεσίες της Δημοτικής Αστυνομίας χωρίς προηγουμένως να εκπονηθεί μελέτη αξιολογήσεως της δομής τους και χωρίς να ερωτηθούν για την χρησιμότητα και την αναγκαιότητά τους οι Δήμοι, οι οποίοι αντιμετωπί¬ζουν, πλέον, προβλήματα δυσλειτουργίας, στο μέτρο που καλούνται λιγότεροι υπάλληλοι να ασκήσουν περισσότερες αρμοδιότητες και καθήκοντα. Συναφώς προβάλλεται παραβίαση και των αρχών της συνέχειας των δημοσίων υπηρεσιών. Ο λόγος αυτός ως προς το πρώτο σκέλος του παρίσταται απορριπτέος ως απαράδεκτος, δεδομένου ότι, κατά τα παγίως γινόμενα δεκτά, δεν νοείται κατάχρηση εξουσίας κατά την άσκηση της νομοθετικής λειτουργίας, δηλαδή επιδίωξη από τον νόμο σκοπών αλλοτρίων από τους δεδηλωμένους στο κείμενό του (ΣΕ 1722/1983 Ολομ., 276/1986). Επιπλέον, από τη συνταγματική αρχή της διακρίσεως των εξουσιών προκύπτει ότι η ουσιαστική εκτίμηση του δημοσίου συμφέροντος ανήκει στη νομοθετική ή, κατά περίπτωση, στην εκτελεστική εξουσία και μόνο η υπέρβαση των ακραίων ορίων της “διακριτικής τους εξουσίας” εμπίπτει στο πεδίο του ελέγχου νομιμότητας τον οποίον ασκεί ο ακυρωτικός δικαστής (ΣΕ 1094/1987 Ολομ., 2289/1987 Ολομ.). Ως προς το δεύτερο σκέλος του, ο ίδιος λόγος ακυρώσεως παρίσταται, απορριπτέος ως αβάσιμος. Και τούτο, διότι όπως έγινε ανωτέρω σε προηγούμενη σκέψη δεκτό, από την ερμηνεία των διατάξεων του Συντάγματος και των νόμων περί ΕΛ.ΑΣ. και περί Δημοτικής Αστυνομίας οι επίμαχες ρυθμίσεις θεσπίσθηκαν κυρίως λόγω της μεταβολής αντιλήψεων του κοινού νομοθέτη ως προς την άσκηση αρμοδιοτήτων αστυνομικής φύσεως από την Δημοτική Αστυνομία λόγω της μη ικανοποιητικής αποδόσεως αυτής κατά την εκπλήρωση των αρμοδιοτήτων αυτών, δευτερευόντως δε για τη θεραπεία ενός δημοσιονομικού σκοπού. Το ζήτημα δε της απομειώσεως του προσωπικού των ΟΤΑ και των συνεπειών της, λόγω της επιχειρηθείσης μεταβολής αντιμετωπίσθηκε από το νομοθέτη αφενός μεν με την πρόβλεψη της μεταβιβάσεως των αρμοδιοτήτων της Δημοτικής Αστυνομίας στην Ελληνική Αστυνομία και της παράλληλης ασκήσεώς τους από τους Δήμους, εφόσον οι ίδιοι κρίνουν κυριαρχικώς ότι δύνανται να ανταπεξέλθουν, αφετέρου δε με την ενίσχυση της Ελληνικής Αστυνομίας, μέσω του θεσμού της κινητικότητας (και δη με τις προσβαλλόμενες πρώτη και τέταρτη πράξεις), με 1.536 υπαλλήλους προερχόμενους από τη Δημοτική Αστυνομία (βλ. το υπ’ αριθμ. 6000/2/5250/4-α/14.1.2014 έγγραφο απόψεων του Προϊσταμένου του Κλάδου Οργάνωσης και Ανθρωπίνου Δυναμικού, του Αρχηγείου της Ελληνικής Αστυνομίας προς το Δικαστήριο), απορριπτομένου ως αβασίμου του ειδικότερου ισχυρισμού του αιτούντος περί παραβιάσεως της αρχής της συνεχείας των δημοσίων υπηρεσιών. Υπό τα δεδομένα αυτά δεν υφίσταται παραβίαση των συνταγματικών αρχών που απορρέουν από τις διατάξεις των άρθρων 26, 91, 101 και (ιδίως) 103 του Συντάγματος. Ο δε ισχυρισμός της αιτούσης περί παραβιάσεως της αρχής της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, πέραν της αοριστίας του, προβάλλεται εκ συμφέροντος τρίτου. Μειοψήφησε η Σύμβουλος Αικατερίνη Σακελλαροπούλου, η οποία υπεστήριξε τα εξής: Ο θεσμός της Δημοτικής Αστυνομίας, ο οποίος προβλέπεται από σειρά νομοθετημάτων, εξαίρεται στις σχετικές εισηγητικές εκθέσεις ως βασικό εργαλείο για την εφαρμογή του προγράμματος των τοπικών αρχών και ως θεσμός με μεγάλη κοινωνική χρησιμότητα (βλ. ιδίως εισηγ. έκθεση ν. 3731/2008). Είναι δε και κατά κοινή πείρα γνωστή η αναγκαιότητά του ιδίως στα μεγάλα αστικά κέντρα, διότι συμβάλλει στην εμπέδωση της ασφάλειας και της εμπιστοσύνης στις τοπικές κοινωνίες, ως εκ τούτου τα αορίστως αναφερόμενα στην αιτιολογική έκθεση του ν. 4172/2013, τα οποία δεν συνοδεύονται από οποιαδήποτε τεκμηρίωση ως προς την αξιολόγηση των υπηρεσιών και του προσωπικού της Δημοτικής Αστυνομίας δεν δικαιολογούν τις επίμαχες ρυθμίσεις, οι οποίες, συνεπώς, παραβιάζουν την κατοχυρούμενη στο άρθρο 103 του Συντάγματος αρχή της ορθολογικής οργάνωσης της Δημόσιας Διοίκησης.
23. Επειδή, στη συνέχεια προβάλλεται συναφώς παραβίαση του άρθρου 103 παρ. 4 του Συντάγματος και δη της θεσμικής εγγυήσεως της μονιμότητος. Κατά το αιτούν σωματείο, ο θεσμός αυτός προστατεύει τους υπαλλήλους και από αυθαίρετες και άσχετες από τις ανάγκες των υπηρεσιών καταργήσεις οργανικών θέσεων. Ο λόγος αυτός, παρίσταται απορριπτέος ως ερειδόμενος επί εσφαλμένης νομικής εκδοχής. Και τούτο διότι, όπως παγίως γίνεται δεκτό, η μονιμότητα αποτελεί εγγύηση προϋποθέτουσα την ύπαρξη οργανικής θέσεως, η δε εμβέλεια της προστασίας που η εγγύηση αυτή παρέχει δεν εξικνείται έως την παρεμπόδιση του νομοθέτη να προβεί σε κατάργηση οργανικών θέσεων (ΣΕ 1715/1983 Ολομ., 2650/1987 Ολομ., 3190/2013). Εξ άλλου, εν προκειμένω, και ανεξαρτήτως της προηγουμένης παραδοχής, με τη νομοθετική πρόβλεψη, στο πλαίσιο της κινητικότητος, για διατήρηση του δημοσίου δικαίου δεσμού των μετατασσόμενων με το Δημόσιο, εξασφαλίζεται, εν πάση περιπτώσει, και η διατήρηση της μονιμότητος (πρβλ. ΣΕ 4237/2005).
24. Επειδή, ακολούθως, προβάλλεται παραβίαση της διατάξεως του άρθρου 103 παρ. 2 του Συντάγματος, η οποία έγκειται και στο ότι το τεθέν σε διαθεσιμότητα προσωπικό εντάσσεται στην Ελληνική Αστυνομία ως «ιδιαίτερης κατηγορίας προσωπικό», δηλ. χωρίς να καθίσταται σαφές εάν πρόκειται για θέσεις α) υπαρκτές (δεδομένου ότι όλες οι κενές οργανικές θέσεις του μόνιμου ή με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου απασχολούμενου προσωπικού στο Δημόσιο, τους ΟΤΑ και τα λοιπά ν.π.δ.δ. έχουν καταργηθεί με τα άρθρα 33 και 34 του ν. 4024/2011) και β) μόνιμου προσωπικού ή απασχολούμενου με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου. Με τον τρόπο αυτό, κατά τις απόψεις της αιτούσης, ο νομοθέτης επιχειρεί τη δημιουργία νέας κατηγορίας υπαλλήλων μη προβλεπόμενης στο Σύνταγμα, τους οποίους επιθυμεί να διορίσει σε μη νομοθετημένες οργανικές θέσεις. Σε κάθε δε περίπτωση, η διαδικασία μετατάξεων εκκίνησε χωρίς την προηγούμενη έκδοση του προβλεπόμενου στο άρθρο 81 του ν. 4172/2013 π.δ/τος για την ίδρυση της υπηρεσίας στην Ελληνική Αστυνομία, στην οποία θα ενταχθούν οι τεθέντες σε διαθεσιμότητα δημοτικοί αστυνομικοί. Ο λόγος αυτός, πέραν του αλυσιτελούς της προβολής του, εφ’ όσον, όπως έγινε δεκτό ανωτέρω, ο νομοθέτης δεν εκωλύετο, εξ επόψεως συνταγματικής, να καταργήσει την Δημοτική Αστυνομία και μάλιστα χωρίς παράλληλη πρόβλεψη απορροφή¬σεως του υπηρετούντος σε αυτή προσωπικού, παρίσταται απορριπτέος ως προς όλα τα σκέλη του. Και τούτο, για τους εξής λόγους: α) Οι θέσεις που αναφέρονται στην υπ’ αριθμ. 5/2013 Ανακοίνωση του Υπουργού Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης δεν απαιτείται να υφίστανται πριν από την έκδοση της αποφάσεως για τη μετάταξη των υπαλλήλων σε αυτές, είναι δε δυνατή η σύστασή τους με κοινή απόφαση του ως άνω Υπουργού και του οικείου Υπουργού, στην εποπτεία του οποίου υπάγονται οι υπηρεσίες όπου οι θέσεις αυτές ανήκουν (άρθρο 90 περ. 1α εδ. γ΄ του ν. 4172/2013). β) Εφόσον δεν προσκρούει στο άρθρο 103 του Συντάγματος η απόλυση των υπαλλήλων λόγω καταργήσεως θέσεων, δεν προσκρούει, κατά μείζονα λόγο, ούτε η μετάταξή τους με παράλληλη μεταβολή του υπηρεσιακού τους καθεστώτος (πρβλ. ΣτΕ 2165/2002). Εν πάση δε περιπτώσει, εν προκειμένω, ο νόμος προβλέπει (άρθρο πρώτο παρ. Ζ., υποπαρ. Ζ1 περ. 3 του ν. 4093/2012) ότι, στο πλαίσιο της κινητικότητος, η μετάταξη δεν καταλύει την υπηρεσιακή σχέση δημοσίου δικαίου του προσωπικού της Δημοτικής Αστυνομίας, ούτε μεταβάλλει τη νομική φύση των σχέσεων αυτών ή τις σχέσεις ασφαλίσεως, με τις οποίες υπηρετούσε ο υπάλληλος στο φορέα προελεύσεώς του, καθώς και ότι η μετάταξη γίνεται με το βαθμό και το μισθολογικό κλιμάκιο που ο υπάλληλος κατείχε πριν από τη μετάταξή του. Τούτο, άλλωστε, επιβεβαιώνει και η Διοίκηση στο υπ’ αριθμ. ΔΙΠΙΔΔ/Δ1/ 697/762/20.1.2014 έγγραφό της προς το Δικαστήριο, τουλάχιστον ως προς το λοιπό προσωπικό, πλην αυτού που θα μεταταγεί στην Ελληνική Αστυνομία και στο Υπουργείο Δικαιοσύνης. Σε σχέση δε με όσους πρόκειται να μεταταγούν στην Ελληνική Αστυνομία, η αναφορά σε «ιδιαίτερης κατηγορίας προσωπικό» δεν έχει την έννοια ότι αυτοί δεν συνδέονται με το Κράτος με έννομη σχέση δημοσίου δικαίου, αλλά ότι ενδέχεται να τελούν υπό ειδικό καθεστώς, όπως λ.χ. οι ειδικοί φρουροί (ν. 2734/1999, Α΄ 161), οι οποίοι είναι μόνιμοι επί θητεία υπάλληλοι. Επιπλέον, δεν προκύπτει από τις διατάξεις του άρθρου 81 του ν. 4172/2013 ότι η έκδοση του προεδρικού διατάγματος για τη σύσταση των υπηρεσιών της Ελληνικής Αστυνομίας, στις οποίες θα ενταχθούν οι μετατασσόμενοι υπάλληλοι, πρέπει να προηγηθεί της διαδικασίας κινητικότητος.
25. Επειδή, προβάλλεται επίσης παραβίαση του άρθρου 102 παρ. 1 του Συντάγματος, υπό την έννοια της παραβιάσεως της αρχής της διοικητικής αυτοτέλειας των ΟΤΑ μέσω της βαθείας επεμβάσεως στις οργανωτικές τους δομές (παρέμβαση στα οργανογράμματά τους), πεδίο αποκλειστικής αρμοδιότητος των ΟΤΑ, καθόσον συνάπτεται με την αποτελεσματική διοίκηση των τοπικών υποθέσεων. Παραβίαση της ανωτέρω αρχής υφίσταται, κατά το αιτούν σωματείο, και εξαιτίας της μεταβιβάσεως του συνόλου των αρμοδιοτήτων στην κεντρική διοίκηση, χωρίς να εξετασθεί ποιες άπτονται αμιγώς τοπικών υποθέσεων. Συναφώς, προβάλλεται ότι η κατάργηση της Δημοτικής Αστυνομίας δεν συνοδεύεται από έκθεση αξιολογήσεως του θεσμού, από την οποία να προκύπτει η αναποτελεσματικότητα και η ανάγκη καταργήσεώς του, ειδικά ενόψει του ότι η σημασία του είχε επισημανθεί με το ν. 3731/2008, ώστε να μην προκύπτουν οι λόγοι που επέβαλαν την μεταστροφή. Ανεξαρτήτως εάν ο λόγος αυτός προβάλλεται μετ’ εννόμου συμφέροντος (πρβλ. ΣτΕ 1089/2008), παρίσταται απορριπτέος ως αβάσιμος, εφ’ όσον, όπως έγινε δεκτό προηγουμένως, με τις διατάξεις των παρ. 1 και 2 του άρθρου 102 του ισχύοντος Συντάγματος δεν καθιερώνεται υπέρ των οργανισμών τοπικής αυτοδιοικήσεως αυτονομία ούτε εξουσία να θέτουν αυτοτελώς κανόνες δικαίου, αλλά παρέχεται σ’ αυτούς μόνον αυτοδιοίκηση, ήτοι εξουσία να αποφασίζουν επί των τοπικών υποθέσεων με δικά τους όργανα, εντός των πλαισίων των γενικών κανόνων, οι οποίοι διέπουν την οργάνωση και λειτουργία αυτών και των οποίων η θέσπιση ανήκει στην εξουσία του νομοθέτη ή της κατ’ εξουσιοδότηση αυτού νομοθετούσης Διοικήσεως, καθόσον σ’ αυτήν ανήκει και η οργάνωση οποιασδήποτε δημόσιας υπηρεσίας, κρατικής ή αυτοδιοικούμενης (ΣΕ 1809/1983 Ολομ., πρβλ. ΣΕ 1427/1981 Ολομ., 371/1985 Ολομ., 1397/1995 7μ.). Υπό τα δεδομένα αυτά, και εφ’ όσον η θέση σε διαθεσιμότητα των υπαλλήλων της Δημοτικής Αστυνομίας δεν συνιστά τοπική υπόθεση, δεν δύναται να γίνει δεκτό ότι το μέτρο αυτό θίγει καθ’ οιονδήποτε τρόπο τη διοικητική αυτοτέλεια των Ο.Τ.Α., κατά παράβαση των ανωτέρω συνταγματικών διατάξεων. Εξάλλου, ομοίως απορριπτέα παρίστανται και τα προβαλλό¬μενα περί παραβιάσεως των άρθρων 3 και επόμενα του κυρωθέντος με το άρθρο πρώτο του ν. 1850/1989 (Α΄ 114) Ευρωπαϊκού Χάρτη Τοπικής Αυτονομίας, στα οποία κατοχυρώνεται η αρχή της τοπικής αυτονομίας. Και τούτο, διότι στην παρ. 1 του άρθρου 6 του ίδιου Χάρτη ορίζεται ότι η διοικητική αυτοτέλεια, υπό την έννοια της εξουσίας του ΟΤΑ να καθορίζει τις εσωτερικές του δομές, ευρίσκει όριο στο νόμο, υπό την επιφύλαξη του οποίου τελούν.
26. Επειδή, τέλος, προβάλλεται α) παραβίαση με τις προσβαλ-λόμε¬νες υπουργικές αποφάσεις της οδηγίας 2000/78 (για τη διαμόρφωση γενικού πλαισίου για την ίση μεταχείριση στην απασχόληση και στην εργασία) και του ν. 3304/2005, με τον οποίο αυτή μεταφέρθηκε στην ελληνική έννομη τάξη για τον λόγο ότι με την πρώτη και την τρίτη προσβαλλόμενη κοινή υπουργική απόφαση θεσπίζεται όριο ηλικίας (πεντηκοστό έτος) για τη μετάταξη στην Ελληνική Αστυνομία και στους κλάδους ΔΕ Φύλαξης και ΔΕ Εξωτερικής Φρούρησης, καθώς και β) παραβίαση της αρχής της αξιοκρατίας από την πρώτη και τρίτη προσβαλλόμενη απόφαση, στο μέτρο που οι προσληφθέντες στη Δημοτική Αστυνομία το έτος 2010, για τους οποίους ίσχυσε ο ν. 3812/2009 και είχαν δυνατότητα ασκήσεως ενστάσεως στο ΑΣΕΠ, μοριοδοτούνται με είκοσι (20) επιπλέον μόρια έναντι των υπολοίπων συναδέλφων τους κατά το στάδιο της κινητικότητος. Οι λόγοι αυτοί παρίστανται απορριπτέοι ως άνευ εννόμου συμφέροντος προβαλλόμενοι, διότι τυχόν αποδοχή τους δεν συνεπάγεται την ωφέλεια του συνόλου του τεθέντος σε καθεστώς διαθεσιμότητος προσωπικού, αλλά αφορά την προστασία των συμφερό¬ντων ορισμένων μόνον από αυτούς εις βάρος άλλων, ήτοι αυτών που δεν έχουν συμπληρώσει το όριο ηλικίας και έχουν προσληφθεί με διαδικασία «υπό τον έλεγχο του ΑΣΕΠ» (πρβλ. ΣΕ 3354/2013 Ολομ.).
Διά ταύτα
Απορρίπτει την κρινόμενη αίτηση
Διατάσσει την κατάπτωση του κατατεθέντος παραβόλου
Επιβάλλει στην αιτούσα την δικαστική δαπάνη του Δημοσίου που ανέρχεται σε τετρακόσια εξήντα (460) ευρώ
Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 17 Μαρτίου 2014 και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 9ης Ιανουαρίου 2015.
Αρχή
 3 ΣτΕ 16/2015 (Ολομέλεια)
19/1/2015
Oυσιαστικά και διαδικαστικά ζητήματα κινητικότητας των τεθέντων σε καθεστώς διαθεσιμότητας δημοτικών αστυνομικών κατ’ εφαρμογή του άρθρου 81 του ν. 4172/2013.

Αριθμός 16/2015
ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ

ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 7 Φεβρουαρίου 2014, με την εξής σύνθεση: Σωτ. Ρίζος, Πρόεδρος, Αθ. Ράντος, Ν. Ρόζος, Αντιπρόεδροι του Συμβουλίου της Επικρατείας, Δ. Μαρινάκης, Αικ. Σακελλαροπούλου, Μ.-Ελ. Κωνσταντινίδου, Μ. Γκορτζολίδου, Ε. Αντωνόπουλος, Α. Ντέμσιας, Σπ. Χρυσικοπούλου, Μ. Παπαδοπούλου, Ε. Κουσιουρής, Κ. Φιλοπούλου, Θ. Αραβάνης, Α. Χλαμπέα, Π. Μπραΐμη, Σ. Βιτάλη, Β. Κίντζιου, Θ. Τζοβαρίδου, Σύμβουλοι, Κ. Λαζαράκη, Σπ. Καρύδα, Μ. Μπαμπίλη, Πάρεδροι. Από τους ανωτέρω οι Σύμβουλοι Μ. Γκορτζολίδου και Σ. Βιτάλη καθώς και η Πάρεδρος Κ. Λαζαράκη μετέχουν ως αναπληρωματικά μέλη, σύμφωνα με το άρθρο 26 παρ. 2 του ν. 3719/2008. Γραμματέας η Μ. Παπασαράντη.
Για να δικάσει την από 22 Οκτωβρίου 2013 αίτηση:
των: 1. Νικολάου Βαβουράκη του Ιωσήφ, 2. Γεωργίας Γαρδελάκη του Δημητρίου, 3. Χρυσής Κουρουθιανάκη του Μιχαήλ, 4. Ειρήνης Παναγυιού του Ιωάννη, 5. Άννας Μαγαράκη του Μιχαήλ, κατοίκων Ηρακλείου Κρήτης, οι οποίοι παρέστησαν με τον δικηγόρο Απόστολο Παπακωνσταντίνου (Α.Μ. 25904), που τον διόρισαν με πληρεξούσιο, 6. Ελευθερίου Καστρινάκη του Γεωργίου- Παναγιώτη, κατοίκου Ηρακλείου Κρήτης, ο οποίος παρέστη με τον ίδιο πιο πάνω δικηγόρο, που τον διόρισε στο ακροατήριο, 7. Βασιλείου Στρατάκη του Εμμανουήλ, 8. Γιώργου Περογιαννάκη του Μιχαήλ, 9. Σταύρου Σπετσωτάκη του Εμμανουήλ, 10. Δήμητρας Καραγιαννάκη του Κων/νου, κατοίκων Ηρακλείου Κρήτης, οι οποίοι παρέστησαν με τον ίδιο πιο πάνω δικηγόρο, που τον διόρισαν με πληρεξούσιο, 11. Μαρίας Δρακωνάκη του Εμμανουήλ, η οποία παραιτείται από το δικόγραφο της κρινόμενης αίτησης, 12. Δέσποινας Παπαλεωνίδα του Αντωνίου, 13. Γεωργίου Μαρινάκη του Χαριδήμου, 14. Σταυρωτής Κτιστάκη του Αντωνίου, 15. Εμμανουήλ Κοσμαδάκη του Ιωάννη, 16. Λεωνίδα Φαρσαράκη του Σπυρίδωνα, 17. Ιωάννη Μανουσάκη του Στυλιανού, 18. Κωνσταντίνου Μαρτιμιανάκη του Εμμανουήλ, 19. Ιωάννη Φράγκου του Νικολάου, 20. Γεωργίου Τρούκη του Κων/νου, 21. Σοφίας Κολτσικόγλου του Βασιλείου, 22. Εμμανουήλ Ζαχαρόπουλου του Αριστείδη, 23. Χαράλαμπου Αεράκη του Ανδρέα, 24. Άννας Ζιάννα του Ιωάννη, 25. Ευφροσύνης Συντιχάκη του Χρυσόστομου, 26. Ζαχαρία Δραμουντάνη του Ιωάννη, 27. Δημητρίου Σκουρέλλου του Ιωάννη, 28. Ιωάννη Ψαρρά του Σπυρίδωνα, 29. Εμμανουήλ Μπουτσάκη του Κων/νου, 30. Ευάγγελου Σιδέρη του Στεργίου, 31. Ευθυμίας Λενιδάκη του Ιωάννη, κατοίκων Ηρακλείου Κρήτης, οι οποίοι παρέστησαν με τον ίδιο πιο πάνω δικηγόρο, που τον διόρισαν με πληρεξούσιο, 32. Εμμανουήλ Χαλκιαδάκη του Χαρίλαου, 33. Ιωάννη Καναβάκη του Εμμανουήλ, 34. Γεωργίου Αποστολάκη του Σταύρου, 35. Κωνσταντίνου Μαρκάκη του Εμμανουήλ, 36. Χαρίδημου Σταματάκη του Νικολάου, 37. Βασιλείου Παπουτσάκη του Γεωργίου, 38. Ιωάννας Σαρηγεωργίου του Μιχαήλ, 39. Εμμανουήλ Καμνάκη του Νικολάου, 40. Δημητρίου Κουμάκη του Κων/νου, 41. Σοφίας Μακριδάκη του Μιχαήλ, 42. Γεωργίου Φούκα του Ιωάννη, 43. Μιχαήλ Κοκκίνη του Ζαχαρία, 44. Δημητρίου Ατσαλάκη του Θεόδωρου, 45. Αντωνίου Ρουμπάκη του Ιωάννη, 46. Ζαχαρία Δουλγεράκη του Νικολάου, 47. Μαρίας Παπαδάκη του Αναστασίου, 48. Ιωάννη Μπουμπουράκη του Παύλου, κατοίκων Ηρακλείου Κρήτης, οι οποίοι παρέστησαν με τον ίδιο πιο πάνω δικηγόρο, που τον διόρισαν με πληρεξούσιο, 49. Ευαγγέλου Μπινιχάκη του Σταύρου, 50. Νικολάου Προύφα του Κων/νου, κατοίκων Ηρακλείου Κρήτης, οι οποίοι παραιτούνται από το δικόγραφο της κρινόμενης αίτησης, 51. Πελαγίας Αντωνακάκη του Εμμανουήλ, 52. Ευφροσύνης Τυμπακιανάκη του Γεωργίου, 53. Κωνσταντίνου Τσερκέζη του Γεωργίου, κατοίκων Ηρακλείου Κρήτης, 54. Αντωνίου Ζηδιανάκη του Νικολάου, κατοίκου Ηρακλείου Κρήτης, ο οποίος παραιτείται από το δικόγραφο της κρινόμενης αίτησης, 55. Μιχαήλ Καψάλη του Εμμανουήλ, κατοίκου Ηρακλείου Κρήτης, ο οποίος παρέστη με τον ίδιο πιο πάνω δικηγόρο, που τον διόρισε με πληρεξούσιο και 56. Αικατερίνης Ουσταμανωλάκη του Νικολάου, κατοίκου Ηρακλείου Κρήτης, η οποία παραιτείται από το δικόγραφο της κρινόμενης αίτησης,
κατά του Δήμου Ηρακλείου Κρήτης, ο οποίος παρέστη με τον δικηγόρο Χαράλαμπο Πυροβολάκη (Α.Μ. 676 Δ.Σ. Ηρακλείου), που τον διόρισε με απόφαση της Οικονομικής του Επιτροπής.
Στη δίκη παρεμβαίνουν οι: Α) 1. Ευστράτιος Ζουλάκης του Ιωάννη, κάτοικος Αθηνών, ο οποίος παρέστη με τη δικηγόρο Μαρία – Μαγδαληνή Τσίπρα (21969), που τη διόρισε στο ακροατήριο, 2. Μιχαήλ Μιγκλής του Νικήτα, ο οποίος παρέστη με την ίδια πιο πάνω δικηγόρο, στην οποία δόθηκε προθεσμία μέχρι τις 20.2.2014 για τη νομιμοποίησή της, 3. Δημήτριος Κοντογιαννίδης του Θεοδώρου, 4. Ιωάννα Σφέτσα του Παναγιώτη, 5. Χρήστος Κουτρουβέλης του Νικολάου, 6. Βασίλειος Κατωπόδης του Ευαγγέλου, κάτοικοι Αθηνών, οι οποίοι παρέστησαν με την ίδια πιο πάνω δικηγόρο, που τη διόρισαν στο ακροατήριο, 7. Γεωργία Τσαμπίρα του Δημητρίου, κάτοικος Αθηνών, η οποία παρέστη με την ίδια πιο πάνω δικηγόρο, στην οποία δόθηκε προθεσμία μέχρι τις 20.2.2014 για τη νομιμοποίησή της, 8. Παναγιώτης Κατσιουλιέρης του Τρύφωνα, 9. Μαργαρίτα Βιντζηλαίου του Χρήστου, κάτοικοι Αθηνών, οι οποίοι παρέστησαν με την ίδια πιο πάνω δικηγόρο, που τη διόρισαν στο ακροατήριο, 10. Αλέξανδρος Λυγερός του Πελοπίδα, κάτοικος Αθηνών, ο οποίος παρέστη με την ίδια πιο πάνω δικηγόρο, στην οποία δόθηκε προθεσμία μέχρι τις 20.2.2014 για τη νομιμοποίησή της, 11. Στυλιανός Κάντσος του Ιωάννη, κάτοικος Αθηνών, οι οποίοι παρέστησαν με την ίδια πιο πάνω δικηγόρο, που τη διόρισαν στο ακροατήριο, 12. Αναστασία Γραμματικοπούλου του Παναγιώτη, κάτοικος Αθηνών, η οποία παρέστη με την ίδια πιο πάνω δικηγόρο, στην οποία δόθηκε προθεσμία μέχρι τις 20.2.2014 για τη νομιμοποίησή της, 13. Δημήτριος Κώστας του Παύλου, 14. Ισίδωρος Σύκαρης του Κωνσταντίνου, κάτοικοι Αθηνών, οι οποίοι παραιτούνται ... 15. Αλέξανδρος Μανωλάκος του Βενετσάνου, κάτοικος Αθηνών, οι οποίοι παρέστησαν με την ίδια πιο πάνω δικηγόρο, που τη διόρισαν στο ακροατήριο, 16. Πέτρος Μπουραζάνης του Ανδρέα, κάτοικος Αθηνών, ο οποίος παρέστη με την ίδια πιο πάνω δικηγόρο, στην οποία δόθηκε προθεσμία μέχρι τις 20.2.2014 για τη νομιμοποίησή της, 17. Χρυσοβαλάντης Τσαλουκίδης του Δημητρίου, κάτοικος Αθηνών, ο οποίος παραιτείται ... 18. Εμμανουήλ Μαρινάκης του Ιακώβου, κάτοικος Αθηνών, ο οποίος παρέστη με την ίδια πιο πάνω δικηγόρο, στην οποία δόθηκε προθεσμία μέχρι τις 20.2.2014 για τη νομιμοποίησή της, 19. Ελένη Γαντζίδου του Δημητρίου, κάτοικος Αθηνών, η οποία παρέστη με την ίδια πιο πάνω δικηγόρο, που τη διόρισε στο ακροατήριο και 20. Ζαφείρης Καραμάνος του Κωνσταντίνου, κάτοικος Αθηνών, ο οποίος παρέστη με την ίδια πιο πάνω δικηγόρο, στην οποία δόθηκε προθεσμία μέχρι τις 20.2.2014 για τη νομιμοποίησή της, Β) 1. Περικλής Τσικρικός του Δημητρίου, 2. Γεώργιος Καρκάνης του Δημητρίου, 3. Σταύρος Αυγούλης του Μιχαήλ, 4. Σπυρίδων Τζάλλας-Ρέγκας του Ελευθερίου, 5. Κωνσταντίνος Βασιλόπουλος του Νικολάου, 6. Ιωάννης Παπαδόπουλος του Ανδρέα, 7. Ευστράτιος Σβουράκης του Δημητρίου, 8. Σταυρούλα Κολοβού του Γεωργίου, 9. Ιωάννης Μαρίνης του Δημητρίου, 10. Αχιλλέας Παπαϊωάννου του Παναγιώτη, 11. Προκόπιος Καμπόλης του Νικολάου, 12. Βασίλειος Χατζηβασίλης του Εμμανουήλ, 13. Ιωάννης Καλαμπάκας του Θεοφάνη, 14. Ιωάννης Κόκκαλης του Χρήστου, 15. Παναγιώτης Αβραμίκας του Βασιλείου, κάτοικοι Άνω Λιοσίων Αττικής, οι οποίοι δεν παρέστησαν, Γ) 1. Γεώργιος Βρεττός του Δημητρίου, κάτοικος Αθήνας (Μιστριώτου 24-26), 2. Αλεξάνδρα Ρίνα του Αναστάσιου, κάτοικος Αθήνας (Δικαιάρχου 54), οι οποίοι παρέστησαν με τον δικηγόρο Απόστολο Παπακωνσταντίνου (Α.Μ. 25904), που τον διόρισαν στο ακροατήριο, 3. Ευάγγελος Βαρελάς του Κωνσταντίνου, κάτοικος Αθήνας (Αντιφίλου 38Α), 4. Φίλιππος Ρούτσης του Χαρίλαου, κάτοικος Βύρωνα (Ελλησπόντου 19), 5. Μαρίνα Λάππα του Δημητρίου, κάτοικος Δάφνης Αττικής, 6. Αλίκη Ντελάκη του Νικολάου, κάτοικος Πετρούπολης Αττικής, 7. Νικόλαος Παρτσινέβελος του Αντωνίου, κάτοικος Καλυβίων (Κρέσνας 18), 8. Παναγιώτα-Αρετή Οικονομοπούλου του Ηλία, κάτοικος Γλυφάδας (Μετσόβου 23), 9. Θεόδωρος Τάσιος του Δημητρίου, κάτοικος Αθήνας (Αιγίνης 59, Κυψέλη), 10. Θωμά Αντωνίου του Αριστείδη, κάτοικος Αθήνας (Δαμαγήτου 83, Παγκράτι), 11. Χρήστος Δεληζώνας του Μαργαρίτη, κάτοικος Αθήνας (Αναξάρχου 31), 12. Ευάγγελος Κοντοκώστας του Θεόδωρου, κάτοικος Γαλατσίου (Λαμπρινής 21), 13. Αναστάσιος Σειμέτης του Γρηγορίου, κάτοικος Αθήνας (Πηνειού 12), 14. Οδυσσέας Γεωργάκης του Βασιλείου, κάτοικος Νέας Ιωνίας (Λεωνίδα 10), 15. Γεώργιος Λιούτας του Ευάγγελου, κάτοικος Ζωγράφου (Παπαδιαμαντοπούλου 186), 16. Ιωάννης Κόκιος του Ηλία, κάτοικος Αθηνών (Αθανάτων 15), 17. Παναγιώτα Δημοπούλου του Γεωργίου, κάτοικος Αθηνών (Σηλυβρίας 26), 18. Κωνσταντίνος Τζωρτζάκης του Χαρίλαου, κάτοικος Αθηνών, 19. Κωνσταντίνος Σιάμος του Ευθυμίου, κάτοικος Αθηνών (Ευανθίας Καίρη 7, Άνω Πατήσια), 20. Αρχοντούλα Γαβριήλ του Θεοδώρου, κάτοικος Κορυδαλλού (Παπαφλέσσα 4), 21. Αθανάσιος Βασιλόπουλος του Δημητρίου, κάτοικος Αγ. Δημητρίου (Κ. Σαμουήλ 8), 22. Κωνσταντίνος Χρυσικόπουλος του Αριστείδη, κάτοικος Αθηνών (Ευρίπου 10Α), οι οποίοι παρέστησαν με τον ίδιο πιο πάνω δικηγόρο, που τον διόρισαν με πληρεξούσιο, 23. Μαρία Δουβίκα του Στέλιου, κάτοικος Χαϊδαρίου (Νικομήδειας 12), η οποία παρέστη με τον ίδιο πιο πάνω δικηγόρο, που τον διόρισε στο ακροατήριο, 24. Ιωάννης Παναγιωτόπουλος του Χρήστου, κάτοικος Άνω Πετραλώνων (Αδράστου 11), 25. Φίλιππος Φραγκογιάννης του Δημητρίου, κάτοικος Αθηνών (Ουρανουπόλεως 61), οι οποίοι παρέστησαν με τον ίδιο πιο πάνω δικηγόρο, στον οποίο δόθηκε προθεσμία μέχρι τις 20.2.2014 για τη νομιμοποίησή του, 26. Άννα Κούλπα του Ευάγγελου, κάτοικος Αλίμου (Μ. Αλεξάνδρου 19), η οποία παρέστη με τον ίδιο πιο πάνω δικηγόρο, που τον διόρισε στο ακροατήριο, 27. Αθανάσιος Βέργος του Σπυρίδωνος, κάτοικος Αθηνών (Πετμέζα 16), ο οποίος παρέστη με τον ίδιο πιο πάνω δικηγόρο, στον οποίο δόθηκε προθεσμία μέχρι τις 20.2.2014 για τη νομιμοποίησή του, 28. Παναγιώτα Δουδούμη του Ιωάννη, κάτοικος Αθηνών (Μεγάλου Σπυλαίου 8-10, Αμπελόκηποι) και 29. Παναγής Μουρελάτος του Φωτίου, κάτοικος Αθηνών (Αγίας Μαρκέλλης 5), οι οποίοι παρέστησαν με τον ίδιο πιο πάνω δικηγόρο, που τον διόρισαν στο ακροατήριο, Δ) 1. Κωνσταντίνος Αθανασίου του Ιωάννη, 2. Θεοδώρα Κοτινοπούλου του Δημητρίου, 3. Νικόλαος-Γεώργιος Γκαγκαστάθης του Βασιλείου, 4. Αικατερίνη Σταυροπούλου του Αλεξίου, κάτοικοι Αχαρνών, οι οποίοι δεν παρέστησαν, 5. Μαρία Φύτα του Ιωάννη, 6. Μαρία Σιούλη του Χρήστου, 7. Γεώργιος Τουρναβίτης του Χρήστου, κάτοικοι Αχαρνών, οι οποίοι δεν παρέστησαν, αλλά ο δικηγόρος που υπογράφει την αίτηση νομιμοποιήθηκε με συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο, 8. Ευγενία Βασιλοπούλου του Νικολάου, κάτοικος Αχαρνών, η οποία δεν παρέστη και 9. Χρήστος Νάννος του Ευαγγέλου, κάτοικος Αχαρνών, ο οποίος δεν παρέστη, αλλά ο δικηγόρος που υπογράφει την αίτηση νομιμοποιήθηκε με συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο, Ε) 1. Ελένη Αλευρά του Χρήστου, 2. Ευάγγελος Βασίλης του Αθανασίου, 3. Ζωή Γεωργίου του Χρήστου, 4. Κωνσταντίνος Γιώτης του Ιωάννη, 5. Δάφνη Γκαζέζογλου του Κωνσταντίνου, 6. Ιωάννης Καραμπιμπέρης του Κωνσταντίνου, 7. Θεόδωρος Κατσούκας του Πασχάλη, 8. Κυριακή Μαγουλιώτη του Κωνσταντίνου, κάτοικοι Ευόσμου, οι οποίοι δεν παρέστησαν, αλλά ο δικηγόρος που υπογράφει την αίτηση νομιμοποιήθηκε με συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο, 9. Ανδρέας Μέτος του Δημητρίου, 10. Δημήτριος Ολυμπίου του Φωτίου, κάτοικοι Ευόσμου, οι οποίοι δεν παρέστησαν, 11. Νικόλαος Παμπουκτσής του Φωτίου, 12. Συμεών Παππάς του Ευάγγελου, 13. Δημήτριος Τζανής του Χρήστου, 14. Δημήτριος Τζιβανάκης του Γεωργίου, 15. Παντελεήμων Τούμπας του Σπυρίδωνος, 16. Ανδρομάχη Τσόλη του Σπυρίδωνος, 17. Λεοντία Χερεστανίδου του Γεωργίου, κάτοικοι Ευόσμου, οι οποίοι δεν παρέστησαν, αλλά ο δικηγόρος που υπογράφει την αίτηση νομιμοποιήθηκε με συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο, ΣΤ) 1. Λάζαρος Αντοσίδης του Κωνσταντίνου, 2. Ηλίας Γεωργακάκας του Φώτιου, 3. Αντώνιος Δημάδης του Γεωργίου, 4. Αλκιβιάδης Ευθυμίου του Δημητρίου, 5. Ευάγγελος Καραμητόπουλος του Βασιλείου, 6. Ιωάννης Καμαρλίγκος του Χαραλάμπους, 7. Ευάγγελος Κεχαγιάς του Σεβαστού, 8. Βασίλειος Κορσαβίδης του Σάββα, 9. Ευάγγελος-Δημήτριος Μολοκίδης του Παναγιώτη, 10. Αθανάσιος Μότσος του Θωμά, 11. Αριστοτέλης Πέκας του Δημητρίου, 12. Κυριάκος Σαλονίδης του Λάζαρου, 13. Κωνσταντίνος Σισμενόγλου, 14. Γεώργιος Χριστοφίδης του Δημητρίου, κάτοικοι Νεάπολης Θεσσαλονίκης, οι οποίοι δεν παρέστησαν, Ζ) 1. Μιχαήλ Τσανίδης του Παντελή και 2. Χρήστος Ψαροπάς του Γεωργίου, κάτοικοι Καλαμαριάς, οι οποίοι δεν παρέστησαν, αλλά ο δικηγόρος που υπογράφει την παρέμβαση νομιμοποιήθηκε με συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο, Η) 1. Αλέξανδρος Ανθεμίδης του Αχιλλέα, 2. Ευδοκία Αραβίδου του Γεωργίου, 3. Βασιλική Βούβαρη του Γεωργίου, 4. Γεώργιος Γιαννακόγλου του Δημητρίου, 5. Νικόλαος Γιουβάνος του Κωνσταντίνου, 6. Βασίλειος Δαμαλής του Δημητρίου, 7. Ευθύμιος Δεληγιαννίδης του Πολύκαρπου, 8. Αλέξανδρος Δουλιάκας του Ευαγγέλου, 9. Αθανάσιος Δρούγκας του Φωτίου, 10. Ησαΐας Κουνατίδου του Χαραλάμπου, 11. Αθανάσιος Λιμπανοβνού του Αυαγγέλου, 12. Σωτήριος Μπαμπέτας του Δημητρίου, 13. Θεανώ Μπατζογιάννη του Αντωνίου, 14. Μαρία Μπρατέλη του Δημητρίου, 15. Νικόλαος Ναβροζίδης του Κωνσταντίνου, κάτοικοι Κατερίνης, οι οποίοι δεν παρέστησαν, αλλά ο δικηγόρος που υπογράφει την παρέμβαση νομιμοποιήθηκε με συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο, 16. Ευάγγελος Νικολαΐδης του Χρήστου, κατοίκου Κατερίνης 17. Ευαγγελία Παπαγιαννούλη του Γεωργίου, 18. Παρθένα Παπαδοπούλου του Γαβριήλ, 19. Δήμητρα Παπαζήση του Αστερίου, 20. Κωνσταντίνος Σαϊβανίδης του Γεωργίου, 21. Χαρίκλεια Σταμπουλίδου του Δημητρίου, 22. Θεοφάνης Τοκατλίδης του Κυριάκου, 23. Ηλίας Τσεχερίδης του Σταύρου, 24. Γεώργιος Φέκας του Νικολάου, 25. Ιωάννης Χαϊλαζίδης του Σταύρου και 26. Σουμελά Χαραλαμπίδου του Ανδρέα, κάτοικοι Κατερίνης, οι οποίοι δεν παρέστησαν, αλλά ο δικηγόρος που υπογράφει την παρέμβαση νομιμοποιήθηκε με συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο, Θ) 1. Κυριακή Αδαμοπούλου του Αθανασίου, 2. Χαρίλαος-Νικόλαος Αιδής του Κωνσταντίνου, 3. Μιχαήλ Αλλαγιώτης του Ανδρέα, 4. Μαρία Αναστασιάδου του Ευάγγελου, 5. Ιωάννης Βαγδάτης του Παναγιώτη, 6. Μαρία Γεροπαύλου του Γεωργίου, 7. Περικλής Γιαννάκης του Αλέξανδρου, 8. Απόστολος Γιάννογλου του Ιωάννη, 9. Νικόλαος Γκαβανόζης του Ευαγγέλου, 10. Αλέξανδρος Γκαραγκάνης του Χαρίτωνος, 11. Χαράλαμπος Διαμαντίδης του Γεωργίου, 12. Νικόλαος Δημητριάδης του Δημητρίου, 13. Βασίλειος Δημητρίου του Δημητρίου, 14. Δημήτριος Δίτσου του Αριστείδη, 15. Βαρβάρα-Μαρία Δρουδάκη του Μιχαήλ, 16. Φλωρεντία Θεοδούλου του Γεωργίου, 17. Θεόδωρου Θωμαίδη του Χαράλαμπου, 18. Βασίλειος Ισαακίδης του Αθανασίου, 19. Αναστάσιος Καλέας του Αλκιβιάδη, 20. Σταμάτιος Καλογεράκης του Δημητρίου, 21. Γεώργιος Κανλής του Αθανασίου, 22. Χαρίλαος Καραμανώλης του Χρήστου, 23. Άννα Κασαπάκη του Γεωργίου, 24. Ευάγγελος Κιάκος του Αθανάσιου, 25. Βασίλειος Κοντός του Παναγιώτη, 26. Νικολέττα Κιούρτση του Αθανασίου, 27. Αριστοτέλης Κουρφάλης του Στέλλιου, 28. Κωνσταντίνος Κωσταρέλος του Σπυρίδωνος, 29. Ευφροσύνη Λαγουδάκη του Ιωάννη, 30. Γεώργιος Λαζαρίδης του Ιωάννη, κάτοικοι Θεσσαλονίκης, οι οποίοι παρέστησαν με τον δικηγόρο Απόστολο Παπακωνσταντίνου (Α.Μ. 25904), που τον διόρισαν με πληρεξούσιο, 31. Ιωάννης Μανδαλάκης του Γεωργίου, κάτοικος Θεσσαλονίκης, ο οποίος παρέστη με τον ίδιο πιο πάνω δικηγόρο, στον οποίο δόθηκε προθεσμία μέχρι τις 20.2.2014 για τη νομιμοποίησή του, 32. Δημήτριος Μαργαριτίδης του Μαργαρίτη, 33. Εμμανουήλ Ματθαιακάκης του Γεωργίου, 34. Πασχάλης Μελενικιώτης του Δημητρίου, 35. Ιωάννης Μηλιάτσης του Βαλάσιου, 36. Αριστοτέλης Μηλίτσης του Δημητρίου, 37. Σάββας Μητσιάλου του Ευαγγέλου, 38. Αικατερίνη Μουρατίδου του Νικολάου, 39. Σπυρίδων Μπουζούκας του Ιωάννη, 40. Λεωνίδας Οικονόμου του Αθανασίου, 41. Σωτήριος Οικονόμου του Χρήστου, 42. Κωνσταντίνος Παντελής του Νικολάου, 43. Ελεονώρα Παπαδάκη του Γεωργίου, 44. Αναστάσιος Παπαδημητρίου του Ελευθερίου, 45. Αθανάσιος Παπαδόπουλος του Γεωργίου, 46. Στέφανος Παπαδόπουλος του Νικολάου, 47. Κωνσταντίνος Παπάζογλου του Φλώρου, 48. Πέτρος Παπαφίλης του Γεωργίου, 49. Στέφανος Πορτσέλης του Διονυσίου, 50. Παναγιώτης Ρόρρης του Αντώνιου - Ιωάννη, 51. Αναστασία Σίσκου του Σταύρου, 52. Ιωάννης Σιώλος του Ηλία, 53. Ιωάννης Στοίτσης του Αναστασίου, 54. Ευαγγελία Στρατή του Γεωργίου, 55. Αλέξανδρος Τανόπουλος του Παντελή, 56. Γεώργιος Ταρασίδης του Νικολάου, 57. Χαράλαμπος Τεκίδης του Σταύρου, 58. Σωτήριος Τερζής του Δημητρίου, 59. Αθανάσιος Τζελίλης του Ιωάννη, 60. Χρυσόστομος Τοτολίδης του Σταύρου, 61. Κωνσταντίνος Τσαβδαρίδης του Χρήστου, 62. Μαρία Τσαρουχίδου του Κωνσταντίνου, 63. Γεώργιος Τσαρτσαλής του Κωνσταντίνου, 64. Σπυρίδων Τσιρής του Αποστόλου, 65. Κωνσταντίνος Τσιρίμπακας του Γεωργίου, 66. Κωνσταντίνος Τζίκος του Δημητρίου, 67. Ιωάννης Τζωίδης του Πασχάλη, 68. Απόστολος Υπερήφανος του Αθανασίου, 69. Παύλος Φρυδάς του Λάμπρου, 70. Γεώργιος Χάνος του Δημητρίου, 71. Σπυρίδων Χαλκιάς του Αθανασίου, 72. Χρισταντώτης Χαριστέ του Κώστα, 73. Αθανάσιος Χασιώτης του Ελευθερίου, 74. Άνθιμος Χατζηαναστασιάδης του Κωνσταντίνου, 75. Σταύρος Χατζηηλίας του Ηλία, 76. Κωνσταντίνος Χατζηστρατής του Δημητρίου, 77. Βάια Γάτσιου του Κωνσταντίνου, 78. Νικόλαος Δουβής του Γεωργίου, 79. Δήμητρα Ελευθεριάδου του Γεωργίου, 80. Αναστασία Ζαχαριάδου του Χαράλαμπου, 81. Κυριάκος Μουμτζής του Ιωάννη, κάτοικοι Θεσσαλονίκης, οι οποίοι παρέστησαν με τον ίδιο πιο πάνω δικηγόρο, που τον διόρισαν με πληρεξούσιο, 82. Ηλίας Μπατσιβάρης του Άγγελου, κάτοικος Θεσσαλονίκης, ο οποίος παραιτείται από το δικόγραφο της παρέμβασης και 83. Κωνσταντίνος Ναλμπαντίδης του Στεφάνου, κάτοικος Θεσσαλονίκης, Ι) 1. Κυριακή Φλεριανού του Παρασκευά, κάτοικος Κορωπίου Αττικής (Πάρου 32), η οποία παρέστη με τη δικηγόρο Μαρία Ασημακοπούλου (Α.Μ. 19032), που τη διόρισε στο ακροατήριο, 2. Δημήτριος Κωνσταντόπουλος του Κωνσταντίνου, κάτοικος Ηλιούπολης Αττικής (Αριστάρχου 15), 3. Μαρία Καραμάνου του Ευάγγελου, κάτοικος Ν. Ιωνίας Αττικής (Δωδεκανήσου 90) και 4. Κωνσταντίνος Καψοκόλης του Ηλία, κάτοικος Αθηνών (Μυτιλήνης 54), οι οποίοι παρέστησαν με την ίδια πιο πάνω δικηγόρο, που τη διόρισαν με πληρεξούσιο, ΙΑ) 1. Αθανάσιος Τάτσης του Ελευθερίου, κάτοικος Μεταμόρφωσης (Διον. Σολωμού 66 Α), ο οποίος παρέστη με τον δικηγόρο Χαράλαμπο Μπουκουβάλα (Α.Μ. 20161), στον οποίο δόθηκε προθεσμία μέχρι τις 20.2.2012 για τη νομιμοποίησή του, 2. Πουλίκος Δικαιάκος του Βασιλείου, κάτοικος Περιστερίου (οδός Πετμεζά), 3. Πηνελόπη Αγγελοπούλου του Βασιλείου, κάτοικος Μερδάδας Φθιώτιδας, η οποία παρέστη με τον ίδιο πιο πάνω δικηγόρο, που τον διόρισε στο ακροατήριο, 4. Παρασκευή Πάτρα του Αποστόλου, κάτοικος Αγ. Παρασκευής (Δωδώνης 3), 5. Άννα Βερνάδου του Μάρκου, κάτοικος Αθηνών (Αλφειού 19-21), 6. Σαββούλα Κυριακόγκωνα του Μιχαήλ, κάτοικος Αθηνών (Αιολίδος 34), οι οποίοι παρέστησαν με τον ίδιο πιο πάνω δικηγόρο, στον οποίο δόθηκε προθεσμία μέχρι τις 20.2.2012 για τη νομιμοποίησή του, 7. Σάββας Ροδόπουλος του Σταύρου, κάτοικος Αθηνών (Αγ. Μελετίου 171-173), 8. Αθανασία Σοφού του Βελισαρίου, κάτοικος Τρικάλων (Μακεδονίας 10), οι οποίοι παρέστησαν με τον ίδιο πιο πάνω δικηγόρο, που τον διόρισαν στο ακροατήριο και 9. Ανδρέας Κουτσούκης του Ευαγγέλου, κάτοικος Αθηνών (Σαβαγηνών 9), ο οποίος παρέστη με τον ίδιο πιο πάνω δικηγόρο, στον οποίο δόθηκε προθεσμία μέχρι τις 20.2.2012 για τη νομιμοποίησή του, ΙΒ) 1. Πασχάλης Κλωναρίδης του Μιχαήλ, κάτοικος Θεσσαλονίκης (πάροδος Σωκράτους 1, Δ.Ε. Ευόσμου Δήμου Κορδελιού – Ευόσμου), 2. Παναγιώτης Κωστουλίδης του Ιωάννη, κάτοικος Θεσσαλονίκης (Αλαμάνας 5, Δ.Ε. Σταυρούπολης Δήμου Παύλου Μελά), 3. Δημήτριος Τσιφουτίδης του Άγγελου, κάτοικος Καλοχωρίου Δήμου Δέλτα Θεσσαλονίκης, 4. Σταύρος Σπανούδης του Γεωργίου, κάτοικος Σίνδου Δ.Ε. Εχεδώρου Δήμου Δέλτα Θεσσαλονίκης, 5. Παναγιώτης Τζεχερίδης του Χρήστου, κάτοικος Θεσσαλονίκης (Πλαταμώνος 8-10), 6. Σταμάτης Μικέδης του Σόλωνος, κάτοικος Θεσσαλονίκης (Νέας Σμύρνης 8, Δ.Δ. Ευόσμου Δήμου Κορδελιού – Ευόσμου), 7. Απόστολος Τυροβούζης του Αθανασίου, κατοίκου Σίνδου Δ.Ε. Εχεδώρου Δήμου Δέλτα Θεσσαλονίκης, 8. Κωνσταντίνου Γκιδίνη του Παναγιώτη, κατοίκου Διαβατών Δ.Ε. Εχεδώρου Δήμου Δέλτα Θεσσαλονίκης και 9. Πορφύριος Ευσταθιάδης του Παναγιώτη, κάτοικος Δήμου Ωραιοκάστρου Θεσσαλονίκης (Ευτυχίας 3), οι οποίοι δεν παρέστησαν, αλλά ο δικηγόρος που υπογράφει την παρέμβαση νομιμοποιήθηκε με συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο, ΙΓ) 1. Μαρία Βαλιώτου του Βασιλείου, 2. Ιωάννης Ζιάρρας του Δημητρίου, 3. Σοφία Θεοχαροπούλου του Δημητρίου, 4. Ιωάννης Καφαντάρης του Ηλία, 5. Γεώργιος Κερμελιώτης του Δημητρίου, 6. Άννα Κοζίνα του Αλεξάνδρου, 7. Βασιλική Μηλιώνη του Αστερίου, 8. Γεωργία Μπότου του Ευαγγέλου, 9. Λάζαρος Παγγέας του Κωνσταντίνου, 10. Σταματία Σιώμου του Αποστόλου και 11. Ελπίδα Χατζηπαυλίδου του Χαράλαμπου, κάτοικοι Λάρισας, οι οποίοι δεν παρέστησαν, αλλά ο δικηγόρος που υπογράφει την παρέμβαση νομιμοποιήθηκε με συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο.
Η πιο πάνω αίτηση εισάγεται στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου, κατόπιν της από 18 Δεκεμβρίου 2013 πράξεως της Επιτροπής του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 3900/2010 και της από 8 Ιανουαρίου 2014 πράξεως του Προέδρου του Συμβουλίου της Επικρατείας, λόγω της σπουδαιότητάς της, σύμφωνα με τα άρθρα 14 παρ. 2 εδάφ. α´, 20 και 21 του π.δ. 18/1989.
Με την αίτηση αυτή οι αιτούντες επιδιώκουν να ακυρωθούν: α) η υπ’ αριθμ. 164721/23.9.2013 απόφαση της Αντιδημάρχου Ηρακλείου Κρήτης, β) η υπ’ αριθμ. 164727/23.9.2013 της ίδιας πιο πάνω Αντιδημάρχου και κάθε άλλη σχετική πράξη ή παράλειψη της Διοικήσεως.
Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως του εισηγητή, Συμβούλου Ε. Αντωνόπουλου.
Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τον πληρεξούσιο των αιτούντων, ο οποίος ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους ακυρώσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση, τους πληρεξουσίους των παρεμβαινόντων που παρέστησαν, οι οποίοι ζήτησαν να γίνουν δεκτές οι παρεμβάσεις και τον πληρεξούσιο του καθ’ ου Δήμου, ο οποίος ζήτησε την απόρριψή τους.
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου κ α ι
Αφού μελέτησε τα σχετικά έγγραφα
Σκέφθηκε κατά το Νόμο
1. Επειδή, για την άσκηση της κρινομένης αιτήσεως έχει καταβληθεί το νόμιμο παράβολο (υπ’ αριθμ. 1321737, 3664788/2013 ειδικά γραμμάτια παραβόλου).
2. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση, οι αιτούντες, υπό διαθεσιμότητα τελούντες δημοτικοί αστυνομικοί και των τριών κλάδων (ΠΕ23/ΤΕ23/ΔΕ23) της Δημοτικής Αστυνομίας του Δήμου Ηρακλείου Κρήτης ζητούν την ακύρωση α) της υπ’ αριθμ. 164721/23.9.2013 αποφάσεως της εκτελούσης χρέη Αντιδημάρχου Ηρακλείου Κρήτης, με την οποία διαπιστώθηκε η κατάργηση 69 θέσεων μονίμου προσωπικού όλων των κλάδων της υπηρεσίας της Δημοτικής Αστυνομίας του Δήμου Ηρακλείου (18 θέσεις ΠΕ23, 12 θέσεις ΤΕ23 και 39 θέσεις ΔΕ23) και β) της υπ’ αριθμ. 164727/23.9.2013 αποφάσεως του ιδίου οργάνου του Δήμου (Αντιδημάρχου), με την οποία διαπιστώθηκε η θέση σε διαθεσιμότητα επί οκτώ μήνες των 59 από τους 69 υπαλλήλους της Δημοτικής Αστυνομίας, συνεπεία της καταργήσεως των οργανικών τους θέσεων. Η κατάργηση των εν λόγω θέσεων και η θέση τους σε διαθεσιμότητα εχώρησε κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 81 του ν. 4172/2013 (ΦΕΚ Α΄ 167), σε συνδυασμό με εκείνες του άρθρου πρώτου παρ. Ζ΄, υποπαρ. Ζ.2 του ν. 4093/2012 (ΦΕΚ Α΄ 222), όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 90 του ν. 4172/2013.
3. Επειδή, η κρινόμενη αίτηση εισάγεται προς συζήτηση ενώπιον της Ολομελείας του Συμβουλίου της Επικρατείας, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3900/2010 (ΦΕΚ Α΄ 213) κατόπιν της υπ’ αριθμ. ΠΑ23/18-12-2013 πράξεως της Τριμελούς Επιτροπής της εν λόγω διατάξεως του νόμου 3900/2010, η οποία δημοσιεύθηκε στις εφημερίδες «ΝΕΑ» και «ΕΣΤΙΑ». Με την ανωτέρω πράξη έγινε δεκτό το από 25-10-2013 αίτημα των αιτούντων να εισαχθεί προς εκδίκαση στο Συμβούλιο της Επικρατείας η από 22-10-2013 αίτηση ακυρώσεως που είχαν ασκήσει κατά των ως άνω μνημονευομένων στην προηγούμενη σκέψη πράξεων της Αντιδημάρχου Ηρακλείου Κρήτης ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Χανίων λόγω του γενικότερου ενδιαφέροντος ζητήματος της συνταγματικότητος των διατάξεων του άρθρου 81 του ν. 4172/2013 και του άρθρου πρώτου παρ. Ζ, υποπαρ. Ζ2 του ν. 4093/2012, όπως ίσχυε μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 90 του ν. 4172/2013
4. Επειδή, από τους αιτούντες η 11η (Μ. Δρακωνάκη), 32ος (Ε. Χαλκιαδάκης), 49ος (Ε. Μπινιχάκης), 50ος (Ν. Προύφας), 54ος (Α. Ζηδιανάκης) και 56η (Α. Ουσταμανωλάκη) παραιτήθηκαν από την άσκηση της κρινομένης αιτήσεως με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου τους στο ακροατήριο. Συνεπώς, ως προς τους αιτούντες αυτούς η δίκη πρέπει να κηρυχθεί κατηργημένη σύμφωνα με το άρθρο 30 παρ. 1 του π.δ. 18/1989 (Α΄ 8). Οι λοιποί αιτούντες, οι οποίοι έχουν νομιμοποιηθεί προσηκόντως, ασκούν την κρινόμενη αίτηση με προφανές έννομο συμφέρον στρεφόμενοι κατά των πράξεων του αρμοδίου οργάνου του Δήμου περί καταργήσεως των θέσεων, στις οποίες υπηρετούσαν και περί θέσεώς τους σε διαθεσιμότητα, οι οποίες εξεδόθησαν την ίδια ημέρα (23-9-2013), περαιτέρω δε παραδεκτώς ομοδικούν προβάλλοντες κοινούς λόγους ακυρώσεως που ερείδονται στην αυτή πραγματική και νομική βάση
5. Επειδή, ο ν. 3900/2010 «Εξορθολογισμός διαδικασιών και επιτάχυνση της διοικητικής δίκης …» (Α΄ 213) όρισε στο άρθρο 1 παρ.1 αυτού τα ακόλουθα: «Οποιοδήποτε ένδικο βοήθημα ή μέσο ενώπιον οποιουδήποτε διοικητικού δικαστηρίου μπορεί να εισαχθεί στο Συμβούλιο της Επικρατείας με πράξη τριμελούς Επιτροπής, αποτελουμένης από τον Πρόεδρό του, τον αρχαιότερο Αντιπρόεδρο και τον Πρόεδρο του αρμόδιου καθ’ ύλην Τμήματος, ύστερα από αίτημα ενός των διαδίκων, όταν με αυτό τίθεται ζήτημα γενικότερου ενδιαφέροντος που έχει συνέπειες για ευρύτερο κύκλο προσώπων. Η πράξη αυτή δημοσιεύεται σε δύο ημερήσιες εφημερίδες των Αθηνών και συνεπάγεται την αναστολή εκδίκασης των εκκρεμών υποθέσεων, στις οποίες τίθεται το ίδιο ζήτημα. Μετά την επίλυσή του, το Συμβούλιο της Επικρατείας μπορεί να παραπέμψει το ένδικο μέσο ή βοήθημα στο αρμόδιο διοικητικό δικαστήριο. Η απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας δεσμεύει τους διαδίκους της ενώπιόν του δίκης, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι παρεμβάντες. Στη δίκη ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας μπορεί να παρέμβει κάθε διάδικος σε εκκρεμή δίκη, στην οποία τίθεται το ίδιο ως άνω ζήτημα, και να προβάλει τους ισχυρισμούς του σχετικά με το ζήτημα αυτό. Για την εν λόγω παρέμβαση δεν καταλογίζεται δικαστική δαπάνη, η δε μη άσκησή της δεν δημιουργεί δικαίωμα ασκήσεως ανακοπής ή τριτανακοπής. 2. ...».
6. Επειδή, περαιτέρω, στη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 1 του ν. 2479/1997 (Α΄ 67) ορίζεται ότι: «1.α. Σε δίκη ενώπιον του Ανώτατου Ειδικού Δικαστηρίου, της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου ή της Ολομέλειας του Ελεγκτικού Συνεδρίου, στην οποία, εν όψει των ισχυρισμών των διαδίκων ή της τυχόν παραπεμπτικής απόφασης τίθεται ζήτημα αν διάταξη τυπικού νόμου είναι σύμφωνη προς το Σύνταγμα ή όχι, έχουν το δικαίωμα να ασκήσουν παρέμβαση φυσικά ή νομικά πρόσωπα ή ενώσεις προσώπων, τα οποία δικαιολογούν έννομο συμφέρον σε σχέση με την κρίση του ζητήματος αυτού, εφόσον το αυτό ζήτημα εκκρεμεί σε δίκη ενώπιον άλλου δικαστηρίου ή δικαστικού σχηματισμού του αυτού κλάδου δικαιοσύνης στην οποία είναι διάδικοι. Δικαίωμα άσκησης παρέμβασης έχει σε κάθε περίπτωση ο Υπουργός Δικαιοσύνης εφόσον δεν είναι ήδη διάδικος… β. Ο παρεμβαίνων με βάση το προηγούμενο εδάφιο νομιμοποιείται να προβάλει απόψεις και επιχειρήματα αναφερόμενα αποκλειστικά σε ζητήματα συνταγματικότητας που έχουν τεθεί. Η εκδιδόμενη απόφαση δεν παράγει έννομα αποτελέσματα για τον παρεμβαίνοντα αυτόν. γ. Η κατά το εδάφιο α΄ παρέμβαση ενώπιον … της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας … ασκείται σύμφωνα με το άρθρο … 49 του π.δ/τος 18/1989 (ΦΕΚ 8 Α΄). δ. Για την παράσταση όσων παρεμβαίνουν με βάση την παρούσα παράγραφο, τη νομιμοποίηση του πληρεξουσίου δικηγόρου τους, τα απαιτούμενα τέλη και παράβολα και τη δικαστική δαπάνη εφαρμόζονται αναλόγως οι σχετικές διατάξεις που αφορούν το δικαστήριο, ενώπιον του οποίου ασκήθηκε η παρέμβαση. ε. ….». Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι ενώπιον της Ολομελείας του Συμβουλίου της Επικρατείας έχουν δικαίωμα να ασκήσουν παρέμβαση φυσικά ή νομικά πρόσωπα ή ενώσεις προσώπων, όταν τίθεται ζήτημα αν διάταξη τυπικού νόμου είναι σύμφωνη προς το Σύνταγμα ή όχι, εφόσον δικαιολογούν έννομο συμφέρον σε σχέση με την κρίση του ζητήματος αυτού. Το έννομο συμφέρον, κατά τις ως άνω διατάξεις, θεμελιώνεται όταν ο παρεμβαίνων είναι διάδικος ενώπιον άλλου δικαστηρίου ή δικαστικού σχηματισμού του αυτού κλάδου δικαιοσύνης όπου εκκρεμεί το αυτό νομικό ζήτημα (ΣΕ 1900/2014 Ολομ., 3340/2013 Ολομ., 3177/2007 Ολομ., πρβλ. ΑΕΔ 3, 4/2007). Με την ιδιότυπη αυτή παρέμβαση, αναπτύσσονται ερμηνευτικές απόψεις και επιχειρήματα, τα οποία αναφέρονται αποκλειστικά σε ζητήματα συνταγματικότητας τα οποία έχουν τεθεί, η δε μέλλουσα να εκδοθεί απόφαση δεν επάγεται έννομες συνέπειες για τον παρεμβαίνοντα (ΣΕ 1900/2014Ολομ, 3340/2013 Ολομ., 189/2007 Ολομ.) κατ’ αντίθεση προς τα οριζόμενα στο άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 3900/2010, κατά το οποίο η απόφαση που εκδίδεται επί της προτύπου δίκης δεσμεύει και τους παρεμβαίνοντες.
7. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, έχουν ασκηθεί στις 28-1-2014, 29-1-2014, 31-1-2014 και 4-2-2014 αντιστοίχως, 13 συνολικά παρεμβάσεις από δημοτικούς αστυνομικούς, οι οποίοι ισχυρίζονται ότι εκκρεμούν είτε ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας, είτε ενώπιον των κατά τόπο αρμοδίων Διοικητικών Εφετείων Πειραιώς, Αθηνών, και Θεσσαλονίκης αιτήσεις ακυρώσεως κατά πράξεων των αρμοδίων οργάνων των αντιστοίχων Δήμων περί καταργήσεως των θέσεών τους και περί θέσεώς τους σε διαθεσιμότητα, στις οποίες τίθενται τα ίδια νομικά ζητήματα με την υπόθεση στην οποία αφορά η κρινόμενη αίτηση. Στην πρώτη από τις παρεμβάσεις αυτές (υπ’ αριθμ. 71/28-1-2014) οι αιτούντες επικαλούνται την διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 2479/1997, πλην όμως, εν όψει του ότι ισχυρίζονται ότι έχουν καταθέσει αίτηση ακυρώσεως κατά των πράξεων του αρμοδίου οργάνου του Δήμου Γλυφάδας, με τις οποίες καταργήθηκαν οι θέσεις στις οποίες υπηρετούσαν και τέθηκαν σε διαθεσιμότητα που εκκρεμεί ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Πειραιώς και τίθενται με αυτήν τα ίδια ζητήματα συνταγματικότητος που τίθενται και στην κρινόμενη υπόθεση, επικαλούνται δε και επικουρικώς την διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3900/2010, η παρέμβαση αυτή καλύπτεται από την τελευταία αυτή διάταξη, στο πλαίσιο της οποίας θα εξετασθεί περαιτέρω (πρβλ. ΣΕ 1900/2014 Ολομ.). Εξ άλλου, εν όψει του ότι, όπως ρητώς ορίζεται στην διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3900/2010, η εκδιδόμενη επί της προτύπου δίκης απόφαση δεσμεύει και τους παρεμβαίνοντες σ’ αυτή, είναι περαιτέρω εξεταστέο το ζήτημα της νομιμοποιήσεως όλων των παρεμβαινόντων στην κρινόμενη υπόθεση.
8. Επειδή α) ως προς την πρώτη παρέμβαση (υπ’ αριθμ. 71/28-1-2014) από τους 20 συνολικά αναγραφόμενους στο δικόγραφο παρέστησαν στο ακροατήριο και νομιμοποίησαν την υπογράφουσα δικηγόρο οι 1ος, 3ος, 4η, 5ος, 6ος, 8ος, 9η, 11ος, 15ος και 19η, ενώ δεν προσκομίσθηκαν πληρεξούσια εντός της ταχθείσης από τον Πρόεδρο του Δικαστηρίου προθεσμίας για τους 2ο (Μ. Μιγκλή), 7η (Γ. Τσαμπίρα), 10ο (Α. Λυγερό), 12η (Α. Γραμματικοπούλου), 16ο (Π. Μπουραζάνη), 18ο (Ε. Μαρινάκη) και 20ο (Ζ. Καραμάνο), ως προς τους οποίους η παρέμβαση είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη. Εξ άλλου, υπεβλήθη παραίτηση από τους 13ο (Δ. Κώστα), 14ο (Ι. Σύκαρη) και 17ο (Χ. Τσαλουκίδη). β) ως προς την δεύτερη παρέμβαση (υπ’ αριθμ. 73/28-1-2014) από τους 15 συνολικά αναγραφόμενους στο δικόγραφο παρέστησαν στο ακροατήριο και νομιμοποίησαν τον υπογράφοντα την αίτηση δικηγόρο οι 14, ενώ ως προς τον 10ο (Α. Παπαιωάννου) η παρέμβαση είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη για έλλειψη νομιμοποιήσεως γ) ως προς την τρίτη παρέμβαση (υπ’ αριθμ. 74/28-1-2014) από τους συνολικά 29 αναγραφόμενους στο δικόγραφο νομιμοποίησαν τον υπογράφοντα το δικόγραφο δικηγόρο είτε με παράσταση στο ακροατήριο, είτε με προσκομιδή πληρεξουσίου οι 26, ενώ ως προς τον 24ο (Ι. Παναγιωτόπουλο), 25ο (Φ. Φραγκογιάννη) και 27ο (Α. Βέργο) η παρέμβαση είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη γιατί δεν προσκομίσθηκαν πληρεξούσια εντός της ταχθείσης από τον Πρόεδρο του Δικαστηρίου προθεσμίας δ) ως προς την τέταρτη παρέμβαση (υπ’ αριθμ. 75/28-1-2014) από τους συνολικά 9 αναγραφόμενους στο δικόγραφο νομιμοποίησαν τον υπογράφοντα το δικόγραφο δικηγόρο είτε με παράσταση στο ακροατήριο είτε με πληρεξούσιο οι 8, ενώ ως προς τον 3ο (Ν.Γ. Γκαγκαστάθη) η παρέμβαση είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη για έλλειψη νομιμοποιήσεως ε) ως προς την πέμπτη παρέμβαση (υπ’ αριθμ. 76/28-1-2014) από τους συνολικά 17 αναγραφόμενους στο δικόγραφο νομιμοποίησαν τον υπογράφοντα το δικόγραφο δικηγόρο οι 15 διά προσκομιδής πληρεξουσίου, ενώ ως προς τους 9ο (Α. Μέτο) και 10ο (Δ. Ολύμπιο) η παρέμβαση είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη για έλλειψη νομιμοποιήσεως στ) ως προς την έκτη παρέμβαση (υπ’ αριθμ. 77/28-1-2014) αυτή είναι απορριπτέα για όλους τους αναγραφόμενους στο δικόγραφο (14 συνολικά) για έλλειψη νομιμοποιήσεως ζ) ως προς την έβδομη παρέμβαση (υπ’ αριθμ. 78/28-1-2014) οι δύο αναγραφόμενοι στο δικόγραφο νομιμοποίησαν τον δικηγόρο που υπογράφει το δικόγραφο διά πληρεξουσίου η) ως προς την όγδοη παρέμβαση (υπ’ αριθμ. 79/28-1-2014) και οι 26 αναγραφόμενοι στο δικόγραφο νομιμοποίησαν τον δικηγόρο που υπογράφει το δικόγραφο, οι μεν 25 διά πληρεξουσίου και ένας (16ος) διά παραστάσεως στο ακροατήριο θ) ως προς την ένατη παρέμβαση (υπ’ αριθμ. 80/28-1-2014) από τους συνολικά 83 αναγραφόμενους στο δικόγραφο νομιμοποίησαν τον δικηγόρο που υπογράφει το δικόγραφο οι 81, ενώ ο 82ος (Η. Μπατσιβάρης) υπέβαλε παραίτηση και ως προς τον 31ο (Ι. Μανδαλάκη) η παρέμβαση είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη γιατί δεν προσκομίσθηκε πληρεξούσιο εντός της ταχθείσης από τον Πρόεδρο του Δικαστηρίου προθεσμίας ι) ως προς την δέκατη παρέμβαση (υπ’ αριθμ. 85/29-1-2014) και οι 4 αναγραφόμενοι στο δικόγραφο νομιμοποίησαν την δικηγόρο που υπογράφει το δικόγραφο είτε διά παραστάσεως στο ακροατήριο (η 1η) είτε διά πληρεξουσίου ια) ως προς την ενδέκατη παρέμβαση (υπ’ αριθμ. 89/29-1-2014) από τους 9 αναγραφόμενους στο δικόγραφο νομιμοποίησαν τον δικηγόρο που υπογράφει το δικόγραφο οι 2ος, 6η, 7ος και 8ος, ενώ, ως προς τους λοιπούς η παρέμβαση είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη γιατί δεν προσκομίσθηκαν πληρεξούσια εντός της ταχθείσης από τον Πρόεδρο του Δικαστηρίου προθεσμίας ιβ) ως προς την δωδέκατη παρέμβαση (υπ’ αριθμ. 97/31-1-2014) όλοι οι αναγραφόμενοι στο δικόγραφο (9 συνολικά) νομιμοποίησαν διά πληρεξουσίου τον υπογράφοντα το δικόγραφο δικηγόρο, το αυτό δε ισχύει και ως προς την δέκατη τρίτη παρέμβαση (υπ’ αριθμ. 131/4-2-2014) με 11 αναγραφόμενους στο δικόγραφο.
9. Επειδή, το Σύνταγμα στο άρθρο 23 παρ. 2 oρίζει ότι "... Απαγορεύεται η απεργία με οποιαδήποτε μορφή στους δικαστικούς λειτουργούς και σ’ αυτούς που υπηρετούν στα σώματα ασφαλείας ...", ενώ με το άρθρο 29 παρ. 3 αυτού "Απαγορεύονται απολύτως οι οποιασδήποτε μορφής εκδηλώσεις υπέρ ή κατά πολιτικού κόμματος στους δικαστικούς λειτουργούς και σε όσους υπηρετούν στις ένοπλες δυνάμεις και στα σώματα ασφαλείας ...". Περαιτέρω στο άρθρο 102 του Συντάγματος ορίζεται ότι «1. Η διοίκηση των τοπικών υποθέσεων ανήκει στους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης πρώτου και δεύτερου βαθμού. Υπέρ των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης συντρέχει τεκμήριο αρμοδιότητας για τη διοίκηση των τοπικών υποθέσεων. Νόμος καθορίζει το εύρος και τις κατηγορίες των τοπικών υποθέσεων, καθώς και την κατανομή τους στους επί μέρους βαθμούς. Με νόμο μπορεί να ανατίθεται στους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης η άσκηση αρμοδιοτήτων που συνιστούν αποστολή του Κράτους. 2. Οι οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης έχουν διοικητική και οικονομική αυτοτέλεια…» Στο άρθρο 103 του Συντάγματος ορίζεται ότι: «1. Οι δημόσιοι υπάλληλοι είναι εκτελεστές της θέλησης του Κράτους και υπηρετούν το Λαό. Οφείλουν πίστη στο Σύνταγμα και αφοσίωση στην Πατρίδα. Τα προσόντα και ο τρόπος του διορισμού τους ορίζονται από το νόμο. 2. Κανένας δεν μπορεί να διοριστεί υπάλληλος σε οργανική θέση που δεν είναι νομοθετημένη. Εξαιρέσεις μπορεί να προβλέπονται από ειδικό νόμο, για να καλυφθούν απρόβλεπτες και επείγουσες ανάγκες με προσωπικό που προσλαμβάνεται για ορισμένη χρονική περίοδο με σχέση ιδιωτικού δικαίου. 3. Οργανικές θέσεις ειδικού Επιστημονικού καθώς και τεχνικού ή βοηθητικού προσωπικού μπορούν να πληρούνται με προσωπικό που προσλαμβάνεται με σχέση ιδιωτικού δικαίου. Νόμος ορίζει τους όρους για την πρόσληψη, καθώς και τις ειδικότερες εγγυήσεις τις οποίες έχει το προσωπικό που προσλαμβάνεται. 4. Οι δημόσιοι υπάλληλοι που κατέχουν οργανικές θέσεις είναι μόνιμοι εφόσον αυτές οι θέσεις υπάρχουν. Αυτοί εξελίσσονται μισθολογικά σύμφωνα με τους όρους του νόμου και, εκτός από τις περιπτώσεις που αποχωρούν λόγω ορίου ηλικίας ή παύονται με δικαστική απόφαση, δεν μπορούν να μετατεθούν χωρίς γνωμοδότηση ούτε να υποβιβαστούν ή να παυθούν χωρίς απόφαση υπηρεσιακού συμβουλίου, που αποτελείται τουλάχιστον κατά τα δύο τρίτα από μόνιμους δημόσιους υπαλλήλους. Κατά των αποφάσεων των συμβουλίων αυτών επιτρέπεται προσφυγή στο Συμβούλιο της Επικρατείας, όπως νόμος ορίζει. 5. Με νόμο μπορεί να εξαιρούνται από τη μονιμότητα ανώτατοι διοικητικοί υπάλληλοι που κατέχουν θέσεις εκτός της υπαλληλικής ιεραρχίας, οι διοριζόμενοι απευθείας με βαθμό πρεσβευτικό, οι υπάλληλοι της Προεδρίας της Δημοκρατίας και των γραφείων του Πρωθυπουργού, των Υπουργών και Υφυπουργών. 6. Οι διατάξεις των προηγούμενων παραγράφων έχουν εφαρμογή και ... στους υπαλλήλους των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των λοιπών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου. 7. Η πρόσληψη υπαλλήλων στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, πλην των περιπτώσεων της παραγράφου 5, γίνεται είτε με διαγωνισμό είτε με επιλογή σύμφωνα με προκαθορισμένα και αντικειμενικά κριτήρια και υπάγεται στον έλεγχο ανεξάρτητης αρχής, όπως νόμος ορίζει. Νόμος μπορεί να προβλέπει ειδικές διαδικασίες επιλογής που περιβάλλονται με αυξημένες εγγυήσεις διαφάνειας και αξιοκρατίας ή ειδικές διαδικασίες επιλογής προσωπικού για θέσεις το αντικείμενο των οποίων περιβάλλεται από ειδικές συνταγματικές εγγυήσεις ή προσιδιάζει σε σχέση εντολής. 8. Νόμος ορίζει τους όρους, και τη χρονική διάρκεια των σχέσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, για την κάλυψη είτε οργανικών θέσεων και πέραν των προβλεπομένων στο πρώτο εδάφιο της παραγράφου 3 είτε πρόσκαιρων είτε απρόβλεπτων και επειγουσών αναγκών κατά το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 2. Νόμος ορίζει επίσης τα καθήκοντα που μπορεί να ασκεί το προσωπικό του προηγούμενου εδαφίου. Απαγορεύεται η από το νόμο μονιμοποίηση προσωπικού που υπάγεται στο πρώτο εδάφιο ή η μετατροπή των συμβάσεών του σε αορίστου χρόνου. Οι απαγορεύσεις της παραγράφου αυτής ισχύουν και ως προς τους απασχολουμένους με σύμβαση έργου. 9. …».
10. Επειδή, περαιτέρω με τις διατάξεις του ν. 1481/1984 (Α΄ 152) συνεστήθη η Ελληνική Αστυνομία (ΕΛ.ΑΣ.), ως ενιαίο σώμα ασφαλείας, το οποίο, "μέσα στα πλαίσια του Συντάγματος και των νόμων έχει ως αποστολή: α. Να κατοχυρώνει και να διατηρεί τη δημόσια τάξη β. Να προστατεύει τη δημόσια και κρατική ασφάλεια γ. Να εξασφαλίζει την πολιτική άμυνα της χώρας δ. Να συμμετέχει στην εξασφάλιση της εθνικής άμυνας σε συνεργασία με τις ένοπλες δυνάμεις" (άρθρα 1 και 3). Η νεοσυσταθείσα ΕΛ.ΑΣ. υπήχθη, στον απευθείας έλεγχο της πολιτικής ηγεσίας του Υπουργείου Δημοσίας Τάξεως, μέσω της υπαγωγής της διοικήσεως του σώματος στις κεντρικές υπηρεσίες του Υπουργείου (άρθρο 2). Ακολούθησε ο ν. 2800/2000 (Α΄ 41), με τις διατάξεις του οποίου επήλθαν ευρείας εκτάσεως τροποποιήσεις του ν. 1481/1984, η βασικότερη εκ των οποίων συνίσταται στη σύσταση Αρχηγείου της ΕΛ.ΑΣ. (άρθρο 11), οργανωτική μεταβολή, η οποία κατέστη επιβεβλημένη για την ενίσχυση της επιχειρησιακής και λειτουργικής αυτονομίας της (βλ. και αιτιολογική έκθεση του ν. 2800/2000). Με τις νεότερες διατάξεις προβλέπεται, ρητώς, ότι "η Ελληνική Αστυνομία αποτελεί ιδιαίτερο ένοπλο Σώμα Ασφαλείας και λειτουργεί με τους δικούς της οργανικούς νόμους ... Το αστυνομικό προσωπικό της έχει ιδιαίτερη ιεραρχία, αντίστοιχη της στρατιωτικής, και δικούς της κανόνες πειθαρχίας και δεν εφαρμόζονται στο προσωπικό αυτό οι διατάξεις που αφορούν τους δημοσίους πολιτικούς υπαλλήλους". Προβλέπεται, περαιτέρω, ότι "Όλες οι Υπηρεσίες της Ελληνικής Αστυνομίας και το προσωπικό της τελούν σε διαρκή ετοιμότητα για την πρόληψη και καταστολή του εγκλήματος, την προστασία του δημοκρατικού πολιτεύματος και της έννομης τάξης και την αντιμετώπιση έκτακτων αναγκών. Το αστυνομικό προσωπικό, οι συνοριακοί φύλακες και οι ειδικοί φρουροί θεωρούνται ότι βρίσκονται σε διατεταγμένη υπηρεσία, σε κάθε περίπτωση που καθίσταται αναγκαία η παρέμβασή τους", καθώς και ότι το ένστολο προσωπικό "εκπαιδεύεται στη χρήση όπλων και ειδικών μέσων και μηχανημάτων και φέρει για την άσκηση των καθηκόντων του κατάλληλο οπλισμό, εφόδια και μέσα" και " δύναται να εκπαιδεύεται στις σχολές και τα κέντρα εκπαίδευσης των ενόπλων δυνάμεων (άρθρο 9). Ορίζεται, περαιτέρω, ότι "Η Ελληνική Αστυνομία είναι Σώμα Ασφαλείας με τοπική αρμοδιότητα σε όλη την επικράτεια, εκτός από τους χώρους για τους οποίους ειδικές διατάξεις προβλέπουν αρμοδιότητα του Λιμενικού Σώματος, και έχει ως αποστολή: α) Την εξασφάλιση της δημόσιας ειρήνης και ευταξίας και της απρόσκοπτης κοινωνικής διαβίωσης των πολιτών που περιλαμβάνει την άσκηση της αστυνομίας γενικής αστυνόμευσης και τροχαίας. β) Την πρόληψη και καταστολή του εγκλήματος και την προστασία του Κράτους και του δημοκρατικού πολιτεύματος, στα πλαίσια της συνταγματικής τάξης που περιλαμβάνει την άσκηση της αστυνομίας δημόσιας και κρατικής ασφάλειας" (άρθρο 8). Τέλος, κατά τρόπο ανάλογο με τις αντιστοίχου περιεχομένου διατάξεις της νομοθεσίας περί ενόπλων δυνάμεων, ρυθμίζονται ζητήματα ιεραρχίας, αρχαιότητας και υπηρεσιακής καταστάσεως των αξιωματικών της ΕΛ.ΑΣ (βλ. π.δ/γμα 24/1997, Α΄ 29) καθώς και ζητήματα πειθαρχικού δικαίου του αστυνομικού προσωπικού του σώματος (βλ. π.δ/τος 120/2008, Α΄ 182).
11. Επειδή, στην παρ. 2 του άρθρου 24 του Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικα (ΔΚΚ, κωδικοποιητικού π.δ/τος 410/1995, Α΄ 213) προεβλέφθη το πρώτον η δυνατότητα συγκροτήσεως ειδικής υπηρεσίας (της Δημοτικής Αστυνομίας) για την άσκηση ορισμένων αρμοδιοτήτων τοπικού χαρακτήρος και αστυνομικής φύσεως (έλεγχος της τηρήσεως των κανόνων που αφορούν την καθαριότητα, την στάθμευση των οχημάτων, την δόμηση κ.λπ.). Ακολούθως, με την παρ. 8 του άρθρου 11 του ν. 2503/1997 (Α΄ 107) οι ως άνω παρ. 2 και 3 του άρθρου 24 του ΔΚΚ αντικαταστάθηκαν ως εξής: «2. Για την άσκηση της αρμοδιότητας της περίπτωσης ιε΄ και για τον έλεγχο της τήρησης των διατάξεων των περιπτώσεων β΄, ιστ΄, ιη΄, ιθ΄, κ΄, κα΄, κβ΄, κγ΄, και λ΄ της παρ. 1, ο δήμος προβλέπει στον οργανισμό εσωτερικής υπηρεσίας τη συγκρότηση ειδικής υπηρεσίας με την ονομασία "Δημοτική Αστυνομία". ... 3. Με προεδρικό διάταγμα που εκδίδεται με πρόταση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Δημόσιας Τάξης, Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων και Υγείας και Πρόνοιας, μετά από γνώμη του Διοικητικού Συμβουλίου της Κεντρικής Ένωσης Δήμων και Κοινοτήτων, καθορίζονται οι αρμοδιότητες και ο τρόπος άσκησής τους, τα προσόντα, τα καθήκοντα, τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις των οργάνων της "Δημοτικής Αστυνομίας"». Ακολούθως, με το άρθρο 26 παρ. 1 του ν. 2819/2000 (Α΄ 84), με τίτλο «Ρυθμίσεις θεμάτων τοπικής αυτοδιοίκησης», η ως άνω εξουσιοδότηση (της παρ. 3 του άρθρου 24 του π.δ. 410/1995) αντικαταστάθηκε ως εξής: "3. Με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται με πρόταση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Δημόσιας Τάξης, Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημόσιων Έργων και Υγείας και Πρόνοιας, μετά από γνώμη του Διοικητικού Συμβουλίου της Κ.Ε.Δ.Κ.Ε., καθορίζονται: α) οι αρμοδιότητες, τα καθήκοντα, τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις των οργάνων της Δημοτικής Αστυνομίας, καθώς και ο τρόπος εκπαίδευσής τους, β) τα απαιτούμενα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα όσων προσλαμβάνονται για τη στελέχωση της υπηρεσίας αυτής, τα αντικειμενικά κριτήρια με βάση τα οποία αξιολογούνται τα ουσιαστικά προσόντα, ο τρόπος και η διαδικασία και το όργανο πρόσληψης, καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή της παρούσας παραγράφου. Με όμοιο διάταγμα μπορεί να μεταφέρονται και να ασκούνται από τη Δημοτική Αστυνομία, αρμοδιότητες που ασκούνται από την Αγροφυλακή και να ρυθμίζονται θέματα υπηρεσιακής κατάστασης και μεταφοράς του προσωπικού που υπηρετεί στην Αγροφυλακή.". Με την ίδια διάταξη (άρθρο 26 παρ. 1γ) ορίζεται: “γ. Η παράγραφος 2 του άρθρου 3 του ν. 2647/1998 (ΦΕΚ 237 Α΄) αντικαθίσταται ως εξής: "2. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και Δημόσιας Τάξης ορίζεται ο χρόνος έναρξης της άσκησης από τη Δημοτική Αστυνομία των αρμοδιοτήτων των περιπτώσεων 1 μέχρι και 16 της παραγράφου 1 του άρθρου 3 του ν. 2647/1998. Μέχρι τότε οι αρμοδιότητες αυτές εξακολουθούν να ασκούνται από τις αστυνομικές αρχές."». Κατ’ εξουσιοδότηση των ανωτέρω διατάξεων δημοσιεύθηκε το π.δ. 23/2002, με τίτλο «Αρμοδιότητες, σύστημα πρόσληψης, προσόντα, καθήκοντα, δικαιώματα και υποχρεώσεις του προσωπικού της Δημοτικής Αστυνομίας» (Α΄ 19), στο οποίο ορίζονται τα εξής: «άρθρο 1 (Διάκριση Προσωπικού): 1. Το προσωπικό της Δημοτικής Αστυνομίας διακρίνεται α) σε ειδικό ένστολο και β) σε επιστημονικό και υποστηρικτικό προσωπικό, το οποίο απαρτίζεται, κυρίως, από μηχανικούς, επόπτες υγείας, προσωπικό διοικητικής υποστήριξης και βοηθητικό προσωπικό. 2. Οι θέσεις του προσωπικού της Δημοτικής Αστυνομίας της προηγούμενης παραγράφου συνιστώνται με τον Οργανισμό Εσωτερικής Υπηρεσίας του οικείου Δήμου σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του Νόμου 1188/1981 (Α΄ 204), όπως ισχύει κάθε φορά. 3. Το ειδικό ένστολο προσωπικό της Δημοτικής Αστυνομίας κατατάσσεται σε κατηγορίες και κλάδους ΠΕ23, ΤΕ23 και ΔΕ23. Οι κλάδοι αυτοί περιλαμβάνουν θέσεις που διακρίνονται με βαθμούς Δ έως Α. Για τη σύσταση θέσεων με βαθμούς Δ έως Α εφαρμόζονται οι σχετικές διατάξεις του Ν. 2190/1994 (Α΄ 28). Το ειδικό ένστολο προσωπικό της Δημοτικής Αστυνομίας προσλαμβάνεται σύμφωνα με τις διατάξεις αυτού του διατάγματος, για να ασκεί τις αρμοδιότητες του άρθρου 2 του παρόντος. 4. Το ειδικό ένστολο προσωπικό των κλάδων ΠΕ23 και ΤΕ23, δεν πρέπει να είναι κατώτερο του 1/4 του συνολικού αριθμού των υπηρετούντων στη Δημοτική Αστυνομία. 5. Για την πρόσληψη του επιστημονικού και υποστηρικτικού προσωπικού, ισχύουν οι διατάξεις του Ν. 2190/1994, όπως ισχύει κάθε φορά. άρθρο 3 (Προσόντα ειδικού ένστολου προσωπικού): Το ειδικό ένστολο προσωπικό της Δημοτικής Αστυνομίας πρέπει να συγκεντρώνει τα εξής προσόντα. 1. Να είναι Έλληνες πολίτες που έχουν εκπληρώσει τις στρατιωτικές τους υποχρεώσεις ή έχουν νομίμως απαλλαγεί αυτών και δεν έχουν υπερβεί το 30ο έτος της ηλικίας τους. ... 2. Επιπλέον οι υποψήφιοι απαιτείται να συγκεντρώνουν ανάλογα με την κατηγορία και τα ακόλουθα προσόντα: α) Να είναι κάτοχοι πτυχίου, ή διπλώματος οποιασδήποτε σχολής ή τμήματος ΑΕΙ ή ΤΕΙ της ημεδαπής ή ισότιμο σχολών της αλλοδαπής, εφόσον πρόκειται για τον κλάδο ΠΕ ή ΤΕ. β) Να είναι κάτοχοι απολυτηρίου τίτλου όλων των τύπων Λυκείου με εξαίρεση αυτούς του Ενιαίου Πολυκλαδικού Λυκείου κλάδου σπουδών που δεν αντιστοιχεί σε δέσμη ή πτυχίο Τεχνικού-Επαγγελματικού Λυκείου, εφόσον πρόκειται για τον κλάδο ΔΕ23. γ) Να έχουν ανάστημα τουλάχιστον 1.70 μ. οι άνδρες και 1.65 μ. οι γυναίκες, χωρίς υποδήματα και στηθική περίμετρο οι άνδρες τουλάχιστον 0.83 μ. δ) Να μην έχουν καταδικασθεί (για ορισμένα αδικήματα) ... ε) Να μην έχουν στερηθεί οποτεδήποτε των πολιτικών δικαιωμάτων τους, έστω και αν έχει λήξει ο χρόνος που ορίσθηκε για την στέρησή τους. στ) Να μην έχουν τεθεί σε δικαστική συμπαράσταση (άρθρο 1666 Α.Κ.). ζ) Να μην έχουν απολυθεί από δημόσια υπηρεσία για πειθαρχικούς λόγους. άρθρο 4 (Σύστημα πρόσληψης με αντικειμενικά κριτήρια): 1. Η πρόσληψη του ειδικού ένστολου προσωπικού της Δημοτικής Αστυνομίας γίνεται με σύστημα αντικειμενικών κριτηρίων (μόρια): α) Το γενικό βαθμό του Πτυχίου ή β) Το γενικό βαθμό Απολυτηρίου Λυκείου. γ) Τη γνώση ξένων γλωσσών. δ) Την υπαγωγή τους σε μία από τις κατηγορίες που προβλέπονται στο άρθρο 42 του ν. 1481/1984 (Α΄ 152 με διόρθωση στο ΦΕΚ Α΄154). ε) Την επιτυχή συμμετοχή αθλητών ανδρών και γυναικών σε Ολυμπιακούς-Παγκόσμιους αγώνες μέχρι 8η νίκη, σε Ευρωπαϊκούς-Μεσογειακούς αγώνες μέχρι 6η νίκη και σε Βαλκανικούς- Πανελλήνιους αγώνες μέχρι 3η νίκη. στ) Την κατοχή άδειας οδηγού αυτοκινήτου ή δίκυκλης μηχανής τουλάχιστον 50 κ.ε.. 2. Η κατάταξη σε πίνακα σειράς επιτυχίας των υποψηφίων, γίνεται κατά Ο.Τ.Α., με βάση το άθροισμα της βαθμολογίας που προκύπτει από γενικό βαθμό του πτυχίου ή του απολυτηρίου Λυκείου στον οποίο προστίθενται: α) Πέντε (5) μονάδες για όσους υποψηφίους κατέχουν πτυχίο PROFICIENCY την Αγγλική γλώσσα ή τέσσερις (4) μονάδες για όσους υποψηφίους κατέχουν πτυχίο αντίστοιχου επιπέδου άλλης ξένης γλώσσας. Τρεις (3) μονάδες για όσους υποψηφίους κατέχουν πτυχίο FIRST CERTIFICATE για την Αγγλική ή δύο (2) μονάδες για όσους υποψηφίους κατέχουν πτυχίο αντίστοιχου επιπέδου άλλης ξένης γλώσσας. Κατοχή αντίστοιχων πτυχίων, περισσοτέρων άλλων ξένων γλωσσών του ανωτέρω επιπέδου λειτουργεί προσαυξητικά. β) Δύο (2) μονάδες για όσους υποψηφίους υπάγονται στις ειδικές κατηγορίες του άρθρου 42 του Ν. 1481/1984. γ) Μία (1) μονάδα για όσους κατέχουν άδεια οδηγού αυτοκινήτου ή μοτοποδηλάτου. δ) Τρεις (3) μονάδες για τους υποψηφίους μόνιμους κατοίκους Δήμου ή Κοινότητας Νομού του πρώτου εδαφίου της παρ. 8 του άρθρου 17 του Ν. 2190/94 (Α΄ 28), όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 8 άρθρου 20 του Ν. 2738/99 (Α΄ 180), ή παραμεθορίου περιοχής ... ε) Δύο (2) μονάδες για όσους αθλητές, άνδρες και γυναίκες, έχουν επιτύχει μέχρι 8η νίκη σε Ολυμπιακούς- Παγκόσμιους αγώνες, μέχρι 6η νίκη σε Ευρωπαϊκούς- Μεσογειακούς αγώνες και μέχρι 3η νίκη σε Βαλκανικούς- Πανελλήνιους αγώνες. 3. Η συνολική βαθμολογία κάθε υποψηφίου πολλαπλασιάζεται επί το συντελεστή εκατό (100). Η βαθμολογία εξάγεται μέχρι χιλιοστού της μονάδας. ... 4. Για κάθε ΟΤΑ καταρτίζεται ίδιος πίνακας σειράς κατάταξης των υποψηφίων για πρόσληψη ειδικού ένστολου προσωπικού της Δημοτικής Αστυνομίας, σύμφωνα με τα ανωτέρω αντικειμενικά κριτήρια. Ο πίνακας αυτός καταρτίζεται από την επιτροπή του άρθρου 9 του παρόντος διατάγματος, που έχει συσταθεί για τον οικείο ΟΤΑ και αναρτάται στο κεντρικό κατάστημα της Περιφέρειας και στο κατάστημα του οικείου Ο.Τ.Α. 5. Από την ίδια επιτροπή καταρτίζεται πίνακας υποψηφίων που δεν πληρούν τις απαιτούμενες από το νόμο και το παρόν Προεδρικό Διάταγμα προϋποθέσεις. άρθρο 5 (Υγειονομικές και αθλητικές εξετάσεις): 1. Οι υποψήφιοι που περιλαμβάνονται στους πίνακες κατάταξης, μετά παρέλευση δέκα (10) τουλάχιστον ημερών από την ανάρτηση του πίνακα, καλούνται να προσέλθουν, κατά τη σειρά κατατάξεως τους, για υγειονομική εξέταση και υποβολή σε αθλητική δοκιμασία. ... 2. Η εξέταση των σωματικών προσόντων, εκτός από τον έλεγχο των προϋποθέσεων της περ. γ΄ της παρ. 2του άρθρου 3, περιλαμβάνει αθλητικές δοκιμασίες. Οι υποψήφιοι δοκιμάζονται στα εξής αγωνίσματα: α) Άλμα σε μήκος τουλάχιστον 2,5 μ. για τους άνδρες και 1,5 μ. για τις γυναίκες (τρεις προσπάθειες). β) Άλμα σε ύψος τουλάχιστον 0,80 μ. για τους άνδρες και 0,65 μ. για τις γυναίκες (τρεις προσπάθειες). γ) Δρόμος 1000 μ. για τους άνδρες και 800 μ. για τις γυναίκες, μέσα σε μέγιστο χρόνο 5΄ και 20΄ (μία προσπάθεια). άρθρο 6 ... άρθρο 11 (Κατάρτιση τελικού πίνακα κατάταξης ανά ΟΤΑ): 1. Μετά τα ανωτέρω η Επιτροπή του άρθρου 9 του παρόντος διατάγματος προβαίνει στην κατάρτιση του τελικού πίνακα κατάταξης για τις θέσεις του ειδικού ένστολου προσωπικού Δημοτικής Αστυνομίας για τον οικείο ΟΤΑ. Προς τούτο η Επιτροπή λαμβάνει υπόψη της: α) Τον πίνακα σειράς κατάταξης των υποψηφίων ο οποίος έχει καταρτισθεί από αυτήν σύμφωνα με το άρθρο 4 του παρόντος Διατάγματος. β) Τον πίνακα καταλλήλων ή μη ο οποίος έχει καταρτισθεί από αυτή σύμφωνα με το άρθρο 10 του παρόντος διατάγματος. 2. Ο τελικός πίνακας κατάταξης για κάθε ΟΤΑ περιλαμβάνει τους υποψηφίους του πίνακα της περ. β΄ της προηγουμένης παραγράφου, κατά την σειρά κατατάξεώς τους στον πίνακα της περ. α΄ της ίδιας παραγράφου. Ο πίνακας έχει ισχύ για ένα (1) έτος και δημοσιεύεται με ανάρτησή του στο κατάστημα της οικείας Διεύθυνσης της Περιφέρειας που έχουν υποβληθεί τα δικαιολογητικά των υποψηφίων. Όμοιοι πίνακες κοινοποιούνται στο Γενικό Γραμματέα της Περιφέρειας και στο Δήμαρχο ή Πρόεδρο της Κοινότητας».
12. Επειδή, εξ άλλου, με το άρθρο 35 παρ. 12 του ν. 3274/2004 (Α΄ 195) η περ. γ΄, της παρ. 1 του άρθρου 26 του ν. 2819/2000 αντικαταστάθηκε ως εξής: «γ. i. Από τη δημοσίευση του νόμου αυτού, η Δημοτική Αστυνομία εξακολουθεί να ασκεί τις αρμοδιότητές των περιπτώσεων 1, 2, 3, 6, 10, 12, 13, 16, 26, 29, 31 και 33 της παραγράφου Α του άρθρου 2 του διατάγματος 23/2002. ii. Οι υπόλοιπες αρμοδιότητες, που προβλέπονται στην ανωτέρω διάταξη, ασκούνται από τη Δημοτική Αστυνομία, στο σύνολό τους ή μεμονωμένα, ύστερα από προηγούμενη απόφαση του αρμόδιου Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας, η οποία δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Η απόφαση αυτή εκδίδεται ύστερα από πρόταση του οικείου δημοτικού συμβουλίου και γνώμη του αστυνομικού διευθυντή του νομού. iii. Ως την έκδοση της παραπάνω απόφασης οι αρμοδιότητες αυτές εξακολουθούν να ασκούνται από την Ελληνική Αστυνομία (ΕΛ.ΑΣ.). iv. Στη Δημοτική Αστυνομία ανατίθεται η αρμοδιότητα επιβολής των διοικητικών μέτρων του άρθρου 103 του Ν. 2696/1999, για την παράνομη στάθμευση οχημάτων, καθώς και της εφαρμογής των διατάξεων που αναφέρονται στην κυκλοφορία οχημάτων στους πεζοδρόμους. Οι ανωτέρω αρμοδιότητες εξακολουθούν να ασκούνται, παραλλήλως και κατά περίπτωση, από την Ελληνική Αστυνομία (ΕΛ.ΑΣ.) και το Λιμενικό Σώμα». Περαιτέρω, το ισχύσαν έως τότε σύστημα προσλήψεων του π.δ/τος 23/2002 αντικαταστάθηκε από νέο, το οποίο θεσπίσθηκε με το π.δ. 135/2006, «Σύστημα πρόσληψης ειδικού ένστολου προσωπικού της Δημοτικής Αστυνομίας και τρόπος εκπαίδευσης αυτού» (Α΄ 153). Στο εν λόγω προεδρικό διάταγμα ορίζονται τα εξής: «άρθρο 1 (Προσόντα ειδικού ένστολου προσωπικού): 1. Οι υποψήφιοι για τις θέσεις του ειδικού ένστολου προσωπικού της Δημοτικής Αστυνομίας πρέπει να πληρούν τις ακόλουθες προϋποθέσεις: α. Να είναι Έλληνες πολίτες και να έχουν εκπληρώσει τις στρατιωτικές τους υποχρεώσεις ή να έχουν νομίμως απαλλαγεί από αυτές. β. Να έχουν συμπληρώσει το εικοστό πρώτο (21ο) έτος της ηλικίας τους και να μην έχουν υπερβεί, προκειμένου για τους κλάδους ΠΕ23 και ΤΕ23, το 30ό έτος της ηλικίας τους και για τον κλάδο ΔΕ23, το 26ο έτος της ηλικίας τους. ... γ. Να μην έχουν καταδικασθεί τελεσίδικα (για ορισμένα αδικήματα) ... δ. Να μην έχουν στερηθεί οποτεδήποτε των πολιτικών δικαιωμάτων τους, έστω και αν έχει λήξει ο χρόνος που ορίσθηκε για την στέρησή τους. ε. Να μην έχουν τεθεί σε δικαστική συμπαράσταση (άρθρο 1666 Α.Κ.). στ. Να μην έχουν απολυθεί από δημόσια υπηρεσία ή Ο.Τ.Α. ή Ν.Π.Δ.Δ. λόγω επιβολής της πειθαρχικής ποινής της οριστικής παύσης ή λόγω καταγγελίας της σύμβασης εργασίας για σπουδαίο λόγο οφειλόμενο σε υπαιτιότητα του εργαζόμενου, αν δεν παρέλθει πενταετία από την απόλυση. ζ. Να έχουν ανάστημα, ... η. Να έχουν τις προϋποθέσεις για την υπαγωγή τους σε έναν από τους κλάδους ΠΕ23, ΤΕ23 και ΔΕ23. θ. Να διαθέτουν γνώση τουλάχιστον μίας εκ των γλωσσών Αγγλικής, ή Γαλλικής, ή Ιταλικής, ή Γερμανικής, ή Ισπανικής σε επίπεδο τουλάχιστον "Πολύ Καλά" προκειμένου για τους αποφοίτους ΑΕΙ και ΤΕΙ και "Καλά" προκειμένου για τους αποφοίτους δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, η γνώση της οποίας πιστοποιείται σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία. ι. Να έχουν γνώση χειρισμού ηλεκτρονικών υπολογιστών. ια. Να είναι κάτοχοι ερασιτεχνικής άδειας οδήγησης αυτοκινήτου ή δίκυκλης μηχανής, τουλάχιστον 50 κ.ε. ιβ. Να έχουν την ψυχική και σωματική υγεία, η οποία διαπιστώνεται κατά τα οριζόμενα στα άρθρα 7 και 8 του παρόντος καθώς και τα διανοητικά προσόντα που τους επιτρέπουν την εκτέλεση των καθηκόντων της θέσης τους. ... άρθρο 2 (Σύστημα πρόσληψης με αντικειμενικά κριτήρια): 1. Η πρόσληψη του ειδικού ένστολου προσωπικού της Δημοτικής Αστυνομίας γίνεται με σύστημα αντικειμενικών κριτηρίων (μόρια). Κατά το σύστημα αυτό λαμβάνονται υπόψη: α) Ο γενικός βαθμός του Πτυχίου ή του Απολυτηρίου τίτλου σπουδών. β) Η εντοπιότητα. γ) Η ιδιότητα του πολυτέκνου ή του τέκνου πολυτέκνου. δ) Η γνώση επιπλέον ξένης γλώσσας πέραν εκείνης που αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση κατά το προηγούμενο άρθρο. 2. Η κατάταξη των υποψηφίων σε πίνακα κατά σειρά επιτυχίας γίνεται ξεχωριστά για κάθε Ο.Τ.Α., με βάση το άθροισμα της βαθμολογίας που προκύπτει από το γενικό βαθμό του πτυχίου ή του απολυτηρίου τίτλου σπουδών, στον οποίο προστίθενται: α) Επτά (7) μονάδες για τους υποψηφίους που είναι δημότες και συγχρόνως κάτοικοι του αντίστοιχου Δήμου. β) Τρεις (3) μονάδες για όσους είναι πολύτεκνοι ή τέκνα πολυτέκνου, καθώς και για όσους είναι γονείς με τρία παιδιά και τέκνα αυτών (όπως η τελευταία περίοδος της περ. β` της παρ. 2 προστέθηκε με το άρθρο 15 παρ. 5 του ν. 3731/2008, Α΄ 263). γ) Πέντε (5) μονάδες για την άριστη γνώση ξένης γλώσσας της περ. δ΄ της προηγούμενης παραγράφου. δ) Τρεις (3) μονάδες για την πολύ καλή γνώση ξένης γλώσσας της περ. δ΄ της προηγούμενης παραγράφου. ε) Δύο (2) μονάδες για την καλή γνώση ξένης γλώσσας της περ. δ΄ της προηγούμενης παραγράφου. Η γνώση επιπλέον και άλλων ξένων γλωσσών λειτουργεί προσαυξητικά με αντίστοιχη βαθμολογία εφόσον ο υποψήφιος κατέχει τον αντίστοιχο τίτλο σπουδών. 3. ... μονάδες από τα κριτήρια που προηγούνται κατά σειρά βάσει των διατάξεων της προηγούμενης παραγράφου. Αν, παρά τα ανωτέρω, προκύπτει ισοβαθμία υποψηφίου στην τελευταία θέση του καθοριζόμενου αριθμού προς πρόσληψη, η σειρά αυτών καθορίζεται με κλήρωση που διενεργείται παρουσία των ενδιαφερομένων υποψηφίων, για την οποία συντάσσεται πρακτικό. ... άρθρο 9 (Κατάρτιση τελικού πίνακα κατάταξης ανά ΟΤΑ): 1. Μετά τα ανωτέρω η Επιτροπή Επιλογής προβαίνει στην κατάρτιση του τελικού πίνακα κατάταξης για τις θέσεις που έχουν προκηρυχθεί για κάθε ΟΤΑ. Προς τούτο η Επιτροπή αυτή λαμβάνει υπόψη της: α) Τον πίνακα σειράς κατάταξης των υποψηφίων ο οποίος έχει καταρτισθεί από αυτή σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 7, β) Τον πίνακα καταλλήλων ή μη ο οποίος έχει καταρτισθεί από αυτή σύμφωνα με την παρ. 6 του άρθρου 7, γ) Τον πίνακα καταλλήλων ή μη ο οποίος έχει καταρτισθεί από την Επιτροπή του άρθρου 8 σύμφωνα με την παρ. 4 του ιδίου άρθρου. 2. Ο τελικός πίνακας κατάταξης για κάθε ΟΤΑ περιλαμβάνει τους υποψηφίους των πινάκων της περ. β΄ και γ΄ της προηγούμενης παραγράφου, κατά την σειρά κατατάξεως τους στον πίνακα της περ. α΄ της ίδιας παραγράφου. ... άρθρο 12 (Καταργούμενες διατάξεις): Από την έναρξη ισχύος του παρόντος διατάγματος, καταργούνται τα άρθρα 3, 4, 5, 6, 7, 8, 9, 10, 11, 12, 16 με την επιφύλαξη του άρθρου 10 παρ. 1 του παρόντος, και 17 του π.δ. 23/2002 (Α΄ 19)».
13. Επειδή, στο πλαίσιο της επεξεργασίας του ως άνω υπ’ αριθμ. 135/2006 π.δ/τος ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας τέθηκε το ζήτημα της αντιθέσεως προς το άρθρο 103 παρ. 7 του Συντάγματος, αφενός μεν των διατάξεων του άρθρου 24 παρ. 3 του π.δ/τος 410/1995, όπως ίσχυε μετά τις διαδοχικές του τροποποιήσεις, αφετέρου δε των διατάξεων του υπό επεξεργασία σχεδίου προεδρικού διατάγματος, καθ’ ο μέρος δεν προβλεπόταν σ’ αυτές διαδικασία ελέγχου των προσλήψεων στη δημοτική αστυνομία από ανεξάρτητη αρχή. Το Ε΄ Τμήμα του Δικαστηρίου παρέπεμψε με το Πρακτικό Επεξεργασίας 115/2006 το ζήτημα προς επίλυση στην Ολομέλεια, αφού προηγουμένως γνωμοδότησε, κατά πλειοψηφία, ότι οι διαδικασίες προσλήψεων του π.δ/τος 410/1995 δεν περιλαμβάνονται μεταξύ εκείνων οι οποίες κατ’ άρθρο 14 παρ. 2 του ν. 2190/1994 εξαιρούνται από τον έλεγχο του ΑΣΕΠ. του άρθρου 14 παρ. 2 του ν. 2190/1994, «Σύσταση ανεξάρτητης αρχής για την επιλογή προσωπικού και ρύθμιση θεμάτων διοίκησης» (Α΄ 28), οι οποίες κατ’ εξαίρεση δεν εμπίπτουν στο Κεφάλαιο Γ΄ του νόμου αυτού (σύστημα προσλήψεων στο δημόσιο τομέα), ήτοι στον έλεγχο και την εποπτεία του Ανωτάτου Συμβουλίου Επιλογής Προσωπικού (ΑΣΕΠ), εξακολουθούν δε να εξαιρούνται κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 118 παρ. 6 του Συντάγματος. Με το υπ’ αριθμ. 126/2006 Πρακτικό Επεξεργασίας η Ολομέλεια γνωμοδότησε, αντιθέτως, ότι δεν τίθεται ζήτημα αντιθέσεως του προβλεπόμενου στο άρθρο 24 παρ. 3 του π.δ/τος 410/1995 (και δη στο άρθρο 26 παρ. 1 του ν. 2819/2000) συστήματος επιλογής του ένστολου προσωπικού της Δημοτικής Αστυνομίας προς τις διατάξεις του άρθρου 103 παρ. 7 του Συντάγματος. Και τούτο, διότι το συγκεκριμένο σύστημα είναι, εξαιτίας της φύσεως των ασκούμενων από το ένστολο προσωπικό αρμοδιοτήτων, ειδικό, καθόσον οι προσλήψεις χωρούν επί τη βάσει ειδικών προσόντων και κατόπιν αξιολογήσεως των υποψηφίων με αντικειμενικά κριτήρια από ειδικό όργανο, που μπορεί να μην είναι το ΑΣΕΠ, το σύστημα δε αυτό εμπίπτει στην εξαίρεση της περιπτώσεως ε΄ του ν. 2190/1994 για το αστυνομικό προσωπικό των Υπουργείων Δημοσίας Τάξεως και Εμπορικής Ναυτιλίας, η οποία εξακολουθεί να ισχύει, σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 6 του άρθρου 118 του Συντάγματος, λαμβανομένου υπόψη ότι το π.δ. 410/1995, όπως ισχύει, είναι προγενέστερο της συνταγματικής αναθεωρήσεως του έτους 2001.
14. Επειδή, ακολούθως, με το άρθρο 1 του ν. 3812/2009, «Αναμόρφωση συστήματος προσλήψεων στο δημόσιο τομέα και άλλες διατάξεις» (Α΄ 234), επήλθε αντικατάσταση των παρ. 1 και 2 του άρθρου 14 του ν. 2190/1994 και, συγκεκριμένα, ορίσθηκε ότι εξαιρείται από τα Κεφάλαια Α΄, Β΄ και Γ΄ του νόμου αυτού και το «ειδικό ένστολο προσωπικό της δημοτικής αστυνομίας» (άρθρο 1 παρ. 2 περ. δ΄ του ν. 2190/1994). Στην αιτιολογική έκθεση του νόμου αυτού αναφέρεται σχετικώς, ότι με το άρθρο 1 επιχειρείται η υπαγωγή στη διαδικασία επιλογής μέσω ΑΣΕΠ ορισμένων φορέων και κατηγοριών προσωπικού, τούτο δε κρίθηκε αναγκαίο «προκειμένου να ενταχθούν στο ΑΣΕΠ οι περιπτώσεις που µε ειδικές διατάξεις και χωρίς ιδιαίτερη αιτιολογία είχαν εξαιρεθεί από το σύστημα προσλήψεων του ν. 2190/1994. Ωστόσο, με το άρθρο 2 παρ. 3 του ν. 3812/2009 ορίστηκε, περαιτέρω, ότι «[θ]εσπίζεται ένσταση των υποψηφίων στη διαδικασία επιλογής ειδικού ένστολου προσωπικού της Δημοτικής Αστυνομίας κατ’ ανάλογη εφαρμογή των διατάξεων της παρ. 2 του άρθρου 8 του π.δ. 19/2006 (ΦΕΚ 16 Α), η οποία ασκείται ενώπιον του ΑΣΕΠ. Η ένσταση της παραγράφου αυτής ισχύει και για διαδικασίες πρόσληψης που βρίσκονται σε εξέλιξη, εφόσον μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος δεν έχουν εκδοθεί τα οριστικά αποτελέσματα».
15. Επειδή, κατά τον χρόνο που προηγήθηκε της καταργήσεώς της, η Δημοτική Αστυνομία διεπόταν, ως προς τις αρμοδιότητες, την οργάνωση και τη λειτουργία της, από τον νεότερο Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων (ΚΔΚ), ο οποίος κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 3463/2006 (Α΄ 114), καθώς και (κυρίως) από το ν. 3731/2008, «Αναδιοργάνωση της δημοτικής αστυνομίας και ρυθμίσεις λοιπών θεμάτων αρμοδιότητας Υπουργείου Εσωτερικών» (Α΄ 26). Ειδικότερα, στο άρθρο 76 παρ. 3 περ. α΄ του ΚΔΚ ορίζεται ότι «Για τη διασφάλιση της απρόσκοπτης κοινωνικής διαβίωσης των κατοίκων των Δήμων και Κοινοτήτων και για την εύρυθμη λειτουργία των πόλεων και των οικισμών μπορεί να συσταθεί, με τους Οργανισμούς Εσωτερικής Υπηρεσίας, Δημοτική Αστυνομία, η οποία λειτουργεί ως αυτοτελής υπηρεσία», στην περ. β΄ της ίδιας παραγράφου ότι «με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται με πρόταση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Περιβάλλοντος Χωροταξίας και Δημόσιων Έργων, Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης και Δημόσιας Τάξης, μετά από γνώμη της Κ.Ε.Δ.Κ.Ε., καθορίζονται οι προϋποθέσεις σύστασης της Δημοτικής Αστυνομίας, οι αρμοδιότητές της, καθώς και ο χρόνος έναρξης άσκησής τους σε σχέση με την οργάνωσή της, ο τρόπος με τον οποίο ασκούνται, η διάρθρωση των υπηρεσιών της, τα προσόντα και οι θέσεις κατά κατηγορίες, βαθμούς και κλάδους του προσωπικού της, καθώς και το σύστημα πρόσληψης, εκπαίδευσης, επιμόρφωσης τούτου, περιλαμβανομένων των καθηκόντων, δικαιωμάτων και υποχρεώσεών του και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια», στο άρθρο 80 παρ. 7 ότι «αρμόδιο όργανο για τη σφράγιση και την εκτέλεση των διοικητικών πράξεων, όλων των καταστημάτων και επιχειρήσεων δικαιοδοσίας του οικείου Δήμου ή Κοινότητας, είναι η δημοτική αστυνομία ή το όργανο, που ορίζεται για το σκοπό αυτόν από το οικείο δημοτικό ή κοινοτικό συμβούλιο και αποτελείται από υπαλλήλους ή και αιρετούς στην περίπτωση που δεν έχει συσταθεί δημοτική αστυνομία» και στο άρθρο 284 παρ. 1 ότι «[ο]ι επιδόσεις ή κοινοποιήσεις πράξεων των δημοτικών ή κοινοτικών αρχών που προβλέπονται από τον Κώδικα γίνονται από όργανα της Δημοτικής Αστυνομίας». Στο δε άρθρο 1 του ν. 3731/2008 απαριθμούνται εκείνες οι αρμοδιότητες που περιήλθαν στους Δήμους δυνάμει των άρθρων 75 και 79 του ΚΔΚ, οι οποίες ασκούνται από τη Δημοτική Αστυνομία. Περαιτέρω, στο άρθρο 2 του ν. 3731/2008 ορίζεται ότι «1. Με τον Οργανισμό Εσωτερικής Υπηρεσίας του Δήμου ή της Κοινότητας μπορεί να συσταθεί Δημοτική Αστυνομία, η οποία λειτουργεί ως αυτοτελής υπηρεσία. Με τον Οργανισμό καθορίζεται η εσωτερική διάρθρωση της υπηρεσίας και το σύνολο των θέσεων της ιεραρχίας και του λοιπού προσωπικού. 2. Η Δημοτική Αστυνομία αποτελείται από ειδικό ένστολο προσωπικό, το οποίο έχει λάβει ειδική εκπαίδευση, έχει ιδιαίτερη ιεραρχία και διέπεται από κανόνες πειθαρχίας. Η υπηρεσία της Δημοτικής Αστυνομίας υποστηρίζεται διοικητικά και επιστημονικά από τις υφιστάμενες υπηρεσίες του Δήμου με αποκλειστική ή παράλληλη άσκηση καθηκόντων. 3. ... 4. Το προσωπικό της Δημοτικής Αστυνομίας υποχρεούται να εργάζεται εντός και εκτός γραφείων της υπηρεσίας, ανάλογα με τις υπηρεσιακές ανάγκες και τα καθήκοντα που του ανατίθενται. Η υπηρεσία της Δημοτικής Αστυνομίας λειτουργεί όλο το εικοσιτετράωρο και όλες τις ημέρες της εβδομάδας, συμπεριλαμβανομένων και των αργιών, με κατάλληλη εναλλαγή του προσωπικού, το οποίο υποχρεούται σε τακτική ή και υπερωριακή εργασία, ανάλογα με τις ανάγκες της υπηρεσίας. 5. ... 6. ...». Στο άρθρο 3 (Διάκριση προσωπικού-Διάρθρωση υπηρεσιών) ορίζεται ότι «1. Οι θέσεις του προσωπικού της Δημοτικής Αστυνομίας συνιστώνται με τον Οργανισμό Εσωτερικής Υπηρεσίας του οικείου Δήμου ή Κοινότητας σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία. 2. Το προσωπικό της Δημοτικής Αστυνομίας κατατάσσεται σε κατηγορίες και κλάδους ΠΕ Δημοτικής Αστυνομίας, ΤΕ Δημοτικής Αστυνομίας και ΔΕ Δημοτικής Αστυνομίας. 3. ... 4. ...». Εξάλλου, στα άρθρα 5 έως 12 ρυθμίζονται ζητήματα προαγωγών και επιλογής προϊσταμένων των οργανικών μονάδων της Δημοτικής Αστυνομίας, στα άρθρα 13 και 14 ρυθμίζονται τα ζητήματα αποσπάσεων και μετατάξεων, αντίστοιχα, ενώ στο άρθρο 15 παρ. 7 ορίζεται ότι «[τ]ο προσωπικό της Δημοτικής Αστυνομίας υπάγεται στις διατάξεις του Κώδικα Κατάστασης Δημοτικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων για όσα θέματα δεν ρυθμίζονται διαφορετικά από τις διατάξεις του παρόντος ή άλλες ειδικές διατάξεις». Τέλος, στο άρθρο 17 ορίζεται ότι «κάθε γενική ή ειδική διάταξη που αντίκειται στις διατάξεις των ανωτέρω άρθρων καταργείται, πλην των ρυθμίσεων του άρθρου 15 του π.δ. 23/2002, οι οποίες δεν περιλαμβάνονται στις ρυθμίσεις του παρόντος νόμου και εξακολουθούν να ισχύουν μέχρι την έκδοση της απόφασης της παραγράφου 6 του άρθρου 1 του παρόντος».
16. Επειδή, στο γνωστό ως «Μνημόνιο Οικονομικής και Χρηματοπιστωτικής Πολιτικής» κείμενο (βλ. ΣτΕ 668/2012 Ολομ., σκ. 12), το οποίο προσαρτήθηκε ως Παράρτημα III στο ν. 3845/2010 «Μέτρα για την εφαρμογή του μηχανισμού στήριξης της ελληνικής οικονομίας από τα κράτη- μέλη της Ζώνης του ευρώ και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο» (Α΄ 65), προβλέπονται, μεταξύ των άλλων, και τα εξής: «III. ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ: Α. … Β. … Γ. Διαρθρωτικές Πολιτικές: 22. Οι διαρθρωτικές πολιτικές ενισχύονται προκειμένου να αυξηθεί η ανταγωνιστικότητα και να εξέλθουμε γρήγορα από την κρίση. Οι πολιτικές αυτές θα ενισχύσουν την ευελιξία και την παραγωγική ικανότητα της οικονομίας… Ειδικότερα: Ο εκσυγχρονισμός της δημόσιας διοίκησης. … Η κυβέρνηση θα συνεργαστεί με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή για να ξεκινήσει μια ανεξάρτητη εξωτερική λειτουργική αξιολόγηση της δημόσιας διοίκησης σε επίπεδο κεντρικής κυβέρνησης. Οι μεταρρυθμίσεις αυτές θα συμβάλουν στον καθορισμό προτεραιοτήτων για τις κυβερνητικές δράσεις και θα ενισχύσουν τον αγώνα κατά της σπατάλης και της διαφθοράς σε ολόκληρη τη δημόσια διοίκηση, …». Συναφώς, στο κείμενο, το οποίο έχει τίτλο «Μνημόνιο Συνεννόησης στις συγκεκριμένες προϋποθέσεις Οικονομικής Πολιτικής», το οποίο προσαρτήθηκε ως Παράρτημα IV στον ως άνω ν. 3845/2010, προβλέπονται τα εξής: «1. … 2. Ενέργειες για τη δεύτερη αξιολόγηση (να έχουν ολοκληρωθεί ως το τέλος του τρίτου τριμήνου 2010) … i. Δημοσιονομική Προσαρμογή: Αυστηρή εκτέλεση του προϋπολογισμού για το 2010 και των μέτρων δημοσιονομικής προσαρμογής που εξαγγέλθηκαν μετέπειτα, συμπεριλαμβανομένων αυτών που περιέχονται στο παρόν Μνημόνιο. … Ο προϋπολογισμός θα περιέχει τα ακόλουθα μέτρα…: … -Η κυβέρνηση ξεκινά την εφαρμογή της νομοθεσίας για τη μεταρρύθμιση της δημόσιας διοίκησης και την αναδιοργάνωση της τοπικής αυτοδιοίκησης με στόχο την μείωση του κόστους κατά τουλάχιστον 1.500 εκατομμύρια ευρώ από το 2011 ως το 2013, από τα οποία τουλάχιστον 500 εκατομμύρια ευρώ μέσα στο 2011. … 6. Ενέργειες για τον έκτο απολογισμό (να έχουν ολοκληρωθεί ως το τέλος του τρίτου τριμήνου του 2011): i. Δημοσιονομική προσαρμογή: …. -Συνέχιση της αναδιοργάνωσης της τοπικής αυτοδιοίκησης για την εξοικονόμηση τουλάχιστον 500 εκ. ευρώ. … Μεταρρύθμιση στην Τοπική Αυτοδιοίκηση: - υιοθέτηση της νομοθεσίας για την μεταρρύθμιση της δημόσιας διοίκησης σε τοπικό επίπεδο (Ιούνιος 2010)».
17. Επειδή, εξ άλλου, στο δεύτερο, κατά σειρά, «Μνημόνιο Οικονομικής και Χρηματοπιστωτικής Πολιτικής», το οποίο προσαρτήθηκε ως Παράρτημα V1 στον ν. 4046/2012, «Έγκριση των Σχεδίων Συμβάσεων Χρηματοδοτικής Διευκόλυνσης μεταξύ του Ευρωπαϊκού Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (Ε.Τ.Χ.Σ.), της Ελληνικής Δημοκρατίας και της Τράπεζας της Ελλάδος, του Σχεδίου του Μνημονίου Συνεννόησης μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας, της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και της Τράπεζας της Ελλάδος και άλλες επείγουσες διατάξεις για τη μείωση του δημοσίου χρέους και τη διάσωση της εθνικής οικονομίας» (Α΄ 28), προβλέπονται, μεταξύ των άλλων, και τα ακόλουθα: «7. Οι βασικές μεταρρυθμίσεις, συμπεριλαμβανομένων αυτών που έχουν καθοριστεί στη ΜΔΣ και στον προϋπολογισμό του 2012, περιλαμβάνουν: … -Μειώσεις προσωπικού. Παραμένουμε πιστοί στη δέσμευση μας να μειώσουμε την απασχόληση στη γενική κυβέρνηση κατά τουλάχιστον 150.000 την περίοδο 2011-2015. Για την επίτευξη αυτού του στόχου, θα συνεχίσουμε να εφαρμόζουμε αυστηρά την υφιστάμενη αναλογία 1:5 προσλήψεις-αποχωρήσεις, καθώς και το πρόγραμμα πρόωρης συνταξιοδότησης που καθιερώθηκε προσφάτως, να μειώνουμε την απασχόληση συμβασιούχων και να βάζουμε στην εργασιακή εφεδρεία επαρκείς υπεράριθμους δημόσιους υπαλλήλους έως το τέλος 2012 ώστε να πετύχουμε 15.000 υποχρεωτικές αποχωρήσεις (μόλις εξαντληθεί ο χρόνος τους στην εφεδρεία). Η προγραμματισμένη λειτουργική αξιολόγηση της δημόσιας διοίκησης (βλ. παρακάτω) και τα σχέδια για το κλείσιμο, την συγχώνευση ή τη συρρίκνωση φορέων της γενικής κυβέρνησης, θα μας βοηθήσει να προσδιορίσουμε τους υπεράριθμους δημόσιους υπαλλήλους. ...». Παράλληλα, στο «Μνημόνιο Συνεννόησης στις Συγκεκριμένες Προϋποθέσεις Οικονομικής Πολιτικής», το οποίο προσαρτήθηκε ως Παράρτημα V2 στον ως άνω ν. 4046/2012, περιελήφθη κεφάλαιο, επίσης αφορών τη δημόσια διοίκηση, στο οποίο αναφέρονται και τα εξής: «2.6: Εκσυγχρονισμός της δημόσιας διοίκησης: Σε κεντρικό επίπεδο: … Αποδοχές στον δημόσιο τομέα και διαχείριση ανθρωπίνων πόρων: Η Κυβέρνηση δημοσιεύει και επικαιροποιεί σε τριμηνιαία βάση τα μεσοπρόθεσμα σχέδιά της για στελέχωση ανά τμήμα για την περίοδο μέχρι το 2015, σύμφωνα με τον κανόνα "μία πρόσληψη ανά 5 αποχωρήσεις από την υπηρεσία". Ο κανόνας προσλήψεων/αποχωρήσεων από την υπηρεσία ισχύει ως προς την γενική κυβέρνηση ως σύνολο. ... 15.000 χιλιάδες άτομα πλεονάζοντος προσωπικού μετατίθενται σε καθεστώς εργασιακής εφεδρείας εντός του 2012 σε σχέση με τον προσδιορισμό φορέων ή μονάδων που κλείνουν ή ελαττώνονται σε μέγεθος. Στο προσωπικό που βρίσκεται σε εργασιακή εφεδρεία καταβάλλεται ποσοστό 60% των βασικών τους αποδοχών (εξαιρουμένων των υπερωριών και άλλων επιπλέον αποδοχών) για χρονικό διάστημα όχι μεγαλύτερο των 12 μηνών, μετά το οποίο απομακρύνονται. ...».
18. Επειδή, για την υλοποίηση των ως άνω προγραμμάτων θεσπίσθηκε, αρχικώς, ο ν. 4024/2011, «Συνταξιοδοτικές ρυθμίσεις, ενιαίο μισθολόγιο-βαθμολόγιο, εργασιακή εφεδρεία και άλλες διατάξεις εφαρμογής του μεσοπρόθεσμου πλαισίου δημοσιονομικής στρατηγικής 2012-2015» (Α΄ 226), στο άρθρο 5 του οποίου, με τίτλο «Θέματα κινητικότητας των Υπαλλήλων του Κράτους», ορίζεται ότι «1. Οι υπάλληλοι, μόνιμοι και με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, που υπηρετούν σε υπηρεσίες της κεντρικής ή αποκεντρωμένης διοίκησης, διοικούνται, όσον αφορά τα θέματα κινητικότητας μεταξύ υπηρεσιών διαφορετικών υπουργείων ή αποκεντρωμένων διοικήσεων, από τον Υπουργό Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και τον οικείο, κατά περίπτωση, Υπουργό. 2. Οι υπάλληλοι αυτοί μπορούν να μετακινούνται στις υπηρεσίες των υπουργείων και των αποκεντρωμένων διοικήσεων, με κοινή απόφαση του Υπουργού Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και των οικείων κατά περίπτωση Υπουργών των υπηρεσιών προέλευσης και υποδοχής των υπαλλήλων, για συγκεκριμένο χρόνο που ορίζεται με την απόφαση αυτή, λαμβανομένων υπόψη των υφιστάμενων υπηρεσιακών αναγκών και της κατηγορίας, κλάδου και ειδικότητας των υπαλλήλων που μετακινούνται. 3. Η εκτίμηση των υπηρεσιακών αναγκών για την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος άρθρου γίνεται κατά κατηγορία, κλάδο και ειδικότητα προσωπικού, κάθε δύο έτη, από τριμελές Συμβούλιο, το οποίο συγκροτείται με απόφαση των Υπουργών Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και Οικονομικών, από Αντιπρόεδρο ή Πρόεδρο Τμήματος του ΑΣΕΠ, ο οποίος προεδρεύει και δύο υπαλλήλους, οι οποίοι ασκούν καθήκοντα προϊσταμένων Γενικών Διευθύνσεων των Υπουργείων Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και Οικονομικών. Με κοινή απόφαση των προαναφερόμενων Υπουργών ρυθμίζονται τα ειδικότερα θέματα που αφορούν στη συγκρότηση και λειτουργία του εν λόγω Συμβουλίου, στη διαδικασία της μετακίνησης λαμβανομένου υπόψη και του συμφέροντος του υπαλλήλου, καθώς και κάθε άλλο σχετικό θέμα για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου». Ακολούθησε ο ν. 4093/2012, «Έγκριση Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016-Επείγοντα Μέτρα Εφαρμογής του ν. 4046/2012 και του Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016» (Α΄ 222), με τον οποίο θεσπίσθηκε νέα διαδικασία (υποχρεωτικής) κινητικότητος του προσωπικού που απασχολείται στο Δημόσιο (με την ευρεία του όρου έννοια), παραλλήλως προς τα γενικώς ισχύοντα στο Κεφάλαιο Β΄ (άρθρο 69 επ.) του Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων ΝΠΔΔ (Υπαλληλικού Κώδικα). Συγκεκριμένα, στην υποπαράγραφο Ζ.1 της παρ. Ζ΄ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, με τίτλο «Μετάταξη- Μεταφορά Προσωπικού», ορίζονται τα εξής: «1. Επιτρέπεται: α) η μετάταξη μόνιμων πολιτικών υπαλλήλων και υπαλλήλων με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου που υπηρετούν σε υπηρεσίες, κεντρικές και περιφερειακές, του Δημοσίου, των ανεξάρτητων αρχών, των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.) και των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.) πρώτου και δεύτερου βαθμού… για την κάλυψη υπηρεσιακών αναγκών, ιδίως στις περιπτώσεις που οι ανάγκες αυτές προκύπτουν λόγω μεταβολής των αρμοδιοτήτων των υπηρεσιών και των συναφών δραστηριοτήτων τους, όταν διαπιστώνεται μετά τη διενέργεια αξιολόγησης πλεονάζον προσωπικό ή για την καλύτερη αξιοποίηση του ανθρώπινου δυναμικού. … Η μετάταξη … των υπαλλήλων της προηγούμενης περίπτωσης παραγράφου είναι υποχρεωτική και γίνεται χωρίς αίτηση τους σε υφιστάμενες κενές θέσεις ή σε θέσεις που συστήνονται με την πράξη μετάταξης ή μεταφοράς στον κλάδο ή στην ειδικότητα στους οποίους μετατάσσεται ή μεταφέρεται ο υπάλληλος. Οι μετατασσόμενοι … πρέπει να κατέχουν τα τυπικά προσόντα του κλάδου ή της ειδικότητας των θέσεων στις οποίες μετατάσσονται… . Η μετάταξη… μπορεί να διενεργείται και σε κενή ή συνιστώμενη θέση συναφούς ή παρεμφερούς κλάδου ή ειδικότητας, της ίδιας ή ανώτερης κατηγορίας, εφόσον ο υπάλληλος κατέχει τα τυπικά προσόντα του κλάδου ή της ειδικότητας στον οποίο μετατάσσεται… . Εφόσον ο υπάλληλος συναινεί, η μετάταξή… του μπορεί να γίνεται και σε κλάδο κατώτερης κατηγορίας. Σε περίπτωση μετάταξης… υπαλλήλων σε συνιστώμενες θέσεις και για όσο χρόνο υφίστανται αυτές δεν πληρούται ίσος αριθμός θέσεων μόνιμου… προσωπικού των οικείων φορέων υποδοχής. 2. Με την πράξη μετάταξης… μπορεί να καταργείται η θέση που κατέχει ο μετατασσόμενος… υπάλληλος, σύμφωνα με τις ανάγκες της υπηρεσίας. 3. Η μετάταξη… κατά την περίπτωση 1 δεν καταλύει την υπηρεσιακή σχέση δημοσίου δικαίου… του υπαλλήλου ούτε μεταβάλλει τη νομική φύση των σχέσεων αυτών ή τις σχέσεις ασφάλισης, με τις οποίες υπηρετούσε ο υπάλληλος στο φορέα προέλευσης του. Η μετάταξη γίνεται με το βαθμό και το μισθολογικό κλιμάκιο που ο υπάλληλος κατείχε πριν τη μετάταξη του. Όποιος μετατάσσεται… σε κατώτερη κατηγορία σύμφωνα με το τελευταίο εδάφιο της περίπτωσης 1 κατατάσσεται στο βαθμό και το μισθολογικό κλιμάκιο της νέας κατηγορίας με βάση το συνολικό χρόνο υπηρεσίας του, χωρίς να διατηρεί τυχόν διαφορά αποδοχών. ... 4. ...». Εξάλλου, με την υποπαράγραφο Ζ.2 της ίδιας παρ. Ζ΄ του ν. 4093/2012 ρυθμίσθηκαν εκ νέου τα ζητήματα διαθεσιμότητας του πλεονάζοντος προσωπικού. Ειδικότερα, στην εν λόγω υποπαράγραφο ορίζονται τα εξής: «1. Μόνιμοι πολιτικοί υπάλληλοι του Δημοσίου, ανεξάρτητων αρχών, Ν.Π.Δ.Δ. και Ο.Τ.Α. πρώτου και δεύτερου βαθμού οι θέσεις των οποίων καταργούνται, τίθενται σε διαθεσιμότητα. Αν καταργούνται ορισμένες μόνο θέσεις του ίδιου κλάδου, οι υπάλληλοι που τίθενται σε διαθεσιμότητα προσδιορίζονται σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις (άρθρο 154 παρ. 2 Υπαλληλικού Κώδικα, άρθρο 158 παρ. 2 Κώδικα Κατάστασης Δημοτικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων). Οι υπάλληλοι αυτοί μπορεί κατά την διάρκεια της διαθεσιμότητας τους: α) Να μετατάσσονται εκουσίως, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις (άρθρο 154 παρ. 4 Υπαλληλικού Κώδικα, άρθρο 158 παρ. 4 Κώδικα Κατάστασης Δημοτικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων). β) Να μετατάσσονται υποχρεωτικά ή να μεταφέρονται με μεταβολή της υπηρεσιακής τους σχέσης σε σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου κατά τη διαδικασία της προηγούμενης υποπαραγράφου για το συμφέρον και τις ανάγκες της υπηρεσίας και ιδίως για την καλύτερη αξιοποίηση του ανθρώπινου δυναμικού. Με την έκδοση της πράξης μετάταξης ή μεταφοράς και μεταβολής της σχέσης εργασίας αίρεται αυτοδίκαια το καθεστώς της διαθεσιμότητας. γ) ...». Παράλληλα, στην υποπαράγραφο Ζ.4 ορίζονται τα εξής: «1. Από την έναρξη της ισχύος του παρόντος νόμου καταργούνται οι θέσεις στις υπηρεσίες ή στους φορείς που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της υποπαραγράφου Ζ.1.1., οι οποίες απαριθμούνται στη συνέχεια κατά κατηγορία, κλάδο και ειδικότητα: Οι θέσεις της κατηγορίας ΔΕ των ειδικοτήτων Διοικητικού, Διοικητικού-Λογιστικού, Διοικητικού-Οικονομικού και Διοικητικών Γραμματέων των υπαλλήλων με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, οι οποίοι δεν έχουν προσληφθεί με διαγωνισμό ή με διαδικασία επιλογής σύμφωνα με προκαθορισμένα και αντικειμενικά κριτήρια υπό τον έλεγχο ανεξάρτητης αρχής ή με ειδικές διαδικασίες επιλογής που περιβάλλονται με αυξημένες εγγυήσεις διαφάνειας και αξιοκρατίας… 2. Οι υπάλληλοι των οποίων οι θέσεις καταργούνται τίθενται σε διαθεσιμότητα σύμφωνα με την υποπαράγραφο Ζ.2 του παρόντος. 3. Εντός πέντε (5) ημερών από τη δημοσίευση του παρόντος, οι Διευθύνσεις προσωπικού των υπηρεσιών ή φορέων που καταλαμβάνονται από τις υποπαραγράφους Ζ.2 και Ζ.3 αποστέλλουν στο Υπουργείο Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης κατάλογο των ονομάτων των υπαλλήλων οι οποίοι: α) τίθενται σε διαθεσιμότητα λόγω κατάργησης της θέσης τους, β) τίθενται σε αυτοδίκαιη αργία. 4. Εντός δέκα (10) ημερών από τη δημοσίευση του παρόντος, οι Διευθύνσεις προσωπικού των φορέων της περίπτωσης 1 αποστέλλουν στο Υπουργείο Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης: α. τον αριθμό των θέσεων που καταργούνται σύμφωνα με την προηγούμενη περίπτωση του παρόντος, καθώς και αντίγραφα των ατομικών διοικητικών πράξεων θέσης σε διαθεσιμότητα των υπαλλήλων που, κατά τη δημοσίευση του παρόντος, καταλαμβάνουν τις καταργούμενες οργανικές θέσεις, β. τις πράξεις με τις οποίες τίθενται, μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, σε αυτοδίκαιη αργία υπάλληλοι, κατ’ εφαρμογή της υποπαραγράφου Ζ.3 του νόμου αυτού. 5. …».
19. Επειδή, σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση του ν. 4093/2012, «[μ]ε τις ρυθμίσεις της παραγράφου Ζ΄ επιχειρείται ευρεία αναµόρφωση θεσµών του υπαλληλικού µας δικαίου, η οποία µέσω ενός νέου πλαισίου κινητικότητας του προσωπικού του δηµόσιου τοµέα αποσκοπεί πρωτίστως στη µεγιστοποίηση των δυνατοτήτων αξιοποίησής του προς το συµφέρον της δηµόσιας υπηρεσίας και µε στόχο την ισόρροπη κάλυψη των πολύ διαφορετικών κατά φορέα ή υπηρεσία αναγκών σε προσωπικό και την εξάλειψη ανορθολογικών καταστάσεων, όσον αφορά τις πραγµατικές ανάγκες και τη διαφορετική εργασιακή επιβάρυνση των υπαλλήλων σε σχέση µε τις συνθήκες που επικρατούν σε κάθε φορέα. … Υποπαράγραφος Ζ.1. Μετάταξη- Μεταφορά προσωπικού: Με την παρούσα υποπαράγραφο εισάγεται στη µεγαλύτερη δυνατή έκτασή του ο θεσµός της υποχρεωτικής µετάταξης ή µεταφοράς προσωπικού, ώστε να ενισχυθεί, µε γνώµονα το συµφέρον της δηµόσιας υπηρεσίας, η κινητικότητα του προσωπικού σε όλο το εύρος του δηµόσιου τοµέα και σε κάθε κατεύθυνση µέσα σε αυτόν. Το θεσπιζόµενο µέτρο, που αναφέρεται σε υποχρεωτικές µετακινήσεις προσωπικού µε µόνιµο χαρακτήρα, χωρίς να θίγει τους υφιστάµενους θεσµούς εκούσιας µετάταξης υπαλλήλων µε αίτησή τους, αποτελεί από θεσµική άποψη την ολοκλήρωση του περιορισµένου εύρους θεσµού της κινητικότητας των κρατικών υπαλλήλων, που εισήχθη µε το άρθρο 5 του ν. 4024/2011. Ο νόµος λαµβάνει ειδική πρόνοια, ώστε οι υπηρεσιακές µεταβολές που θα επιχειρούνται µε το νέο θεσµό της υποχρεωτικής µετάταξης ή µεταφοράς προσωπικού, να µην αντίκεινται σε δεσµεύσεις που απορρέουν από ισχύουσες κάθε φορά νοµοθετικές ρυθµίσεις, σχετικές µε τον περιορισµό των προσλήψεων. Υποπαράγραφος Ζ.2. Διαθεσιµότητα: Με τις ρυθµίσεις της προτεινόµενης υποπαραγράφου επιχειρείται η διεύρυνση των δυνατοτήτων αξιοποίησης του µόνιµου… προσωπικού των δηµοσίων υπηρεσιών και των νοµικών προσώπων δηµοσίου δικαίου, οργανικές θέσεις των οποίων καταργούνται. Η κατάργηση των θέσεων έχει ως άµεση συνέπεια την αυτοδίκαιη θέση σε διαθεσιµότητα των υπαλλήλων, για την οποία εκδίδονται διαπιστωτικές πράξεις. Είναι αυτονόητο ότι όταν καταργούνται ορισµένες µόνο οργανικές θέσεις συγκεκριµένου κλάδου, σε διαθεσιµότητα τίθενται οι υπάλληλοι που προσδιορίζονται σύµφωνα µε τις κατά περίπτωση εφαρµοστέες διατάξεις (άρθρο 154 παρ. 2 Υ.Κ. και 158 παρ. 2 Κώδικα Κατάστασης Δηµοτικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων-ΚΚΔΚΥ) ως αντιστοιχούντες στις θέσεις που καταργούνται. Η διαθεσιµότητα διαρκεί ένα έτος, µετά την πάροδο του οποίου ο υπάλληλος απολύεται, σύµφωνα µε το άρθρο 101 του Υπαλληλικού Κώδικα και το άρθρο 105 του Κώδικα Κατάστασης Δηµοτικών Υπάλληλων, εφόσον δεν µεταταχθεί ή µεταφερθεί σε άλλη θέση. Ο θεσµός της διαθεσιµότητας λόγω κατάργησης οργανικών θέσεων αναµορφώνεται και διευρύνεται όσον αφορά τις παρεχόµενες δυνατότητες, δεδοµένου ότι το προσωπικό που έχει τεθεί σε διαθεσιµότητα, εκτός από τις προβλεπόµενες ήδη από το ισχύον δίκαιο περιπτώσεις εκούσιας µετάταξης (άρθρα 154 παρ. 4 Υ.Κ., 158 παρ. 4 ΚΚΔΚΥ), µπορεί επιπλέον να µετατάσσεται υποχρεωτικά ή να µεταφέρεται µε ταυτόχρονη µεταβολή της υπηρεσιακής του σχέσης σε σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου ή να µετακινείται πρόσκαιρα (άρ. 5 ν. 4024/2011) ή να υπάγεται σε προγράµµατα επανεκπαίδευσης ή επανακατάρτισης. Η τελευταία δυνατότητα µπορεί να συντρέχει µε την εκούσια ή υποχρεωτική µετάταξη ή την πρόσκαιρη τοποθέτηση του υπαλλήλου. Η πρόσκαιρη µετακίνηση του αρ. 5 του ν. 4024/2011 διευρύνει τη δυνατότητα κινητικότητας και στους ΟΤΑ και τα ν.π.ι.δ. του δηµόσιου τοµέα. … Υποπαράγραφος Ζ.4. Κατάργηση ειδικοτήτων και οργανικών θέσεων: Με τις διατάξεις της παρούσας υποπαραγράφου καταργούνται οι οργανικές θέσεις σε ορισµένες κατηγορίες, κλάδους και ειδικότητες, για τις οποίες κρίνεται ήδη, ενόψει των σύγχρονων εξελίξεων και αναγκών της Διοίκησης, ότι δεν ανταποκρίνονται στις ανάγκες των φορέων στους οποίους ανήκουν οργανικά, την ίδια στιγµή µάλιστα που το προσωπικό αυτό θα µπορούσε να αξιοποιηθεί προς το συµφέρον της δηµόσιας υπηρεσίας σε φορείς, στους οποίους υπάρχουν µεγάλες ανάγκες σε προσωπικό. Επισηµαίνεται ότι οι υπό κατάργηση ειδικότητες δεν συνδέονται µε την άµεση παροχή υπηρεσιών προς το διοικούµενο και η κατάργησή τους δεν αναµένεται να προκαλέσει δυσχέρειες στην εξυπηρέτηση του πολίτη. Αντιθέτως, θα δώσει τη δυνατότητα στη Διοίκηση αξιοποιώντας τις διατάξεις για την κινητικότητα και τη διαθεσιµότητα να λειτουργήσει µε περισσότερο αποτελεσµατικό και ορθολογικό τρόπο. Ειδικότερα, η περίπτωση αφορά θέσεις των κατηγοριών ΔΕ και ΥΕ των ειδικοτήτων Διοικητικού, Διοικητικού- Λογιστικού, Διοικητικού- Οικονοµικού και Διοικητικών Γραµµατέων υπαλλήλων µε σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, οι οποίοι δεν έχουν προσληφθεί µε διαγωνισµό ή µε διαδικασία επιλογής σύµφωνα µε προκαθορισµένα και αντικειµενικά κριτήρια υπό τον έλεγχο ανεξάρτητης αρχής ή µε ειδικές διαδικασίες επιλογής που περιβάλλονται µε αυξηµένες εγγυήσεις διαφάνειας και αξιοκρατίας, δηλαδή υπαλλήλους, των οποίων η εργασιακή σχέση µε το δηµόσιο, συµπεριλαµβανοµένων των προσλήψεων στον ευρύτερο δηµόσιο τοµέα, δηµιουργήθηκε µε άλλες διαδικασίες. ... Με την εφαρµογή των παραπάνω διατάξεων αναµένεται τουλάχιστον 2000 υπάλληλοι να ενταχθούν στο πρόγραµµα, σύµφωνα µε το οποίο είτε θα µετακινηθούν σε άλλες υπηρεσίες, είτε θα αποχωρήσουν κατά το άρθρο 101 του Υπαλληλικού Κώδικα. Με τον τρόπο αυτό η χώρα ταυτόχρονα ανταποκρίνεται και στη σχετική δέσµευσή της, η οποία προβλέφθηκε σε αντικατάσταση της ήδη νοµοθετηµένης υποχρέωσης αποχώρησης 15.000 υπαλλήλων το 2012».
20. Επειδή, το θεσπισθέν με το ν. 4093/2012 σύστημα της (γενικής) κινητικότητος και διαθεσιμότητος υπέστη σημαντικές τροποποιήσεις με το ν. 4172/2013. Συγκεκριμένα, με το άρθρο 91 του νόμου αυτού ορίζονται, σε σχέση με το μέτρο της κινητικότητας, τα εξής: «1. Η περίπτωση 1 της υποπαραγράφου Ζ.1 της παρ. Ζ΄ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 αντικαθίσταται ως εξής: “Επιτρέπεται: α) η μετάταξη μόνιμων πολιτικών υπαλλήλων… που υπηρετούν σε υπηρεσίες, κεντρικές και περιφερειακές, του Δημοσίου, των ανεξάρτητων αρχών, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.) πρώτου και δεύτερου βαθμού και των λοιπών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.)… όταν επιβάλλεται από το συμφέρον της υπηρεσίας υποδοχής, ιδίως για την κάλυψη άμεσων υπηρεσιακών αναγκών και την καλύτερη αξιοποίηση του ανθρώπινου δυναμικού. Η μετάταξη… του υπαλλήλου πρέπει να ανταποκρίνεται στην εργασιακή φυσιογνωμία του, όπως δεξιότητες ή επιδόσεις, ηθικές αμοιβές, πειθαρχικές ποινές, τις μακρόχρονες ή συστηματικά επαναλαμβανόμενες αναρρωτικές άδειες ή αδικαιολόγητες απουσίες, λαμβανομένων υπόψη των περιγραμμάτων θέσεων, εφόσον υπάρχουν, και των τυχόν αιτήσεων προτίμησης. … Για την εφαρμογή της παρούσας υποπαραγράφου, ως δημόσιος τομέας νοείται αυτός που έχει οριοθετηθεί με το άρθρο 1 παρ. 6 του ν. 1256/1982, όπως ίσχυε πριν τη θέση σε ισχύ του άρθρου 51 του ν. 1892/1990, συμπεριλαμβανομένων όλων των φορέων που απαριθμούνται ειδικότερα στο άρθρο 14 παρ. 1 του ν. 2190/1994 και μη εξαιρουμένων των περιπτώσεων που απαριθμούνται στην παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 του ν. 3812/2009. Τα νομικά πρόσωπα του Κεφαλαίου Β`, όπως αυτά ορίζονται στην παρ. 5 του άρθρου 1 του ν. 3429/2005, δεν καταλαμβάνονται από τις διατάξεις της παρούσας υποπαραγράφου. Η μετάταξη… των υπαλλήλων της προηγούμενης παραγράφου είναι υποχρεωτική και γίνεται χωρίς αίτηση τους σε υφιστάμενες κενές θέσεις ή σε θέσεις που συστήνονται με την πράξη μετάταξης … στον κλάδο ή στην ειδικότητα στους οποίους μετατάσσεται … ο υπάλληλος. Οι μετατασσόμενοι … πρέπει να κατέχουν τα τυπικά προσόντα του κλάδου ή της ειδικότητας των θέσεων στις οποίες μετατάσσονται… . Η μετάταξη… μπορεί να διενεργείται και σε κενή ή συνιστώμενη θέση συναφούς ή παρεμφερούς κλάδου ή ειδικότητας, της ίδιας ή ανώτερης κατηγορίας, εφόσον ο υπάλληλος κατέχει τα τυπικά προσόντα του κλάδου ή της ειδικότητας στον οποίο μετατάσσεται… . Εφόσον ο υπάλληλος συναινεί, η μετάταξή… του μπορεί να γίνεται και σε κλάδο κατώτερης κατηγορίας. … Σε περίπτωση μετάταξης… υπαλλήλων σε συνιστώμενες θέσεις και για όσο χρόνο υφίστανται αυτές δεν πληρούται ίσος αριθμός θέσεων μόνιμου ή με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου προσωπικού των οικείων φορέων υποδοχής.” 2. Η περίπτωση 4 της υποπαραγράφου Ζ.1 της παρ. Ζ` του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 αντικαθίσταται ως εξής: “4. Ο αρμόδιος Υπουργός ή ο Πρόεδρος Ανεξάρτητης Αρχής γνωστοποιεί τις κενές θέσεις κατά κατηγορίες, κλάδους ή και ειδικότητες και το πλεονάζον προσωπικό, όπως προκύπτουν από τις εκθέσεις αξιολόγησης και τα σχέδια στελέχωσης των φορέων στο τριμελές συμβούλιο του άρθρου 5 παρ. 3 του ν. 4024/2011. Εντός δέκα ημερών από τη σχετική εντολή του Υπουργού Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης το τριμελές συμβούλιο του άρθρου 5 παρ. 3 του ν. 4024/2011 γνωμοδοτεί για τον αριθμό και τα απαιτούμενα προσόντα των υπαλλήλων κατά κατηγορίες, κλάδους ή και ειδικότητες που θα μετακινηθούν στους φορείς υποδοχής κατά σειρά προτεραιότητας. Ακολούθως, ο Υπουργός Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης εκδίδει σχετική ανακοίνωση, λαμβάνοντας υπόψη τη γνωμοδότηση του τριμελούς συμβουλίου, τις ανάγκες των φορέων και τις προτεραιότητες πολιτικής στελέχωσης, η οποία δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και με την οποία καθορίζονται οι θέσεις που θα καλυφθούν, τα προσόντα των υπάλληλων που απαιτούνται, σύμφωνα με τα οικεία περιγράμματα θέσεων, εφόσον υπάρχουν, για τους κλάδους ή τις ειδικότητες στους οποίους πρόκειται να μεταταχθούν …, η οποία αποστέλλεται στους φορείς προέλευσης και υποδοχής. ... Το τριμελές ειδικό υπηρεσιακό συμβούλιο του φορέα υποδοχής εντός προθεσμίας δεκαπέντε (15) ημερών από τη λήξη της προθεσμίας υποβολής των αιτήσεων επιλέγει τους υπαλλήλους που θα μεταταχθούν … σε αυτόν και καθορίζει τη σειρά προτεραιότητάς τους, σύμφωνα με την αποτίμηση των προσόντων τους και το περίγραμμα της θέσης, εφόσον υπάρχει, στην οποία θα μεταταχθούν… . Το τριμελές ειδικό υπηρεσιακό συμβούλιο λαμβάνει υπόψη τον τρόπο εισαγωγής στους φορείς της παραγράφου 1 του άρθρου 90, και ιδίως αν πρόκειται για διαδικασία γραπτού διαγωνισμού του ΑΣΕΠ ή για διαδικασία πλήρωσης θέσεων με σειρά προτεραιότητας η οποία διενεργείται εξ ολοκλήρου από το ΑΣΕΠ, ή για διαδικασία που εποπτεύει το ΑΣΕΠ, καθώς και για Διαγωνισμό Εισαγωγής στην Εθνική Σχολή Δημόσιας Διοίκησης και Αυτοδιοίκησης, την εργασιακή τους φυσιογνωμία, την εκπαίδευση τους, τη διοικητική και εργασιακή τους εμπειρία και τα λοιπά στοιχεία του προσωπικού μητρώου τους. ... Με απόφαση του Υπουργού Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης καθορίζονται θέματα που αφορούν τη διαδικασία επιλογής των αιτούντων υπαλλήλων, τη λειτουργία του τριμελούς συμβουλίου, την εξειδίκευση και τη μοριοδότηση των κριτηρίων επιλογής και κατάταξης των υπαλλήλων, τη διαδικασία και το περιεχόμενο της συνέντευξης και κάθε άλλο αναγκαίο συναρτώμενο με τα ως άνω ζήτημα. ... Η επιλεγείσα σειρά προτεραιότητας των φορέων υποδοχής είναι δεσμευτική για τον υπάλληλο. Για τη μετάταξη… των υπάλληλων εκδίδεται απόφαση του οικείου οργάνου διοίκησης του φορέα υποδοχής που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως”». Περαιτέρω, με το άρθρο 90 του ν. 4172/2013 ορίζονται, σε σχέση με το θεσμό της διαθεσιμότητας, τα εξής: «1α. Επιτρέπεται να καταργούνται θέσεις ανά κατηγορία, κλάδο ή και ειδικότητα σε Υπουργεία, αυτοτελείς δημόσιες υπηρεσίες, αποκεντρωμένες διοικήσεις, οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης πρώτου και δεύτερου βαθμού και λοιπά νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου με απόφαση του Υπουργού Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και του οικείου Υπουργού, σε υλοποίηση των σχετικών αποφάσεων του Κυβερνητικού Συμβουλίου Μεταρρύθμισης μετά από τεκμηρίωση που στηρίζεται σε εκθέσεις αξιολόγησης δομών και σχέδια στελέχωσης (όπως η φράση «σε υλοποίηση των σχετικών αποφάσεων του Κυβερνητικού Συμβουλίου Μεταρρύθμισης» αντικαταστάθηκε ως άνω με το άρθρο 29 του ν. 4210/2013, Α΄ 254/21.11.2013. Προηγουμένως ο νόμος όριζε «σε εκτέλεση σχετικών αποφάσεων του Κυβερνητικού Συμβουλίου Μεταρρύθμισης»). Εφόσον καταργείται το σύνολο των θέσεων του κλάδου ή της ειδικότητας, οι υπάλληλοι που εμπίπτουν στις εξαιρέσεις της παρ. 2 περίπτωση Δ` του ν. 4172/2013 μετατάσσονται… αυτοδικαίως από την ημερομηνία ισχύος των αποφάσεων κατάργησης των θέσεων σε κενές ή συνιστώμενες με την απόφαση μετάταξης … του αρμόδιου κατά περίπτωση οργάνου διοίκησης προσωποπαγείς θέσεις, κλάδου ή ειδικότητας αντίστοιχες με το βασικό τίτλο σπουδών που κατέχουν ίδιας ή ανώτερης κατηγορίας στο φορέα προέλευσης ή σε τυχόν διάδοχο φορέα. Σε περίπτωση μετάταξης… σε κενή θέση εκδίδεται σχετική διαπιστωτική πράξη του αρμόδιου οργάνου διοίκησης. Επιτρέπεται να συνιστώνται θέσεις ανά κατηγορία, κλάδο ή και ειδικότητα στους παραπάνω φορείς, σύμφωνα με τις προϋποθέσεις του προηγούμενου εδαφίου, με απόφαση των Υπουργών Οικονομικών, Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και του οικείου Υπουργού. 1β. Οι θέσεις, οι οποίες διατηρήθηκαν με τις υπουργικές αποφάσεις που εκδόθηκαν κατ’ εφαρμογήν του παρόντος άρθρου καταργούνται από της ισχύος των εν λόγω υπουργικών αποφάσεων και για τους υπαλλήλους που υπηρετούσαν στις θέσεις αυτές εφαρμόζεται η παράγραφος 1α. (όπως η παρ. 1 αντικαταστάθηκε ως άνω με το άρθρο 125 ν. 4199/2013, Α΄ 216/11.10.2013). 2. ...
21. Επειδή, παράλληλα με τις ως άνω γενικές ρυθμίσεις, στο ν. 4172/2013 περιλαμβάνονται και ειδικές διατάξεις, με τις οποίες ρυθμίζονται θέματα διαθεσιμότητας συγκεκριμένων κατηγοριών υπαλλή¬λων, μεταξύ δε αυτών και υπαλλήλων των ΟΤΑ Α΄ βαθμού, όπως οι συγκροτούντες το προσωπικό των κατά τόπους υπηρεσιών Δημοτικής Αστυνομίας. Ειδικότερα, στο άρθρο 81 του νόμου αυτού, με τίτλο «Κατάργηση θέσεων κλάδου Δημοτικής Αστυνομίας», ορίζονται τα εξής: «1. Από την 23η.9.2013 καταργούνται στους δήμους οι θέσεις του κλάδου ΠΕ Δημοτικής Αστυνομίας, ΤΕ Δημοτικής Αστυνομίας, ΔΕ Δημοτικής Αστυνομίας και ΥΕ Δημοτικής Αστυνομίας. Οι υπάλληλοι, των οποίων οι θέσεις καταργούνται, και εφόσον κατείχαν τις θέσεις αυτές την 9η Ιουλίου 2013, εντάσσονται στο πρόγραμμα κινητικότητας, σύμφωνα με την υποπαράγραφο Ζ.2 του ν. 4093/2012 (Α΄222). Οποιαδήποτε μετάταξη των ανωτέρω υπαλλήλων που εντάσσονται στο πρόγραμμα κινητικότητας έλαβε χώρα μετά την 9η Ιουλίου 2013 είναι αυτοδικαίως άκυρη. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη καθορίζονται τα προσόντα, οι προϋποθέσεις και η διαδικασία αξιολόγησης και ένταξης των υπαλλήλων, που αναφέρονται στο δεύτερο εδάφιο της παρούσας παραγράφου, στην Ελληνική Αστυνομία ως ιδιαίτερης κατηγορίας προσωπικού, καθώς και κάθε άλλο σχετικό θέμα. Με προεδρικό διάταγμα που εκδίδεται μετά από πρόταση του Υπουργού Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη ρυθμίζονται τα θέματα σύστασης, οργάνωσης και λειτουργίας των Υπηρεσιών της Ελληνικής Αστυνομίας, στις οποίες εντάσσονται οι υπάλληλοι του παρόντος άρθρου και τα ζητήματα ανάθεσης σε αυτούς επιπλέον αρμοδιοτήτων που αφορούν ιδίως την αστυνομία τάξης. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών και Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη καθορίζονται τα επιμέρους θέματα άσκησης των αρμοδιοτήτων της παραγράφου 4, καθώς και ζητήματα λειτουργικής συνεργασίας με τους οικείους δήμους, ιδίως μέσω της από κοινού κατάρτισης ετήσιων σχεδίων δράσης. Με απόφαση του Υπουργού Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη ρυθμίζεται το είδος, το αντικείμενο και η διάρκεια της εκπαίδευσης που υφίστανται οι ανωτέρω υπάλληλοι μετά την ένταξή τους στην Ελληνική Αστυνομία, ο τύπος, το χρώμα και η σύνθεση της στολής τους, τα αναγκαία εφόδια και ο τύπος του ειδικού δελτίου ταυτότητας με το οποίο εφοδιάζονται. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, καθορίζονται τα προσόντα, οι προϋποθέσεις και η διαδικασία αξιολόγησης και ένταξης των υπαλλήλων, που αναφέρονται στο δεύτερο εδάφιο της παρούσας παραγράφου, στους κλάδους ΔΕ Εξωτερικής Φρούρησης και ΔΕ Φύλαξης των Καταστημάτων Κράτησης, καθώς και κάθε άλλο σχετικό θέμα. Με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, ρυθμίζεται το είδος, το αντικείμενο και η διάρκεια εκπαίδευσης που υφίστανται οι ανωτέρω υπάλληλοι, μετά την ένταξη τους στους κλάδους ΔΕ Εξωτερικής Φρούρησης και ΔΕ Φύλαξης των Καταστημάτων Κράτησης. 2. ... 4. Αρμοδιότητες που έχουν ανατεθεί με διατάξεις νόμων ή κανονιστικών πράξεων στη δημοτική αστυνομία ασκούνται από τις 23.9.2013 από την Ελληνική Αστυνομία (ΕΛ.ΑΣ.). Η μεταφορά των ανωτέρω αρμοδιοτήτων δεν θίγει τα έσοδα των δήμων που συνδέονται με τις αρμοδιότητες αυτές. Τα έσοδα αυτά συνεχίζουν να βεβαιώνονται και να εισπράττονται από τους δήμους σύμφωνα με τις διατάξεις περί είσπραξης των εσόδων τους. Τα κινητά και ακίνητα περιουσιακά στοιχεία των δήμων που συνδέονται με τις αρμοδιότητες αυτές, συμπεριλαμβανομένων και των οχημάτων, παραμένουν στην κυριότητα τους. Με απόφαση του δημοτικού συμβουλίου μπορεί να καθορίζεται η παράλληλη άσκηση μίας ή περισσοτέρων εκ των ανωτέρω αρμοδιοτήτων από υπαλλήλους του δήμου, κατόπιν ορισμού αυτών με απόφαση του δημάρχου. Με την ίδια απόφαση του δημοτικού συμβουλίου δύναται να καθορίζεται επίσης ο αριθμός των αναγκαίων υπαλλήλων, η διάρκεια άσκησης της αρμοδιότητας, οι ώρες απασχόλησης των υπαλλήλων, καθώς και κάθε άλλη λεπτομέρεια αναφορικά με την άσκηση των αρμοδιοτήτων αυτών. 5. Για το χρονικό διάστημα από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου έως τις 22.9.2013, με κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών και Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη, που εκδίδεται μετά από αίτημα της ΚΕΔΕ, μπορεί να ανατίθεται στην Ελληνική Αστυνομία, σε έναν ή περισσότερους δήμους, η παράλληλη άσκηση μίας ή περισσοτέρων εκ των ανωτέρω αρμοδιοτήτων. Με την ίδια απόφαση μπορεί να ρυθμίζεται κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για την άσκηση των ανωτέρω αρμοδιοτήτων κατά το χρονικό αυτό διάστημα. 6. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη, μπορεί να ρυθμίζεται κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή του άρθρου αυτού». Σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση του ν. 4172/2013 επί του άρθρου 81, «με την παράγραφο 1 προτείνεται η κατάργηση των θέσεων του κλάδου ΠΕ Δηµοτικής Αστυνοµίας, ΤΕ Δηµοτικής Αστυνοµίας, ΔΕ Δηµοτικής Αστυνοµίας και ΥΕ Δηµοτικής Αστυνοµίας, στο πλαίσιο εφαρµογής του προγράµµατος κινητικότητας και µε σκοπό τον εξορθολογισµό της διαχείρισης του ανθρωπίνου δυναµικού. Με την παράγραφο 2 λαµβάνεται η απαιτούµενη ειδική µέριµνα για ορισµένους από τους υπαλλήλους της παραγράφου 1, µε βάση κοινωνικά κριτήρια που επιβάλλουν την αυξηµένη προστασία από την Πολιτεία ειδικών κατηγοριών πολιτών. Η παράγραφος 4 ρυθµίζει τα απαραίτητα ζητήµατα αναφορικά µε την άσκηση των σχετικών αρµοδιοτήτων. Επισηµαίνεται ότι η έναρξη ισχύος του παρόντος άρθρου είναι η 23η.9.2013». Όπως δε προκύπτει από τις προπαρασκευαστικές εργασίες του νόμου (Πρακτικά Συνεδριάσεων της Ολομελείας της Βουλής των Ελλήνων), η κατάργηση του θεσμού της Δημοτικής Αστυνομίας υπαγορεύθηκε αφ’ ενός μεν από την ανάγκη επιτεύξεως των ποσοτικών στόχων εν σχέσει με τις μειώσεις του αριθμού των δημοσίων υπαλλήλων, που περιλαμβάνονται στα Μνημόνια, αφ’ ετέρου δε από την εκτίμηση ότι ο θεσμός αυτός δεν απέδωσε τα αναμενόμενα. Παράλληλα, από τις ίδιες προπαρασκευαστικές εργασίες προκύπτει ότι λαμβάνεται μέριμνα για την απορρόφηση, δια του θεσμού της κινητικότητος, μεγάλου μέρους του τιθεμένου σε καθεστώς διαθεσιμότητας προσωπικού της Δημοτικής Αστυνομίας στην Ελληνική Αστυνομία (όπου και πρόκειται να συσταθεί ειδική υπηρεσία, στελεχωμένη με τα προερχόμενα από τη Δημοτικής Αστυνομία πρόσωπα), στα καταστήματα κρατήσεως (ως εξωτερικοί φρουροί και φύλακες) και στις λοιπές υπηρεσίας του δημόσιου τομέα. Σε σημαντικό κριτήριο για την απορρόφηση αναδεικνύεται ο τρόπος διορισμού ή πρόσληψης, υπό την έννοια ότι αποδίδεται μείζονα βαρύτητα στην επιλογή όσων εισήλθαν στη Δημοτική Αστυνομία μέσω διαδικασιών ΑΣΕΠ. Επιπλέον, υφίσταται πρόνοια για την άμεση απορρόφηση, χωρίς αξιολόγηση, ορισμένων κατηγοριών υπαλλήλων (π.χ. όσοι κατέχουν διδακτορικό τίτλο ή μεταπτυχιακό δίπλωμα ειδίκευσης).
22. Επειδή, ειδικότερα ως προς το προσωπικό της Δημοτικής Αστυνομίας με την υπ’ αριθμ. 6000/2/234-γ΄/15.10.2013 κοινή απόφαση των Υπουργών Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη (Β΄2631/17.10.2013), εκδοθείσα κατ’ εξουσιοδότηση των διατάξεων των άρθρων 81 παρ. 1 και 91 του ν. 4172/2013, καθορίσθηκαν τα προσόντα, οι προϋποθέσεις και διαδικασία αξιολογήσεως και εντάξεως των δημοτικών αστυνομικών στην Ελληνική Αστυνομία. Ειδικότερα, στο άρθρο 1 της εν λόγω κοινής υπουργικής αποφάσεως ορίζεται ότι «1. Υπάλληλοι της Δημοτικής Αστυνομίας των κλάδων ΠΕ Δημοτικής Αστυνομίας, ΤΕ Δημοτικής Αστυνομίας και ΔΕ Δημοτικής Αστυνομίας, των οποίων οι θέσεις καταργούνται, σύμφωνα με το άρθρο 81 του ν. 4172/2013 (Α 167), εντάσσονται στην Ελληνική Αστυνομία ως ιδιαίτερης κατηγορίας προσωπικό εφόσον συγκεντρώνουν τα ακόλουθα προσόντα: α. Να είναι κάτοχοι πτυχίου ή διπλώματος οποιουδήποτε Τμήματος Α.Ε.Ι. της ημεδαπής, περιλαμβανομένων και των πτυχίων ή των διπλωμάτων του Ελληνικού Ανοικτού Πανεπιστημίου (Ε.Α.Π.) και των Προγραμμάτων Σπουδών Επιλογής (Π.Σ.Ε.) ή ισότιμων σχολών της αλλοδαπής οι υποψήφιοι κατηγορίας Π.Ε., πτυχίου ή διπλώματος οποιουδήποτε Τμήματος Τ.Ε.Ι. της ημεδαπής, περιλαμβανομένων και των πτυχίων Π.Σ.Ε. και Κ.Α.Τ.Ε.Ε. ή πτυχίου ή διπλώματος ισότιμων σχολών της ημεδαπής ή αλλοδαπής οι υποψήφιοι κατηγορίας Τ.Ε. και πτυχίου ή διπλώματος ή απολυτήριου τίτλου δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης της ημεδαπής ή άλλου ισότιμου της ημεδαπής ή αλλοδαπής οι υποψήφιοι κατηγορίας Δ.Ε. β. Να μην υπερβαίνουν το 45ο έτος της ηλικίας τους. ... γ. Οι άνδρες πρέπει να έχουν εκπληρώσει τις στρατιωτικές τους υποχρεώσεις. Δεν θεωρείται ότι εκπλήρωσε τις στρατιωτικές του υποχρεώσεις αυτός που έχει απαλλαγεί νόμιμα από αυτές. δ. Να έχουν υγεία και άρτια σωματική διάπλαση διαπιστούμενη από την αρμόδια Υγειονομική Επιτροπή, σύμφωνα με τον ειδικό πίνακα νοσημάτων, παθήσεων και βλαβών του π.δ. 133/2002 (Α΄ 109) που εφαρμόζεται για τη σωματική ικανότητα των μονίμων Αξιωματικών και Υπαξιωματικών των Ενόπλων Δυνάμεων. ε. Να έχουν σωματικά, ψυχικά και διανοητικά προσόντα ανταποκρινόμενα στις απαιτήσεις του αστυνομικού έργου. στ. Να έχουν ανάστημα οι άνδρες τουλάχιστον 1,70 μ. χωρίς υποδήματα και οι γυναίκες τουλάχιστον 1,65 μ. χωρίς υποδήματα. ζ. Να μην έχουν καταδικασθεί τελεσίδικα, για τέλεση ή απόπειρα κακουργήματος ή των εγκλημάτων κ.λπ. (απαριθμούνται τα εγκλήματα). η. Να μην έχει ασκηθεί σε βάρος τους πειθαρχική δίωξη για παραπτώματα που επισύρουν προσωρινή ή οριστική παύση και να μην τους έχει επιβληθεί τέτοια πειθαρχική ποινή. 2. Πρόσθετα προσόντα ...», στο άρθρο 3 ότι «1. Για την αξιολόγηση και τη διαδικασία ένταξης των υπαλλήλων της παραγράφου 1 του άρθρου 1 της παρούσας εφαρμόζεται η διαδικασία για τη μετακίνηση των υπαλλήλων που προβλέπεται στο άρθρο 91 του ν. 4172/2013 και στην κατ’ εξουσιοδότηση αυτού εκδοθείσα υπ’ αριθ. ΔΙΠΙΔΔ/Β.2/3/οικ.22274 από 9.8.2013 απόφαση του Υπουργού Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης (Β΄ 1992). 2. α. Οι υποψήφιοι που περιλαμβάνονται στον πίνακα βαθμολογικής κατάταξης, που καταρτίζεται από το ΑΣΕΠ, καλούνται με μέριμνα της Δ/νσης Αστυνομικού Προσωπικού/ΑΕΑ να προσέλθουν μέσα σε ορισμένες προθεσμίες, προκειμένου να εξετασθούν στα σωματικά, ψυχικά και διανοητικά τους προσόντα από τις αντίστοιχες Επιτροπές του άρθρου 5 του π.δ/τος 4/1995 (Α΄ 1). ... β. Η εξέταση των σωματικών, ψυχικών και διανοητικών προσόντων περιλαμβάνει υγειονομικές εξετάσεις, καθώς και ψυχοτεχνικές δοκιμασίες. Οι ψυχοτεχνικές δοκιμασίες προηγούνται των υγειονομικών εξετάσεων. Το ως άνω προσωπικό παραπέμπεται στις ψυχοτεχνικές επιτροπές και υποβάλλεται σε ψυχομετρικό έλεγχο, ο οποίος περιλαμβάνει ψυχοτεχνικές δοκιμασίες (τεστ προσωπικότητας) και συνέντευξη ενώπιον της αρμόδιας Επιτροπής. Με τις εξετάσεις αυτές ερευνάται κυρίως η κρίση, η προσαρμοστικότητα στις μεταβαλλόμενες καταστάσεις και απαιτήσεις, η αυτοκυριαρχία, η συναισθηματική σταθερότητα, η σκέψη, η αντίληψη και η εν γένει προσωπικότητα του εξεταζόμενου. γ. Όσοι κρίνονται ικανοί στις ψυχοτεχνικές δοκιμασίες παραπέμπονται στα αντίστοιχα Κεντρικά Ιατρεία της Ελληνικής Αστυνομίας για να υποβληθούν στις προβλεπόμενες υγειονομικές εξετάσεις και στη συνέχεια παρουσιάζονται ενώπιον της αρμόδιας Υγειονομικής Επιτροπής, για να κριθεί η καταλληλότητά τους. δ. ... ε. ... 3. Το Τριμελές Ειδικό Υπηρεσιακό Συμβούλιο αφού λάβει υπόψη τον πίνακα βαθμολογικής κατάταξης των προς ένταξη υπαλλήλων που καταρτίζεται από το ΑΣΕΠ με βάση τα κριτήρια της υπ’ αριθμ. ΔΙΠΙΔΔ/Β.2/3/οικ.22274/9.8.2013 καθώς και τα ειδικά πρόσθετα κριτήρια της παρούσης, τα αποτελέσματα των ψυχοτεχνικών δοκιμασιών και υγειονομικών εξετάσεων, γνωμοδοτεί για τη σειρά προτεραιότητας των προς ένταξη υπαλλήλων και εκδίδει τον Τελικό Πίνακα Διάθεσης. 4. ...» και στο άρθρο 4 ότι «1. Όσοι περιλαμβάνονται στον Τελικό Πίνακα Διάθεσης, εντάσσονται ως ιδιαίτερης κατηγορίας προσωπικό στην Ελληνική Αστυνομία με απόφαση του Προϊσταμένου Κλάδου Οργάνωσης και Ανθρώπινου Δυναμικού/Α.Ε.Α., που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Με την ίδια απόφαση συνιστώνται ισάριθμες οργανικές θέσεις για το εντασσόμενο προσωπικό. 2. …». Η εν λόγω κοινή υπουργική απόφαση τροποποιήθηκε με την υπ’ αριθμ. 6000/2/234-ε΄/15.10.2013 όμοια κοινή απόφαση των ίδιων ως άνω Υπουργών (Β΄3030/28.11.2013), με την οποία το όριο ηλικίας για τη μετάταξη στην Ελληνική Αστυνομία αυξήθηκε κατά πέντε έτη (πεντηκοστό). Ομοίως, με την υπ’ αριθμ. 90894/18.10.2013 κοινή απόφαση των Υπουργών Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (Β΄ 2655) καθορίσθηκαν τα προσόντα, οι προϋποθέσεις και η διαδικασία αξιολογήσεως και εντάξεως των υπαλλήλων κατηγορίας ΔΕ23 της Δημοτικής Αστυνομίας στους κλάδους ΔΕ Εξωτερικής Φρούρησης και ΔΕ Φύλαξης των Καταστημάτων Κράτησης. Ειδικότερα, με την εν λόγω κοινή υπουργική απόφαση ως προσόντα διορισμού προβλέφθηκαν τα εξής: α) η κατοχή πτυχίου ή διπλώματος ή απολυτηρίου τίτλου δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης της ημεδαπής, ή άλλος ισότιμος τίτλος της ημεδαπής ή της αλλοδαπής, β) η μη υπέρβαση του ορίου ηλικίας των 45 ετών και γ) ανάστημα (χωρίς υποδήματα) τουλάχιστον 1 μέτρου και 70 εκατοστών για τους άνδρες και 1 μέτρου και 60 εκατοστών για τις γυναίκες. Ως προς τη διαδικασία αξιολόγησης και ένταξης ορίζεται ότι «θα ακολουθηθεί η διαδικασία για τη μετακίνηση των υπαλλήλων που προβλέπεται στο άρθρο 91 του ν. 4172/2013». Η απόφαση αυτή τροποποιήθηκε με την υπ’ αριθμ. 101650/28.11.2013 όμοια κοινή υπουργική απόφαση (Β΄ 3032), με την οποία επίσης καθορίσθηκε ως ανώτατο όριο ηλικίας το πεντηκοστό. Στο πλαίσιο που περιγράφουν οι προεκτεθείσες νομοθετικές και κανονιστικές ρυθμίσεις, δημοσιεύθηκε η υπ’ αριθμ. 31890/25.11.2013 απόφαση του Υπουργού Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης (Β΄ 2999/26.11.2013), «Ανακοίνωση που αφορά στην κινητικότητα των δημοτικών αστυνομικών που έχουν τεθεί σε διαθεσιμότητα κατ’ εφαρμογή του άρθρου 81 του ν. 4172/2013, (Α΄ 167)» (Αριθμός Ανακοίνωσης 5/2013). Με αυτήν κλήθηκαν, εντός αποκλειστικής προθεσμίας δεκαπέντε (15) ημερών από τη δημοσίευση της Ανακοινώσεως στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, οι υπάλληλοι των Δήμων που ανήκαν στους κλάδους ΠΕ, TE και ΔΕ Δημοτικής Αστυνομίας και έχουν τεθεί σε διαθεσιμότητα κατ’ εφαρμογή του άρθρου 81 του ν. 4172/2013 (ο αριθμός των οποίων ανέρχεται σε περίπου 3.500) να υποβάλουν στις Διευθύνσεις Διοικητικού/Προσωπικού των Δήμων, στους οποίους ανήκε η κατεχόμενη από αυτούς οργανική ή προσωποπαγή θέση, «Αίτηση- Υπεύθυνη Δήλωση» για τη μετάταξή τους με σειρά προτίμησης των φορέων που επιθυμούν να μεταταχθούν. Περαιτέρω, κλήθηκαν οι Διευθύνσεις Διοικητικού/Προσωπικού των Δήμων, εντός προθεσμίας δέκα (10) ημερών από τη λήξη της προθεσμίας υποβολής των «Αιτήσεων- Υπεύθυνων Δηλώσεων» των υπαλλήλων, να συντάξουν με ευθύνη τους πίνακες συνδρομής κριτηρίων των ως άνω υπαλλήλων και να τους αποστείλουν στο ΑΣΕΠ, προκειμένου οι υπάλληλοι να διατεθούν και τοποθετηθούν στους φορείς υποδοχής της παρούσας Ανακοίνωσης, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στην υπ’ αριθμ. ΔΙΠΙΔΔ/Β.2/3/οικ.22274/9.8.2013 απόφαση του Υπουργού Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και στις υπ’ αριθμ. 6000/2/234−γ΄/17.10.2013 και 90894/18.10.2013 κοινές υπουργικές αποφάσεις. Εξάλλου, στην ίδια υπ’ αριθμ. 31890/25.11.2013 υπουργική απόφαση προσαρτώνται οι πίνακες με τη σειρά προτεραιότητας των φορέων υποδοχής, τον αριθμό των υπαλλήλων που πρόκειται να διατεθεί σε κάθε φορέα ανά κατηγορία, κλάδο ή και ειδικότητα, καθώς και τα απαιτούμενα για κάθε θέση προσόντα. Πρόκειται για 2.858 κενές οργανικές θέσεις των κατηγοριών ΠΕ/ΤΕ και ΔΕ σε διάφορες (κεντρικές και περιφερειακές) υπηρεσίες των ακόλουθων, κατά σειρά προτεραιότητας, φορέων υποδοχής: Υπουργείο Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (για τα ανά την επικράτεια καταστήματα κράτησης), Υπουργείο Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη (για την Ελληνική Αστυνομία), Υπουργείο Οικονομικών (για τη Γενική Γραμματεία Εσόδων), Υπουργείο Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας (για τη Γενική Γραμματεία Εμπορίου) και Γενική Γραμματεία Πληθυσμού και Κοινωνικής Συνοχής (για τα κατά τόπους Τμήματα Αλλοδαπών και Μετανάστευσης των οικείων Αποκεντρωμένων Διοικήσεων). Ακολούθως, την 29.11.2013 εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. ΔΙΠΙΔ/Β.2/Δ/83/οικ.32170 εγκύκλιος του Υπουργού Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, με τίτλο «Οδηγίες για την κινητικότητα των Δημοτικών Αστυνομικών που έχουν τεθεί σε διαθεσιμότητα» (αναρτηθείσα στη «Διαύγεια», με Αριθμό Διαδικτυακής Ανάρτησης-ΑΔΑ- ΒΛ12Χ-Φ91). Με την εν λόγω εγκύκλιο περιγράφεται η τηρητέα διαδικασία για την ολοκλήρωση της κινητικότητος των υπαλλήλων των κλάδων ΠΕ, ΤΕ και ΔΕ της Δημοτικής Αστυνομίας. Μεταξύ άλλων, στην εν λόγω εγκύκλιο επισημαίνεται (σελ. 11) ότι «[η] διαδικασία πρόσληψης των υποψηφίων ως ειδικού ένστολου προσωπικού της Δημοτικής Αστυνομίας κατά την οποία υπήρχε η δυνατότητα άσκησης ένστασης ενώπιον του ΑΣΕΠ, σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 2 του ν. 3812/2009 συγκαταλέγεται στις “λοιπές διαδικασίες υπό τον έλεγχο του ΑΣΕΠ” της υπ’ αριθμ. ΔΙΠΙΔΔ/Β.2/3/οικ.22274/9.8.2013 απόφασης του Υπουργού Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης (Β΄ 1992)».
23. Επειδή, κατά την έννοια των συνταγματικών διατάξεων που παρατίθενται στην ένατη σκέψη και των νόμων που παρατίθενται στη δέκατη σκέψη, η Ελληνική Αστυνομία (ΕΛ.ΑΣ.) αποτελεί κλάδο των σωμάτων ασφαλείας επιφορτισμένο με την τήρηση της δημοσίας τάξεως και ασφαλείας, την πρόληψη και την καταστολή του εγκλήματος και των παραβάσεων της εν γένει νομοθεσίας, αρμοδιότητες που είναι αναπόσπαστες από τον πυρήνα της κρατικής εξουσίας. Για τον λόγο αυτό, άλλωστε, και οι υπηρετούντες στην ΕΛ.ΑΣ. υπάγονται σε ιδιαίτερο “εξουσιαστικό καθεστώς” που συνεπάγεται ειδικούς πρόσθετους περιορισμούς των ατομικών τους δικαιωμάτων και σε ιδιαίτερους κανόνες πειθαρχίας κατ’ απόκλιση από το γενικώς ισχύον καθεστώς στους υπηρετούντες στη Δημόσια Διοίκηση. Και ναι μεν είναι δυνατή, η ανάθεση ορισμένων από τις αρμοδιότητες της ΕΛ.ΑΣ. και κυρίως αυτών που ανάγονται στην τήρηση της εν γένει νομοθεσίας με πράξη του κοινού νομοθέτη σε άλλα όργανα της Δημοσίας Διοικήσεως, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και οι υπάλληλοι των Ο.Τ.Α., και πάντως όχι οι ιδιώτες (ΣΕ 1934/1998 Ολομ., 3946/2002, 1879/2012) πλην, όμως, και στην περίπτωση αυτή, είναι δυνατή και συνταγματικώς επιτρεπτή, μετά από διαφορετική εκτίμηση των περιστάσεων, η επαναφορά των αρμοδιοτήτων αυτών στα όργανα της ΕΛ.ΑΣ. με νεότερη νομοθετική ρύθμιση, χωρίς παραλλήλως και αναγκαίως να προβλέπεται η διατήρηση στην υπηρεσία των υπαλλήλων των Ο.Τ.Α., οι οποίοι ήταν επιφορτισμένοι με την άσκησή τους. Ειδικώτερα, η κατάργηση της ασκούσης αρμοδιότητες, που απεσπάσθησαν τμηματικώς και περιστασιακώς από την ΕΛ.ΑΣ., Δημοτικής Αστυνομίας, η οποία αποτελεί υπηρεσιακή μονάδα των Ο.Τ.Α. - όπως συνέβη στην προκειμένη περίπτωση, κατά τα εκτενώς αναφερόμενα σε προηγούμενες σκέψεις – και η εκ νέου ανάθεσή τους στην πρώτη (ΕΛ.ΑΣ.) δεν προσκρούει στην διάταξη του άρθρου 102 του Συντάγματος, εφ’ όσον με τις διατάξεις των παρ. 1 και 2 του άρθρου αυτού δεν καθιερώνεται υπέρ των οργανισμών τοπικής αυτοδιοικήσεως αυτονομία, ούτε εξουσία να θέτουν αυτοτελώς κανόνες δικαίου, αλλά παρέχεται σ’ αυτούς μόνον αυτοδιοίκηση, ήτοι εξουσία να αποφασίζουν επί των τοπικών υποθέσεων με δικά τους όργανα, εντός των πλαισίων των γενικών κανόνων, οι οποίοι διέπουν την οργάνωση και λειτουργία τους και των οποίων η θέσπιση ανήκει στην νομοθετική εξουσία ή στην κατ’ εξουσιοδότηση αυτής νομοθετούσα Διοίκηση, καθόσον σ’ αυτήν ανήκει και η οργάνωση οποιασδήποτε δημόσιας υπηρεσίας, κρατικής ή αυτοδιοικούμενης και μάλιστα εν προκειμένω υπηρεσίας εντασσομένης στον πυρήνα της κρατικής εξουσίας (ΣΕ 1809/1983 Ολομ., 1427/1981 Ολομ., 371/1985 Ολομ., 1397/1995 7μ.). Εξάλλου, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 102 παρ. 2 και 4 και 103 παρ. 4 και 6 του Συντάγματος, συνάγεται ότι η καθιερούμενη με την παρ. 2 του άρθρου 102 του Συντάγματος διοικητική αυτοτέλεια των οργανισμών τοπικής αυτοδιοικήσεως πρώτου βαθμού, έναντι της κρατικής διοικήσεως περιλαμβάνει την κατοχύρωση του διοικητικού έργου των οργανισμών αυτών, όχι όμως και την εξουσία να αποφασίζουν με δικά τους όργανα για θέματα όπως αυτά της υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων τους, τα οποία δεν συνιστούν τοπική υπόθεση (ΣτΕ 4077/2009 7μ.). Υπό τα δεδομένα αυτά, και εφ’ όσον η θέση σε διαθεσιμότητα των υπαλλήλων της Δημοτικής Αστυνομίας δεν συνιστά τοπική υπόθεση, δεν δύναται να γίνει δεκτό ότι το μέτρο αυτό θίγει καθ’ οιονδήποτε τρόπο τη διοικητική αυτοτέλεια των Ο.Τ.Α., κατά παράβαση των ανωτέρω συνταγματικών διατάξεων. Περαιτέρω, οι ρυθμίσεις του ν. 4172/2013 περί καταργήσεως της Δημοτικής Αστυνομίας δεν προσκρούουν ούτε στη διάταξη του άρθρου 103 του Συντάγματος, διότι εν προκειμένω, όπως αναφέρθηκε προηγουμένως, η κατάργηση αυτή υπαγορεύθηκε από την μεταβολή αντιλήψεων του νομοθέτη ως προς τον τρόπο οργανώσεως δημοσίας υπηρεσίας της οποίας οι αρμοδιότητες εντάσσονται στον πυρήνα της κρατικής λειτουργίας, αλλά και από επιτακτικούς δημοσιονομικούς λόγους (πρβλ. ΣΕ 3354/2013 Ολομ.) λαμβανομένου υπ’ όψη και του ότι οι υπηρετούντες στην Δημοτική Αστυνομία τελούσαν επίσης υπό ιδιαίτερο καθεστώς προσλήψεως εξαιρούμενο κατ’ αρχήν από τον έλεγχο του ΑΣΕΠ (στο οποίο άλλωστε προεβλέπετο από τα σχετικά προεδρικά διατάγματα 23/2002 και 135/2006 και σειρά σωματικών και ψυχολογικών δοκιμασιών που προσιδιάζουν σε ασχολούμενους με την τήρηση της δημοσίας τάξεως), αλλά και υπό ιδιαίτερο υπηρεσιακό καθεστώς ακριβώς λόγω της φύσεως των ασκουμένων από αυτούς καθηκόντων (πρβλ ΠΕ 126/2006 Ολομ.), στο οποίο εφαρμοζόταν συμπληρωματικώς μόνον, όπως εκτίθεται σε προηγούμενη σκέψη, το καθεστώς των υπαλλήλων των Ο.Τ.Α. Εξ άλλου, όπως εκτίθεται επίσης σε προηγούμενη σκέψη προβλέπεται και έχει ήδη υλοποιηθεί με την έκδοση των προβλεπομένων κανονιστικών πράξεων η απορρόφηση του μεγαλύτερου μέρους των υπηρετούντων στην καταργουμένη Δημοτική Αστυνομία σε υπηρεσίες της ΕΛ.ΑΣ και των καταστημάτων κρατήσεως του Υπουργείου Δικαιοσύνης, δηλαδή σε υπηρεσίες παρεμφερείς ως προς τα καθήκοντα με τα ήδη ασκούμενα από τους δημοτικούς αστυνομικούς, αλλά και σε υπηρεσίες άλλων Υπουργείων. Μειοψήφησε η Σύμβουλος Αικατερίνη Σακελλαροπούλου, η οποία υπεστήριξε τα εξής: Ο θεσμός της Δημοτικής Αστυνομίας, ο οποίος προβλέπεται από σειρά νομοθετημάτων, εξαίρεται στις σχετικές εισηγητικές εκθέσεις ως βασικό εργαλείο για την εφαρμογή του προγράμματος των τοπικών αρχών και ως θεσμός με μεγάλη κοινωνική χρησιμότητα (βλ. ιδίως εισηγ. έκθεση ν. 3731/2008). Είναι δε και κατά κοινή πείρα γνωστή η αναγκαιότητά του ιδίως στα μεγάλα αστικά κέντρα, διότι συμβάλλει στην εμπέδωση της ασφάλειας και της εμπιστοσύνης στις τοπικές κοινωνίες, ως εκ τούτου τα αορίστως αναφερόμενα στην αιτιολογική έκθεση του ν. 4172/2013, τα οποία δεν συνοδεύονται από οποιαδήποτε τεκμηρίωση ως προς την αξιολόγηση των υπηρεσιών και του προσωπικού της Δημοτικής Αστυνομίας δεν δικαιολογούν τις επίμαχες ρυθμίσεις, οι οποίες, συνεπώς, παραβιάζουν την κατοχυρούμενη στο άρθρο 103 του Συντάγματος αρχή της ορθολογικής οργάνωσης της Δημόσιας Διοίκησης.
25. Eπειδή, εφ’ όσον κατά τα γενόμενα δεκτά στην προηγούμενη σκέψη, οι αφορώσες την Δημοτική Αστυνομία διατάξεις των ν. 4093/2012 και 4172/2013 είναι σύμφωνες με τα άρθρα 102 και 103 του Συντάγματος, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι οι λόγοι ακυρώσεως, καθώς και οι λόγοι των παρεμβάσεων, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα. Ειδικότερα, με την κατάργηση του θεσμού της Δημοτικής Αστυνομίας δεν παραβιάζεται το τεκμήριο αρμοδιότητος υπέρ των Ο.Τ.Α. σε ζητήματα διαχειρίσεως τοπικών υποθέσεων που κατοχυρώνει το άρθρο 102 παρ. 1 του Συντάγματος, όπως υποστηρίζεται στην υπ’ αριθμ. 89/29-1-2014 παρέμβαση, εφ’ όσον η κατάργηση της Δημοτικής Αστυνομίας δεν συνιστά, όπως προαναφέρθηκε τοπική υπόθεση. Για τον ίδιο λόγο είναι απορριπτέος και ο προβαλλόμενος στην ίδια παρέμβαση ισχυρισμός ότι εν όψει της διατάξεως του άρθρου 102 του Συντάγματος ήταν επιβεβλημένη η προηγούμενη γνώμη των εμπλεκομένων οργανισμών τοπικής αυτοδιοικήσεως περί του θέματος της καταργήσεως της Δημοτικής Αστυνομίας. Εξ άλλου, από τα αναφερόμενα στις συζητήσεις στην Βουλή, κατά την ψήφιση του ν. 4172/2013, σε συνδυασμό με το σύνολο των μέτρων τα οποία απεφάσισε το ελληνικό Κράτος στα πλαίσια ανορθώσεως της εθνικής οικονομίας και εξόδου από την οικονομική κρίση, προκύπτει σαφώς η βούληση του νομοθέτη να επαναφέρει τις αρμοδιότητες που ασκούσε η Δημοτική Αστυνομία στην ΕΛ.ΑΣ. στα πλαίσια ορθότερης και αποδοτικότερης οργανώσεως της αστυνομεύσεως εν γένει, ούτως ώστε η επίμαχη κατάργηση να μην παρίσταται αυθαίρετη και να μην ανακύπτει θέμα αντιθέσεως των σχετικών ρυθμίσεων προς το άρθρο 103 του Συντάγματος.
26. Επειδή, προβάλλεται ακολούθως με την αίτηση και τις παρεμβάσεις 73-80/2014 και 89/2014 ότι η κατ’ εφαρμογή του άρθρου 81 του ν. 4172/2013 θέση των αιτούντων και παρεμβαινόντων σε καθεστώς διαθεσιμότητας συνιστά, κατ’ ουσίαν, υποβιβασμό τους, για τον οποίο απαιτείται προηγούμενη κρίση υπηρεσιακού συμβουλίου, ενώ οι ίδιες ρυθμίσεις πλήσσουν τις κατοχυρούμενες στο άρθρο 103 παρ. 4 του Συντάγματος εγγυήσεις μονιμότητος. Κατά το πρώτο σκέλος του, ο λόγος αυτός παρίσταται απορριπτέος ως αβάσιμος, δεδομένου ότι υποβιβασμό συνιστά μόνο η μετάπτωση υπαλλήλων σε θέση κατώτερου βαθμού και όχι η θέση τους σε διαθεσιμότητα, στο πλαίσιο μιας γενικής αναδιοργάνωσης της Δημόσιας Διοίκησης και μετά από κατάργηση των υπηρεσιών, στις οποίες υπηρετούν, εφ’ όσον μάλιστα προβλέπεται μετάταξή τους σε άλλες υπηρεσίες (πρβλ. ΣΕ 3380/1977 Ολομ.). Κατά το δεύτερο σκέλος του, ο ίδιος λόγος είναι επίσης απορριπτέος, δεδομένου ότι η εγγύηση της μονιμότητος προϋποθέτει την ύπαρξη νομοθετημένης θέσεως (ΣΕ2650/1987 Ολομ., 3190/2013).
27. Επειδή, προβάλλεται από τους αιτούντες και τους παρεμβαίνοντες στις υπ’ αριθμ. 73, 74, 75, 76, 77, 78, 79, 80, και 85/2014 παρεμβάσεις ότι το καθεστώς διαθεσιμότητος αποτελεί «ιδιάζουσα μορφή απόλυσης», στο μέτρο που τυχόν μη απορρόφηση των αιτούντων και παρεμβαινόντων υπαλλήλων από άλλο φορέα επιφέρει τη λύση του δημοσίου δικαίου δεσμού τους με τον Ο.Τ.Α., κατά παραβίαση των δικαιωμάτων τους στην ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητάς τους (5 παρ. 1 Σ.) και στην εργασία (άρθρα 5 παρ. 1 και 22 παρ. 1 Σ.). Κατά το τελευταίο αυτό σκέλος του ο προβαλλόμενος λόγος ακυρώσεως παρίσταται απορριπτέος το μεν ως αβάσιμος, δεδομένου ότι το δικαίωμα στην ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας δεν εμπεριέχει αντίστοιχη της εγγυήσεως της μονιμότητος αξίωση του δημοσίου υπαλλήλου στην εις το διηνεκές παροχή υπηρεσιών (ΣΕ 2719, 2722/2003 7μ., 2902/1984), το δε ως ερειδόμενος επί της εσφαλμένης εκδοχής ότι οι μόνιμοι υπάλληλοι απολαμβάνουν το δικαίωμα στην εργασία, φορείς του οποίου όμως είναι μόνο οι απασχολούμενοι με σχέση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου (ΣΕ 4436/2012, 2516/2003 7μ., 389/2000) και όχι οι πρώτοι, ενόψει της ειδικής νομικής σχέσεως που τους συνδέει με το Κράτος και τους Ο.Τ.Α. και των αυστηρών κανόνων που διέπουν τη σχέση αυτή (πρβλ. ΣΕ 2547/1990). Αντίθετη, άλλωστε, ερμηνευτική εκδοχή θα παρεμπόδιζε την ελευθερία του νομοθέτη να προβαίνει, μετά από κυριαρχική εκτίμηση του δημοσίου συμφέροντος, στην αναδιάρθρωση των δημοσίων υπηρεσιών μέσω του εξορθολογισμού του αριθμού του προσωπικού τους, το οποίο συμφέρον, μάλιστα στην συγκεκριμένη περίπτωση είναι , όπως προαναφέρθηκε και εντονώτερο καθ’ όσον η αστυνομία ανάγεται στον πυρήνα της κρατικής εξουσίας Κατά τα λοιπά, ως προς την προβαλλόμενη παραβίαση του άρθρου 5 παρ. 1 του Συντάγματος ο λόγος παρίσταται επίσης απορριπτέος ως αβάσιμος. Και τούτο, διότι εφόσον γίνεται παγίως δεκτό ότι δεν αντίκειται στο Σύνταγμα το μείζον, ήτοι η απόλυση των υπαλλήλων, των οποίων οι οργανικές θέσεις καταργούνται, πολλώ μάλλον δεν αντίκειται στο Σύνταγμα η καθιέρωση ενός μεταβατικού σταδίου διαθεσιμότητος με καταβολή αποδοχών, κατά τη διάρκεια του οποίου θα παρέχεται στους υπαλλήλους, η δυνατότητα να απορροφηθούν από άλλους φορείς, αναλόγως των προσόντων και της υπηρεσιακής τους επάρκειας.
28. Επειδή, προβάλλεται, περαιτέρω, με τις αιτήσεις και τις παρεμβάσεις ότι οι διατάξεις, με τις οποίες οι αιτούντες και παρεμβαίνοντες τέθηκαν σε καθεστώς διαθεσιμότητας, αντίκεινται στις συνταγματικές αρχές της ισότητας και της αξιοκρατίας, διότι η θέσπισή τους δεν υπήρξε το αποτέλεσμα μιας διαδικασίας αξιολόγησης των υπαλλήλων της Δημοτικής Αστυνομίας στη βάση αντικειμενικών και αξιοκρατικών κριτηρίων, αλλά προϊόν εφαρμογής τυχαίων και συμπτωματικών κριτηρίων, τα οποία οδήγησαν σε «ισοπεδωτική» εφαρμογή του μέτρου της διαθεσιμότητος και χωρίς να συντρέχουν αποχρώντες λόγοι δημοσίου συμφέροντος. Τα ανωτέρω προβάλλονται αλυσιτελώς εν όψει του ότι, όπως έγινε προηγουμένως δεκτό, ο νομοθέτης δεν κωλύεται από κάποια συνταγματική διάταξη να καταργήσει την υπηρεσία της Δημοτικής Αστυνομίας, εν τω συνόλω της και να επαναφέρει τις αρμοδιότητές της στην ΕΛ.ΑΣ., εφ’ όσον το κρίνει σκόπιμο στα πλαίσια ορθολογικώτερης οργανώσεως του τομέα αυτού της δημοσίας διοικήσεως.
29. Επειδή, τα περαιτέρω προβαλλόμενα με την αίτηση και τις παρεμβάσεις υπ’ αριθμ. 73-80/2014, 85/2014 και 89/2014 περί αντιθέσεως των διατάξεων του άρθρου 81 του ν. 4172/2013 προς το άρθρο 2 παρ. 1 του Συντάγματος είναι προδήλως αβάσιμα, προεχόντως λόγω της προαναφερθείσης μέριμνας του νομοθέτη για την απορρόφηση του συνόλου, σχεδόν, του τεθέντος σε διαθεσιμότητα προσωπικού.
30. Επειδή, εν όψει των όσων έχουν γίνει δεκτά περί της εννοίας και της συνταγματικότητος των διατάξεων των ν. 4093/2012 και 4172/2013 αλυσιτελώς προβάλλονται με την αίτηση και τις παρεμβάσεις λόγοι ότι οι διατάξεις του άρθρου 81 του ν. 4172/2013 παραβιάζουν την αρχή της αναλογικότητας, αφ’ ενός μεν διότι δεν επελέγη από τον νομοθέτη λύση ηπιότερη από την κατάργηση της Δημοτικής Αστυνομίας, αφ’ ετέρου δε, διότι το μέτρο της διαθεσιμότητος επιφέρει υπέρμετρους περιορισμούς στο δικαίωμά τους στη μονιμότητα και στην ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας, λαμβανομένου υπόψη ότι οι αποδοχές τους περικόπτονται κατά 25% κατά τη διάρκεια της διαθεσιμότητας.
31. Επειδή, ο προβαλλόμενος με την αίτηση και τις παρεμβάσεις υπ’ αριθμ. 73-80/2014 λόγος ότι οι επίμαχες ρυθμίσεις των ν. 4093/2012 και 4172/2013 παραβιάζουν την αρχή της προστατευόμενης εμπιστοσύνης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος διότι η μακροχρόνια διατήρηση της ισχύος ενός ευνοϊκού για ορισμένη κατηγορία προσώπων νομοθετικού καθεστώτος δεν αποτελεί, κατά το Σύνταγμα, πρόσκομμα για τη μεταβολή του, δεδομένου ότι ο συνταγματικός νομοθέτης, όπου θέλησε να θεσπίσει περιορισμούς στο περιεχόμενο της ρυθμιστικής δράσεως του κοινού νομοθέτη εκφράσθηκε ρητά και ειδικά (άρθρο 78 παρ. 2 του Συντάγματος) και, συνεπώς, ένας γενικός περιορισμός της νομοθετικής λειτουργίας που θα στηριζόταν σε μόνο το επισφαλές κριτήριο του ευνοϊκού για ορισμένη κατηγορία προσώπων χαρακτήρα μιας υφισταμένης ρυθμίσεως θα κατέληγε, ενόψει της ευρύτητός του, στη διαιώνισή της και θα οδηγούσε στην παράλυση της δράσεως του νομοθέτη και τη ματαίωση της, κατά το Σύνταγμα, αποστολής του να ρυθμίσει τις έννομες σχέσεις σύμφωνα με τις επιταγές του δημόσιου συμφέροντος, όπως διαμορφώνονται από τις διαρκώς μεταβαλλόμενες συνθήκες (ΣΕ 7/1997 7μ., 12/1999 7μ., 2347, 2705/2000, 3675/2001, 1466/2003, 1434/2005, 1786/2012). Εξ άλλου, ο κοινός νομοθέτης δεν κωλύεται, κατ’ αρχήν, από την συνταγματική αρχή της προστατευόμενης εμπιστοσύνης να εισάγει ρυθμίσεις διαφορετικές από αυτές που ίσχυαν στο παρελθόν και προς τις οποίες έχουν προσαρμοσθεί και αποβλέψει οι διοικούμενοι, έστω και αν θίγονται υφιστάμενα δικαιώματα ή συμφέροντα αυτών, αρκεί η επιχειρούμενη ρύθμιση να χωρεί κατά τρόπο γενικό, απρόσωπο και αντικειμενικό (ΣΕ 2824/2002 Ολ.).
32. Επειδή, προβάλλεται επίσης από τους αιτούντες και παρεμβαίνοντες στις παρεμβάσεις 73-80/2014, και 89/2014 η αντίθεση του μέτρου της διαθεσιμότητας προς το άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου (ΠΠΠ) ΕΣΔΑ, υπό την έννοια της παραβιάσεως των δικαιωμάτων τους νόμιμης προσδοκίας στην απόληψη μισθών και συντάξεων. Ο λόγος αυτός προβάλλεται κατ’ αρχήν απαραδέκτως (προώρως), δεδομένου ότι δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί η διαδικασία απορροφήσεως των τεθέντων σε διαθεσιμότητα υπαλλήλων σε υπηρεσίες της Κεντρικής και Περιφερειακής Διοικήσεως. Ανεξαρτήτως αυτού, ο ίδιος λόγος παρίσταται απορριπτέος ως αβάσιμος, δεδομένου ότι δεν υφίσταται, εν προκειμένω, νόμιμη προσδοκία των αιτούντων στην εις το διηνεκές διατήρηση του υπαλληλικού τους δεσμού, καθόσον α) τόσο υπό τον προηγούμενο Υπαλληλικό Κώδικα (ν. 2683/1999, Α΄ 19, άρθρο 101) όσο και υπό τον ισχύοντα (ν. 3528/2007, Α΄ 26, άρθρο 154) προβλέπεται διαθεσιμότητα ή και απόλυση λόγω καταργήσεως οργανικής θέσεως και β) είναι πάγια η νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας, κατά την οποία ο νομοθέτης είναι ελεύθερος, κατά τις περί μονιμότητος διατάξεις του Συντάγματος, να καταργεί ολόκληρες υπηρεσίες και να απολύει τους υπαλλήλους, των οποίων οι θέσεις επίσης καταργούνται. Επομένως, οι αιτούντες γνώριζαν ή όφειλαν να γνωρίζουν ότι ο διορισμός τους δεν αποκλείει την απόλυσή τους, προϋποθέσεις που είναι απαραίτητες, κατά τη νομολογία του ΕΔΔΑ, για τη διάγνωση δικαιωμάτων προσδοκίας. Εξ άλλου, η έννομη σχέση δημοσίου δικαίου που συνδέει τον υπάλληλο με την υπηρεσία δεν αποτελεί περιουσιακής φύσεως αξίωση και δεν εμπίπτει στην έννοια της περιουσίας, υπό την ειδικότερη εκδοχή της απώλειας δικαιώματος για απόληψη μελλοντικών μισθών (ΣΕ 1533/2013, 4341/2010 7μ., 995-998/2004).
33. Επειδή, προβάλλεται, με την αίτηση και τις παρεμβάσεις υπ’ αριθμ. 73/2014, 74/2014, 75/2014, 76/2014, 77/2014, 78/2014, 79/2014 και 80/2014 ότι η δεύτερη προσβαλλόμενη πράξη, με την οποία οι αιτούντες και οι παρεμβαίνοντες τέθηκαν σε καθεστώς διαθεσιμότητος, αντίκειται στο άρθρο 81 του ν. 4172/2013, διότι σε αυτό δεν προβλέπεται (σε αντίθεση με τα ισχύοντα για τους σχολικούς φύλακες- άρθρο 80 του ν. 4172/2013- και τους εκπαιδευτικούς-άρθρο 82 του ν. 4172/2013) η θέση τους σε διαθεσιμότητα παρά μόνο σε καθεστώς κινητικότητος, κατ’ άρθρο πρώτο παρ. Ζ΄, υποπερ. Ζ.1 του ν. 4093/2012. Ο λόγος αυτός παρίσταται απορριπτέος ως αβάσιμος, δεδομένου ότι στο άρθρο 81 παρ. 1 και 3 γίνεται ρητή παραπομπή στην υποπαρ. Ζ.2., της παρ. Ζ΄, του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, ήτοι σε διατάξεις προβλέπουσες το μέτρο της διαθεσιμότητος. Άλλωστε, στο πλαίσιο του συστήματος των ρυθμίσεων των άρθρων πρώτου παρ. Ζ΄, υποπαρ. Ζ.1 και Ζ.2 και 90-92 του ν. 4172/2013, η κινητικότητα ενός υπαλλήλου προϋποθέτει την προηγούμενη θέση του σε καθεστώς διαθεσιμότητας.
34. Επειδή, τέλος, απαραδέκτως προβάλλονται με την παρέμβαση υπ’ αριθμ. 71/2014 λόγος περί παραβιάσεως του άρθρου 74 του Συντάγματος, με την παρέμβαση υπ’ αριθμ. 85/2014 λόγος περί καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος εκ μέρους του Ελληνικού Δημοσίου κατά παράβαση του άρθρου 25 παρ. 3 του Συντάγματος και με την παρέμβαση υπ’ αριθμ. 89/2014 λόγος περί παραβιάσεως του άρθρου 4 του Μέρους ΙΙ του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Χάρτη, εφόσον με αυτούς τίθενται ζητήματα που δεν τίθενται με την αίτηση που εισήχθη στην Ολομέλεια κατ’ εφαρμογή του θεσμού της πρότυπης δίκης του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3900/2010.
Διά ταύτα
Απορρίπτει την κρινόμενη αίτηση και τις παρεμβάσεις
Διατάσσει την κατάπτωση του κατατεθέντος παραβόλου
Επιβάλλει συμμέτρως στους αιτούντες την δικαστική δαπάνη του Δήμου Ηρακλείου Κρήτης, ανερχόμενη σε τετρακόσια εξήντα (460) ευρώ.
Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 17 Μαρτίου 2014 και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 9ης Ιανουαρίου 2015.
Ο Πρόεδρος Η Γραμματέας


Σωτ. Αλ. Ρίζος Μ. Παπασαράντη


ΣΤΟ ΟΝΟΜΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΛΑΟΥ
Εντέλλεται προς κάθε δικαστικό επιμελητή να εκτελέσει όταν του το ζητήσουν την παραπάνω απόφαση, τους Εισαγγελείς να ενεργήσουν κατά την αρμοδιότητά τους και τους Διοικητές και τα άλλα όργανα της Δημόσιας Δύναμης να βοηθήσουν όταν τους ζητηθεί.
Η εντολή πιστοποιείται με την σύνταξη και την υπογραφή του παρόντος.
Αρχή
 4 ΣτΕ 17/2015 (Ολομέλεια)
19/1/2015
Οδηγίες για την κινητικότητα των Δημοτικών Αστυνομικών που έχουν τεθεί σε διαθεσιμότητα - Καθορισμός της διαδικασίας επιλογής των προς μετάταξη ή μεταφορά υπαλλήλων, των κριτηρίων επιλογής και κατάταξής τους καθώς και του τρόπου μοριοδότησής τους

Αριθμός 17/2015
ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ
ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 7 Φεβρουαρίου 2014, με την εξής σύνθεση: Σωτ. Ρίζος, Πρόεδρος, Αθ. Ράντος, Ν. Ρόζος, Αντιπρόεδροι του Συμβουλίου της Επικρατείας, Δ. Μαρινάκης, Αικ. Σακελλαροπούλου, Μ.-Ελ. Κωνσταντινίδου, Μ. Γκορτζολίδου, Ε. Αντωνόπουλος, Α. Ντέμσιας, Σπ. Χρυσικοπούλου, Μ. Παπαδοπούλου, Ε. Κουσιουρής, Κ. Φιλοπούλου, Θ. Αραβάνης, Α. Χλαμπέα, Π. Μπραΐμη, Σ. Βιτάλη, Β. Κίντζιου, Θ. Τζοβαρίδου, Σύμβουλοι, Κ. Λαζαράκη, Σπ. Καρύδα, Μ. Μπαμπίλη, Πάρεδροι. Από τους ανωτέρω οι Σύμβουλοι Μ. Γκορτζολίδου και Σ. Βιτάλη καθώς και η Πάρεδρος Κ. Λαζαράκη μετέχουν ως αναπληρωματικά μέλη, σύμφωνα με το άρθρο 26 παρ. 2 του ν. 3719/2008. Γραμματέας η Μ. Παπασαράντη.
Για να δικάσει την από 6 Δεκεμβρίου 2013 αίτηση:
των: 1. Μαρίας Αντωνοπούλου του Δημητρίου, κατοίκου Πειραιά, 2. Αγάπης Παπαδογεωργοπούλου του Ιωάννη, κατοίκου Αθηνών, 3. Άγγελου Αξαρλή του Παναγιώτη, κατοίκου Σπάτων, 4. Άγγελου Δημητρίου του Κωνσταντίνου, κατοίκου Σπάτων Αρτέμιδος, 5. Αθανασίας Γιαννακοπούλου του Χαραλάμπους, 6. Αθανασίας Ματζουρούλια του Δημητρίου, κατοίκων Αμαρουσίου, 7. Αθανάσιου Μιχαλόπουλου του Θεοδώρου, κατοίκου Πάτρας, 8. Αθανάσιου Σαγώνα του Ευστρατίου, κατοίκου Χολαργού, 9. Αθανάσιου Στεργίου του Μιχαήλ, κατοίκου Αθηνών, 10. Αθανάσιου Τζελίλη του Ιωάννη, κατοίκου Θεσσαλονίκης, 11. Αικατερίνης Βασιλοπούλου του Παναγιώτη, κατοίκου Βύρωνα, 12. Αικατερίνης Ρέντα του Γεωργίου, 13. Αικατερίνης Σεφέρη του Ευθυμίου, κατοίκων Αθηνών, 14. Αικατερίνης Σπηλιωτακάρα του Ευαγγέλου, κατοίκου Ηλιούπολης, 15. Αικατερίνης Σταυροπούλου του Αλέξιου, κατοίκου Αχαρνών, 16. Αικατερίνης Συκαρά του Κωνσταντίνου, κατοίκου Βάρης, 17. Αιμιλίας Μπαγλάρμπαση του Νικολάου, κατοίκου Αθηνών, 18. Αλεξάνδρας Βασιλείου του Δημητρίου, κατοίκου Πειραιά, 19. Αλεξάνδρας Κύρλα του Σιδέρη, κατοίκου Φυλής, 20. Αλεξάνδρου Αθανασίου του Γεωργίου, κατοίκου Αθηνών, 21. Αλεξάνδρου Μανωλάκου του Βενετσάνου, κατοίκου Γλυφάδας, 22. Αλέξανδρου Τζιλιλή του Γερασίμου, κατοίκου Πάτρας, 23. Αλέξη Αλωνιστιώτη του Νικολάου, κατοίκου Νέας Σμύρνης, 24. Αλίκης Ντελάκη του Νικολάου, κατοίκου Αθηνών, 25. Αναστασίας Γραμματικοπούλου του Παναγιώτη, κατοίκου Γλυφάδας, 26. Αναστασίας Μαρίας Βρυώνη του Σπυρίδωνος, κατοίκου Σπάτων, 27. Αναστασίου Αλεξανδρή του Ευθυμίου, 28. Αναστασίου Γαζέτα του Χρήστου, 29. Αναστασίου Γκούμα του Ευαγγέλου, 30. Αναστασίου Κομμάτα του Κωνσταντίνου, 31. Αναστασίου Παπαγιάννη του Γεωργίου, 32. Ανδρέα Γιοβανάκη του Στυλιανού, 33. Άννας Διώδου του Σταύρου, κατοίκων Αθηνών, 34. Άννας Καρρά του Ιωάννη, κατοίκου Θεσσαλονίκης, 35. Άννας Σιαμπάνη του Δημητρίου, κατοίκου Ηλιούπολης, 36. Αντιγόνης Μπαλωμένου του Γεωργίου, κατοίκου Ιλίου, 37. Αντωνίου Ζαχαρία του Στυλιανού, κατοίκου Αθηνών, 38. Αργυρώς Κουκή του Μάριου, κατοίκου Χίου, 39. Αριστέας Τζινέρη του Παντελή, 40. Αριστείδη Θούα του Βασιλείου, 41. Αχιλλέα Πορή του Κωνσταντίνου, κατοίκων Αθηνών, 42. Βαίας Γάτσιου του Κωνσταντίνου, κατοίκου Θεσσαλονίκης, 43. Βασιλείου Γεωργακόπουλου του Θεμιστοκλή, κατοίκου Ξάνθης, 44. Βασίλειου Μέντζου του Αλκιβιάδη, κατοίκου Αθηνών, 45. Βασιλείου Ντάφλου του Ναπολέοντος, κατοίκου Αθηνών, 46. Βασιλείου Παπαδόπουλου του Ευάγγελου, κατοίκου Τριπόλεως, 47. Βασιλικής Παπακωνσταντίνου του Κωνσταντίνου, 48. Βασιλικής Σκανδάλη του Γρηγορίου, κατοίκων Πειραιά, 49. Βασιλικής Σταμάτη του Ιωάννη, κατοίκου Χαλκηδόνας, 50. Βίκυς Δουκάκη του Σπυρίδωνος, κατοίκου Ιλίου, 51. Βλάσιου Κολοκοντέ του Κωνσταντίνου, κατοίκου Αμαρουσίου, 52. Γαρυφαλλιάς Σαμαρά του Δημητρίου, 53. Γεωργίας Πριάγγελου του Αντωνίου, 54. Γεωργίου Αγγέλου του Αποστόλου, 55. Γεωργίου Βασιλομανωλάκη του Αντωνίου, κατοίκων Αθηνών, 56. Γεωργίου Ιερωνυμάκη του Μιχαήλ, κατοίκου Χαλκηδόνας, 57. Γεώργιου Καρκάνη του Δημητρίου, κατοίκου Φυλής, 58. Γεωργίου Κράλογλου του Ιωσήφ, κατοίκου Νέας Σμύρνης, 59. Γεωργίου Λιούτα του Ευαγγέλου, κατοίκου Αθηνών, 60. Γεωργίου Λυκουρίνα του Ιωάννη, κατοίκου Χίου, 61. Γεωργίου Μπατιστάτος του Οδυσσέα, κατοίκου Πύργου, 62. Γεωργίου Μπουντούρη του Χρήστου, 63. Γεωργίου Νίκου του Δημητρίου, 64. Γεωργίου Ντάνου του Αντωνίου, κατοίκων Αθηνών, 65. Γεωργίου Σιδηρόπουλου του Βασιλείου, κατοίκου Αμαρουσίου, 66. Γεωργίου Σουλιώτη του Παναγιώτη, κατοίκου Αθηνών, 67. Γεωργίου Στάμου του Πανουργιά, κατοίκου Ελευσίνας, 68. Γεωργίου Σωτηρίου του Νικολάου, κατοίκου Αθηνών, 69. Γεωργίου Τσακού του Νικολάου, κατοίκου Χίου, 70. Γεωργίου Τσιλογιάννη του Χρήστου, 71. Γεωργίου Τσιπόκα του Νικολάου, 72. Γρηγορίου Μερκουλίδη του Εμμανουήλ, 73. Δανάης Μακρυγιάννη του Κωνσταντίνου, 74. Δάφνης Παπαϊωάννου του Νικολάου, 75. Δάφνης Σπυροπούλου του Αναστασίου, 76. Δήμητρας Αθανασίου του Λουκά, 77. Δήμητρας Δελοπούλου του Γεωργίου, κατοίκων Αθηνών, 78. Δήμητρας Σιώρα του Εμμανουήλ, κατοίκου Πειραιά, 79. Δημητρίου Αντωνάκου του Μιχαήλ, 80. Δημητρίου Ζαβιτσάνου, κατοίκων Αθηνών, 81. Δημητρίου Ζαρέντη του Ιωάννη, κατοίκου Αγρινίου, 82. Δημητρίου Καρέτσα του Θωμά, κατοίκου Γρεβενών, 83. Δημητρίου Κοντογιαννίδη του Θεόδωρου, κατοίκου Γλυφάδας, 84. Δημητρίου Κωνσταντίνου του Γεωργίου, κατοίκου Αθηνών, 85. Δημητρίου Κώστα του Παύλου, κατοίκου Γλυφάδας, 86. Δημητρίου Μάντζιου του Χρήστου, κατοίκου Ιωαννίνων, 87. Δημητρίου Μυλωνά του Σπυρίδωνος, 88. Δημητρίου Μυρογιάννη του Βασιλείου, κατοίκων Αθηνών, 89. Δημητρίου Φιλόπουλου του Λεωνίδα, κατοίκου Αιγάλεω, 90. Δημητρίου Φλώρου του Ιωάννη, κατοίκου Ιλίου, 91. Δημητρίου Χαβιάρα του Παναγιώτη, κατοίκου Χίου, 92. Ειρήνης Ζαούτη του Ηλία, 93. Ειρήνης Χρυσοβαλάντου Γούτσια του Λάμπρου, κατοίκων Αθηνών, 94. Ελένης Αλευρά του Χρήστου, κατοίκου Κορδελιού Ευόσμου, 95. Ελένης Γαντζίδου του Δημητρίου, κατοίκου Γλυφάδας, 96. Ελένης Διβάνη του Αντωνίου, κατοίκου Παλλήνης, 97. Ελένης Ζαφείρη του Χριστοφόρου, κατοίκου Βύρωνα, 98. Ελένης Καντεράκη του Γεωργίου, κατοίκου Χίου, 99. Ελένης Κλάδου του Νικολάου, κατοίκου Χαλκηδόνας, 100. Ελένης Τρομπούκη του Γεωργίου, κατοίκου Ναυπακτίας, 101. Ελευθερίας Μάνθου του Χριστοφόρου, κατοίκου Αθηνών, 102. Ελευθέριου Δόλιαρη του Χρήστου, κατοίκου Ξάνθης, 103. Ελπίδας Δουνάβη του Μάριου, 104. Ευαγγελίας Βότση του Βασιλείου, κατοίκων Ιλίου, 105. Ευάγγελου Βαρελά του Κωνσταντίνου, κατοίκου Αθηνών, 106. Ευάγγελου Γλύπτη του Παναγιώτη, κατοίκου Πατρέων, 107. Ευάγγελου Θώδου του Θεοδώρου, κατοίκου Πειραιά, 108. Ευάγγελου Παπακώστα του Νικολάου, κατοίκου Ασπροπύργου, 109. Ευάγγελου Πρωτονοτάριου του Αθανασίου, κατοίκου Αρτέμιδος, 110. Ευαγγέλου Ρέντα του Ιπποκράτη, κατοίκου Θεσσαλονίκης, 111. Ευαγγέλου Στίγκα του Δημητρίου, 112. Ευαγγέλου Φουντουλάκη του Ηλία, 113. Ευθυμίας Πελεκάνου του Βασιλείου, 114. Ευθυμίου Παπαευθυμίου του Ηλία, κατοίκων Αθηνών, 115. Ευριπίδη Αλεξόπουλου του Αντωνίου, κατοίκου Ξάνθης, 116. Ευσταθίου Βαγενά του Δημητρίου, κατοίκου Αθηνών, 117. Ευσταθίου Μάνη του Βασιλείου, κατοίκου Νέας Σμύρνης, 118. Ευστράτιου Σιφνάκη του Κυριάκου, κατοίκου Νίκαιας, 119. Ευτέρπης Καββαδία του Ιωάννη, κατοίκου Αγρινίου, 120. Ευτυχίας Ξουρίδα του Γεωργίου, 121. Ευφροσύνης Αρχνιώτη του Αθανασίου, κατοίκων Αθηνών, 122. Ζωής Γεωργίου του Χρήστου, κατοίκου Ευόσμου, 123. Ηρώς Πυρλή του Ιωάννη, κατοίκου Βύρωνα, 124. Θεοδώρας Κοτινοπούλου του Δημητρίου, κατοίκου Αχαρνών, 125. Θεοδώρας Τρανάκα του Σπυρίδωνος, κατοίκου Αθηνών, 126. Θεοδώρου Κατσούκα του Πασχάλη, κατοίκου Κορδελιού, 127. Θεοδώρου Ρέππα-Ξημητού, 128. Θεοδώρου Τάσιου του Δημητρίου, κατοίκων Αθηνών, 129. Θεόφιλου Αφουξενίδη του Παντελή, κατοίκου Ασπροπύργου, 130. Θωμά Αντωνίου του Αριστείδη, κατοίκου Αθηνών, 131. Ιάκωβου Τσαγκουρνή του Κωνσταντίνου, κατοίκου Βάρης, 132. Ιάσωνα Μιχαήλ Κοντομίχαλου του Ανδρέα, κατοίκου Αθηνών, 133. Ινάσιας-Ελευθερίας Βαρελάκη του Βασιλείου, κατοίκου Ηλιούπολης, 134. Ισίδωρου Συκαρά του Κωνσταντίνου, κατοίκου Γλυφάδας, 135. Ιωάννας Δερβένη του Ζήση, κατοίκου Αθηνών, 136. Ιωάννη Δημητριάδη του Κωνσταντίνου, κατοίκου Κορδελιού, 137. Ιωάννη Δημητρούλη του Νικολάου, κατοίκου Χίου, 138. Ιωάννη Καπετανάκη του Αντωνίου, κατοίκου Παλλήνης, 139. Ιωάννη Καραμπιμπέρη του Κωνσταντίνου, κατοίκου Ευόσμου, 140. Ιωάννη Κόκιου του Ηλία, 141. Ιωάννη Λεωνιδάκη του Γεωργίου, 142. Ιωάννη Μαντζαβίνου του Γεωργίου, κατοίκων Αθηνών, 143. Ιωάννη Μαρίνη του Δημητρίου, κατοίκου Φυλής, 144. Ιωάννη Μαριούλης του Αθανασίου, κατοίκου Ξάνθης, 145. Ιωάννη Μιλτιάδη Βαμβακάκη του Γεωργίου, κατοίκου Χανίων, 146. Ιωάννη Παναγιώτου του Γεωργίου, κατοίκου Βουλιαγμένης, 147. Ιωάννη Πανέρη του Ανδρέα, κατοίκου Χίου, 148. Ιωάννη Παπαδόπουλου του Ανδρέα, κατοίκου Φυλής, 149. Ιωάννη Παπαϊωάννου του Αντωνίου, κατοίκου Αθηνών, 150. Ιωάννη Πασβάντη του Εμμανουήλ, κατοίκου Χίου, 151. Καρολίνας Καββαδία του Σπυρογεράσιμου, κατοίκου Αθηνών, 152. Κυριακής Μαγουλιώτη του Κωνσταντίνου, κατοίκου Ευόσμου, 153. Κυριάκου Μιχαηλίδη του Δημητρίου, κατοίκου Αθηνών, 154. Κωνσταντίας Τσιολάκη του Θωμά, κατοίκου Ηλιούπολης, 155. Κωνσταντίας Χριστούλα του Γεωργίου, κατοίκου Βουλιαγμένης, 156. Κωνσταντίνας Μακρή του Ιωάννη, κατοίκου Ιλίου, 157. Κωνσταντίνου Βασιλόπουλου του Νικολάου, κατοίκου Φυλής, 158. Κωνσταντίνου Γιαννακοβίτη του Γεωργίου, κατοίκου Αθηνών, 159. Κωνσταντίνου Γρυπάρη του Ανδρέα, κατοίκου Κηφισιάς, 160. Κωνσταντίνου Δραμισιώτη του Χαράλαμπου, κατοίκου Περιστερίου, 161. Κωνσταντίνου Κανέλλου του Ευαγγέλου, 162. Κωνσταντίνου Κονταράτου του Ιωάννη, 163. Κωνσταντίνου Κουλέντη του Δημητρίου, 164. Κωνσταντίνου Μάργαρη του Ηλία, 165. Κωνσταντίνου Σιάμου του Ευθυμίου, κατοίκων Αθηνών, 166. Κωνσταντίνου Στάθη του Δημητρίου, κατοίκου Ηλιούπολης, 167. Κωνσταντίνου Τζωρτζάκη του Χαρίλαου, 168. Κωνσταντίνου Τσαγκαλίδη του Νικολάου, κατοίκων Αθηνών, 169. Κωνσταντίνου Τσιριμπάκα του Γεωργίου, κατοίκου Θεσσαλονίκης, 170. Κωνσταντίνου Τσώνου του Αθανασίου, κατοίκου Αθηνών, 171. Κωνσταντίνου Χριστολουκά του Ευσταθίου, κατοίκου Αμαρουσίου, 172. Κωνσταντίνου Γιώτη του Ιωάννη, κατοίκου Κορδελιού, 173. Κώστα Νότα του Πολυχρόνιου, κατοίκου Μυκόνου, 174. Λάμπρου Σοφούρη του Γεωργίου, κατοίκου Αθηνών, 175. Λεωνίδα Κατάκη του Μιχαήλ, κατοίκου Χανίων, 176. Λεωνίδα Κοσμά του Μάρκου, 177. Λουκά Παπαθανασίου του Ιωάννη, κατοίκων Αθηνών, 178. Μαριάννας Γκίκα του Ευαγγέλου, κατοίκου Μεταμόρφωσης, 179. Μαρίας Αγραπίδη του Γεωργίου, κατοίκου Πειραιά, 180. Μαρίας Αναστασιάδη του Σπυρίδωνος, κατοίκου Χαλκηδόνας, 181. Μαρίας Αναστασιάδου του Ευάγγελου, κατοίκου Θεσσαλονίκης, 182. Μαρίας Καχέλου του Παναγιώτη, κατοίκου Αθηνών, 183. Μαρίας Κοτσίνα του Δημητρίου, κατοίκου Ιλίου, 184. Μαρίας Λαϊνά του Αλεξίου, κατοίκου Ασπροπύργου, 185. Μαρίας Παπαδοπούλου του Δημητρίου, κατοίκου Πειραιά, 186. Μαρίας Συρίγου του Ιωάννη, κατοίκου Ηλιούπολης, 187. Μαρίας Τσίπη του Σοφοκλή, 188. Μαρίνας Αλατοπούλου του Κωνσταντίνου, κατοίκων Αθηνών, 189. Μαρίνας Ιωαννίδη του Κωνσταντίνου, κατοίκου Φυλής, 190. Μαρίνας Λάππα του Δημητρίου, κατοίκου Αθηνών, 191. Μάρκελλου Αναγνωστάκη του Ελευθερίου, κατοίκου Χίου, 192. Μιχαήλ Αναστόπουλου του Βασιλείου, κατοίκου Λουτρακίου, 193. Μιχαήλ Ζαφείρη του Φωτίου, κατοίκου Φιλοθέης Ψυχικού, 194. Μιχαήλ Κυριαλλίδη του Πάτροκλου, κατοίκου Βάρης, 195. Μιχαήλ Μαυρομάτη του Βασιλείου, 196. Μιχάλη Μιλτιάδη Νικητίδη του Δημητρίου, κατοίκων Αθηνών, 197. Ναταλίας Αποστολοπούλου του Κωνσταντίνου, κατοίκου Ηλιούπολης, 198. Νέστωρος Θωμόπουλου του Θωμά, κατοίκου Αμαρουσίου, 199. Νικολάου Δελημήτη του Κωνσταντίνου, κατοίκου Αθηνών, 200. Νικολάου Δημητρούκα του Παναγιώτη, κατοίκου Κεφαλλονιάς, 201. Νικολάου Καραγιάννη του Γεωργίου, κατοίκου Τρίπολης, 202. Νικολάου Καττή του Ηλία, κατοίκου Αθηνών, 203. Νικολάου Κισσάνη του Γεωργίου, κατοίκου Χίου, 204. Νικολάου Λιόνα του Κωνσταντίνου, κατοίκου Αθηνών, 205. Νικολάου Μακρή του Γεωργίου, κατοίκου Ηλιούπολης, 206. Νικολάου Μπαλοδήμας του Ανέστη, κατοίκου Βύρωνα, 207. Νικόλαου Παμπουκτσή του Φώτιου, κατοίκου Ευόσμου, 208. Νικολάου Παπανικολάου του Ευαγγέλου, κατοίκου Αθηνών, 209. Νικολάου Σύρπα του Κωνσταντίνου, κατοίκου Κορδελιού, 210. Νικολάου Τσιτζηρα του Πέτρου, 211. Νικολάου Χριστοφιλάκη του Αθανασίου, κατοίκων Αθηνών, 212. Ξανθούλας Γρυπαίου του Αναστασίου, κατοίκου Αίγινας, 213. Παναγιώτας Αρετής Οικονομοπούλου του Ηλία, 214. Παναγιώτας Δημοπούλου του Γεωργίου, 215. Παναγιώτας Κανδρή του Παύλου, κατοίκων Αθηνών, 216. Παναγιώτη Αδαμόπουλου του Αθανασίου, κατοίκου Ηλιούπολης, 217. Παναγιώτη Γκαργκάσουλα του Χρήστου, κατοίκου Τρίπολης, 218. Παναγιώτη Δρούλια του Κωνσταντίνου, κατοίκου Αμαρουσίου, 219. Παναγιώτη Ζαρωτιάδη του Βασιλείου, κατοίκου Ξάνθης, 220. Παναγιώτη Καρακατσάνη του Γεωργίου, κατοίκου Πειραιά, 221. Παναγιώτη Κατρή του Δημητρίου, κατοίκου Αθηνών, 222. Παναγιώτη Μπούση του Σταύρου, κατοίκου Φυλής, 223. Παναγιώτη Παϊδούση του Κωνσταντίνου, κατοίκου Χίου, 224. Παναγιώτη Παναγιωτά του Δημητρίου, κατοίκου Ρόδου, 225. Παναγιώτη Παναγιωτίνου του Μηνοπαναγιώτη, κατοίκου Αθηνών, 226. Παναγιώτη Παναγόπουλου του Βασιλείου, κατοίκου Βάρης, 227. Παντελεήμονος Πασχαλίδη του Αλέξανδρου, κατοίκου Χαλκηδόνας, 228. Παρασκευής Αλάμπη του Ευαγγέλου, κατοίκου Ελευσίνας, 229. Παρασκευής Γασπαρινάτου του Γεράσιμου, κατοίκου Αθηνών, 230. Παρασκευής Κιτσιάκη του Δημητρίου, κατοίκου Λαμίας, 231. Παρασκευής Μαρμαγγέλου του Ευαγγέλου, κατοίκου Καβάλας, 232. Παύλου Ξιφαρά του Νικολάου, κατοίκου Αιγάλεω, 233. Περικλή Τσικρικού του Δημητρίου, κατοίκου Φυλής, 234. Πέτρου Λυμπέρη του Γεωργίου, κατοίκου Αθηνών, 235. Πέτρου Ποταμιανου του Γεωργίου, κατοίκου Βουλιαγμένης, 236. Πολύμνιας Λιβανού του Ιωάννη, κατοίκου Παλλήνης, 237. Σοφίας Δαμάλα του Βησσαρίωνα, κατοίκου Αθηνών, 238. Σοφίας Ζυρνόβαλη του Γεωργίου, κατοίκου Πάτρας, 239. Σοφίας Καββαδία του Αρίστου, κατοίκου Χίου, 240. Σοφίας Μαρίας Βασάλου του Ελευθερίου, κατοίκου Ηλιούπολης, 241. Σοφίας Ματζουρούλια του Δημητρίου, κατοίκου Πάτρας, 242. Σοφίας Ρούζη του Ελευθερίου, 243. Σπυρίδωνα Μαυράκη του Νικολάου, κατοίκων Αθηνών, 244. Σπυρίδωνα Γαλάνη του Αθανασίου, κατοίκου Ηλιούπολης, 245. Σπυρίδωνα Καραντινού του Γεωργίου, κατοίκου Αθηνών, 246. Σπυρίδωνα Πατεράκη του Παναγιώτη, κατοίκου Χανίων, 247. Σπυρίδωνος Παπαδόπουλου του Φωτίου, 248. Σταμάτη Ρισκάκη του Πέτρου, κατοίκων Χίου, 249. Σταύρου Αυγουλη του Μιχαήλ, κατοίκου Φυλής, 250. Σταύρου Χατζηηλία του Ηλία, κατοίκου Θεσσαλονίκης, 251. Σταυρούλας Κολοβού του Γεωργίου, κατοίκου Φυλής, 252. Σταυρούλας Λιανού του Παναγιώτη, κατοίκου Βύρωνα, 253. Στεφάνου Ράπτη του Δημητρίου, 254. Στέφανου Σπυρόπουλου του Διονυσίου, 255. Στέφανου Τσουτσάνη του Νικολάου, 256. Στυλιανής Βέρρου του Αλεξάνδρου, 257. Στυλιανού Καλικάμη του Θεοδώρου, κατοίκων Αθηνών, 258. Σωτηρίας Γαρούφαλη του Δημητρίου, κατοίκου Μεταμόρφωσης, 259. Σωτηρίου Λουτράδη του Νικολάου, 260. Σωτηρίου Μαστροδήμου του Νικολάου, 261. Φωτίου Πατερομιχελάκη του Εμμανουήλ, κατοίκων Αθηνών, 262. Χαραλάμπου Γιαννόπουλου του Ευσταθίου, κατοίκου Ασπροπύργου, 263. Χαράλαμπου Κλημεντίδη του Μιχαήλ, κατοίκου Αθηνών, 264. Χρήστου Γκότση του Μιχαήλ, κατοίκου Ευόσμου, 265. Χρήστου Δεληδήμου του Νικολάου, κατοίκου Αθηνών, 266. Χρήστου Ηλιάδη του Αλέξανδρου, κατοίκου Ξάνθης, 267. Χρήστου Κασίμη του Φώτιου, κατοίκου Χαλκηδόνας, 268. Χρήστου Πασχαλίδη του Νικολάου, κατοίκου Θεσσαλονίκης, 269. Χρήστου Τσιγάρα του Αποστόλου, 270. Χρήστου Χατζησάββα του Μηνά, κατοίκων Αθηνών, 271. Χριστιάνας Μπακάλη του Λεωνίδα, κατοίκου Ιλίου, 272. Χριστίνας Κιτσαντά του Βασιλείου, κατοίκου Παλλήνης, 273. Χρυσοβαλάντου Κουγιούλη του Ιωάννη, κατοίκου Χίου, 274. Χρυσόστομου Τοτολίδη του Σταύρου, κατοίκου Θεσσαλονίκης, 275. Ιωάννη Παπασπύρου του Δημητρίου, κατοίκου Αθηνών, 276. Σωτηρίας Κολίντζα του Παναγιώτη, κατοίκου Πειραιά, 277. Αθανασίου Γκιόρτου του Αναστασίου, κατοίκου Πρέβεζας, 278. Παναγιώτας Τσολάτη του Αποστόλου, κατοίκου Αχαρνών, 279. Χρήστου Σταυρόπουλου του Κωνσταντίνου, κατοίκου Αρταίων, 280. Ανδρομάχης Τσόλη του Σπυρίδωνος, κατοίκου Κορδελιού, 281. Γεώργιου Σιδηρόπουλου του Βασιλείου, κατοίκου Αμαρουσίου, 282. Λεοντίας Χερεστανίδου του Γεωργίου, 283. Ελισάβετ Σιμιτοπούλου του Θεοδώρου, κατοίκων Κορδελιού, 284. Αντώνιου Δημητρίου του Δημητρίου, κατοίκου Ηγουμενίτσας, 285. Νικολάου Παρτσινέβελου του Αντωνίου, 286. Κυριάκου Κάσση του Νικολάου, κατοίκων Αθηνών, 287. Κωνσταντίνου Αρβάλη του Γρηγορίου, κατοίκου Βάρης, 288. Ζωής Πλιάτσικα του Νικολάου, κατοίκου Αμαρουσίου, 289. Μαργαρίτας Ζιτζιλαίου του Χρήστου, κατοίκου Γλυφάδας, η οποία με την από 10 Δεκεμβρίου 2013 έγγραφη δήλωσή της παραιτείται από το δικόγραφο της κρινόμενης αίτησης, 290. Σταύρου Ναζιράκη του Κωνσταντίνου, 291. Νικόλαου Χαραλαμπίδη του Γεωργίου, κατοίκων Ξάνθης, 292. Σπυριδούλας Φέσσα του Βασιλείου, κατοίκου Βύρωνα, 293. Γρηγορίου Αντικιάν του Σπυρίδωνος, κατοίκου Αιγάλεω, 294. Λάζαρου Νικολάου του Δημητρίου, κατοίκου Αθηνών, 295. Ελένης Ρούσσου του Αθανασίου, κατοίκου Αιγάλεω, 296. Αλέξανδρου Καλτσά του Παντελεήμονος, κατοίκου Αμαρουσίου, 297. Ελισάβετ Ζέππου του Νικολάου, 298. Ελένης Νίκαρη του Θωμά, κατοίκων Παπάγου Χολαργού, 299. Ελένης Λαμπροπούλου του Σπυρίδωνα, κατοίκου Πάτρας, 300. Μαρίας Γαλανού του Φώτιου, κατοίκου Χολαργού, 301. Αγγελικής Δράκου του Θωμά, κατοίκου Αμαρουσίου, 302. Ευσταθίας Θεοφιλά του Άγγελου, 303. Μαρίας Καράμπουλη του Χρήστου, 304. Γεώργιου Τζελέπη του Θεόδωρου, 305. Γεώργιου Αλεξόπουλου του Αθανασίου, 306. Ελένης Μπάρκλεση του Χρήστου, 307. Αθηνάς Νταφογιάννη του Νικολάου, 308. Σπυρίδωνος Καζάκου του Δημητρίου, 309. Δημητρίου Διαμαντόπουλου του Κωνσταντίνου, 310. Δημητρίου Βύνια του Κωνσταντίνου, 311. Ιωάννη Κιτσάκη του Γεωργίου, 312. Γεράσιμου Λαμπρόπουλου του Ηλία, 313. Φωτεινής Δοξαρά του Βασιλείου, 314. Λεωνίδα Χάρτα του Χαραλάμπου, 315. Ευστρατίας Βάρλα του Αλέξανδρου, 316. Αναστασίας Παστουρματζή του Παναγιώτη, κατοίκων Πάτρας, 317. Αχιλλέα Τζελιλή του Ιωάννη, κατοίκου Θεσσαλονίκης, 318. Μαρίας Βουτσίνου του Μάρκου, 319. Μαρίας Κατσάνη του Στυλιανού, κατοίκων Αμαρουσίου, 320. Ζηνοβίας Βουτσίνου του Μάρκου, 321. Μαρίας Κλησιάρη του Κλέαρχου, κατοίκων Χαϊδαρίου, 322. Βασιλικής Δουκάκη του Σπυρίδωνος, κατοίκου Ιλίου, 323. Στεφάνου Σπυρόπουλου του Διονυσίου, κατοίκου Αθηνών, 324. Θεοφάνη Παπαδόπουλου του Κυριάκου, κατοίκου Βύρωνα, 325. Αικατερίνης Κάκκα του Γεωργίου, 326. Τζούλιας Μανωλάκου του Γεωργίου, κατοίκων Αθηνών, 327. Σταυρούλας Χαλδέζου του Ιωάννη Μιλτιάδη, κατοίκου Περιστερίου, 328. Αντωνίας Σκιαδά του Νικολάου, κατοίκου Αγρινίου, 329. Ευδοκίας Καραντζάλη του Γεωργίου, 330. Σωτηρίας Γαρούφαλη του Δημητρίου, 331. Ελένης Ελευθεριάδου του Ιωάννη, 332. Ιωάννη Μπίστα του Αλεξίου, 333. Σταυρούλας Βασιλοπούλου του Βασιλείου, 334. Χριστίνας Σουρλαντζή του Νικολάου, 335. Μαριάννας Γκίκα του Ευάγγελου, 336. Κωνσταντίνας Δράκου του Θεοδώρου, 337. Χριστίνας Ευαγγελάκου του Αγγελή, 338. Θεοδώρας Αθανασίου του Ανδρέα, κατοίκων Μεταμόρφωσης, 339. Ελένης Πολυγένη του Ιωάννη, 340. Χρήστου Φίλιππα του Δημητρίου, 341. Κωνσταντίνου Καλλιμάνη του Χρήστου, 342. Πέτρου Μπερτόλη του Γεωργίου, 343. Ευρυπίδη Κακαβούλια του Στυλιανού, 344. Παντελεήμονος Δημητριάδη του Χαράλαμπου, κατοίκων Μαραθώνα, 345. Κωνσταντίνας Καυγά του Σπηλιου, 346. Στεργιανής Κοτρώτσιου, 347. Ιωάννας Τσουτσουλιανίδη, κατοίκων Αμαρουσίου, 348. Παντελή Λάζαρη του Σπύρου, 349. Μιχάλη Μελισσουργού του Δημητρίου, 350. Κωνσταντίνου Πέτσιου του Αποστόλου, 351. Σταυρούλας Μπάρκουρα του Κωνσταντίνου, 352. Ηλία Σταυρόπουλου του Θεοδώρου, 353. Ιωάννη Παναγιωτόπουλου του Χρήστου, 354. Ιωάννη Πρωτόπαππα του Αλέξανδρου, 355. Κωνσταντίνου Τσαπέτη του Πελοπίδα, 356. Χρήστου Μπόκια του Ευαγγέλου, κατοίκων Αθηνών, 357. Ειρήνης Μπέη του Δημητρίου, κατοίκου Αχαρνών, 358. Κωνσταντίνου Τσαβδαρίδη του Χρήστου, 359. Κωνσταντίνου Κωσταρέλου του Σπυρίδωνος, 360. Ιωάννη Τζωίδη του Πασχάλη, κατοίκων Θεσσαλονίκης, 361. Αριστείδη Τσούνη του Κωνσταντίνου, κατοίκου Αγρινίου, 362. Άννας Κοζίνα του Αλεξάντρ, 363. Ιωάννη Καφαντάρη του Ηλία, 364. Αντωνίου Βαγενά του Νικολάου, 365. Γεωργίου Κερμελιώτη του Δημητρίου, 366. Ελπίδας Χατζηπαυλίδου του Χαραλάμπους, 367. Γεωργίας Μπότου του Ευαγγέλου, 368. Σοφίας Θεοχαροπούλου του Δημητρίου, 369. Ιωάννη Θυμιούλα του Δημητρίου, 370. Αικατερίνης Ρόκκου του Αθανασίου, 371. Στυλιανής Κόκκαλη του Βασιλείου, 372. Όλγας Νταφούλη του Ιωάννη, 373. Βασιλικής Μηλιώνη του Αστέριου, 374. Γεωργίας Τασιάκου του Λεωνίδα, 375. Ευστάθιου Χριστοδούλου του Δημητρίου, 376. Αικατερίνης Νασίκα του Αθανασίου, 377. Βασιλείας Κωνσταντόγλου του Αρίστου, 378. Σταματίας Σιώμου του Αποστόλου, κατοίκων Λάρισας, 379. Βασιλείου Χαλκιά του Δημητρίου, 380. Διονυσίου Γιαννούλη του Σπυρίδωνος, 381. Δημητρίου Τσαϊμά του Κωνσταντίνου, 382. Πολυξένης Σμυρή του Ευαγγέλου, 383. Μάρθας Τάση του Ιωάννη, κατοίκων Άρτας, 384. Γεωργίας Τσαλίκη του Αβραάμ, 385. Ιωάννη Ρωσσόπουλου του Βασιλείου, 386. Γρηγορίου Κιρμπουγιούκη του Γεωργίου, 387. Αντωνίου Κυριακίδη του Γεωργίου, 388. Ιωάννη Τσαμπαλάκη του Πασχάλη, 389. Χαρίκλειας Γρηγοριάδου του Λαζάρου, 390. Άννας Μαυρουδή του Βασιλείου, 391. Αναστασίου Χαραλαμπίδη του Δημητρίου, κατοίκων Δράμας, 392. Παναγιώτας Πασχαλίδου του Ιωάννη, 393. Χρυσάνθης Σπίντιου του Ζαχαρία, 394. Αναστασίας Δεινοπούλου του Ιωακείμ, 395. Χρυσοβαλάντη Λατρόβαλη του Δημητρίου, 396. Αντιγόνης Χεμελίδου του Παντελή, 397. Όλγας Γιαννακίδου του Χρυσοστόμου, 398. Μαρίας Δομουχτσή του Νικολάου, 399. Δήμητρας Καραντώνη του Ιωάννη, κατοίκων Νέας Ζίχνης, 400. Μαρίας Μαθιού του Εμμανουήλ, κατοίκου Περάματος Αττικής, 401. Σταύρου Καρδαρά του Θεοδώρου, 402. Εμμανουήλ Αβραμάκη του Λεωνίδα, 403. Οδυσσέα Χριστοδουλάκη του Ευστρατίου, 404. Σταύρου Ζωάννου του Ανδρέα, κατοίκων Αγίας Βαρβάρας, 405. Μαρίας Καβρουλάκη του Εμμανουήλ, 406. Αργυρούς – Νεκταρίας Κατράκη του Αιμιλίου, κατοίκων Χανίων, 407. Ευστρατίου Παντέμη του Παναγιώτη, κατοίκου Αχαρνών,

κατά του Υπουργού Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, ο οποίος παρέστη με τη Μεταξία Ανδροβιτσανέα, Νομική Σύμβουλο του Κράτους,
και κατά των παρεμβαινόντων: Α) 1. Σπυρίδωνος Αγιώτη του Ελλάδιου-Νικόλαου, κατοίκου Γλυφάδας Αττικής, 2. Ιωάννη Αθανασίου του Δημητρίου, κατοίκου Ν. Ιωνίας Αττικής, 3. Παναγιώτη Αλεβίζου του Μιχαήλ, κατοίκου Αθηνών, 4. Σωτηρίου Αντωνακάκου του Βασιλείου, κατοίκου Κερατσινίου, 5. Αθανασίου Απαλοδήμα του Ιωάννη, κατοίκου Αιγάλεω Αττικής, 6. Ιωάννη Απιδιανάκη του Εμμανουήλ, κατοίκου Σητείας Κρήτης, 7. Αλέξανδρου Αποστολόπουλου του Κων/νου, κατοίκου Ηλιούπολης, 8. Σάββα Αποστόλου του Νικολάου, κατοίκου Άνω Λιοσίων Αττικής, 9. Αχιλλέα Αρβανίτη του Στέργιου, κατοίκου Θεσσαλονίκης, 10. Παρασκευής Αργυριάδου του Μαυρουδή, κατοίκου Αθηνών, 11. Νικολάου Αρτεμάκη του Κων/νου, κατοίκου Ιλίου Αττικής, 12. Αθανασίου Αχείμαστου του Δημητρίου, κατοίκου Χαϊδαρίου, 13. Ελευθερίου Αναγνωστόπουλου του Αλκιβιάδη, κατοίκου Σαλαμίνας, 14. Δημητρίου Βαλσαμίδη του Σαράντη, κατοίκου Θεσσαλονίκης, 15. Ειρήνης Βαρρά του Βασιλείου, κατοίκου Γλυφάδας Αττικής, 16. Ευάγγελου Βασιλά του Εμμανουήλ, κατοίκου Αθηνών, 17. Νικολάου Βερτσώνη του Αθανασίου, κατοίκου Αγίων Αναργύρων Αττικής, 18. Σταύρου Βλάμη του Ιωάννη, κατοίκου Περιστερίου, 19. Κωνσταντίνας Βλασίδου του Πέτρου, κατοίκου Ηρακλείου Αττικής, 20. Αναστασίου Βούλγαρη του Χρήστου, κατοίκου Αθηνών, 21. Γεωργίου Γάφου του Νικολάου, κατοίκου Πειραιά, 22. Νεφέλης Γεωργά του Δημητρίου, κατοίκου Κορυδαλλού, 23. Ιωάννη Γεωργακάκη του Δημητρίου, κατοίκου Αγίας Βαρβάρας, 24. Λεωνίδα Γεωργίου του Σπυρίδωνος, κατοίκου Ιωαννίνων, 25. Ιουλίας Γεωργίου του Σάββα, κατοίκου Πατρών, 26. Πασχάλη Γιαννάκου του Αριστείδη, κατοίκου Δράμας, 27. Κωνσταντίνου Γιαννιώτη του Χρήστου, κατοίκου Καρπενησίου, 28. Αντωνίου Γιατζή του Χρήστου, κατοίκου Βέροιας, 29. Δημητρίου Γιατρά του Διονυσίου, κατοίκου Αθηνών, 30. Βασιλικής Γιωτάκη του Χρήστου, κατοίκου Πειραιά, 31. Χριστόδουλου Γκέκα του Παύλου, κατοίκου Ιωαννίνων, 32. Αντωνίου Γκόγκου του Αποστόλου, κατοίκου Βεροίας, 33. Κωνσταντίνου Γωγούλου του Σωκράτη, κατοίκου Τρικάλων, 34. Αλεξάνδρας Δεμελή του Ιωάννη, κατοίκου Περιστερίου, 35. Γεωργίου Δερδελή του Νικολάου, κατοίκου Θεσσαλονίκης, 36. Βασιλικής Δημητρακοπούλου του Ασημάκη, κατοίκου Καλλιθέας, 37. Τριανταφυλλιάς Δημητροπούλου του Ιωάννη, κατοίκου Αθηνών, 38. Λουκά Δομέστιχου του Μιχαήλ, κατοίκου Καλογρέζας, 39. Βασιλείου Δούκα του Γεωργίου, κατοίκου Τρικάλων, 40. Κωνσταντίνας – Ολυμπίας Δρούμπαλη του Ανδρέα, κατοίκου Ιλίου, 41. Άγγελου Ευαγγέλου του Χριστοφή, κατοίκου Αθηνών, 42. Ηλία Ζαχαράκη του Νικολάου, κατοίκου Ηλιούπολης, 43. Χρήστου Ζιάκα του Μιχαήλ, κατοίκου Ιωαννίνων, 44. Ανδρέα Ζλάτη του Αθανασίου, κατοίκου Αθηνών, 45. Ευρυπίδη Ζώη του Ευαγγέλου, κατοίκου Τρίπολης, 46. Παναγιώτη Ηλιόπουλου του Νικολάου, κατοίκου Γέρακα, 47. Βασιλείου Θανασουλόπουλου του Παναγιώτη, κατοίκου Ζωγράφου, 48. Γεωργίου Ιγγλέση του Γεωργίου, κατοίκου Χαλανδρίου, 49. Νικολάου Ιντζέ του Χρήστου, κατοίκου Καλαμάτας, 50. Αναστασίου Ιωάννου του Στέφανου, κατοίκου Περάματος, 51. Παναγιώτη Ιωνά του Βασιλείου, κατοίκου Χαϊδαρίου, 52. Οδυσσέα Ιωαννίδη του Κων/νου, κατοίκου Ν. Φιλαδέλφειας, 53. Χριστίνας Καδηγιαννοπούλου του Κων/νου, κατοίκου Γλυκών Νερών, 54. Στυλιανού Καλμποκίνη του Νικολάου, κατοίκου Τρικάλων, 55. Στυλιανού Καλλιπολίτη του Αθανασίου, κατοίκου Παλαιού Φαλήρου, 56. Χαράλαμπου Καλτσά του Αθανασίου, κατοίκου Αγ. Δημητρίου, 57. Αθανασίας Καλύβα του Νικηφόρου, κατοίκου Τσοτυλίου Κοζάνης, 58. Χριστόδουλου Καμπαμανώλη του Στέργιου, κατοίκου Ιωαννίνων, 59. Ελένης – Φραντζέσκα Καμπισιούλη του Κων/νου, κατοίκου Ελληνικού, 60. Αθανασίου Καναβά του Χρήστου, κατοίκου Αθηνών, 61. Μιχαήλ Κάπαρου του Νικολάου, κατοίκου Νίκαιας, 62. Μιχαήλ Καραγεώργη του Παναγιώτη, κατοίκου Αλμυρής Κορινθίας, 63. Γεωργίου Καραγιάννη του Ευσταθίου, κατοίκου Γρεβενών, 64. Κωνσταντίνου Καραγιάννη του Στυλιανού, κατοίκου Αθηνών, 65. Αλέξανδρου Καρακώστα του Δημητρίου, κατοίκου Ιωαννίνων, 66. Παναγιώτη Κάραλη του Γεωργίου, κατοίκου Ναυπάκτου, 67. Τρύφωνος Καραμανλή του Αντωνίου, κατοίκου Ν. Ιωνίας Βόλου, 68. Νικολάου Καραμανλή του Αντωνίου, κατοίκου Πισοκεφάλου Σητείας, 69. Νικήτα Καραμούζη του Ευαγγέλου, κατοίκου Καλαμάτας, 70. Χριστίνας Καραπάνου του Κων/νου, κατοίκου Μεσολογγίου, 71. Μαρίας Καρασούλα του Αναστασίου, κατοίκου Αγίας Παρασκευής, 72. Θεόδωρου Καρδαμυλάκη του Γεωργίου, κατοίκου Αθηνών, 73. Γεωργίου Κατζιλιέρη του Νικολάου, κατοίκου Φιλωτίου Νάξου, 74. Απόστολου – Παύλου Κατραούρα του Ιωάννη, κατοίκου Παλαιού Φαλήρου, 75. Ευάγγελου Κατσάνου του Χρίστου, κατοίκου Ιωαννίνων, 76. Χρυσούλας – Χριστιάνας Κατσικογιάννη του Παναγιώτη, κατοίκου Αιγάλεω Αττικής, 77. Βασιλικής Κατσιμίχα του Κων/νου, κατοίκου Παιανίας, 78. Κλεομένη Κατσόγιαννου του Νεκταρίου, κατοίκου Τρικάλων, 79. Νικόλαου Καχρή του Ηλία, κατοίκου Βύρωνα, 80. Πανταζή Καψαχάτη του Ορέστη, κατοίκου Κορυδαλλού, 81. Αντωνίου Κεχαγιά του Βασιλείου, κατοίκου Βύρωνα, 82. Σπυρίδωνος Κίτσου του Χρήστου, κατοίκου Αθηνών, 83. Δημητρίου Κοντονάσιου του Ιωάννη, κατοίκου Τρικάλων, 84. Νικολάου Κόρακα του Κυριάκου, κατοίκου Αθηνών, 85. Γεωργίου Κορεντζέλου του Ιωάννη, κατοίκου Αγ. Παρασκευής, 86. Στυλιανού Κορκιδάκη του Μιχαήλ, κατοίκου Αγίων Αναργύρων, 87. Ελένης Κοτζαμπουγιούκ του Νικολάου, κατοίκου Αθηνών, 88. Κωνσταντίνου Κοτσώνη του Ιωάννη, κατοίκου Παλαιού Φαλήρου, 89. Περικλή Κουτή του Δημητρίου, κατοίκου Ν. Ιωνίας, 90. Παναγιώτη Κουτσιανά του Αποστόλου, κατοίκου Ιλίου, 91. Χρυσοβαλάντη Κούτσικου του Σωτηρίου, κατοίκου Αργυρούπολης, 92. Άννας Κουτσίκου του Παύλου, κατοίκου Περιστερίου, 93. Γεωργίου Κούτσιου του Νικολάου, κατοίκου Ιλίου, 94. Αθανασίου Κουφίτσιου του Γεωργίου, κατοίκου Καματερού, 95. Ιωάννας Κουφουδάκη του Αθανασίου, κατοίκου Ηλιούπολης, 96. Ελένης Κριτσέλη του Γεωργίου, κατοίκου Αθηνών, 97. Βασιλείου Κυρατζή του Χρήστου, κατοίκου Θεσσαλονίκης, 98. Ευάγγελου Κυριάκου-Κυρίτση του Ιωάννη, κατοίκου Ματαράγκα Καρδίτσας, 99. Βασιλείου Κωνσταντινίδη του Δημητρίου, κατοίκου Καματερού, 100. Αριστείδη Κωστή του Δημητρίου, κατοίκου Χαλανδρίου, 101. Σωτηρίου Κώτση του Κων/νου, κατοίκου Αθηνών, 102. Διαμάντως Κωτσιοπούλου του Νικολάου, κατοίκου Ταύρου, 103. Αλέξανδρου Λάζου του Σάββα, κατοίκου Ιωαννίνων, 104. Χαραλάμπους Λαμπρίδη του Λάζαρου, κατοίκου Δράμας, 105. Ελευθερίας Λαμπροπούλου του Νικολάου, κατοίκου Κρόκου Κοζάνης, 106. Κωνσταντίνου Λαναρά του Δημητρίου, κατοίκου Σκιάθου, 107. Νικολάου Λαπατίνα του Χαραλάμπους, κατοίκου Βεροίας, 108. Ηλία Λέττα του Ιωάννη, κατοίκου Βουνοπλαγιάς Ιωαννίνων, 109. Μαρίνου Λιαμπότη του Κων/νου, κατοίκου Περιστερίου, 110. Λάμπρου Λιουδάκη του Βασιλείου, κατοίκου Αρχανών Ηρακλείου, 111. Αθανασίου Λούβαρη του Στυλιανού, κατοίκου Αγ. Στεφάνου, 112. Νικόλαου Λουλούδη του Χαραλάμπους, κατοίκου Ατσιπόπουλου Ρεθύμνου, 113. Γεωργίου Λυτρίβη του Θεοδώρου, κατοίκου Πειραιά, 114. Γεωργίου Λαγουβάρδου του Κων/νου, κατοίκου Χαϊδαρίου, 115. Αλέξανδρου Μακαρονόπουλου του Χαραλάμπους, κατοίκου Παλαιού Φαλήρου, 116. Γρηγορίου Μανίκα του Νικολάου, κατοίκου Ηλιούπολης, 117. Ευάγγελου Μαντζάρα του Αλκιβιάδη, κατοίκου Αθηνών, 118. Λυκούργου Μαρκέα του Ανδρέα, κατοίκου Παλαιού Φαλήρου, 119. Αλέξανδρου Μάστορα του Νικολάου, κατοίκου Αθηνών, 120. Μαρίας Μαυρέα του Ιωάννη, κατοίκου Αθηνών, 121. Αναστασίου Μαυρέλη του Χρήστου, κατοίκου Καλλιθέας, 122. Χριστόδουλου Μαυροδή του Ιωάννη, κατοίκου Αμπελοκήπων Θεσσαλονίκης, 123. Στέργου Μαυρουδή του Γεωργίου, κατοίκου Ρόδου, 124. Ευδοκίας Μερκούρη του Νικολάου, κατοίκου Ζεφυρίου, 125. Παναγιώτη Μούρτου του Βασιλείου, κατοίκου Αιγάλεω, 126. Μηνά Μουτσόπουλου του Χαραλάμπους, κατοίκου Ηλιούπολης, 127. Μαρίας – Ειρήνης Μπακαρά του Νικολάου, κατοίκου Αχαρνών, 128. Ελευθερίου Μπασινά του Κων/νου, κατοίκου Ν. Κόσμου, 129. Στέργιου Μπέκα του Δημητρίου, κατοίκου Βεροίας, 130. Μαρίνας Μπεκρή του Ιωάννη, κατοίκου Άνω Λιοσίων, 131. Κωνσταντίνας Μπλάνα του Ευσταθίου, κατοίκου Βόλου, 132. Κωνσταντίνας Μαρίνη του Νικολάου, κατοίκου Ναυπλίου, 133. Πολύδωρου Μπουσέα του Λάμπρου, κατοίκου Αθηνών, 134. Μανώλη Ναχμία του Μεναχέμ, κατοίκου Τρικάλων, 135. Δημητρίου Νιώπα του Ιωάννου, κατοίκου Ηρακλείου, 136. Μάριου Ντούκα του Λεωνίδα, κατοίκου Κερατσινίου, 137. Χρήστου Ξουρή του Γεωργίου, κατοίκου Λουτρακίου, 138. Βλάση Παληογιάννη του Χρήστου, κατοίκου Αθηνών, 139. Ελένης Παναγιωτίδου του Παναγιώτη, κατοίκου Θεσσαλονίκης, 140. Αθανασίου Παναγούλη του Χαραλάμπους, κατοίκου Αθηνών, 141. Παναγιώτη Παντελεήμονος του Ζαφειρίου, κατοίκου Αθηνών, 142. Νικόλαου Παντελή του Αριστείδη, κατοίκου Πατρών, 143. Εμμανουήλ Παντερμαράκη του Ιωάννη, κατοίκου Βεροίας, 144. Στυλιανής Παπαδάκη του Ανδρέα, κατοίκου Αθηνών, 145. Βάγιας Παπακώστα του Νικολάου, κατοίκου Ηλιούπολης, 146. Παύλου Παπαμιχαήλ του Κων/νου, κατοίκου Αμαρουσίου, 147. Κωνσταντίνου Παπαρδέλη του Νικολάου, κατοίκου Πεύκης, 148. Κωνσταντίνας Παρασκευά του Εμμανουήλ, κατοίκου Νίκαιας-Ι. Ρέντη, 149. Χρήστου Πάσχου του Βασιλείου, κατοίκου Πειραιά, 150. Κωνσταντίνου Περιβόλα του Ευστρατίου, κατοίκου Ιλίου, 151. Αικατερίνης Περιστεράκη του Βαΐτση, κατοίκου Γέφυρας Θεσσαλονίκης, 152. Παναγιώτη Πετρούλια του Ιωάννη, κατοίκου Παλαιού Φαλήρου, 153. Αντωνίου Πιτταρά του Ευσταθίου, κατοίκου Νάξου, 154. Κωνσταντίνου Πλατή του Δημητρίου, κατοίκου Καλλιθέας, 155. Χρυσούλας Πλεξίδα του Αλέξανδρου, κατοίκου Τρικάλων, 156. Άγγελου Πουλή του Κων/νου, κατοίκου Κολωνού, 157. Νικόλαου Πουρναρά του Γεωργίου, κατοίκου Λειβαδιάς Βοιωτίας, 158. Νικόλαου Πουτακίδη του Πρόδρομου, κατοίκου Κιάτου Κορινθίας, 159. Μαρίας Πότσιου του Παναγιώτη, κατοίκου Γέρακα, 160. Βασιλείου Ρακοβίτη του Χρήστου, κατοίκου Τρικάλων, 161. Γεωργίου Ραπτόπουλου του Χαραλάμπους, κατοίκου Καλλιθέας, 162. Ιωάννη Ράτζα του Αριστείδη, κατοίκου Τρικάλων, 163. Παναγιώτη Ρηγάκου του Νικολάου, κατοίκου Ηλιούπολης, 164. Κωνσταντίνου Ρόμπα του Απόστολου, κατοίκου Τρικάλων, 165. Ηλία Ρουσσέτη του Γεωργίου, κατοίκου Αμπελοκήπων Θεσσαλονίκης, 166. Ανδρέα Σαλίχου του Δημητρίου, κατοίκου Κερατσινίου, 167. Γεωργίου Σδράλη του Στυλιανού, κατοίκου Άνοιξης, 168. Γρηγορίου Σιώμου του Ιωάννη, κατοίκου Ελευσίνας, 169. Γεωργίου Σκιαθίτη του Νικολάου, κατοίκου Θεσσαλονίκης, 170. Κωνσταντίνας – Χριστίνας Σκούρτη του Γεωργίου, κατοίκου Βόλου, 171. Εμμανουήλ-Χρυσοβαλάντη Σμαραγδίου του Μιχαήλ, κατοίκου Ιαλυσού Ρόδου, 172. Σωτηρίας – Παναγιώτας Σούλη του Νικολάου, κατοίκου Πατρών, 173. Ηλία Σπάθα του Ιωάννη, κατοίκου Περάματος, 174. Κωνσταντίνου Σπαθή του Χαραλάμπους, κατοίκου Περαίας Θεσσαλονίκης, 175. Άγγελου Σταματέλου του Ηλία, κατοίκου Αθηνών, 176. Ιωάννη Σταμούλη του Φωτίου, κατοίκου Αθηνών, 177. Γεωργίου Σταυριανού του Κων/νου, κατοίκου Αιγάλεω, 178. Αλέξανδρου Στέφου του Ευαγγέλου, κατοίκου Ιλίου, 179. Γεωργίου Συναχείρη του Αλέξανδρου, κατοίκου Αγίων Αναργύρων, 180. Μιχαήλ Συρίγου του Αντωνίου, κατοίκου Λαυρίου, 181. Ιωάννη Συρίγου του Ελευθερίου, κατοίκου Περιστερίου, 182. Ματθαίου Συρίγου του Εμμανουήλ, κατοίκου Χαλανδρίου, 183. Κυριάκου Ταμπακάκη του Κων/νου, κατοίκου Ρέντη, 184. Παύλου Τσατσαρή του Κων/νου, κατοίκου Αθηνών, 185. Αναστασίου Τασιώνα του Νικολάου, κατοίκου Θεσσαλονίκης, 186. Δημητρίου Τασσόπουλου του Αναστασίου, κατοίκου Ν. Ιωνίας, 187. Αριστοτέλη Τούση του Νικολάου, κατοίκου Αθηνών, 188. Γεωργίου Τσακαλίδη του Χρήστου, κατοίκου Θεσσαλονίκης, 189. Ελίνας Τσαμουρλίδου του Νικολάου, κατοίκου Θεσσαλονίκης, 190. Σταυρούλας Τσεκούρα του Ευαγγέλου, κατοίκου Αθηνών, 191. Στυλιανού Τσούγκα του Δημητρίου, κατοίκου Κερατσινίου, 192. Μαγδαληνής Τσουκαλά του Ανδρέα, κατοίκου Ευκαρπίας Θεσσαλονίκης, 193. Γεωργίου Υψηλάντη του Παναγιώτη, κατοίκου Θεσσαλονίκης, 194. Σωτηρίου Φασούλα του Κων/νου, κατοίκου Τρικάλων, 195. Λαμπρινής Φουρλοπούλου του Σταύρου, κατοίκου Ηλιούπολης, 196. Δημητρίου Φωτίου του Γεωργίου, κατοίκου Ιλίου Αττικής, 197. Μιχαήλ – Άγγελου Χάλκη του Νικολάου, κατοίκου Ιωαννίνων, 198. Γεωργίου Χαλκιά του Φωτίου, κατοίκου Παιανίας, 199. Κωνσταντίνου Χατζάρα του Αντωνίου, κατοίκου Αθηνών, 200. Σπυρίδωνος Χονδρού του Δημητρίου, κατοίκου Δάφνης Αττικής, 201. Δημητρίου Χριστοδούλου του Νικολάου, κατοίκου Βόλου (Αλυκές), 202. Ιωάννη Χρονόπουλου του Σταύρου, κατοίκου Ηλιούπολης, 203. Αριστομένη Χρυσανθόπουλου του Αθανασίου, κατοίκου Άνοιξης, 204. Γεωργίας Ψυχογιού του Λουκά, κατοίκου Βόλου, 205. Αικατερίνης Τρωγαδή του Παναγιώτη, κατοίκου Κορινθίας, 206. Αχιλλέα Τσιτσώνη του Δημητρίου, κατοίκου Ασπροπύργου, 207. Θεοδώρου Ιακωβίδη του Ιωάννη, κατοίκου Δράμας, 208. Κωνσταντίνου – Αλέξανδρου Τσιτσόπουλου του Στυλιανού, κατοίκου Δάφνης, 209. Γεωργίου Τσιαμτσιούρη του Κων/νου, κατοίκου Ν. Σμύρνης, 210. Βασιλείου Τριανταφυλλάκη του Δημητρίου, κατοίκου Ελευσίνας, 211. Γαλάτειας Ηλιάδη του Γεωργίου, κατοίκου Ηλιούπολης, 212. Ελένης Δερμετζίδου του Γεωργίου, κατοίκου Φυλής, 213. Θεοδώρου Μπούρμαλη του Αντωνίου, κατοίκου Περαίας Θεσ/νίκης, 214. Αντωνίου Ραγκούση του Εμμανουήλ, κατοίκου Γαλατσίου, 215. Φωτίου Μανίτσα του Πολυχρόνη, κατοίκου Δράμας, 216. Γεωργίου Παναγιωτόπουλου του Κων/νου, κατοίκου Γαλατσίου, 217. Αντωνίας Καλλιμάνη του Χαραλάμπους, κατοίκου Αθηνών, 218. Ηλία Γρίβα του Γεωργίου, κατοίκου Ζωγράφου, 219. Αριστείδη Καρβούνη του Νικολάου, κατοίκου Αμαρύνθου, 220. Παναγιώτη Ντζαμιλή του Δημητρίου, κατοίκου Καλλιθέας, 221. Ανδρέα Βερύκοκκου του Δημητρίου, κατοίκου Χώρας Νάξου, 222. Βασιλικής Κατσιάνου του Ελευθερίου, κατοίκου Ζωγράφου, 223. Στέφανου Βαγγάλη του Κων/νου, κατοίκου Αθηνών, 224. Παναγιώτη Αγούδημου του Γεωργίου, κατοίκου Πατρών, 225. Ανδρέα Σταθόπουλου του Ευσταθίου, κατοίκου Αθηνών, 226. Αντωνίου Ζαχαρόπουλου του Ανδρέα, κατοίκου Αθηνών, 227. Κωνσταντίνου Ανδριανάκου του Παναγιώτη, κατοίκου Τρίπολης, 228. Αναστασίας Μπακίρη του Δανιήλ, κατοίκου Αφάντου Ρόδου, 229. Τηλέμαχου Συνοδινού του Κων/νου, κατοίκου Αφάντου Περιστερίου, 230. Παναγιώτη Τριανταφύλλου του Ιωάννη, κατοίκου Αιγάλεω, 231. Ευάγγελου Παπανίκου του Πέτρου, κατοίκου Αθηνών, 232. Νικολάου Σιμώνη του Παναγιώτη, κατοίκου Αλίμου, 233. Στυλιανού Πατέλη του Ιωάννου, κατοίκου Βύρωνα, 234. Παναγιώτη Δραγωίδη του Χρήστου, κατοίκου Ν. Φιλαδέλφειας, 235. Αργυρώς Κοτσιφάκη του Πέτρου, κατοίκου Καματερού, 236. Γεωργίου Μουρουτσού του Ανδρεα, κατοίκου Χανίων, 237. Φωτίου Καραγιάννη του Νικολάου, κατοίκου Αθηνών και 238. Μαρίας Υφαντή του Γεωργίου, κατοίκου Αγ. Δημητρίου, B) 1. Κυριακής Φλεριανού του Παρασκευά, κατοίκου Κορωπίου Αττικής (Πάρου 32), 2. Δημητρίου Κωνσταντόπουλου του Κωνσταντίνου, κατοίκου Ηλιούπολης Αττικής (Αριστάρχου 15), 3. Μαρίας Καραμάνου του Ευάγγελου, κατοίκου Ν. Ιωνίας Αττικής (Δωδεκανήσου 90) και 4. Κωνσταντίνου Καψοκόλη του Ηλία, κατοίκου Αθηνών (Μυτιλήνης 54) και Γ) 1. πρωτοβάθμιου σωματείου με την επωνυμία «ΣΩΜΑΤΕΙΟ ΔΗΜΟΤΙΚΩΝ ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΩΝ ΑΘΗΝΑΣ», που εδρεύει στην Αθήνα (Αγίου Κωνσταντίνου 14), 2. Απόστολου Κοσσυβα, 3. Αθανασίου Τάτση, 4. Γεωργίου Λυτριβη, 5. Εμμανουήλ Λεντη, 6. Ανδρέα Κουτσούκη, 7. Δημητρίου Λυμπέρη, 8. Δημητρίου Γκούβα, 9. Βασιλείου Περιδα, 10. Πέτρου Βαρελα και 11. Ιωάννη Λεβεντάκη-Γιαννικάκη, κατοίκων Αθήνας (Αγίου Κωνσταντίνου 14), ως εκ της ιδιότητάς τους ως μελών Δ.Σ. του πιο πάνω σωματείου
Η πιο πάνω αίτηση εισάγεται στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου, κατόπιν της από 18 Δεκεμβρίου 2013 πράξης του Προέδρου του Συμβουλίου της Επικρατείας, λόγω της σπουδαιότητάς της, σύμφωνα με τα άρθρα 14 παρ. 2 εδάφ. α, 20 και 21 του Π.Δ. 18/1989.
Με την αίτηση αυτή οι αιτούντες επιδιώκουν να ακυρωθούν: α) η υπ’ αριθμ. ΔΙΔΑΔ/48Α/58/οικ.29040/23.10.2013 απόφαση του Υπουργού Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, β) η ΔΙΠΙΔ/Β.2/Δ/83/οικ.32170/29.11.2013 απόφαση του ίδιου πιο πάνω Υπουργού και κάθε άλλη σχετική πράξη ή παράλειψη της Διοικήσεως.
Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως του εισηγητή, Συμβούλου Ε. Αντωνόπουλου.
Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τον πληρεξούσιο των αιτούντων, ο οποίος ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους ακυρώσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση, τους πληρεξουσίους των παρεμβαινόντων και την αντιπρόσωπο του Υπουργού, οι οποίοι ζήτησαν την απόρριψή της.
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου κ α ι
Αφού μελέτησε τα σχετικά έγγραφα
Σκέφθηκε κατά το Νόμο
1. Επειδή, για την άσκηση της κρινομένης αιτήσεως έχει καταβληθεί το νόμιμο παράβολο (υπ’ αριθμ. 3744841, 1325757/2013 ειδικά γραμμάτια παραβόλου).
2. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση οι αιτούντες, όλοι τους υπό διαθεσιμότητα τελούντες δημοτικοί αστυνομικοί όλων των κλάδων (ΠΕ23/ΤΕ23/ΔΕ23) και υπηρετούντες στη Δημοτική Αστυνομία διαφόρων Δήμων της Χώρας, ζητούν την ακύρωση α) της υπ’ αριθμ. ΔΙΠΙΔ/Β.2/Δ/83/οικ.32170/29.11.2013 πράξεως του Υπουργού Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, με τίτλο «Οδηγίες για την κινητικότητα των Δημοτικών Αστυνομικών που έχουν τεθεί σε διαθεσιμότητα (αναρτηθείσα στον ιστότοπο «Διαύγεια», Αριθμός Διαδικτυακής Κατάθεσης - ΑΔΑ-ΒΛ12Χ-Φ91), και β) της υπ’ αριθμ. ΔΙΔΑΔ/48Α/58/οικ.29040/23.10.2013 αποφάσεως του ίδιου ως άνω Υπουργού, με τίτλο «Τροποποίηση της υπ’ αριθμ. ΔΙΠΙΔΔ/Β.2/3/ οικ.22274/9.8.2013 (ΦΕΚ 1992/Β/14.8.2013) Απόφασης του Υπουργού Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης με θέμα “Καθορισμός της διαδικασίας επιλογής των προς μετάταξη ή μεταφορά υπαλλήλων, των κριτηρίων επιλογής και κατάταξής τους καθώς και του τρόπου μοριοδότησής τους”» (Β΄ 2757/29.10.2013). Η ακύρωση των πράξεων αυτών ζητείται κατά το μέρος τους εκείνο, με το οποίο προβλέπεται ότι, στο πλαίσιο της προβλεπόμενης κατά το στάδιο της κινητικότητος αξιολογήσεως του συνόλου των τεθέντων σε διαθεσιμότητα δημοτικών αστυνομικών, δικαιούνται είκοσι (20) επιπλέον μόρια όσοι προσελήφθησαν στη Δημοτική Αστυνομία με «λοιπές διαδικασίες υπό τον έλεγχο του ΑΣΕΠ», δηλ. με διαδικασίες, στο πλαίσιο των οποίων προβλέπεται ένσταση ενώπιον της ανεξάρτητης αυτής αρχής, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 2 παρ. 3 του ν. 3812/2009 (Α΄ 234).
3. Επειδή, η υπόθεση εισάγεται προς εκδίκαση ενώπιον της Ολομελείας του Συμβουλίου της Επικρατείας κατόπιν της από 18-12-2013 πράξεως του Προέδρου του Συμβουλίου της Επικρατείας λόγω σπουδαιότητος σύμφωνα με τα άρθρα 14 παρ. 2 εδαφ. α΄, 20 και 21 του π.δ. 18/1989 και 34 του ν. 3772/2009.
4. Επειδή, από τους αιτούντες η 289η (Μαργαρίτα Βιντζηλαίου και όχι Ζιτζιλαίου, ως εκ προφανούς παραδρομής αναγράφεται στο δικόγραφο) έχει καταθέσει (αυτοπροσώπως) στη Γραμματεία του Δικαστηρίου δήλωση παραιτήσεως από την κρινόμενη αίτηση (Π.7651/10.12.2013), την οποία (δήλωση) υπογράφει η ίδια. Συνεπώς, ως προς τη διάδικο αυτήν η δίκη πρέπει να κηρυχθεί καταργημένη σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 30 παρ. 1 του π.δ/τος 18/1989 (Α΄ 8).
5. Επειδή, από τους λοιπούς αιτούντες η 2η (Α. Παπαδογεωργοπούλου), ο 54ος (Γ. Αγγέλου), ο 65ος (Γ. Σιδηρόπουλος), ο 110ος (Ε. Ρέντας), η 113η (Ε. Πελεκάνου), ο 116ος (Ε. Βαγενάς), ο 118ος (Ε. Σιφνάκης), η 123η (Η. Πυρλή), ο 136ος (Ι. Δημητριάδης), ο 153ος (Κ. Μιχαηλίδης), ο 160ος (Κ. Δραμισιώτης), ο 161ος (Κ. Κανέλλος), ο 164ος (Κ. Μάργαρης), ο 174ος (Λ. Σοφούρης), η 189η (Μ. Ιωαννίδη), ο 193ος (Μ. Ζαφείρης), ο 209ος (Ν. Σύρπας), ο 224ος (Π. Παναγιωτάς), ο 226ος (Π. Παναγόπουλος), ο 234ος (Π. Λυμπέρης), ο 235ος (Π. Ποταμιάνος), ο 253ος (Σ. Ράπτης), ο 259ος (Σ. Λουτράδης), ο 262ος (Χ. Γιαννόπουλος), ο 270ος (Χ. Χατζησάββας), ο 277ος (Α. Γκιόρτος), ο 279ος (Χ. Σταυρόπουλος), ο 323ος (Σ. Σπυρόπουλος), η 325η (Α. Κάκκα), η 330η (Σ. Γαρούφαλη), η 335η (Μ. Γκίκα), η 339η (Ε. Πολυγένη), ο 343ος (Ε. Κακαβούλιας), ο 354ος (Ι. Πρωτόπαππας), ο 356ος (Χ. Μπόκιας), η 384η (Γ. Τσαλίκη), ο 385ος (Ι. Ρωσσόπουλος), ο 386ος (Γ. Κιρμπουγιούκης), ο 388ος (Ι. Τσαμπαλάκης), η 389η (Χ. Γρηγοριάδου), η 390η (Α. Μαυρουδή), ο 391ος (Α. Χαραλαμπίδης), η 400η (Μ. Μαθιού), ο 401ος (Σ. Καρδαράς), ο 402ος (Ε. Αβραμάκης), ο 403ος (Ο. Χριστοδουλάκης) και ο 404ος (Σ. Ζωάννος) δεν νομιμοποίησαν τον δικηγόρο που υπογράφει το δικόγραφο με κάποιο από τους τρόπους που περιγράφονται στο άρθρο 27 παρ. 1 του π.δ. 18/1989 (Α 8), όπως ισχύει. Συνεπώς, ως προς τους αιτούντες αυτούς η κρινόμενη αίτηση είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη για έλλειψη νομιμοποιήσεως σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 27 παρ. 1 του π.δ. 18/1989.
6. Επειδή, στη δίκη παρεμβαίνουν υπέρ του κύρους των προσβαλλόμενων πράξεων και με ιδιαίτερο, κοινό δικόγραφο, 238 τελούντες σε καθεστώς διαθεσιμότητας δημοτικοί αστυνομικοί του Δήμου Αθηναίων, οι οποίοι διορίσθηκαν το έτος 2010, κατόπιν διαγωνισμού διεπομένου από τις ρυθμίσεις του άρθρου 2 παρ. 3 του ν. 3812/2009, ήτοι διαγωνισμού, στο πλαίσιο του οποίου ασκήθηκαν ενστάσεις ενώπιον του ΑΣΕΠ. Από τους παρεμβαίνοντες αυτούς ο 7ος (Α. Αποστολόπουλος), ο 13ος (Ε. Αναγνωστόπουλος), ο 42ος (Η. Ζαχαράκης), ο 48ος (Γ. Ιγγλέσης), ο 83ος (Δ. Κοντονάσιος), ο 86ος (Σ. Κορκιδάκης), ο 90ος (Π. Κουτσιανάς), η 96η (Ε. Κριτσέλη), ο 113ος (Γ. Λυτρίβης), ο 114ος (Γ. Λαγουβάρδος), ο 117ος (Ε. Μαντζάρας), η 127η (Μ.-Ε. Μπακαρά), ο 128ος (Ε. Μπασινάς), ο 137ος (Χ. Ξουρής), ο 154ος (Κ. Πλατής), ο 156ος (Α. Πουλής), ο 179ος (Γ. Συναχείρης), ο 180ος (Ι. Συρίγος), ο 184ος (Π. Τσατσαρής), η 212η (Ε. Δερμετζίδου), ο 218ος (Η. Γρίβας), ο 223ος (Σ. Βαγγάλης), ο 226ος (Α. Ζαχαρόπουλος), η 228η (Α. Μπακίρη), ο 236ος (Γ. Μουρουτσός) και ο 237ος (Φ. Καραγιάννης) δεν νομιμοποίησαν τον δικηγόρο που υπογράφει το δικόγραφο με κάποιο από τους τρόπους που περιγράφονται στο άρθρο 27 παρ. 1 του π.δ. 18/1989 (Α΄ 8), όπως ισχύει και, επομένως ως προς τους παρεμβαίνοντες αυτούς η παρέμβαση είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη ελλείψει νομιμοποιήσεως. Η παρέμβαση αυτή ως προς τους λοιπούς νομιμοποιηθέντες ασκείται μετ’ εννόμου συμφέροντος, συνισταμένου στη διατήρηση σε ισχύ των ευνοϊκών γι’ αυτούς κανονιστικών ρυθμίσεων που προβλέπουν τη μοριοδότησή τους με 20 μόρια κατά την αξιολόγησή τους στο πλαίσιο της κινητικότητος.
7. Επειδή, με τις υπ’ αριθμ. 86/2014 και 126/2014 παρεμβάσεις αντιστοίχως του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 2479/1997 (Α΄ 67) παρεμβαίνουν παραδεκτώς κατά την διάταξη αυτή στην παρούσα δίκη, με την μεν πρώτη από αυτές 4 σε διαθεσιμότητα τελούντες δημοτικοί αστυνομικοί, και με την δεύτερη το σωματείο με την επωνυμία «ΣΩΜΑΤΕΙΟ ΔΗΜΟΤΙΚΩΝ ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΩΝ ΑΘΗΝΑΣ» και τα μέλη του Διοικητικού του Συμβουλίου (10 τον αριθμό, εκ των οποίων νομιμοποιήθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου τα 8, ενώ ο 4ος και 9ος από αυτούς δεν νομιμοποιήθηκαν) ισχυριζόμενοι ότι έχουν ασκηθεί από αυτούς και εκκρεμούν ενώπιον του Δικαστηρίου αιτήσεις ακυρώσεως κατά των αυτών πράξεων του Υπουργού Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, στις οποίες τίθενται τα ίδια ζητήματα που θέτει και η κρινόμενη αίτηση.
8. Επειδή, η δεύτερη προσβαλλόμενη, υπ’ αριθμ. ΔΙΔΑΔ/48Α/58/ οικ.29040/23.10.2013 απόφαση του Υπουργού Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης έχει ως εκ του περιεχομένου της κανονιστικό χαρακτήρα, διότι με αυτήν ρυθμίζονται ουσιαστικά και διαδικαστικά ζητήματα της κινητικότητος, δηλαδή μείζονος σπουδαιότητος ζητήματα οργανώσεως των δημοσίων υπηρεσιών, για την επίλυση των οποίων η αρμοδιότητα δεν έχει ανατεθεί κατά νόμον στα Διοικητικά Εφετεία, τα οποία, κατ’ άρθρο 1 του ν. 702/1977 (Α΄ 268) επιλαμβάνονται μόνο επί διαφορών αναφυομένων από την έκδοση ατομικών πράξεων σχετικών με την υπηρεσιακή κατάσταση των υπαλλήλων του Δημοσίου και των Ο.Τ.Α.. Κατά συνέπεια, και ενόψει της σπουδαιότητος των εν λόγω διαφορών (πρβλ. ΣΕ 671-8/2013 Ολομ., ΣΕ 3919/2010 Ολομ.), αρμοδίως επιλαμβάνεται της κρινομένης αιτήσεως το Συμβούλιο της Επικρατείας ως προς τη δεύτερη προσβαλλόμενη πράξη. Τα ανωτέρω ισχύουν και ως προς την πρώτη προσβαλλόμενη πράξη (υπ’ αριθμ. ΔΙΠΙΔ/Β2/Δ/83/ οικ32170/29-11-2013 πράξη του Υπουργού Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης), η οποία, ανεξαρτήτως της φύσεώς της, αν δηλαδή πρόκειται για κανονιστική πράξη ή ερμηνευτική εγκύκλιο συνάπτεται στενώς προς τη δεύτερη προσβαλλόμενη υπουργική απόφαση (πρβλ. ΣΕ 211/2013). Και τούτο διότι οι δύο προσβαλλόμενες αποφάσεις είναι συναφείς μεταξύ τους, καθόσον και οι δύο αναφέρονται στα ίδια ζητήματα της διαδικασίας κινητικότητος των δημοτικών αστυνομικών (η μεν δεύτερη αφορά στην κινητικότητα όλων των υπαλλήλων που τίθενται σε διαθεσιμότητα, η δε πρώτη ειδικά στην κινητικότητα των δημοτικών αστυνομικών), κατατείνοντας στο ίδιο αποτέλεσμα, ήτοι στην ολοκλήρωση της εν λόγω διαδικασίας (πρβλ. ΣΕ 350/2011 7μ., 1461/1995 Ολομ.). Ως συναφείς και συμπροσβαλλόμενες πρέπει να θεωρηθούν οι προγενέστε¬ρες των προσβαλλομένων: α) η κοινή υπουργική απόφαση υπ’ αριθμ. 600/2/234-γ/15-10-2013 των Υπουργών Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη (Β΄ 2631/17-10-2013) για τον καθορισμό των προσόντων, των προϋποθέσεων και της διαδικασίας αξιολογήσεως και εντάξεως των δημοτικών αστυνομικών στην ΕΛ.ΑΣ. β) η κοινή υπουργική απόφαση υπ’ αριθμ. 90894 των Υπουργών Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (Β΄ 2655/18-10-2013) για τον καθορισμό των προσόντων, προϋποθέσεων και την διαδικασία αξιολογήσεως και εντάξεως των δημοτικών αστυνομικών σε κλάδους των καταστημάτων κράτησης και γ) η υπ’ αριθμ. 31890/25-11-2013 απόφαση του Υπουργού Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης (Β΄ 2999/26-11-2013), με την οποία κατανέμονται οι θέσεις στην ΕΛ.ΑΣ., τα καταστήματα κράτησης και σε άλλες υπηρεσίες διαφόρων Υπουργείων και Γενικών Γραμματειών, οι οποίες θα καταληφθούν από τους σε διαθεσιμότητα τελούντες ς ς που θα υπαχθούν στην διαδικασία κινητικότητος του ν. 4172/2013. Οι ανωτέρω πράξεις, που έχουν κανονιστικό χαρακτήρα ως αφορώσες σε ζήτημα οργανώσεως και στελεχώσεως δημοσίων υπηρεσιών και μνημονεύονται ρητώς στην πρώτη προσβαλλόμενη πράξη της 29-11-2013 είναι συναφείς προς αυτήν αφού ρητώς ρυθμίζουν την διαδικασία και τις προϋποθέσεις κινητικότητος των σε διαθεσιμότητα τελούντων δημοτικών αστυνομικών και επιπλέον γίνεται ρητή παραπομπή από αυτές, μεταξύ άλλων και στο ζήτημα της μοριοδοτήσεως των πρώην δημοτικών αστυνομικών, το οποίο αποτελεί αντικείμενο της παρούσης δίκης διά της αναφοράς στην εφαρμογή και στις διαδικασίες αυτές της υπ’ αριθμ. ΔΙΠΙΔ/Β.2/3/οικ22274/9-8-2013 αποφάσεως του Υπουργού Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Αποκέντρωσης (Β΄ 1992/14-8-2013, η οποία θέσπισε εν γένει το σύστημα αυτό μοριοδοτήσεως. Συνεπώς, οι πράξεις αυτές παραδεκτώς και εμπροθέ¬σμως συμπροσβάλλονται με την κρινόμενη αίτηση (ασκηθείσα την 9-12-2013), αλλά και με προφανές έννομο συμφέρον εκ μέρους των αιτούντων θιγομένων από την προαναφερθείσα ρύθμιση περί μοριοδοτήσεως. Αντιθέτως η πρώτη προσβαλλόμενη με την κρινόμενη αίτηση πράξη στερείται εκτελεστότητος, δεδομένου ότι έχει τον χαρακτήρα ερμηνευτικής εγκυκλίου, παρά τα περί του αντιθέτου προβαλλόμενα από τους αιτούντες, οι οποίοι ισχυρίζονται ότι η πράξη αυτή έχει κανονιστικό χαρακτήρα ως προς δύο σημεία της: α) αυτό, στο οποίο αναφέρεται ότι οι διαδικασίες του άρθρου 2 παρ. 3 του ν. 3812/2009 εμπίπτουν στην έννοια των «λοιπών διαδικασιών υπό τον έλεγχο του ΑΣΕΠ» και β) εκείνο, στο οποίο αναφέρεται ότι είναι δυνατή η μετάταξη σε θέση ανώτερης κατηγορίας πριν από την συμπλήρωση της προβλεπόμενης στον Υπαλληλικό Κώδικα οκταετίας. Οι ισχυρισμοί των αιτούντων είναι απορριπτέοι, διότι η ένταξη των διαδικασιών του άρθρου 2 παρ. 3 του ν. 3812/2009 στις «λοιπές διαδικασίες υπό τον έλεγχο του ΑΣΕΠ», ευρίσκει, προδήλως, έρεισμα στην περίπτωση 4 της υποπαραγράφου Ζ.1 της παρ. Ζ΄ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με την παρ. 2 του άρθρου 91 του ν. 4172/2013, στην οποία και απαριθμούνται, κατά τρόπο ενδεικτικό, οι μοριοδοτούμενοι τρόποι εισαγωγής. Ειδικότερα, στις ως άνω διατάξεις ορίζεται ότι «[τ]ο τριμελές ειδικό υπηρεσιακό συμβούλιο λαμβάνει υπόψη τον τρόπο εισαγωγής στους φορείς της παραγράφου 1 του άρθρου 90, και ιδίως αν πρόκειται … για διαδικασία που εποπτεύει το ΑΣΕΠ…». Η ενδεικτική αυτή απαρίθμηση, σε συνδυασμό με την αναφορά σε «εποπτεία» του ΑΣΕΠ, δεν σημαίνει τον περιορισμό του πεδίου εφαρμογής της ρυθμίσεως αποκλειστικά στις διαδικασίες του άρθρου 18 του ν. 2190/1994, το οποίο, επομένως, περιλαμβάνει και εκείνες τις διαδικασίες που προβλέπονται σε ειδικούς νόμους, όπως ο ν. 3812/2009. Υπέρ της ερμηνευτικής αυτής εκδοχής συνηγορεί και η προηγούμενη υπ’ αριθμ. ΔΙΠΙΔΔ/Β.2/Δ/10/οικ.22738/19.8.2013 (και μη προσβαλλόμενη) ερμηνευτική εγκύκλιος του Υπουργού Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, «Πρόγραμμα κινητικότητας ν. 4172/2013», στην οποία ρητώς αναφέρεται ότι μεταξύ των μοριοδοτούμενων διαδικασιών προσλήψεων περιλαμβάνονται και εκείνες που διενεργούνται «…από τους φορείς βάσει ειδικών διατάξεων και το ΑΣΕΠ ασκεί τον προβλεπόμενο από τις οικείες διατάξεις έλεγχο». Περαιτέρω, ο ισχυρισμός των αιτούντων ότι απουσιάζει παντελώς ρύθμιση προβλέπουσα ένσταση ενώπιον του ΑΣΕΠ στις διαδικασίες προσλήψεως στη Δημοτική Αστυνομία ερείδεται επί εσφαλμένης εκδοχής. Τούτο δε, διότι η πρώτη προσβαλλόμενη πράξη αναφέρεται στις διαδικασίες του άρθρου 2 παρ. 3 του ν. 3812/2009, τις οποίες, κατά τα προεκτεθέντα, τόσο ο ίδιος ο νομοθέτης όσο και το ΑΣΕΠ θεωρούν ως παρέχουσες μείζονες εγγυήσεις διαφάνειας και αξιοκρατίας (βλ. αιτιολογική έκθεση του ν. 3812/2009 που παρατίθεται κατωτέρω σε επόμενη σκέψη), αποδίδει δε πράγματι την έννοια του νόμου και δεν συνιστά νέα ουσιαστική ρύθμιση, διευρύνοντας με τον τρόπο αυτό το πεδίο εφαρμογής του, αλλά -αντιθέτως- παρέχει διευκρινίσεις σε σχέση με το κανονιστικό του περιεχόμενο (πρβλ. ΣΕ 668/2012 Ολομ., 1283/2012 Ολομ., πρβλ. επίσης ΣΕ 844/2013 7μ., 909/2011 7μ., 503/2011, 840/2001 7μ., 4114/2000, 236/1980 κ.ά.). Τα ίδια ισχύουν και ως προς το δεύτερο σημείο της προσβαλλόμενης πράξεως που, κατά τους αιτούντες, εισάγει νέα ρύθμιση, ήτοι ως προς την αναφορά στη δυνατότητα μετατάξεως υπαλλήλων σε ανώτερη κατηγορία, χωρίς τη συνδρομή της προβλεπόμενης στον Υπαλληλικό Κώδικα οκταετίας. Και τούτο, διότι στην περίπτωση 1 της υποπαραγράφου Ζ.1 της παρ. Ζ΄ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή της με την παρ. 1 του άρθρου 91 του ν. 4172/2013, ορίζεται ότι «[η] μετάταξη ή μεταφορά μπορεί να διενεργείται και σε κενή ή συνιστώμενη θέση συναφούς ή παρεμφερούς κλάδου ή ειδικότητας, της ίδιας ή ανώτερης κατηγορίας, εφόσον ο υπάλληλος κατέχει τα τυπικά προσόντα του κλάδου ή της ειδικότητας στον οποίο μετατάσσεται ή μεταφέρεται», χωρίς να παραπέμπει και στις ρυθμίσεις του Υπαλληλικού Κώδικα ή του Κώδικα Δημοτικών Υπαλλήλων περί μετατάξεων. Επιπλέον, από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με τις λοιπές της υποπαραγράφου Ζ΄ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, συνάγεται ότι η διαδικασία μετατάξεων στο πλαίσιο της κινητικότητος είναι ειδική σε σχέση με την αντίστοιχη γενική διαδικασία μετατάξεων του Υπαλληλικού Κώδικα, η οποία κινείται με πρωτοβουλία του υπαλλήλου (βλ. και την ως άνω αιτιολογική έκθεση του ν. 4093/2012). Κατά τα λοιπά, η δεύτερη προσβαλλόμενη απόφαση (υπ’ αριθμ. ΔΙΔΑΔ/48Α/58/οικ29040/23-10-2013, ΦΕΚ Β΄ 2757/29-10-2013) συνιστά μεν κανονιστική διοικητική πράξη παραδεκτώς προσβαλλό¬μενη με την κρινόμενη αίτηση ακυρώσεως πλην άνευ εννόμου συμφέροντος. Και τούτο, διότι με αυτή συμπληρώνεται απλώς χωρίς να αντικαθίσταται και, μάλιστα, κατά τρόπο μη βλαπτικό για τους αιτούντες η υπ’ αριθμ. ΔΙΠΙΔΔ/Β.2/3/οικ.22274/9.8.2013 απόφαση του Υπουργού Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, με την οποία καθορίσθηκαν το πρώτον η διαδικασία επιλογής των προς μετάταξη ή μεταφορά υπαλλήλων, τα κριτήρια επιλογής και κατάταξής τους και ο τρόπος μοριοδοτήσεώς τους. Η συμπλήρωσή της συνίσταται στη μοριοδότηση και μόνων εκείνων των υπαλλήλων που έχουν επιτύχει εξαιρετική διάκριση σε αθλητικές διοργανώσεις. Με το περιεχόμενό της αυτό, όμως, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν επιφέρει δυσμενείς έννομες συνέπειες εις βάρος των αιτούντων, οι οποίοι δεν αμφισβητούν την συγκεκριμένη μοριοδότηση αλλά εκείνη των συναδέλφων τους που προσελήφθησαν το 2010, δηλαδή κατόπιν διαδικασιών «υπό τον έλεγχο του ΑΣΕΠ». Εκ τούτου παρέπεται, ότι η τυχόν ακύρωσή της δεν θα οδηγούσε σε άρση των πράγματι βλαπτικών γι’ αυτούς εννόμων συνεπειών (ΣΕ 922/2012 Ολομ., 2962/2012).
9. Επειδή, οι αιτούντες παραδεκτώς ομοδικούν, προβάλλοντας κοινούς λόγους ακυρώσεως, οι οποίοι ερείδονται επί της αυτής νομικής και πραγματικής βάσεως.
10. Επειδή, η διάταξη της παρ. 7 του άρθρου 103 του Συντάγματος, που προστέθηκε με το από 6.4.2001 Ψήφισμα της Ζ Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων (Α' 84), ορίζει ότι : «Η πρόσληψη υπαλλήλων στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσια τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, πλην των περιπτώσεων της παραγράφου 5, γίνεται είτε με διαγωνισμό, είτε με επιλογή σύμφωνα με προκαθορισμένα και αντικειμενικά κριτήρια και υπάγεται στον έλεγχο ανεξάρτητης αρχής, όπως νόμος ορίζει. Νόμος μπορεί να προβλέπει ειδικές διαδικασίες επιλογής που περιβάλλονται με ειδικές εγγυήσεις διαφάνειας και αξιοκρατίας ή ειδικές διαδικασίες επιλογής προσωπικού για θέσεις το αντικείμενο των οποίων περιβάλλεται από ειδικές συνταγματικές εγγυήσεις ή προσιδιάζει σε σχέση εντολής». Περαιτέρω, στην παρ. 6 του άρθρου 118 του Συντάγματος, που προστέθηκε με το ίδιο Ψήφισμα, ορίζεται ότι «προβλεπόμενες ή διατηρούμενες στο νόμο 2190/1994, όπως αυτός ισχύει, εξαιρέσεις από την αρμοδιότητα του Ανωτάτου Συμβουλίου Επιλογής Προσωπικού εξακολουθούν να ισχύουν».
11. Επειδή, κατ’ εξουσιοδότηση των διατάξεων της παρ. 8 του άρθρου 11 του ν. 2503/1997 (φ. Α΄ 107) και της παρ. 1 του άρθρου 26 του ν. 2819/2000 εξεδόθη αρχικώς το προεδρικό διάταγμα 23/2002, με τίτλο «Αρμοδιότητες, σύστημα πρόσληψης, προσόντα, καθήκοντα, δικαιώματα και υποχρεώσεις του προσωπικού της Αστυνομίας» (Α΄ 19), στο οποίο ορίζονται και τα εξής: «άρθρο 1 (Διάκριση Προσωπικού): 1. Το προσωπικό της Αστυνομίας διακρίνεται α) σε ειδικό ένστολο και β) σε επιστημονικό και υποστηρικτικό προσωπικό, το οποίο απαρτίζεται, κυρίως, από μηχανικούς, επόπτες υγείας, προσωπικό διοικητικής υποστήριξης και βοηθητικό προσωπικό. 2. Οι θέσεις του προσωπικού της Αστυνομίας της προηγούμενης παραγράφου συνιστώνται με τον Οργανισμό Εσωτερικής Υπηρεσίας του οικείου Δήμου σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του Νόμου 1188/1981 (Α΄ 204), όπως ισχύει κάθε φορά. 3. Το ειδικό ένστολο προσωπικό της Αστυνομίας κατατάσσεται σε κατηγορίες και κλάδους ΠΕ23, ΤΕ23 και ΔΕ23. ... Το ειδικό ένστολο προσωπικό της Αστυνομίας προσλαμβάνεται σύμφωνα με τις διατάξεις αυτού του διατάγματος, για να ασκεί τις αρμοδιότητες του άρθρου 2 του παρόντος. 4. Το ειδικό ένστολο προσωπικό των κλάδων ΠΕ23 και ΤΕ23, δεν πρέπει να είναι κατώτερο του 1/4 του συνολικού αριθμού των υπηρετούντων στη Δημοτική Αστυνομία. 5. Για την πρόσληψη του επιστημονικού και υποστηρικτικού προσωπικού, ισχύουν οι διατάξεις του Ν. 2190/1994, όπως ισχύει κάθε φορά. άρθρο 3 (Προσόντα ειδικού ένστολου προσωπικού): Το ειδικό ένστολο προσωπικό της Αστυνομίας πρέπει να συγκεντρώνει τα εξής προσόντα. 1. Να είναι Έλληνες πολίτες που έχουν εκπληρώσει τις στρατιωτικές τους υποχρεώσεις ή έχουν νομίμως απαλλαγεί αυτών και δεν έχουν υπερβεί το 30ο έτος της ηλικίας τους. ... 2. Επιπλέον οι υποψήφιοι απαιτείται να συγκεντρώνουν ανάλογα με την κατηγορία και τα ακόλουθα προσόντα: α) Να είναι κάτοχοι πτυχίου, ή διπλώματος οποιασδήποτε σχολής ή τμήματος ΑΕΙ ή ΤΕΙ της ημεδαπής ή ισότιμο σχολών της αλλοδαπής, εφόσον πρόκειται για τον κλάδο ΠΕ ή ΤΕ. β) Να είναι κάτοχοι απολυτηρίου τίτλου όλων των τύπων Λυκείου με εξαίρεση αυτούς του Ενιαίου Πολυκλαδικού Λυκείου κλάδου σπουδών που δεν αντιστοιχεί σε δέσμη ή πτυχίο Τεχνικού-Επαγγελματικού Λυκείου, εφόσον πρόκειται για τον κλάδο ΔΕ23. γ) Να έχουν ανάστημα τουλάχιστον 1.70 μ. οι άνδρες και 1.65 μ. οι γυναίκες, ... δ) Να μην έχουν καταδικασθεί έστω και με οριστική απόφαση, για τέλεση ή απόπειρα κακουργήματος ή των εγκλημάτων (απαριθμούνται τα αδικήματα) ή οποιουδήποτε άλλου εγκλήματος από δόλο τελεσθέντος, για το οποίο επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών μηνών. ... ε) Να μην έχουν στερηθεί οποτεδήποτε των πολιτικών δικαιωμάτων τους, έστω και αν έχει λήξει ο χρόνος που ορίσθηκε για την στέρησή τους. στ) Να μην έχουν τεθεί σε δικαστική συμπαράσταση (άρθρο 1666 Α.Κ.). ζ) Να μην έχουν απολυθεί από δημόσια υπηρεσία για πειθαρχικούς λόγους. άρθρο 4 (Σύστημα πρόσληψης με αντικειμενικά κριτήρια): 1. Η πρόσληψη του ειδικού ένστολου προσωπικού της Αστυνομίας γίνεται με σύστημα αντικειμενικών κριτηρίων (μόρια): α) Το γενικό βαθμό του Πτυχίου ή β) Το γενικό βαθμό Απολυτηρίου Λυκείου. γ) Τη γνώση ξένων γλωσσών. δ) Την υπαγωγή τους σε μία από τις κατηγορίες που προβλέπονται στο άρθρο 42 του ν. 1481/1984 (Α΄ 152 με διόρθωση στο ΦΕΚ Α΄ 154). ε) Την επιτυχή συμμετοχή αθλητών ανδρών και γυναικών σε Ολυμπιακούς-Παγκόσμιους αγώνες μέχρι 8η νίκη, σε Ευρωπαϊκούς -Μεσογειακούς αγώνες μέχρι 6η νίκη και σε Βαλκανικούς - Πανελλήνιους αγώνες μέχρι 3η νίκη. στ) Την κατοχή άδειας οδηγού αυτοκινήτου ή δίκυκλης μηχανής τουλάχιστον 50 κ.ε.. 2. Η κατάταξη σε πίνακα σειράς επιτυχίας των υποψηφίων, γίνεται κατά Ο.Τ.Α., με βάση το άθροισμα της βαθμολογίας που προκύπτει από γενικό βαθμό του πτυχίου ή του απολυτηρίου Λυκείου στον οποίο προστίθενται: α) Πέντε (5) μονάδες για όσους υποψηφίους κατέχουν πτυχίο PROFICIENCY για την Αγγλική γλώσσα ή τέσσερις (4) μονάδες για όσους υποψηφίους κατέχουν πτυχίο αντίστοιχου επιπέδου άλλης ξένης γλώσσας. Τρεις (3) μονάδες για όσους υποψηφίους κατέχουν πτυχίο FIRST CERTIFICATE για την Αγγλική ή δύο (2) μονάδες για όσους υποψηφίους κατέχουν πτυχίο αντίστοιχου επιπέδου άλλης ξένης γλώσσας. Κατοχή αντίστοιχων πτυχίων, περισσοτέρων άλλων ξένων γλωσσών του ανωτέρω επιπέδου λειτουργεί προσαυξητικά. β) Δύο (2) μονάδες για όσους υποψηφίους υπάγονται στις ειδικές κατηγορίες του άρθρου 42 του Ν. 1481/1984. γ) Μία (1) μονάδα για όσους κατέχουν άδεια οδηγού αυτοκινήτου ή μοτοποδηλάτου. δ) Τρεις (3) μονάδες για τους υποψηφίους μόνιμους κατοίκους Δήμου ή Κοινότητας Νομού του πρώτου εδαφίου της παρ. 8 του άρθρου 17 του Ν. 2190/94 (Α΄ 28), όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 8 του άρθρου 20 του Ν. 2738/99 (Α΄ 180), ή παραμεθορίου περιοχής όπως έχει καθοριστεί με την κατ’ εξουσιοδότηση της προηγουμένης διατάξεως, απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, που δηλώνουν ότι δέχονται να υπηρετήσουν στις θέσεις που προκηρύχθηκαν, στον αντίστοιχο Δήμο ή Σύνδεσμο Δια ή Νησιωτικής Συνεργασίας, επί δεκαετία τουλάχιστον. ... ε) Δύο (2) μονάδες για όσους αθλητές, άνδρες και γυναίκες, έχουν επιτύχει μέχρι 8η νίκη σε Ολυμπιακούς - Παγκόσμιους αγώνες, μέχρι 6η νίκη σε Ευρωπαϊκούς - Μεσογειακούς αγώνες και μέχρι 3η νίκη σε Βαλκανικούς - Πανελλήνιους αγώνες. 3. Η συνολική βαθμολογία κάθε υποψηφίου πολλαπλασιάζεται επί το συντελεστή εκατό (100). Η βαθμολογία εξάγεται μέχρι χιλιοστού της μονάδας. Σε περίπτωση ισοβαθμίας προηγείται ο υποψήφιος που έχει το μεγαλύτερο βαθμό Πτυχίου ή Απολυτηρίου Λυκείου και σε περίπτωση νέας ισοβαθμίας προηγείται ο υποψήφιος που λαμβάνει μονάδες από τα κριτήρια που προηγούνται κατά σειρά βάσει των διατάξεων της προηγούμενης παραγράφου. ... 4. Για κάθε ΟΤΑ καταρτίζεται ίδιος πίνακας σειράς κατάταξης των υποψηφίων για πρόσληψη ειδικού ένστολου προσωπικού της Αστυνομίας, σύμφωνα με τα ανωτέρω αντικειμενικά κριτήρια. Ο πίνακας αυτός καταρτίζεται από την επιτροπή του άρθρου 9 του παρόντος διατάγματος, που έχει συσταθεί για τον οικείο ΟΤΑ και αναρτάται στο κεντρικό κατάστημα της Περιφέρειας και στο κατάστημα του οικείου Ο.Τ.Α. 5. Από την ίδια επιτροπή καταρτίζεται πίνακας υποψηφίων που δεν πληρούν τις απαιτούμενες από το νόμο και το παρόν Προεδρικό Διάταγμα προϋποθέσεις. άρθρο 5 (Υγειονομικές και αθλητικές εξετάσεις): 1. Οι υποψήφιοι που περιλαμβάνονται στους πίνακες κατάταξης, μετά παρέλευση δέκα (10) τουλάχιστον ημερών από την ανάρτηση του πίνακα, καλούνται να προσέλθουν, κατά τη σειρά κατατάξεώς τους, για υγειονομική εξέταση και υποβολή σε αθλητική δοκιμασία. Κατ’ αρχάς στην αρμόδια Υγειονομική Επιτροπή, εξετάζονται, προκειμένου να κριθούν για την ικανότητά τους από υγειονομικής πλευράς. Όσοι κρίνονται ικανοί από την Υγειονομική Επιτροπή καλούνται να προσέλθουν στην αρμόδια Επιτροπή του άρθρου 9, προκειμένου να εξετασθούν περαιτέρω για τα σωματικά τους προσόντα. 2. Η εξέταση των σωματικών προσόντων, εκτός από τον έλεγχο των προϋποθέσεων της περ. γ΄ της παρ. 2 του άρθρου 3, περιλαμβάνει αθλητικές δοκιμασίες. Οι υποψήφιοι δοκιμάζονται στα εξής αγωνίσματα: (απαριθμούνται τα αγωνίσματα). άρθρο 6 (Δικαιολογητικά υποψηφίων) ... άρθρο 7 (Περιεχόμενο Προκήρυξης): 1. Για την πρόσληψη του ειδικού ένστολου προσωπικού της Αστυνομίας εκδίδεται σχετική προκήρυξη από τον αρμόδιο Γενικό Γραμματέα της Περιφέρειας για τους ΟΤΑ κάθε νομού ή νομαρχίας, χωριστά. ... άρθρο 8 (Υποβολή και έλεγχος δικαιολογητικών) ... άρθρο 9 (Επιτροπή επιλογής και εξέτασης σωματικών προσόντων): 1. Οι υποψήφιοι για τις θέσεις της Αστυνομίας ελέγχονται για την ύπαρξη των προϋποθέσεων της περιπτ. γ΄ της παρ. 2 του άρθρου 3 και δοκιμάζονται στα αγωνίσματα του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος από επιτροπή που συγκροτείται με απόφαση του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας και αποτελείται από: α) Τον Γενικό Διευθυντή της Περιφέρειας. β) Έναν υπάλληλο της Περιφέρειας κλάδου ΠΕ με βαθμό τουλάχιστον Β΄. γ) Τον προϊστάμενο των Διοικητικών Υπηρεσιών του οικείου Δήμου. δ) Έναν αξιωματικό της Ελληνικής Αστυνομίας που υποδεικνύεται από τον Διευθυντή της οικείας Αστυνομικής Δ/νσης της έδρας της Περιφέρειας. ε) Έναν καθηγητή σωματικής αγωγής, που υποδεικνύεται από τον Προϊστάμενο της Δ/νσης Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης της έδρας της Περιφέρειας. ... 2. ... 3. ... άρθρο 10 (Εξέταση υποψηφίων): 1. … 2. ... 5. Μετά το πέρας και της εξέτασης … η επιτροπή καταρτίζει πίνακες καταλλήλων και μη, στους οποίους περιλαμβάνονται, κατά στήλη, και όλα τα σχετικά με την εξέτασή τους στοιχεία (ανάστημα, στηθική περίμετρος, αθλητικές επιδόσεις) ... άρθρο 11 (Κατάρτιση τελικού πίνακα κατάταξης ανά ΟΤΑ): 1. Μετά τα ανωτέρω η Επιτροπή του άρθρου 9 του παρόντος διατάγματος προβαίνει στην κατάρτιση του τελικού πίνακα κατάταξης για τις θέσεις του ειδικού ένστολου προσωπικού Αστυνομίας για τον οικείο ΟΤΑ. Προς τούτο η Επιτροπή λαμβάνει υπόψη της: α) Τον πίνακα σειράς κατάταξης των υποψηφίων ο οποίος έχει καταρτισθεί από αυτήν σύμφωνα με το άρθρο 4 του παρόντος Διατάγματος. β) Τον πίνακα καταλλήλων ή μη ο οποίος έχει καταρτισθεί από αυτή σύμφωνα με το άρθρο 10 του παρόντος διατάγματος. 2. Ο τελικός πίνακας κατάταξης για κάθε ΟΤΑ περιλαμβάνει τους υποψηφίους του πίνακα της περ. β΄ της προηγουμένης παραγράφου, κατά την σειρά κατατάξεώς τους στον πίνακα της περ. α΄ της ίδιας παραγράφου. ... άρθρο 13 (Ειδικές μεταβατικές διατάξεις): 1. ... 2. ... 4. … Κατά την πρώτη πενταετία λειτουργίας Αστυνομίας στον οικείο Νομό, το ειδικό ένστολο προσωπικό της Αστυνομίας, υπάγεται στα κοινά Υπηρεσιακά Συμβούλια που προβλέπονται από τα άρθρα 5 και 6 του Ν. 1188/81». Το παρατεθέν κατά το κρίσιμο μέρος του προεδρικό διάταγμα, προ της δημοσιεύσεώς του, έτυχε επεξεργασίας από το Συμβούλιο της Επικρατείας (Π.Ε. 677/2001), το οποίο δεν διατύπωσε παρατηρήσεις σε σχέση με τη συνταγματικότητα της διαδικασίας προσλήψεων του ειδικού ένστολου προσωπικού.
12. Επειδή, στη συνέχεια, με το άρθρο 35 παρ. 12 του ν. 3274/2004 (Α΄ 195) η περ. γ΄, της παρ. 1 του ν. 2819/2000 αντικαταστάθηκε ως εξής: «γ. i. Από τη δημοσίευση του νόμου αυτού, η Δημοτική Αστυνομία εξακολουθεί να ασκεί τις αρμοδιότητες των περιπτώσεων 1, 2, 3, 6, 10, 12, 13, 16, 26, 29, 31 και 33 της παραγράφου Α του άρθρου 2 του διατάγματος 23/2002. ii. Οι υπόλοιπες αρμοδιότητες, που προβλέπονται στην ανωτέρω διάταξη, ασκούνται από τη Δημοτική Αστυνομία, στο σύνολό τους ή μεμονωμένα, ύστερα από προηγούμενη απόφαση του αρμόδιου Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας, η οποία δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Η απόφαση αυτή εκδίδεται ύστερα από πρόταση του οικείου συμβουλίου και γνώμη του διευθυντή του νομού. iii. Ως την έκδοση της παραπάνω απόφασης οι αρμοδιότητες αυτές εξακολουθούν να ασκούνται από την Ελληνική Αστυνομία (ΕΛ.ΑΣ.). iv. Στη Δημοτική Αστυνομία ανατίθεται η αρμοδιότητα επιβολής των διοικητικών μέτρων του άρθρου 103 του Ν. 2696/1999, για την παράνομη στάθμευση οχημάτων, καθώς και της εφαρμογής των διατάξεων που αναφέρονται στην κυκλοφορία οχημάτων στους πεζοδρόμους. Οι ανωτέρω αρμοδιότητες εξακολουθούν να ασκούνται, παραλλήλως και κατά περίπτωση, από την Ελληνική Αστυνομία (ΕΛ.ΑΣ.) και το Λιμενικό Σώμα». Εν συνεχεία, το ισχύσαν έως τότε σύστημα προσλήψεων του π.δ/τος 23/2002 αντικαταστάθηκε από νέο, το οποίο θεσπίσθηκε με το προεδρικό διάταγμα 135/2006, με τίτλο «Σύστημα πρόσληψης ειδικού ένστολου προσωπικού της Αστυνομίας και τρόπος εκπαίδευσης αυτού» (Α΄ 153). Το κρίσιμο μέρος του εν λόγω διατάγματος έχει ως εξής: «άρθρο 1 (προσόντα ειδικού ένστολου προσωπικού): 1. Οι υποψήφιοι για τις θέσεις του ειδικού ένστολου προσωπικού της Αστυνομίας πρέπει να πληρούν τις ακόλουθες προϋποθέσεις: α. Να είναι Έλληνες πολίτες και να έχουν εκπληρώσει τις στρατιωτικές τους υποχρεώσεις ή να έχουν νομίμως απαλλαγεί από αυτές. β. Να έχουν συμπληρώσει το εικοστό πρώτο (21ο) έτος της ηλικίας τους και να μην έχουν υπερβεί, προκειμένου για τους κλάδους ΠΕ23 και ΤΕ23, το 30ό έτος της ηλικίας τους και για τον κλάδο ΔΕ23, το 26ο έτος της ηλικίας τους. ... γ. Να μην έχουν καταδικασθεί τελεσίδικα για τέλεση ή απόπειρα κακουργήματος ή των εγκλημάτων (απαριθμούνται τα αδικήματα) οποιουδήποτε άλλου εγκλήματος τελεσθέντος με δόλο, για το οποίο επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών μηνών. ... δ. Να μην έχουν στερηθεί οποτεδήποτε των πολιτικών δικαιωμάτων τους, έστω και αν έχει λήξει ο χρόνος που ορίσθηκε για την στέρησή τους. ε. Να μην έχουν τεθεί σε δικαστική συμπαράσταση (άρθρο 1666 Α.Κ.). στ. Να μην έχουν απολυθεί από δημόσια υπηρεσία ή Ο.Τ.Α. ή Ν.Π.Δ.Δ. λόγω επιβολής της πειθαρχικής ποινής της οριστικής παύσης ή λόγω καταγγελίας της σύμβασης εργασίας για σπουδαίο λόγο οφειλόμενο σε υπαιτιότητα του εργαζόμενου, αν δεν παρέλθει πενταετία από την απόλυση. ζ. Να έχουν ανάστημα, χωρίς υποδήματα, τουλάχιστον 1,67 μ. οι γυναίκες και 1,70 μ. οι άνδρες. η. Να έχουν τις προϋποθέσεις για την υπαγωγή τους σε έναν από τους κλάδους ΠΕ23, ΤΕ23 και ΔΕ23. θ. Να διαθέτουν γνώση τουλάχιστον μίας εκ των γλωσσών Αγγλικής, ή Γαλλικής, ή Ιταλικής, ή Γερμανικής, ή Ισπανικής σε επίπεδο τουλάχιστον "Πολύ Καλά" προκειμένου για τους αποφοίτους ΑΕΙ και ΤΕΙ και "Καλά" προκειμένου για τους αποφοίτους δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, η γνώση της οποίας πιστοποιείται σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία. ι. Να έχουν γνώση χειρισμού ηλεκτρονικών υπολογιστών. ια. Να είναι κάτοχοι ερασιτεχνικής άδειας οδήγησης αυτοκινήτου ή δίκυκλης μηχανής, τουλάχιστον 50 κ.ε. ιβ. Να έχουν την ψυχική και σωματική υγεία, η οποία διαπιστώνεται κατά τα οριζόμενα στα άρθρα 7 και 8 του παρόντος καθώς και τα διανοητικά προσόντα που τους επιτρέπουν την εκτέλεση των καθηκόντων της θέσης τους. 2. Οι προϋποθέσεις της προηγούμενης παραγράφου πρέπει να συντρέχουν κατά την ημέρα λήξης της προθεσμίας της υποβολής των αιτήσεων των υποψηφίων. άρθρο 2 (Σύστημα πρόσληψης με αντικειμενικά κριτήρια): 1. Η πρόσληψη του ειδικού ένστολου προσωπικού της Αστυνομίας γίνεται με σύστημα αντικειμενικών κριτηρίων (μόρια). Κατά το σύστημα αυτό λαμβάνονται υπόψη: α) Ο γενικός βαθμός του Πτυχίου ή του Απολυτηρίου τίτλου σπουδών. β) Η εντοπιότητα. γ) Η ιδιότητα του πολυτέκνου ή του τέκνου πολυτέκνου. δ) Η γνώση επιπλέον ξένης γλώσσας πέραν εκείνης που αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση κατά το προηγούμενο άρθρο. 2. Η κατάταξη των υποψηφίων σε πίνακα κατά σειρά επιτυχίας γίνεται ξεχωριστά για κάθε Ο.Τ.Α., με βάση το άθροισμα της βαθμολογίας που προκύπτει από το γενικό βαθμό του πτυχίου ή του απολυτηρίου τίτλου σπουδών, στον οποίο προστίθενται: α) Επτά (7) μονάδες για τους υποψηφίους που είναι δημότες και συγχρόνως κάτοικοι του αντίστοιχου Δήμου. β) Τρεις (3) μονάδες για όσους είναι πολύτεκνοι ή τέκνα πολυτέκνου, καθώς και για όσους είναι γονείς με τρία παιδιά και τέκνα αυτών (όπως η τελευταία περίοδος της περ. β΄ της παρ. 2 προστέθηκε με το άρθρο 15 παρ. 5 του ν. 3731/2008, Α΄ 263). γ) Πέντε (5) μονάδες για την άριστη γνώση ξένης γλώσσας της περ. δ΄ της προηγούμενης παραγράφου. δ) Τρεις (3) μονάδες για την πολύ καλή γνώση ξένης γλώσσας της περ. δ΄ της προηγούμενης παραγράφου. ε) Δύο (2) μονάδες για την καλή γνώση ξένης γλώσσας της περ. δ΄ της προηγούμενης παραγράφου. Η γνώση επιπλέον και άλλων ξένων γλωσσών λειτουργεί προσαυξητικά με αντίστοιχη βαθμολογία εφόσον ο υποψήφιος κατέχει τον αντίστοιχο τίτλο σπουδών. 3. Η συνολική βαθμολογία κάθε υποψηφίου πολλαπλασιάζεται με το συντελεστή εκατό (100). Η βαθμολογία εξάγεται μέχρι χιλιοστού της μονάδας. Σε περίπτωση ισοβαθμίας προηγείται ο υποψήφιος που έχει το μεγαλύτερο βαθμό Πτυχίου ή Απολυτηρίου Λυκείου και σε περίπτωση νέας ισοβαθμίας προηγείται εκείνος που λαμβάνει μονάδες από τα κριτήρια που προηγούνται κατά σειρά βάσει των διατάξεων της προηγούμενης παραγράφου. ... άρθρο 3 (Δικαιολογητικά υποψηφίων) ... άρθρο 4 (Περιεχόμενο Προκήρυξης): Για την πρόσληψη εκδίδεται προκήρυξη από το Γενικό Γραμματέα της Περιφέρειας για τους ΟΤΑ κάθε νομού ή νομαρχίας, χωριστά. ... άρθρο 6 (Επιτροπή Επιλογής): 1. Η Επιτροπή Επιλογής υποψηφίων συγκροτείται με απόφαση του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας στην έδρα της Περιφέρειας και αποτελείται από: α) Τον Γενικό Διευθυντή της Περιφέρειας, ως Πρόεδρο. β) Έναν Διευθυντή της Περιφέρειας. γ) Έναν υπάλληλο της Περιφέρειας κατηγορίας ΠΕ τουλάχιστον με βαθμό Β΄. δ) Τον προϊστάμενο των Διοικητικών Υπηρεσιών του οικείου Δήμου και ελλείψει αυτού, υπάλληλο κατηγορίας ΠΕ, και ελλείψει αυτού κατηγορίας ΤΕ και ελλείψει αυτού κατηγορίας ΔΕ. ε) Έναν καθηγητή σωματικής αγωγής, που υποδεικνύεται από τον Προϊστάμενο της Δ/νσης Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης της έδρας της Περιφέρειας. ... 2. ... 3. ... άρθρο 7 (Εξέταση υποψηφίων): 1. Για κάθε ΟΤΑ καταρτίζεται ιδιαίτερος πίνακας σειράς κατάταξης των υποψηφίων για πρόσληψη, που πληρούν τις προϋποθέσεις του παρόντος προεδρικού διατάγματος. Ο πίνακας αυτός καταρτίζεται από την επιτροπή του προηγούμενου άρθρου και αναρτάται στο κεντρικό κατάστημα της Περιφέρειας και στο κατάστημα του οικείου Ο.Τ.Α. Από την ίδια επιτροπή καταρτίζεται πίνακας υποψηφίων που δεν πληρούν τις απαιτούμενες προϋποθέσεις. 2. ... Όσοι κρίνονται ικανοί από την Υγειονομική Επιτροπή καλούνται να προσέλθουν στην Επιτροπή Επιλογής, προκειμένου να υποβληθούν στις αθλητικές δοκιμασίες, οι οποίες περιλαμβάνουν: α) Δρόμο 100 μ. σε χρόνο 16΄΄ (μία προσπάθεια). β) Δρόμο 1.000 μ. σε χρόνο 4 και 20΄΄ (μία προσπάθεια). γ) Άλμα σε ύψος με φόρα τουλάχιστον 1.00 μ. (τρεις προσπάθειες). δ) Άλμα σε μήκος με φόρα τουλάχιστον 3.60 μ. (τρεις προσπάθειες). ε) Ρίψη σφαίρας (7,275 χλγ.) σε απόσταση τουλάχιστον 4,50 μ., ως μέσο όρο ρίψης με το δεξί και το αριστερό χέρι (τρεις προσπάθειες ανά χέρι). 3. ... 6. Μετά το πέρας των εξετάσεων η Επιτροπή Επιλογής καταρτίζει πίνακες όσων πληρούν ή μη τις προϋποθέσεις, στους οποίους περιλαμβάνονται, κατά στήλη, και όλα τα σχετικά με την εξέτασή τους στοιχεία (ανάστημα, αθλητικές επιδόσεις). ... άρθρο 8 (Ψυχοτεχνικές δοκιμασίες): 1. Μετά την κατάρτιση του πίνακα της παραγράφου 6 του προηγούμενου άρθρου, οι υποψήφιοι καλούνται από την Επιτροπή της επόμενης παραγράφου, το αργότερο εντός πέντε ημερών και σε συγκεκριμένο τόπο και χρόνο για να υποβληθούν σε τεστ προσωπικότητας (Minnesota Multifacing Personality Inventory) και σε συνέντευξη. Με την ανωτέρω διαδικασία ερευνάται κυρίως η κρίση, η προσαρμοστικότητα στις μεταβαλλόμενες καταστάσεις και απαιτήσεις, η αυτοκυριαρχία, η συναισθηματική σταθερότητα, η δομή της προσωπικότητας, η σκέψη και η αντίληψη. Η συνέντευξη διενεργείται μετά το πέρας των ψυχοτεχνικών δοκιμασιών οπότε και συντάσσεται αυτοτελές πρακτικό εξατομικευμένης κρίσης για κάθε υποψήφιο στο οποίο αναφέρεται η τελική κρίση της Επιτροπής με αιτιολογημένη κρίση κάθε μέλους αυτής. ... 2. Οι ψυχοτεχνικές δοκιμασίες διενεργούνται ενώπιον Τριμελούς Επιτροπής, η οποία συγκροτείται με απόφαση του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας. Πρόεδρος της Επιτροπής αυτής είναι ψυχολόγος ή ψυχίατρος που προέρχεται είτε από δημόσιο νοσοκομείο, είτε από την Ελληνική Αστυνομία. Μέλος της Επιτροπής είναι ένας Διευθυντής της Περιφέρειας, και ένας υπάλληλος του κλάδου ΠΕ23 ... 3. ... 4. Μετά το πέρας και των ψυχοτεχνικών δοκιμασιών του άρθρου αυτού η Επιτροπή καταρτίζει πίνακες όσων πληρούν ή μη τις προϋποθέσεις, στους οποίους περιλαμβάνονται, κατά στήλη, και όλα τα σχετικά με την εξέτασή τους στοιχεία που αναφέρονται στην παρ. 1 του άρθρου αυτού. ... άρθρο 9 (Κατάρτιση τελικού πίνακα κατάταξης ανά ΟΤΑ): 1. Μετά τα ανωτέρω η Επιτροπή Επιλογής προβαίνει στην κατάρτιση του τελικού πίνακα κατάταξης για τις θέσεις που έχουν προκηρυχθεί για κάθε ΟΤΑ. Προς τούτο η Επιτροπή αυτή λαμβάνει υπόψη της: α) Τον πίνακα σειράς κατάταξης των υποψηφίων ο οποίος έχει καταρτισθεί από αυτή σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 7, β) Τον πίνακα καταλλήλων ή μη ο οποίος έχει καταρτισθεί από αυτή σύμφωνα με την παρ. 6 του άρθρου 7, γ) Τον πίνακα καταλλήλων ή μη ο οποίος έχει καταρτισθεί από την Επιτροπή του άρθρου 8 σύμφωνα με την παρ. 4 του ιδίου άρθρου. 2. Ο τελικός πίνακας κατάταξης για κάθε ΟΤΑ περιλαμβάνει τους υποψηφίους των πινάκων της περ. β΄ και γ΄ της προηγούμενης παραγράφου, κατά την σειρά κατατάξεώς τους στον πίνακα της περ. α΄ της ίδιας παραγράφου. ... άρθρο 12 (Καταργούμενες διατάξεις): Από την έναρξη ισχύος του παρόντος διατάγματος, καταργούνται τα άρθρα 3, 4, 5, 6, 7, 8, 9, 10, 11, 12, 16 με την επιφύλαξη του άρθρου 10 παρ. 1 του παρόντος, και 17 του π.δ. 23/2002 (Α΄ 19)».
13. Επειδή, στο πλαίσιο της επεξεργασίας του σχεδίου του παρατεθέντος, κατά το κρίσιμο μέρος του, στην προηγούμενη σκέψη διατάγματος, ανέκυψε το ζήτημα της αντιθέσεως προς το άρθρο 103 παρ. 7 του Συντάγματος, αφενός μεν των διατάξεων του άρθρου 24 παρ. 3 του π.δ/τος 410/1995, όπως ίσχυε μετά τις διαδοχικές του τροποποιήσεις, αφετέρου δε των διατάξεων του υπό επεξεργασία προεδρικού διατάγματος, καθ’ ο μέρος δεν προβλέπεται σ’ αυτές διαδικασία ελέγχου των προσλήψεων στη δημοτική αστυνομία από ανεξάρτητη αρχή. Το Ε΄ Τμήμα του Δικαστηρίου παρέπεμψε με το Πρακτικό Επεξεργασίας υπ’ αριθμ. 115/2006 το ζήτημα προς επίλυση στην Ολομέλεια, αφού προηγουμένως γνωμοδότησε, κατά πλειοψηφία, ότι οι διαδικασίες προσλήψεων του π.δ/τος 410/1995 δεν περιλαμβάνονται μεταξύ εκείνων του άρθρου 14 παρ. 2 του ν. 2190/1994, «Σύσταση ανεξάρτητης αρχής για την επιλογή προσωπικού και ρύθμιση θεμάτων διοίκησης» (Α΄ 28), οι οποίες κατ’ εξαίρεση δεν εμπίπτουν στο Κεφάλαιο Γ΄ του νόμου αυτού (σύστημα προσλήψεων στο δημόσιο τομέα), ήτοι στον έλεγχο και την εποπτεία του Ανωτάτου Συμβουλίου Επιλογής Προσωπικού (ΑΣΕΠ), εξακολουθούν δε να εξαιρούνται κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 118 παρ. 6 του Συντάγματος. Με το υπ’ αριθμ. 126/2006 Πρακτικό Επεξεργασίας η Ολομέλεια γνωμοδότησε, κατά πλειοψηφία, ότι δεν τίθεται ζήτημα αντιθέσεως του προβλεπόμενου στο άρθρο 24 παρ. 3 του π.δ/τος 410/1995 (και δη στο άρθρο 26 παρ. 1 του ν. 2819/2000) συστήματος επιλογής του ένστολου προσωπικού της Αστυνομίας προς τις διατάξεις του άρθρου 103 παρ. 7 του Συντάγματος. Και τούτο, διότι το συγκεκριμένο σύστημα είναι, εξαιτίας της φύσεως των ασκούμενων από το ένστολο προσωπικό αρμοδιοτήτων, ειδικό, καθόσον οι προσλήψεις χωρούν βάσει ειδικών προσόντων και κατόπιν αξιολογήσεως των υποψηφίων με αντικειμενικά κριτήρια από ειδικό όργανο, που μπορεί να μην είναι το ΑΣΕΠ, το σύστημα δε αυτό εμπίπτει στην εξαίρεση της περιπτώσεως ε΄ του ν. 2190/1994 για το αστυνομικό προσωπικό των Υπουργείων Δημόσιας Τάξης και Εμπορικής Ναυτιλίας, η οποία εξακολουθεί να ισχύει, σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 6 του άρθρου 118 του Συντάγματος, λαμβανομένου υπόψη ότι το π.δ. 410/1995, όπως ισχύει, είναι προγενέστερο της συνταγματικής αναθεώρησης του 2001.
14. Επειδή, ακολούθως με το άρθρο 1 του ν. 3812/2009, «Αναμόρφωση συστήματος προσλήψεων στο δημόσιο τομέα και άλλες διατάξεις» (Α΄ 234), επήλθε αντικατάσταση των παρ. 1 και 2 του άρθρου 14 του ν. 2190/1994 και, συγκεκριμένα, ορίσθηκε ότι εξαιρείται από τα Κεφάλαια Α΄, Β΄ και Γ΄ του νόμου αυτού και το «ειδικό ένστολο προσωπικό της αστυνομίας» (άρθρο 1 παρ. 2 περ. δ΄ του ν. 2190/1994). Στην αιτιολογική έκθεση του ν. 3812/2009 αναφέρεται σχετικώς, ότι με το άρθρο 1 επιχειρείται η υπαγωγή στη διαδικασία επιλογής μέσω ΑΣΕΠ ορισμένων φορέων και κατηγοριών προσωπικού, τούτο δε κρίθηκε αναγκαίο «προκειμένου να ενταχθούν στο ΑΣΕΠ οι περιπτώσεις που µε ειδικές διατάξεις και χωρίς ιδιαίτερη αιτιολογία είχαν εξαιρεθεί από το σύστημα προσλήψεων του ν. 2190/1994. Κατ’ αυτόν τον τρόπο τίθεται τέλος σε κάθε αυθαίρετη και αναξιοκρατική διαδικασία πρόσληψης. Οι ελάχιστες εξαιρέσεις που απέμειναν αφορούν σε προσωπικό του οποίου η επιλογή διέπεται από διαφανείς, αντικειμενικές και αξιοκρατικές διαδικασίες». Ωστόσο, με το άρθρο 2 παρ. 3 του ν. 3812/2009 ορίσθηκε, περαιτέρω, ότι «[θ]εσπίζεται ένσταση των υποψηφίων στη διαδικασία επιλογής ειδικού ένστολου προσωπικού της Αστυνομίας κατ’ ανάλογη εφαρμογή των διατάξεων της παρ. 2 του άρθρου 8 του π.δ. 19/2006 (ΦΕΚ 16 Α), η οποία ασκείται ενώπιον του ΑΣΕΠ. Η ένσταση της παραγράφου αυτής ισχύει και για διαδικασίες πρόσληψης που βρίσκονται σε εξέλιξη, εφόσον μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος δεν έχουν εκδοθεί τα οριστικά αποτελέσματα». Από δε τις προπαρασκευαστικές εργασίες του νόμου αυτού συνάγεται ότι η εν λόγω δυνατότητα υποβολής ενστάσεων ενώπιον της ανεξάρτητης διοικητικής αρχής προβλέφθηκε και ως πρόσθετη εγγύηση διαφάνειας και αξιοκρατίας για την ενίσχυση του ισχύοντος μέχρι τότε συστήματος, με στόχο την αντιμετώπιση του φαινομένου των καταχρηστικών προσλήψεων στη Δημοτική Αστυνομία, στην ύπαρξη του οποίου αναφέρθηκαν εμμέσως αρκετοί βουλευτές (βλ. αγορεύσεις βουλευτών στα Πρακτικά Βουλής, ΙΓ΄ Περίοδος, Σύνοδος Α΄, Συνεδριάσεις ΛΑ΄, ΛΒ΄ και ΛΓ΄). Τα ανωτέρω επιβεβαιώνονται και από την Ετήσια Έκθεση του ΑΣΕΠ για το έτος 2010 (Κεφάλαιο IV), όπου αναφέρονται τα εξής: «Το έτος 2010 αποτέλεσε σταθμό στην πορεία του ΑΣΕΠ υπό την έννοια ότι υπήρξε το πρώτο έτος εφαρμογής του Ν. 3812/2009, ο οποίος ψηφίστηκε στην εκπνοή του προηγούμενου έτους (ΦΕΚ 234/Α/28.12.2009). Ο θεμελιώδης αυτός νόμος διαφοροποίησε σημαντικά τα δεδομένα στο χώρο των προσλήψεων καθώς, ενσωματώνοντας μια σειρά από ρυθμίσεις που είχαν προταθεί επανειλημμένα από το ΑΣΕΠ, αποκατέστησε την αποτελεσματικότητα του ρόλου του ΑΣΕΠ στις προσλήψεις του δημόσιου τομέα όπως την είχε εννοήσει ο Ν. 2190/1994, και την εννοεί και το άρθρο 103 παρ. 7 του Συντάγματος, φιλοσοφία του οποίου ήταν η δημιουργία μίας ανεξάρτητης αρχής επιφορτισμένης με την ευθύνη της εφαρμογής, απ’ αρχής μέχρι τέλους, ενός αμερόληπτου και αξιοκρατικού συστήματος προσλήψεων. … άλλες μείζονος σημασίας ρυθμίσεις του νέου νόμου 3812/2009 που αφορούν και ενδιαφέρουν το ΑΣΕΠ περιέχουν οι ακόλουθες διατάξεις του: 1. Η παράγραφος 2 του άρθρου 1, με την οποία περιορίστηκαν οι προηγουμένως προβλεπόμενες στο άρθρο 14 παρ. 2 του Ν. 2190/1994 εξαιρέσεις κατηγοριών προσωπικού από το σύστημα προσλήψεων του ΑΣΕΠ. … 2. Η παράγραφος 2 του άρθρου 2, σύμφωνα με την οποία όπου στις κείμενες διατάξεις προβλέπεται ένσταση για την επιλογή του μη πολιτικού προσωπικού του Λιμενικού Σώματος, των Δοκίμων Πυροσβεστών Γενικών Υπηρεσιών και των Ειδικών φρουρών της ΕΛΑΣ, αυτή ασκείται ενώπιον του ΑΣΕΠ. Επιπλέον, με την παράγραφο 3 θεσπίστηκε ένσταση των υποψηφίων επιλογής ειδικού ένστολου προσωπικού της Αστυνομίας, κατ’ ανάλογη εφαρμογή των διατάξεων της παρ. 2 του άρθρου 8 του Π.Δ/τος 19/2006, η οποία ασκείται ενώπιον του ΑΣΕΠ. Η ένσταση δε αυτή ισχύει και για διαδικασίες πρόσληψης που βρίσκονται σε εξέλιξη, εφόσον μέχρι τη δημοσίευση του νέου νόμου δεν είχαν εκδοθεί τα οριστικά αποτελέσματα. Με τις διατάξεις αυτές, όπως τονίζεται και στην αιτιολογική έκθεση του νέου νόμου, επιδιώκεται η εξασφάλιση μείζονος διαφάνειας με τον έλεγχο της όλης διαδικασίας από το ΑΣΕΠ. …». Όπως δε προκύπτει από το υπ’ αριθμ. 16466/5.11.2013 έγγραφο της -υπογράφουσας με εντολή Προέδρου- Γενικής Διευθύντριας Προσλήψεων του ΑΣΕΠ, από το έτος 2009 και εντεύθεν, οπότε ετέθησαν σε ισχύ οι διατάξεις του ν. 3812/2009, το ΑΣΕΠ ανέλαβε να εξετάσει μόνο τις ενστάσεις που υπεβλήθησαν ενώπιόν του για τις προκηρύξεις του έτους 2009 έντεκα (11) Περιφερειών (Αττικής, Ανατολικής Μακεδονίας-Θράκης, Κεντρικής Μακεδονίας, Δυτικής Μακεδονίας, Δυτικής Ελλάδας, Θεσσαλίας, Νοτίου Αιγαίου, Στερεάς Ελλάδας, Πελοποννήσου, Ηπείρου και Κρήτης) και αφορούσαν προσλήψεις ειδικού ένστολου προσωπικού στη Δημοτική Αστυνομία, οι οποίες και ολοκληρώθηκαν το έτος 2010 και ήταν οι τελευταίες. Στο ίδιο έγγραφο αναφέρεται, επιπλέον, ότι, με την εξαίρεση της υπ’ αριθμ. 8/1997 προκηρύξεως γραπτού διαγωνισμού του ΑΣΕΠ για την πλήρωση, μεταξύ άλλων, 235 θέσεων Αστυνομίας, οι οποίες καλύφθηκαν το έτος 1998, όλες οι μετέπειτα προσλήψεις ένστολου προσωπικού της εν λόγω υπηρεσίας πραγματοποιήθηκαν μέσω προκηρύξεων των οικείων Περιφερειών, χωρίς την με οποιονδήποτε τρόπο ανάμειξη του ΑΣΕΠ.
15. Επειδή, ακολούθησε ο ν. 4093/2012, «Έγκριση Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016 -Επείγοντα Μέτρα Εφαρμογής του ν. 4046/2012 και του Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016» (Α΄ 222), με τον οποίο θεσπίσθηκε νέα διαδικασία (υποχρεωτικής) κινητικότητος του προσωπικού που απασχολείται στο Δημόσιο (με την ευρεία του όρου έννοια), παραλλήλως προς τα γενικώς ισχύοντα στο Κεφάλαιο Β΄ (άρθρο 69 επ.) του Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων ΝΠΔΔ (Υπαλληλικού Κώδικα). Συγκεκριμένα, στην υποπαράγραφο Ζ.1 της παρ. Ζ΄ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, με τίτλο «Μετάταξη- Μεταφορά Προσωπικού», ορίζονται τα εξής: «1. Επιτρέπεται: α) η μετάταξη μόνιμων πολιτικών υπαλλήλων και υπαλλήλων με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου που υπηρετούν σε υπηρεσίες, κεντρικές και περιφερειακές, του Δημοσίου, των ανεξάρτητων αρχών, των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.) και των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.) πρώτου και δεύτερου βαθμού … για την κάλυψη υπηρεσιακών αναγκών, ιδίως στις περιπτώσεις που οι ανάγκες αυτές προκύπτουν λόγω μεταβολής των αρμοδιοτήτων των υπηρεσιών και των συναφών δραστηριοτήτων τους, όταν διαπιστώνεται μετά τη διενέργεια αξιολόγησης πλεονάζον προσωπικό ή για την καλύτερη αξιοποίηση του ανθρώπινου δυναμικού. … Η μετάταξη … των υπαλλήλων της προηγούμενης περίπτωσης παραγράφου είναι υποχρεωτική και γίνεται χωρίς αίτησή τους σε υφιστάμενες κενές θέσεις ή σε θέσεις που συστήνονται με την πράξη μετάταξης ή μεταφοράς στον κλάδο ή στην ειδικότητα στους οποίους μετατάσσεται ή μεταφέρεται ο υπάλληλος. Οι μετατασσόμενοι … πρέπει να κατέχουν τα τυπικά προσόντα του κλάδου ή της ειδικότητας των θέσεων στις οποίες μετατάσσονται… . Η μετάταξη … μπορεί να διενεργείται και σε κενή ή συνιστώμενη θέση συναφούς ή παρεμφερούς κλάδου ή ειδικότητας, της ίδιας ή ανώτερης κατηγορίας, εφόσον ο υπάλληλος κατέχει τα τυπικά προσόντα του κλάδου ή της ειδικότητας στον οποίο μετατάσσεται… . Εφόσον ο υπάλληλος συναινεί, η μετάταξή … του μπορεί να γίνεται και σε κλάδο κατώτερης κατηγορίας. Σε περίπτωση μετάταξης … υπαλλήλων σε συνιστώμενες θέσεις και για όσο χρόνο υφίστανται αυτές δεν πληρούται ίσος αριθμός θέσεων μόνιμου … προσωπικού των οικείων φορέων υποδοχής. 2. Με την πράξη μετάταξης … μπορεί να καταργείται η θέση που κατέχει ο μετατασσόμενος … υπάλληλος, σύμφωνα με τις ανάγκες της υπηρεσίας. 3. Η μετάταξη … κατά την περίπτωση 1 δεν καταλύει την υπηρεσιακή σχέση δημοσίου δικαίου … του υπαλλήλου ούτε μεταβάλλει τη νομική φύση των σχέσεων αυτών ή τις σχέσεις ασφάλισης, με τις οποίες υπηρετούσε ο υπάλληλος στο φορέα προέλευσής του. Η μετάταξη γίνεται με το βαθμό και το μισθολογικό κλιμάκιο που ο υπάλληλος κατείχε πριν τη μετάταξή του. Όποιος μετατάσσεται … σε κατώτερη κατηγορία σύμφωνα με το τελευταίο εδάφιο της περίπτωσης 1 κατατάσσεται στο βαθμό και το μισθολογικό κλιμάκιο της νέας κατηγορίας με βάση το συνολικό χρόνο υπηρεσίας του, χωρίς να διατηρεί τυχόν διαφορά αποδοχών. ... Εξάλλου, με την υποπαράγραφο Ζ.2 της ίδιας παρ. Ζ΄ του ν. 4093/2012 ρυθμίστηκαν εκ νέου τα ζητήματα διαθεσιμότητας του πλεονάζοντος προσωπικού. Ειδικότερα, στην εν λόγω υποπαράγραφο ορίζονται τα εξής: «1. Μόνιμοι πολιτικοί υπάλληλοι του Δημοσίου, ανεξάρτητων αρχών, Ν.Π.Δ.Δ. και Ο.Τ.Α. πρώτου και δεύτερου βαθμού οι θέσεις των οποίων καταργούνται, τίθενται σε διαθεσιμότητα. Αν καταργούνται ορισμένες μόνο θέσεις του ίδιου κλάδου, οι υπάλληλοι που τίθενται σε διαθεσιμότητα προσδιορίζονται σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις (άρθρο 154 παρ. 2 Υπαλληλικού Κώδικα, άρθρο 158 παρ. 2 Κώδικα Κατάστασης Δημοτικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων). Οι υπάλληλοι αυτοί μπορεί κατά την διάρκεια της διαθεσιμότητάς τους: α) Να μετατάσσονται εκουσίως, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις (άρθρο 154 παρ. 4 Υπαλληλικού Κώδικα, άρθρο 158 παρ. 4 Κώδικα Κατάστασης Δημοτικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων). β) Να μετατάσσονται υποχρεωτικά ή να μεταφέρονται με μεταβολή της υπηρεσιακής τους σχέσης σε σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου κατά τη διαδικασία της προηγούμενης υποπαραγράφου για το συμφέρον και τις ανάγκες της υπηρεσίας και ιδίως για την καλύτερη αξιοποίηση του ανθρώπινου δυναμικού. Με την έκδοση της πράξης μετάταξης ή μεταφοράς και μεταβολής της σχέσης εργασίας αίρεται αυτοδίκαια το καθεστώς της διαθεσιμότητας. γ) ...
16. Επειδή, το θεσπισθέν με το ν. 4093/2012 σύστημα της (γενικής) κινητικότητος και διαθεσιμότητος υπέστη σημαντικές τροποποιή¬σεις με το ν. 4172/2013 (Α΄ 167). Συγκεκριμένα, με το άρθρο 91 του νόμου αυτού ορίζονται, σε σχέση με το μέτρο της κινητικότητος, τα εξής: «1. Η περίπτωση 1 της υποπαραγράφου Ζ.1 της παρ. Ζ΄ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 αντικαθίσταται ως εξής: “Επιτρέπεται: α) η μετάταξη μόνιμων πολιτικών υπαλλήλων … που υπηρετούν σε υπηρεσίες, κεντρικές και περιφερειακές, του Δημοσίου, των ανεξάρτητων αρχών, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.) πρώτου και δεύτερου βαθμού και των λοιπών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.) … όταν επιβάλλεται από το συμφέρον της υπηρεσίας υποδοχής, ιδίως για την κάλυψη άμεσων υπηρεσιακών αναγκών και την καλύτερη αξιοποίηση του ανθρώπινου δυναμικού. Η μετάταξη … του υπαλλήλου πρέπει να ανταποκρίνεται στην εργασιακή φυσιογνωμία του, όπως δεξιότητες ή επιδόσεις, ηθικές αμοιβές, πειθαρχικές ποινές, τις μακρόχρονες ή συστηματικά επαναλαμβανόμενες αναρρωτικές άδειες ή αδικαιολόγητες απουσίες, λαμβανομένων υπόψη των περιγραμμάτων θέσεων, εφόσον υπάρχουν, και των τυχόν αιτήσεων προτίμησης. … Για την εφαρμογή της παρούσας υποπαραγράφου, ως δημόσιος τομέας νοείται αυτός που έχει οριοθετηθεί με το άρθρο 1 παρ. 6 του ν. 1256/1982, όπως ίσχυε πριν τη θέση σε ισχύ του άρθρου 51 του ν. 1892/1990, συμπεριλαμβανομένων όλων των φορέων που απαριθμούνται ειδικότερα στο άρθρο 14 παρ. 1 του ν. 2190/1994 και μη εξαιρουμένων των περιπτώσεων που απαριθμούνται στην παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 του ν. 3812/2009. Τα νομικά πρόσωπα του Κεφαλαίου Β΄, όπως αυτά ορίζονται στην παρ. 5 του άρθρου 1 του ν. 3429/2005, δεν καταλαμβάνονται από τις διατάξεις της παρούσας υποπαραγράφου. Η μετάταξη … των υπαλλήλων της προηγούμενης παραγράφου είναι υποχρεωτική και γίνεται χωρίς αίτησή τους σε υφιστάμενες κενές θέσεις ή σε θέσεις που συστήνονται με την πράξη μετάταξης … στον κλάδο ή στην ειδικότητα στους οποίους μετατάσσεται … ο υπάλληλος. Οι μετατασσόμε¬νοι … πρέπει να κατέχουν τα τυπικά προσόντα του κλάδου ή της ειδικότητας των θέσεων στις οποίες μετατάσσονται… . Η μετάταξη … μπορεί να διενεργείται και σε κενή ή συνιστώμενη θέση συναφούς ή παρεμφερούς κλάδου ή ειδικότητας, της ίδιας ή ανώτερης κατηγορίας, εφόσον ο υπάλληλος κατέχει τα τυπικά προσόντα του κλάδου ή της ειδικότητας στον οποίο μετατάσσεται… . Εφόσον ο υπάλληλος συναινεί, η μετάταξή … του μπορεί να γίνεται και σε κλάδο κατώτερης κατηγορίας. …” 2. Η περίπτωση 4 της υποπαραγράφου Ζ.1 της παρ. Ζ΄ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 αντικαθίσταται ως εξής: “4. Ο αρμόδιος Υπουργός ή ο Πρόεδρος Ανεξάρτητης Αρχής γνωστοποιεί τις κενές θέσεις κατά κατηγορίες, κλάδους ή και ειδικότητες και το πλεονάζον προσωπικό, όπως προκύπτουν από τις εκθέσεις αξιολόγησης και τα σχέδια στελέχωσης των φορέων στο τριμελές συμβούλιο του άρθρου 5 παρ. 3 του ν. 4024/2011. Εντός δέκα ημερών από τη σχετική εντολή του Υπουργού Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης το τριμελές συμβούλιο του άρθρου 5 παρ. 3 του ν. 4024/2011 γνωμοδοτεί για τον αριθμό και τα απαιτούμενα προσόντα των υπαλλήλων κατά κατηγορίες, κλάδους ή και ειδικότητες που θα μετακινηθούν στους φορείς υποδοχής κατά σειρά προτεραιότητας. Ακολούθως, ο Υπουργός Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης εκδίδει σχετική ανακοίνωση, λαμβάνοντας υπόψη τη γνωμοδότηση του τριμελούς συμβουλίου, τις ανάγκες των φορέων και τις προτεραιότητες πολιτικής στελέχωσης, η οποία δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και με την οποία καθορίζονται οι θέσεις που θα καλυφθούν, τα προσόντα των υπάλληλων που απαιτούνται, σύμφωνα με τα οικεία περιγράμματα θέσεων, εφόσον υπάρχουν, για τους κλάδους ή τις ειδικότητες στους οποίους πρόκειται να μεταταχθούν …, η οποία αποστέλλεται στους φορείς προέλευσης και υποδοχής. ... Το τριμελές ειδικό υπηρεσιακό συμβούλιο του φορέα υποδοχής εντός προθεσμίας δεκαπέντε (15) ημερών από τη λήξη της προθεσμίας υποβολής των αιτήσεων επιλέγει τους υπαλλήλους που θα μεταταχθούν … σε αυτόν και καθορίζει τη σειρά προτεραιότητάς τους, σύμφωνα με την αποτίμηση των προσόντων τους και το περίγραμμα της θέσης, εφόσον υπάρχει, στην οποία θα μεταταχθούν… . Το τριμελές ειδικό υπηρεσιακό συμβούλιο λαμβάνει υπόψη τον τρόπο εισαγωγής στους φορείς της παραγράφου 1 του άρθρου 90, και ιδίως αν πρόκειται για διαδικασία γραπτού διαγωνισμού του ΑΣΕΠ ή για διαδικασία πλήρωσης θέσεων με σειρά προτεραιότητας η οποία διενεργείται εξ ολοκλήρου από το ΑΣΕΠ, ή για διαδικασία που εποπτεύει το ΑΣΕΠ, καθώς και για Διαγωνισμό Εισαγωγής στην Εθνική Σχολή Δημόσιας Διοίκησης και Αυτοδιοίκησης, την εργασιακή τους φυσιογνωμία, την εκπαίδευσή τους, τη διοικητική και εργασιακή τους εμπειρία και τα λοιπά στοιχεία του προσωπικού μητρώου τους. ... Με απόφαση του Υπουργού Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης καθορίζονται θέματα που αφορούν τη διαδικασία επιλογής των αιτούντων υπαλλήλων, τη λειτουργία του τριμελούς συμβουλίου, την εξειδίκευση και τη μοριοδότηση των κριτηρίων επιλογής και κατάταξης των υπαλλήλων, τη διαδικασία και το περιεχόμενο της συνέντευξης και κάθε άλλο αναγκαίο συναρτώμενο με τα ως άνω ζήτημα. ... Η επιλεγείσα σειρά προτεραιότητας των φορέων υποδοχής είναι δεσμευτική για τον υπάλληλο. Για τη μετάταξη … των υπάλληλων εκδίδεται απόφαση του οικείου οργάνου διοίκησης του φορέα υποδοχής που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως”». Περαιτέρω, με το άρθρο 90 του ν. 4172/2013 ορίζονται, σε σχέση με το θεσμό της διαθεσιμότητος, τα εξής: «1α. Επιτρέπεται να καταργούνται θέσεις ανά κατηγορία, κλάδο ή και ειδικότητα σε Υπουργεία, αυτοτελείς δημόσιες υπηρεσίες, αποκεντρωμένες διοικήσεις, οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης πρώτου και δεύτερου βαθμού και λοιπά νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου με απόφαση του Υπουργού Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και του οικείου Υπουργού, σε υλοποίηση των σχετικών αποφάσεων του Κυβερνητικού Συμβουλίου Μεταρρύθμισης μετά από τεκμηρίωση που στηρίζεται σε εκθέσεις αξιολόγησης δομών και σχέδια στελέχωσης (όπως η φράση «σε υλοποίηση των σχετικών αποφάσεων του Κυβερνητικού Συμβουλίου Μεταρρύθμισης» αντικαταστά¬θηκε ως άνω με το άρθρο 29 του ν. 4210/2013, Α΄ 254/21.11.2013. Προηγουμένως ο νόμος όριζε «σε εκτέλεση σχετικών αποφάσεων του Κυβερνητικού Συμβουλίου Μεταρρύθμισης»). Εφόσον καταργείται το σύνολο των θέσεων του κλάδου ή της ειδικότητας, οι υπάλληλοι που εμπίπτουν στις εξαιρέσεις της παρ. 2 περίπτωση Δ΄ του ν. 4172/2013 μετατάσσονται … αυτοδικαίως από την ημερομηνία ισχύος των αποφάσεων κατάργησης των θέσεων σε κενές ή συνιστώμενες με την απόφαση μετάταξης … του αρμόδιου κατά περίπτωση οργάνου διοίκησης προσωποπαγείς θέσεις, κλάδου ή ειδικότητας αντίστοιχες με το βασικό τίτλο σπουδών που κατέχουν ίδιας ή ανώτερης κατηγορίας στο φορέα προέλευσης ή σε τυχόν διάδοχο φορέα. Σε περίπτωση μετάταξης … σε κενή θέση εκδίδεται σχετική διαπιστωτική πράξη του αρμόδιου οργάνου διοίκησης. Επιτρέπεται να συνιστώνται θέσεις ανά κατηγορία, κλάδο ή και ειδικότητα στους παραπάνω φορείς, σύμφωνα με τις προϋποθέσεις του προηγούμενου εδαφίου, με απόφαση των Υπουργών Οικονομικών, Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και του οικείου Υπουργού. 1β. Οι θέσεις, οι οποίες διατηρήθηκαν με τις υπουργικές αποφάσεις που εκδόθηκαν κατ’ εφαρμογήν του παρόντος άρθρου καταργούνται από της ισχύος των εν λόγω υπουργικών αποφάσεων και για τους υπαλλήλους που υπηρετούσαν στις θέσεις αυτές εφαρμόζεται η παράγραφος 1α. (όπως η παρ. 1 αντικαταστάθηκε ως άνω με το άρθρο 125 ν. 4199/2013, Α΄ 216/11.10.2013). 2. ...». Σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση του ν. 4172/2013, «[μ]ε την παράγραφο 1 του άρθρου 91 επεκτείνεται η εφαρµογή του ισχύοντος νοµικού καθεστώτος της υποχρεωτικής µετάταξης … των δηµοσίων υπαλλήλων στους υπαλλήλους των νοµικών προσώπων δηµοσίου δικαίου. Παράλληλα, διευκρινίζεται ότι η µετάταξη … των υπαλλήλων πρέπει να ανταποκρίνεται στα ουσιαστικά και τυπικά τους προσόντα, όπως επίσης και να λαµβάνει υπόψη τα περιγράµµατα θέσης, εφόσον αυτά υπάρχουν, αλλά και τις τυχόν δηλώσεις προτίµησής τους. Με αυτόν τον τρόπο, ενισχύεται η ορθολογική και αποτελεσµατική λειτουργία του καινοφανούς θεσµού της υποχρεωτικής µετάταξης … των δηµοσίων υπαλλήλων καθώς υπηρετείται πρωτίστως ο στόχος της βέλτιστης αξιοποίησης του ανθρώπινου δυναµικού. Με την παράγραφο 2 του άρθρου 91 διαµορφώνεται πλήρως, διοικητικά και κανονιστικά, η κινητικότητα των δηµοσίων υπαλλήλων. Η διάταξη αυτή υπηρετεί την αντίληψη µιας δυναµικής και όχι στατικής διοίκησης, ικανής να ανταποκρίνεται µε ευελιξία στις µεταβαλλόµενες συνθήκες της διοικητικής πραγµατικότητας. Σκοπός είναι η µέγιστη δυνατή και λειτουργική αξιοποίηση του υφιστάµενου προσωπικού, η οποία είναι και η αναγκαία συνθήκη για τη βιωσιµότητα της διοίκησης και την παροχή των καλύτερων δυνατών υπηρεσιών στον πολίτη. Η κινητικότητα των υπαλλήλων διασφαλίζεται ότι αντιστοιχεί στην εργασιακή τους φυσιογνωµία και λαµβάνει υπόψη τα περιγράµµατα θέσης και καθηκόντων τους, εφόσον αυτά υπάρχουν, καθώς και τις δηλώσεις προτίµησής τους. Η διαδικασία της µετάταξης ή µεταφοράς των υπαλλήλων συντονίζεται κεντρικά από το Υπουργείο Διοικητικής Μεταρρύθµισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και η επιλογή των υπαλλήλων που θα µεταφερθούν ή θα µεταταχθούν διενεργείται, βάσει τυπικών και ουσιαστικών κριτηρίων, από τα αρµόδια Τριµελή Συµβούλια των φορέων υποδοχής τους. Η περιβολή της διαδικασίας µε όλες τις αναγκαίες εγγυήσεις ανεξαρτησίας, µε τις οποίες διασφαλίζεται ουσιαστικά ότι οι υπάλληλοι θα µεταφερθούν ή µεταταχθούν στις θέσεις που συνάδουν µε τα προσόντα τους, προς όφελος τόσο των ιδίων όσο και των δηµοσίων υπηρεσιών, και η συντόµευση των σχετικών προθεσµιών καθιστούν το θεσµό της κινητικότητας ένα σύγχρονο, αξιοκρατικό και ευέλικτο εργαλείο για την ορθολογική ανακατανοµή του προσωπικού της δηµόσιας διοίκησης». Συνεχίζει δε η αιτιολογική έκθεση: «Ειδικότερα, στην προτεινόµενη διάταξη (του άρθρου 90) ρυθµίζεται και θωρακίζεται νοµικά η επιλογή των υπαλλήλων που τίθενται σε διαθεσιµότητα µετά την κατάργηση της οργανικής τους θέσης. Η επιλογή αυτή διενεργείται κατόπιν αποτίµησης και αντικειµενικής µοριοδότησης των προσόντων τους, τυπικών και ουσιαστικών, συνεκτιµωµένης της εργασιακής και διοικητικής εµπειρίας, της άσκησης ειδικών καθηκόντων και της εργασιακής φυσιογνωµίας του υπαλλήλου. Ιδιαίτερη βαρύτητα δίδεται, περαιτέρω, στον τρόπο εισαγωγής του υπαλλήλου στον οικείο φορέα. Έτσι, εξασφαλίζεται η αυξηµένη µοριοδότηση όσων έχουν εισαχθεί µετά από διαγωνισµό µε αξιοκρατικά κριτήρια. Η αποτίµηση των ανωτέρω κριτηρίων αποτυπώνεται σε σχετικό βαθµολογικό πίνακα από τα αρµόδια, σύµφωνα µε το νόµο, Τριµελή Υπηρεσιακά Συµβούλια. Οι υπάλληλοι που διαθέτουν τα λιγότερα προσόντα, όπως αυτοί προκύπτουν κατά φθίνουσα σειρά από τον βαθµολογικό πίνακα, τίθενται σε καθεστώς διαθεσιµότητας. Η σύνθεση των Συµβουλίων αποτελεί πρόσθετη εγγύηση ανεξαρτησίας και αµεροληψίας της διαδικασίας».
17. Επειδή, παράλληλα, με τις ως άνω γενικές ρυθμίσεις, στο ν. 4172/2013 περιλαμβάνονται και ειδικές διατάξεις, με τις οποίες ρυθμίζονται θέματα διαθεσιμότητας συγκεκριμένων κατηγοριών υπαλλή¬λων, μεταξύ δε αυτών και υπαλλήλων των ΟΤΑ Α΄ βαθμού, όπως οι συγκροτούντες το προσωπικό των κατά τόπους υπηρεσιών Αστυνομίας. Ειδικότερα, στο άρθρο 81 του νόμου αυτού, με τίτλο «Κατάργηση θέσεων κλάδου Αστυνομίας», ορίζονται τα εξής: «1. Από την 23η.9.2013 καταργούνται στους δήμους οι θέσεις του κλάδου ΠΕ Αστυνομίας, ΤΕ Αστυνομίας, ΔΕ Αστυνομίας και ΥΕ Αστυνομίας. Οι υπάλληλοι, των οποίων οι θέσεις καταργούνται, και εφόσον κατείχαν τις θέσεις αυτές την 9η Ιουλίου 2013, εντάσσονται στο πρόγραμμα κινητικότητας, σύμφωνα με την υποπαράγραφο Ζ.2 του ν. 4093/2012 (Α΄ 222). Οποιαδήποτε μετάταξη των ανωτέρω υπαλλήλων που εντάσσονται στο πρόγραμμα κινητικότητας έλαβε χώρα μετά την 9η Ιουλίου 2013 είναι αυτοδικαίως άκυρη. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη καθορίζονται τα προσόντα, οι προϋποθέσεις και η διαδικασία αξιολόγησης και ένταξης των υπαλλήλων, που αναφέρονται στο δεύτερο εδάφιο της παρούσας παραγράφου, στην Ελληνική Αστυνομία ως ιδιαίτερης κατηγορίας προσωπικού, καθώς και κάθε άλλο σχετικό θέμα. Με προεδρικό διάταγμα που εκδίδεται μετά από πρόταση του Υπουργού Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη ρυθμίζονται τα θέματα σύστασης, οργάνωσης και λειτουργίας των Υπηρεσιών της Ελληνικής Αστυνομίας, στις οποίες εντάσσονται οι υπάλληλοι του παρόντος άρθρου και τα ζητήματα ανάθεσης σε αυτούς επιπλέον αρμοδιοτήτων που αφορούν ιδίως την αστυνομία τάξης. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών και Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη καθορίζονται τα επιμέρους θέματα άσκησης των αρμοδιοτήτων της παραγράφου 4, καθώς και ζητήματα λειτουργικής συνεργασίας με τους οικείους δήμους, ιδίως μέσω της από κοινού κατάρτισης ετήσιων σχεδίων δράσης. Με απόφαση του Υπουργού Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη ρυθμίζεται το είδος, το αντικείμενο και η διάρκεια της εκπαίδευσης που υφίστανται οι ανωτέρω υπάλληλοι μετά την ένταξή τους στην Ελληνική Αστυνομία, ο τύπος, το χρώμα και η σύνθεση της στολής τους, τα αναγκαία εφόδια και ο τύπος του ειδικού δελτίου ταυτότητας με το οποίο εφοδιάζονται. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Διοικητικής Μεταρρύθμι¬σης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, καθορίζονται τα προσόντα, οι προϋποθέσεις και η διαδικασία αξιολόγησης και ένταξης των υπαλλήλων, που αναφέρονται στο δεύτερο εδάφιο της παρούσας παραγράφου, στους κλάδους ΔΕ Εξωτερικής Φρούρησης και ΔΕ Φύλαξης των Καταστημάτων Κράτησης, καθώς και κάθε άλλο σχετικό θέμα. Με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, ρυθμίζεται το είδος, το αντικείμενο και η διάρκεια εκπαίδευσης που υφίστανται οι ανωτέρω υπάλληλοι, μετά την ένταξή τους στους κλάδους ΔΕ Εξωτερικής Φρούρησης και ΔΕ Φύλαξης των Καταστημάτων Κράτησης. 2. ... 4. Αρμοδιότητες που έχουν ανατεθεί με διατάξεις νόμων ή κανονιστικών πράξεων στη δημοτική αστυνομία ασκούνται από τις 23.9.2013 από την Ελληνική Αστυνομία (ΕΛ.ΑΣ.). Η μεταφορά των ανωτέρω αρμοδιοτήτων δεν θίγει τα έσοδα των δήμων που συνδέονται με τις αρμοδιότητες αυτές. Τα έσοδα αυτά συνεχίζουν να βεβαιώνονται και να εισπράττονται από τους δήμους σύμφωνα με τις διατάξεις περί είσπραξης των εσόδων τους. Τα κινητά και ακίνητα περιουσιακά στοιχεία των δήμων που συνδέονται με τις αρμοδιότητες αυτές, συμπεριλαμβανομένων και των οχημάτων, παραμένουν στην κυριότητά τους. Με απόφαση του συμβουλίου μπορεί να καθορίζεται η παράλληλη άσκηση μίας ή περισσοτέρων εκ των ανωτέρω αρμοδιοτήτων από υπαλλήλους του δήμου, κατόπιν ορισμού αυτών με απόφαση του δημάρχου. Με την ίδια απόφαση του συμβουλίου δύναται να καθορίζεται επίσης ο αριθμός των αναγκαίων υπαλλήλων, η διάρκεια άσκησης της αρμοδιότητας, οι ώρες απασχόλησης των υπαλλήλων, καθώς και κάθε άλλη λεπτομέρεια αναφορικά με την άσκηση των αρμοδιοτήτων αυτών. 5. Για το χρονικό διάστημα από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου έως τις 22.9.2013, με κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών και Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη, που εκδίδεται μετά από αίτημα της ΚΕΔΕ, μπορεί να ανατίθεται στην Ελληνική Αστυνομία, σε έναν ή περισσότερους δήμους, η παράλληλη άσκηση μίας ή περισσοτέρων εκ των ανωτέρω αρμοδιοτήτων. Με την ίδια απόφαση μπορεί να ρυθμίζεται κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για την άσκηση των ανωτέρω αρμοδιοτήτων κατά το χρονικό αυτό διάστημα. 6. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη, μπορεί να ρυθμίζεται κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή του άρθρου αυτού». Σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση του ν. 4172/2013 επί του άρθρου 81, «[μ]ε την παράγραφο 1 προτείνεται η κατάργηση των θέσεων του κλάδου ΠΕ Δηµοτικής Αστυνοµίας, ΤΕ Δηµοτικής Αστυνοµίας, ΔΕ Δηµοτικής Αστυνοµίας και ΥΕ Δηµοτικής Αστυνοµίας, στο πλαίσιο εφαρµογής του προγράµµατος κινητικότητας και µε σκοπό τον εξορθολογισµό της διαχείρισης του ανθρωπίνου δυναµικού. Με την παράγραφο 2 λαµβάνεται η απαιτούµενη ειδική µέριµνα για ορισµένους από τους υπαλλήλους της παραγράφου 1, µε βάση κοινωνικά κριτήρια που επιβάλλουν την αυξηµένη προστασία από την Πολιτεία ειδικών κατηγοριών πολιτών. Η παράγραφος 4 ρυθµίζει τα απαραίτητα ζητήµατα αναφορικά µε την άσκηση των σχετικών αρµοδιοτήτων. Επισηµαίνεται ότι η έναρξη ισχύος του παρόντος άρθρου είναι η 23η.9.2013». Όπως δε προκύπτει από τις προπαρα¬σκευαστι¬κές εργασίες του νόμου (Πρακτικά Συνεδριάσεων της Ολομελείας της Βουλής των Ελλήνων), η κατάργηση του θεσμού της Αστυνομίας υπαγορεύθηκε από την ανάγκη τηρήσεως των δεσμεύσεων που η Ελληνική Δημοκρατία ανέλαβε έναντι των δανειστών της, μεταξύ δε αυτών και η θέση 25.000 χιλιάδων υπαλλήλων σε καθεστώς κινητικότητας έως τα τέλη του έτους 2013, επελέγη δε ο θεσμός αυτός, διότι δεν απέδωσε τα αναμενόμενα.
18. Επειδή, στη συγκεκριμένη περίπτωση, κατ’ εξουσιοδότηση των οριζομένων στις περ. 4 και 8 της υποπαραγράφου Ζ.1, της παρ. Ζ, του ν. 4093/2012, όπως ισχύει μετά και την τροποποίησή του, μεταξύ άλλων, με το ν. 4172/2013, δημοσιεύθηκε η υπ’ αριθμ. ΔΙΠΙΔΔ/Β.2/3/οικ. 22274/ 9.8.2013 απόφαση του Υπουργού Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, «Καθορισμός της διαδικασίας επιλογής των προς μετάταξη … υπαλλήλων, των κριτηρίων επιλογής και κατάταξής τους καθώς και του τρόπου μοριοδότησής τους» (Β΄ 1992/14.8.2013). Σκοπός της εν λόγω υπουργικής απόφασης, σύμφωνα με το άρθρο 1 αυτής, είναι «[η] ρύθμιση ειδικότερων θεμάτων σχετικών με: α) τη διαδικασία επιλογής των προς μετάταξη ή μεταφορά των υπαλλήλων που έχουν τεθεί σε διαθεσιμότητα, β) τα αναγκαία δικαιολογητικά, γ) τα επιμέρους κριτήρια μοριοδότησης και δ) τον αριθμό των μορίων που αντιστοιχούν στα επιμέρους κριτήρια». Στο άρθρο 2 αυτής, με τίτλο «Διαδικασία και κριτήρια αξιολόγησης για τη μετάταξη ή μεταφορά», ορίζεται ότι «1. Η μετάταξη μόνιμων πολιτικών υπαλλήλων … που υπηρετούν σε υπηρεσίες, κεντρικές και περιφερειακές, του Δημοσίου, των ανεξάρτητων αρχών, των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.) πρώτου και δεύτερου βαθμού και των λοιπών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.)…, όταν επιβάλλεται από το συμφέρον της υπηρεσίας υποδοχής, ιδίως για την κάλυψη άμεσων υπηρεσιακών αναγκών και την καλύτερη αξιοποίηση του ανθρώπινου δυναμικού, γίνονται σύμφωνα με τα κριτήρια και τη διαδικασία της παραγράφου 2 του άρθρου 91 του Ν. 4172/2013 καθώς και τις ειδικότερες ρυθμίσεις των επόμενων παραγράφων. 2. ... 3. κ.λπ. 10. Τα επιμέρους κριτήρια μοριοδότησης για την επιλογή του προσωπικού που μετατάσσεται … σύμφωνα με τις διατάξεις της περ. 4, της υποπαραγράφου Ζ.1, της παραγράφου Ζ, του άρθρου πρώτου του Ν. 4093/2012 (ΦΕΚ 222/Α΄), όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 2 του άρθρου 91 του Ν. 4172/2013 και ο αριθμός μορίων που αντιστοιχούν σε αυτά ανά κατηγορία υπαλλήλων παρατίθενται στους Πίνακες Ι, II και III του Παραρτήματος Α΄ της παρούσας υπουργικής απόφασης. 11. ... Εξάλλου, στους Πίνακες Ι έως ΙΙΙ του Παραρτήματος Α΄ της εν λόγω υπουργικής αποφάσεως (οι οποίοι αντιστοιχούν στις κατηγορίες προσωπικού ΠΕ/ΤΕ, ΔΕ και ΥΕ, αντιστοίχως) παρατίθενται τα βαθμολογούμενα κριτήρια και ο μέγιστος αριθμός μορίων που αντιστοιχεί σε κάθε ένα από αυτά. Τα κριτήρια διακρίνονται στις ακόλουθες Ομάδες: 1. Τυπικά Προσόντα (μέγιστος αριθμός μορίων 30), 2. Διοικητική Εμπειρία (μέγιστος αριθμός μορίων 30), 3. Τρόπος Εισαγωγής στη Δημόσια Διοίκηση (μέγιστος αριθμός μορίων 30), 4. Υπηρεσιακή Αξιολόγηση (Μέσος Όρος βαθμολογίας εκθέσεων τελευταίων 8 ετών, μέγιστος αριθμός μορίων 10), 5. Πειθαρχικές Ποινές (αρνητική βαθμολογία, μέγιστος αριθμός μορίων -30) Στην τρίτη ομάδα (Τρόπος Εισαγωγής στη Δημόσια Διοίκηση), το σύνολο των μορίων (30) λαμβάνουν όσοι έχουν εισέλθει στη Δημόσια Διοίκηση είτε μέσω της Εθνικής Σχολής Δημόσιας Διοίκησης (ΕΣΔΔ) ή της Εθνικής Σχολής Τοπικής Αυτοδιοίκησης (ΕΣΤΑ), είτε κατόπιν εισαγωγικού γραπτού διαγωνισμού, διενεργηθέντος από το ΑΣΕΠ. Επίσης, 25 μόρια λαμβάνουν όσοι έχουν εισαχθεί κατά προτεραιότητα μέσω ΑΣΕΠ, δυνάμει των κριτηρίων και της διαδικασίας του άρθρου 18 του ν. 2190/1994, ενώ 20 μόρια λαμβάνουν όσοι επελέγησαν δυνάμει διαδικασίας εμπίπτουσας στις «λοιπές διαδικασίες υπό τον έλεγχο του ΑΣΕΠ», καθώς και όσοι έχουν εισαχθεί κατόπιν γραπτού διαγωνισμού πριν από τη θέσπιση του ΑΣΕΠ. Σύμφωνα δε με την υπ’ αριθμ. ΔΙΠΙΔΔ/Β.2/Δ/10/οικ.22738/19.8.2013 ερμηνευτική εγκύκλιο του Υπουργού Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, «Πρό¬γραμμα κινητικότητας ν. 4172/2013» (αναρτηθείσα στη «Διαύγεια», Αριθμός Διαδικτυακής Καταχώρισης-ΑΔΑ- ΒΛΩΦΧ-ΖΘΣ), στην έννοια των «λοιπών διαδικασιών υπό τον έλεγχο του ΑΣΕΠ» υπάγονται οι ακόλουθες διαδικασίες: α) Διεξαγωγή διαδικασίας επιλογής με τα κριτήρια και τη διαδικασία του άρθρου 19 του ν. 2190/1994, για την πλήρωση θέσεων ή την πρόσληψη ειδικού επιστημονικού προσωπικού και υπαλλήλων επί θητεία. Το ΑΣΕΠ, στην περίπτωση αυτή, έχει εκδώσει ή εγκρίνει την προκήρυξη πλήρωσης θέσεων ειδικού επιστημονικού προσωπικού, συγκροτήσει τις απαιτούμενες επιτροπές επιλογής, οι οποίες έκριναν και καθόρισαν τη σειρά προτεραιότητας των υποψηφίων, και ασκήσει όλες τις προβλεπόμενες αρμοδιότητες για την ολοκλήρωση των διαγωνιστικών διαδικασιών έως τον καθορισμό των διοριστέων και τη δημοσίευση των οικείων πινάκων στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (με ενδεικτική αναφορά στις προκηρύξεις: 1Ε/2009, 1Ε/2008, 1Ε/2007, 4Ε/2005, 12Ε/2005, 5/1Ε/2004, 1/2009, 1/2008, 1/2007). β) Διεξαγωγή διαδικασίας επιλογής προσωπικού με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου για την πλήρωση θέσεων σε δημόσιες επιχειρήσεις, οργανισμούς και εταιρείες του Κεφαλαίου Α΄ του ν. 3429/2005. γ) Διεξαγωγή διαδικασίας πληρώσεως θέσεων ή προσλήψεως μονίμων υπαλλήλων ή υπαλλήλων με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου ή υπαλλήλων επί θητεία που διενεργείται από τους φορείς βάσει ειδικών διατάξεων και το ΑΣΕΠ ασκεί τον προβλεπόμενο από τις οικείες διατάξεις έλεγχο.
19. Επειδή, ειδικότερα ως προς τους υπηρετούντες στην Δημοτική Αστυνομία, με την υπ’ αριθμ. 6000/2/234-γ΄/15.10.2013 κοινή απόφαση των Υπουργών Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη (Β΄ 2631/17.10.2013), εκδοθείσα κατ’ εξουσιοδότηση των διατάξεων των άρθρων 81 παρ. 1 και 91 του ν. 4172/2013 και συμπροσβαλλόμενη με την υπό κρίση αίτηση, καθορίσθηκαν τα προσόντα, οι προϋποθέσεις και διαδικασία αξιολόγησης και ένταξης των δημοτικών αστυνομικών στην Ελληνική Αστυνομία. Ειδικότερα, στο άρθρο 1 της εν λόγω κοινής υπουργικής αποφάσεως ορίζεται ότι «1. Υπάλληλοι της Αστυνομίας των κλάδων ΠΕ Αστυνομίας, ΤΕ Αστυνομίας και ΔΕ Αστυνομίας, των οποίων οι θέσεις καταργούνται, σύμφωνα με το άρθρο 81 του ν. 4172/2013 (Α 167), εντάσσονται στην Ελληνική Αστυνομία ως ιδιαίτερης κατηγορίας προσωπικό εφόσον συγκεντρώνουν τα ακόλουθα προσόντα: α. Να είναι κάτοχοι πτυχίου ή διπλώματος οποιουδήποτε Τμήματος Α.Ε.Ι. της ημεδαπής, περιλαμβανομένων και των πτυχίων ή των διπλωμάτων του Ελληνικού Ανοικτού Πανεπιστημίου (Ε.Α.Π.) και των Προγραμμάτων Σπουδών Επιλογής (Π.Σ.Ε.) ή ισότιμων σχολών της αλλοδαπής οι υποψήφιοι κατηγορίας Π.Ε., πτυχίου ή διπλώματος οποιουδήποτε Τμήματος Τ.Ε.Ι. της ημεδαπής, περιλαμβανομένων και των πτυχίων Π.Σ.Ε. και Κ.Α.Τ.Ε.Ε. ή πτυχίου ή διπλώματος ισότιμων σχολών της ημεδαπής ή αλλοδαπής οι υποψήφιοι κατηγορίας Τ.Ε. και πτυχίου ή διπλώματος ή απολυτήριου τίτλου δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης της ημεδαπής ή άλλου ισότιμου της ημεδαπής ή αλλοδαπής οι υποψήφιοι κατηγορίας Δ.Ε. β. Να μην υπερβαίνουν το 45ο έτος της ηλικίας τους. Για τον υπολογισμό της ηλικίας τους ως ημερομηνία γέννησης θεωρείται η 31η Δεκεμβρίου του έτους γέννησης. γ. Οι άνδρες πρέπει να έχουν εκπληρώσει τις στρατιωτικές τους υποχρεώσεις. Δεν θεωρείται ότι εκπλήρωσε τις στρατιωτικές του υποχρεώσεις αυτός που έχει απαλλαγεί νόμιμα από αυτές. δ. Να έχουν υγεία και άρτια σωματική διάπλαση διαπιστούμενη από την αρμόδια Υγειονομική Επιτροπή, σύμφωνα με τον ειδικό πίνακα νοσημάτων, παθήσεων και βλαβών του π.δ. 133/2002 (Α΄ 109) που εφαρμόζεται για τη σωματική ικανότητα των μονίμων Αξιωματικών και Υπαξιωματικών των Ενόπλων Δυνάμεων. ε. Να έχουν σωματικά, ψυχικά και διανοητικά προσόντα ανταποκρινόμενα στις απαιτήσεις του έργου. στ. Να έχουν ανάστημα οι άνδρες τουλάχιστον 1,70 μ. χωρίς υποδήματα και οι γυναίκες τουλάχιστον 1,65 μ. χωρίς υποδήματα. ζ. Να μην έχουν καταδικασθεί τελεσίδικα, για τέλεση ή απόπειρα κακουργήματος ή των εγκλημάτων κ.λπ. (απαριθμούνται τα εγκλήματα) η. Να μην έχει ασκηθεί σε βάρος τους πειθαρχική δίωξη για παραπτώματα που επισύρουν προσωρινή ή οριστική παύση και να μην τους έχει επιβληθεί τέτοια πειθαρχική ποινή. 2. Πρόσθετα προσόντα ...», στο άρθρο 3 ότι «1. Για την αξιολόγηση και τη διαδικασία ένταξης των υπαλλήλων της παραγράφου 1 του άρθρου 1 της παρούσας εφαρμόζεται η διαδικασία για τη μετακίνηση των υπαλλήλων που προβλέπεται στο άρθρο 91 του ν. 4172/2013 και στην κατ’ εξουσιοδότηση αυτού εκδοθείσα υπ’ αριθ. ΔΙΠΙΔΔ/Β.2/3/ οικ.22274 από 9.8.2013 απόφαση του Υπουργού Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης (Β΄ 1992). 2. α. Οι υποψήφιοι που περιλαμβάνονται στον πίνακα βαθμολογικής κατάταξης, που καταρτίζεται από το ΑΣΕΠ, καλούνται με μέριμνα της Δ/νσης Προσωπικού/ΑΕΑ να προσέλθουν μέσα σε ορισμένες προθεσμίες, προκειμένου να εξετασθούν στα σωματικά, ψυχικά και διανοητικά τους προσόντα από τις αντίστοιχες Επιτροπές του άρθρου 5 του π.δ/τος 4/1995 (Α΄ 1). ... β. Η εξέταση των σωματικών, ψυχικών και διανοητικών προσόντων περιλαμβάνει υγειονομικές εξετάσεις, καθώς και ψυχοτεχνικές δοκιμασίες. Οι ψυχοτεχνικές δοκιμασίες προηγούνται των υγειονομικών εξετάσεων. Το ως άνω προσωπικό παραπέμπεται στις ψυχοτεχνικές επιτροπές και υποβάλλεται σε ψυχομετρικό έλεγχο, ο οποίος περιλαμβάνει ψυχοτεχνικές δοκιμασίες (τεστ προσωπικότητας) και συνέντευξη ενώπιον της αρμόδιας Επιτροπής. Με τις εξετάσεις αυτές ερευνάται κυρίως η κρίση, η προσαρμοστικότητα στις μεταβαλλόμενες καταστάσεις και απαιτήσεις, η αυτοκυριαρχία, η συναισθηματική σταθερότητα, η σκέψη, η αντίληψη και η εν γένει προσωπικότητα του εξεταζόμενου. γ. Όσοι κρίνονται ικανοί στις ψυχοτεχνικές δοκιμασίες παραπέμπονται στα αντίστοιχα Κεντρικά Ιατρεία της Ελληνικής Αστυνομίας για να υποβληθούν στις προβλεπόμενες υγειονομικές εξετάσεις και στη συνέχεια παρουσιάζονται ενώπιον της αρμόδιας Υγειονομικής Επιτροπής, για να κριθεί η καταλληλότητά τους. δ. ... 3. Το Τριμελές Ειδικό Υπηρεσιακό Συμβούλιο αφού λάβει υπόψη τον πίνακα βαθμολογικής κατάταξης των προς ένταξη υπαλλήλων που καταρτίζεται από το ΑΣΕΠ με βάση τα κριτήρια της υπ’ αριθμ. ΔΙΠΙΔΔ/Β.2/3/ οικ.22274/9.8.2013 καθώς και τα ειδικά πρόσθετα κριτήρια της παρούσης, τα αποτελέσματα των ψυχοτεχνικών δοκιμασιών και υγειονομικών εξετάσεων, γνωμοδοτεί για τη σειρά προτεραιότητας των προς ένταξη υπαλλήλων και εκδίδει τον Τελικό Πίνακα Διάθεσης. 4. ...» και στο άρθρο 4 ότι «1. Όσοι περιλαμβάνονται στον Τελικό Πίνακα Διάθεσης, εντάσσονται ως ιδιαίτερης κατηγορίας προσωπικό στην Ελληνική Αστυνομία με απόφαση του Προϊσταμένου Κλάδου Οργάνωσης και Ανθρώπινου Δυναμικού/Α.Ε.Α., που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Με την ίδια απόφαση συνιστώνται ισάριθμες οργανικές θέσεις για το εντασσόμενο προσωπικό. 2. …». Η εν λόγω κοινή υπουργική απόφαση τροποποιήθηκε με την υπ’ αριθμ. 6000/2/234-ε΄/15.10.2013 όμοια κοινή απόφαση των ίδιων ως άνω Υπουργών (Β΄ 3030/28.11.2013), με την οποία το όριο ηλικίας για τη μετάταξη στην Ελληνική Αστυνομία αυξήθηκε κατά πέντε έτη (πεντηκοστό). Ομοίως, με την υπ’ αριθμ. 90894/18.10.2013 κοινή απόφαση των Υπουργών Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονι¬κής Διακυβέρνησης και Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (Β΄ 2655), συμπροσβαλλόμενη με την υπό κρίση αίτηση, καθορίσθηκαν τα προσόντα, οι προϋποθέσεις και η διαδικασία αξιολογήσεως και εντάξεως των υπαλλήλων κατηγορίας ΔΕ23 της Αστυνομίας στους κλάδους ΔΕ Εξωτερικής Φρούρησης και ΔΕ Φύλαξης των Καταστημάτων Κράτησης. Ειδικότερα, με την εν λόγω κοινή υπουργική απόφαση ως προσόντα διορισμού προβλέφθηκαν τα εξής: α) η κατοχή πτυχίου ή διπλώματος ή απολυτηρίου τίτλου δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης της ημεδαπής, ή άλλος ισότιμος τίτλος της ημεδαπής ή της αλλοδαπής, β) η μη υπέρβαση του ορίου ηλικίας των 45 ετών και γ) ανάστημα (χωρίς υποδήματα) τουλάχιστον 1 μέτρου και 70 εκατοστών για τους άνδρες και 1 μέτρου και 60 εκατοστών για τις γυναίκες. Ως προς τη διαδικασία αξιολόγησης και ένταξης ορίζεται ότι «θα ακολουθηθεί η διαδικασία για τη μετακίνηση των υπαλλήλων που προβλέπεται στο άρθρο 91 του ν. 4172/2013». Η απόφαση αυτή τροποποιήθηκε με την υπ’ αριθμ. 101650/28.11.2013 όμοια κοινή υπουργική απόφαση (Β΄ 3032), με την οποία επίσης καθορίσθηκε ως ανώτατο όριο ηλικίας το πεντηκοστό. Στο πλαίσιο που περιγράφουν οι προεκτεθείσες νομοθετικές και κανονιστικές ρυθμίσεις, δημοσιεύθηκε η υπ’ αριθμ. 31890/25.11.2013 απόφαση του Υπουργού Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης (Β΄ 2999/26.11.2013), «Ανακοίνωση που αφορά στην κινητικότητα των δημοτικών αστυνομικών που έχουν τεθεί σε διαθεσιμότητα κατ’ εφαρμογή του άρθρου 81 του ν. 4172/2013, (Α΄ 167)» (Αριθμός Ανακοίνωσης 5/2013), επίσης συμπροσβαλλόμενη με την υπό κρίση αίτηση. Με αυτήν κλήθηκαν, εντός αποκλειστικής προθεσμίας δεκαπέντε (15) ημερών από τη δημοσίευση της Ανακοίνωσης στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, οι υπάλληλοι των Δήμων που ανήκαν στους κλάδους ΠΕ, TE και ΔΕ Αστυνομίας και έχουν τεθεί σε διαθεσιμότητα κατ’ εφαρμογή του άρθρου 81 του ν. 4172/2013 (ο αριθμός των οποίων ανέρχεται σε περίπου 3.500) να υποβάλουν στις Διευθύνσεις Διοικητικού/Προσωπικού των Δήμων, στους οποίους ανήκε η κατεχόμενη από αυτούς οργανική ή προσωποπαγής θέση, «Αίτηση- Υπεύθυνη Δήλωση» για τη μετάταξή τους με σειρά προτίμησης των φορέων που επιθυμούν να μεταταχθούν. Περαιτέρω, κλήθηκαν οι Διευθύνσεις Διοικητικού/Προσωπικού των Δήμων, εντός προθεσμίας δέκα (10) ημερών από τη λήξη της προθεσμίας υποβολής των «Αιτήσεων- Υπεύθυνων Δηλώσεων» των υπαλλήλων, να συντάξουν με ευθύνη τους πίνακες συνδρομής κριτηρίων των ως άνω υπαλλήλων και να τους αποστείλουν στο ΑΣΕΠ, προκειμένου οι υπάλληλοι να διατεθούν και τοποθετηθούν στους φορείς υποδοχής της παρούσας Ανακοίνωσης, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στην υπ’ αριθμ. ΔΙΠΙΔΔ/Β.2/3/οικ.22274/ 9.8.2013 απόφαση του Υπουργού Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και στις υπ’ αριθμ. 6000/2/234−γ΄/ 17.10.2013 και 90894/18.10.2013 κοινές υπουργικές αποφάσεις. Εξάλλου, στην ίδια υπ’ αριθμ. 31890/25.11.2013 υπουργική απόφαση προσαρτώνται οι πίνακες με τη σειρά προτεραιότητας των φορέων υποδοχής, τον αριθμό των υπαλλήλων που πρόκειται να διατεθεί σε κάθε φορέα ανά κατηγορία, κλάδο ή και ειδικότητα, καθώς και τα απαιτούμενα για κάθε θέση προσόντα. Πρόκειται για 2.858 κενές οργανικές θέσεις των κατηγοριών ΠΕ/ΤΕ και ΔΕ σε διάφορες (κεντρικές και περιφερειακές) υπηρεσίες των ακόλουθων, κατά σειρά προτεραιότη¬τας, φορέων υποδοχής: Υπουργείο Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (για τα ανά την επικράτεια καταστήματα κράτησης), Υπουργείο Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη (για την Ελληνική Αστυνομία), Υπουργείο Οικονομικών (για τη Γενική Γραμματεία Εσόδων), Υπουργείο Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας (για τη Γενική Γραμματεία Εμπορίου) και Γενική Γραμματεία Πληθυσμού και Κοινωνικής Συνοχής (για τα κατά τόπους Τμήματα Αλλοδαπών και Μετανάστευσης των οικείων Αποκεντρωμένων Διοικήσεων). Ακολούθως την 29.11.2013 εξεδόθη η υπ’ αριθμ. ΔΙΠΙΔ/Β.2/Δ/83/οικ.32170 εγκύκλιος του Υπουργού Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνη¬σης, «Οδηγίες για την κινητικότητα των Δημοτικών Αστυνομικών που έχουν τεθεί σε διαθεσιμότητα» (αναρτηθείσα στη «Διαύγεια», με Αριθμό Διαδικτυακής Ανάρτησης-ΑΔΑ- ΒΛ12Χ-Φ91). Με την εν λόγω εγκύκλιο περιγράφεται η τηρητέα διαδικασία για την ολοκλήρωση της κινητικότητας των υπαλλήλων των κλάδων ΠΕ, ΤΕ και ΔΕ της Αστυνομίας. Μεταξύ άλλων, στην εν λόγω εγκύκλιο επισημαίνεται (σελ. 11) ότι «[η] διαδικασία πρόσληψης των υποψηφίων ως ειδικού ένστολου προσωπικού της Αστυνομίας κατά την οποία υπήρχε η δυνατότητα άσκησης ένστασης ενώπιον του ΑΣΕΠ, σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 2 του ν. 3812/2009 συγκαταλέγεται στις “λοιπές διαδικασίες υπό τον έλεγχο του ΑΣΕΠ” της υπ’ αριθμ. ΔΙΠΙΔΔ/Β.2/3/οικ.22274/9.8.2013 απόφασης του Υπουργού Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης (Β΄ 1992)».
20. Επειδή, προβάλλεται με την κρινόμενη αίτηση ότι οι παραδεκτώς προσβαλλόμενες υπουργικές αποφάσεις, κατά το μέρος τους εκείνο που αφορά στη μοριοδότηση όσων έχουν προσληφθεί «με λοιπές διαδικασίες μέσω ΑΣΕΠ» δεν ευρίσκουν έρεισμα σε ορισμένη εξουσιοδότηση. Ο λόγος αυτός παρίσταται απορριπτέος ως αβάσιμος, δεδομένου ότι στην αναφερόμενη στη δέκατη έκτη σκέψη περίπτωση 4 της υποπαρ. Ζ.1., της παρ. Ζ΄ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 91 παρ. 2 του ν. 4172/2013, παρατίθεται κατά τρόπο γενικό μεν, πλην ορισμένο, το πλαίσιο, εντός του οποίου η κανονιστικώς δρώσα Διοίκηση δύναται να κινηθεί κατά τον καθορισμό των μοριοδοτούμενων διαδικασιών εισαγωγής στους φορείς της περιπτώσεως 1 της ίδιας υποπαραγράφου και, μεταξύ των διαδικασιών αυτών ρητώς αναφέρονται και οι διαδικασίες προσλήψεως που τελούν υπό την εποπτεία του ΑΣΕΠ, όπως η επίδικη του άρθρου 2 παρ. 3 του ν. 3812/2009. Τούτο δε, λαμβανομένου περαιτέρω υπόψη ότι ο καθ’ ύλην προσδιορισμός του αντικειμένου της εξουσιοδοτήσεως και η ουσιαστική ρύθμιση αρκεί να περιέχονται και σε διατάξεις άλλου νόμου (ΣΕ 1210/2010 Ολομ., 2186/2013 Ολομ.), τέτοιες δε είναι, προδήλως, οι διατάξεις του άρθρου 2 παρ. 3 του ν. 3812/2009.
21. Επειδή, ομοίως απορριπτέος είναι και ο συναφής προβαλλόμενος λόγος ότι οι προσβαλλόμενες υπουργικές αποφάσεις στερούνται νομίμου ερείσματος διότι νόμιμο έρεισμά τους είναι η διάταξη της περιπτώσεως 4 της υποπαρ. Ζ.1., της παρ. Ζ΄ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 91 παρ. 2 του ν. 4172/2013. Εξ άλλου, ο ίδιος λόγος στρεφόμενος κατά της πρώτης προσβαλλομένης και ρητώς κατονομαζομένης στο δικόγραφο υπ’ αριθμ. ΔΙΠΙΔ/Β.2/83/οικ32170/29-11-2013 πράξεως του Υπουργού Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής, εφ’ όσον όπως έχει ήδη γίνει δεκτό σε προηγούμενη σκέψη η πράξη αυτή στερείται εκτελεστού χαρακτήρος ως εγκύκλιος.
22. Επειδή, προβάλλεται ακολούθως ότι οι προσβαλλόμενες παραδεκτώς υπουργικές αποφάσεις αντίκεινται ευθέως στις διατάξεις των άρθρων 103 παρ. 7 και 118 παρ. 6 του Συντάγματος, διότι πριμοδοτούν με 20 μόρια διαδικασία υποχρεωτικώς εξαιρούμενη από τον έλεγχο του ΑΣΕΠ, ενώ η διάταξη του άρθρου 2 παρ. 3 του ν. 3812/2009 δεν δύναται να εφαρμοσθεί, ως αντίθετη στις ίδιες συνταγματικές διατάξεις. Για τη θεμελίωση της βασιμότητος του λόγου αυτού ακυρώσεως, οι αιτούντες επικαλούνται όσα έχουν γίνει δεκτά με το Πρακτικό Επεξεργασίας της Ολομελείας του Δικαστηρίου υπ’ αριθμ. 126/2006 επί του σχεδίου του τελικώς εκδοθέντος προεδρικού διατάγματος 135/2006 και με την απόφαση της Ολομελείας του Συμβουλίου της Επικρατείας υπ’ αριθμ. 195/2013. Ο λόγος αυτός παρίσταται απορριπτέος ως αβάσιμος. Και τούτο, διότι η διάταξη του άρθρου 118 παρ. 6 του Συντάγματος είναι εξαιρετική και, επομένως, στενώς ερμηνευτέα (ΣΕ 3595/2008 Ολομ.), το ίδιο δε ισχύει και για τη διάταξη του άρθρου 14 παρ. 2 του ν. 2190/1994 (Π.Ε. 96/2008 Ολομ., 230/2008 Ολομ., 190/2009 5μ.), στην οποία και μόνο αφορά η ως άνω συνταγματική διάταξη. Κατά συνέπεια, εφόσον οι διαδικασίες προσλήψεως στη Δημοτική Αστυνομία δεν περιλαμβάνονται ρητώς μεταξύ των εξαιρούμενων κατ’ άρθρο 14 παρ. 2 του ν. 2190/1994, η δυνάμει του άρθρου 26 παρ. 1 περ. α΄ του ν. 2819/2000 εξαίρεσή τους από τον έλεγχο του ΑΣΕΠ δεν περιβάλλεται με συνταγματικές εγγυήσεις και είναι, επομένως, δυνατή η άρση της με νεότερο νόμο. Επιπλέον, το άρθρο 103 παρ. 7 του Συντάγματος αφορά διατάξεις νόμων που θεσπίζονται μετά την συνταγματική αναθεώρηση του έτους 2001, εν προκειμένω όμως η εξαίρεση από τον έλεγχο του ΑΣΕΠ εχώρησε με προεδρικό διάταγμα, το οποίο ευρίσκει έρεισμα σε διάταξη νόμου (ν. 2819/2000) προγενέστερη της συνταγματικής αναθεωρήσεως (όπως, άλλωστε, έγινε δεκτό με το Π.Ε. 126/2006). Τέλος, η επικαλούμενη από τους αιτούντες υπ’ αριθμ. 195/2013 απόφαση της Ολομελείας του Δικαστηρίου αφορά σε διαφορετική κατηγορία προσωπικού του Δημοσίου και συγκεκριμένως στους δικαστικούς υπαλλήλους που τελούν υπό ιδιαίτερο συνταγματικό και νομοθετικό καθεστώς διάφορο των αιτούντων και, συνεπώς οι κρίσεις που διαλαμβάνονται σε αυτήν περί της εννοίας των άρθρων 103 παρ. 7 και 118 παρ. 6 του Συντάγματος δεν μπορεί να τύχουν εφαρμογής στην προκειμένη περίπτωση.
23. Επειδή, προβάλλεται επίσης ότι οι παραδεκτώς προσβαλλόμε¬νες πράξεις προσκρούουν ευθέως στις απορρέουσες από το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος αρχές της ισότητας και της αξιοκρατίας. Και τούτο, διότι με τις πράξεις αυτές οι αιτούντες περιέρχονται σε ιδιαίτερα δυσμενή θέση έναντι των συναδέλφων τους που προσελήφθησαν το έτος 2010, μολονότι και για τους τελευταίους εφαρμόσθηκε η ίδια, ειδική, αντικειμενική, αξιοκρατική και διαφανής διαδικασία του π.δ/τος 135/2006, με τη διαφορά ότι στην περίπτωσή τους έγινε (τυχαίως, κατά την άποψη των αιτούντων) χρήση της προβλεπόμενης στο ν. 3812/2009 δυνατότητος υποβολής ενστάσεων ενώπιον του ΑΣΕΠ και, μάλιστα, κατά των πινάκων κατατάξεως, γεγονός που, κατά την κοινή πείρα δεν αρκεί για να δικαιολογήσει την παροχή σε αυτούς ενός τόσο μεγάλου πλεονεκτήματος. Συναφώς, προβάλλεται ότι οι προσβαλλόμενες πράξεις αντίκεινται και στην αρχή της αναλογικότητας, καθόσον η μοριοδότηση των προσληφθέντων το 2010 είναι απρόσφορη, μη αναγκαία και δυσανάλογη προς το σκοπό δημοσίου συμφέροντος, την ικανοποίηση του οποίου επιδιώκει, με συνέπεια να τον υπερακοντίζει, προσβάλλοντας ευθέως και την ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητάς τους, λαμβανομένου υπόψη ότι α) η πρόσληψή τους εχώρησε κατ’ εφαρμογή διαδικασιών προβλεπόμενων στο νόμο και β) η μοριοδότηση των κριτηρίων, με βάση τα οποία είχαν οι ίδιοι προσληφθεί, καθώς και ο έλεγχος της γνησιότητος των δικαιολογητικών, θα μπορούσε να γίνει εκ νέου από το επιφορτισμένο με τη διεξαγωγή της διαδικασίας κινητικότητας ΑΣΕΠ, στο πλαίσιο της οποίας ελέγχει εκ νέου τα ίδια δικαιολογητικά.
24. Επειδή, όπως παγίως γίνεται δεκτό (ΣΕ 1253/2003 Ολομ., 2180/2004 Ολομ., 3086/2011 Ολομ.) η καθιερούμενη με τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 4 του Συντάγματος αρχή της ισότητας αποτελεί νομικό κανόνα, ο οποίος επιβάλλει την ομοιόμορφη μεταχείριση προσώπων, που τελούν κάτω από τις ίδιες ή παρόμοιες συνθήκες. Ο κανόνας αυτός δεσμεύει τα συντεταγμένα όργανα της Πολιτείας και, ειδικότερα, τόσο τον κοινό νομοθέτη κατά την ενάσκηση της λειτουργίας που ανατέθηκε σε αυτόν από το Σύνταγμα, όσο και τη Διοίκηση που δρα κανονιστικώς. Η παράβαση της πιο πάνω συνταγματικής αρχής ελέγχεται από τα δικαστήρια μέσα στα πλαίσια της δικαιοδοσίας τους, ώστε να διασφαλίζεται με ίσους όρους η πραγμάτωση του κράτους δικαίου και η ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας καθενός. Κατά τον έλεγχο αυτό, που είναι έλεγχος ορίων και όχι έλεγχος των κατ’ αρχήν επιλογών ή του ουσιαστικού περιεχομένου των νομικών κανόνων, ο κοινός νομοθέτης ή η Διοίκηση που δρα κανονιστικώς μπορεί να ρυθμίσει κατά ενιαίο ή διαφορετικό τρόπο τις ποικίλες προσωπικές ή πραγματικές καταστάσεις ή σχέσεις, αφού ληφθούν υπόψη οι υφιστάμενες κοινωνικές, οικονομικές, επαγγελματικές ή άλλες συνθήκες, οι οποίες συνδέονται προς τις καταστάσεις ή σχέσεις που είναι υπό ρύθμιση. Με βάση δε γενικά και αντικειμενικά κριτήρια ο νομοθέτης μπορεί να προβαίνει στη σχετική ρύθμιση μέσα στα όρια της αρχής της ισότητας, τα οποία αποκλείουν τόσο την έκδηλη άνιση μεταχείριση είτε με τη μορφή χαριστικού μέτρου ή προνομίου, που δεν συνδέεται με αξιολογικά κριτήρια, είτε με την μορφή επιβολής αδικαιολόγητης επιβάρυνσης, όσο και την αυθαίρετη εξομοίωση διαφορετικών καταστάσεων ή την ενιαία μεταχείριση καταστάσεων, που τελούν κάτω από διαφορετικές συνθήκες ή, αντίθετα, την διαφορετική μεταχείριση των ίδιων ή παρόμοιων καταστάσεων. Αν το δικαστήριο, κατά τον έλεγχο της συνταγματικότητας του νόμου, διαπιστώσει παράβαση της αρχής της ισότητας, οφείλει, κατά την εφαρμογή του νόμου αυτού, να προβεί σε άρση της αντισυνταγματικότητας που διαπιστώθηκε. Εν προκειμένω, ο δημόσιος σκοπός, του οποίου η θεραπεία διώκεται με τις επίμαχες ρυθμίσεις της περιπτώσεως 4 της υποπαρ. Ζ.1., της παρ. Ζ΄ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 91 παρ. 2 του ν. 4172/2013, είναι η εξασφάλιση της πραγματοποιήσεως της κινητικότητος υπό όρους αξιοκρατίας, ήτοι ένας σκοπός θεμιτός, ο οποίος δικαιολογεί τη διαφορετική μεταχείριση μεταξύ των υπαλλήλων που έχουν τεθεί σε διαθεσιμότητα και προέρχονται από διαφορετικούς φορείς, ανάλογα με τη διαδικασία διορισμού τους. Στο πλαίσιο αυτό, η μοριοδότηση εκείνων των υπαλλήλων που έχουν διορισθεί μέσω ΑΣΕΠ και, μάλιστα, κατά τρόπο κλιμακωτό, ήτοι με την αύξηση του αριθμού των μορίων ανάλογα με το βαθμό «παρεμβάσεως» του ΑΣΕΠ στη διαδικασία διορισμών, αποτελεί αντικειμενικό κριτήριο διαφοροποιήσεως, αφού, μάλιστα, στην συγκεκριμένη περίπτωση η μοριοδότηση βάσει του κριτηρίου της διαδικασίας επί της οποίας το ΑΣΕΠ διενεργεί έλεγχο νομιμότητος βάσει ενστάσεως του ενδιαφερομένου δεν ανάγεται στο μέγιστο όριο των 30 μορίων, αλλά στα 20 μόρια. Πέραν δε αυτού η θέσπιση της διαδικασίας αυτής με το άρθρο 2 παρ. 3 του ν. 3812/2009 κατέστη αναγκαία, όπως προκύπτει από την εισηγητική έκθεση που συνοδεύει το συγκεκριμένο άρθρο και τις σχετικές συζητήσεις στη Βουλή, όπως αναφέρεται σε προηγούμενη σκέψη, για την αντιμετώπιση του φαινομένου των καταχρηστικών προσλήψεων στη Δημοτική Αστυνομία υπό το προηγούμενο νομοθετικό καθεστώς όπου η όλη διαδικασία εκινείτο υπό την αιγίδα των οργάνων της τοπικής αυτοδιοικήσεως και του Γενικού Γραμματέως της οικείας Περιφέρειας. Εξ άλλου, ο διορισμός που ελέγχεται μέσω της συνταγματικά κατοχυρωμένης ανεξάρτητης αρχής (ΑΣΕΠ) δημιουργεί ένα τεκμήριο υπέρ της επάρκειας και της ικανότητος των διορισθέντων, το οποίο υπό το σύστημα που καθιερώνει η εν προκειμένω εφαρμοστέα υπ’ αριθμ. ΔΙΠΙΔΔ/Β.2/3/οικ 22274/9-8-2013 απόφαση του Υπουργού Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, δύναται να ανατραπεί μέσω της κατισχύσεως του μη δικαιούμενου τα μόρια αυτά στις λοιπές τρεις ομάδες κριτηρίων που ανέρχονται συνολικά σε 70 μόρια (ήτοι τυπικά προσόντα- μέγιστος αριθμός μορίων 30, διοικητική εμπειρία- μέγιστος αριθμός μορίων 30 και υπηρεσιακή αξιολόγηση των 8 τελευταίων ετών- μέγιστος αριθμός μορίων 10) λαμβανομένου μάλιστα υπ’ όψη του γεγονότος ότι οι αιτούντες διορισθέντες προ του τελευταίου διαγωνισμού του έτους 2010, όπου εφαρμόσθηκε η διάταξη του άρθρου 2 παρ. 3 του ν. 3812/2009 υπερέχουν των διορισθέντων βάσει του διαγωνισμού αυτού στις ομάδες των κριτηρίων της διοικητικής εμπειρίας και της υπηρεσιακής αξιολογήσεως.
25. Επειδή, τέλος, τα προβαλλόμενα ότι με την πρώτη προσβαλλόμενη πράξη εισάγεται νέα ρύθμιση (μετάταξη πριν από τη συμπλήρωση της οκταετίας), η οποία προσκρούει στις διατάξεις των άρθρων 70 παρ. 2 του Υπαλληλικού Κώδικα και 76 παρ. 2 του Κώδικα Κατάστασης Δημοτικών Υπαλλήλων καθώς και ότι η πρώτη προσβαλλόμενη πράξη, κατά το μέρος της εκείνο που αφορά τη δυνατότητα μετάταξης και πριν από τη συμπλήρωση της οκταετίας, ερείδεται επί μη ορισμένης νομοθετικής εξουσιοδότησης παρίστανται απορριπτέα προεχόντως μεν διότι η πράξη αυτή, όπως προαναφέρθηκε συνιστά μη εκτελεστή εγκύκλιο, αλλά και ως ερειδόμενα επί της εσφαλμένης εκδοχής, ότι η ρύθμιση αυτή θεσπίζεται το πρώτον με την προσβαλλόμενη πράξη, ενώ αυτή περιέχεται ευθέως στην περ. 1, της υποπαρ. Ζ.1., της παρ. Ζ΄ του ν. 4093/2012, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 91 παρ. 1 του ν. 4172/2013, όπως άλλωστε ρητώς προαναφέρθηκε στην όγδοη σκέψη.
Διά ταύτα
Καταργεί την δίκη ως προς την 289η αιτούσα (Μ. Βιτζηλαίου)
Απορρίπτει την κρινόμενη αίτηση
Δέχεται την παρέμβαση του Σ. Αγιώτη κ.λπ. για όσους από τους παρεμβαίνοντες έχει ασκηθεί παραδεκτώς
Διατάσσει την κατάπτωση του κατατεθέντος παραβόλου
Επιβάλλει συμμέτρως στους αιτούντες την δικαστική δαπάνη του Δημοσίου και των παρεμβαινόντων που ανέρχεται σε τετρακόσια εξήντα (460) ευρώ για το Δημόσιο και πεντακόσια τριάντα (530) ευρώ για τους παραδεκτώς παρεμβαίνοντες
Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 17 Μαρτίου 2014 και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 9ης Ιανουαρίου 2015.
Ο Πρόεδρος Η Γραμματέας

Σωτ. Αλ. Ρίζος Μ. Παπασαράντη

ΣΤΟ ΟΝΟΜΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΛΑΟΥ
Εντέλλεται προς κάθε δικαστικό επιμελητή να εκτελέσει όταν του το ζητήσουν την παραπάνω απόφαση, τους Εισαγγελείς να ενεργήσουν κατά την αρμοδιότητά τους και τους Διοικητές και τα άλλα όργανα της Δημόσιας Δύναμης να βοηθήσουν όταν τους ζητηθεί.
Η εντολή πιστοποιείται με την σύνταξη και την υπογραφή του παρόντος.
Αρχή
 5 ΣτΕ 4741/2014 (Ολομέλεια)
18/1/2015
Αποδοχές Πανεπιστημιακών - Χρονικό σημείο επελεύσεως των αποτελεσμάτων της αντισυνταγματικότητας της περίπτωσης 17, της υποπαραγράφου Γ.1, της παραγράφου Γ, του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 o χρόνος δημοσιεύσεως της παρούσης αποφάσεως.

Αριθμός 4741/2014
ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ
ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 10 Οκτωβρίου 2014, με την εξής σύνθεση: Σωτ. Ρίζος, Πρόεδρος, Αθ. Ράντος, Ε. Σαρπ, Αντιπρόεδροι του Συμβουλίου της Επικρατείας, Χρ. Ράμμος, Ν. Μαρκουλάκης, Δ. Μαρινάκης, Γ. Παπαγεωργίου, Μ. Βηλαράς, Ιω. Μαντζουράνης, Αικ. Σακελλαροπούλου, Αικ. Χριστοφορίδου, Α.-Γ. Βώρος, Γ. Ποταμιάς, Ε. Νίκα, Ε. Αντωνόπουλος, Γ. Τσιμέκας, Α. Ντέμσιας, Σπ. Χρυσικοπούλου, Μ. Παπαδοπούλου, Ε. Κουσιουρής, Κ. Κουσούλης, Α. Χλαμπέα, Π. Μπραΐμη, Π. Χαμάκος, Α.Μ. Παπαδημητρίου, Β. Κίντζιου, Ελ. Παπαδημητρίου, Σύμβουλοι, Μ. Αθανασοπούλου, Στ. Λαμπροπούλου, Δ. Τομαράς, Πάρεδροι. Από τους ανωτέρω οι Σύμβουλοι Γ. Ποταμιάς και Α. Χλαμπέα, καθώς και η Πάρεδρος Μ. Αθανασοπούλου μετέχουν ως αναπληρωματικά μέλη, σύμφωνα με το άρθρο 26 παρ. 2 του ν. 3719/2008. Γραμματέας η Μ. Παπασαράντη.
Για να δικάσει την από 25 Μαΐου 2013 αγωγή:
των: 1) Ευστάθιου Ευσταθόπουλου, κατοίκου Αλίμου Αττικής (Κ. Μεταξά 11), 2) Ελένης Καραμαλέγκου, κατοίκου Χολαργού Αττικής (Β. Μελά 2) και 3) Ιωάννη Τζούτζα, κατοίκου Αθηνών (Καρνεάδου 37), οι οποίοι παρέστησαν με τον δικηγόρο Σπ. Βλαχόπουλο (Α.Μ. 17001), που τον διόρισαν με πληρεξούσιο,
κατά των: 1) Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, το οποίο παρέστη με τον δικηγόρο Ηλία Μικρουλέα (Α.Μ. 19434), που τον διόρισε με πληρεξούσιο ο Πρύτανης του Πανεπιστημίου και 2) Υπουργού Οικονομικών, ο οποίος δεν παρέστη.
Η πιο πάνω αγωγή εισάγεται στην Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας κατόπιν της υπ’ αριθμ. 2705/2014 παραπεμπτικής αποφάσεως του Στ΄ Τμήματος και της από 9 Οκτωβρίου 2013 πράξεως της Επιτροπής του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 3900/2010 και κατόπιν της από 8 Αυγούστου 2014 πράξεως του Προέδρου του Συμβουλίου της Επικρατείας. Με την αγωγή αυτή οι ενάγοντες επιδιώκουν να αναγνωρισθεί η εις ολόκληρον υποχρέωση των εναγόμενων να τους καταβάλλουν τα αναφερόμενα σ’ αυτή ποσά. Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της παραπεμπτικής αποφάσεως, η οποία επέχει θέση εισηγήσεως από την Εισηγήτρια, Σύμβουλο Ελ. Παπαδημητρίου. Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τον πληρεξούσιο των εναγόντων, ο οποίος ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους αγωγής και ζήτησε να γίνει δεκτή η αγωγή και τον πληρεξούσιο του Πανεπιστημίου, ο οποίος ζήτησε την απόρριψή της.
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου και
Αφού μελέτη σε τα σχετικά έγγραφα
Σκέφθηκε κατά το Νόμο
1. Επειδή, λόγω κωλύματος, κατά την έννοια του άρθρου 26 του ν. 3719/2008 (Α΄ 241), του Συμβούλου Χρήστου Ράμμου, τακτικού μέλους της σύνθεσης που εκδίκασε την υπόθεση, στη διάσκεψη έλαβε μέρος αντ’ αυτής, ως τακτικό μέλος, ο Σύμβουλος Γεώργιος Ποταμιάς, αναπληρωματικό, μέχρι τώρα, μέλος της σύνθεσης.
2. Επειδή, στις διατάξεις του άρθρου 1 του ν. 3900/2010 (ΦΕΚ Α΄ 213), όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση της παρ. 1 και την προσθήκη παρ. 3 με το άρθρο 40 παρ. 1 και 2 του ν. 4055/2012 (Α΄ 51), ορίζεται ότι: «1. Οποιοδήποτε ένδικο βοήθημα ή μέσο ενώπιον οποιουδήποτε τακτικού διοικητικού δικαστηρίου μπορεί να εισαχθεί στο Συμβούλιο της Επικρατείας με πράξη τριμελούς επιτροπής, αποτελούμενης από τον Πρόεδρο του, τον αρχαιότερο Αντιπρόεδρο και τον Πρόεδρο του αρμόδιου καθ’ ύλην Τμήματος, ύστερα από αίτημα ενός των διαδίκων ή του Γενικού Επιτρόπου των διοικητικών δικαστηρίων, όταν με αυτό τίθεται ζήτημα γενικότερου ενδιαφέροντος που έχει συνέπειες για ευρύτερο κύκλο προσώπων... Η πράξη της Επιτροπής δημοσιεύεται σε δύο ημερήσιες εφημερίδες των Αθηνών και συνεπάγεται την αναστολή εκδίκασης των εκκρεμών υποθέσεων, στις οποίες τίθεται το ίδιο ζήτημα. Η αναστολή δεν καταλαμβάνει την προσωρινή δικαστική προστασία. Μετά την επίλυση του ζητήματος, το Συμβούλιο της Επικρατείας μπορεί να παραπέμψει το ένδικο μέσο ή βοήθημα στο αρμόδιο τακτικό διοικητικό δικαστήριο. Η απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας δεσμεύει τους διαδίκους της ενώπιον του δίκης, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι παρεμβάντες. Στη δίκη ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας μπορεί να παρέμβει κάθε διάδικος σε εκκρεμή δίκη, στην οποία τίθεται το ίδιο ως άνω ζήτημα, και να προβάλει τους ισχυρισμούς του σχετικά με το ζήτημα αυτό... 2. Όταν διοικητικό δικαστήριο επιλαμβάνεται υπόθεσης, στην οποία ανακύπτει τέτοιο ζήτημα, μπορεί με απόφασή του, που δεν υπόκειται σε ένδικα μέσα, να υποβάλει σχετικό προδικαστικό ερώτημα στο Συμβούλιο της Επικρατείας. Το δεύτερο εδάφιο της προηγούμενης παραγράφου εφαρμόζεται αναλόγως. Η απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας είναι υποχρεωτική για το δικαστήριο που υπέβαλε το ερώτημα και δεσμεύει τους παρεμβάντες ενώπιον του. 3. Μετά την επίλυση ζητήματος κατά τη διαδικασία των προηγούμενων παραγράφων, οι υποθέσεις των οποίων είχε ανασταλεί η εκδίκαση, που θέτουν μόνο αυτό το ζήτημα, εισάγονται υποχρεωτικά προς κρίση σε συμβούλιο κατά τα άρθρα 34Α και 34Β του π.δ. 18/1989 και 126Α του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας...».
3. Επειδή, με τις διατάξεις του ως άνω άρθρου 1 του ν. 3900/2010 εισάγεται ο θεσμός της πρότυπης ή «πιλοτικής» δίκης ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας για ζητήματα γενικοτέρου ενδιαφέροντος, τα οποία αναμένεται να προκαλέσουν μεγάλο αριθμό διαφορών με τον κίνδυνο να εκδοθούν αντιφατικές αποφάσεις και να υπάρξει σημαντική καθυστέρηση για τους διαδίκους ενώπιον των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων. Στις περιπτώσεις αυτές παρέχεται η δυνατότητα στους διαδίκους και στα διοικητικά δικαστήρια να απευθύνονται απ’ ευθείας στο Συμβούλιο της Επικρατείας ώστε αυτό να επιλύει τα σχετικά ζητήματα, διασφαλίζοντας την ενότητα της νομολογίας και την ασφάλεια δικαίου (βλ. σχετική αιτιολογική έκθεση του νόμου).
4. Επειδή, στην προκείμενη περίπτωση, με την από 9.10.2013 πράξη της Τριμελούς Επιτροπής του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3900/2010, που δημοσιεύθηκε προσηκόντως σε δύο αθηναϊκές εφημερίδες, έγινε δεκτή η από 30.5.2013 αίτηση των εναγόντων να εισαχθεί προς εκδίκαση ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας η κατατεθείσα στο Διοικητικό Πρωτοδικείο Αθηνών από 29.5.2013 (Γ.Α.Κ. 14163/2013) αγωγή τους, με την οποία, κατά τα αναφερόμενα στην ως άνω πράξη της Επιτροπής, τίθεται το γενικότερου ενδιαφέροντος ζήτημα της συνταγματικότητας των διατάξεων που θεσπίζουν περικοπές αποδοχών των πανεπιστημιακών λειτουργών. Η αγωγή αυτή παραπέμφθηκε, τελικώς, με την 2705/2014 απόφαση του Στ΄ Τμήματος, επταμελούς συνθέσεως, στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου, σύμφωνα με το άρθρο 14 παρ. 2 εδ. α΄ του π.δ/τος 18/1989 (Α΄ 8), λόγω της μείζονος σπουδαιότητας των τιθεμένων με αυτή ζητημάτων.
5. Επειδή, ειδικότερα, με την κρινόμενη αγωγή ζητείται να αναγνωρισθεί η εις ολόκληρον υποχρέωση του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών και του Ελληνικού Δημοσίου να καταβάλουν, με τον νόμιμο τόκο υπερημερίας, στον πρώτο από τους ενάγοντες (Αναπληρωτή Καθηγητή της Ιατρικής Σχολής του ως άνω Πανεπιστημίου, Πρόεδρο της Εκτελεστικής Γραμματείας της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Συλλόγων Διδακτικού και Ερευνητικού Προσωπικού -ΠΟΣΔΕΠ- των Ανώτατων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων) το ποσό των 3.426,93 ευρώ, στη δεύτερη (Καθηγήτρια της Φιλοσοφικής Σχολής του ιδίου Πανεπιστημίου, μέλος της Εκτελεστικής Γραμματείας της ΠΟΣΔΕΠ) το ποσό των 6.801,66 ευρώ και στον τρίτο (Αναπληρωτή Καθηγητή της Οδοντιατρικής Σχολής του αυτού Πανεπιστημίου, ταμία της Εκτελεστικής Γραμματείας της ΠΟΣΔΕΠ) το ποσό των 4.100,49 ευρώ, που αντιστοιχούν, όπως υποστηρίζουν, σε περικοπείσες ακαθάριστες αποδοχές τους, χρονικού διαστήματος από 1.8.2012 έως 30.4.2013, βάσει των διατάξεων της περίπτωσης 17, της υποπαραγράφου Γ.1, της παραγράφου Γ, του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 και της υπ’ αριθμ. οικ.2/83408/022/14.11.2012 αποφάσεως του Αναπληρωτή Υπουργού Οικονομικών. Κατά τους ισχυρισμούς τους, οι διατάξεις του ως άνω νόμου αντίκεινται στα άρθρα 4 παρ. 1 και 5, 2 παρ. 1, 5 παρ. 1, 25 παρ. 1, 16 και 17, 74 παρ. 5 και 80 παρ. 1 του Συντάγματος, καθώς και στο Πρώτο Πρόσθετο Πρωτόκολλο της Ε.Σ.Δ.Α.
6. Επειδή, οι ενάγοντες ομοδικούν παραδεκτώς, σύμφωνα με το άρθρο 115 παρ. 1 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (ν. 2717/1999, Α΄ 97), όπως η παράγραφος αυτή ισχύει μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 22 παρ. 1 του ν. 3226/2004 (Α΄ 24), που επιτρέπει την άσκηση κοινής αγωγής από περισσότερα πρόσωπα, εφόσον, μεταξύ άλλων, τα δικαιώματά τους στηρίζονται σε όμοια, κατά τα ουσιώδη, νομική και πραγματική βάση.
7. Επειδή, στο άρθρο 105 Εισ.Ν.Α.Κ. (π.δ. 456/1984, Α΄ 164) ορίζεται ότι: «Για παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων του Δημοσίου κατά την άσκηση της δημόσιας εξουσίας που τους έχει ανατεθεί, το Δημόσιο ενέχεται σε αποζημίωση, εκτός αν η πράξη ή η παράλειψη έγινε κατά παράβαση διάταξης που υπάρχει για χάρη του γενικού συμφέροντος. …» και στο άρθρο 106 Εισ.Ν.Α.Κ. ότι: «Οι διατάξεις των δύο προηγούμενων άρθρων εφαρμόζονται και για την ευθύνη των δήμων … ή των άλλων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου από πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων που βρίσκονται στην υπηρεσία τους».
8. Επειδή, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 105 Εισ.Ν.Α.Κ., για να στοιχειοθετηθεί ευθύνη του Δημοσίου προς αποζημίωση λόγω πράξεως ή παραλείψεως των οργάνων του κατά την άσκηση της ανατεθειμένης σ’ αυτά δημόσιας εξουσίας, απαιτείται, μεταξύ άλλων, η πράξη ή παράλειψη να είναι παράνομη. Εκ του ότι δε ο νομοθέτης είτε με νόμο είτε με διοικητική κανονιστική πράξη που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση νόμου, καθορίζει γενικότερα τους όρους του αδίκου, παρέπεται ότι δεν μπορεί να προκύψει, έστω και αν προκαλείται ζημία σε τρίτο, ευθύνη του Δημοσίου προς αποζημίωση, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 105 του Εισ.Ν.Α.Κ. από την εκ μέρους της πολιτείας νομοθέτηση με τα αρμόδια αυτής όργανα ή από την παράλειψη των οργάνων αυτών να νομοθετήσουν, εκτός αν από τη νομοθέτηση ή την παράλειψή της γεννάται αντίθεση προς κανόνες δικαίου υπέρτερης τυπικής ισχύος (πρβλ. ΣτΕ 3901/2013, 2544/2013 7μ., 730/2010, 1038/2006 7μ.). Στην τελευταία αυτή περίπτωση, ευθύνη του Δημοσίου προς αποζημίωση του ζημιωθέντος γεννάται μόνο αν οι επιζήμιες συνέπειες επέρχονται απευθείας από την επίμαχη διάταξη, πριν και ανεξάρτητα από οποιαδήποτε εφαρμογή της με πράξη της Διοίκησης. Στις λοιπές περιπτώσεις, κατά τις οποίες οι επιζήμιες συνέπειες επέρχονται από την εφαρμογή του πιο πάνω κανόνα δικαίου, δηλαδή από την πράξη της Διοίκησης που τον εφαρμόζει στην ατομική περίπτωση, η ευθύνη έναντι του ζημιωθέντος προκύπτει όχι από τον κανόνα δικαίου αλλά από την τελευταία αυτή πράξη (πρβλ. ΣτΕ 3901/2013, 450/2013 7μ., 2773/2010 7μ., 3093/2009, 1038/2006 7μ.). Εξάλλου, για τη θεμελίωση της ευθύνης προς αποζημίωση απαιτείται, μεταξύ άλλων, να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της παράνομης πράξης ή παράλειψης ή υλικής ενέργειας και της επελθούσας ζημίας. Ο σύνδεσμος αυτός υφίσταται όταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, η φερόμενη ως ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη ή υλική ενέργεια, κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων και εν όψει των ειδικών συνθηκών της συγκεκριμένης περίπτωσης ήταν εξ αντικειμένου ικανή και πρόσφορη να επιφέρει το ζημιογόνο γεγονός (πρβλ. ΣτΕ 4100/2012, 3124/2011).
9. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση οι αξιώσεις των εναγόντων αφορούν περικοπείσες αποδοχές τους, χρονικού διαστήματος από 1.8.2012 έως 30.4.2013, οι οποίες εγένοντο βάσει των διατάξεων της περίπτωσης 17, της υποπαραγράφου Γ.1, της παραγράφου Γ, του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 και της υπ’ αριθμ. οικ.2/83408/0022/ 14.11.2012 απόφασης του Αναπληρωτή Υπουργού Οικονομικών που, κατά τους ισχυρισμούς τους, είναι αντισυνταγματικές και αντίθετες στο Πρώτο Πρόσθετο Πρωτόκολλο της Ε.Σ.Δ.Α., έτυχαν δε εφαρμογής από όργανα του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών κατά τον προσδιορισμό των αποδοχών τους, κατά το ως άνω χρονικό διάστημα. Ενόψει τούτων και των όσων έγιναν δεκτά στην προηγούμενη σκέψη, τόσο το Ελληνικό Δημόσιο, όσο και το Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών νομιμοποιούνται παθητικώς στην παρούσα δίκη, εφόσον οι αξιώσεις των εναγόντων ερείδονται στην, κατά τους ισχυρισμούς τους, αντίθεση προς κανόνες δικαίου υπέρτερης τυπικής ισχύος των ανωτέρω διατάξεων που θεσμοθετήθηκαν από το πρώτο, έχοντας ευρύτερες δυσμενείς συνέπειες στη διαμόρφωση των εκ νέου μειούμενων αποδοχών των μελών του Δ.Ε.Π. των Α.Ε.Ι., εφαρμόσθηκαν δε από το δεύτερο, κατά τον υπολογισμό των αποδοχών των εναγόντων, που τους καταβλήθηκαν μειωμένες, για το ως άνω συγκεκριμένο χρονικό διάστημα. Κατά συνέπεια, ο ισχυρισμός του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών ότι δεν νομιμοποιείται παθητικώς στην παρούσα δίκη πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
10. Επειδή, στο άρθρο 16 του Συντάγματος ορίζεται ότι: «1. Η τέχνη και η επιστήμη, η έρευνα και η διδασκαλία είναι ελεύθερες, η ανάπτυξη και η προαγωγή τους αποτελεί υποχρέωση του Κράτους. Η ακαδημαϊκή ελευθερία και η ελευθερία της διδασκαλίας δεν απαλλάσσουν από το καθήκον της υπακοής στο Σύνταγμα. 2. Η παιδεία αποτελεί βασική αποστολή του Κράτους και έχει σκοπό την ηθική, πνευματική, επαγγελματική και φυσική αγωγή των Ελλήνων, την ανάπτυξη της εθνικής και θρησκευτικής συνείδησης και τη διάπλασή τους σε ελεύθερους και υπεύθυνους πολίτες. 3… 4… 5. Η ανώτατη εκπαίδευση παρέχεται αποκλειστικά από ιδρύματα που αποτελούν νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου με πλήρη αυτοδιοίκηση. Τα ιδρύματα αυτά τελούν υπό την εποπτεία του Κράτους έχουν δικαίωμα να ενισχύονται οικονομικά από αυτό και λειτουργούν σύμφωνα με τους νόμους που αφορούν τους οργανισμούς τους... 6. Οι καθηγητές των ανώτατων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων είναι δημόσιοι λειτουργοί. Το υπόλοιπο διδακτικό προσωπικό τους επιτελεί επίσης δημόσιο λειτούργημα, με τις προϋποθέσεις που νόμος ορίζει. Τα σχετικά με την κατάσταση όλων αυτών των προσώπων καθορίζονται από τους οργανισμούς των οικείων ιδρυμάτων. Οι καθηγητές των ανώτατων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων δεν μπορούν να παυθούν προτού λήξει σύμφωνα με το νόμο ο χρόνος υπηρεσίας τους παρά μόνο με τις ουσιαστικές προϋποθέσεις που προβλέπονται στο άρθρο 88 παράγραφος 4 και ύστερα από απόφαση συμβουλίου που αποτελείται κατά πλειοψηφία από ανώτατους δικαστικούς λειτουργούς, όπως νόμος ορίζει. Νόμος ορίζει το όριο της ηλικίας των καθηγητών των ανώτατων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων· εωσότου εκδοθεί ο νόμος αυτός οι καθηγητές που υπηρετούν αποχωρούν αυτοδικαίως μόλις λήξει του ακαδημαϊκό έτος μέσα στο οποίο συμπληρώνουν το εξηκοστό έβδομο έτος της ηλικίας τους. 7… 8… 9…».
11. Επειδή, με τις προπαρατεθείσες διατάξεις του άρθρου 16 του Συντάγματος κατοχυρώνεται η ελεύθερη ανάπτυξη της επιστήμης ως θεμελιώδης σκοπός του κράτους και καθορίζονται οι βασικές προϋποθέσεις και οι αρχές που πρέπει να διέπουν την παροχή της ανώτατης εκπαίδευσης, για την οποία θεσπίζονται συγκεκριμένα οργανωτικά και λειτουργικά πλαίσια, που οριοθετούν τη δράση όχι μόνο της διοίκησης, αλλά και του κοινού νομοθέτη κατά την από αυτόν ρύθμιση των σχετικών θεμάτων. Κατά την έννοια των συνταγματικών αυτών διατάξεων, η ανώτατη εκπαίδευση, σκοπός της οποίας είναι η προαγωγή και μετάδοση της επιστημονικής γνώσης με την έρευνα και τη διδασκαλία, παρέχεται από ίδια και αυτοτελή ιδρύματα, που αποτελούν νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, σύμφωνα αφενός μεν με την αρχή της ακαδημαϊκής ελευθερίας, αφετέρου δε με την αρχή της πλήρους αυτοδιοίκησης των ιδρυμάτων αυτών. Ειδικότερα, η αρχή της ακαδημαϊκής ελευθερίας εγγυάται την αδέσμευτη επιστημονική σκέψη, έρευνα και διδασκαλία και νοείται όχι μόνο ως ατομικό δικαίωμα του πανεπιστημιακού ερευνητή ή διδασκάλου, αλλά και ως θεσμική εγγύηση, ως οργανωμένη δηλαδή δραστηριότητα, αναπτυσσόμενη, σύμφωνα με κανόνες που θεσπίζει και με μέσα που παρέχει το κράτος, μέσα στο πλαίσιο της λειτουργίας των ανώτατων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων (πρβλ. ΣτΕ 41/2013 Ολομ. σκ. 9, 2786-2798/1984 Ολομ., 982/2012 σκ. 15, 2303/2011 7μ. σκ. 5, 338/2011 7μ. σκ. 8, 1672/2009 σκ. 9, 411/2008 7μ. σκ. 9). Προς εκπλήρωση των σκοπών αυτών το Κράτος υποχρεούται να εξασφαλίζει την αναγκαία υποδομή, να διαθέτει τα απαραίτητα οικονομικά μέσα και να διασφαλίζει τις εν γένει προϋποθέσεις για την ακώλυτη άσκηση από τα μέλη Δ.Ε.Π. των Α.Ε.Ι. της διδακτικής και ερευνητικής τους δραστηριότητας, όπως ρητά ορίζεται στο δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 5 του άρθρου 16 του Συντάγματος, καθιερώνοντας «δικαίωμα» των Α.Ε.Ι. να ενισχύονται οικονομικά από το Κράτος (πρβλ. ΣτΕ 4009/2000 7μ. σκ. 6, 4008/2000 7μ. σκ. 7, 4006/2000 7μ. σκ. 7, 3913/2000 σκ. 6, 3914/2000 σκ. 6, 3904/2000 σκ. 6). Τα μέλη Δ.Ε.Π. αναγνωρίζονται, ενόψει της αποστολής τους ως ακαδημαϊκών διδασκάλων και ερευνητών, αλλά και των συνθηκών υπό τις οποίες ασκούν τα διδακτικά και ερευνητικά τους καθήκοντα, ευθέως από το Σύνταγμα, ως δημόσιοι λειτουργοί, τελούντες υπό ιδιαίτερο προστατευτικό καθεστώς εγγυώμενο την προσωπική και λειτουργική τους ανεξαρτησία (πρβλ. ΣτΕ 41/2013 Ολομ. σκ. 9, 2786-2798/1984 Ολομ., 3201/2013 σκ. 5, 3764/2012 σκ. 4, 2303/2011 7μ. σκ. 5, 338/2011 7μ. σκ. 8, 2522/2009 σκ. 5, 1672/2009 σκ. 9, 515/2008 σκ. 6, 411/2008 7μ. σκ. 9, 246/2006 σκ. 7, 56/2005 σκ. 7, 1234/2003 σκ. 7, 2460/2002 σκ. 7, 3478/2001 σκ. 8 κ.ά.), σε αντίθεση με την αντίστοιχη διάταξη του άρθρου 16 παρ. 4 του προϊσχύσαντος Συντάγματος του 1952, με την οποία χαρακτηρίζονταν ως δημόσιοι υπάλληλοι, χωρίς να παρέχεται υπέρ αυτών καμία ιδιαίτερη εγγύηση (ΣτΕ 2238/1999 Ολομ. σκ. 5). Μεταξύ δε των εγγυήσεων αυτών περιλαμβάνεται και η απορρέουσα από την, κατά το άρθρο 16 του Συντάγματος, φύση των καθηκόντων τους και της αποστολής τους ως ακαδημαϊκών διδασκάλων και ερευνητών καθώς και λόγω των ηυξημένων τυπικών και ουσιαστικών προσόντων τους, υποχρέωση εξασφάλισης των απαραίτητων προϋποθέσεων για την άσκηση του έργου τους, προεχόντως δε ο καθορισμός αποδοχών ειδικώς προβλεπομένων γι’ αυτούς, κατ’ εκτίμηση των ειδικών συνθηκών άσκησης του λειτουργήματός τους και ύψους αναλόγου προς αυτό, που αφ’ ενός μεν να τους επιτρέπει να ασκούν αποτελεσματικά τα καθήκοντά τους αφ’ ετέρου δε να καθιστά τα ΑΕΙ ελκυστικά για νέο υψηλής στάθμης επιστημονικό προσωπικό. Οίκοθεν νοείται ότι οι υποχρεώσεις αυτές του Κράτους συσχετίζονται, σε μεγάλο βαθμό, με τις οικονομικές δυνατότητες εκάστης περιόδου.
12. Επειδή, περαιτέρω, στο άρθρο 4 παρ. 5 του Συντάγματος ορίζεται ότι: «οι Έλληνες πολίτες συνεισφέρουν χωρίς διακρίσεις στα δημόσια βάρη, ανάλογα με τις δυνάμεις τους», στο δε άρθρο 25 παρ. 1 και 4 του Συντάγματος ορίζεται ότι: «1. Τα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου και η αρχή του κοινωνικού κράτους δικαίου τελούν υπό την εγγύηση του Κράτους. ... Οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα αυτά πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας. 2. ... 3. ... 4. Το Κράτος δικαιούται να αξιώνει από όλους τους πολίτες την εκπλήρωση του χρέους της κοινωνικής και εθνικής αλληλεγγύης». Περαιτέρω, στο άρθρο 79 παρ. 1 του Συντάγματος ορίζεται ότι: «Η Βουλή κατά την τακτική ετήσια συνοδό της ψηφίζει τον προϋπολογισμό των εσόδων και εξόδων του Κράτους για το επόμενο έτος ...» και στο άρθρο 106 παρ. 1 αυτού ορίζεται ότι: «Για την εδραίωση της κοινωνικής ειρήνης και την προστασία του γενικού συμφέροντος το Κράτος προγραμματίζει και συντονίζει την οικονομική δραστηριότητα στη Χώρα, επιδιώκοντας να εξασφαλίσει την οικονομική ανάπτυξη όλων των τομέων της εθνικής οικονομίας ...». Από τον συνδυασμό των συνταγματικών αυτών διατάξεων συνάγεται ότι σε περιπτώσεις παρατεταμένης οικονομικής κρίσης, ο κοινός νομοθέτης δύναται να θεσπίσει μέτρα περιστολής των δημοσίων δαπανών που συνεπάγονται σοβαρή οικονομική επιβάρυνση μεγάλων κατηγοριών του πληθυσμού και, ιδίως, όσων λαμβάνουν μισθό ή σύνταξη από το δημόσιο ταμείο λόγω της άμεσης εφαρμογής και αποτελεσματικότητας των επιβαλλομένων σε βάρος τους μέτρων για τον περιορισμό του δημοσίου ελλείμματος. Η δυνατότητα, όμως, αυτή δεν μπορεί να είναι απεριόριστη αλλά έχει ως όριο τις αρχές της αναλογικότητας, της ισότητας στην κατανομή των δημοσίων βαρών και του σεβασμού της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, οι οποίες επιτάσσουν το βάρος της δημοσιονομικής προσαρμογής να κατανέμεται μεταξύ όλων των κατηγοριών απασχολουμένων τόσο στο δημόσιο, όσο και στον ιδιωτικό τομέα, όπως, επίσης, και των ασκούντων ελευθέριο επάγγελμα, δεδομένου, μάλιστα, ότι η βιωσιμότητα των δημοσίων οικονομικών είναι προς όφελος όλων. Και τούτο διότι, ενόψει και της καθιερουμένης στο άρθρο 25 παρ. 4 του Συντάγματος αξίωσης του Κράτους να εκπληρώνουν όλοι οι πολίτες το χρέος της κοινωνικής και εθνικής αλληλεγγύης, δεν είναι επιτρεπτό η επιβάρυνση από τα μέτρα που λαμβάνονται προς αντιμετώπιση της δυσμενούς και παρατεταμένης οικονομικής συγκυρίας να κατανέμεται πάντοτε σε συγκεκριμένες κατηγορίες πολιτών, ώστε η σωρευτική επιβάρυνση αυτών να είναι ιδιαίτερα μεγάλη και να είναι πλέον εμφανής η υπέρβαση των ορίων της αναλογικότητας και της ισότητας στην κατανομή των δημοσίων βαρών, αντί της προώθησης διαρθρωτικών μέτρων ή της είσπραξης των φορολογικών εσόδων από την μη εφαρμογή των οποίων ευνοούνται, κυρίως, άλλες κατηγορίες πολιτών (πρβλ. ΣτΕ Ολομ. 2192-2196/2014, 668/2012). Επί πλέον δε όριο στην εξουσία του νομοθέτη να περιστέλλει δαπάνες και συναφώς να μειώνει αποδοχές δημοσίων λειτουργών πηγάζουν και από τυχόν ειδικές διατάξεις του Συντάγματος σχετικές με τις θιγόμενες ομάδες του πληθυσμού.
13. Επειδή, η υπηρεσιακή κατάσταση των μελών του Διδακτικού και Ερευνητικού Προσωπικού (Δ.Ε.Π.) των Ανώτατων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων (Α.Ε.Ι.) απετέλεσε αντικείμενο συνεχών νομοθετικών ρυθμίσεων και μεταβολών. Ειδικότερα, στον ν. 1268/1982 (Α’ 87) ορίζονταν, μεταξύ άλλων, στο άρθρο 13, ότι το Διδακτικό - Ερευνητικό Προσωπικό (Δ.Ε.Π.), των Ανώτατων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων αποτελούνταν από Καθηγητές, Αναπληρωτές Καθηγητές, Επίκουρους Καθηγητές και Λέκτορες (παρ. 1), ότι η ιδιότητα του μέλους του Δ.Ε.Π. ήταν ασυμβίβαστη με κάθε άλλη επαγγελματική απασχόληση (παρ. 6), ότι, κατ’ εξαίρεση, επιτρεπόταν η εξωπανεπιστημιακή απασχόληση μελών του Δ.Ε.Π., που η συμμετοχή τους σε εφαρμογές του επιστημονικού τους κλάδου ήταν αναγκαία για την εκπαιδευτική τους λειτουργία ή την προαγωγή της επιστήμης στην πράξη (παρ. 7) και μπορούσαν να παρέχουν τις υπηρεσίες τους στο Δημόσιο, στους Φορείς της Τοπικής Αυτοδιοίκησης και του δημόσιου τομέα, στους Γεωργικούς Συνεταιρισμούς, καθώς και σε Διεθνείς Οργανισμούς (παρ. 8), στο δε άρθρο 17 του ιδίου νόμου ορίζονταν ότι τα μέλη του Δ.Ε.Π. είχαν την υποχρέωση να παρέχουν τις υπηρεσίες τους στο Α.Ε.Ι. στο οποίο είχαν διορισθεί με πλήρη απασχόληση για όλες τις εργάσιμες μέρες (παρ. 1). Με τις διατάξεις του άρθρου 79 παρ. 6 περ. ια΄ του ν. 1566/1985 (Α΄ 167) ορίστηκε ότι ως πλήρης απασχόληση, κατά την παρ. 1 του άρθρου 17 του ν. 1268/1982, εννοείται η υποχρεωτική προσέλευση και παραμονή των μελών Δ.Ε.Π. στο αντίστοιχο Α.Ε.Ι. τουλάχιστο για είκοσι ώρες κάθε εβδομάδα. Με τις διατάξεις του άρθρου 8 του ν. 2083/1992 (Α’ 159) τα μέλη Δ.Ε.Π. όλων των Α.Ε.Ι. εντάχθηκαν, ανάλογα με το ιδιαίτερο καθεστώς απασχόλησής τους, σε τρεις κατηγορίες: α) πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης, β) πλήρους απασχόλησης, και γ) μερικής απασχόλησης (παρ. 1), ενώ προβλέφθηκε, για τα μέλη Δ.Ε.Π. πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης, ότι η ιδιότητα τους αυτή ήταν ασυμβίβαστη με κάθε άλλη επαγγελματική απασχόληση, ότι θα ελάμβαναν αποδοχές αυξημένες κατά 35%, έναντι των αντίστοιχων πάσης φύσεως αποδοχών των μελών Δ.Ε.Π. με πλήρη απασχόληση (παρ. 2), για τα μέλη Δ.Ε.Π. πλήρους απασχόλησης, ότι είχαν τη δυνατότητα εξωπανεπιστημιακής επαγγελματικής απασχόλησης και κατοχής έμμισθης θέσης στο Δημόσιο ή στον ιδιωτικό τομέα (παρ. 3) και ότι για τα μέλη Δ.Ε.Π. που υπηρετούν σε Α.Ε.Ι. των Νομών Αττικής και Θεσσαλονίκης, εφόσον κατέχουν νομίμως δεύτερη έμμισθη οργανική θέση στο δημόσιο τομέα, λαμβάνουν τις πάσης φύσεως αποδοχές της οργανικής αυτής θέσης και επιπλέον τις πάσης φύσεως αποδοχές των μελών Δ.Ε.Π. με πλήρη και αποκλειστική απασχόληση, μειωμένες κατά 35% (παρ. 6), καταργήθηκαν δε οι παρ. 6 και 7 του ν. 1268/1982 (παρ. 8). Με το ν. 2530/1997 (Α΄ 218) ορίστηκε στο άρθρο 2 ότι τα μέλη Δ.Ε.Π. εντάσσονται σε μία από τις εξής δύο κατηγορίες: α. της πλήρους απασχόλησης, β. της μερικής απασχόλησης (παρ. 1), ότι τα μέλη Δ.Ε.Π. πλήρους απασχόλησης είχαν υποχρέωση α. να διαμένουν και να εγκαθίστανται στο νομό όπου εδρεύει το Τμήμα του Α.Ε.Ι., στο οποίο υπηρετούσαν, β. να παραδίδουν προπτυχιακά και μεταπτυχιακά μαθήματα, κατ’ ελάχιστο όριο έξι (6) ώρες εβδομαδιαίως, γ. να παρευρίσκονται στους πανεπιστημιακούς χώρους δεκατέσσερις (14) ώρες εβδομαδιαίως, κατ’ ελάχιστο όριο, πέραν των έξι (6) ωρών διδασκαλίας, ότι ηδύναντο να ασκούν εξωπανεπιστημιακές δραστηριότητες, όπως να αμείβονται από χρηματοδοτούμενα ερευνητικά προγράμματα ή από Ερευνητικά Ινστιτούτα ή Κέντρα, να αμείβονται από κάθε είδους έργο, να ασκούν εξωπανεπιστημιακή υπερωριακή απασχόληση, να ασκούν ελευθέριο επάγγελμα κλπ, ότι οι ώρες διδασκαλίας και παρουσίας στους πανεπιστημιακούς χώρους των μελών Δ.Ε.Π. πλήρους απασχόλησης δεν μπορούσαν να πραγματοποιούνται σε λιγότερο από τρεις (3) ημέρες εβδομαδιαίως, η δε εξωπανεπιστημιακή τους δραστηριότητα δεν μπορούσε να υπερβαίνει τις οκτώ (8) ώρες εβδομαδιαίως, κατανεμόμενες σε δύο (2) μέρες κατ’ ανώτατο όριο (παρ. 2) και ότι μέλη Δ.Ε.Π. μερικής απασχόλησης ήταν όσοι δεν υπάγονταν στην κατηγορία της πλήρους απασχόλησης, δεν ενέπιπταν στις προϋποθέσεις του ασυμβίβαστου, είχαν δε υποχρέωση να παρευρίσκονται στους πανεπιστημιακούς χώρους τουλάχιστον επτά (7) ώρες εβδομαδιαίως πέραν των τριών (3) ωρών διδασκαλίας, στις οποίες υποχρεούνταν εβδομαδιαίως (παρ. 3). Τέλος, στον ν. 4009/2011 (Α΄ 195), που ισχύει εν προκειμένω, ορίζεται, μεταξύ άλλων, ότι το διδακτικό και ερευνητικό έργο στα Α.Ε.Ι. ασκείται από τους καθηγητές, οι οποίοι διακρίνονται σε καθηγητές πρώτης βαθμίδας (καθηγητές), αναπληρωτές καθηγητές και επίκουρους καθηγητές (άρθρο 16 παρ. 1), ότι ελάχιστες προϋποθέσεις για την εκλογή σε θέση καθηγητή όλων των βαθμίδων είναι η κατοχή διδακτορικού διπλώματος και η συνάφεια με το γνωστικό αντικείμενο της προς πλήρωση θέσης είτε του αντικειμένου της διδακτορικής διατριβής είτε του ερευνητικού ή επιστημονικού εν γένει έργου του υποψηφίου (άρθρο 17 παρ. 1). Ειδικότερα, δε στο άρθρο 23 του ιδίου νόμου ορίζεται ότι: «1. Οι καθηγητές εκλέγονται ως πλήρους απασχόλησης. Μετά τη συμπλήρωση τριετούς πραγματικής άσκησης καθηκόντων στη βαθμίδα του πρώτου διορισμού τους, μπορούν να ενταχθούν στην κατηγορία της μερικής απασχόλησης, οπότε και λαμβάνουν το 35% των τακτικών αποδοχών τους. 2. Οι καθηγητές πλήρους απασχόλησης υποχρεούνται να διαμένουν και να εγκαθίστανται στο νομό, όπου εδρεύει η σχολή του Α.Ε.Ι., στο οποίο υπηρετούν και μπορούν: α) Να αμείβονται από χρηματοδοτούμενα έργα που διαχειρίζεται το Ν.Π.Ι.Δ. οποιουδήποτε Α.Ε.Ι., το οποίο προβλέπεται στο άρθρο 58, ή οποιοδήποτε ερευνητικό ινστιτούτο ή κέντρο που εποπτεύεται από οποιοδήποτε Υπουργείο. β) Να αμείβονται από δικαιώματα διανοητικής ιδιοκτησίας. γ) Να ασκούν με ή χωρίς αμοιβή, καθώς και με αποζημίωση κατ’ αποκοπήν, κάθε είδους έργο ή δραστηριότητα, πλην εκείνων που προσδίδουν την εμπορική ιδιότητα, καθώς και να ασκούν τα καθήκοντα του διευθύνοντος συμβούλου του Ν.Π.Ι.Δ. του ιδρύματός τους, που προβλέπεται στο άρθρο 58. Σε κάθε περίπτωση μπορούν να μετέχουν με οποιαδήποτε ιδιότητα σε εταιρείες τεχνολογικής βάσης - έντασης γνώσης που προβλέπονται από το άρθρο 23 του ν. 2741/1999 (Α΄ 199). δ) Να αμείβονται από εκτέλεση κλινικού έργου και εφημεριών σε πανεπιστημιακές κλινικές. ε) Να συμμετέχουν με αμοιβή στις διαδικασίες επιλογής προσωπικού του Ανώτατου Συμβουλίου Επιλογής Προσωπικού (Α.Σ.Ε.Π.), καθώς και της Κεντρικής Επιτροπής Εξετάσεων για την εισαγωγή στην τριτοβάθμια εκπαίδευση. στ) Να συμμετέχουν ως έμμισθα μέλη σε δύο κατ’ ανώτατο όριο επιτροπές και επιστημονικά ή διοικητικά συμβούλια του δημόσιου και ιδιωτικού τομέα, στις οποίες προβλέπεται υποχρεωτικώς η συμμετοχή καθηγητών, καθώς και σε Διοικούσες Επιτροπές Α.Ε.Ι. και ως μέλη της Ακαδημίας Αθηνών, ως μέλη ή επιστημονικοί συνεργάτες του Επιστημονικού Συμβουλίου, της Επιστημονικής Υπηρεσίας και Επιτροπών της Βουλής, καθώς και ως μέλη των ανεξάρτητων διοικητικών αρχών με εξαίρεση τη θέση του προέδρου τους, ή να κατέχουν τις προβλεπόμενες από τις κείμενες διατάξεις θέσεις Ειδικού Συμβούλου ή Ειδικού Συνεργάτη του Υπουργού, των Υφυπουργών ή των Γενικών Γραμματέων των Υπουργείων Παιδείας, Δια Βίου Μάθησης και Θρησκευμάτων και Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων ή του Ειδικού Συμβούλου του Υπουργού Εξωτερικών (όπως η περ. στ’ ισχύει μετά την τροποποίησή της με το άρθρο 5 παρ. 3 του ν. 4076/2012, Α΄ 159). ζ) Να διδάσκουν σε οποιοδήποτε άλλο Α.Ε.Ι., σε δημόσιες σχολές, σε δημόσια Ινστιτούτα Επαγγελματικής Κατάρτισης (Ι.Ε.Κ.) και Κέντρα Επαγγελματικής Κατάρτισης (Κ.Ε.Κ.) ή να παρέχουν διοικητικό έργο στο Ι.Ε.Π. η) Να αμείβονται για τη συμμετοχή τους στα όργανα διοίκησης του ιδρύματος ή της ΑΔΙΠ ή κάθε άλλου φορέα που εποπτεύεται από το Υπουργείο Παιδείας, Δια Βίου Μάθησης και Θρησκευμάτων. θ) Να ασκούν ελευθέριο επάγγελμα ύστερα από ενημέρωση του Κοσμήτορα της σχολής στην οποία ανήκουν. 3. Οι αμοιβές των καθηγητών πλήρους απασχόλησης υπό τα στοιχεία α΄, β΄, δ΄ και θ΄ της προηγούμενης παραγράφου εισπράττονται υποχρεωτικώς μέσω του Ν.Π.Ι.Δ. του ιδρύματός τους, το οποίο προβλέπεται στο άρθρο 58. 4. Καθηγητές μερικής απασχόλησης είναι υποχρεωτικά όσοι κατέχουν θέση πλήρους απασχόλησης στο δημόσιο ή ιδιωτικό τομέα. 5…. 6. Για την κατοχή δεύτερης έμμισθης θέσης στο δημόσιο ή ιδιωτικό τομέα από καθηγητές μερικής απασχόλησης, απαιτείται σχετική άδεια της κοσμητείας, η οποία εγκρίνεται με απόφαση του πρύτανη». Στο άρθρο 24 του ιδίου νόμου ορίζεται ότι: «1. Στους καθηγητές απαγορεύεται: α) να απασχολούνται ως σύμβουλοι ή με διοικητικά ή διδακτικά ή ερευνητικά καθήκοντα ή να συμμετέχουν με οποιαδήποτε σχέση και χρονική διάρκεια, σε φορέα παροχής εκπαιδευτικών ή ερευνητικών υπηρεσιών που δεν υπάγεται στο δημόσιο τομέα. Κατ’ εξαίρεση επιτρέπεται στους Καθηγητές των Α.Ε.Ι. να απασχολούνται, υπό τις ανωτέρω ιδιότητες, σε μη κερδοσκοπικά ερευνητικά κέντρα τα οποία αποτελούν νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου (το τελευταίο εδάφιο της περ. α΄ προστέθηκε με το άρθρο 34 παρ. 9 του ν. 4115/2013, Α’ 24), β) να ιδρύουν ή να συμμετέχουν, με οποιαδήποτε σχέση ή ιδιότητα, σε επιχειρήσεις ή εταιρείες ή κοινοπραξίες ή κερδοσκοπικά νομικά πρόσωπα, στα οποία ανατίθεται η εκπόνηση μελετών ή προγραμμάτων ή η εκτέλεση συγκεκριμένου έργου ή η προμήθεια υλικού ή η παροχή υπηρεσιών από το οικείο ή άλλο Α.Ε.Ι. και γ) να κατέχουν άλλη, πλην του διδακτικού προσωπικού Α.Ε.Ι. ή της θέσης δικαστικού λειτουργού ή εκκλησιαστικού υπαλλήλου, μόνιμη οργανική θέση στο δημόσιο τομέα, όπως ορίζεται στην παρ. 1 του άρθρου 1Β του ν. 2362/1995 (Α΄ 247), με την επιφύλαξη όσων προβλέπονται στην παράγραφο 6 του άρθρου 23. 2. Η ιδιότητα του πρύτανη, αναπληρωτή πρύτανη και κοσμήτορα είναι ασυμβίβαστη με κάθε επαγγελματική απασχόληση εκτός του ιδρύματος, καθώς και με την κατοχή έμμισθης θέσης στο δημόσιο ή ιδιωτικό τομέα». Στο άρθρο 25 του ως άνω νόμου ορίζεται ότι: «1. Οι αποδοχές των καθηγητών είναι ανάλογες του λειτουργήματος που επιτελούν, της βαθμίδας που κατέχουν και του είδους απασχόλησης τους στο ίδρυμα και καθορίζονται σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 3205/2003 (Α΄ 297), όπως εκάστοτε ισχύει». Περαιτέρω δε, στο άρθρο 56 ορίζεται ότι: «Τα Α.Ε.Ι. επιχορηγούνται από το κράτος για την εκπλήρωση της αποστολής τους … 2. α) Πόροι των Α.Ε.Ι. είναι : αα) η κρατική επιχορήγηση, ββ) οι πρόσοδοι που προέρχονται από την αξιοποίηση της περιουσίας τους, γγ) χρηματοδοτήσεις από οποιαδήποτε πηγή που σχετίζονται με την επιστημονική έρευνα, την ανάπτυξη και την επιστημονική μελέτη, δδ) δωρεές, κληρονομιές και κληροδοσίες και εε) πόροι από κάθε άλλη πηγή...».
14. Επειδή, εξάλλου, η μισθολογική εξέλιξη των μελών Διδακτικού και Ερευνητικού Προσωπικού (Δ.Ε.Π.) των Ανώτατων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων (Α.Ε.Ι.) είχε ως ακολούθως: Στο άρθρο 17 περ. 7 του ως άνω ν. 1268/1982 οριζόταν, ως προς τις αποδοχές των μελών Δ.Ε.Π. των Α.Ε.Ι. ότι: «O βασικός μισθός του Καθηγητή είναι ο κάθε φορά οριζόμενος με μισθολογικές διατάξεις. Ο βασικός μισθός του Αναπληρωτή Καθηγητή είναι το 85%, του Επίκουρου Καθηγητή το 70% και του Λέκτορα το 60% του βασικού μισθού του Καθηγητή αντίστοιχα». Με το ν. 1517/1985 (Α’ 25) αναδιαρθρώθηκε το μισθολόγιο του διδακτικού προσωπικού των Α.Ε.Ι. και προβλέφθηκε η καταβολή, πλην του βασικού μισθού, προσαύξησης λόγω χρόνου προϋπηρεσίας, μηνιαίας αποζημίωσης για την αντιμετώπιση των δαπανών, στις οποίες υποβάλλονται λόγω των ειδικών συνθηκών άσκησης του επαγγέλματός τους, μηνιαίου επιδόματος ερευνητικών προγραμμάτων, μηνιαίου επιδόματος οικογενειακών βαρών, επιδομάτων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα και άδειας, επιδομάτων ανθυγιεινής και επικίνδυνης εργασίας, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 14 του ν. 1505/1984, και Αυτόματης Τιμαριθμικής Αναπροσαρμογής (ΑΤΑ), σύμφωνα με το ποσοστό μεταβολής του δείκτη τιμών καταναλωτή, ενώ, με το άρθρο 7 παρ. 2 εδ. α’ και γ’ του ν. 1966/1991 (Α΄ 147) προβλέφθηκε ότι στα μέλη Δ.Ε.Π. των Α.Ε.Ι. της παραγράφου 1 του άρθρου 13 του ν. 1268/1982 χορηγείται μηνιαίο επίδομα μεταπτυχιακών σπουδών σε ποσοστό 20% επί του βασικού μισθού του Αναπληρωτή Καθηγητή. Με τις διατάξεις του άρθρου 8 (παρ. 2) του ν. 2083/1992 (Α’ 159) ορίστηκε ότι τα μέλη Δ.Ε.Π. όλων των Α.Ε.Ι. πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης λαμβάνουν αποδοχές αυξημένες κατά 35% έναντι των αντίστοιχων πάσης φύσεως αποδοχών των μελών ΔΕΠ με πλήρη απασχόληση. Με το άρθρο δεύτερο παρ. 1 του ν. 2216/1994 (Α’ 83) ορίστηκε ότι η αύξηση αυτή καταβάλλεται αναδρομικά από 1-1-1994 στα μέλη Δ.Ε.Π. των Α.Ε.Ι. τα οποία δεν κατέχουν άλλη θέση, ούτε απασχολούνται στον ευρύτερο δημόσιο ή ιδιωτικό τομέα, μόνιμα ή πρόσκαιρα με οποιαδήποτε έννομη σχέση και γενικώς, εκτός των αποδοχών της θέσης τους, δεν αποκερδαίνουν άλλα εισοδήματα κατά οποιονδήποτε τρόπο είτε με παροχή εργασίας ή υπηρεσιών είτε από ελευθέριο επάγγελμα ή άλλο επιτήδευμα, ενώ με το άρθρο 5 παρ. 5 του ν. 2303/1995 (Α’ 80) ορίστηκε ότι η ως άνω αύξηση χορηγείται ως ξεχωριστή παροχή και σε καμία περίπτωση δεν προσαυξάνει το βασικό μισθό, την Α.Τ.Α. και τα λοιπά δραχμικά επιδόματα, επί των οποίων και μόνο υπολογίζεται. Όπως κρίθηκε δε, η ανωτέρω αύξηση παρασχέθηκε ως κίνητρο για την απερίσπαστη απασχόληση των μελών Δ.Ε.Π. στο διδακτικό και ερευνητικό τους έργο στο χώρο των Α.Ε.Ι. (πρβλ. ΣτΕ 2669/2009 σκ. 4, 2254/2000 7μ. σκ. 4), αποβλέπει δε στην εξυπηρέτηση του δημόσιου συμφέροντος, παρέχοντας στα μέλη Δ.Ε.Π. των Α.Ε.Ι., που ήδη υπηρετούν, και στους νέους επιστήμονες, που διορίζονται σε θέσεις Δ.Ε.Π. οποιασδήποτε βαθμίδας, σημαντικό οικονομικό κίνητρο για να επιλέξουν την πλήρη και αποκλειστική απασχόλησή τους με τα διδακτικά, επιστημονικά - ερευνητικά και διοικητικά τους καθήκοντα στο πανεπιστήμιο, διασφαλίζοντας έτσι την ομαλή λειτουργία των Α.Ε.Ι. και τη βελτίωση της παρεχόμενης σε αυτά εκπαίδευσης (ΣτΕ 2880/2001 σκ. 5). Με το ν. 2530/1997 (Α΄ 218) θεσπίσθηκε ειδικό μισθολόγιο για τα μέλη Δ.Ε.Π. των Α.Ε.Ι. ευνοϊκότερο σε σχέση με το προϊσχύον. Με το νόμο αυτό, σύμφωνα με τη σχετική αιτιολογική έκθεση, υλοποιήθηκε η πρόθεση της Πολιτείας για την αποκατάσταση του επιπέδου των μισθών και αμοιβών του διδακτικού προσωπικού της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης σε επίπεδο που να ανταποκρίνεται στον βάσει του άρθρου 16 παρ. 6 του Συντάγματος ρόλο τους ως δημοσίων λειτουργών, που οι αποδοχές τους πρέπει να είναι ανάλογες προς το λειτούργημά τους. Ειδικότερα, στο άρθρο 13 του ως άνω νόμου ορίσθηκε ότι ο βασικός μηνιαίος μισθός όλων των βαθμίδων των μελών Δ.Ε.Π. των Α.Ε.Ι. με πλήρη απασχόληση καθορίζεται με βάση το βασικό μισθό του Λέκτορα, με τους συντελεστές που ορίζονται στο άρθρο αυτό (παρ. 1) και ότι πέρα από το βασικό μισθό της προηγούμενης παραγράφου παρέχονται και τα αναφερόμενα στο ως άνω άρθρο επιδόματα, παροχές και αποζημιώσεις κατά μήνα (επίδομα χρόνου υπηρεσίας, επίδομα μεταπτυχιακών σπουδών, επίδομα διδακτικής προετοιμασίας και εξωδιδακτικής πανεπιστημιακής απασχόλησης εντός των Πανεπιστημίων, ειδικό ερευνητικό επίδομα για την εκτέλεση μεταδιδακτορικής έρευνας και την ταχύτερη και αποτελεσματικότερη προώθηση των ερευνητικών προγραμμάτων, έξοδα παράστασης στους Πρυτάνεις, Αντιπρυτάνεις, Κοσμήτορες και Προέδρους Τμημάτων, επίδομα εορτών και άδειας, προσαύξηση των ειδικών επιδομάτων με τη συμπλήρωση 25 ετών υπηρεσίας). Με το άρθρο 55 παρ. 3 του ν. 3205/2003 (Α’ 297) καταργήθηκε, μεταξύ άλλων, το ανωτέρω άρθρο 13 του ν. 2530/1997, οι ρυθμίσεις του οποίου, όμως, επανελήφθησαν με το άρθρο 36 του νεότερου αυτού νόμου. Ειδικότερα, στο άρθρο αυτό προβλέφθηκε ότι «1. Ο βασικός μηνιαίος μισθός όλων των βαθμίδων των μελών Διδακτικού Ερευνητικού Προσωπικού (Δ.Ε.Π.) των Πανεπιστημίων με πλήρη απασχόληση … καθορίζεται με βάση το βασικό μισθό του Λέκτορα, ο οποίος πολλαπλασιάζεται με τους παρακάτω συντελεστές και στρογγυλοποιείται στην πλησιέστερη μονάδα ευρώ: α. Καθηγητής 1,50 β. Αναπληρωτής Καθηγητής 1,30 γ. Επίκουρος Καθηγητής 1,10 δ. Λέκτορας 1,00 Για τη διαμόρφωση των νέων βασικών μισθών της παραγράφου αυτής ο μηνιαίος βασικός μισθός του Λέκτορα ορίζεται σε χίλια είκοσι πέντε ευρώ (1.025 €). 2. Πέρα από το βασικό μισθό της προηγούμενης παραγράφου παρέχονται και τα εξής επιδόματα, παροχές και αποζημιώσεις κατά μήνα: α. Χρόνου υπηρεσίας… β. Διδακτικής προετοιμασίας και εξωδιδακτικής πανεπιστημιακής απασχόλησης εντός των Πανεπιστημίων, οριζόμενο, ως εξής: i. Καθηγητής 587 € ii. Αναπληρωτής Καθηγητής 528 € iii. Επίκουρος Καθηγητής 470 € iv. Λέκτορας 411 € Το ανωτέρω επίδομα καταβάλλεται στους δικαιούχους και κατά τη διάρκεια της εκπαιδευτικής τους άδειας. γ. Πάγια αποζημίωση, για δημιουργία και ενημέρωση βιβλιοθήκης και για συμμετοχή σε συνέδρια, οριζόμενη ως εξής: i. Καθηγητής 411 € ii. Αναπληρωτής Καθηγητής 264 € iii. Επίκουρος Καθηγητής 176 € iv. Λέκτορας 176 € δ. Ειδικό ερευνητικό, για την εκτέλεση μεταδιδακτορικής έρευνας και την ταχύτερη και αποτελεσματικότερη προώθηση των ερευνητικών προγραμμάτων, οριζόμενο, ως εξής: i. Καθηγητής 426 € ii. Αναπληρωτής Καθηγητής 386 € iii. Επίκουρος Καθηγητής 351 € iv. Λέκτορας 316 € ε. Οικογενειακή παροχή, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 11 του παρόντος νόμου. στ. Έξοδα παράστασης στους Πρυτάνεις, Αντιπρυτάνεις, Κοσμήτορες και Προέδρους Τμημάτων, οριζόμενα, ως εξής: i. Πρύτανης 440 € ii. Αντιπρύτανης 382 € iii. Κοσμήτορας ή Πρόεδρος Τμήματος 323 € 3. Εορτών και αδείας, χορηγούμενα σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 31 του παρόντος νόμου. 4. Τα ποσά των περιπτώσεων i των εδαφίων β’, γ’ και δ’ της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου προσαυξάνονται κατά εκατόν δεκαεπτά ευρώ (117 €) με τη συμπλήρωση είκοσι πέντε (25) ετών υπηρεσίας. 5. Πέραν των παροχών και αποζημιώσεων του άρθρου αυτού δεν δικαιολογείται, από την έναρξη της ισχύος του παρόντος και εφεξής, η χορήγηση άλλων μισθολογικών παροχών, με οποιαδήποτε ονομασία και από οποιαδήποτε πηγή, για τα μέλη Δ.Ε.Π. των Πανεπιστημίων…». Εξάλλου, ο βασικός μισθός του Λέκτορα αναπροσαρμόσθηκε στη συνέχεια, σε 1062 ευρώ, με το άρθρο 2 παρ. 1 περ. στ΄ του ν. 3336/2005 (Α΄ 96), σε 1094 ευρώ με το άρθρο 11 περ. στ΄ του ν. 3453/2006 (Α΄ 74), σε 1132 ευρώ με το άρθρο 1 παρ. 1 περ. στ΄ του ν. 3554/2007 (Α΄ 80), σε 1160 και 1183 με το άρθρο 5 περ. στ΄ του ν. 3670/2008 (Α΄ 117).
15. Επειδή, από τις προαναφερόμενες διατάξεις συνάγεται ότι ο νομοθέτης επεφύλαξε διαχρονικώς στα μέλη ΔΕΠ των ΑΕΙ ιδιαίτερη μισθολογική μεταχείριση, με αποδοχές προβλεπόμενες ειδικώς στο νόμο, κατ’ εκτίμηση των ειδικών συνθηκών άσκησης του λειτουργήματός τους, και ύψους αναλόγου προς την σπουδαιότητα του εν λόγω λειτουργήματος. H ευνοϊκή αυτή μεταχείριση δεν ταυτίζεται με εκείνη των αμέσων πολιτειακών οργάνων του Κράτους, η οποία θεμελιώνεται στο άρθρο 26 του Συντάγματος και, ειδικότερα, όσον αφορά τους δικαστικούς λειτουργούς, κατοχυρώνεται και ρητώς στο άρθρο 88 παρ. 2 αυτού, το οποίο επιτάσσει ευθέως την χορήγηση σ’ αυτούς, με ειδικό νόμο, αποδοχών αναλόγων προς το λειτούργημά τους. Προκειμένου, όμως, για τους πανεπιστημιακούς λειτουργούς η ιδιαίτερη μισθολογική τους μεταχείριση απορρέει εμμέσως εκ της, υπό του Συντάγματος (άρθρο 16), αναγνωρίσεώς τους ως δημοσίων λειτουργών με ιδιαιτέρας σημασίας αποστολή, οι οποίοι είναι αναγκαίο να έχουν και ιδιαιτέρως αυξημένα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα. Προς τις ως άνω θέσεις του Συνταγματικού Νομοθέτη στοιχούν και οι προβλέψεις του κοινού νομοθέτη, εκφραζόμενες και στις νυν ισχύουσες διατάξεις του άρθρου 25 (παρ. 1) του ν. 4009/2011 (Α΄ 195), στις οποίες ορίζεται ότι: «Οι αποδοχές των καθηγητών είναι ανάλογες του λειτουργήματος που επιτελούν, της βαθμίδας που κατέχουν και του είδους απασχόλησής τους στο ίδρυμα και καθορίζονται σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 3205/2003 (Α΄ 297), όπως εκάστοτε ισχύει».
16. Επειδή, τα μέλη του Δ.Ε.Π. των ΑΕΙ, μέχρι την αναδρομική από 1-8-2012 μείωση των αποδοχών τους που επήλθε με τις διατάξεις της περίπτωσης 17, της υποπαραγρ. Γ1, της παραγράφου Γ, του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, υπέστησαν, διαδοχικώς, τις ακόλουθες μειώσεις στις αποδοχές τους. Με το άρθρο 1 παρ. 2 και 3 του ν. 3833/2010 (ΦΕΚ Α΄ 40/15.3.2010) ορίσθηκαν τα εξής: «2. Τα πάσης φύσεως επιδόματα, αποζημιώσεις και αμοιβές γενικά, καθώς και τα με οποιαδήποτε άλλη ονομασία οριζόμενα και από οποιαδήποτε γενική ή ειδική διάταξη προβλεπόμενα των λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου, των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.) και των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοικήσεως (Ο.Τ.Α.), των μόνιμων στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων και αντιστοίχων της Ελληνικής Αστυνομίας, καθώς και του Πυροσβεστικού και Λιμενικού Σώματος μειώνονται κατά ποσοστό δώδεκα τοις εκατό (12%) [προκειμένου περί των μελών Δ.Ε.Π. των Α.Ε.Ι. πλήρους απασχόλησης το επίδομα διδακτικής προετοιμασίας και εξωδιδακτικής πανεπιστημιακής απασχόλησης εντός των Πανεπιστημίων, η πάγια αποζημίωση για δημιουργία και ενημέρωση βιβλιοθήκης και για συμμετοχή σε συνέδρια, το ειδικό ερευνητικό επίδομα για την εκτέλεση μεταδιδακτορικής έρευνας και την ταχύτερη και αποτελεσματικότερη προώθηση των ερευνητικών προγραμμάτων και τα έξοδα παράστασης στους Πρυτάνεις, Αντιπρυτάνεις, Κοσμήτορες και Προέδρους Τμημάτων]… τα επιδόματα των Χριστουγέννων, Πάσχα και αδείας μειώνονται κατά ποσοστό τριάντα τοις εκατό (30%) αντίστοιχα. … 3. (όπως η παράγραφος αυτή τροποποιήθηκε με τις παρ. 3 και 4 του άρθρου 90 του ν. 3842/2010, Α΄ 58) Από τη μείωση της προηγούμενης παραγράφου εξαιρούνται τα επιδόματα που προβλέπονται στις παρακάτω διατάξεις, όπως ισχύουν κάθε φορά: α) οικογενειακής παροχής [άρθρο … 36 … παρ. 2ε, …, β) χρόνου υπηρεσίας (άρθρα 36 … παρ. 2α, …) γ) …». Ακολούθως, με το άρθρο τρίτο του ν. 3845/2010 (ΦΕΚ Α΄ 65/6.5.2010) ορίσθηκαν τα εξής : «1. Τα πάσης φύσεως επιδόματα, αποζημιώσεις και αμοιβές γενικά, καθώς και τα με οποιαδήποτε άλλη ονομασία οριζόμενα και από οποιαδήποτε γενική ή ειδική διάταξη προβλεπόμενα των λειτουργών και υπαλλήλων των φορέων της παραγράφου 2 του άρθρου 1 του ν. 3833/2010 ... μειώνονται κατά ποσοστό οκτώ τοις εκατό (8%). 2. Από τη μείωση της προηγούμενης παραγράφου εξαιρούνται τα επιδόματα που προβλέπονται στην παράγραφο 3 του άρθρου 1 του ν. 3833/2010, όπως τροποποιήθηκε και ισχύει. 3… 6. Τα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων, Πάσχα και αδείας που προβλέπονται από οποιαδήποτε γενική ή ειδική διάταξη ή ρήτρα ή όρο συλλογικής σύμβασης εργασίας, διαιτητική απόφαση ή με ατομική σύμβαση εργασίας ή συμφωνία, για λειτουργούς, υπαλλήλους και μισθωτούς που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής των παραγράφων 1 έως και 4, … καθορίζονται ως εξής : α) Το επίδομα εορτών Χριστουγέννων σε πεντακόσια (500) ευρώ. β) Το επίδομα εορτών Πάσχα σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. γ) Το επίδομα αδείας σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Τα επιδόματα του προηγουμένου εδαφίου καταβάλλονται εφόσον οι πάσης φύσεως τακτικές αποδοχές, επιδόματα και αμοιβές, συμπεριλαμβανομένων και των επιδομάτων του προηγουμένου εδαφίου, δεν υπερβαίνουν κατά μήνα, υπολογιζόμενες σε δωδεκάμηνη βάση, τα τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ. Αν με την καταβολή των επιδομάτων του πρώτου εδαφίου της παραγράφου αυτής, οι πάσης φύσεως τακτικές αποδοχές, επιδόματα και αμοιβές υπερβαίνουν το ύψος αυτό, τα επιδόματα του πρώτου εδαφίου της παραγράφου αυτής καταβάλλονται μέχρι του ορίου των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ, με ανάλογη μείωσή τους. 7… 8… 9…». Με το άρθρο 38 παρ. 5 του ν. 3986/2011 «Επείγοντα μέτρα εφαρμογής Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2012-2015» (ΦΕΚ Α΄ 152/1.7.2011) ορίσθηκε ότι: «Αναστέλλονται από 1.7.2011 και μέχρι τη θέσπιση νέου ενιαίου μισθολογίου: α) Οι διατάξεις… της περίπτωσης α’ της παραγράφου 2 του άρθρου 36,… του ν. 3205/2003 [που προβλέπουν το επίδομα χρόνου υπηρεσίας των μελών Δ.Ε.Π. Α.Ε.Ι. πλήρους απασχόλησης]… β)…», οι διατάξεις δε του ανωτέρω άρθρου διατηρήθηκαν σε ισχύ με την παρ. 2 του άρθρου 27 του ν. 4024/2011 (ΦΕΚ Α΄ 226), στην οποία προστέθηκαν οι λέξεις «και μέχρι την τροποποίηση των διατάξεων του Β΄ Μέρους του ν. 3205/2003 με τις οποίες επέρχονται μειώσεις στα ειδικά μισθολόγια» με το εδάφιο β΄ της περιπτώσεως 38 της αναφερομένης κατωτέρω υποπαραγράφου Γ.1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012. Με το άρθρο 55 παρ. 23 περ. ε΄ του ν. 4002/2011 «Τροποποίηση της συνταξιοδοτικής νομοθεσίας του Δημοσίου – Ρυθμίσεις για την ανάπτυξη και τη δημοσιονομική εξυγίανση – κ.λπ.» (ΦΕΚ Α΄ 180/22.8.2011) μειώθηκε από 1.7.2011 εκ νέου κατά ποσοστό 20% το προβλεπόμενο από την παρ. 2 περ. δ’ του άρθρου 36 του ν. 3205/2003 ειδικό ερευνητικό επίδομα για την εκτέλεση μεταδιδακτορικής έρευνας και την ταχύτερη και αποτελεσματικότερη προώθηση των ερευνητικών προγραμμάτων, όπως είχε ήδη διαμορφωθεί. Σύμφωνα δε με την αιτιολογική έκθεση της σχετικής τροπολογίας «κρίνεται αναγκαία η μείωση των επιδομάτων που λειτουργούν ως κίνητρο απόδοσης ή ταχύτερης διεκπεραίωσης ή ειδικής απασχόλησης του έργου των δημοσίων λειτουργών και υπαλλήλων στο πλαίσιο της αντιμετώπισης της δημοσιονομικής κρίσης και του περιορισμού του μισθολογικού κόστους, με τελικό στόχο τη μείωση των δημοσίων δαπανών».
17. Επειδή, περαιτέρω, με τον ν. 4046/2012 [Μνημόνιο ΙΙ] (ΦΕΚ Α΄ 28/14.2.2008) εγκρίθηκε το Σχέδιο του Μνημονίου Συνεννόησης (Memorandum of Understanding) μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας, της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και της Τράπεζας της Ελλάδος (άρθρο 1 παρ. 2) ως προϋπόθεση για την υπογραφή και τη θέση σε ισχύ των Συμβάσεων Χρηματοδοτικής Διευκόλυνσης μεταξύ του Ευρωπαϊκού Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (Ε.Τ.Χ.Σ.), της Ελληνικής Δημοκρατίας και της Τράπεζας της Ελλάδος, τα σχέδια των οποίων επίσης εγκρίθηκαν με τον ίδιο νόμο και προσαρτήθηκαν σ’ αυτόν ως Παράρτημα V (άρθρο 1 παρ. 1). Το εν λόγω Μνημόνιο αποτελείται από τα ακόλουθα μέρη: α) Μνημόνιο Οικονομικής και Χρηματοπιστωτικής Πολιτικής (Memorandum of Economic and Financial Policies), β) Μνημόνιο Συνεννόησης στις Συγκεκριμένες Προϋποθέσεις Οικονομικής Πολιτικής (Memorandum of Understanding on Specific Εconomic Policy Conditionality) και γ) Τεχνικό Μνημόνιο Συνεννόησης (Technical Memorandum of Understanding). Στο πρώτο από τα ανωτέρω τρία επί μέρους Μνημόνια, δηλαδή στο Μνημόνιο Οικονομικής και Χρηματοπιστωτικής Πολιτικής, το οποίο προσαρτάται στον ν. 4046/2012 ως Παράρτημα V_1 , μεταξύ άλλων, αναφέρονται τα εξής στο κεφάλαιο με τίτλο «Δημοσιονομική Πολιτική»: «…7. Οι βασικές μεταρρυθμίσεις, συμπεριλαμβανομένων αυτών που έχουν καθοριστεί στη ΜΔΣ και στον προϋπολογισμό του 2012, περιλαμβάνουν: … Μεταρρύθμιση της αποζημίωσης των υπαλλήλων του δημόσιου τομέα. Μέχρι το τέλος Ιουνίου 2012, θα μεταρρυθμίσουμε τα ειδικά μισθολόγια του δημοσίου (που αφορούν το ένα τρίτο της μισθολογικής δαπάνης του δημόσιου τομέα). Σε συμφωνία με τις αρχές της μεταρρύθμισης που ξεκίνησε το 2011, θα προσαρμόσουμε τις αποδοχές για τα ειδικά μισθολόγια (συμπεριλαμβανομένων των δικαστών, των διπλωματών, των μετακλητών, των ιατρών, των καθηγητών, της αστυνομίας και των ένοπλων δυνάμεων), ενώ θα προστατεύσουμε όσους είναι στις χαμηλότερες μισθολογικές κλίμακες με στόχο την πραγματοποίηση μόνιμων καθαρών εξοικονομήσεων ύψους περίπου 0,2 τοις εκατό του ΑΕΠ σε ετήσια βάση. Θα αναθεωρήσουμε επίσης το νέο σύστημα προαγωγών για να διασφαλίσουμε ότι υπάρχουν οι κατάλληλοι έλεγχοι κατά της αύξησης του μισθολογικού κόστους μέσω των προαγωγών… 8. Δεδομένης της χαμηλής είσπραξης φόρων σε σύγκριση με τις άλλες Ευρωπαϊκές χώρες, η στρατηγική προσαρμογής μας βασίζεται στην εισαγωγή εκτενών μεταρρυθμίσεων στη φορολογική διοίκηση... 9. Έχουμε δεσμευθεί να πετύχουμε τον δημοσιονομικό μας στόχο και είμαστε έτοιμοι να λάβουμε διορθωτικά μέτρα στην περίπτωση υποαπόδοσης. Τα διορθωτικά μέτρα, εάν κριθούν αναγκαία, θα περιλαμβάνουν πρόσθετες στοχευμένες μειώσεις στο μισθολογικό κόστος του δημόσιου τομέα και στις κοινωνικές δαπάνες,…». Στο δεύτερο από τα ανωτέρω δύο Μνημόνια, δηλαδή στο Μνημόνιο Συνεννόησης στις Συγκεκριμένες Προϋποθέσεις Οικονομικής Πολιτικής, το οποίο προσαρτάται στον ν. 4046/2012 ως Παράρτημα V_2, αναφέρονται, μεταξύ άλλων, στο κεφάλαιο 1 με τίτλο «Δημοσιονομική εξυγίανση» τα εξής : «…Πριν την εκταμίευση, η Κυβέρνηση προβαίνει επίσης στις ακόλουθες εκκρεμείς ενέργειες: … Μέχρι τον Ιούνιο του 2012 η Κυβέρνηση θα θεσπίσει νομοθετικά μία μείωση κατά μέσο όρο 10% στα αποκαλούμενα «ειδικά μισθολόγια» του δημοσίου τομέα, στα οποία το νέο μισθολόγιο δεν ισχύει. Τούτο θα εφαρμοσθεί από την 1η Σεπτεμβρίου 2012 και εντεύθεν και θα επιφέρει εξοικονομήσεις της τάξεως των 114 εκατομμυρίων Ευρώ τουλάχιστον (με αντίκτυπο μεταφοράς 226 εκατομμυρίων Ευρώ το 2013) (καθαρό ποσόν αφού ληφθεί υπόψη η επίπτωση επί των φόρων και των εισφορών κοινωνικής ασφάλισης)… Η Κυβέρνηση δηλώνει την ετοιμότητά της να ορίσει και να θεσπίσει πρόσθετα μέτρα, εάν παραστεί ανάγκη, έτσι ώστε να τηρηθούν οι δημοσιονομικοί στόχοι». Στη συνέχεια, με τον ν. 4051/2012 (Α΄ 40/29.2.2012) εισήχθησαν επείγουσες ρυθμίσεις για την εφαρμογή του, κατά τα ανωτέρω, εγκριθέντος Μνημονίου Συνεννόησης και επήλθαν οι αναγκαίες προσαρμογές στον εγκριθέντα με τον ν. 4032/2011 (Α΄ 257) προϋπολογισμό του 2012. Στην αιτιολογική έκθεση επί του άρθρου 2 του νόμου αυτού αναφέρεται ότι: «... η μεγαλύτερη από την αναμενόμενη ύφεση της ελληνικής οικονομίας είχε ως αποτέλεσμα την εμφάνιση αποκλίσεων μεταξύ των αρχικών εκτιμήσεων και των τελικών αποτελεσμάτων του οικονομικού έτους 2011. Συνέπεια της απόκλισης αυτής είναι η ανάγκη επανακαθορισμού των μεγεθών του προϋπολογισμού του 2012 έτσι ώστε να είναι εφικτή η σύγκλιση με τους στόχους που έχουν τεθεί με το αναθεωρημένο Μεσοπρόθεσμο Πλαίσιο Δημοσιονομικής Στρατηγικής που έχει εγκριθεί από τη Βουλή. Οι παρεμβάσεις αυτές που γίνονται για την αντιστάθμιση των εκτιμώμενων αποκλίσεων αποτυπώνονται στον κατωτέρω πίνακα ...». Στον πίνακα αυτό με τίτλο «Νέες Δημοσιονομικές παρεμβάσεις: α. Κρατικός Προϋπολογισμός» προβλέφθηκε, μεταξύ άλλων, εξοικονόμηση της τάξης των 205 εκατομμυρίων ευρώ από τη μείωση των ειδικών μισθολογίων. Ακολούθως, στις 9 Μαρτίου 2012, ολοκληρώθηκε επιτυχώς, η διαδικασία για την αναδιάρθρωση του ελληνικού χρέους (PSI) με την ανταλλαγή ομολόγων του Ελληνικού Δημοσίου, συνολικής ονομαστικής αξίας 198,045 δισεκατομμυρίων ευρώ έναντι νέων ομολόγων, ονομαστικής αξίας 92,072 δισεκατομμυρίων ευρώ, γεγονός που οδήγησε σε άμεση μείωση του δημοσίου χρέους της χώρας κατά 105,973 δισεκατομμύρια ευρώ και σε περιορισμό των μελλοντικών δαπανών για τόκους. Ενόψει της ολοκλήρωσης της διαδικασίας αναδιάρθρωσης του ελληνικού χρέους, και της ανακοίνωσης από την ελληνική κυβέρνηση, το Φεβρουάριο του 2012, μέτρων με στόχο τη μείωση του πρωτογενούς ελλείμματος κατά το 2012, συμπεριλαμβανομένης και της έγκρισης συμπληρωματικού προϋπολογισμού, εκδόθηκε η 2012/211/ΕΕ απόφαση του Συμβουλίου της 13-3-2012 (L 113), με την οποία, αναθεωρήθηκε η 2011/734/ΕΕ προηγούμενη απόφασή του. Στην εν λόγω απόφαση γίνεται μνεία της λήψης μέτρων δημοσιονομικής προσαρμογής από την Ελλάδα για την μείωση του υπερβολικού ελλείμματος, μεταξύ δε των μέτρων αυτών περιλαμβάνεται και «η μείωση κατά 12% κατά μέσο όρο των "ειδικών μισθών" του δημόσιου τομέα για τους οποίους δεν ισχύει το νέο μισθολόγιο», η οποία θα ισχύει από την 1η Ιουλίου 2012, με συνολική ετήσια εξοικονόμηση της τάξεως των 205 εκατομμυρίων ευρώ».
18. Επειδή, ακολούθως, εκδόθηκε ο ν. 4093/2012 «Έγκριση Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016 - Επείγοντα Μέτρα Εφαρμογής του ν. 4046/2012 και του Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016» (ΦΕΚ Α΄ 222/ 12.11.2012). Με τις διατάξεις της παραγράφου Α (με τίτλο ΕΓΚΡΙΣΗ ΜΕΣΟΠΡΟΘΕΣΜΟΥ ΣΧΕΔΙΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΝΟΜΙΚΗΣ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗΣ 2013-2016) του άρθρου πρώτου του νόμου αυτού εγκρίθηκε το μεσοπρόθεσμο πλαίσιο. Σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση του μεσοπροθέσμου πλαισίου (βλ. σχετ. κείμενο του Υπουργείου Οικονομικών Οκτωβρίου 2012) και ιδίως στην ενότητα 1 «Δημοσιονομική στρατηγική και πολιτικές» του Κεφαλαίου 3 του μεσοπροθέσμου, υποενότητα 1.4 «Η νέα δημοσιονομική προσπάθεια στην περίοδο 2013-2016», καθώς και στους συνοδεύοντες αυτό πίνακες, οι οποίοι προσαρτήθηκαν ως παράρτημα στον ν. 4093/2012 αναφέρεται ότι: «οι καθυστερήσεις στην εφαρμογή των πολιτικών, κυρίως στον τομέα των διαρθρωτικών αλλαγών και η περιορισμένη εφαρμογή ή/και χαμηλότερη αποδοτικότητα κάποιων μέτρων, που οδήγησαν σε πολύ χαμηλότερες αποδόσεις του συνολικού πακέτου των μέτρων της προηγούμενης περιόδου σε σχέση με τους αρχικούς υπολογισμούς, σε συνδυασμό και με την βαθύτερη, από ότι προβλεπόταν, ύφεση, δημιούργησαν μεγάλες αποκλίσεις ακόμη και από τους χαμηλότερους (μετά την επιμήκυνση) στόχους του πρωτογενούς ελλείμματος Γενικής Κυβέρνησης της περιόδου 2013-2016. Προκειμένου να επανέλθει το πρόγραμμα στις αρχικές του προβλέψεις, κρίθηκε απαραίτητο να συνεχισθεί και να ενταθεί η δημοσιονομική προσαρμογή…». Προβλέπεται δε, ότι το δημοσιονομικό όφελος από τον εξορθολογισμό των ειδικών μισθολογίων θα υπερβεί τα 257 εκατομμύρια ευρώ, για την περίοδο 2013-2016. Τέλος, στην ενότητα 5 «Δαπάνες Κρατικού Προϋπολογισμού» του ίδιου Κεφαλαίου 3 υπό ενότητα 5.3.1 αναφέρεται ότι: «Οι δαπάνες για μισθούς εμφανίζονται μειωμένες κατά 2.490 εκατ. ευρώ, το 2016 σε σύγκριση με την σχετική εκτίμηση για το 2012 προ της λήψεως των μέτρων. Συγκεκριμένα, εκτιμάται ότι θα ανέλθουν σε 13.112 εκατ. ευρώ ή 6,76% του ΑΕΠ το 2012, σε 11.811 εκατ. ευρώ ή 6,45% του ΑΕΠ το 2013, σε 11.248 εκατ. ευρώ ή 6,16% του ΑΕΠ το 2014, σε 10.942 εκατ. ευρώ ή 5,83% του ΑΕΠ το 2015 και σε 10.630 εκατ. ευρώ ή 5,41% του ΑΕΠ το 2016. Η διαμόρφωση των εξοικονομήσεων στο ύψος των ανωτέρω δαπανών, εκτιμάται ότι θα επιτευχθεί ως αποτέλεσμα των εξής σχεδιαζομένων παρεμβάσεων: εξορθολογισμός των ειδικών μισθολογίων...».
19. Επειδή, εξάλλου, με τις διατάξεις των περιπτώσεων 13-36 της υποπαραγράφου Γ.1 (με τίτλο «ΜΙΣΘΟΛΟΓΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΤΟΜΕΑ»), της παραγράφου Γ (με τίτλο «ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΘΕΜΑΤΩΝ ΓΕΝΙΚΗΣ ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑΣ ΔΗΜΟΣΙΟΝΟΜΙΚΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ»), του άρθρου πρώτου του ανωτέρω νόμου επήλθαν μειώσεις σε όλα τα χαρακτηρισθέντα από τον νομοθέτη ως «ειδικά μισθολόγια», με βάση τα οποία αμείβονται διάφορες κατηγορίες λειτουργών και υπαλλήλων. Ειδικότερα, με την περίπτωση 1 της ανωτέρω υποπαραγράφου (Γ1) ορίσθηκε ότι: «Τα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων, Πάσχα και αδείας, που προβλέπονται από οποιαδήποτε γενική ή ειδική διάταξη, … για λειτουργούς,… καταργούνται από 1.1.2013», ενώ με την περίπτωση 17 τροποποιήθηκε το άρθρο 36 του ν. 3205/2003 και επήλθαν περαιτέρω μειώσεις στις αποδοχές των μελών Δ.Ε.Π. των Α.Ε.Ι. πλήρους απασχόλησης με τη μείωση του βασικού μισθού του Λέκτορα, τη μείωση των συντελεστών βάσει των οποίων καθορίζονται οι βασικοί μισθοί των λοιπών βαθμίδων, και με τη μείωση των προβλεπομένων στην παράγραφο 2 περ. β΄, γ΄, δ΄ και στ΄ του άρθρου 36 του ν. 3205/2003 επιδομάτων, αποζημίωσης και εξόδων παράστασης. Συγκεκριμένα, στην προαναφερθείσα περίπτωση 17 ορίζονται τα εξής: «Ι) Η παρ. 1 του άρθρου 36 του ν. 3205/2003 αντικαθίσταται, από 1.8.2012, ως εξής: «1. Ο βασικός μηνιαίος μισθός όλων των βαθμίδων των μελών Διδακτικού Ερευνητικού Προσωπικού (Δ.Ε.Π.) των Πανεπιστημίων με πλήρη απασχόληση, καθορίζεται με βάση το βασικό μισθό του Λέκτορα, ο οποίος πολλαπλασιάζεται με τους παρακάτω συντελεστές και στρογγυλοποιείται στην πλησιέστερη μονάδα ευρώ: α. Καθηγητής 1,37 β. Αναπληρωτής Καθηγητής 1,25 γ. Επίκουρος Καθηγητής 1,08 δ. Λέκτορας 1,00 Για τη διαμόρφωση των νέων βασικών μισθών της παραγράφου αυτής ο μηνιαίος βασικός μισθός του Λέκτορα ορίζεται σε χίλια εξήντα πέντε ευρώ (1.065 €). II) Οι περιπτώσεις β΄, γ΄, δ΄ και στ΄ της παρ. 2 και η παρ. 4 του άρθρου 36 του ν. 3205/2003 αντικαθίστανται, από 1.8.2012, ως εξής: 2.β. Διδακτικής προετοιμασίας και εξωδιδακτικής πανεπιστημιακής απασχόλησης εντός των Πανεπιστημίων, οριζόμενο, ως εξής: i. Καθηγητής 390 € ii. Αναπληρωτής Καθηγητής 368 € iii. Επίκουρος Καθηγητής 335 € iv. Λέκτορας 300 €. Το ανωτέρω επίδομα καταβάλλεται στους δικαιούχους και κατά τη διάρκεια της εκπαιδευτικής τους άδειας. γ. Πάγια αποζημίωση, για δημιουργία και ενημέρωση βιβλιοθήκης και για συμμετοχή σε συνέδρια, οριζόμενη ως εξής: i. Καθηγητής 273 € ii. Αναπληρωτής Καθηγητής 184 € iii. Επίκουρος Καθηγητής 128 € iv. Λέκτορας 128 € δ. Ειδικό ερευνητικό, για την εκτέλεση μεταδιδακτορικής έρευνας και την ταχύτερη και αποτελεσματικότερη προώθηση των ερευνητικών προγραμμάτων, οριζόμενο, ως εξής: i. Καθηγητής 226 € ii. Αναπληρωτής Καθηγητής 215 € iii. Επίκουρος Καθηγητής 200 € iv. Λέκτορας 184 € στ. Έξοδα παράστασης στους Πρυτάνεις, Αντιπρυτάνεις, Κοσμήτορες και Προέδρους Τμημάτων, οριζόμενα, ως εξής: i. Πρύτανης 250 € ii. Αντιπρύτανης 200 € iii. Κοσμήτορας ή Πρόεδρος Τμήματος 210 €. 4. Τα ποσά των περιπτώσεων i των εδαφίων β΄, γ΄ και δ΄ της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου προσαυξάνονται κατά εβδομήντα ευρώ (70 €) με τη συμπλήρωση είκοσι πέντε (25) ετών υπηρεσίας». Εξάλλου, στην περίπτωση 37 της ανωτέρω υποπαραγράφου Γ.1 ορίσθηκε ότι: «Ο χρόνος και ο τρόπος επιστροφής των αχρεωστήτως καταβληθεισών αποδοχών ή συντάξεων, που προκύπτουν από την εφαρμογή των διατάξεων της παρούσας υποπαραγράφου, καθορίζεται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών». Κατ’ εξουσιοδότηση της τελευταίας αυτής διάταξης εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. οικ.2/83408/022/14.11.2012 απόφαση του Αναπληρωτή Υπουργού Οικονομικών με τίτλο «Επιστροφή των αχρεωστήτως καταβληθεισών αποδοχών και συντάξεων που προκύπτουν από την εφαρμογή των διατάξεων της υποπαραγράφου Γ1 του άρθρου πρώτου του Ν. 4093/2012 (ΦΕΚ 222 Α’/12.11.2012)» (Β΄ 3017/14.11.2012), στην οποία ορίζονται τα εξής: «1. Τα ποσά που προκύπτουν από τη μείωση των αποδοχών και συντάξεων κατ’ εφαρμογή των διατάξεων των περιπτώσεων 13 έως 36 της υποπαραγράφου Γ1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του Ν. 4093/2012 (ΦΕΚ 222/Α/12-11-2012) και αντιστοιχούν στο χρονικό διάστημα από 1.8.2012 μέχρι την εφαρμογή του νόμου αυτού, η οποία δεν μπορεί να υπερβαίνει τη μισθοδοσία ή σύνταξη του μηνός Ιανουαρίου 2013, παρακρατούνται από τη μισθοδοσία ή σύνταξη των μηνών Ιανουαρίου έως Δεκεμβρίου 2013, ως εξής: (α) για ποσά μέχρι εκατό ευρώ (€100) εφάπαξ, (β) για ποσά μέχρι διακόσια πενήντα ευρώ (€250) σε δύο ισόποσες μηνιαίες δόσεις, (γ) για ποσά μέχρι πεντακόσια ευρώ (€500) σε τρεις ισόποσες μηνιαίες δόσεις, (δ) για ποσά μέχρι επτακόσια πενήντα ευρώ (€750) σε τέσσερις ισόποσες μηνιαίες δόσεις, (ε) για ποσά μέχρι χίλια ευρώ (€1.000) σε πέντε ισόποσες μηνιαίες δόσεις, (στ) για ποσά μέχρι χίλια πεντακόσια ευρώ (€1.500) σε έξι ισόποσες μηνιαίες δόσεις, (ζ) για ποσά μέχρι δύο χιλιάδες ευρώ (€2.000) σε επτά ισόποσες μηνιαίες δόσεις, (η) για ποσά μέχρι δύο χιλιάδες πεντακόσια ευρώ (€2.500) σε οκτώ ισόποσες μηνιαίες δόσεις, (θ) για ποσά μέχρι τρεις χιλιάδες ευρώ (€3.000) σε εννιά ισόποσες μηνιαίες δόσεις, (ι) για ποσά μέχρι τέσσερις χιλιάδες ευρώ (€4.000) σε δέκα ισόποσες μηνιαίες δόσεις, (ια) για ποσά μέχρι πέντε χιλιάδες ευρώ (€5.000) σε έντεκα ισόποσες μηνιαίες δόσεις, (ιβ) για ποσά άνω των πέντε χιλιάδων ευρώ (€5.000) σε δώδεκα ισόποσες μηνιαίες δόσεις. Σε όλες τις ανωτέρω περιπτώσεις καταληκτική ημερομηνία για την παρακράτηση των οφειλόμενων ποσών είναι η 31-12-2013. 2. Επισημαίνεται ότι τα ανωτέρω ποσά αναφέρονται σε αυτά που προκύπτουν από τις μεικτές αποδοχές ή τη μεικτή σύνταξη του υπαλλήλου, λειτουργού, στρατιωτικού ή συνταξιούχου, αφαιρουμένων των προβλεπομένων κρατήσεων. Τα οφειλόμενα ποσά που προκύπτουν από την ανωτέρω μείωση θα παρακρατούνται αναλογικά από τους οικείους κωδικούς που εκταμιεύθηκαν. 3. Στην περίπτωση που λειτουργός, υπάλληλος ή στρατιωτικός αποχώρησε από την υπηρεσία λόγω συνταξιοδότησης και έχει εισπράξει αποδοχές, στις οποίες δεν έχει εφαρμοσθεί η προβλεπόμενη από τις διατάξεις του κοινοποιούμενου νόμου μείωση, τα σχετικά αχρεωστήτως καταβληθέντα ποσά θα παρακρατηθούν συμψηφιστικά από τη σύνταξη του ή σε περίπτωση μεταβίβασης αυτής, από τη σύνταξη των μελών της οικογένειας του. Η παρακράτηση γίνεται με πράξη του αρμόδιου Διευθυντή Συντάξεων, ύστερα από σχετική βεβαίωση του εκκαθαριστή αποδοχών, για το ποσό που καταβλήθηκε. 4. Στην περίπτωση που λειτουργός, υπάλληλος ή στρατιωτικός αποχώρησε από την υπηρεσία για οποιοδήποτε λόγο, πλην της περίπτωσης της συνταξιοδότησης, και έχει εισπράξει αποδοχές, στις οποίες δεν έχει εφαρμοσθεί η προβλεπόμενη από τις διατάξεις του κοινοποιούμενου νόμου μείωση, τα σχετικά αχρεωστήτως καταβληθέντα ποσά θα πρέπει να επιστραφούν εφάπαξ. Σε περίπτωση που οι ανωτέρω αρνηθούν την επιστροφή των αχρεωστήτως καταβληθέντων, γίνεται σε αυτούς καταλογισμός σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 33 του Ν. 2362/1995 (ΦΕΚ 247 Α)».
20. Επειδή, στην αιτιολογική έκθεση του ως άνω ν. 4093/2012 αναφέρονται, ως προς την υποπαράγραφο Γ.1, τα εξής: «Γ. Ρυθμίσεις θεμάτων Γενικής Γραμματείας Δημοσιονομικής Πολιτικής. Υποπαράγραφος Γ1. Μισθολογικές διατάξεις του Δημοσίου Τομέα. Με τις παρούσες διατάξεις ρυθμίζονται θέματα μισθολογικού περιεχομένου, τα οποία προβλέπονται στο πλαίσιο εφαρμογής του Μεσοπρόθεσμου Προγράμματος Δημοσιονομικής Προσαρμογής. Ειδικότερα: … Με τις διατάξεις των περιπτώσεων 13 έως 36 προβλέπονται, από 1.8.2012 οι μειώσεις επί των αποδοχών όλων των αμειβομένων με ειδικά μισθολόγια. Με τις διατάξεις της περίπτωσης 37 προβλέπεται ότι με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών θα καθορισθεί ο χρόνος και ο τρόπος επιστροφής των αχρεωστήτως καταβληθεισών αποδοχών λόγω της εφαρμογής των διατάξεων που προβλέπουν την περικοπή των αποδοχών των αμειβομένων με ειδικά μισθολόγια. Με τις διατάξεις της περίπτωσης 38 καθορίζονται θέματα που αναφέρονται στη χορήγηση χρονοεπιδόματος σε όλους τους λειτουργούς και υπαλλήλους του Δημοσίου που αμείβονται με ειδικά μισθολόγια». Επ’ ευκαιρία δε της διατάξεως της υποπερίπτωσης β΄, της περίπτωσης 38, της υποπαραγράφου Γ.1, της παραγράφου Γ, του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 ορίσθηκε, με την υπ’ αριθ. 2/85127/0022/22.11.2012 πράξη του Αναπληρωτή Υπουργού Οικονομικών, με την οποία κοινοποιήθηκαν οι διατάξεις της ανωτέρω υποπαραγράφου Γ.1 στα αρμόδια για την εφαρμογή τους όργανα, ότι επαναφέρονται μεν σε ισχύ, από 1.8.2012, οι ανασταλείσες με την παρ. 5 του άρθρου 38 του ν. 3986/2011 διατάξεις για τη χορήγηση επί πλέον ποσοστού στο επίδομα χρόνου υπηρεσίας και για τη χορήγηση ή αύξηση του επιδόματος αυτού στους αμειβομένους με βάση ειδικά μισθολόγια, και ότι, κατόπιν τούτου, είναι δυνατή πλέον η αναδρομική χορήγηση επιπλέον ποσοστού στο επίδομα χρόνου υπηρεσίας με τη συμπλήρωση του απαιτουμένου χρόνου υπηρεσίας από 1.7.2011 και εντεύθεν, αλλά ότι τα οικονομικά αποτελέσματα από την κατά τα ανωτέρω χορήγηση επιδόματος χρόνου υπηρεσίας θα γίνει επί των νέων (μειωμένων) αποδοχών που ισχύουν από 1.8.2012 και εντεύθεν και δεν δύνανται να ανατρέχουν σε ημερομηνία προγενέστερη αυτής.
21. Επειδή, στην έκθεση του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, που συνόδευε το σχέδιο του ανωτέρω νόμου 4093/2012 κατά την υποβολή του προς ψήφιση στη Βουλή, αναφέρονται, μεταξύ άλλων, τα εξής: «Παράγραφος Γ. Τροποποιούνται οι μισθολογικές διατάξεις που διέπουν τους φορείς του δημόσιου τομέα ως ακολούθως: - Καταργούνται, από 1.1.2013, τα επιδόματα εορτών και άδειας υπέρ των υπαλλήλων και λειτουργών του Δημοσίου, των ο.τ.α. και των άλλων ν.π.δ.δ., καθώς και υπέρ των μισθωτών των ν.π.ι.δ… - Επανακαθορίζονται, αναδρομικά από 1.8.2012, οι μηνιαίες αποδοχές των υπαλλήλων και λειτουργών, που αμείβονται με ειδικά μισθολόγια. Στις κυριότερες από τις κατηγορίες αυτές, οι οποίες καλύπτουν σχεδόν το 99% του συνόλου των μισθοδοτούμενων, επέρχονται μεταβολές: α) στο βασικό μισθό του βαθμού βάσης, β) στους συντελεστές που προσδιορίζουν το ύψος του βασικού μισθού των λοιπών βαθμών της κατηγορίας και γ) στο ύψος επιμέρους επιδομάτων και παροχών. Έτσι, ανά κατηγορία, οι μεταβολές συνοψίζονται ως ακολούθως: Ι. Μισθολόγιο μελών ΔΕΠ των Πανεπιστημίων… α) Βασικός μισθός ● Καθηγητής 1.459 € (σήμερα 1.775 €) ● Αναπληρωτής Καθηγητής 1.331 € (σήμερα 1.538 €) ● Επίκουρος Καθηγητής 1.150 € (σήμερα 1.301 €) ● Λέκτορας 1.065 € (σήμερα 1.183 €) β) Επίδομα διδακτικής προετοιμασίας ● Καθηγητής 390 € (σήμερα 475,24 €) ● Αναπληρωτής Καθηγητής 368 € (σήμερα 427,47 €) ● Επίκουρος Καθηγητής 335 € (σήμερα 380,51 €) ● Λέκτορας 300 € (σήμερα 332,75 €) γ) Αποζημίωση για δημιουργία βιβλιοθήκης κ.λπ. ● Καθηγητής 273 € (σήμερα 332,75 €) ● Αναπληρωτής Καθηγητής 184 € (σήμερα 213,73 €) ● Επίκουρος Καθηγητής 128 € (σήμερα 142,49 €) ● Λέκτορας 128 € (σήμερα 142,49 €) δ) Ειδικό Ερευνητικό Επίδομα ● Καθηγητής 226 € (σήμερα 275,91 €) ● Αναπληρωτής Καθηγητής 215 € (σήμερα 250 €) ● Επίκουρος Καθηγητής 200 € (σήμερα 227,34 €) ● Λέκτορας 184 € (σήμερα 204,66 €) ε) Προσαύξηση επιδομάτων Τα παραπάνω επιδόματα που καταβάλλονται στο βαθμό του Καθηγητή προσαυξάνονται κατά 70 Ευρώ με τη συμπλήρωση 25 ετών υπηρεσίας. (Για τα καταβαλλόμενα σήμερα επιδόματα προβλέπεται προσαύξηση κατά 117 Ευρώ με τη συμπλήρωση 25ετίας). Στ) Έξοδα παράστασης ● Πρύτανης 250 € ● Αντιπρύτανης 200 € ● Κοσμήτορας ή Πρόεδρος Τμήματος 210 €». Τέλος, στο επικαιροποιημένο Μνημόνιο Συνεννόησης στις Συγκεκριμένες Προϋποθέσεις Οικονομικής Πολιτικής του Δεκεμβρίου 2012 αναφέρονται, μεταξύ άλλων, τα εξής : «10.6 Πρόσθετα δημοσιονομικά μέτρα για το 2012 και Μεσοπρόθεσμη Δημοσιονομική Στρατηγική για 2013-2016. Τα δημοσιονομικά μέτρα στη Μεσοπρόθεσμη Δημοσιονομική Στρατηγική (ΜΔΣ) ως το 2016 περιλαμβάνουν τα ακόλουθα: 1. Εξορθολογισμός του μισθολογικού κόστους κατά 1.110 εκατομμύρια Ευρώ το 2013 και επιπρόσθετα 259 εκατομμύρια Ευρώ το 2014, μέσω:.. εξορθολογισμού της μισθολογικής δαπάνης της κεντρικής κυβέρνησης… ● προοδευτικές μειώσεις στις μηνιαίες αμοιβές των υπαλλήλων των ειδικών μισθολογίων (δικαστές, διπλωμάτες, γιατροί, διδακτικό προσωπικό ΑΕΙ και ΤΕΙ, ένοπλες δυνάμεις και αστυνομία, υπάλληλοι αεροδρομίων, και γενικοί γραμματείς) με εφαρμογή από 1η Αυγούστου 2012, ως ακολούθως: 2 τοις εκατό κάτω από 1.000 ευρώ, 10 τοις εκατό για 1000-1500 Ευρώ, 30 τοις εκατό για 2.500-4.000 Ευρώ και 35 τοις εκατό από 4000 Ευρώ».
22. Επειδή, στην προκείμενη περίπτωση οι ενάγοντες, άπαντες μέλη του Δ.Ε.Π. του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, (ο πρώτος Αναπληρωτής Καθηγητής της Ιατρικής Σχολής, η δεύτερη Καθηγήτρια της Φιλοσοφικής Σχολής, Τμήματος Φιλολογίας και ο τρίτος Αναπληρωτής Καθηγητής της Οδοντιατρικής Σχολής), υποστηρίζουν ότι υπέστησαν, όπως και όλα τα μέλη του Δ.Ε.Π. των Α.Ε.Ι. τις ακόλουθες μειώσεις: (α) με το ν. 3833/2010 μείωση κατά ποσοστό 12% των επιδομάτων, αποζημιώσεων και πρόσθετων αμοιβών τους (επίδομα διδακτικής προετοιμασίας και εξωδιδακτικής πανεπιστημιακής απασχόλησης εντός των Πανεπιστημίων, η πάγια αποζημίωση για δημιουργία και ενημέρωση βιβλιοθήκης και για συμμετοχή σε συνέδρια, το ειδικό ερευνητικό επίδομα για την εκτέλεση μεταδιδακτορικής έρευνας και την ταχύτερη και αποτελεσματικότερη προώθηση των ερευνητικών προγραμμάτων και τα έξοδα παράστασης στους Πρυτάνεις, Αντιπρυτάνεις, Κοσμήτορες και Προέδρους Τμημάτων), (β) με το ν. 3845/2010 μείωση κατά ποσοστό 8% των ως άνω επιδομάτων, αποζημιώσεων και πρόσθετων αμοιβών τους, (γ) μείωση των επιδομάτων εορτών και αδείας κατά 30% (άρθρο 1 παρ. 2 του ν. 3833/2010), στη συνέχεια, δε καθορισμός τους στο ενιαίο ποσό των 1.000 ευρώ κατ’ έτος και, για όσους εξ αυτών ελάμβαναν μηνιαίες μεικτές αποδοχές ανώτερες των 3.000 ευρώ, πλήρης κατάργησή τους (άρθρο τρίτο παρ. 6 του ν. 3845/2010), (δ) μείωση κατά 20% του ειδικού ερευνητικού επιδόματος για την εκτέλεση μεταδιδακτορικής έρευνας και την ταχύτερη και αποτελεσματικότερη προώθηση των ερευνητικών προγραμμάτων (άρθρο 55 παρ. 23 περ. ε΄ του ν. 4002/2011). Οι αποδοχές τους, όμως, μειώθηκαν περαιτέρω και με άλλες διατάξεις (μείωση του αφορολόγητου ορίου από 12.000 ευρώ σε 5.000 ευρώ με το άρθρο 38 παρ. 2 του ν. 4024/2011, Α΄ 226, επιβολή ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης με το άρθρο 29 του ν. 3986/2011, Α΄ 152, επιβολή ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης με το άρθρο 38 παρ. 2 περ. α΄ του ν. 3986/2011, επιβολή ειδικής εισφοράς υπέρ του ΤΠΔΥ με το άρθρο 38 παρ. 2 περ. β΄ του ν. 3986/2011,) και τελικά, μειώθηκαν δραστικά με τις διατάξεις του ν. 4093/2012 σε επίπεδο που αυτές δεν επαρκούν πλέον για να ανταποκριθούν στα έξοδα διαβίωσης και στα ακαδημαϊκά τους καθήκοντα. Ειδικότερα υποστηρίζουν ότι οι ακαθάριστες αποδοχές του πρώτου ενάγοντος μειώθηκαν, βάσει των διατάξεων ως άνω νόμου, κατά 389,53 ευρώ το μήνα, της δεύτερης ενάγουσας κατά 755,74 ευρώ το μήνα και του τρίτου ενάγοντος κατά 455,61 ευρώ το μήνα (βλ. 4184, 4185, 4183/14.2.2014 βεβαιώσεις Διεύθυνσης Οικονομικών Υπηρεσιών του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών) και ότι οι αποδοχές τους κατά το χρονικό διάστημα από 1.1.2013 έως 31.4.2013 διαμορφώθηκαν ως εξής: α) για τον πρώτο ενάγοντα, ακαθάριστες αποδοχές 2.520,68 και καθαρές 1.676,62 ευρώ, β) για την δεύτερη ενάγουσα, ακαθάριστες αποδοχές 3.483,40 και καθαρές 2.034,10 ευρώ και γ) για τον τρίτο ενάγοντα, ακαθάριστες αποδοχές 2.966,60 και καθαρές 1.793,27 ευρώ, το μήνα. Εξάλλου, με το από 31.3.2014 υπόμνημά τους, οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι: α) πρωτοδιοριζόμενος Λέκτορας, το έτος 2009 ελάμβανε καθαρές μηνιαίες αποδοχές 1.318,45 ευρώ (και επιπλέον δώρο Πάσχα 423,92 ευρώ, επίδομα άδειας 423,92 ευρώ και δώρο Χριστουγέννων 847,84 ευρώ), ενώ, πριν τις περικοπές του ν. 4093/2012, ελάμβανε καθαρές μηνιαίες αποδοχές 1.129,57 ευρώ και, μετά την ισχύ του ως άνω νόμου, καθαρές μηνιαίες αποδοχές 1.030 ευρώ, χωρίς επίδομα αδείας και δώρα Χριστουγέννων και Πάσχα, β) Επίκουρος Καθηγητής με 5 χρόνια υπηρεσίας, το έτος 2009 ελάμβανε καθαρές μηνιαίες αποδοχές 1.712,69 ευρώ (και επιπλέον δώρο Πάσχα 496,99 ευρώ, επίδομα άδειας 496,99 ευρώ και δώρο Χριστουγέννων 999,98 ευρώ), ενώ, πριν τις περικοπές του ν. 4093/2012, ελάμβανε καθαρές μηνιαίες αποδοχές 1.461,00 ευρώ και, μετά την ισχύ του ως άνω νόμου, καθαρές μηνιαίες αποδοχές 1.335,40 ευρώ, χωρίς επίδομα αδείας και δώρα Χριστουγέννων και Πάσχα, γ) Αναπληρωτής Καθηγητής με 10 χρόνια υπηρεσίας, το έτος 2009 ελάμβανε καθαρές μηνιαίες αποδοχές 2.038,48 ευρώ (και επιπλέον δώρο Πάσχα 604,22 ευρώ, επίδομα άδειας 604,22 ευρώ και δώρο Χριστουγέννων 1.208,44 ευρώ), ενώ, πριν τις περικοπές του ν. 4093/2012, ελάμβανε καθαρές μηνιαίες αποδοχές 1.765,00 ευρώ και, μετά την ισχύ του ως άνω νόμου, καθαρές μηνιαίες αποδοχές 1.554,66 ευρώ, χωρίς επίδομα αδείας και δώρα Χριστουγέννων και Πάσχα, δ) Καθηγητής με 15 χρόνια υπηρεσίας, το έτος 2009 ελάμβανε καθαρές μηνιαίες αποδοχές 2.432,99 ευρώ (και επιπλέον δώρο Πάσχα 718,81 ευρώ, επίδομα άδειας 718,81 ευρώ και δώρο Χριστουγέννων 1.437,62 ευρώ), ενώ, πριν τις περικοπές του ν. 4093/2012, ελάμβανε καθαρές μηνιαίες αποδοχές 2.135,00 ευρώ και, μετά την ισχύ του ως άνω νόμου, καθαρές μηνιαίες αποδοχές 1.819,80 ευρώ, χωρίς επίδομα αδείας και δώρα Χριστουγέννων και Πάσχα (βλ. και 4198/27.2.2014 βεβαίωση Διεύθυνσης Οικονομικών Υπηρεσιών του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών). Υπό τα ανωτέρω δεδομένα, οι ενάγοντες υποστηρίζουν ότι οι διατάξεις της περίπτωσης 17, της υποπαραγράφου Γ1, της παραγράφου Γ, του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 και της υπ’ αριθμ. οικ. 2/83408/022/14.11.2012 απόφασης του Αναπληρωτή Υπουργού Οικονομικών αντίκεινται: α) στο άρθρο 16 του Συντάγματος, β) στα άρθρα 4 παρ. 1 και 5, 2 παρ. 1 και 5 παρ. 1 του Συντάγματος, γ) στα άρθρα 17 και 25 παρ. 1 του Συντάγματος και στο Πρώτο Πρόσθετο Πρωτόκολλο της ΕΣΔΑ και δ) στα άρθρα 74 παρ. 5 και 80 παρ. 1 του Συντάγματος και συνεπώς συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 105 του Εισ.Ν.Α.Κ., προς αποζημίωσή τους, για τις περικοπείσες, με βάση τις ως άνω διατάξεις, αποδοχές τους. Εν τέλει δε, ζητούν να αναγνωρισθεί η εις ολόκληρον υποχρέωση του Πανεπιστημίου Αθηνών και του Ελληνικού Δημοσίου να καταβάλουν, με τον νόμιμο τόκο υπερημερίας, στον πρώτο των εναγόντων το ποσό των 3.426, 93 ευρώ, στη δεύτερη το ποσό των 6.801,66 ευρώ και στον τρίτο το ποσό των 4.100,49 ευρώ, που αντιστοιχούν, όπως υποστηρίζουν, σε περικοπείσες ακαθάριστες αποδοχές τους για το χρονικό διάστημα από 1.8.2012 έως 30.4.2013, βάσει των ως άνω διατάξεων.
23. Επειδή, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα (σκέψη 10), εν όψει της καθιερουμένης στο άρθρο 25 παρ. 4 του Συντάγματος αξιώσεως του Κράτους να εκπληρώνουν όλοι οι πολίτες το χρέος της κοινωνικής και εθνικής αλληλεγγύης, δεν είναι επιτρεπτό η επιβάρυνση, από τα μέτρα που λαμβάνονται προς αντιμετώπιση δυσμενούς και παρατεταμένης οικονομικής συγκυρίας, να επιβαρύνει πάντοτε συγκεκριμένες κατηγορίες πολιτών. Και ναι μεν ο νομοθέτης δύναται να λαμβάνει μέτρα περιστολής των δημοσίων δαπανών εις βάρος όσων λαμβάνουν μισθό ή σύνταξη από το δημόσιο ταμείο, λόγω της άμεσης εφαρμογής και αποτελεσματικότητας των επιβαλλομένων μέτρων για τον περιορισμό του δημοσίου ελλείμματος, η εξουσία του όμως αυτή δεν είναι απεριόριστη, αλλά έχει ως όριο τις συνταγματικές αρχές της αναλογικότητας, της ισότητας στην κατανομή των δημοσίων βαρών και του σεβασμού της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, οι οποίες επιτάσσουν το βάρος της δημοσιονομικής προσαρμογής να κατανέμεται μεταξύ όλων των κατηγοριών απασχολουμένων στο δημόσιο, όσο και στον ιδιωτικό τομέα, όπως, επίσης, και των ασκούντων ελευθέριο επάγγελμα, δεδομένου, μάλιστα, ότι η βιωσιμότητα των δημοσίων οικονομικών είναι προς όφελος όλων (πρβλ. ΣτΕ Ολομ. 2192-2196/2014). Περαιτέρω, από τα εκτεθέντα στις σκέψεις 15 έως 19 προκύπτει ότι με τις διατάξεις των περιπτώσεων 13-37, της υποπαραγράφου Γ1, της παραγράφου Γ, του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, ο νομοθέτης, αφού διαπίστωσε ότι η οικονομική ύφεση συνεχίζεται και ότι η χώρα εξακολουθεί να έχει συνεχή προβλήματα με τη φορολογική «συμμόρφωση», την είσπραξη ληξιπρόθεσμων οφειλών προς το Κράτος και την προώθηση των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, αποφάσισε να λάβει και πάλι, μεταξύ άλλων, ως άμεσο μέτρο για την αντιμετώπιση της παρατεταμένης οικονομικής και δημοσιονομικής κρίσης, την περαιτέρω μείωση των αποδοχών των μισθοδοτούμενων από το δημόσιο βάσει «ειδικών μισθολογίων» υπαλλήλων και λειτουργών. Εξάλλου, αν και καθένα από τα ως άνω «ειδικά μισθολόγια» αφορούσε διαφορετική κατηγορία λειτουργών ή υπαλλήλων, με απολύτως διακεκριμένα καθήκοντα και αποστολή καθώς και διαφορετικά τυπικά και ουσιαστικά προσόντα, ο νομοθέτης τα αντιμετώπισε, συλλήβδην, ως ένα ενιαίο οικονομικό μέγεθος, το οποίο έπρεπε, υπολογιζόμενο ως σύνολο, να μειωθεί κατά ποσοστό 10% στο πλαίσιο της επιχειρούμενης μείωσης του δημοσιονομικού ελλείμματος και του δημοσίου χρέους. Με βάση το εξισωτικό αυτό κριτήριο θεσπίσθηκαν μεγαλύτερα ποσοστά μείωσης (άνω δηλαδή του 10%, το οποίο εξελήφθη ως μέσος όρος για τις μειώσεις σε όλα τα μισθολόγια) στα μισθολόγια, στα οποία το ύψος των αποδοχών ήταν γενικώς μαθηματικώς υψηλότερο, και μικρότερα ποσοστά σε εκείνα, στα οποία το ύψος των αποδοχών ήταν μαθηματικώς χαμηλότερο, εντός δε του ίδιου μισθολογίου μείωσε κατά μεγαλύτερο ποσοστό τις αποδοχές των κατεχόντων τους ανώτερους και ανώτατους βαθμούς λειτουργούς και υπαλλήλους (πρβλ. ΣτΕ Ολομ. 2192-2196/2014). Έτσι, κατ’ εφαρμογή του αμιγώς αριθμητικού αυτού κριτηρίου, με τις διατάξεις της περίπτωσης 17, της υποπαραγράφου Γ1, της παραγράφου Γ, του άρθρου πρώτου, του ν. 4093/2012, επιβλήθηκαν νέες μειώσεις στους βασικούς μισθούς του Διδακτικού και Ερευνητικού Προσωπικού (Δ.Ε.Π.) των Ανώτατων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων (Α.Ε.Ι.), επί τη βάσει του μισθού των Λεκτόρων και των συντελεστών που εφαρμόζονται επ’ αυτού για τον υπολογισμό των βασικών μισθών των λοιπών βαθμών (Επίκουρου Καθηγητή, Αναπληρωτή Καθηγητή και Καθηγητή), καθώς και στα χορηγούμενα σ’ αυτούς επιδόματα και αποζημιώσεις (επιδόματα διδακτικής προετοιμασίας και εξωδιδακτικής πανεπιστημιακής απασχόλησης, αποζημίωση για δημιουργία και ενημέρωση βιβλιοθήκης και συμμετοχή σε συνέδρια, ειδικό ερευνητικό επίδομα, έξοδα παραστάσεως, επιδόματα συμπλήρωσης 25ετίας). Ειδικότερα δε, επιβλήθηκαν μεγαλύτερες, έναντι των υπολοίπων μελών του Δ.Ε.Π., μειώσεις (άνω του 10%) στις αποδοχές των Καθηγητών. Κατά συνέπεια, ναι μεν ο νομοθέτης έχει διακριτική ευχέρεια για την εισαγωγή νέων ρυθμίσεων και ευρύ περιθώριο εκτίμησης για τη διαμόρφωση των αποδοχών των μελών του Δ.Ε.Π. των Α.Ε.Ι., τα δικαστήρια όμως δύνανται και οφείλουν, χωρίς να υπεισέλθουν στην έρευνα της σκοπιμότητος των επιλογών του, να ερευνήσουν το αμιγώς νομικό ζήτημα, αν ελήφθη υπ’ όψιν η ιδιαίτερη μισθολογική μεταχείριση των πανεπιστημιακών λειτουργών, η οποία απορρέει από το άρθρο 16 του Συντάγματος, καθώς και η συνταγματική αρχή της ισότητος, υπό την δεύτερη όψη της, δηλαδή της υποχρεώσεως του νομοθέτη να μεταχειρίζεται ανίσως τις άνισες καταστάσεις. Η τεκμηρίωση δε αυτή, αναγκαία και εκ του ότι τα επίμαχα μέτρα διασπούν μία πάγια μισθολογική μεταχείριση των λειτουργών αυτών (βλ. σκ. 14), θα έπρεπε να αναφέρεται στην εξέλιξη των οικονομικών εν γένει συνθηκών και του γενικού κόστους διαβίωσης, στην ανάγκη διαφύλαξης του κύρους του δημοσίου λειτουργήματος των μελών του Δ.Ε.Π., λόγω της φύσεως των καθηκόντων τους και της αποστολής τους ως ακαδημαϊκών διδασκάλων και ερευνητών, λαμβάνοντας υπ’ όψιν τα ιδιαιτέρως αυξημένα τυπικά και ουσιαστικά τους προσόντα, για την απόκτηση των οποίων απαιτούνται μακροχρόνιες μεταπτυχιακές σπουδές και πρωτότυπες συγγραφικές εργασίες, καθώς επίσης και την συναρτώμενη με τα ως άνω στοιχεία μέριμνα για την προσέλκυση στα Πανεπιστήμια της Χώρας νέου, υψηλής επιστημονικής επάρκειας, στελεχιακού δυναμικού (πρβλ. και την απόφαση του Ομοσπονδιακού Συνταγματικού Δικαστηρίου της 14.2.2012, 2BvL 4/10, σχετική με τις μισθολογικές ανακατατάξεις των πανεπιστημιακών λειτουργών). Όμως, ούτε από τις προπαρασκευαστικές εργασίες ψήφισης του ν. 4093/2012, ούτε από το κείμενο του εγκριθέντος με τον νόμο αυτό Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016, ούτε, τέλος, από το κείμενο του εγκριθέντος με τον ν. 4046/2012 Μνημονίου Συνεννόησης προκύπτει ότι, κατά τον προσδιορισμό του ύψους των περικοπών με τις διατάξεις του ν. 4093/2012 (περίπτ. 17, υποπαραγρ. Γ.1, παραγρ. Γ, άρθρου πρώτου ν. 4093/2012), στο μισθολόγιο των μελών του Δ.Ε.Π. των Α.Ε.Ι., ελήφθησαν υπόψη, πέραν του ανωτέρω καθαρώς αριθμητικού και, ως εκ τούτου, προδήλως απρόσφορου κριτηρίου, της επίτευξης δηλαδή συγκεκριμένης μεσοσταθμικής μείωσης του μισθολογικού κόστους του Δημοσίου, τα παρατεθέντα αμέσως ανωτέρω στοιχεία. Δεν εξετάσθηκε, επίσης, αν οι αποδοχές των μελών του Δ.Ε.Π. των Α.Ε.Ι. παραμένουν, και μετά τις νέες μειώσεις, επαρκείς για την αντιμετώπιση του κόστους αξιοπρεπούς διαβίωσης τους και ανάλογες της αποστολής τους. Περαιτέρω, με τα δεδομένα που ίσχυαν κατά τον χρόνο δημοσίευσης του ν. 4093/2012 οι συγκεκριμένες μειώσεις των αποδοχών των μελών του Δ.Ε.Π. των Α.Ε.Ι., που επήλθαν με τον νόμο αυτό αποκλειστικά με βάση το ανωτέρω καθαρώς αριθμητικό κριτήριο, συνυπολογιζόμενες με την πλήρη κατάργηση των επιδομάτων εορτών και αδείας, τις προηγούμενες μειώσεις που, κατά τα ανωτέρω, επεβλήθησαν διαδοχικώς επί των πάσης φύσεως επιδομάτων, αποζημιώσεων και πρόσθετων αμοιβών (ν. 3833/2010 μείωση 12% και ν. 3845/2010 μείωση 8%, ν. 4002/2011 μείωση 20% ειδικού ερευνητικού επιδόματος), καθώς και άλλες μειώσεις του εισοδήματός τους με παράπλευρα νομοθετήματα της περιόδου της κρίσεως (επιβολή ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης με το άρθρο 29 του ν. 3986/2011, Α΄ 152, επιβολή ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης με το άρθρο 38 παρ. 2 περ. α΄ του ν. 3986/2011, επιβολή ειδικής εισφοράς υπέρ του Τ.Π.Δ.Υ. με το άρθρο 38 παρ. 2 περ. β΄ του ν. 3986/2011 και αλλεπάλληλες φορολογικές επιβαρύνσεις), υπερβαίνουν, λόγω του σωρευτικού τους αποτελέσματος και της έκτασής τους, το όριο που θέτουν οι συνταγματικές αρχές της αναλογικότητας και της ισότητας στα δημόσια βάρη, δεδομένης εξάλλου, και της αδυναμίας προώθησης των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων και είσπραξης των ληξιπροθέσμων φορολογικών οφειλών που απετέλεσαν, κατά τα προεκτεθέντα, έναν από τους λόγους για τους οποίους κρίθηκαν και πάλι αναγκαίες, μεταξύ άλλων, οι νέες μειώσεις στις αποδοχές των μελών του Δ.Ε.Π. των Α.Ε.Ι. Εν όψει τούτων, οι διατάξεις της περίπτωσης 17, της υποπαραγράφου Γ.1, της παραγράφου Γ, του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, με τις οποίες προβλέπονται νέες μειώσεις των αποδοχών των μελών του Δ.Ε.Π. των Α.Ε.Ι. (μείωση του βασικού μισθού του Λέκτορα που αποτελεί βάση υπολογισμού των υπολοίπων βασικών μισθών αυτών, μείωση των συντελεστών υπολογισμού των βασικών μισθών, μείωση των ειδικών επιδομάτων και αποζημιώσεών τους), καθώς και οι διατάξεις της υπ’ αριθμ. οικ. 2/83408/022/14.11.2012 απόφασης του Αναπληρωτή Υπουργού Οικονομικών, με τις οποίες οι μειώσεις αυτές επιβλήθηκαν αναδρομικώς από 1.8.2012, αντίκεινται στο άρθρο 16 του Συντάγματος και την απορρέουσα από αυτό αρχή της «ιδιαίτερης μισθολογικής μεταχείρισής» τους, καθώς και προς τις αρχές της αναλογικότητας και της ισότητας στα δημόσια βάρη. Την ως άνω παραδοχή δεν δύναται να αναιρέσει ούτε η επίκληση της δυνατότητας εξωπανεπιστημιακής απασχολήσεως των μελών του ΔΕΠ, διότι η δυνατότητα αυτή είναι απλό ενδεχόμενο που συναρτάται με κάθε συγκεκριμένη περίπτωση πανεπιστημιακού διδασκάλου και την ελεύθερη βούλησή του, διαφέρει δε ριζικώς μεταξύ των διαφόρων επιστημών, κατευθύνσεων και ειδικοτήτων, ούτως ώστε να στερείται οιασδήποτε βεβαιότητος (π.χ. τελείως διαφορετικές οι δυνατότητες μεταξύ ιατρών, νομικών, φιλολόγων, φυσικών, μαθηματικών κοκ). Τέλος, η υπ’ αριθ. 2012/211/ΕΕ απόφαση του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ενώσεως της 13.3.2012, με την οποία προβλέφθηκε «μείωση κατά 12% κατά μέσο όρο των ειδικών μισθών του δημόσιου τομέα για τους οποίους δεν ισχύει το νέο μισθολόγιο», εν πάση περιπτώσει δεν έχει την έννοια ότι απαλλάσσει τον εθνικό νομοθέτη, κατά την άσκηση της εθνικής δημοσιονομικής πολιτικής στο πλαίσιο εκπλήρωσης των διεθνών υποχρεώσεων της Χώρας, από την τήρηση των προαναφερομένων συνταγματικών διατάξεων και αρχών (πρβλ. Σ.τ.Ε. Ολομ. 2192-2196/2014). Λόγω του ανισχύρου των ως άνω διατάξεων του ν. 4093/2012 και της ερειδομένης σε αυτές υπ’ αριθμ. οικ. 2/83408/022/14.11.2012 αποφάσεως του Αναπληρωτή Υπουργού Οικονομικών, κατά το μέρος που προβλέπουν αναδρομική μείωση των αποδοχών των μελών Δ.Ε.Π από 1.8.2012, θεμελιώνεται ευθύνη του Ελληνικού Δημοσίου προς αποζημίωση των εναγόντων, από την εκ μέρους της πολιτείας νομοθέτηση, με τα αρμόδια όργανά της, διατάξεων αντικειμένων στις μνημονευθείσες συνταγματικές προβλέψεις, καθώς και ευθύνη του Πανεπιστημίου Αθηνών που εφήρμοσε τις εν λόγω διατάξεις, κατά την καταβολή των αποδοχών των εναγόντων, χρονικής περιόδου από 1.8.2012 έως 30.4.2013.
24. Επειδή, μειοψήφησαν ο Αντιπρόεδρος Αθ. Ράντος, οι Σύμβουλοι Νικ. Μαρκουλάκης, Μιχ. Βηλαράς, Ιω. Μαντζουράνης, Αικ. Χριστοφορίδου, Ε. Κουσιουρής, Κων. Κουσούλης, Παρ. Μπραΐμη, Π. Χαμάκος, Ελ. Παπαδημητρίου και οι Πάρεδροι Μαρ. Αθανασοπούλου, Στ. Λαμπροπούλου και Δ. Τομαράς, οι οποίοι διετύπωσαν την ακόλουθη γνώμη: Από καμία συνταγματική διάταξη (ούτε από τη διάταξη του άρθρου 16 του Συντάγματος) ή συνταγματική αρχή, δεν κωλύεται, κατ’ αρχήν, ο νομοθέτης, εκτιμώντας τις εκάστοτε συνθήκες και λαμβάνοντας υπόψη τη δημοσιονομική κατάσταση του κράτους, να προβαίνει σε αναμόρφωση του μισθολογίου των δημοσίων λειτουργών και υπαλλήλων, εισάγοντας νέες ρυθμίσεις, οι οποίες υπόκεινται σε οριακό, μόνο, δικαστικό έλεγχο (πρβλ. Ολομ. ΣτΕ 2192-2196/2014, Ολομ. 668/2012, ΣτΕ 1372-1373/2012 7μ. σκ. 5, 2672/2009 σκ. 3). Και βέβαια, στην περίπτωση των μελών του Δ.Ε.Π. των Α.Ε.Ι., η ευθεία κατοχύρωση στο άρθρο 16 του Συντάγματος της ιδιότητάς τους ως δημοσίων λειτουργών με προσωπική και λειτουργική ανεξαρτησία, επιφορτισμένων με την, μέσω της διδασκαλίας και της έρευνας, ανάπτυξη και προαγωγή της επιστήμης ως βασικής αποστολής του Κράτους και η φύση των ως άνω καθηκόντων τους και της αποστολής τους ως ακαδημαϊκών διδασκάλων και ερευνητών, επιτάσσει την υποχρέωση εξασφάλισης των απαραίτητων προϋποθέσεων απρόσκοπτης άσκησης του λειτουργήματός τους, ως εγγύηση για την άσκηση της ακαδημαϊκής τους ελευθερίας, που περιλαμβάνει και την υποχρέωση για «ιδιαίτερη μισθολογική μεταχείρισή» τους, η υποχρέωση δε αυτή προβλέπεται ρητά και στο νόμο (άρθρο 25 του ν. 4009/2011). Ο χαρακτηρισμός, όμως, των μελών Δ.Ε.Π. των Α.Ε.Ι. ως δημοσίων λειτουργών απολαυόντων προσωπικής και λειτουργικής ανεξαρτησίας και η υποχρέωση του νομοθέτη για «ιδιαίτερη μισθολογική μεταχείρισή» τους δεν επιβάλλει τη μισθολογική τους εξομοίωση με τους δικαστικούς λειτουργούς ή με άλλες κατηγορίες λειτουργών ή υπαλλήλων (πρβλ. ΣτΕ 574, 575/2014), οι οποίοι ασκούν αρμοδιότητες στενά συνδεδεμένες με τον πυρήνα της κρατικής εξουσίας και για τους οποίους προβλέπονται από το νόμο δεσμεύσεις πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης, αυξημένες υπηρεσιακές υποχρεώσεις, ειδικές συνθήκες εργασίας, συνεπαγόμενες διάφορους κινδύνους, απαγορεύσεις και ειδικοί περιορισμοί των ατομικών τους δικαιωμάτων (στρατιωτικοί, σώματα ασφαλείας), αντιστάθμισμα των οποίων αποτελεί η διαχρονικά προβλεπόμενη από το νόμο «ιδιαίτερη μισθολογική τους μεταχείριση» (πρβλ. ΣτΕ Ολομ. 2192-2196/2014). Κατά συνέπεια, οι εξαιρούμενοι από το ενιαίο μισθολόγιο δημόσιοι λειτουργοί και υπάλληλοι, για τους οποίους καθιερώνονται με νόμο «ειδικά μισθολόγια» αποτελούν διαφορετικές μεταξύ τους κατηγορίες, με απολύτως διακεκριμένα καθήκοντα και αποστολή. Και επιβάλλεται μεν η «ιδιαίτερη μισθολογική μεταχείριση» από το νομοθέτη, γενικά, όλων αυτών των κατηγοριών (δικαστικών, στρατιωτικών, μελών του Δ.Ε.Π. των Α.Ε.Ι., ιατρών, διπλωματών), με την πρόβλεψη δια νόμου «ειδικού μισθολογίου», ευνοϊκότερου έναντι του ενιαίου μισθολογίου των δημοσίων υπαλλήλων, δικαιολογείται όμως, κατά τον οριακό δικαστικό έλεγχο της σχετικής νομοθετικής ρύθμισης από το δικαστήριο, η διαφορετική αντιμετώπιση εκάστου «ειδικού μισθολογίου», ανάλογα με την κατηγορία των συγκεκριμένων λειτουργών και υπαλλήλων και την αποστολή τους. Ειδικότερα, για τα μέλη του Δ.Ε.Π. των Α.Ε.Ι., τα οποία απολαύουν κατά την άσκηση των ακαδημαϊκών καθηκόντων τους πλήρους ελευθερίας, χωρίς ιδιαίτερες απαγορεύσεις και περιορισμούς και τα οποία δεν υπηρετούν στα Α.Ε.Ι. ως «πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης», αλλ’ έχουν τη δυνατότητα παράλληλης εξωπανεπιστημιακής απασχόλησης (ακόμη και άσκησης ελευθέρου επαγγέλματος), με την πρόβλεψη «ειδικού μισθολογίου», ευνοϊκότερου έναντι του ενιαίου μισθολογίου των δημοσίων υπαλλήλων και επιπλέον με τη χορήγηση ειδικών επιδομάτων (επιδόματος διδακτικής προετοιμασίας, αποζημίωσης για δημιουργία βιβλιοθήκης, ειδικού ερευνητικού επιδόματος) για την αντιμετώπιση των ειδικών συνθηκών άσκησης του λειτουργήματός τους, πληρούται η υποχρέωση της «ιδιαίτερης μισθολογικής μεταχείρισής» τους, ο δε νομοθέτης δεν δεσμεύεται να καταργεί ή να μεταβάλει το νομοθετικό καθεστώς που αφορά στις αποδοχές τους, δεδομένου ότι από καμιά συνταγματική διάταξη ή αρχή δεν κατοχυρώνεται δικαίωμα σε αποδοχές συγκεκριμένου ύψους, αλλ’ ούτε και από το Πρώτο Πρόσθετο Πρωτόκολλο της Ε.Σ.Δ.Α. (πρβλ. Ε.Δ.Δ.Α. Αθανάσιος Κανάκης κ.ά. κατά Ελλάδος, της 20.9.2001, ΣΤΕ Ολομ. 2192-2196/2014, 668/2012 σκ. 34). Και βεβαίως, οι αποδοχές αυτές, προκειμένου να διασφαλίζεται η ακαδημαϊκή τους ελευθερία, πρέπει, αφενός μεν να επαρκούν για να εξασφαλίσουν την αξιοπρεπή τους διαβίωση, δηλαδή τη διαβίωσή τους κατά τρόπο συνάδοντα προς το κύρος του λειτουργήματος που ασκούν, αφετέρου δε να είναι τέτοιου ύψους, ώστε να δύνανται να προσελκύσουν νέους επιστήμονες με άρτια επιστημονική κατάρτιση και να διασφαλίσουν ότι τα Α.Ε.Ι. επιτελούν επιστημονικό έργο υψηλού επιπέδου, αποτελώντας βασικό μοχλό για την οικονομική ανάπτυξη της χώρας και μέσο για τη διεθνή της προβολή, εν τούτοις, όμως, ο νομοθέτης δύναται, για λόγους που αυτός εκτιμά, η κατ’ ουσίαν εκτίμηση των οποίων δεν υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο, να θεσπίσει μέτρα περιστολής των δημοσίων δαπανών που συνεπάγονται σοβαρή οικονομική επιβάρυνση μεγάλων κατηγοριών του πληθυσμού και, ιδίως, όσων λαμβάνουν μισθό ή σύνταξη από το δημόσιο ταμείο, μεταξύ των οποίων και των κατηγοριών για τις οποίες προβλέπονται «ειδικά μισθολόγια», λόγω της άμεσης εφαρμογής και αποτελεσματικότητας των επιβαλλομένων σε βάρος τους μέτρων για τον περιορισμό του δημοσίου ελλείμματος. Στις περιπτώσεις αυτές το επίπεδο αξιοπρεπούς διαβίωσης δεν προσδιορίζεται με βάση τις προηγούμενες αποδοχές κάθε συγκεκριμένης κατηγορίας δημοσίων λειτουργών ή υπαλλήλων, αλλά με βάση τις γενικότερα επικρατούσες συνθήκες και σε συνάρτηση με το επίπεδο διαβίωσης των υπολοίπων δημοσίων λειτουργών και υπαλλήλων, καθώς και του πληθυσμού της χώρας εν γένει. Ενόψει τούτων και δεδομένου ότι, στην προκείμενη περίπτωση, με τις προπαρατεθείσες διατάξεις του ν. 4093/2012, ο νομοθέτης αποφάσισε, μεταξύ άλλων, την περαιτέρω μείωση των αποδοχών των μισθοδοτούμενων από το δημόσιο βάσει «ειδικών μισθολογίων» λειτουργών και υπαλλήλων, ως άμεσο μέτρο για την αντιμετώπιση της, κατά την εκτίμησή του, συνεχιζόμενης οικονομικής και δημοσιονομικής κρίσης, το μέτρο δε αυτό αποτελεί τμήμα ενός ευρύτερου προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής και προώθησης διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων της ελληνικής οικονομίας, το οποίο, συνολικώς εφαρμοζόμενο, αποσκοπεί τόσο στην αντιμετώπιση της, κατά την εκτίμηση του νομοθέτη, άμεσης ανάγκης κάλυψης οικονομικών αναγκών της Χώρας, όσο και στη βελτίωση της μελλοντικής δημοσιονομικής και οικονομικής της κατάστασής της, δηλαδή στην εξυπηρέτηση σκοπών, που συνιστούν κατ’ αρχήν σοβαρούς λόγους δημοσίου συμφέροντος (πρβλ. ΣτΕ 668/2012 Ολομ. σκ. 35), δυνάμενους να δικαιολογήσουν, κατ’ αρχήν, την λήψη μέτρων περιστολής μισθολογικών δαπανών του Δημοσίου, οι διατάξεις της περίπτωσης 17, της υποπαραγράφου Γ.1, της παραγράφου Γ, του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, που προβλέπουν περαιτέρω μείωση των αποδοχών των μελών του Δ.Ε.Π. των Α.Ε.Ι., κατά τη γνώμη της μειοψηφίας, δεν αντίκεινται στο άρθρο 16 του Συντάγματος, διότι και μετά τη νέα αυτή, αναγκαία κατά την εκτίμηση του νομοθέτη, μείωση των αποδοχών τους πληρούται η υποχρέωση της «ιδιαίτερης μισθολογικής μεταχείρισής» τους, εφόσον οι αποδοχές τους προβλέπονται από «ειδικό μισθολόγιο», ευνοϊκότερο έναντι του ενιαίου μισθολογίου των δημοσίων υπαλλήλων και επιπλέον χορηγούνται σ’ αυτούς ειδικά επιδόματα σχετικά με την άσκηση των ακαδημαϊκών τους καθηκόντων. Άλλωστε, η επίμαχη μείωση αποδοχών, που έγινε στο πλαίσιο της αναρρύθμισης του βασικού μισθού όλων των λειτουργών που αμείβονται με «ειδικά μισθολόγια», ήταν η πρώτη που αφορούσε τον βασικό μηνιαίο μισθό της συγκεκριμένης κατηγορίας δημοσίων λειτουργών, ενώ οι προσφάτως προηγηθείσες μειώσεις αφορούσαν περικοπή, μόνο, πρόσθετων επιδομάτων ή φορολογικών απαλλαγών. Το δε προκύπτον μετά την επιχειρηθείσα τελευταία μείωση (μείωση στις ακαθάριστες αποδοχές εκάστου ενάγοντος, μηνιαίως, 380,77, 755,74 και 455,61 ευρώ, αντίστοιχα) τελικό ύψος των συνολικών καθαρών αποδοχών των εναγόντων για το χρονικό διάστημα από 1.1.2013 έως 30.4.2013 (μηνιαίως, 1.676,62 ευρώ, 2.034,10 ευρώ και 1793,27 ευρώ, αντίστοιχα), αν και διαμορφώνεται όντως σε μη ικανοποιητικά επίπεδα, δεν εξικνείται, πάντως, σε σημείο που να διακυβεύεται ένα αξιοπρεπές επίπεδο διαβίωσης αυτών (βλ. Ε.Δ.Δ.Α. Κουφάκη και ΑΔΕΔΥ κατά Ελλάδος, της 20.9.2001), ενόψει των σημερινών εν γένει οικονομικών συνθηκών της χώρας, ή να καθίσταται ιδιαιτέρως δυσχερής η άσκηση των σημαντικών καθηκόντων του λειτουργήματός τους. Περαιτέρω, η μείωση των αποδοχών των μελών Δ.Ε.Π. των Α.Ε.Ι. με τις προαναφερόμενες διατάξεις του ν. 4093/2012, η οποία, κατά τα ανωτέρω, ευρίσκεται εντός των πλαισίων της ελευθερίας του νομοθέτη να διαμορφώνει το μισθολόγιό τους, εκτιμώντας τις εκάστοτε συνθήκες και λαμβάνοντας υπόψη την δημοσιονομική κατάσταση του κράτους, ενόψει του επιδιωκόμενου ως άνω σκοπού δημοσίου συμφέροντος, δεν στερείται προδήλως εύλογης βάσης, δεδομένου ότι, λόγω της φύσης του, το μέτρο αυτό συμβάλλει αμέσως στην περιστολή των δημοσίων δαπανών. Ενόψει τούτων, εφόσον η επίμαχη μείωση αποδοχών των μελών του Δ.Ε.Π. των Α.Ε.Ι. δεν είναι προδήλως απρόσφορη ή μη αναγκαία για την εκπλήρωση του επιδιωκόμενου σκοπού (πρβλ. ΣτΕ 668/2012 Ολομ. σκ. 35, πρβλ. και ΣτΕ 1210/2010 Ολομ. σκ. 24), λαμβανομένου, άλλωστε, υπόψη ότι, κατά τα προεκτεθέντα, η εκτίμηση του νομοθέτη ως προς τα ληπτέα μέτρα για την αντιμετώπιση της υπ’ αυτού διαπιστωθείσας κρίσιμης δημοσιονομικής κατάστασης υπόκειται σε οριακό μόνο δικαστικό έλεγχο (πρβλ. 668/2012 Ολομ. σκ. 35) και ότι η ως άνω μείωση αποδοχών δεν είναι τέτοιου ύψους, ώστε να θέτει σε διακινδύνευση την αξιοπρεπή διαβίωση των εναγόντων, επιπλέον δε ότι η αναδρομική εφαρμογή του εν λόγω μέτρου αφορούσε σε περιορισμένο χρονικό διάστημα διάρκειας τριών (3) περίπου μηνών πριν από τη δημοσίευση του νόμου (12.11.2012), ενώ η παρακράτηση των αποδοχών τους για το χρονικό διάστημα από 1.8.2012 έως 31.12.2012, όπως συνάγεται από την υπ’ αριθμ. οικ.2/83408/022/14.11.2012 απόφαση του Αναπληρωτή Υπουργού Οικονομικών, δεν έλαβε χώρα εφάπαξ, αλλά τμηματικώς, σε μηνιαίες δόσεις, αρχής γενομένης από τις αποδοχές του μηνός Ιανουαρίου 2013, δεν παραβιάσθηκε η δίκαιη ισορροπία μεταξύ των απαιτήσεων του γενικού συμφέροντος και της προστασίας των δικαιωμάτων των εναγόντων και, κατά συνέπεια, οι διατάξεις της περίπτωσης 17, της υποπαραγράφου Γ.1, της παραγράφου Γ, του άρθρου πρώτου, του ν. 4093/2012, καθώς και της υπ’ αριθμ. οικ.2/83408/022/14.11.2012 απόφασης του Αναπληρωτή Υπουργού, δεν αντίκειται στην κατοχυρωμένη από το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος αρχή της αναλογικότητας, ούτε στο Πρώτο Πρόσθετο Πρωτόκολλο της Ε.Σ.Δ.Α. (πρβλ. Ολομ. ΣτΕ 668/2012 σκ. 34). Τέλος, οι ανωτέρω διατάξεις δεν αντίκεινται ούτε στο άρθρο 4 παρ. 5 του Συντάγματος, αλλ’ ούτε στο άρθρο 25 παρ. 4 αυτού, διότι ο νομοθέτης αποφάσισε με αυτές, μεταξύ άλλων, την περαιτέρω μείωση και των αποδοχών των μελών του Δ.Ε.Π. των Α.Ε.Ι. που μισθοδοτούνται από το Δημόσιο, για τον προαναφερόμενο σκοπό δημοσίου συμφέροντος (άμεσο μέτρο για την αντιμετώπιση της συνεχιζόμενης οικονομικής και δημοσιονομικής κρίσης), δυνάμενο να δικαιολογήσει, κατ’ αρχήν, την λήψη μέτρων περιστολής μισθολογικών δαπανών του Δημοσίου, οι οποίες, άλλωστε, αφορούν όλες τις κατηγορίες δημοσίων λειτουργών και υπαλλήλων που αμείβονται με «ειδικά μισθολόγια», καθώς και άλλες κατηγορίες λειτουργών και υπαλλήλων (μέλη του Δ.Ε.Π. των Τ.Ε.Ι., Ερευνητές σε Εθνικά Ερευνητικά Κέντρα, Καθηγητές Εθνικής Σχολής Δημόσιας Υγείας, Συμβούλους και Παρέδρους του πρώην Παιδαγωγικού Ινστιτούτου, Αρχιερείς της Εκκλησίας, μέλη του τακτικού Διδακτικού και Ειδικού Διδακτικού Προσωπικού των Ανώτατων Εκκλησιαστικών Ακαδημιών, μέλη του Διδακτικού και Ειδικού Διδακτικού Προσωπικού των Ακαδημιών Εμπορικού Ναυτικού κλπ). Εξάλλου, αποτελεί ένα από περισσότερα μέτρα, η συνδυασμένη εφαρμογή των οποίων είναι, κατ’ εκτίμηση του νομοθέτη, αναγκαία, ενόψει των συντρεχουσών περιστάσεων, για την άμεση αντιμετώπιση της υπ’ αυτού διαπιστωθείσας κρίσιμης δημοσιονομικής κατάστασης της Χώρας. Ειδικότερα, στην παράγραφο Γ, υποπαράγραφο Γ1 του ν. 4093/2012 προβλέπεται, επίσης, εκτός από τις μειώσεις των «ειδικών μισθολογίων», μεταξύ των οποίων και του μισθολογίου των μελών του Δ.Ε.Π. των Α.Ε.Ι., κατάργηση των επιδομάτων Χριστουγέννων, Πάσχα και αδείας από 1.1.2013 για όλους τους λειτουργούς και υπαλλήλους του Δημοσίου, των Ν.Π.Δ.Δ., Ν.Π.Ι.Δ. και Ο.Τ.Α., αναστολή εφαρμογής των διατάξεων του άρθρου 19 (καταβολή κινήτρου Επίτευξης Στόχων) και της περίπτωσης β΄ του τελευταίου εδαφίου της παρ. 2 του άρθρου 29 του ν. 4024/2011 (Α΄ 226), μείωση της αντιμισθίας των προέδρων δημοτικών των δημοτικών και περιφερειακών συμβουλίων κατά πενήντα τοις εκατό (50%), κατάργηση της αποζημίωσης των μελών των δημοτικών συμβουλίων, των οικονομικών επιτροπών των δήμων, των επιτροπών ποιότητας ζωής και των λοιπών επιτροπών των δημοτικών συμβουλίων των δήμων, καθώς και των διοικητικών επιτροπών του άρθρου 164 του ν. 3852/2010 (Α΄ 87), μείωση, κατά ποσοστό πενήντα τοις εκατό (50%), των αποδοχών, αποζημιώσεων, εξόδων παράστασης και των πάσης φύσεως αμοιβών των Διοικητών, Υποδιοικητών, των Προέδρων, Αντιπροέδρων, Διευθυνόντων Συμβούλων, καθώς και των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου των Ιδρυμάτων και των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου των Δήμων και των Περιφερειών και των Νομικών Προσώπων Ιδιωτικού Δικαίου αυτών, συμπεριλαμβανομένων των Συνδέσμων των Ο.Τ.Α., αλλά και των ανωνύμων εταιρειών, στις οποίες οι Οργανισμοί Τοπικής Αυτοδιοίκησης κατέχουν ποσοστό πάνω από το 50% του μετοχικού κεφαλαίου, μείωση του βασικού μισθού του Γενικού Γραμματέα Υπουργείου, του Γενικού Γραμματέα Αποκεντρωμένης Διοίκησης, του Ειδικού Γραμματέα Υπουργείου της παραγράφου 1Β της απόφασης του Αναπληρωτή Υπουργού Οικονομικών με αριθμό 2/57332/0022/27.7.2012 (ΥΟΔΔ 358), ένταξη των υπαλλήλων της Βουλής και της Προεδρίας της Δημοκρατίας στο ν. 4024/2011 (ενιαίο μισθολόγιο), μείωση κατά είκοσι τοις εκατό (20%), των αποδοχών, αποζημιώσεων, εξόδων παράστασης και αμοιβών εν γένει, που καταβάλλονται στους Προέδρους, Αντιπροέδρους και τα μέλη των Ανεξάρτητων Διοικητικών Αρχών (Α.Δ.Α.), καθώς και στους Διοικητές, Υποδιοικητές, στους Προέδρους, Αντιπροέδρους, Διευθύνοντες Συμβούλους και στα μέλη του Δ.Σ. των Ν.Π.Δ.Δ. και των Ν.Π.Ι.Δ. που ανήκουν στο Κράτος ή σε Ν.Π.Δ.Δ. ή σε Ο.Τ.Α. Ενόψει τούτων, κατά τη γνώμη της μειοψηφίας οι διατάξεις της υποπερίπτωσης 17, της υποπαραγράφου Γ1, της παραγράφου Γ, του άρθρου πρώτου, του ν. 4093/2012 και της υπ’ αριθμ. οικ. 2/83408/022/14.11.2012 απόφασης του Αναπληρωτή Υπουργού Οικονομικών δεν αντίκεινται στις διατάξεις του άρθρου 16 του Συντάγματος, ούτε στις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1, 4 παρ. 5 και 25 παρ. 1 και 4 του Συντάγματος, αλλ’ ούτε στο Πρώτο Πρόσθετο Πρωτόκολλο της Ε.Σ.Δ.Α., και, κατά συνέπεια, δεν θεμελιώνεται ευθύνη του Ελληνικού Δημοσίου προς αποζημίωση των εναγόντων από την εκ μέρους της πολιτείας νομοθέτηση, με τα αρμόδια όργανά της, ούτε ευθύνη του Πανεπιστημίου Αθηνών και η κρινόμενη αγωγή πρέπει να απορριφθεί. 25. Επειδή, στο άρθρο 95 του Συντάγματος του 1975 ορίζεται ότι: «1. Στην αρμοδιότητα του Συμβουλίου της Επικρατείας ανήκουν ιδίως: α) Η μετά από αίτηση ακύρωση των εκτελεστών πράξεων των διοικητικών αρχών... β)... γ) Η εκδίκαση των διοικητικών διαφορών ουσίας που υποβάλλονται σ’ αυτό σύμφωνα με το Σύνταγμα και τους νόμους. δ)...». 2... 3... 4. Οι αρμοδιότητες του Συμβουλίου της Επικρατείας ρυθμίζονται και ασκούνται όπως νόμος ειδικότερα ορίζει. 5...». Περαιτέρω, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα (σκέψεις 2 και 3), με τις διατάξεις του άρθρου 1 του ν. 3900/2010 (ΦΕΚ Α΄ 213), προβλέφθηκε και ρυθμίσθηκε ο θεσμός της πρότυπης η «πιλοτικής» δίκης, η οποία αφορά πάσης φύσεως διαφορές, ακυρωτικές η ουσίας. Εξάλλου, η δικονομία του Συμβουλίου της Επικρατείας ερυθμίζετο παγίως με ειδικά νομοθετήματα, περιορισμένης εκτάσεως, συμπληρωνόταν δε με παραδοχές μιάς ευέλικτης νομολογίας. Ειδικώς το ζήτημα των συνεπειών της ακυρωτικής αποφάσεως απετέλεσε αντικείμενο του άρθρου 50 του αρχικού νόμου περί Συμβουλίου της Επικρατείας 3713/1928 (φ. Α΄ 273), το οποίο όριζε στην παρ. 1: «Η δεχομένη την αίτησιν απόφασις απαγγέλλει την ακύρωσιν της προσβαλλομένης πράξεως, επαγομένη νόμιμον αυτής κατάργησιν έναντι πάντων…». Με όμοιο περιεχόμενο και σε ταυτάριθμο άρθρο επαναλαμβάνεται η ρύθμιση στο ν.δ. 170/1973 και εν συνεχεία και στο ισχύον άρθρο 50 του π.δ. 18/1989, το οποίο ορίζει στην παρ. 1: «Η απόφαση που δέχεται την αίτηση ακυρώσεως απαγγέλλει την ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης και συνεπάγεται νόμιμη κατάργησή της έναντι όλων, είτε πρόκειται για κανονιστική είτε πρόκειται για ατομική πράξη». Την παρατεθείσα διάταξη του άρθρου αυτού, την οποία το Συμβούλιο της Επικρατείας παγίως εφήρμοζε με την έννοια ότι η ακύρωση της διοικητικής πράξεως ανατρέχει στον χρόνο εκδόσεώς της, τροποποίησε το άρθρο 22 παρ. 1 του ν. 4274/2014 (φ. Α΄ 147), το οποίο προσέθεσε παρ. 3β έχουσα ως εξής: «Σε περίπτωση αιτήσεως ακυρώσεως που στρέφεται κατά διοικητικής πράξεως, το δικαστήριο, σταθμίζοντας τις πραγματικές καταστάσεις που έχουν δημιουργηθεί κατά το χρόνο εφαρμογής της, ιδίως δε υπέρ των καλόπιστων διοικουμένων, καθώς και το δημόσιο συμφέρον, μπορεί να ορίσει ότι τα αποτελέσματα της ακυρώσεως ανατρέχουν σε χρονικό σημείο μεταγενέστερο του χρόνου έναρξης της ισχύος της και σε κάθε περίπτωση προγενέστερο του χρόνου δημοσίευσης της απόφασης...». Με την νέα διάταξη εδόθη η δυνατότητα στο Συμβούλιο της Επικρατείας, υπό προϋποθέσεις τις οποίες το ίδιο σταθμίζει, να αποκλίνει, σε εξαιρετικές πάντως περιπτώσεις, από τον κανόνα της αναδρομικής ακυρώσεως και να καθορίσει μεταγενέστερο χρόνο επελεύσεως των συνεπειών της ακυρώσεως. Τα αυτά και για τους ίδιους λόγους δέον αναλογικώς να ισχύσουν και επί αγωγών και άλλων διαφορών ουσίας, που άγονται προς εκδίκαση στο Συμβούλιο της Επικρατείας μέσω του νέου δικονομικού θεσμού της πρότυπης δίκης (πρβλ. ΔΕΚ C43/75 της 8.4.1976 Defrenne κατά Sabena και C-262/78 της 17.5.1990 Barber).
26. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, η, κατά τα ανωτέρω, διάγνωση της αντισυνταγματικότητας των διατάξεων της περίπτωσης 37, της υποπαραγράφου Γ1, της παραγράφου Γ, του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 και η συνεπεία αυτής αναδρομική ακύρωση της υπ’ αριθμ. οικ.2/83408/0022/14.11.2012 αποφάσεως του Αναπληρωτή Υπουργού Οικονομικών (Β΄ 3017/14.11.2012) θα συνεπήγετο υποχρέωση της Διοικήσεως να συμμορφωθεί με αναδρομική καταβολή των αποδοχών που περιεκόπησαν, βάσει των αντισυνταγματικών αυτών διατάξεων, όχι μόνον στους ενάγοντες, αλλά και σε ιδιαιτέρως ευρύ κύκλο προσώπων που αφορά η παρούσα πρότυπη δίκη. Εν όψει των δεδομένων τούτων, το Δικαστήριο, μετά στάθμιση του δημοσίου συμφέροντος, αναφερομένου στην οξυμένη δημοσιονομική κρίση και στην κοινώς γνωστή ταμειακή δυσχέρεια του ελληνικού Κράτους, ορίζει ότι οι συνέπειες της αντισυνταγματικότητας των επιμάχων διατάξεων θα επέλθουν μετά την δημοσίευση της παρούσης αποφάσεως. Οίκοθεν νοείται ότι για τους ενάγοντες και όσους άλλους έχουν ασκήσει ένδικα μέσα ή βοηθήματα μέχρι το χρόνο δημοσιεύσεως της αποφάσεως η διαγνωσθείσα αντισυνταγματικότητα θα έχει αναδρομικό χαρακτήρα. Κατά συνέπεια, δεν μπορεί να γίνει επίκληση της αντισυνταγματικότητας των διατάξεων αυτών για τη θεμελίωση αποζημιωτικών αξιώσεων άλλων μελών του Διδακτικού και Ερευνητικού Προσωπικού των Α.Ε.Ι., που αφορούν περικοπείσες, βάσει των εν λόγω διατάξεων, αποδοχές τους, για χρονικά διαστήματα προγενέστερα του χρονικού σημείου δημοσιεύσεως της παρούσης αποφάσεως. Η κρατήσασα δε αυτή άποψη δεν συγκρούεται ούτε με το άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος περί της αξιώσεως δικαστικής προστασίας, αλλ’ ούτε και με το άρθρο 6 παρ. 1 της Ε.Σ.Δ.Α., και το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου αυτής, διότι αφ’ ενός μεν η αναδρομικότητα των συνεπειών των αποφάσεων του Συμβουλίου της Επικρατείας δεν είναι αυτονόητη και αποκλειστική κάθε άλλης ρυθμίσεως, αφ’ ετέρου δε με τον ως άνω τιθέμενο περιορισμό, δεν διαταράσσεται η δίκαιη ισορροπία μεταξύ των απαιτήσεων του γενικού συμφέροντος και της προστασίας των δικαιωμάτων των διοικουμένων, εφόσον αυτοί δεν αποστερούνται των δικαιωμάτων τους, τα οποία απλώς περιορίζονται, για τους προαναφερόμενους λόγους επιτακτικού δημοσίου συμφέροντος. Μειοψήφησαν οι Σύμβουλοι Α. Χριστοφορίδου και Κ. Κουσούλης, οι οποίοι διετύπωσαν την ακόλουθη άποψη: Εν όψει όσων έγιναν δεκτά ανωτέρω, οι συνέπειες των αποτελεσμάτων της απαγγελλόμενης από το Δικαστήριο αντισυνταγματικότητας των ως άνω διατάξεων πρέπει να επέλθουν από το χρόνο δημοσίευσης της παρούσης αποφάσεως, χωρίς καμία εξαίρεση, δηλ. αποκλειομένης της καταβολής χρηματικών αξιώσεων τόσο στους ενάγοντες, όσο και σε εκείνους, οι οποίοι έχουν τυχόν ασκήσει σχετική αγωγή πριν από τη δημοσίευση της παρούσης αποφάσεως. Επίσης, μειοψήφησαν οι Σύμβουλοι Δ. Μαρινάκης, Γ. Παπαγεωργίου, Γ. Ποταμιάς και Α.Μ. Παπαδημητρίου, οι οποίοι διετύπωσαν την εξής γνώμη, με την οποία συντάχθηκε και ο Πάρεδρος Δ. Τομαράς: Σε περίπτωση ζημίας προκληθείσης από την εφαρμογή αντισυνταγματικού νόμου, ο αποκλεισμός, με δικαστική απόφαση, της δυνατότητος οποιουδήποτε ζημιωθέντος προσώπου – πέραν εκείνων που έχουν ήδη ασκήσει σχετικές αγωγές – να επιδιώξει δικαστικώς, με αγωγή, την αποκατάσταση της εν λόγω ζημίας, αφ’ ενός μεν δεν ευρίσκει έρεισμα στις διατάξεις του άρθρου 1 του ν. 3900/2010 (όπως έχει τροποποιηθεί με το άρθρο 40 παρ. 1 και 2 του ν. 4055/2012) και του άρθρου 50 του π.δ/τος 18/1989 (όπως έχει τροποποιηθεί με το άρθρο 22 παρ. 1 του ν. 4274/2014), αφ’ ετέρου δε, και προεχόντως, αντίκειται σε θεμελιώδεις συνταγματικές αρχές και διατάξεις, όπως ειδικότερα, εκτίθεται κατωτέρω: Την διατύπωση, με δικαστική απόφαση, κανόνων γενικής εφαρμογής (erga omnes), επιτακτικών ή απαγορευτικών, αποκλείει πρωτίστως η αρχή της διακρίσεως των εξουσιών (άρθρο 26 του Συντάγματος) που αποτελεί ειδικότερη έκφανση της θεμελιώδους συνταγματικής αρχής του Κράτους Δικαίου, διότι, βάσει της αρχής αυτής, τέτοιοι κανόνες θεσπίζονται μόνο από τα όργανα της νομοθετικής εξουσίας ή, κατόπιν ειδικής εξουσιοδοτήσεως νόμου, από την κανονιστικώς δρώσα Διοίκηση, όχι δε από τα όργανα της δικαστικής εξουσίας (δικαστήρια), των οποίων το έργο, κατά το άρθρο 87 παρ. 1 του Συντάγματος, συνίσταται στην απονομή της δικαιοσύνης, στην επίλυση δηλαδή διαφορών μεταξύ συγκεκριμένων προσώπων (του Κράτους συμπεριλαμβανομένου) με έκδοση αποφάσεως ισχυούσης μεταξύ των μερών. Ως μόνη περίπτωση δικαστικής αποφάσεως που επάγεται αποτελέσματα erga omnes αναγνωρίζει το Ελληνικό Σύνταγμα, με το άρθρο 100 παρ. 1 και 4, την αρμοδιότητα του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου να κηρύσσει διάταξη νόμου ανίσχυρη, ως αντισυνταγματική. Η περίπτωση δε αυτή είναι συνάμα και η μόνη κατά την οποία κάμπτεται ο γενικώς καθιερούμενος, κατά τα άρθρα 87 παρ. 2 και 93 παρ. 4 του Συντάγματος, διάχυτος και παρεμπίπτων έλεγχος της συνταγματικότητας των νόμων, βάσει του οποίου οποιοδήποτε δικαστήριο έχει εξουσία και, συγχρόνως, υποχρέωση να ελέγχει, στο πλαίσιο αποκλειστικώς της εκδίκασης της συγκεκριμένης εκάστοτε διαφοράς, την συμφωνία προς το Σύνταγμα κάθε κανόνος δικαίου που καλείται σε εφαρμογή, να αποκρούει δε την εφαρμογή κάθε κανόνος τον οποίο αυτό κρίνει ως αντισυνταγματικό. Προς τις ανωτέρω συνταγματικές προβλέψεις είναι άλλωστε, απολύτως σύμφωνες α) οι προμνησθείσες διατάξεις του άρθρου 1 του ν. 3900/2010, το οποίο, προκειμένου περί της λεγομένης «πιλοτικής» δίκης, οριοθετεί τις συνέπειες της σχετικής αποφάσεως, ορίζοντας ότι «η απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας δεσμεύει τους διαδίκους της ενώπιόν του δίκης, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι παρεμβάντες» (παρ. 1) και ότι «η απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας είναι υποχρεωτική για το δικαστήριο που υπέβαλε το ερώτημα και δεσμεύει τους παρεμβάντες ενώπιόν του» (παρ. 2) και β) οι προμνησθείσες διατάξεις του άρθρου 50 του π.δ/τος 18/1989 (όπως ισχύει), με το οποίο, μεταξύ άλλων, θεσπίζεται, επί αιτήσεως ακυρώσεως, η δυνατότητα περιορισμού, ως προς τον αιτούντα, της αναδρομικότητας των αποτελεσμάτων της ακυρώσεως (παρ. 3β), προβλέπεται, όμως, ρητώς ότι δεν θίγονται στην περίπτωση αυτή οι αποζημιωτικές αξιώσεις (παρ. 3δ). Περαιτέρω, ο γενικός αποκλεισμός της δυνατότητος προσώπων να επιδιώξουν και να επιτύχουν δια των δικαστηρίων αποκατάσταση προκληθείσης ζημίας (και, μάλιστα, συνεπεία παραβάσεως του Συντάγματος), ήτοι δικονομική προστασία του ουσιαστικού δικαιώματος της αποζημίωσης (κατά τη γενική αρχή ubi ius ibi remedium), δεν συνιστά απλό περιορισμό, αλλά πλήρη στέρηση του δικαιώματος της ένδικης προστασίας και στοιχειοθετεί, συνεπώς, παράβαση των άρθρων 20 παρ. 1 του Συντάγματος και 6 παρ. 1 της Ε.Σ.Δ.Α., στο βαθμό δε που πρόκειται για πρόκληση περιουσιακής ζημίας, η παρεμπόδιση της αποκαταστάσεώς της αντίκειται στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α. Τέλος, απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας επί «πιλοτικής» δίκης, με την οποία διάταξη νόμου κρίνεται αντισυνταγματική, δεν μπορεί να δεσμεύσει, ως προς τον περιορισμό της χρονικής εκτάσεως των αποτελεσμάτων της αντισυνταγματικότητας, το δικαστή ο οποίος θα επιληφθεί στο μέλλον αγωγής αποζημιώσεως θεμελιουμένης στην εν λόγω αντισυνταγματικότητα (ώστε να μην επιδικάσει αυτός αποζημίωση για παρελθόντα χρονικά διαστήματα), διότι τούτο θα ισοδυναμούσε, κατ’ αποτέλεσμα, με επιβολή υποχρεώσεως στο δικαστή να εφαρμόσει νόμο αντισυνταγματικό, κατά παράβαση του άρθρου 87 παρ. 2 του Συντάγματος.
27. Επειδή, κατ’ ακολουθία, πρέπει μεν να γίνει δεκτή η κρινόμενη αγωγή και να ικανοποιηθούν οι ενάγοντες, περαιτέρω όμως να ορισθεί ως χρονικό σημείο επελεύσεως των αποτελεσμάτων της διαγνωσθείσης αντισυνταγματικότητας των επιμάχων διατάξεων ο χρόνος δημοσιεύσεως της παρούσης αποφάσεως. Ειδικότερα ως προς την αγωγή και με δεδομένο ότι η υπόθεση δεν χρήζει διευκρινίσεως κατά το πραγματικό, εφ’ όσον τα αιτούμενα από τους ενάγοντες ποσά είναι βέβαια και εκκαθαρισμένα (προκύπτουν από βεβαιώσεις του ιδίου του εναγόμενου Πανεπιστημίου και δεν αμφισβητούνται από αυτό, ούτε από το Ελληνικό Δημόσιο, ούτε έχουν παραγραφεί), πρέπει να αναγνωρισθεί η εις ολόκληρον υποχρέωση του Πανεπιστημίου Αθηνών και του Ελληνικού Δημοσίου να καταβάλουν στους ενάγοντες τα αιτούμενα ποσά.
Διά ταύτα
Δέχεται την αγωγή.
Ορίζει ως χρονικό σημείο επελεύσεως των αποτελεσμάτων της διαγνωσθείσης αντισυνταγματικότητας της περίπτωσης 17, της υποπαραγράφου Γ.1, της παραγράφου Γ, του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 το χρόνο δημοσιεύσεως της παρούσης αποφάσεως.
Αναγνωρίζει την εις ολόκληρον υποχρέωση του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών και του Ελληνικού Δημοσίου να καταβάλουν, με τον νόμιμο τόκο υπερημερίας, στον πρώτο από τους ενάγοντες το ποσό των 3.426,93 ευρώ, στη δεύτερη το ποσό των 6.801,66 ευρώ και στον τρίτο το ποσό των 4.100,49 ευρώ.
Επιβάλλει εις βάρος του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών και του Ελληνικού Δημοσίου, συμμέτρως, τη δικαστική δαπάνη των εναγόντων που ανέρχεται σε χίλια τριακόσια ογδόντα (1380) ευρώ.
Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 3 Νοεμβρίου και στις 15 Δεκεμβρίου 2014 και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 29ης Δεκεμβρίου 2014.
Αρχή
 6 ΣτΕ 3783/2014 Α΄Τμήμα - Πλημμελής άσκηση εποπτικής δραστηριότητας του Κράτους επί ασφαλιστικών εταιρειών και αποκατάσταση της σχετικής ζημίας των ασφαλισμένων
11/11/2014
Με την 3783/2014 απόφαση του Α΄ Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας επιλύθηκαν, με την κατ’ άρθρο 1 του ν. 3900/2010 διαδικασία της πιλοτικής δίκης, τα μείζονος σπουδαιότητας ζητήματα αστικής ευθύνης του Δημοσίου από πλημμελή άσκηση κρατικής εποπτείας επί ασφαλιστικών επιχειρήσεων, τα οποία ετίθεντο στο πλαίσιο εκδικάσεως αγωγής αποζημιώσεως κατόχων ασφαλιστηρίων συμβολαίων της εταιρείας «Ασπίς Πρόνοια - Ανώνυμη Εταιρεία Γενικών Ασφαλίσεων (Α.Ε.Γ.Α.)» κατά του Ελληνικού Δημοσίου.

Με την απόφαση κρίθηκε ότι οι περί κρατικής εποπτείας διατάξεις της νομοθεσίας περί ιδιωτικής ασφαλίσεως, οι οποίες, πέραν της διασφαλίσεως της φερεγγυότητας των ασφαλιστικών επιχειρήσεων, της εύρυθμης λειτουργίας της ασφαλιστικής αγοράς και της χρηματοπιστωτικής της σταθερότητας, προστατεύουν εξ αντανακλάσεως και τα συμφέροντα των ασφαλισμένων, δεν αποτελούν διατάξεις τεθείσες αποκλειστικώς χάριν του γενικού συμφέροντος, ώστε να αποκλείεται, εξ αυτού και μόνον του λόγου, η εφαρμογή του άρθρου 105 του ΕισΝΑΚ στην προκειμένη περίπτωση. Δεν άγει στο αντίθετο συμπέρασμα το γεγονός ότι οι οικείες διατάξεις της ασφαλιστικής νομοθεσίας αποτελούν μεταφορά αντίστοιχων διατάξεων του ενωσιακού δικαίου, διότι με τις κοινοτικές αυτές διατάξεις δεν ρυθμίζεται το ζήτημα της αποζημιώσεως των ασφαλισμένων ασφαλιστικών εταιρειών σε περίπτωση πλημμελούς κρατικής εποπτείας της ασφαλιστικής αγοράς, αλλά το ζήτημα αυτό καταλείπεται στην ευχέρεια του εθνικού νομοθέτη (βλ. και την από 12.10.2004 απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, C-222/02, Peter Paul κατά Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας). Κρίθηκε, επίσης, ότι τυχόν ευθύνη του Δημοσίου από πλημμελή άσκηση εποπτείας σε ασφαλιστικές επιχειρήσεις μπορεί να τεθεί μόνον στο πλαίσιο των ειδικών περί ασκήσεως εποπτείας επί των ασφαλιστικών επιχειρήσεων διατάξεων του ν.δ/τος 400/1970 και όχι στο πλαίσιο των γενικών διατάξεων του κ.ν. 2190/1920, που αφορούν την άσκηση κρατικής εποπτείας επί των ανωνύμων εταιρειών. Έγινε, περαιτέρω, δεκτό ότι ο εθνικός νομοθέτης, κινούμενος εντός του πλαισίου των κατευθύνσεων της από 12.7.2010 Λευκής Βίβλου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για τα συστήματα εγγυήσεως των ασφαλίσεων, προέβη στην κατάστρωση ενός πάγιου μηχανισμού εγγυήσεων στον τομέα των ασφαλίσεων ζωής (άρθρα 4 επ. του ν. 3867/2010), ο οποίος επιτελεί λειτουργία ανάλογη με τους αντίστοιχους μηχανισμούς που ισχύουν στο χρηματοπιστωτικό και επενδυτικό τομέα. Ο μηχανισμός αυτός, η χρηματοδότηση του οποίου γίνεται από παρακρατηθείσες εισφορές των ασφαλιστικών επιχειρήσεων και των ασφαλισμένων τους, διαρθρώνεται σε δύο στάδια, στο πρώτο εκ των οποίων αναζητείται ανάδοχος του χαρτοφυλακίου ζωής της ασφαλιστικής επιχειρήσεως, ενώ στο δεύτερο στάδιο επέρχεται η καταβολή του συνόλου ή, κατά περίπτωση, τμήματος των εξ ασφαλίσεως απαιτήσεων που δεν αποτέλεσαν αντικείμενο της, κατά τα ανωτέρω, αναδοχής. Τα ποσά αυτά, τα οποία δεν μπορούν να υπερβαίνουν τα εκ του νόμου καθοριζόμενα ανώτατα όρια, καταβάλλονται από το νεοσυσταθέν εγγυητικό κεφάλαιο, το οποίο, κατά ρητή πρόβλεψη του νόμου, υποκαθίσταται στα δικαιώματα των ασφαλισμένων. Από τις ίδιες διατάξεις, οι οποίες τυγχάνουν εφαρμογής επί περιπτώσεων ασφαλιστικών εταιρειών, των οποίων η άδεια λειτουργίας ανακαλείται σε χρόνο μεταγενέστερο της ενάρξεως ισχύος του νεότερου νόμου, συνάγεται, περαιτέρω, ότι ο μηχανισμός εγγυήσεων καλύπτει περιπτώσεις αφερεγγυότητας των ασφαλιστικών επιχειρήσεων, ανεξαρτήτως αν αυτή επήλθε συνεπεία σκόπιμων ή εσφαλμένων ενεργειών και παραλείψεων της διοικήσεώς τους, πλημμελούς ασκήσεως κρατικής εποπτείας ή αντικειμενικών παραγόντων, όπως, επί παραδείγματι, απρόβλεπτων και μεγάλης εκτάσεως οικονομικών και χρηματοπιστωτικών κρίσεων. Με τις διατάξεις, εξάλλου, του άρθρου 2 του ν. 3867/2010 εισήχθησαν, παραλλήλως, μεταβατικού χαρακτήρα ρυθμίσεις για τις εκκρεμείς, κατά το χρόνο δημοσιεύσεως του νόμου αυτού, διαδικασίες αναζητήσεως αναδόχου χαρτοφυλακίου ζωής ασφαλιστικών επιχειρήσεων, των οποίων η άδεια λειτουργίας είχε ήδη ανακληθεί και είχε ορισθεί επόπτης χαρτοφυλακίου ζωής. Επρόκειτο, κατ’ ουσίαν, για τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις του ομίλου «Ασπίς Πρόνοια» (Ασπίς Πρόνοια και Commercial Value), η ανάγκη περιορισμού των συνεπειών της καταρρεύσεως των οποίων υπαγόρευσε, όπως προκύπτει και από τις προπαρασκευαστικές εργασίες ψήφισης του ν. 3867/2010, τη θέσπιση των εξαιρετικών αυτών ρυθμίσεων. Κατά τις ειδικότερες προβλέψεις των διατάξεων αυτών, με τις οποίες επιδιώκεται «η οριστική διευθέτηση των εκκρεμοτήτων μέσα σε σύντομη προθεσμία» (βλ. αιτιολογική έκθεση), σε περίπτωση αποτυχίας της διαδικασίας ανευρέσεως αναδόχου, για τη μεταβίβαση του χαρτοφυλακίου ζωής τίθενται σε εφαρμογή οι λοιπές περί αναδοχής διατάξεις των παραγράφων 2-5 του άρθρου 2 του ν. 3867/2010. Κατά τις ειδικότερες προβλέψεις των τελευταίων αυτών διατάξεων, σε περίπτωση μη ευδοκιμήσεως της απόπειρας αναδοχής του συνόλου του χαρτοφυλακίου ζωής, ακολουθεί το στάδιο της ασφαλιστικής εκκαθαρίσεως, υπό το καθεστώς της οποίας τίθεται το σύνολο του μη μεταβιβασθέντος χαρτοφυλακίου ζωής της υπό εκκαθάριση τελούσης ασφαλιστικής επιχειρήσεως. Κατόπιν, εξάλλου, της περατώσεως της διαδικασίας ασφαλιστικής εκκαθαρίσεως, ενεργοποιείται υποχρεωτικώς ο μηχανισμός εγγυήσεων, ο οποίος παρέχει το μεν στενότερη, το δε ευρύτερη προστασία από εκείνη που παρέχεται από τις πάγιες διατάξεις του ως άνω νόμου, καθόσον ναι μεν καλύπτει το 70 % των απαιτήσεων (ενώ με την πάγια ρύθμιση καλύπτεται ολόκληρο το ποσό, εφόσον αυτό είναι κατώτερο, κατά περίπτωση, των 30.000 ή των 60.000 ευρώ), η περιορισμένη, όμως, αυτή προστασία παρέχεται χωρίς καθ’ ύψος περιορισμό του καταβαλλόμενου ποσού, σε αντίθεση με τις πάγιες διατάξεις με τις οποίες θεσπίζονται ανώτατα όρια καλύψεως (30.000 και 60.000 ευρώ). Κατ’ αυτόν τον τρόπο, στην περίπτωση που η διαδικασία ανευρέσεως αναδόχου αποβεί άκαρπη, οι σχετικές απαιτήσεις καλύπτονται, μετά το πέρας της εκκαθαρίσεως, υποχρεωτικώς από το εγγυητικό κεφάλαιο, το οποίο, στην περίπτωση του μεταβατικού μηχανισμού, δεν χρηματοδοτείται από τις εισφορές των ασφαλισμένων και των υπαγομένων στη ρύθμιση ασφαλιστικών επιχειρήσεων. Κρίθηκε, περαιτέρω, ότι η ευθύνη προς αποζημίωση από τυχόν πλημμελή άσκηση κρατικής εποπτείας επί των ασφαλιστικών επιχειρήσεων δεν μπορεί να αντιμετωπισθεί από τις διατάξεις του άρθρου 105 του ΕισΝΑ.Κ, όπως αυτές έχουν μέχρι σήμερα ερμηνευθεί, διότι οι ιδιαιτερότητες του εποπτικού έργου της ασφαλιστικής αγοράς, όπως θεσπίζεται και οργανώνεται από τις διατάξεις του ν.δ/τος 400/1970, οι οποίες διακρίνονται για την πολυπλοκότητά τους, σε συνδυασμό με το αβέβαιο του αποτελέσματος του εποπτικού ελέγχου, η διενέργεια του οποίου αποβλέπει προεχόντως στην εύρυθμη λειτουργία της ασφαλιστικής αγοράς με τη διασφάλιση της φερεγγυότητας των ασφαλιστικών εταιρειών, αντανακλαστικά δε, μέσω αυτού, καταλήγει να προστατεύει εμμέσως και τους ασφαλισμένους, διαφοροποιεί ουσιωδώς την εποπτική λειτουργία της διοικήσεως από τις λοιπές κρατικές δραστηριότητες. Κατά τις ειδικότερες κρίσεις του Δικαστηρίου, η ευθύνη προς αποζημίωση που τυχόν προκαλείται από τη συγκεκριμένη κρατική δραστηριότητα, η οποία ασκείται στην ασφαλιστική αγορά, σε πεδίο, δηλαδή, που ενέχει σημαντικούς οικονομικής φύσεως κινδύνους για όσους, εκουσίως, άλλωστε, εκτίθενται σε αυτούς, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι η άσκηση της ιδιότυπης αυτής κρατικής δραστηριότητας, κατά κανόνα, εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια των εποπτικών αρχών, οι οποίες απολαμβάνουν μεν ευρείας και ουσιαστικής εξουσίας, πλην, όμως, η εκπλήρωση της αποστολής τους απαιτεί πολύπλοκες οικονομικοτεχνικής φύσεως σταθμίσεις, δεν προσιδιάζει με την αντικειμενική ευθύνη των οργάνων του κράτους που καθιερώνεται από τις διατάξεις του άρθρου 105 ΕισΝΑΚ, οι οποίες, όπως έχουν καταστρωθεί από το νομοθέτη και ερμηνευθεί από τα δικαστήρια, δεν αποτελούν στην περίπτωση αυτή κατάλληλο μηχανισμό αποζημιώσεως. Οι ιδιαιτερότητες αυτές της ως άνω κρατικής δραστηριότητας δεν συνάδουν, περαιτέρω, ούτε με την αρχή της πλήρους αποζημιώσεως η οποία, κατ΄ αρχήν, καθιερώνεται από το άρθρο 105 του ΕισΝΑΚ, διότι τυχόν αναγνώριση υποχρεώσεως περί πλήρους αποζημιώσεως των εκουσίως εκτιθεμένων στους κινδύνους της ασφαλιστικής αγοράς ασφαλισμένων ασφαλιστικών επιχειρήσεων, οι οποίες κατέστησαν αφερέγγυες και λόγω πλημμελούς ασκήσεως εποπτείας από τα όργανα του κράτους, θα ισοδυναμούσε με ανεπίτρεπτη υποκατάσταση του κράτους στη θέση της αφερέγγυας ασφαλιστικής επιχειρήσεως, κατ’ ουσίαν δε με ανεπίτρεπτη μετακύλιση των υποχρεώσεών της σε αυτό και στους φορολογούμενους πολίτες. Έγινε, επίσης, δεκτό ότι οι ανωτέρω εκτεθείσες ιδιαιτερότητες στην άσκηση της κρατικής εποπτείας επί των ασφαλιστικών επιχειρήσεων, οι οποίες τη διαφοροποιούν ουσιωδώς σε σχέση με τις λοιπές μορφές κρατικής δραστηριότητας, θα επέβαλλαν, προκειμένου να ικανοποιηθεί η συνταγματική επιταγή του άρθρου 4 παρ. 5 του Συντάγματος και να μην μείνει άνευ αποκαταστάσεως η ζημία που προκαλείται σε ασφαλισμένους ασφαλιστικής επιχειρήσεως από πλημμελή άσκηση εποπτείας (πρβλ. ΣτΕ Ολομ. 1501/2014), την ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 105 ΕισΝΑΚ, υπό την έννοια ότι, για μεν τη θεμελίωση της αστικής ευθύνης του κράτους θα απαιτείτο η συνδρομή πρόσθετων προϋποθέσεων (πρόδηλο και βαρύ σφάλμα των εποπτικών οργάνων), η δε αποζημίωση που θα ήταν δυνατόν να επιδικασθεί στις περιπτώσεις αυτές δεν θα μπορούσε να είναι πλήρης. Κατά συνέπεια, στην περίπτωση αυτή, ευθύνη του Δημοσίου προς αποζημίωση θα ήταν δυνατόν να γεννηθεί όχι από οποιαδήποτε παρανομία της διοικήσεως, αλλά μόνον από πρόδηλο ή βαρύ σφάλμα των εποπτικών οργάνων, από προφανή, δηλαδή, και σοβαρή παράβαση της νομοθεσίας περί ιδιωτικής ασφάλισης, και με την επιδίκαση στους πληττόμενους ασφαλισμένους εύλογης μόνον αποζημιώσεως. Κατ’ εκτίμηση τούτων, της δυσχέρειας, δηλαδή, θεμελιώσεως της, έστω και κατ’ ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 105 του ΕισΝΑΚ, αστικής ευθύνης του κράτους για άσκηση πλημμελούς εποπτείας επί της ασφαλιστικής αγοράς, η οποία, κατά τα ήδη εκτεθέντα, δεν περιλαμβάνει την πλήρη αποκατάσταση της προκληθείσης ζημίας, καθώς και της, κατά τα ανωτέρω, υποχρεωτικής ενεργοποιήσεως του ειδικού μηχανισμού εγγυήσεων εκ μόνης της αποτυχίας της διαδικασίας ανευρέσεως αναδόχου του χαρτοφυλακίου ζωής ασφαλιστικής επιχειρήσεως, της οποία ανεκλήθη η άδεια λειτουργίας για λόγους νομιμότητας, το Δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο κατ’ άρθρο 2 του ν. 3867/2010 ειδικός μηχανισμός αποζημιώσεως αποτελεί κατάλληλο και πρόσφορο μηχανισμό για την αποκατάσταση της ζημίας που, μεταξύ άλλων, προκαλείται στους ασφαλισμένους ασφαλιστικών επιχειρήσεων των οποίων η άδεια λειτουργίας ανακαλείται, λόγω πλημμελούς ασκήσεως της ως άνω κρατικής δραστηριότητας. Δεδομένου, εξάλλου, ότι ο μηχανισμός αυτός, όπως οργανώνεται από το νομοθέτη, δεν προσκρούει σε καμία συνταγματική διάταξη, η θέσπισή του αποκλείει, κατά την έννοια των σχετικών διατάξεων, όχι μόνον την ευθεία, αλλά και την ανάλογη, υπό την προεκτεθείσα έννοια, εφαρμογή του άρθρου 105 του ΕισΝΑΚ, ερμηνευτική εκδοχή που επιβεβαιώνεται και από την αιτιολογική έκθεση του ν. 3867/2010, στην οποία αναφέρεται ότι, με τις προπαρατεθείσες διατάξεις του άρθρου 2, αποκλείεται «η χρηματοδότηση του ανοίγματος από το Δημόσιο, είτε με τη μορφή εγγυήσεως είτε με οποιαδήποτε άλλη μορφή», με αποτέλεσμα η αντίστοιχη «ζημία [να] επιβαρύνει κατά ένα σημαντικό μέρος τους ίδιους τους ασφαλισμένους και κατά το υπόλοιπο μέρος το εγγυητικό κεφάλαιο ζωής».
Αρχή
 7 ΣτΕ 307/2014 (Ολομέλεια) επί αιτήματος αναστολής εκτελέσως αποφάσεως για λειτουργία καταστημάτων.
15/9/2014
Δεκτή αίτηση αναστολής εκτελέσεως της υπ’ αριθμ. Κ1-1119/7.7.2014 αποφάσεως του Υφυπουργού Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας με τίτλο «Ορισμός τριών τουριστικών περιοχών της Ελλάδας, όπου επιτρέπεται πιλοτικά για ένα (1) έτος ή προαιρετική λειτουργία των εμπορικών καταστημάτων και τις υπόλοιπες Κυριακές, πέραν των αναφερομένων στην παρ. 1 του άρθρου 16 του Ν. 4177/2013» (ΦΕΚ Β΄ 1859/8.7.2014).

Αριθμός 307/2014
Η Επιτροπή Αναστολών του Συμβουλίου της Επικρατείας
(άρθρο 52 του π.δ/τος 18/1989, όπως ισχύει)
___________________
Συνεδρίασε σε συμβούλιο στις 28 Αυγούστου 2014 με την εξής σύνθεση : Σωτ. Ρίζος, Πρόεδρος, Δ. Μαρινάκης, Μ. Καραμανώφ, Σύμβουλοι. Γραμματέας η Μ. Παπασαράντη.
Για να αποφασίσει σχετικά με την από 21 Ιουλίου 2014 αίτηση:
των: 1. Σωματείου με την επωνυμία «ΕΘΝΙΚΗ ΣΥΝΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΕΜΠΟΡΙΟΥ» (ΕΣΕΕ), που εδρεύει στην Αθήνα (Μητροπό¬λεως 42), 2. Σωματείου με την επωνυμία «ΓΕΝΙΚΗ ΣΥΝΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΩΝ ΒΙΟΤΕΧΝΩΝ ΕΜΠΟΡΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ» - (Γ.Σ.Ε.Β.Ε.Ε.), που εδρεύει στην Αθήνα (Αριστοτέλους 46), 3. Σωματείου με την επωνυμία «ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑ ΙΔΙΩΤΙΚΩΝ ΥΠΑΛΛΗΛΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ», που εδρεύει στην Αθήνα (Ψαρρών 2), 4. Σωματείου με την επωνυμία «ΕΜΠΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ», που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη (Πλατεία Μοριχόβου 1), 5. Εταιρείας με την επωνυμία «ΑΦΟΙ ΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΙ Ο.Ε.», που εδρεύει στην Αθήνα (Πολυκρείτου 9), 6. Εταιρείας με την επωνυμία «ΧΑΡΟΣ Ο.Ε.», που εδρεύει στην Αθήνα (Αγίου Μάρκου 16), 7. Εταιρείας με την επωνυμία «ΚΑΡΡΙΕΡΑ Α.Ε.», που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη (Μητροπόλεως 39), 8. Εταιρείας με την επωνυμία «ΜΠΕΣΣΥ ΧΑΣΣΟΝ Ο.Ε.», που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη (Μητροπόλεως 115), 9. Εταιρείας με την επωνυμία «ΑΦΟΙ ΜΕΝΕΞΟΠΟΥΛΟΙ Ο.Ε.», που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη (Κατούνη 49), 10. Εταιρείας με την επωνυμία «Α. ΦΕΛΕΚΗΣ ΚΑΙ ΣΙΑ Ε.Ε.», που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη (Αγίας Σοφίας 7), 11. Εταιρείας με την επωνυμία «Π. ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑΟΥ ΚΑΙ ΣΙΑ Ο.Ε.», που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη (Εγνατίας 34-36), 12. Μιλτιάδη Παυλίδη, κατοίκου Θεσσαλονίκης (Τσιμισκή 104), 13. Ανδρέα Γιαννακόπουλου, κατοίκου Αθήνας (Πολυκρείτου 9), 14. Αναστάσιου Χάρου, κατοίκου Αθήνας (Αγίου Μάρκου 16), 15. Κωνσταντίνου Χαντζαρίδη, κατοίκου Θεσσαλονίκης (Μητροπόλεως 39), 16. Μπέττυς Χασσόν, κατοίκου Θεσσαλονίκης (Μητροπόλεως 115), 17. Παναγιώτη Μενεξόπουλου, κατοίκου Θεσσαλονί¬κης (Κατούνη 49), 18. Αναστάσιου Φελέκη, κατοίκου Θεσσαλονίκης (Αγίας Σοφίας 7), 19. Πολυξένης Παπανικολάου, κατοίκου Θεσσαλονίκης (Εγνατίας 34-36), 20. Ιωάννας Καραγιάννη, κατοίκου Αθήνας (Γκλίτσης 14) και 21. Αγγελικής Στοικούδη, κατοίκου Θεσσαλονίκης (25ης Μαρτίου 89), οι οποίοι παρέστησαν με τους δικηγόρους: α) Χαράλαμπο Χρυσανθάκη (Α.Μ. 11855) και β) Αντώνιο Μέγγουλη (Α.Μ. 16502), κατά του Υπουργού Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας, ο οποίος παρέστη με την Αικατερίνη Γρηγορίου, Νομική Σύμβουλο του Κράτους. Με την αίτηση αυτή οι αιτούντες επιδιώκουν να ανασταλεί η εκτέλεση της υπ’ αριθμ. Κ1-1119/7.7.2014 αποφάσεως του Υφυπουργού Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας και κάθε άλλης σχετικής πράξεως της Διοικήσεως. Κατά τη συνεδρίασή της η Επιτροπή άκουσε την εισηγήτρια, Σύμβουλο Μ. Καραμανώφ.
Κατόπιν η Επιτροπή άκουσε τους πληρεξουσίους των αιτούντων, οι οποίοι ζήτησαν να γίνει δεκτή η αίτηση και την αντιπρόσωπο του Υπουργού, που ζήτησε την απόρριψή της.
Α φ ο ύ μ ε λ έ τ η σ ε τ α σ χ ε τ ι κ ά έ γ γ ρ α φ α
Σ κ έ φ θ η κ ε κ α τ ά τ ο Ν ό μ ο
1. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση, για την άσκηση της οποίας έχει κατατεθεί το νόμιμο παράβολο (υπ’ αριθμ. 1358428/2014 ειδικό γραμμ. παραβόλου), ζητείται η αναστολή εκτελέσεως της υπ’ αριθμ. Κ1-1119/7.7.2014 αποφάσεως του Υφυπουργού Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας με τίτλο «Ορισμός τριών τουριστικών περιοχών της Ελλάδας, όπου επιτρέπεται πιλοτικά για ένα (1) έτος ή προαιρετική λειτουργία των εμπορικών καταστημάτων και τις υπόλοιπες Κυριακές, πέραν των αναφερομένων στην παρ. 1 του άρθρου 16 του Ν. 4177/2013» (ΦΕΚ Β΄ 1859/8.7.2014). Κατά της ανωτέρω αποφάσεως οι αιτούντες έχουν ασκήσει αίτηση ακυρώσεως, δικάσιμος της οποίας έχει προσδιοριστεί ενώπιον της Ολομελείας του Συμβουλίου της Επικρατείας η 7.11.2014.
2. Επειδή, στο άρθρο 16 του ν. 4177/2013 (Α΄ 173) ορίζονται τα εξής: «1. Επιτρέπεται προαιρετικά η λειτουργία των εμπορικών καταστημάτων τις εξής Κυριακές: α) Την πρώτη Κυριακή κατά την έναρξη των χρονικών περιόδων της παραγράφου 1 του άρθρου 15 του παρόντος νόμου. Σε περίπτωση που η πρώτη Κυριακή συμπίπτει με επίσημη αργία, η δυνατότητα μετατίθεται την επόμενη Κυριακή. β) Τις δύο (2) Κυριακές πριν από την ημέρα των Χριστουγέννων. γ) Την Κυριακή των Βαΐων. 2. Με αιτιολογημένη απόφαση του κατά τόπον αρμόδιου Αντιπεριφερειάρχη, η οποία εκδίδεται εντός διαστήματος τριών (3) μηνών από την έναρξη ισχύος του παρόντος, ορίζονται οι περιοχές, στις οποίες επιτρέπεται προαιρετικά η λειτουργία των εμπορικών καταστημάτων και άλλες Κυριακές, πλην των αναφερομένων στην παράγραφο 1 λαμβανομένων υπόψη των τοπικών ιδιαιτεροτήτων, υπό τις εξής προϋποθέσεις: α) τα εμπορικά καταστήματα να έχουν συνολική επιφάνεια εμβαδού, όπως αυτό αναγράφεται στο λογαριασμό παροχής ηλεκτρικού ρεύματος, μέχρι διακόσια πενήντα (250) τετραγωνικά μέτρα, β) να μην ανήκουν υπό οποιαδήποτε νομική σχέση σε αλυσίδα καταστημάτων, εξαιρουμένων των περιπτώσεων συμβάσεων δικαιόχρησης (franchise), γ) να μην λειτουργούν με συμφωνίες συνεργασίας τύπου «κατάστημα εντός καταστήματος» («shops-in-a-shop») και να μην βρίσκονται σε εκπτωτικά καταστήματα («outlet»), εμπορικά κέντρα ή εκπτωτικά χωριά. Εφόσον η προθεσμία των τριών (3) μηνών του προηγούμενου εδαφίου παρέλθει άπρακτη, ο Αντιπεριφερειάρχης υπέχει πειθαρχική ευθύνη σύμφωνα με τα άρθρα 233 και 234 του ν. 3852/2010 (Α΄ 87). Η απόφαση του Αντιπεριφερειάρχη δύναται να αναθεωρείται ετησίως, με απόφαση που εκδίδεται κατά το μήνα Ιανουάριο και πρώτη εφαρμογή τον Ιανουάριο του 2015. Εάν δεν εκδοθεί η απόφαση, ισχύει η προηγούμενη ρύθμιση. 3. α. Με την επιφύλαξη των ειδικώς οριζομένων για τα καταστήματα που αναφέρονται στο άρθρο 42 του ν. 1892/1990 (Α΄ 101) και στο άρθρο 14 του ν. 2194/1994 (Α΄ 34), κατά τη λειτουργία των εμπορικών καταστημάτων τις Κυριακές, σύμφωνα με τις παραγράφους 1 και 2 του παρόντος άρθρου, εφαρμόζεται το πλαίσιο του ωραρίου του άρθρου 23 του ν. 2224/1994, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 του ν. 3377/2005 (Α΄ 202). β. Το δεύτερο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 23 του ν. 2224/1994, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 του ν. 3377/2005, αντικαθίσταται ως εξής: "Το ανωτέρω πλαίσιο ωραρίου καθορίζεται για τις καθημερινές ημέρες μέχρι την 21:00 ώρα, το Σάββατο μέχρι την 20:00 ώρα και την Κυριακή από ώρα 11:00 έως ώρα 20:00."». Ακολούθως, με το άρθρο 25 του ν. 4208/2013 (Α΄ 252) προστέθηκε στο ανωτέρω άρθρο 16 του ν. 4177/2013 παράγραφος 4 ως εξής: «4. α) Επιτρέπεται η απασχόληση των εργαζομένων σε εμπορικά καταστήματα που λειτουργούν σύμφωνα με τα ανωτέρω. Η απασχόληση των εργαζομένων στις περιπτώσεις αυτές είναι νόμιμη και αμείβεται σύμφωνα με τις κοινές διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας που ορίζουν πρόσθετη αμοιβή για εργασία κατά τις Κυριακές. Στους εργαζόμενους που θα απασχοληθούν κατά τις Κυριακές της περίπτωσης α΄ της παραγράφου 1 δύναται να χορηγηθεί η αναπληρωματική ανάπαυση σε εργάσιμη ημέρα της εβδομάδας που προηγείται των Κυριακών αυτών. β) Η ισχύς της παρούσας αρχίζει από την ψήφισή της από την Βουλή των Ελλήνων». Τέλος, με την υποπαρ. 1α της παρ. ΣΤ5 του πρώτου άρθρου του ν. 4254/2014 (Α΄ 85) προστέθηκε στο ίδιο ως άνω άρθρο του ν. 4177/2013 παράγραφος 5 ως εξής: «5. Με απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας που εκδίδεται μετά από διαβούλευση με τοπικούς και συλλογικούς φορείς ορίζονται τρεις (3) τουριστικές περιοχές, όπου επιτρέπεται πιλοτικά για ένα (1) έτος η προαιρετική λειτουργία των εμπορικών καταστημάτων και τις υπόλοιπες Κυριακές, πέραν των αναφερομένων στην παράγραφο 1 του παρόντος χωρίς τη συνδρομή των προϋποθέσεων που αναφέρονται στην παράγραφο 2 του παρόντος και χωρίς να απαιτείται απόφαση του Αντιπεριφερειάρχη. Με όμοια απόφαση μπορεί να ορίζεται ο φορέας παρακολούθησης της δράσης για την εξαγωγή συγκριτικών συμπερασμάτων και κάθε άλλη λεπτομέρεια». Στην υποπαρ.1β της ιδίας παρ. ΣΤ5 του πρώτου άρθρου του ν. 4254/2014 ορίζεται ότι: «β. Η απόφαση της προηγούμενης υποπερίπτωσης εκδίδεται εντός τριών (3) μηνών από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου».
3. Επειδή, κατ’ επίκληση της προδιαληφθείσης εξουσιοδοτικής διατάξεως της παρ. 5 του άρθρου 16 του ν. 4177/2013 εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, στο άρθρο 1 της οποίας ορίζονται τα εξής: «Οι τρεις (3) τουριστικές περιοχές της χώρας, όπου επιτρέπεται πιλοτικά για ένα (1) έτος η προαιρετική λειτουργία των εμπορικών καταστημάτων και τις υπόλοιπες Κυριακές, πέραν των αναφερομένων στην παρ. 1 του αρθρ. 16 του Ν. 4177/2013 είναι: 1. Περιφέρεια Αττικής και ειδικότερα: (α) Ιστορικό κέντρο Δήμου Αθηναίων, όπως αυτό προσδιορίζεται και οριοθετείται από το Π.Δ. 21.9/13.10.1979 (ΦΕΚ Δ΄ 567) όπως ισχύει. (β) Δήμος Ραφήνας−Πικερμίου. 2. Περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας και ειδικότερα: (α) Ιστορικό κέντρο Δήμου Θεσσαλονίκης, όπως αυτό προσδιορίζεται και οριοθετείται από την Υ.Α. ΥΠΠΟ/ΔΙΛΑΠ/Γ/3046/51009/14.10.1994 (ΦΕΚ Β΄ 833). (β) Περιφερειακή ενότητα Χαλκιδικής 3. Περιφέρεια Νοτίου Αιγαίου και ειδικότερα: (α) Δήμος Ρόδου (β) Δήμος Κω (γ) Δήμος Σύρου−Ερμούπολης (δ) Δήμος Μυκόνου (ε) Δήμος Θήρας».
4. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση, οι αιτούντες ζητούν την αναστολή εκτελέσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως, ισχυριζόμενοι ότι η ασκηθείσα κατ’ αυτής αίτηση ακυρώσεως είναι προδήλως βάσιμη. Ειδικότερα, με την αίτηση ακυρώσεως προβάλλεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι μη νόμιμη διότι α) εκδόθηκε μετά την πάροδο της προβλεπόμενης από το νόμο τρίμηνης προθεσμίας και, συνεπώς, αναρμοδίως κατά χρόνο, β) εκδόθηκε κατά παράβαση ουσιώδους τύπου της διαδικασίας, ήτοι χωρίς να προηγηθεί η προσήκουσα δημοσιοποίηση της σχεδιαζομένης ρυθμίσεως και χωρίς να λάβει χώρα διαβούλευση με τους ενδιαφερομένους φορείς, γ) εκδόθηκε κατά παράβαση της εξουσιοδοτικής διατάξεως, καθώς με την απόφαση αυτή καθορίστηκαν συνολικά περισσότερες από τρεις (3) τουριστικές περιοχές για την πιλοτική εφαρμογή της επίμαχης ρυθμίσεως, δ) εκδόθηκε χωρίς να εκτιμηθούν στοιχεία που δικαιολογούν την πιλοτική λειτουργία των εμπορικών καταστημάτων καθ’ όλες τις Κυριακές του έτους στις επιλεγείσες περιοχές, ε) αντιβαίνει σε διατάξεις υπερνομοθετικής ισχύος, με τις οποίες καθιερώνεται για τους εργαζομένους η αργία της Κυριακής, όπως οι διεθνείς συμβάσεις της Γενεύης που κυρώθηκαν αντιστοίχως με τους ν. 2990/1922 (Α΄ 163) και ν. 1174/1981 (Α΄ 182), και οι διατάξεις της Οδηγίας 93/104/ΕΚ του Συμβουλίου σχετικά με ορισμένα στοιχεία της οργάνωσης του χρόνου εργασίας, και στ) θεσπίζει ουσιαστικώς την κατάργηση της αργίας της Κυριακής για τους εμπόρους και τους εργαζομένους στα εμπορικά καταστήματα, κατά παράβαση των συνταγματικών αρχών της ισότητας, αναλογικότητας και προστασίας της οικογένειας και των ατομικών δικαιωμάτων της άσκησης της θρησκευτικής λατρείας και της επαγγελματικής ελευθερίας. Οι ανωτέρω λόγοι ακυρώσεως, ως προς τους οποίους δεν υπάρχει νομολογία εν όψει της πρόσφατης θεσπίσεως της σχετικής εξουσιοδοτικής διατάξεως του άρθρου 16 παρ. 5 του ν. 4177/2013, δεν κρίνονται ως προδήλως βάσιμοι και, ως εκ τούτου, είναι απορριπτέος ο προβαλλόμενος σχετικός λόγος αναστολής.
5. Επειδή, οι αιτούντες προβάλλουν ότι η εκτέλεση της προσβαλλομένης αποφάσεως θα προκαλέσει σ’ αυτούς ανεπανόρθωτη, άλλως δυσχερώς επανορθώσιμη, βλάβη, αφ’ ενός μεν, ηθική και προσωπική, αφ’ ετέρου δε, οικονομική και επαγγελματική. Ειδικότερα, προβάλλουν ότι η κατάργηση της αργίας της Κυριακής θα στερήσει από αυτούς την αναγκαία εβδομαδιαία ανάπαυση, ψυχαγωγία και επαφή με τα μέλη της οικογένειάς τους, θα δυσχεράνει δε την άσκηση των θρησκευτικών τους καθηκόντων. Εν όψει δε της κατοχύρωσης, ταυτόχρονα και παράλληλα με τα λοιπά εργασιακά δικαιώματα, της Κυριακής ως ημέρας κοινής και υποχρεωτικής αργίας στη χώρα επί 100 και πλέον έτη, η βλάβη αυτή δεν δύναται να θεραπευθεί με την μετάθεση της αργίας σε διαφορετική ημέρα της εβδομάδας για κάθε εργαζόμενο, θα πληγούν δε εξίσου από τη ρύθμιση τόσον οι ιδιοκτήτες μικρών και μεσαίων εμπορικών επιχειρήσεων, οι οποίοι θα αναγκαστούν σε παροχή απασχολήσεως προσωπικής ή των μελών της οικογενείας τους λόγω αδυναμίας απασχολήσεως πρόσθετου προσωπικού, όσο και οι εργαζόμενοι εμποροϋπάλληλοι, οι οποίοι θα εξαναγκασθούν εκ των πραγμάτων να παρέχουν εργασία την Κυριακή. Ούτε, εξ άλλου, κατά τους ισχυρισμούς των αιτούντων, αίρεται η ανωτέρω βλάβη ως εκ του προαιρετικού χαρακτήρα του μέτρου, διότι όσες μεν επιχειρήσεις επιλέξουν να παραμένουν κλειστές την Κυριακή, διατρέχουν σοβαρό κίνδυνο διαρροής, ή και οριστικής απώλειας, της πελατείας τους, η οποία θα μετακινηθεί προς τα λειτουργούντα καταστήματα, όσες δε επιχειρήσεις επιλέξουν να παραμένουν ανοικτές, διατρέχουν σοβαρό κίνδυνο κλονισμού της βιωσιμότητάς τους λόγω του αυξημένου κόστους λειτουργίας τους, το οποίο είναι δυσβάστακτο εν όψει της κοινώς γνωστής οικονομικής κρίσης. Οι αιτούντες ισχυρίζονται περαιτέρω ότι το επίμαχο μέτρο δεν αναμένεται να οδηγήσει ούτε στη βελτίωση των όρων της αγοράς εργασίας και τη μείωση της ανεργίας, ούτε στην αύξηση του κύκλου εργασιών των καταστημάτων, ούτε στη μείωση των τιμών προς όφελος των καταναλωτών, αλλά, αντίθετα, θα καταφέρει ένα πρόσθετο πλήγμα στον ήδη δοκιμαζόμενο κλάδο των μικρών και μεσαίων εμπορικών επιχειρήσεων. Προς απόδειξη των ισχυρισμών τους επικαλούνται και προσκομίζουν, μεταξύ άλλων, σχετική έρευνα του ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ (Ινστιτούτο Μελετών της Γενικής Συνομοσπονδίας Επαγγελματιών Βιοτεχνών Εμπόρων Ελλάδας) Ιανουαρίου 2013, η οποία αναφέρει τα εξής: «… 1) Σύμφωνα με την 6η Έκθεση του Ευρωπαϊκού Παρατηρητηρίου για τις Μικρές & Μεσαίες Επιχειρήσεις (που εξετάζει 19 χώρες): - οι επιπτώσεις στην απασχόληση από το διευρυμένο ωράριο είναι αρνητικές. - Ο καταμερισμός εργασίας στον τομέα του λιανικού εμπορίου, βάσει των αλλαγών, αλλάζει σημαντικά. Το εργασιακό κόστος αυξάνεται περισσότερο απ’ ό,τι οι πωλήσεις (ιδιαίτερα τις Κυριακές). «Η απελευθέρωση του ωραρίου των λιανεμπορικών καταστημάτων φαίνεται να επιταχύνει την μείωση του μεριδίου της αγοράς των ΜΜΕ, ελαττώνοντας την κερδοφορία τους». - Τα μικρά καταστήματα μειώνουν τις θέσεις εργασίας (καθώς το κόστος είναι μεγαλύτερο των κερδών, γεγονός που αναγκάζει τους μικρούς επιχειρηματίες και τις οικογένειες τους να δουλεύουν πολύ περισσότερο), ενώ τα μεγαλύτερα καταστήματα (κυρίως τροφίμων) δημιουργούν νέες θέσεις μόνο μερικής απασχόλησης. - Εξαιτίας του μεγαλύτερου ανταγωνισμού και την μείωση των κερδών, τα μικρά καταστήματα εξαφανίζονται από τον εμπορικό χάρτη ή υποχρεώνονται σε εξαγορά από μεγάλες αλυσίδες καταστημάτων (franchised). Επιπλέον, από την ανάλυση των στοιχείων απασχόλησης μετά την απελευθέρωση ωραρίου για συγκεκριμένες χώρες, προέκυψαν τα εξής: • Στην Αυστρία η συνολική απασχόληση δεν επηρεάστηκε. • Στην Ολλανδία μειώθηκε η πλήρης απασχόληση στο σύνολο των λιανεμπορικών καταστημάτων. • Στην Γερμανία τα αποτελέσματα των μελετών του SFS (Ινστιτούτο Κοινωνικής Έρευνας) και του Ifo (Ινστιτούτο Οικονομικής Έρευνας) σε σχέση με την επιρροή της διεύρυνσης του ωραρίου των καταστημάτων στο κύκλο εργασιών και την απασχόληση, ήταν αρνητικά (μείωση συνολικής απασχόλησης 5,8%). 2) Στο Λονδίνο, η πρακτική εφαρμογή της λειτουργίας των καταστημάτων την Κυριακή δείχνει αρνητικά αποτελέσματα για τα μικρά καταστήματα. Σύμφωνα με το τελευταίο δελτίο της BRC – KPMG (5/9/2012) φαίνεται πτώση των πωλήσεων, γεγονός που πυροδότησε για άλλη μια φορά την κριτική εναντίον της λειτουργίας των καταστημάτων την Κυριακή καθώς όπως αναφέρει η ACS (Association of Convenience Stores) τα μικρά καταστήματα «υποφέρουν» από μείωση των πωλήσεών τους, τα κέρδη από τα οποία μεταφέρθηκαν στα μεγάλα καταστήματα και πως η λειτουργία την Κυριακή δεν επέφερε ουδεμία θετική αλλαγή στις πωλήσεις τους. Αντίστοιχα, η Συνομοσπονδία Διανομέων Χονδρικής (Federation of Wholesales Distributors) αναφέρει πως δεν υπάρχει οικονομική ή κοινωνική βάση για την απελευθέρωση της Κυριακής καθώς οι καταναλωτές απέδειξαν πως δεν την χρειάζονται και τα τοπικά καταστήματα καταστρέφονται. 3) Σύμφωνα με μελέτη του Πανεπιστημίου της Μαδρίτης στις περιοχές όπου τα καταστήματα παραμένουν ανοικτά σε ημέρες αργίας, το κόστος αυξάνεται κατά 15% και οι πωλήσεις μόλις κατά 0,5%, γεγονός που ασκεί επιρροή στις τιμές. Οι καταναλωτές πληρώνουν περισσότερο, ανεξάρτητα με το αν κάνουν τις αγορές τους σε ημέρες αργίας. Επιπλέον, η μεταφορά μεριδίου της αγοράς σε πολυκαταστήματα, μειώνει τον ανταγωνισμό και οδηγεί τα μικρά καταστήματα σε κλείσιμο. Η έρευνα καταλήγει με έντονα ερωτηματικά για το κατά πόσο η αύξηση των ωρών λειτουργίας συντελεί σε βελτίωση της απασχόλησης. Τα μικρά καταστήματα λιανικού εμπορίου χάνουν μερίδιο αγοράς. Δημιουργούνται τάσεις υπερσυγκέντρωσης, και εξ αυτού του λόγου σημειώνεται μείωση της απασχόλησης. Υπολογίζεται πως 277 υπάλληλοι σε μια μεγάλη υπεραγορά, μπορούν να αντικαταστήσουν 318 σε υπεραγορά και 1557 παραδοσιακούς καταστηματάρχες. 4) Μελέτη για τις επιπτώσεις από την απελευθέρωση της λειτουργίας καταστημάτων τις Κυριακές στην Ισπανική οικονομία έδειξε πως οι μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις θα υποστούν μείωση του μεριδίου αγοράς, γεγονός που θα οδηγήσει σε απώλεια θέσεων εργασίας, οι δε τιμές δεν αναμένεται να μειωθούν. Με την μελέτη συμφωνούσε και το «παράδειγμα της Μαδρίτης» όπου από το 1996 είχαν καθιερωθεί ως εργάσιμες 12 επίσημες αργίες το χρόνο, κάτι που είχε ως συνέπεια τις μεγαλύτερες απώλειες σε θέσεις εργασίας και τα περισσότερα λουκέτα σε μαγαζιά από κάθε άλλη αυτόνομη κοινότητα της Ισπανίας». Εξ άλλου, όσον αφορά την Ελλάδα, οι αιτούντες προσκομίζουν στοιχεία της ΕΛ.ΣΤΑΤ σχετικά με την απασχόληση στον κλάδο του εμπορίου, από τα οποία προκύπτει ότι η συνολική απασχόληση μεταξύ Γ΄ και Δ΄ Τριμήνου του 2013 μειώθηκε σε απόλυτα μεγέθη κατά 15.300, μεταξύ δε Γ΄ Τριμήνου 2013 και Α΄ Τριμήνου 2014 κατά 10.600, παρά το γεγονός ότι από το Δ΄ Τρίμηνο του 2013 είχαν εφαρμοστεί οι διατάξεις του ν. 4677/2013 για το άνοιγμα των καταστημάτων ορισμένες Κυριακές του έτους.
6. Επειδή, η Διοίκηση, με το έγγραφο των απόψεών της προς το Δικαστήριο και το κατατεθέν υπόμνημά της, προβάλλει ότι η επίμαχη ρύθμιση έχει πιλοτικό χαρακτήρα με σκοπό την εξαγωγή συμπερασμάτων για την αξιολόγηση της λειτουργίας των καταστημάτων τις Κυριακές, ιδίως εν όψει της αύξησης του αριθμού των τουριστών της χώρας, η εξυπηρέτηση των οποίων και τις Κυριακές αναμένεται να έχει πολλαπλά οφέλη, τα οποία θα διαπιστωθούν με ασφάλεια μόνο μετά το πέρας της περιόδου πιλοτικής εφαρμογής της προσβαλλομένης πράξεως.
7. Επειδή, η Επιτροπή κρίνει ότι η μεν ηθική βλάβη των αιτούντων η αναφερόμενη στο δικαίωμα του ελευθέρου χρόνου και της απολαύσεώς του από κοινού με την οικογένειά τους κατά την κοινή αργία της Κυριακής καθώς και στο δικαίωμα στην άσκηση της θρησκευτικής λατρείας, παρίσταται αυτονοήτως δυσεπανόρθωτη. Η δε οικονομική βλάβη, πιθανολογείται επίσης ως ανεπανόρθωτη, ή πάντως δυσχερώς επανορθώσιμη, από τα προσκομισθέντα από αυτούς στοιχεία και μελέτες αρμοδίων ερευνητικών φορέων της Ελλάδας και του εξωτερικού, εκτιμώμενα υπό το φως της κοινώς γνωστής οικονομικής κρίσεως, τα στοιχεία δε αυτά δεν αμφισβητούνται ούτε αποκρούονται από τη Διοίκηση. Εξ άλλου, η επίκληση εκ μέρους της Διοικήσεως της εξαγωγής συμπερασμάτων από την πιλοτική εφαρμογή του μέτρου ως λόγου δημοσίου συμφέροντος κωλύοντος τη χορήγηση της αιτούμενης αναστολής, δεν δύναται να αντισταθμίσει την πιθανολογούμενη βλάβη των αιτούντων, πολλώ μάλλον καθ’ όσον η Διοίκηση δεν επικαλείται ούτε προσκομίζει στοιχεία ή μελέτες επί των οποίων δύναται να θεμελιωθεί προσδοκία θετικών αποτελεσμάτων από το επίμαχο μέτρο. Τέλος, η ανάγκη εξυπηρέτησης του αυξημένου αριθμού των τουριστών της χώρας και τις Κυριακές δύναται να καλυφθεί με την εφαρμογή της προμνημονευθείσας παρ. 2 του άρθρου 16 του ν. 4177/2013, δυνάμει της οποίας ο Αντιπεριφερειάρχης εξουσιοδοτείται να εκδώσει απόφαση για τον ορισμό περιοχών της περιφερείας του, στις οποίες επιτρέπεται η λειτουργία και τις Κυριακές καταστημάτων μέχρι 250 τ.μ., υπό τον όρο να μην ανήκουν σε αλυσίδα καταστημάτων, να μη λειτουργούν ως «κατάστημα εντός καταστήματος» και να μην βρίσκονται σε εκπτωτικά καταστήματα, εκπτωτικά κέντρα ή εκπτωτικά χωριά.
8. Επειδή, κατά τούτα, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να γίνει δεκτή και να ανασταλεί η εκτέλεση της προσβαλλομένης αποφάσεως μέχρι την έκδοση αποφάσεως επί της κατ’ αυτής ασκηθείσας αιτήσεως ακυρώσεως.
Διά ταύτα Δέχεται την κρινόμενη αίτηση.
Αναστέλλει την εκτέλεση της υπ’ αριθμ. Κ1-1119/7.7.2014 αποφάσεως του Υφυπουργού Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας μέχρι την έκδοση αποφάσεως επί της κατ’ αυτής ασκηθείσας αιτήσεως ακυρώσεως.

Διατάσσει την απόδοση του παραβόλου. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Σεπτεμβρίου 2014 και εκδόθηκε στις 10 Σεπτεμβρίου του ίδιου έτους.
Ο Πρόεδρος      Η Γραμματέας

Σωτ. Αλ. Ρίζος      Μ. Παπασαράντη
Αρχή
 8 ΣτΕ 10-13/2014 (Τριμελές Συμβούλιο Συμμόρφωσης του ν. 3068/2002) διαπίστωση μη συμμόρφωσης του Δημοσίου προς αποφάσεις Ολομέλειας.
12/9/2014
Το Τριμελές Συμβούλιο Συμμόρφωσης του ν. 3068/2002 διαπιστώνει μη συμμόρφωση του Δημοσίου προς τις 2193-2196/2014 αποφάσεις της Ολομελείας του Συμβουλίου της Επικρατείας και καλεί το Υπουργείο Οικονομικών να συμμορφωθεί προς τις εν λόγω αποφάσεις εντός δύο μηνών από την κοινοποίηση σε αυτό των σχετικών πρακτικών.

Αριθμός 10/2014
Πρακτικό συνεδριάσεως του Τριμελούς Συμβουλίου του Συμβουλίου της Επικρατείας
(άρθρ. 2 του Ν. 3068/2002)
______________________
Συνεδρίασε σε συμβούλιο στις 5 Σεπτεμβρίου 2014, με την εξής σύνθεση: Σωτ. Ρίζος, Πρόεδρος, Δ. Αλεξανδρής, Ε. Αντωνόπουλος, Σύμβουλοι. Ως Γραμματέας έλαβε μέρος η Μ. Παπασαράντη. Για να εξετάσει την από 7 Αυγούστου 2014 αίτηση της δευτεροβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης με την επωνυμία «Πανελλήνια Ομοσπονδία Αστυνομικών Υπαλλήλων - Π.Ο.ΑΣ.Υ.», που εδρεύει στην Αθήνα (Μεσογείων 96), με την οποία ζητείται η συμμόρφωση της Διοικήσεως (του Υπουργείου Οικονομικών) προς την υπ’ αριθμ. 2194/2014 απόφαση της Ολομελείας του Συμβουλίου της Επικρατείας. Το Συμβούλιο αφού άκουσε τον εισηγητή, Σύμβουλο Ε. Αντωνόπουλο, δέχθηκε τα εξής :
1. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση, η οποία εισάγεται νομίμως προς συζήτηση ενώπιον του παρόντος Συμβουλίου, σύμφωνα με τα άρθρα 2 παρ. 1 του ν. 3068/2002 (Α΄ 274) και 2 παρ. 2 του π.δ/τος 61/2004 (Α΄ 54), η αιτούσα δευτεροβάθμια συνδικαλιστική οργάνωση παραπονείται για τη μη συμμόρφωση της διοικήσεως και, συγκεκριμένα, του Υπουργείου Οικονομικών προς την 2194/2014 απόφαση της Ολομελείας του Συμβουλίου της Επικρατείας. Με την τελευταία αυτή απόφαση ακυρώθηκε, κατ’ αποδοχήν αιτήσεως της ήδη αιτούσης, η οικ. 2/83408/0022/ 14.11.2012 απόφαση του Αναπληρωτή Υπουργού Οικονομικών (Β΄ 3017/14.11.2012), καθ’ ο μέρος καθορίσθηκε ο χρόνος και ο τρόπος επιστροφής των ποσών που προέκυψαν από την αναδρομική μείωση των αποδοχών των αστυνομικών υπαλλήλων της Ελληνικής Αστυνομίας, συνεπεία της οποίας αυτοί υποχρεώθηκαν να επιστρέψουν, ως αχρεωστήτως καταβληθείσες, αποδοχές που είχαν ήδη εισπράξει.
2. Επειδή, το άρθρο 95 παρ. 5 του Συντάγματος, όπως αναθεωρήθηκε με το Ψήφισμα της 6ης Απριλίου 2001 της Ζ΄ Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων ορίζει ότι «Η διοίκηση έχει υποχρέωση να συμμορφώνεται προς τις δικαστικές αποφάσεις. Η παραβίαση της υποχρέωσης αυτής γεννά ευθύνη για κάθε αρμόδιο όργανο, όπως νόμος ορίζει. Νόμος ορίζει τα αναγκαία μέτρα για τη διασφάλιση της συμμόρφωσης της Διοίκησης.». Περαιτέρω, στο άρθρο 3 παρ. 1 του εκδοθέντος εις εκτέλεση της ανωτέρω συνταγματικής διατάξεως ν. 3068/2002 (Α΄ 274) ορίζεται ότι «1. Το αρμόδιο τριμελές συμβούλιο, εάν μετά από αίτηση του ενδιαφερομένου διαπιστώσει καθυστέρηση, παράλειψη ή άρνηση συμμόρφωσης ή πλημμελή συμμόρφωση προς τα κριθέντα με δικαστική απόφαση, καλεί την αρχή που υποχρεούται σε συμμόρφωση να εκθέσει μέσα σε ένα μήνα τις απόψεις της και να υποβάλει τα στοιχεία που έχει στη διάθεσή της. Ακολούθως, αν μετά τη σχετική έρευνα, διαγνώσει ότι η καθυστέρηση, παράλειψη ή άρνηση συμμόρφωσης ή η πλημμελής συμμόρφωση προς τη δικαστική απόφαση είναι αδικαιολόγητη, καλεί την υπόχρεη προς συμμόρφωση αρχή να συμμορφωθεί προς την απόφαση μέσα σε εύλογη προθεσμία που το ίδιο ορίζει και η οποία δεν μπορεί να υπερβεί το τρίμηνο. Η προθεσμία αυτή, αν κατά την κρίση του συμβουλίου συντρέχει σπουδαίος λόγος, μπορεί να παραταθεί μία μόνο φορά… 2. …».
3. Επειδή, από το συνδυασμό των άρθρων 95 παρ. 5 του Συντάγματος και 3 παρ. 1 του ν. 3068/2002, συνάγεται ότι η διοίκηση, συμμορφούμενη προς ακυρωτική απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, υποχρεούται όχι μόνον να θεωρήσει ανίσχυρη και μη υφιστάμενη στο νομικό κόσμο την νομοθετική πράξη που κρίθηκε αντίθετη προς συνταγματικές διατάξεις ή τη διοικητική πράξη που ακυρώθηκε, αλλά και να προβεί σε θετικές ενέργειες για την αναμόρφωση της νομικής καταστάσεως που προέκυψε αμέσως ή εμμέσως από τις πράξεις αυτές, ανακαλώντας ή τροποποιώντας τις σχετικές στο μεταξύ εκδοθείσες πράξεις ή εκδίδοντας άλλες με αναδρομική ισχύ, για να αποκαταστήσει τα πράγματα στη θέση στην οποία θα βρίσκονταν, αν από την αρχή δεν είχε ισχύσει η κριθείσα αντίθετη προς το Σύνταγμα νομοθετική πράξη ή η ακυρωθείσα διοικητική πράξη. Το ειδικότερο, εξ άλλου, περιεχόμενο και η έκταση των υποχρεώσεων της διοικήσεως προσδιορίζονται από το αντικείμενο της ακυρώσεως, το οποίο, μεταξύ άλλων, καθορίζεται από το είδος και τη φύση της ακυρωθείσης πράξεως, καθώς και από τα επιτασσόμενα από την ακυρωτική απόφαση. Από τις ίδιες διατάξεις συνάγεται, περαιτέρω, ότι η συμμόρφωση της διοικήσεως προς τις ακυρωτικές αποφάσεις πρέπει, να είναι πλήρης και, κατά το δυνατόν, άμεση, υπό την έννοια ότι μετά την δημοσίευση της αποφάσεως η αρμόδια αρχή οφείλει να προβαίνει σε κάθε ενέργεια που είναι απαραίτητη για την υλοποίηση του ακυρωτικού αποτελέσματος και δεν δύναται να αδρανεί επικαλούμενη λόγους οι οποίοι δεν εδράζονται σε συνταγματικές διατάξεις, διότι άλλως αναιρείται ο σκοπός της θεσπίσεως της διατάξεως του άρθρου 95 παρ. 5 του Συντάγματος (βλ. Σ.τ.Ε. 1995, 1518/2014, 2559/2011, 677/2010, 2557/2006, 3191/2005 και 21/2008, 43/2010 αποφάσεις του Συμβουλίου άρθρου 2 ν. 3068/2002).
4. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση κατόπιν ασκήσεως αιτήσεως ακυρώσεως εκ μέρους της ήδη αιτούσης δευτεροβάθμιας συνδικαλιστικής οργανώσεως των ενώσεων του αστυνομικού προσωπικού της Ελληνικής Αστυνομίας εξεδόθη η προαναφερόμενη απόφαση 2194/2014 της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας. Κατά τις ειδικότερες κρίσεις της ακυρωτικής αυτής αποφάσεως, οι διατάξεις των περιπτώσεων 31 - 33 της υποπαραγράφου Γ1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, με τις οποίες μειώθηκαν οι αποδοχές των στελεχών των ενόπλων δυνάμεων και των σωμάτων ασφαλείας και, μάλιστα, αναδρομικώς από 1.8.2012, καθώς και της απολύτως συναφούς προς αυτές διατάξεως της περιπτώσεως 37 της αυτής υποπαραγράφου, κατ’ επίκληση της οποίας εκδόθηκε η προσβληθείσα με την αίτηση υπουργική απόφαση, αντίκεινται τόσο προς τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 5 και 25 παρ. 4 του Συντάγματος, όσο και προς την αρχή της ιδιαίτερης μισθολογικής μεταχειρίσεως των στρατιωτικών και των υπηρετούντων στα σώματα ασφαλείας, η οποία απορρέει εμμέσως από τις συνταγματικές διατάξεις των άρθρων 45, 23 παρ. 2 και 29 παρ. 3.
5. Επειδή, από την ακυρωτική αυτή απόφαση προς την οποία ζητείται να συμμορφωθεί η διοίκηση απορρέει εν πρώτοις η υποχρέωση καταβολής των αποδοχών που τα μέλη της αιτούσης συνδικαλιστικής οργανώσεως (αξιωματικοί της Ελληνικής Αστυνομίας) υποχρεώθηκαν να επιστρέψουν, ως αχρεωστήτως καταβληθείσες, συνεπεία της εφαρμογής των διατάξεων του ν. 4093/2012, με τις οποίες, μειώθηκαν αναδρομικώς οι αποδοχές των στελεχών των ενόπλων δυνάμεων και των σωμάτων ασφαλείας. Πέραν της υποχρεώσεως αυτής, η οποία αποτελεί άμεση συνέπεια του ακυρωτικού αποτελέσματος, ευθεία, δηλαδή, συνέπεια της ακυρώσεως κανονιστικής πράξεως, το περιεχόμενο της οποίας εξαντλείται στο παρελθόν, η κήρυξη της διαγνωσθείσης αντισυνταγματικότητας των διατάξεων του ν. 4093/2012 δημιουργεί στη διοίκηση την πρόσθετη υποχρέωση να μεριμνήσει για τον τρόπο επιστροφής των χρηματικών ποσών που αντιστοιχούν στη διαφορά μεταξύ των αποδοχών που οι στρατιωτικοί ελάμβαναν προ της εφαρμογής του ν. 4093/2012 και των αποδοχών που πράγματι τους κατεβλήθησαν μετά τις περικοπές που υπέστησαν κατ’ εφαρμογήν των διατάξεων του ανωτέρω νόμου. Η υποχρέωση αυτή καταλαμβάνει, κατ’ αρχήν, το χρονικό διάστημα που διέρρευσε μεταξύ της ενάρξεως ισχύος του ν. 4093/2012 και της δημοσιεύσεως της αποφάσεως της Ολομελείας του Συμβουλίου της Επικρατείας. Η, κατά τα ανωτέρω, υποχρέωση αποτελεί αυτόθροη συνέπεια της αντισυνταγματικότητος των διατάξεων του ν. 4093/2012, η οποία, έχει ως συνέπεια την αναβίωση των ειδικών μισθολογικών ρυθμίσεων για τους στρατιωτικούς και τους υπηρετούντες στα σώματα ασφαλείας, όπως αυτές ίσχυαν προ της τροποποιήσεώς τους με τις αντισυνταγματικές διατάξεις του ν. 4093/2012 (βλ. άρθρα 50 και 51 του ν. 3205/2003, Α΄ 297). Για την ταυτότητα του νομικού λόγου, η διοίκηση, μετά τη δημοσίευση της ακυρωτικής αποφάσεως, έχει την υποχρέωση να θεωρήσει ως ισχύουσες τις προ του ν. 4093/2012 μισθολογικές διατάξεις και να καταβάλει στους στρατιωτικούς και τους υπηρετούντες στα σώματα ασφαλείας για τον εφεξής χρόνο τις αποδοχές που δικαιούνται βάσει των τελευταίων αυτών διατάξεων. Οίκοθεν νοείται ότι ο νομοθέτης και, κατ’ εξουσιοδότηση αυτού, η κανονιστικώς δρώσα διοίκηση διατηρούν την ευχέρεια να προβούν στην κατάρτιση νέου μισθολογίου για τα στελέχη των ενόπλων δυνάμεων και των σωμάτων ασφαλείας επί τη βάσει των κριτηρίων που τέθηκαν με τις αποφάσεις της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας. Στην περίπτωση, πάντως, αυτή, κατά τη διαμόρφωση του νέου μισθολογίου, οι αποδοχές των στρατιωτικών και των υπαλλήλων των Σωμάτων Ασφαλείας δεν μπορούν να καθορισθούν σε επίπεδα αντίστοιχα και, κατά μείζονα λόγο, κατώτερα εκείνων που είχαν διαμορφωθεί κατ’ εφαρμογήν του ν. 4093/2012, καθόσον μία τέτοια ενέργεια θα ισοδυναμούσε με παραβίαση του δεδικασμένου που απορρέει από την ακυρωτική απόφαση και θα συνιστούσε, κατ’ επέκταση, περίπτωση μη συμμορφώσεως της διοικήσεως προς την απόφαση αυτή, με την οποία, όπως έχει ήδη εκτεθεί, κρίθηκε ότι οι επιβληθείσες δυνάμει του νόμου αυτού μειώσεις υπερέβησαν, λόγω της σωρευτικής επιβαρύνσεως των ως άνω υπαλλήλων, τα όρια που θέτει η κατ’ άρθρο 25 παρ. 4 του Συντάγματος υποχρέωση των πολιτών για εκπλήρωση του χρέους της κοινωνικής και εθνικής αλληλεγγύης.
6. Επειδή, όπως προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου της υποθέσεως, η ακυρωτική απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, η οποία δημοσιεύθηκε την 13η Ιουνίου του τρέχοντος έτους, διαβιβάσθηκε στις αρμόδιες υπηρεσίες του Υπουργείου Οικονομικών από το Γραφείο Νομικού Συμβούλου του Υπουργείου την 8η Αυγούστου του ίδιου έτους. Λόγω, εξάλλου, της αδράνειας που, κατά τους ισχυρισμούς της, επέδειξαν οι αρμόδιες υπηρεσίες, η αιτούσα απέστειλε στον Υπουργό Οικονομικών την από 19.6.2014 εξώδικη δήλωση (βλ. την 7961ε/20.6.2014 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή Δημ. Παπαδάκου), με την οποία ζητούσε την άμεση υλοποίηση της δικαστικής αποφάσεως, αίτημα που επανέλαβε με πλείονες δημόσιες ανακοινώσεις της. Με το υπ’ αριθμ. 3595/2-9-2014 έγγραφο της αρμοδίας Γενικής Γραμματείας Δημοσιονομι-κής Πολιτικής του Υπουργείου Οικονομικών, το οποίο περιέχει τις απόψεις της διοικήσεως για την παρούσα υπόθεση, διατυπώνεται η πρόθεση των αρμοδίων υπηρεσιών να προβούν στην εφαρμογή της αποφάσεως κατόπιν, ωστόσο, συνεκτιμήσεως των υποχρεώσεων που απορρέουν από το πρόγραμμα οικονομικής πολιτικής, τις εξ αυτού απορρέουσες δεσμεύσεις και τις δημοσιονομικές δυνατότητες της χώρας. Στο ίδιο έγγραφο αναφέρεται, επίσης, ότι οι αρμόδιες υπηρεσίες έχουν «εκκινήσει τη διαδικασία αποτίμησης του δημοσιονομικού κόστους και της συνακόλουθης επιβάρυνσης του κρατικού προϋπολογισμού τόσο για το τρέχον έτος όσο και για τα επόμενα έτη», δεδομένου ότι η εν λόγω δαπάνη δεν είχε προβλεφθεί κατά την κατάρτιση του προϋπολογισμού του 2014, ούτε, άλλωστε, είχε περιληφθεί στο Μεσοπρόθεσμο Πλαίσιο Δημοσιονομικής Στρατηγικής για τα έτη 2015 – 2018, το οποίο εγκρίθηκε με τον προγενέστερο της δημοσιεύσεως της ακυρωτικής αποφάσεως ν. 4263/2014. Κατά την εκτίμηση της διοικήσεως, για την αποτίμηση των δημοσιονομικών συνεπειών, λόγω του μεγάλου αριθμού των προσώπων στα οποία αφορά η απόφαση, πρέπει να παρασχεθεί επαρκής χρόνος, μόνον δε μετά την οριστικοποίηση της διαδικασίας αυτής, θα πρέπει «το εν λόγω ζήτημα να συμπεριληφθεί μεταξύ των θεμάτων που θα τεθούν σε διαβούλευση κατά τη διάρκεια των συνεχών διαπραγματεύσεων, μεταξύ της Ελληνικής Κυβέρνησης και της Τρόικας, οι οποίες θα αρχίσουν στις 2/9/2014 και, ειδικότερα, κατά το τέλος του δευτέρου 15νθημέρου του Σεπτεμβρίου 2014, προκειμένου να διασφαλισθεί η σύμφωνη γνώμη των εταίρων για την κάλυψη του πιθανολογούμενου σοβαρού δημοσιονομικού κόστους που θα επέλθει στο πλαίσιο του ΜΠΔΣ 2015-2018 και την εγγραφή της δαπάνης στις πιστώσεις του Π/Υ2015».
7. Επειδή, εκ των ανωτέρω προκύπτει ότι η διοίκηση, παρά την παρέλευση χρονικού διαστήματος μείζονος του διμήνου από την δημοσίευση της αποφάσεως (13-6-2014), σε ουδεμία ενέργεια προς υλοποίησή της προέβη. Και ναι μεν, λόγω των εγγενών δυσχερειών που συνδέονται με την εφαρμογή της αποφάσεως αυτής, εχούσης σημαντικές δημοσιονομικής φύσεως συνέπειες, οι οποίες πράγματι πρέπει να αποτελέσουν αντικείμενο επισταμένης μελέτης εκ μέρους των αρμοδίων υπηρεσιών, δεν θα μπορούσε να απαιτηθεί από τη διοίκηση η άμεση λήψη όλων των αναγκαίων για την υλοποίηση της αποφάσεως μέτρων εντός του, κατά τα ανωτέρω, χρονικού διαστήματος. Πλην, όμως, η διοίκηση θα έπρεπε να έχει ήδη εκκινήσει τη διαδικασία αυτή και να έχει, τουλάχιστον, καταλήξει σε συγκεκριμένες εκτιμήσεις ως προς τις δημοσιονομικές συνέπειες της αποφάσεως και τον τρόπο αντιμετωπίσεώς τους, να έχει δε δρομολογήσει τη διαδικασία επιστροφής των αποδοχών που οι υπάλληλοι της Ελληνικής Αστυνομίας υποχρεώθηκαν να επιστρέψουν λόγω της αναδρομικής εφαρμογής του ν. 4093/2012 και εν συνεχεία την αποκατάσταση του μισθολογίου τους. Δεν συνιστά, αντιθέτως, συμμόρφωση της διοικήσεως η αόριστη αναφορά περί αποτιμήσεως του εν γένει δημοσιονομικού κόστους που συνεπάγεται η εφαρμογή της, ούτε, άλλωστε, η εκδήλωση της σαφούς προθέσεώς της για εφαρμογή της επίμαχης δικαστικής αποφάσεως και η αδιάστικτη αναγνώριση της αντίστοιχης υποχρεώσεώς της. Εξ άλλου τα αναφερόμενα στις απόψεις της Διοικήσεως, με τα οποία επιχειρείται σύνδεση του ζητήματος της συμμορφώσεως προς τις προβλέψεις διαφόρων νομοθετημάτων (π.χ. ν. 4263/2014) ή τη διαπραγμάτευση του ίδιου ζητήματος με την λεγόμενη Τρόικα, δεν συνιστούν νόμιμα εμπόδια για την αιτούμενη συμμόρφωση ούτε δικαιολογούν προσωρινή αποχή από αυτήν, ως μη βασιζόμενα σε κάποια συνταγματική διάταξη ή αρχή.
8. Επειδή, με τα δεδομένα αυτά, κατά την κρίση του Συμβουλίου συντρέχει περίπτωση μη συμμορφώσεως της Διοικήσεως (του Υπουργείου Οικονομικών) προς την 2194/2014 απόφαση της Ολομελείας του Συμβουλίου της Επικρατείας, για το λόγο δε αυτό, πρέπει να κληθεί η διοίκηση, σύμφωνα με τα οριζόμενα στα άρθρα 3 παρ. 1 του ν. 3068/2002 και 3 παρ. 2 του π.δ/τος 61/2004, να συμμορφωθεί προς την απόφαση αυτή εντός διμήνου από την κοινοποίηση του οικείου πρακτικού. Οίκοθεν νοείται ότι το Συμβούλιο, μετά την πάροδο της προθεσμίας αυτής και προ της διατυπώσεως περαιτέρω κρίσεως, επιφυλάσσεται να καλέσει προς ακρόαση τόσο εκπροσώπους της υποχρέου προς συμμόρφωση διοικητικής αρχής, όσο και του πληρεξουσίου δικηγόρου της αιτούσης κατ’ εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 2 παρ. 3 του π.δ/τος 61/2004 (Α΄ 54).
Γ ι α τ ο υ ς λ ό γ ο υ ς α υ τ ο ύ ς
Διαπιστώνει την μη συμμόρφωση του Δημοσίου προς την 2194/2014 απόφαση της Ολομελείας του Συμβουλίου της Επικρατείας.
Καλεί το Υπουργείο Οικονομικών να συμμορφωθεί προς την εν λόγω απόφαση εντός δύο μηνών από την κοινοποίηση σε αυτό του παρόντος πρακτικού.
Ορίζει νέα ημερομηνία συζητήσεως της υποθέσεως ενώπιον του Τριμελούς Συμβουλίου Συμμορφώσεως την 28η Νοεμβρίου 2014.
Το παρόν πρακτικό εκδόθηκε στις 11 Σεπτεμβρίου 2014.
Ο Πρόεδρος     Η Γραμματέας
Σωτ. Αλ. Ρίζος      Μ. Παπασαράντη
Αρχή
 9 ΣτΕ 2282/2014 7μ (Β΄) επί προδικαστικού ερωτήματος (αρθ.1 παρ.2 ν.3900/2010): Ερμηνεία άρθ. 16 παρ.1 ΚΔΔ · απορρίπτονται ως αλυσιτελή τα ερωτήματα σχετικά με αρθ.79 παρ.5 περ.α΄ ΚΔΔ.
26/6/2014
Με την 2282/2014 απόφαση του Β΄ Τμήματος (7μ), επιλύεται το ζήτημα σε ποια περίπτωση η έλλειψη ημερομηνίας εκδόσεως διοικητικής πράξεως δεν επάγεται ακυρότητα αυτής.

Ειδικότερα, κρίθηκε ότι «κατά την έννοια του άρθρου 16 παράγραφος 1 του (κυρωθέντος με το άρθρο πρώτο του Ν. 2690/1999, Α΄ 45) Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας, ναι μεν η διοικητική πράξη πρέπει να αναφέρει την ημερομηνία έκδοσής της, διότι με βάση την χρονολογία αυτή κρίνεται το νομικό και πραγματικό καθεστώς που είναι ληπτέο υπόψη για την εγκυρότητά της, αλλά η έλλειψη του ως άνω στοιχείου, δεν επάγεται ακυρότητα αυτής σε περίπτωση κατά την οποία από το όλο περιεχόμενο της πράξης ή/και τα στοιχεία του φακέλου της υπόθεσης συνάγεται ότι αυτή εκδόθηκε μεταξύ δύο συγκεκριμένων ημερομηνιών, ο δε καθορισμός της ακριβούς χρονολογίας έκδοσής της δεν ασκεί επιρροή στην ανεύρεση του κρίσιμου για την επίλυση της διαφοράς νομικού και πραγματικού καθεστώτος, το οποίο δεν μεταβλήθηκε ανάμεσα στις δύο αυτές ημερομηνίες». Ακολούθως, απορρίπτονται ως αλυσιτελή για την κρινόμενη υπόθεση τα προδικαστικά ερωτήματα που αφορούν στη διάταξη της περ. α΄της παρ.5 του άρθρου 79 ΚΔΔ (όπως η παράγραφος αυτή προστέθηκε με το άρθρο 20 παρ.1 του ν.3900/2010) για τον αυτεπάγγελτο έλεγχο στις φορολογικές διαφορές.
Αρχή
 10 ΣτΕ 2080/2014 7μ. (Στ΄ Τμήμα) - Σύμφωνη με το Σύνταγμα η μη πρόβλεψη κοινοποίησης στον οφειλέτη του κατασχετηρίου εγγράφου σε περίπτωση κατασχέσεως εις χείρας τρίτων απαιτήσεως οφειλέτη του Δημοσίου
24/6/2014
Με την 2080/2014 απόφαση του Στ΄ Τμήματος (7μελούς σύνθεσης) κρίθηκε ότι οι διατάξεις του άρθρου 30 του ΚΕΔΕ, από τις οποίες συνάγεται ότι, σε περίπτωση κατασχέσεως εις χείρας τρίτων απαιτήσεως οφειλέτη του Δημοσίου, δεν απαιτείται η κοινοποίηση στον τελευταίο του κατασχετηρίου εγγράφου, δεν αντίκεινται στις διατάξεις του άρθρου 20 παρ. 1 του Συντάγματος ή σε άλλες συνταγματικές διατάξεις.

Με την απόφαση αυτή κρίθηκαν, ειδικότερα, τα εξής: Με τις διατάξεις των άρθρων 1, 2, 4 παρ. 1, 7, 9, 10 και 30 του Κώδικα Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων (ΚΕΔΕ) και του άρθρου 217 παρ. 1 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (ΚΔΔ) οργανώνεται συνεκτικό σύστημα εισπράξεως δημοσίων εσόδων, με σκοπό το μεν να καθίσταται δυνατή και να μη ματαιώνεται η, συνταγματικώς άλλωστε επιβαλλομένη (άρθρο 4 παρ. 5 του Συντάγματος), είσπραξη των χρεών προς το Δημόσιο, με παράλληλη, όμως, έγκαιρη ενημέρωση του οφειλέτη του Δημοσίου, ο οποίος δύναται να ασκεί επικαίρως τα ένδικα βοηθήματα και μέσα που του παρέχει ο νόμος. Στο πλαίσιο αυτό, ο οφειλέτης του Δημοσίου, εις βάρος του οποίου έχει ήδη γίνει η εν ευρεία εννοία βεβαίωση του οφειλομένου ποσού, την οποία μπορεί, κατά κανόνα, να αμφισβητήσει δικαστικώς, με την διεξαγωγή διαγνωστικής δίκης, πληροφορείται, με κοινοποίηση προς αυτόν της ταμειακής βεβαιώσεως του χρέους ή της ατομικής ειδοποιήσεως, την νομιμότητα της οποίας δύναται, βεβαίως, να αμφισβητήσει δικαστικώς, με την διεξαγωγή δίκης περί την εκτέλεση, ότι υπάρχει πλέον εις βάρος του νόμιμος τίτλος (εν στενή εννοία βεβαίωση) και ότι έχει ήδη καταστεί οφειλέτης. Εννοείται ότι χωρίς την κοινοποίηση αυτή δεν μπορεί να χωρήσει εγκύρως η περαιτέρω διαδικασία Έννομη συνέπεια τούτου είναι το μεν ότι ο οφειλέτης γνωρίζει ευθέως εκ του νόμου (άρθρο 5 ΚΕΔΕ) πότε το βεβαιωμένο χρέος του καθίσταται ληξιπρόθεσμο, το δε, ευθέως πάλι εκ του νόμου (άρθρο 7 ΚΕΔΕ), ότι από την επομένη της ημέρας κατά την οποία το χρέος κατέστη ληξιπρόθεσμο, είναι δυνατή η λήψη εις βάρος του αναγκαστικών μέτρων για την είσπραξη του χρέους. Ένα από τα αναγκαστικά αυτά μέτρα είναι, κατά το άρθρο 9 του ΚΕΔΕ, η κατάσχεση κινητών και απαιτήσεων του οφειλέτη του Δημοσίου εις χείρας τρίτου. Η διαδικασία λήψεως του μέτρου αυτού οργανώνεται στα άρθρα 30 και επόμενα του ΚΕΔΕ. Προς τούτο συντάσσεται κατασχετήριο έγγραφο, κοινοποιούμενο στον τρίτο και όχι στον οφειλέτη. Η μη κοινοποίηση στον οφειλέτη οφείλεται στον προφανή λόγο ότι, αν αυτός πληροφορείτο την επικειμένη λήψη του μέτρου, θα έσπευδε να εισπράξει από τον τρίτο τα οφειλόμενα σ’ αυτόν χρήματα ή απαιτήσεις ή θα ανελάμβανε τα εις χείρας τρίτου κινητά του, με συνέπεια, βεβαίως, να καθίσταται αδύνατη η εξ αυτών ικανοποίηση της αξιώσεως του Δημοσίου. Κατά παρόμοιο, άλλωστε, τρόπο οργανώνεται στον ΚΕΔΕ και η διαδικασία κατασχέσεως εις χείρας του ιδίου του οφειλέτη (άρθρα 10 και επόμενα ΚΕΔΕ), αφού η κατάσχεση αυτή διενεργείται από δικαστικό επιμελητή, δυνάμενο να εισέρχεται και στην οικία του οφειλέτη (άρθρο 11), χωρίς να προηγείται νέα κοινοποίηση σ’ αυτόν για την επικειμένη κατάσχεση, για τον αυτό, προδήλως, λόγο. Βεβαίως, ο οφειλέτης δεν παραμένει ούτε κατά το στάδιο αυτό απροστάτευτος, αφού δύναται να ασκεί κατά των πράξεων της διαδικασίας κατασχέσεως, τις οποίες εκ των υστέρων πληροφορείται, την ανακοπή που προβλέπει το άρθρο 217 του Κ.Δ.Δ. και το άρθρο 73 παρ. 2 του ΚΕΔΕ για την περίπτωση αρξαμένης ήδη εκτελέσεως. Εξάλλου, με το άρθρο 228 του ΚΔΔ οργανώνεται σύστημα αποτελεσματικής προσωρινής προστασίας στην κατηγορία αυτή διαφορών, αφού παρέχεται, με τις εκτιθέμενες στο νόμο προϋποθέσεις, η δυνατότητα αναστολής εκτελέσεως από δικαστήριο των πράξεων της εν λόγω διαδικασίας. Το όλο αυτό σύστημα διατηρεί μία δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στην αξίωση του Δημοσίου να μπορεί να εισπράττει τα οφειλόμενα σε αυτό ποσά με αποτελεσματικό τρόπο και στην αξίωση του οφειλέτη για παροχή έγκαιρης και αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας, τόσο πριν όσο και μετά την κατάσχεση των οφειλομένων εις χείρας τρίτου. Συνεπώς, η μη πρόβλεψη στο νόμο και πρόσθετης υποχρεώσεως για μία τρίτη, ενδιάμεση, κοινοποίηση προς τον οφειλέτη πριν από την ενεργοποίηση του δικαιώματος του Δημοσίου να λάβει εις βάρος του μέτρα αναγκαστικής εκτελέσεως, δεν παραβιάζει συνταγματικές διατάξεις ούτε, ειδικότερα, την διάταξη του άρθρου 20 παρ. 1 του Συντάγματος, αφού καθιδρύεται, πάντως, στο νόμο πλήρες και αποτελεσματικό σύστημα έννομης προστασίας του οφειλέτη του Δημοσίου. Τα ανωτέρω δεν αναιρούνται από την πρόβλεψη, στο άρθρο 30 παρ. 3 του ΚΕΔΕ, της υποχρεώσεως του τρίτου να μην αποδίδει, από την ημέρα κοινοποιήσεως του κατασχετηρίου σ’ αυτόν, τα κατασχεθέντα στον οφειλέτη, διότι η ρύθμιση αυτή συνιστά μία πρόσθετη απλώς εξασφάλιση για το Δημόσιο, που δεν αναιρεί την δυνατότητα του νομοθέτη να εισαγάγει το προπεριγραφέν σύστημα, πολλώ μάλλον αφού η τυχόν κοινοποίηση του κατασχετηρίου στον οφειλέτη πριν από την αντίστοιχη κοινοποίηση στον τρίτο ή τυχόν ακυρότητες της κοινοποιήσεως στον τρίτο θα μπορούσαν να οδηγήσουν, κατά τα ήδη εκτεθέντα, στην ανάληψη των οφειλομένων, αφού ο τρίτος δεν θα δεσμευόταν, στην περίπτωση αυτή, από υποχρέωση μη αποδόσεως, και στην, κατ’ αυτό τον τρόπο, ματαίωση της ικανοποιήσεως του συνταγματικού σκοπού της εισπράξεως των οφειλομένων στο Δημόσιο ποσών.
Αρχή
 
   © ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ, 2006 - 2014