Συμβούλιο της Επικρατείας   Ολομέλεια Συμβουλίου της Επικρατείας
main
Αρχείο πρόσφατων αποφάσεων
1 ΣτΕ 2282/2014 7μ (Β΄) επί προδικαστικού ερωτήματος (αρθ.1 παρ.2 ν.3900/2010): Ερμηνεία άρθ. 16 παρ.1 ΚΔΔ · απορρίπτονται ως αλυσιτελή τα ερωτήματα σχετικά με αρθ.79 παρ.5 περ.α΄ ΚΔΔ. (26/6/2014)
2 ΣτΕ 2080/2014 7μ. (Στ΄ Τμήμα) - Σύμφωνη με το Σύνταγμα η μη πρόβλεψη κοινοποίησης στον οφειλέτη του κατασχετηρίου εγγράφου σε περίπτωση κατασχέσεως εις χείρας τρίτων απαιτήσεως οφειλέτη του Δημοσίου (24/6/2014)
3 ΣτΕ 2192/2014 Ολομέλεια – Αντισυνταγματικότητα περικοπών στις αποδοχές και συντάξεις στρατιωτικών ενόπλων δυνάμεων και σωμάτων ασφαλείας (βλ. και ΣτΕ 2193-6/2014 Ολομ.) (23/6/2014)
4 ΣτΕ 2115/2014 Ολομ. (20/6/2014)
5 ΣτΕ 1901/2014 (Ολομ.) - Κατάργηση της δημόσιας επιχείρησης ΕΡΤ Α.Ε. (10/6/2014)
6 ΣτΕ 1906/2014 Ολομ.- Η αποξένωση του Ελληνικού Δημοσίου από την πλειοψηφία του μετοχικού κεφαλαίου της ΕΥΔΑΠ ΑΕ αντίθετη προς τα άρθρα 5 παρ. 5 και 21 παρ. 3 του Συντάγματος (4/6/2014)
7 Απόφαση Επιτροπής Αναστολών 59/2014 (Ολ.) (10/4/2014)
8 1116-1117/2014 (Ολομ.): Αντικατάσταση τίτλων εκδόσεως ή εγγυήσεως Ελληνικού Δημοσίου (PSI) (αποσπάσματα) (31/3/2014)
9 ΣτΕ 987 - 88/2014 (Ολομ.): Αντισυνταγματικότητα παρέκκλισης από το γενικό σύστημα εισαγωγής στην τριτοβάθμιο εκπαίδευση με την πρόβλεψη θέσεων που καταλαμβάνονται μόνο από μέλη πολύτεκνης οικογένειας (17/3/2014)
10 ΣτΕ 519-520/2014 Ολομ. (12/3/2014)
 1 ΣτΕ 2282/2014 7μ (Β΄) επί προδικαστικού ερωτήματος (αρθ.1 παρ.2 ν.3900/2010): Ερμηνεία άρθ. 16 παρ.1 ΚΔΔ · απορρίπτονται ως αλυσιτελή τα ερωτήματα σχετικά με αρθ.79 παρ.5 περ.α΄ ΚΔΔ.
26/6/2014
Με την 2282/2014 απόφαση του Β΄ Τμήματος (7μ), επιλύεται το ζήτημα σε ποια περίπτωση η έλλειψη ημερομηνίας εκδόσεως διοικητικής πράξεως δεν επάγεται ακυρότητα αυτής.

Ειδικότερα, κρίθηκε ότι «κατά την έννοια του άρθρου 16 παράγραφος 1 του (κυρωθέντος με το άρθρο πρώτο του Ν. 2690/1999, Α΄ 45) Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας, ναι μεν η διοικητική πράξη πρέπει να αναφέρει την ημερομηνία έκδοσής της, διότι με βάση την χρονολογία αυτή κρίνεται το νομικό και πραγματικό καθεστώς που είναι ληπτέο υπόψη για την εγκυρότητά της, αλλά η έλλειψη του ως άνω στοιχείου, δεν επάγεται ακυρότητα αυτής σε περίπτωση κατά την οποία από το όλο περιεχόμενο της πράξης ή/και τα στοιχεία του φακέλου της υπόθεσης συνάγεται ότι αυτή εκδόθηκε μεταξύ δύο συγκεκριμένων ημερομηνιών, ο δε καθορισμός της ακριβούς χρονολογίας έκδοσής της δεν ασκεί επιρροή στην ανεύρεση του κρίσιμου για την επίλυση της διαφοράς νομικού και πραγματικού καθεστώτος, το οποίο δεν μεταβλήθηκε ανάμεσα στις δύο αυτές ημερομηνίες». Ακολούθως, απορρίπτονται ως αλυσιτελή για την κρινόμενη υπόθεση τα προδικαστικά ερωτήματα που αφορούν στη διάταξη της περ. α΄της παρ.5 του άρθρου 79 ΚΔΔ (όπως η παράγραφος αυτή προστέθηκε με το άρθρο 20 παρ.1 του ν.3900/2010) για τον αυτεπάγγελτο έλεγχο στις φορολογικές διαφορές.
Αρχή
 2 ΣτΕ 2080/2014 7μ. (Στ΄ Τμήμα) - Σύμφωνη με το Σύνταγμα η μη πρόβλεψη κοινοποίησης στον οφειλέτη του κατασχετηρίου εγγράφου σε περίπτωση κατασχέσεως εις χείρας τρίτων απαιτήσεως οφειλέτη του Δημοσίου
24/6/2014
Με την 2080/2014 απόφαση του Στ΄ Τμήματος (7μελούς σύνθεσης) κρίθηκε ότι οι διατάξεις του άρθρου 30 του ΚΕΔΕ, από τις οποίες συνάγεται ότι, σε περίπτωση κατασχέσεως εις χείρας τρίτων απαιτήσεως οφειλέτη του Δημοσίου, δεν απαιτείται η κοινοποίηση στον τελευταίο του κατασχετηρίου εγγράφου, δεν αντίκεινται στις διατάξεις του άρθρου 20 παρ. 1 του Συντάγματος ή σε άλλες συνταγματικές διατάξεις.

Με την απόφαση αυτή κρίθηκαν, ειδικότερα, τα εξής: Με τις διατάξεις των άρθρων 1, 2, 4 παρ. 1, 7, 9, 10 και 30 του Κώδικα Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων (ΚΕΔΕ) και του άρθρου 217 παρ. 1 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (ΚΔΔ) οργανώνεται συνεκτικό σύστημα εισπράξεως δημοσίων εσόδων, με σκοπό το μεν να καθίσταται δυνατή και να μη ματαιώνεται η, συνταγματικώς άλλωστε επιβαλλομένη (άρθρο 4 παρ. 5 του Συντάγματος), είσπραξη των χρεών προς το Δημόσιο, με παράλληλη, όμως, έγκαιρη ενημέρωση του οφειλέτη του Δημοσίου, ο οποίος δύναται να ασκεί επικαίρως τα ένδικα βοηθήματα και μέσα που του παρέχει ο νόμος. Στο πλαίσιο αυτό, ο οφειλέτης του Δημοσίου, εις βάρος του οποίου έχει ήδη γίνει η εν ευρεία εννοία βεβαίωση του οφειλομένου ποσού, την οποία μπορεί, κατά κανόνα, να αμφισβητήσει δικαστικώς, με την διεξαγωγή διαγνωστικής δίκης, πληροφορείται, με κοινοποίηση προς αυτόν της ταμειακής βεβαιώσεως του χρέους ή της ατομικής ειδοποιήσεως, την νομιμότητα της οποίας δύναται, βεβαίως, να αμφισβητήσει δικαστικώς, με την διεξαγωγή δίκης περί την εκτέλεση, ότι υπάρχει πλέον εις βάρος του νόμιμος τίτλος (εν στενή εννοία βεβαίωση) και ότι έχει ήδη καταστεί οφειλέτης. Εννοείται ότι χωρίς την κοινοποίηση αυτή δεν μπορεί να χωρήσει εγκύρως η περαιτέρω διαδικασία Έννομη συνέπεια τούτου είναι το μεν ότι ο οφειλέτης γνωρίζει ευθέως εκ του νόμου (άρθρο 5 ΚΕΔΕ) πότε το βεβαιωμένο χρέος του καθίσταται ληξιπρόθεσμο, το δε, ευθέως πάλι εκ του νόμου (άρθρο 7 ΚΕΔΕ), ότι από την επομένη της ημέρας κατά την οποία το χρέος κατέστη ληξιπρόθεσμο, είναι δυνατή η λήψη εις βάρος του αναγκαστικών μέτρων για την είσπραξη του χρέους. Ένα από τα αναγκαστικά αυτά μέτρα είναι, κατά το άρθρο 9 του ΚΕΔΕ, η κατάσχεση κινητών και απαιτήσεων του οφειλέτη του Δημοσίου εις χείρας τρίτου. Η διαδικασία λήψεως του μέτρου αυτού οργανώνεται στα άρθρα 30 και επόμενα του ΚΕΔΕ. Προς τούτο συντάσσεται κατασχετήριο έγγραφο, κοινοποιούμενο στον τρίτο και όχι στον οφειλέτη. Η μη κοινοποίηση στον οφειλέτη οφείλεται στον προφανή λόγο ότι, αν αυτός πληροφορείτο την επικειμένη λήψη του μέτρου, θα έσπευδε να εισπράξει από τον τρίτο τα οφειλόμενα σ’ αυτόν χρήματα ή απαιτήσεις ή θα ανελάμβανε τα εις χείρας τρίτου κινητά του, με συνέπεια, βεβαίως, να καθίσταται αδύνατη η εξ αυτών ικανοποίηση της αξιώσεως του Δημοσίου. Κατά παρόμοιο, άλλωστε, τρόπο οργανώνεται στον ΚΕΔΕ και η διαδικασία κατασχέσεως εις χείρας του ιδίου του οφειλέτη (άρθρα 10 και επόμενα ΚΕΔΕ), αφού η κατάσχεση αυτή διενεργείται από δικαστικό επιμελητή, δυνάμενο να εισέρχεται και στην οικία του οφειλέτη (άρθρο 11), χωρίς να προηγείται νέα κοινοποίηση σ’ αυτόν για την επικειμένη κατάσχεση, για τον αυτό, προδήλως, λόγο. Βεβαίως, ο οφειλέτης δεν παραμένει ούτε κατά το στάδιο αυτό απροστάτευτος, αφού δύναται να ασκεί κατά των πράξεων της διαδικασίας κατασχέσεως, τις οποίες εκ των υστέρων πληροφορείται, την ανακοπή που προβλέπει το άρθρο 217 του Κ.Δ.Δ. και το άρθρο 73 παρ. 2 του ΚΕΔΕ για την περίπτωση αρξαμένης ήδη εκτελέσεως. Εξάλλου, με το άρθρο 228 του ΚΔΔ οργανώνεται σύστημα αποτελεσματικής προσωρινής προστασίας στην κατηγορία αυτή διαφορών, αφού παρέχεται, με τις εκτιθέμενες στο νόμο προϋποθέσεις, η δυνατότητα αναστολής εκτελέσεως από δικαστήριο των πράξεων της εν λόγω διαδικασίας. Το όλο αυτό σύστημα διατηρεί μία δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στην αξίωση του Δημοσίου να μπορεί να εισπράττει τα οφειλόμενα σε αυτό ποσά με αποτελεσματικό τρόπο και στην αξίωση του οφειλέτη για παροχή έγκαιρης και αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας, τόσο πριν όσο και μετά την κατάσχεση των οφειλομένων εις χείρας τρίτου. Συνεπώς, η μη πρόβλεψη στο νόμο και πρόσθετης υποχρεώσεως για μία τρίτη, ενδιάμεση, κοινοποίηση προς τον οφειλέτη πριν από την ενεργοποίηση του δικαιώματος του Δημοσίου να λάβει εις βάρος του μέτρα αναγκαστικής εκτελέσεως, δεν παραβιάζει συνταγματικές διατάξεις ούτε, ειδικότερα, την διάταξη του άρθρου 20 παρ. 1 του Συντάγματος, αφού καθιδρύεται, πάντως, στο νόμο πλήρες και αποτελεσματικό σύστημα έννομης προστασίας του οφειλέτη του Δημοσίου. Τα ανωτέρω δεν αναιρούνται από την πρόβλεψη, στο άρθρο 30 παρ. 3 του ΚΕΔΕ, της υποχρεώσεως του τρίτου να μην αποδίδει, από την ημέρα κοινοποιήσεως του κατασχετηρίου σ’ αυτόν, τα κατασχεθέντα στον οφειλέτη, διότι η ρύθμιση αυτή συνιστά μία πρόσθετη απλώς εξασφάλιση για το Δημόσιο, που δεν αναιρεί την δυνατότητα του νομοθέτη να εισαγάγει το προπεριγραφέν σύστημα, πολλώ μάλλον αφού η τυχόν κοινοποίηση του κατασχετηρίου στον οφειλέτη πριν από την αντίστοιχη κοινοποίηση στον τρίτο ή τυχόν ακυρότητες της κοινοποιήσεως στον τρίτο θα μπορούσαν να οδηγήσουν, κατά τα ήδη εκτεθέντα, στην ανάληψη των οφειλομένων, αφού ο τρίτος δεν θα δεσμευόταν, στην περίπτωση αυτή, από υποχρέωση μη αποδόσεως, και στην, κατ’ αυτό τον τρόπο, ματαίωση της ικανοποιήσεως του συνταγματικού σκοπού της εισπράξεως των οφειλομένων στο Δημόσιο ποσών.
Αρχή
 3 ΣτΕ 2192/2014 Ολομέλεια – Αντισυνταγματικότητα περικοπών στις αποδοχές και συντάξεις στρατιωτικών ενόπλων δυνάμεων και σωμάτων ασφαλείας (βλ. και ΣτΕ 2193-6/2014 Ολομ.)
23/6/2014
Με τη ΣτΕ 2192/2014 έγινε δεκτή αίτηση ακυρώσεως των Ενώσεων Αποστράτων Αξιωματικών Στρατού, Ναυτικού και Αεροπορίας κατά αποφάσεως του Υπουργού Οικονομικών και ακυρώθηκε η απόφαση αυτή καθ΄ό μέρος αφορά την αναδρομική από 1-8-2012 μείωση των συντάξεων των αποστράτων αξιωματικών και ανθυπασπιστών των ενόπλων δυνάμεων, συνεπεία της οποίας υποχρεώθηκαν να επιστρέψουν εισπραχθείσες συντάξιμες αποδοχές ως αχρεωστήτως καταβληθείσες.

Ειδικότερα: καθ’ ερμηνεία των διατάξεων των άρθρων 45, 23 παρ. 2 και 29 παρ. 3 του Συντάγματος, των εκτελεστικών του ως άνω άρθρου 45 του Συντάγματος ν. 660/1977 και 2292/1995, με τους οποίους ρυθμίσθηκαν τα ζητήματα διάρθρωσης και διοίκησης των ενόπλων δυνάμεων, των ρυθμίσεων για την κατάσταση των αξιωματικών των ενόπλων δυνάμεων που περιλαμβάνονται στο ν.δ/μα 1400/1973 και τους στρατιωτικούς κανονισμούς που έχουν εκδοθεί ανά κλάδο ενόπλων δυνάμεων (π.δ/τα 130/1984, 210/1993 και 60/2009) .. του ν. 1481/1984 περί συστάσεως της Ελληνικής Αστυνομίας και του τροποποιητικού αυτού ν. 2800/2000 περί συστάσεως Αρχηγείου της ΕΛ.ΑΣ., των ν. 3922/2011 και 4150/2013 περί Λιμενικού Σώματος – Ελληνικής Ακτοφυλακής, του ν. 3079/2002 με τον οποίο κυρώθηκε ο Κώδικας Προσωπικού του Λιμενικού Σώματος, όπως και των μισθολογικού χαρακτήρα ρυθμίσεων του άρθρου 2 παρ. 5 του ν. 754/1978, του ν. 1643/1986, του ν. 2448/1996 και του ν. 3205/2003, το δικαστήριο δέχθηκε τα εξής: «.. από τις ανωτέρω μνημονευόμενες διατάξεις συνάγεται ότι η αποστολή των ενόπλων δυνάμεων, όπως εξειδικεύεται από τους εκτελεστικούς του άρθρου 45 του Συντάγματος νόμους, συνίσταται στη διασφάλιση της εθνικής άμυνας, έννοια στην οποία περιλαμβάνεται η διαφύλαξη της εθνικής ανεξαρτησίας, η προάσπιση της εδαφικής ακεραιότητας της χώρας, η προστασία των ελλήνων πολιτών έναντι εξωτερικών επιθέσεων και απειλών και η εν γένει υποστήριξη των εθνικών συμφερόντων, σκοπών, δηλαδή, που, ως εκ της φύσεώς τους, συνάπτονται άμεσα με την ίδια την κρατική υπόσταση. Έμμεση αναγνώριση της αποστολής αυτής αποτελεί, εξάλλου, και η εκ του Συντάγματος ανάθεση της αρχηγίας των ενόπλων δυνάμεων στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, ο οποίος απονέμει τους βαθμούς στα στελέχη τους. Αντίστοιχης σπουδαιότητας είναι και η κύρια αποστολή των ενόπλων σωμάτων ασφαλείας (της Ελληνικής Αστυνομίας και του Λιμενικού Σώματος-Ελληνικής Ακτοφυλακής), η οποία συνίσταται στην τήρηση της δημόσιας τάξης και της κρατικής ασφάλειας και, εφόσον παραστεί ανάγκη, στην εξασφάλιση της εθνικής άμυνας σε συνεργασία με τις ένοπλες δυνάμεις της χώρας .. Η εθνική άμυνα, η δημόσια τάξη και η κρατική ασφάλεια, ειδικότερες εκφάνσεις των οποίων αποτελεί η πρόληψη και η καταστολή του εγκλήματος, ως κατεξοχήν δημόσιες εξουσίες και εκφράσεις κυριαρχίας, αποτελούν αρμοδιότητες αναπόσπαστες από τον πυρήνα της κρατικής εξουσίας. Για το λόγο αυτό, η άσκηση των επιμέρους αρμοδιοτήτων που συγκροτούν την αποστολή των σωμάτων αυτών, μη δυνάμενη, κατ’ αρχήν, να παραχωρηθεί σε ιδιώτες ασκείται, μέσω των ενόπλων δυνάμεων και των σωμάτων ασφαλείας, μόνον από το κράτος .. Από τις προπαρατεθείσες διατάξεις συνάγεται περαιτέρω, ότι για την εκπλήρωση της συνταγματικής τους αποστολής, τόσο οι ένοπλες δυνάμεις όσο και τα σώματα ασφαλείας αποτελούν στρατιωτικώς οργανωμένα σώματα, με αυστηρή ιεραρχική δομή και λειτουργία, βασισμένη στην απαρέγκλιτη τήρηση των κανόνων της πειθαρχίας και της υπακοής των κατωτέρων προς τους ανωτέρους τους, οι δε υπηρετούντες σ΄αυτά δεν αποτελούν πολιτικούς, αλλά στρατιωτικούς υπαλλήλους επί των οποίων δεν εφαρμόζονται οι περί μονιμότητας διατάξεις του άρθρου 103 παρ.4 του Συντάγματος .. Λόγω, εξάλλου, της ιδιαίτερα επικίνδυνης αποστολής των σωμάτων αυτών, συνεπαγόμενης εμπλοκή σε γυμνάσια και ασκήσεις, ενδεχομένως και σε πολεμικές επιχειρήσεις (στρατιωτικοί ενόπλων δυνάμεων) ή σύγκρουση με το έγκλημα (αστυνομικοί, λιμενικοί), αλλά και του χαρακτήρα των σωμάτων αυτών, ως στρατιωτικώς οργανωμένων, οι υπηρετούντες στις ένοπλες δυνάμεις και τα σώματα ασφαλείας τελούν υπό ιδιαίτερο εξουσιαστικό καθεστώς. Η ειδική αυτή σχέση εξουσιάσεως προς το κράτος συνεπάγεται αυξημένες υπηρεσιακές και εξωυπηρεσιακές υποχρεώσεις και δικαιολογεί τις απολύτου χαρακτήρα απαγορεύσεις της απεργίας των στρατιωτικών και των εκδηλώσεών τους υπέρ ή κατά πολιτικών κομμάτων, που επιβάλλονται από τις διατάξεις των άρθρων 23 παρ.2 και 29 παρ.3 του Συντάγματος, περαιτέρω δε καθιστά συνταγματικά επιτρεπτούς τους ειδικούς περιορισμούς των ατομικών δικαιωμάτων των στρατιωτικών, οι οποίοι δεν θα ήταν ανεκτοί εάν επιβάλλονταν στους λοιπούς πολίτες, όπως του δικαιώματος ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας και επαγγελματικής ελευθερίας, του δικαιώματος εκφράσεως και των δικαιωμάτων συνενώσεως και συναθροίσεως. Ειδικότερα, τα στελέχη των ενόπλων δυνάμεων και των σωμάτων ασφαλείας, κατά την άσκηση των ατομικών τους δικαιωμάτων, υπόκεινται, πέραν των γενικών περιορισμών που επιβάλλει ο νόμος, και σε ειδικότερους πρόσθετους περιορισμούς που δικαιολογούνται από τη φύση της σχέσης τους με το κράτος και τις απορρέουσες από τη σχέση αυτή υποχρεώσεις, εφόσον, βεβαίως, δεν οδηγούν σε κατ’ ουσία αναίρεση του αντιστοίχου δικαιώματος .. Εξάλλου, οι κανόνες του πειθαρχικού δικαίου των στρατιωτικών καθιερώνουν ιδιαίτερα πειθαρχικά παραπτώματα, που δικαιολογούνται κατ΄αρχήν εκ της ανάγκης αποτελεσματικής ασκήσεως της αποστολής των σωμάτων αυτών και διατηρήσεως της συνοχής και της πειθαρχίας τους, τα οποία, μάλιστα, τιμωρούνται με την επιβολή πειθαρχικών ποινών περιοριστικών της ελευθερίας των παραβατών (περιορισμός, κράτηση, φυλάκιση κ.α.), ενώ περαιτέρω οι στρατιωτικοί των ενόπλων δυνάμεων και του λιμενικού σώματος υπάγονται, στη δικαιοδοσία των ειδικών ποινικών δικαστηρίων του άρθρου 96 παρ. 4 περ. α΄ του Συντάγματος και στις διατάξεις του στρατιωτικού ποινικού κώδικα, με τις οποίες καθιερώνονται ιδιαίτερα στρατιωτικά εγκλήματα, διακεκριμένα των προβλεπομένων από τις διατάξεις του κοινού ποινικού δικαίου. Τέλος, στοιχεία της υπηρεσιακής καταστάσεως των στρατιωτικών των ενόπλων δυνάμεων και των σωμάτων ασφαλείας είναι, μεταξύ άλλων, και η διαρκής ετοιμότητα και η αυξημένη επιφυλακή, η κατ΄αρχήν αποκλειστική απασχόλησή τους και η συνακόλουθη απαγόρευση ασκήσεως άλλου επαγγέλματος ή παροχή επ΄αμοιβή ιδιωτικού έργου, όπως επίσης και οι συχνές μεταθέσεις τους. .. από τις ίδιες διατάξεις συνάγεται περαιτέρω ότι αντιστάθμισμα των ανωτέρω απαγορεύσεων και περιορισμών και των ειδικών συνθηκών εργασίας των στρατιωτικών και των σωμάτων ασφαλείας, οι οποίες συνεπάγονται αυξημένους κινδύνους για τη ζωή και τη σωματική τους ακεραιότητα, αλλά και αναγνώριση της σημασίας της αποστολής που επιτελούν, αποτελεί η ιδιαίτερη μισθολογική μεταχείριση τους, την οποία διαχρονικώς τους επιφύλαξε ο κοινός νομοθέτης. H ευνοϊκή αυτή μεταχείριση δεν είναι ανάλογη με εκείνη των αμέσων πολιτειακών οργάνων του Κράτους, η οποία θεμελιώνεται στο άρθρο 26 του Συντάγματος και, στη συνέχεια, όσον αφορά τους δικαστικούς λειτουργούς, κατοχυρώνεται και ρητώς στο άρθρο 88 παρ.2 αυτού, το οποίο επιτάσσει την χορήγηση σ΄αυτούς, με ειδικό νόμο, αποδοχών αναλόγων προς το λειτούργημά τους και τουλάχιστον ίσων προς τις αποδοχές των αντιστοίχων προς τους δικαστικούς λειτουργούς οργάνων των άλλων δύο λειτουργιών, αλλά, όσον αφορά τους στρατιωτικούς και τους υπαλλήλους των σωμάτων ασφαλείας, η ευνοϊκή μισθολογική μεταχείρισή τους απορρέει εμμέσως εκ της ιδιαίτερης σημασίας της εκ του Συντάγματος αποστολής τους που δικαιολογεί, εξάλλου, και τις συνταγματικές απαγορεύσεις και τους ειδικούς περιορισμούς των ατομικών δικαιωμάτων τους .. Ειδικότερα, η αρχή της ιδιαίτερης μισθολογικής μεταχειρίσεως των στρατιωτικών εγγυάται την διαμόρφωση του ύψους των αποδοχών τους με κριτήρια όχι μόνον τον κλάδο, τον βαθμό ή τα καθήκοντα του υπαλλήλου αλλά την λήψη υπόψη και κριτηρίων, όπως οι ιδιαίτερες συνθήκες ασκήσεως και η επικινδυνότητα του επαγγέλματός τους ώστε οι αποδοχές τους να είναι επαρκείς για αξιοπρεπή διαβίωση και ανάλογες της σημασίας της αποστολής τους για το Κράτος, προκειμένου, συγχρόνως, να αποτρέπονται η εξωυπηρεσιακή απασχόλησή τους, και δη σε τομείς που ιδιαιτέρως εξυπηρετούνται από την στρατιωτική ή αστυνομική τους ιδιότητα (φύλαξη προσώπων, επιχειρήσεων κ.λ.π.), καθώς και οι συνδεόμενοι με την άσκηση των καθηκόντων τους ηυξημένοι κίνδυνοι διαφθοράς. Το δε ύψος των αποδοχών της ηγεσίας των σωμάτων αυτών και των υπηρετούντων στους ανώτατους βαθμούς πρέπει να διαμορφώνεται αναλόγως και του κύρους του βαθμού τους και των ευθυνών των καθηκόντων τους τόσο σε καιρό ειρήνης όσο και πολέμου, λόγω, εξάλλου, και της αυστηρής ιεραρχικής δομής των στρατιωτικών σωμάτων. Συνεπώς, η υποχρέωση τηρήσεως από τον κοινό νομοθέτη της απορρέουσας εμμέσως από τις διατάξεις των άρθρων 45, 23 παρ.2 και 29 παρ.3 του Συντάγματος, αρχής της ιδιαίτερης μισθολογικής μεταχειρίσεως των στρατιωτικών αποτελεί μία πρόσθετη θεσμική εγγύηση που εξασφαλίζει την αποτελεσματική εκπλήρωση της αποστολής των ενόπλων δυνάμεων και των σωμάτων ασφαλείας μέσω της ενισχύσεως του ηθικού των στελεχών τους, αλλά και δικαίωμα των στρατιωτικών, λόγω των συνταγματικών απαγορεύσεων και περιορισμών, στους οποίες υπόκεινται και της επικινδυνότητας των καθηκόντων τους. Και ναι μεν στο πλαίσιο της ασκούμενης οικονομικής πολιτικής και κατ΄ εκτίμηση των εκάστοτε κρατουσών οικονομικών και κοινωνικών συνθηκών ο κοινός νομοθέτης δύναται να προβεί σε μείωση του βασικού μισθού ή και των επιδομάτων των στρατιωτικών των ενόπλων δυνάμεων και των σωμάτων ασφαλείας, δεδομένου, μάλιστα, ότι από καμία συνταγματική διάταξη ή αρχή δεν κατοχυρώνεται δικαίωμα σε αποδοχές συγκεκριμένου ύψους, όμως η μεταβολή του μισθολογικού καθεστώτος των στρατιωτικών με τέτοιας φύσεως ή εκτάσεως μείωση των αποδοχών, που να επιφέρει ανατροπή του έως τότε ισχύοντος μισθολογικού καθεστώτος, δεν μπορεί να γίνει χωρίς να έχει προηγουμένως εκτιμηθεί το δημοσιονομικό όφελος, σε σχέση με τις επιπτώσεις, που η μείωση αυτή μπορεί να έχει στην λειτουργία των ενόπλων αυτών σωμάτων, καθώς και αν η μείωση είναι αναγκαία ή θα μπορούσε να αναπληρωθεί με άλλα μέτρα ισοδυνάμου αποτελέσματος, με μικρότερο κόστος για το προσωπικό των ενόπλων δυνάμεων και των σωμάτων ασφαλείας. Η υποχρέωση αυτή, η οποία ισχύει, κατ΄αρχήν, για κάθε σημαντική μείωση αποδοχών, η οποία στρέφεται κατά συγκεκριμένης κατηγορίας υπαλλήλων ή λειτουργών του Δημοσίου, καθίσταται εντονότερη στην περίπτωση των στρατιωτικών, υπέρ των οποίων ο νομοθέτης έχει, σύμφωνα με όσα ανωτέρω έχουν εκτεθεί, υποχρέωση, κατά τον προσδιορισμό του ύψους των αποδοχών τους, να λαμβάνει υπόψη, εκτός από τα συνήθη κριτήρια, και τις ιδιαίτερες συνθήκες ασκήσεως και την επικινδυνότητα του επαγγέλματός τους, καθώς και την επιτασσομένη αποκλειστική αφιέρωση στο επάγγελμα αυτό, ώστε οι αποδοχές τους να είναι επαρκείς για αξιοπρεπή διαβίωση και ανάλογες της σημασίας της αποστολής τους. Στο αρμόδιο δε δικαστήριο επιφυλάσσεται ο έλεγχος της συνταγματικότητας των σχετικών διατάξεων, από την άποψη της λήψεως υπόψη από τον νομοθέτη, στην συγκεκριμένη περίπτωση, των ως άνω νομίμων κριτηρίων και όχι άλλων προδήλως απροσφόρων, έλεγχος πάντως που είναι οριακός ..» (βλ. σκέψεις 11 και 12). Περαιτέρω, το δικαστήριο έλαβε υπ’ όψιν τις προβλέψεις, σχετικά με τη μείωση των αποκαλούμενων «ειδικών μισθολογίων» του δημόσιου τομέα, του εγκριθέντος με το άρθρο 1 παρ. 3 του ν. 4046/2012 Μνημονίου Συνεννόησης, όπως και της 2012/211/ΕΕ αποφάσεως του Συμβουλίου της 13.3.2012, που ελήφθη μετά την επιτυχή ολοκλήρωση της διαδικασίας για την αναδιάρθρωση του ελληνικού χρέους (PSI), οι οποίες προηγήθηκαν του ν. 4093/2012, με τον οποίο εγκρίθηκε το Μεσοπρόθεσμο Πλαίσιο Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016, με τις διατάξεις δε των περιπτώσεων 13-36 της υποπαραγράφου Γ.1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του οποίου επήλθαν μειώσεις σε όλα τα χαρακτηρισθέντα από τον νομοθέτη «ειδικά μισθολόγια», καθώς επίσης (έλαβε υπ’ όψιν) ότι μετά την δημοσίευση του ν. 4093/2012 και την κύρωση του κρατικού προϋπολογισμού στον οποίο ενσωματώθηκαν τα μέτρα δημοσιονομικής στρατηγικής που είχαν περιληφθεί στο μεσοπρόθεσμο πλαίσιο δημοσιονομικής στρατηγικής (ν. 4095/2012), το Eurogroup αποφάσισε στις 27 Νοεμβρίου 2012 την αποκατάσταση της ομαλής ροής χρηματοδότησης της Ελλάδας, ενώ τον Δεκέμβριο του 2012 έλαβε χώρα νέα επικαιροποίηση του Μνημονίου Συνεννόησης, στο οποίο κατεγράφησαν όλα τα μέτρα που είχαν ήδη περιληφθεί στο μεσοπρόθεσμο δημοσιονομικό σχεδιασμό για τον περιορισμό του μισθολογικού κόστους του δημοσίου, μεταξύ των οποίων και η προοδευτική μείωση των αποδοχών των αμειβομένων βάσει ειδικών μισθολογίων. Εξ άλλου, με τις διατάξεις των περιπτώσεων 31-33 της ανωτέρω υποπαραγράφου Γ.1 του ν. 4093/2012, που, σύμφωνα και με την αιτιολογική έκθεση του νόμου, θεσπίσθηκαν στο πλαίσιο εφαρμογής του Μεσοπρόθεσμου Προγράμματος Δημοσιονομικής Προσαρμογής, μειώθηκαν οι αποδοχές των στελεχών των ενόπλων δυνάμεων και των σωμάτων ασφαλείας, με τη μείωση του βασικού μισθού του υπολοχαγού και των αντίστοιχων βαθμών, τη μείωση των συντελεστών βάσει των οποίων καθορίζονται οι βασικοί μισθοί των λοιπών βαθμών και τη μείωση των προβλεπόμενων επιδομάτων και αποζημιώσεων, ενώ, κατ’ εξουσιοδότηση της διατάξεως της περιπτώσεως 37, με την οποία ορίσθηκε ότι «Ο χρόνος και ο τρόπος επιστροφής των αχρεωστήτως καταβληθεισών αποδοχών .. , που προκύπτουν από την εφαρμογή των διατάξεων της παρούσας υποπαραγράφου, καθορίζεται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών», εκδόθηκε η προσβληθείσα υπ’ αριθ. 2/83408/0022/14.11.2012 απόφαση του Αναπληρωτή Υπουργού Οικονομικών (Β΄ 3017/14.11.2012), με την οποία καθορίσθηκε ο χρόνος και ο τρόπος επιστροφής των ποσών που προέκυψαν από την αναδρομική μείωση, από 1-8-2012, των αποδοχών και συντάξεων των μισθοδοτουμένων βάσει ειδικών μισθολογίων` με τις ανωτέρω διατάξεις του ν. 4093/2012 επήλθαν, όπως προκύπτει και από την συνοδεύουσα τον νόμο αυτό έκθεση του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, στις αποδοχές των στρατιωτικών των ενόπλων δυνάμεων και των υπαλλήλων των σωμάτων ασφαλείας οι αναλυτικά αναφερόμενες στη σκέψη 16 της αποφάσεως μεταβολές. Βάσει των δεδομένων που προκύπτουν από τις εκτεθείσες στις σκέψεις 13-15 ρυθμίσεις και πράξεις και άλλωστε επιβεβαιώνονται και από τις προπαρασκευαστικές εργασίες ψηφίσεως του ν. 4093/2012 από τη Βουλή των Ελλήνων κυριαρχικώς (ότι δηλαδή «ο νομοθέτης, αφού διαπίστωσε ότι η οικονομική ύφεση συνεχίζεται και ότι η χώρα εξακολουθεί να έχει “συνεχή προβλήματα με τη φορολογική συμμόρφωση”, την είσπραξη ληξιπρόθεσμων οφειλών και την προώθηση των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, αποφάσισε να λάβει και πάλι, μεταξύ άλλων, ως άμεσο μέτρο για την αντιμετώπιση της παρατεταμένης οικονομικής και δημοσιονομικής κρίσης την περαιτέρω μείωση των αποδοχών των μισθοδοτούμενων από το δημόσιο βάσει "ειδικών" μισθολογίων υπαλλήλων και λειτουργών», παρότι δε « .. καθένα από τα "ειδικά" αυτά μισθολόγια αφορούσε διαφορετική κατηγορία λειτουργών ή υπαλλήλων, με απολύτως διακεκριμένα καθήκοντα και αποστολή, ο νομοθέτης τα αντιμετώπισε συλλήβδην ως ένα ενιαίο οικονομικό μέγεθος, το οποίο έπρεπε, υπολογιζόμενο ως σύνολο, να μειωθεί κατά ποσοστό 10% στο πλαίσιο της επιχειρούμενης μειώσεως του δημοσιονομικού ελλείμματος και του δημοσίου χρέους»), το δικαστήριο συνήγαγε περαιτέρω τα εξής: « .. ο νομοθέτης, χωρίς να λάβει υπόψη τους λόγους για τους οποίους είχε θεσπισθεί ιδιαίτερο μισθολόγιο για καθεμία από τις εν λόγω κατηγορίες λειτουργών ή υπαλλήλων και το οποίο, για ορισμένες εξ αυτών, συνδέεται με την άσκηση της εκ του Συντάγματος κρατικής τους αποστολής, προέβη σε μείωση των "ειδικών" μισθολογίων, αποδίδοντας σημασία, για τον καθορισμό του ύψους της μειώσεως σε κάθε μισθολόγιο και σε κάθε βαθμό εντός του αυτού μισθολογίου, αποκλειστικώς και μόνον στο μαθηματικό ύψος των έως τότε χορηγουμένων αποδοχών. Με βάση το κριτήριο αυτό ο νομοθέτης θέσπισε μεγαλύτερο ποσοστό μειώσεως (άνω δηλαδή του 10%, το οποίο εξελήφθη ως μέσος όρος για τις μειώσεις σε όλα τα μισθολόγια) στα μισθολόγια, στα οποία το ύψος των αποδοχών ήταν γενικώς μαθηματικώς υψηλότερο, και μικρότερο σε εκείνα, στα οποία το ύψος των αποδοχών ήταν μαθηματικώς μικρότερο, εντός δε του ίδιου μισθολογίου μείωσε κατά μεγαλύτερο ποσοστό τις αποδοχές των κατεχόντων τους ανωτέρους και ανωτάτους βαθμούς λειτουργούς και υπαλλήλους. Κατ’ εφαρμογή του αμιγώς αριθμητικού αυτού κριτηρίου, ο νομοθέτης καθόρισε και τις μειώσεις στις αποδοχές των στρατιωτικών των ενόπλων δυνάμεων και των σωμάτων ασφαλείας, επιφέροντας, ειδικότερα, μειώσεις στο ύψος του μισθού βάσης και των συντελεστών που εφαρμόζονται επ’ αυτού για τον υπολογισμό των βασικών μισθών των λοιπών βαθμών, καθώς και στο ύψος των χορηγούμενων σε αυτούς επιδομάτων, οι οποίες αποδοχές .. έχουν τον χαρακτήρα κινήτρου για την αποτελεσματικότερη εκπλήρωση της αποστολής τους και αντισταθμίσματος για τις ιδιαίτερες συνθήκες εκτέλεσης των καθηκόντων τους. Εξάλλου, για τη μείωση των συντελεστών, βάσει των οποίων καθορίζονται οι βασικοί μισθοί των στελεχών των ενόπλων αυτών σωμάτων, η εφαρμογή των οποίων άγει σε πρόσθετη σημαντική μείωση των αποδοχών των υψηλόβαθμων, ιδίως, στρατιωτικών (άνω του 10%) δεν παρατίθεται άλλη δικαιολογία, εκτός από το ότι οι μισθοί των ανώτατων αξιωματικών είναι μαθηματικώς υψηλότεροι των μισθών των υπολοίπων στελεχών των ενόπλων δυνάμεων και των σωμάτων ασφαλείας, ρύθμιση, η οποία, κατά την εκτίμηση του νομοθέτη, αποτελούσε επαρκές μέτρο για την προστασία όσων βρίσκονται "στις χαμηλότερες μισθολογικές κλίμακες"». Στη συνέχεια το δικαστήριο δέχθηκε ότι από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 4 παρ. 5, 25 παρ. 1 και 4, 79 παρ. 1 και 106 παρ. 1 του Συντάγματος συνάγονται τα εξής: « .. σε περιπτώσεις παρατεταμένης οικονομικής κρίσεως, ο κοινός νομοθέτης δύναται να θεσπίσει μέτρα περιστολής των δημοσίων δαπανών που συνεπάγονται σοβαρή οικονομική επιβάρυνση μεγάλων κατηγοριών του πληθυσμού και, ιδίως, όσων λαμβάνουν μισθό ή σύνταξη από το δημόσιο ταμείο λόγω της άμεσης εφαρμογής και αποτελεσματικότητας των επιβαλλομένων σε βάρος τους μέτρων για τον περιορισμό του δημοσίου ελλείμματος. Η δυνατότητα, όμως, αυτή δεν μπορεί να είναι απεριόριστη αλλά έχει ως όριο τις αρχές της αναλογικότητας, της ισότητας στην κατανομή των δημοσίων βαρών και του σεβασμού της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, οι οποίες επιτάσσουν το βάρος της δημοσιονομικής προσαρμογής να κατανέμεται μεταξύ όλων των κατηγοριών απασχολουμένων τόσο στο δημόσιο, όσο και στον ιδιωτικό τομέα, όπως, επίσης, και των ασκούντων ελευθέριο επάγγελμα, δεδομένου, μάλιστα, ότι η βιωσιμότητα των δημοσίων οικονομικών είναι προς όφελος όλων. Και τούτο διότι, ενόψει και της καθιερουμένης στο άρθρο 25 παρ. 4 του Συντάγματος αξιώσεως του κράτους να εκπληρώνουν όλοι οι πολίτες το χρέος της κοινωνικής και εθνικής αλληλεγγύης, δεν είναι επιτρεπτό η επιβάρυνση από τα μέτρα που λαμβάνονται προς αντιμετώπιση της δυσμενούς και παρατεταμένης οικονομικής συγκυρίας να κατανέμεται πάντοτε σε συγκεκριμένες κατηγορίες πολιτών ώστε η σωρευτική επιβάρυνση αυτών να είναι ιδιαίτερα μεγάλη και να είναι πλέον εμφανής η υπέρβαση των ορίων της αναλογικότητας και της ισότητας στην κατανομή των δημοσίων βαρών, αντί της προωθήσεως διαρθρωτικών μέτρων ή της εισπράξεως των φορολογικών εσόδων από την μη εφαρμογή των οποίων ευνοούνται, κυρίως, άλλες κατηγορίες πολιτών (πρβλ ΣτΕ 668/2012 Ολ.)» (βλ. σκέψη 19). Το δικαστήριο, εξ άλλου, διαπίστωσε ότι, από την δημοσίευση του ν. 3833/2010 «Προστασία της εθνικής οικονομίας – Επείγοντα μέτρα για την αντιμετώπιση της δημοσιονομικής κρίσης» (Α’ 40/15.3.2010) μέχρι την αναδρομική από 1-8-2012 μείωση των αποδοχών τους που επήλθε με τις επίμαχες διατάξεις του ν. 4093/2012, τα στελέχη των ενόπλων δυνάμεων και των σωμάτων ασφαλείας υπέστησαν διαδοχικώς τις αναφερόμενες στη σκέψη 20 της αποφάσεως μειώσεις των αποδοχών τους. Με τα ανωτέρω δεδομένα, το δικαστήριο έκρινε ότι « .. ούτε από τις προπαρασκευαστικές εργασίες ψηφίσεως του ν. 4093/2012, ούτε από το κείμενο του εγκριθέντος με τον νόμο αυτό Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016, ούτε, τέλος, από το κείμενο του εγκριθέντος με τον ν. 4046/2012 Μνημονίου Συνεννόησης προκύπτει ότι κατά τον προσδιορισμό του ύψους των περικοπών στο μισθολόγιο των στρατιωτικών ελήφθησαν υπόψη, πέραν του ανωτέρω καθαρώς αριθμητικού και, ως εκ τούτου, προδήλως απροσφόρου κριτηρίου, της επιτεύξεως δηλαδή συγκεκριμένης μεσοσταθμικής μειώσεως του μισθολογικού κόστους του Δημοσίου, η σημασία της αποστολής των ενόπλων δυνάμεων και των σωμάτων ασφαλείας και οι ιδιαίτερες συνθήκες ασκήσεως των καθηκόντων των στελεχών τους. Ούτε προκύπτει ότι έγιναν ειδικές εκτιμήσεις για τις επιπτώσεις από τις εν λόγω μειώσεις στη λειτουργία των ενόπλων αυτών σωμάτων, ούτε αν οι εκ των μειώσεων προερχόμενες επιπτώσεις είναι μικρότερες ή μεγαλύτερες από το οικονομικό όφελος που θα προκύψει, ούτε, τέλος, αν θα μπορούσαν να ληφθούν άλλα μέτρα ισοδυνάμου αποτελέσματος, με μικρότερο κόστος για το προσωπικό των ενόπλων δυνάμεων και των σωμάτων ασφαλείας. Δεν εξετάσθηκε, επίσης, αν οι αποδοχές των στελεχών των ενόπλων δυνάμεων και των σωμάτων ασφαλείας παραμένουν, και μετά τις νέες μειώσεις, επαρκείς για την αντιμετώπιση του κόστους αξιοπρεπούς διαβίωσης τους και ανάλογες της αποστολής τους». «Η συνεκτίμηση των ως άνω κριτηρίων και λοιπών παραγόντων», έκρινε περαιτέρω το δικαστήριο, «ήταν .. επιβεβλημένη διότι οι επίμαχες περικοπές αφορούσαν σε αποδοχές των στελεχών στρατιωτικώς οργανωμένων σωμάτων, υπέρ των οποίων ο κοινός νομοθέτης έχει υποχρέωση ιδιαίτερης μισθολογικής μεταχειρίσεως, η οποία απορρέει εμμέσως από τα άρθρα 45, 23 παρ.2 και 29 παρ.3 του Συντάγματος, ως αρχή που εγγυάται την αποτελεσματική εκπλήρωση της κρατικής αποστολής τους και ως αντιστάθμισμα για τις ιδιαίτερες συνθήκες εκτελέσεως των καθηκόντων τους». Οι ελλείψεις αυτές κρίθηκε ότι δεν μπορούσαν να αναπληρωθούν από μελέτη που προσκόμισε η διοίκηση, η οποία είχε συνταχθεί κατά τον Μάρτιο του 2011 στο πλαίσιο εκπονήσεως του ενιαίου βαθμολογίου και μισθολογίου των δημοσίων υπαλλήλων (ν. 4024/2011) και, ανεξαρτήτως του ότι δεν προέκυπτε ότι είχε τεθεί στη διάθεση του νομοθετικού οργάνου και ληφθεί υπ’ όψιν κατά την διαμόρφωση των επιμέρους ρυθμίσεων του ν. 4093/2012, δεν περιείχε λόγους που θα μπορούσαν να δικαιολογήσουν από την ανωτέρω άποψη, τις επίμαχες περικοπές και ότι «με τα δεδομένα που ίσχυαν κατά τον χρόνο δημοσιεύσεως του ν. 4093/2012» οι επελθούσες με το νόμο αυτό, βάσει του ανωτέρω καθαρώς αριθμητικού κριτηρίου, « συγκεκριμένες μειώσεις των αποδοχών των στρατιωτικών των ενόπλων δυνάμεων και των σωμάτων ασφαλείας, .. συνυπολογιζόμενες με την πλήρη κατάργηση των επιδομάτων εορτών και αδείας, τις υπόλοιπες μειώσεις που .. επεβλήθησαν διαδοχικώς στις αποδοχές των στρατιωτικών και τις αλλεπάλληλες φορολογικές επιβαρύνσεις, υπερβαίνουν, λόγω του σωρευτικού τους αποτελέσματος και της εκτάσεώς τους, το όριο που θέτουν οι συνταγματικές αρχές της αναλογικότητας και της ισότητας στα δημόσια βάρη, δεδομένης εξάλλου, και της αδυναμίας προωθήσεως των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων και εισπράξεως των ληξιπροθέσμων φορολογικών οφειλών που απετέλεσαν .. έναν από τους λόγους για τους οποίους κρίθηκαν και πάλι αναγκαίες, μεταξύ άλλων, οι νέες μειώσεις στις αποδοχές των στρατιωτικών των ενόπλων δυνάμεων και των σωμάτων ασφαλείας». Κατόπιν των ανωτέρω, το δικαστήριο έκρινε ότι οι λόγοι δημοσίου συμφέροντος που επικαλέσθηκε η Διοίκηση προς δικαιολόγηση των επίμαχων περικοπών του ν. 4093/2012, «οι οποίοι συνίστανται στην επίτευξη των στόχων του μεσοπρόθεσμου προγράμματος, στην εκπλήρωση, δηλαδή, των προϋποθέσεων που τίθενται, υπό μορφή προαπαιτούμενων, για τη συνέχιση της χρηματοδότησης του προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής της χώρας αν και δικαιολογούν κατ΄αρχήν, την λήψη μέτρων περιστολής των δημοσίων δαπανών, περιοριζόμενοι στην ανάγκη μειώσεως του μισθολογικού κόστους του προσωπικού του Δημοσίου για την κάλυψη τμήματος του δημοσιονομικού κενού του προγράμματος προσαρμογής, το οποίο προέκυψε, κυρίως, λόγω της αποτυχίας εισπράξεως των προβλεπομένων φορολογικών εσόδων και των ανείσπρακτων οφειλών παρελθόντων ετών και της αδυναμίας προωθήσεως των διαρθρωτικού χαρακτήρα μεταρρυθμίσεων του προγράμματος προσαρμογής, δεν αρκούν για να καταστήσουν συνταγματικώς ανεκτές τις συγκεκριμένες περικοπές. Και τούτο διότι, ανεξαρτήτως του ότι το δημόσιο συμφέρον, για την εξυπηρέτηση του οποίου επεβλήθησαν οι νέες μειώσεις, δεν ήταν τόσο έντονο όσο εκείνο που δικαιολογούσε την υιοθέτηση των αρχικών μέτρων των ν. 3833/2010 και 3845/2010 που ελήφθησαν, κατά τις διαπιστώσεις του νομοθέτη, προ του κινδύνου άμεσης χρεωκοπίας και εξόδου της χώρας από την ευρωζώνη, οι επίμαχες περικοπές συνιστούν μέτρα που λαμβάνονται μεν για την αντιμετώπιση της παρατεταμένης οικονομικής κρίσης, επιβαρύνουν, όμως, και πάλι, κατά παράβαση της κατ’ άρθρο 25 παρ. 4 του Συντάγματος υποχρεώσεως όλων των πολιτών για εκπλήρωση του χρέους της κοινωνικής και εθνικής αλληλεγγύης, την ίδια κατηγορία πολιτών. Περαιτέρω, οι περικοπές αυτές δεν μπορούν να δικαιολογηθούν ούτε εκ του λόγου ότι αποτελούν τμήμα ενός ευρύτερου προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής που περιέχει δέσμη μέτρων για την ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας και την εξυγίανση των δημοσίων οικονομικών, προϋπόθεση, η οποία αποτελεί αναγκαίο όχι όμως και επαρκή όρο για την συνταγματικότητα των εν λόγω περικοπών. Εξάλλου, ανεπιτυχώς επιχειρείται η στήριξη της συνταγματικότητας των μέτρων αφενός μεν στην μεγαλύτερη της αναμενόμενης ύφεση της ελληνικής οικονομίας, η οποία κατέστησε μεν επιβεβλημένη την λήψη νέων μέτρων, όχι όμως και αναγκαίως την εκ νέου περιστολή του μισθολογικού κόστους του Δημοσίου, αφετέρου δε στην αυξημένη αποτελεσματικότητα των εν λόγω μέτρων, η οποία, ωστόσο, δεν μπορεί να δικαιολογήσει την κατ΄επανάληψη επιβάρυνση των ίδιων προσώπων. Τέλος, η υπ΄ αριθ. 2Ο12/211/ΕΕ απόφαση του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ενώσεως της 13.3.2012, με την οποία προβλέφθηκε «μείωση κατά 12% κατά μέσο όρο των ειδικών μισθών του δημόσιου τομέα για τους οποίους δεν ισχύει το νέο μισθολόγιο», εν πάση περιπτώσει δεν έχει την έννοια ότι απαλλάσσει τον εθνικό νομοθέτη, κατά την άσκηση της εθνικής δημοσιονομικής πολιτικής στο πλαίσιο εκπληρώσεως των διεθνών υποχρεώσεων της Χώρας, από την τήρηση των προαναφερομένων συνταγματικών διατάξεων και αρχών» (βλ. σκέψη 21). Κατόπιν τούτου, το δικαστήριο έκρινε, κατ’ αποδοχή σχετικού λόγου ακυρώσεως, ότι «οι διατάξεις των περιπτώσεων 31-33 της υποπαραγράφου Γ1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 .. καθώς και της απολύτου συναφούς προς αυτές διατάξεως της περιπτώσεως 37, αντίκεινται .. προς την απορρέουσα εμμέσως από τις διατάξεις των άρθρων 45, 23 παρ.2 και 29 παρ.9 του Συντάγματος αρχή της ιδιαίτερης μισθολογικής μεταχειρίσεως των στρατιωτικών (Ενόπλων Δυνάμεων και Σωμάτων Ασφαλείας) καθώς και προς τις συνταγματικές διατάξεις των άρθρων 4 παρ.5 και 25 παρ. 4» και ότι, συνεπώς, η προσβληθείσα απόφαση, « .. κατά το μέρος που στηρίζεται στις ανωτέρω, αντισυνταγματικές και ως εκ τούτου ανίσχυρες και μη εφαρμοστέες, διατάξεις των περιπτώσεων 31-33 και 37 της υποπαραγράφου Γ1 και αφορά την αναδρομική, από 1-8-2012 έως την εφαρμογή του νόμου αυτού, μείωση των συντάξεων των αποστράτων αξιωματικών και ανθυπασπιστών των ενόπλων δυνάμεων, συνεπεία της οποίας υποχρεώθηκαν αυτοί να επιστρέψουν συντάξιμες αποδοχές τις οποίες είχαν ήδη εισπράξει, ως αχρεωστήτως καταβληθείσες, δεν έχει εκδοθεί νομίμως και πρέπει κατά το μέρος αυτό να ακυρωθεί» (βλ. σκέψη 23).
Αρχή
 4 ΣτΕ 2115/2014 Ολομ.
20/6/2014
Έγκυρη η νομοθετική πρόβλεψη μειωμένου επιτοκίου για τις οφειλές νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου.

Με το άρθρο άρθρο 6Δ του ν. 2362/1995, που προστέθηκε με το άρθρο 9 του ν. 3871/2010, επιβάλλεται η συμμόρφωση των ετήσιων προϋπολογισμών προς το Μεσοπρόθεσμο Πλαίσιο Δημοσιονομικής Στρατηγικής και ορίζεται, ειδικότερα, ότι «O ετήσιος Κρατικός Προϋπολογισμός, ο Κοινωνικός Προϋπολογισμός, ο ενοποιημένος ετήσιος προϋπολογισμός τοπικής αυτοδιοίκησης, οι προσαρτημένοι στον Κρατικό Προϋπολογισμό προϋπολογισμοί άλλων φορέων και κάθε άλλος ετήσιος προϋπολογισμός που αποτελεί μέρος του ετήσιου προϋπολογισμού της Γενικής Κυβέρνησης με τα προσαρτήματα του, καταρτίζεται, εγκρίνεται και εκτελείται σε απόλυτη συμμόρφωση προς τους δημοσιονομικούς στόχους και τις προβλέψεις που αναφέρονται στο Μεσοπρόθεσμο Πλαίσιο Δημοσιονομικής Στρατηγικής και στις ενδεχόμενες επικαιροποιήσεις του …» (παρ. 1) και ότι «Στην έννοια της παραπάνω συμμόρφωσης περιλαμβάνεται και η υποχρέωση κάθε φορέα της Γενικής Κυβέρνησης να μην λαμβάνει ή υιοθετεί απόφαση ή ενέργεια που παραβιάζει αρχές και διαδικασίες που τίθενται με τον παρόντα νόμο αλλά και τις δημοσιονομικές επιδιώξεις, τα ανώτατα όρια και τους στόχους, που ορίζονται στο εφαρμοστέο Μεσοπρόθεσμο Πλαίσιο Δημοσιονομικής Στρατηγικής …» (παρ. 2). Περαιτέρω, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο του ν. 3845/2010, του ν. 4046/2012, του ν. 4093/2012, καθώς και από τις αιτιολογικές εκθέσεις των νόμων αυτών, αποδίδεται ιδιαίτερη σημασία στην αντιμετώπιση των ελλειμμάτων των οργανισμών κοινωνικής ασφάλισης. Ειδικότερα, σύμφωνα με το Μνημόνιο Ι, καθώς οι μεγαλύτερες υπερβάσεις ετησίως στον προϋπολογισμό προέρχονται συστηματικά από τα ταμεία κοινωνικής ασφάλισης, πρέπει να ληφθούν συγκεκριμένα μέτρα δημοσιονομικής προσαρμογής για τη διασφάλιση της βιωσιμότητας του ασφαλιστικού συστήματος (σελ. 1337 του ΦΕΚ). Στο Μνημόνιο ΙΙ αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι θα εισαχθούν μεταρρυθμίσεις, προκειμένου να εξαλειφθούν οι ληξιπρόθεσμες οφειλές και τα ελλείμματα στα ταμεία εφάπαξ (σελ. 699 του ΦΕΚ). Τέλος, κατά την αιτιολογική έκθεση του Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου για το διάστημα 2013-2016, η αντιμετώπιση της δυσμενούς οικονομικής κατάστασης της χώρας και, περαιτέρω, η δημοσιονομική εξυγίανση αυτής στηρίζεται και στη μείωση των δαπανών των Κοινωνικοασφαλιστικών Οργανισμών (σελ. 35). Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι οι φορείς Γενικής Κυβέρνησης, στους οποίους ανήκουν οι Οργανισμοί Κοινωνικής Ασφάλισης, συνιστούν ενιαίο σύνολο για τον υπολογισμό της διαδικασίας υπερβολικού ελλείμματος και ήδη αντιμετωπίζονται με κοινούς κανόνες από το ν. 2362/1995 περί Δημοσίου Λογιστικού, όπως τροποποιήθηκε με το ν. 3871/2010· συνεπώς, η διατήρηση για τα εν λόγω νομικά πρόσωπα, επιτοκίου μικρότερου από εκείνο που ισχύει για τις οφειλές των ιδιωτών δικαιολογείται από λόγους επιτακτικού δημόσιου συμφέροντος και, ειδικότερα, είναι αναγκαία προς αποφυγή περαιτέρω διατάραξης της δημοσιονομικής ισορροπίας της χώρας, δεδομένου ότι η επιβάρυνση του προϋπολογισμού των εν λόγω νομικών προσώπων με μεγαλύτερο επιτόκιο θα έχει ως συνέπεια την αύξηση του ύψους του δημόσιου χρέους. Ως προς δε τα νομικά πρόσωπα που ανήκουν στην κατηγορία των Οργανισμών Κοινωνικής Ασφάλισης, όπως είναι το Ταμείο Αλληλοβοηθείας Στρατού και ο διάδοχός του Ειδικός Λογαριασμός Αλληλοβοηθείας Στρατού, συντρέχει και ειδικότερος λόγος δημόσιου συμφέροντος που δικαιολογεί την ανωτέρω ρύθμιση, συνδεόμενος με τη διαφύλαξη του υπάρχοντος ασφαλιστικού κεφαλαίου, προκειμένου να διασφαλιστεί η βιωσιμότητα των οργανισμών αυτών και η εξασφάλιση της μελλοντικής συνέχισης της καταβολής παροχών στους δικαιούχους. Υπό τις ανωτέρω συνθήκες, η ρύθμιση που εισάγει το άρθρο 7 παρ. 2 του ν.δ. 496/1974, σύμφωνα με την οποία «ο νόμιμος και ο της υπερημερίας τόκος πάσης του νομικού προσώπου [δημοσίου δικαίου] οφειλής ορίζεται εις 6% ετησίως, πλην εάν άλλως ορίζεται δια συμβάσεως ή ειδικού νόμου …» συνιστά επιτρεπτή υπέρ των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, φορέων της Γενικής Κυβέρνησης, ειδικότερα δε των Οργανισμών Κοινωνικής Ασφάλισης, προνομιακή μεταχείριση, αποβλέπουσα στην ορθή άσκηση της δημόσιας εξουσίας μέσω της διαφύλαξης της δημοσιονομικής ισορροπίας και της περιουσίας του Κράτους υπό ευρεία έννοια και, ειδικότερα, των ως άνω οργανισμών· ως εκ τούτου, η ρύθμιση αυτή δεν αντίκειται στο άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος, εφόσον, υπό τις ως άνω συνθήκες, η συνταγματική αυτή διάταξη δεν έχει πεδίο εφαρμογής, όπως, άλλωστε, και η όμοιου περιεχομένου ρύθμιση του άρθρου 21 του Κώδικα νόμων περί δικών του Δημοσίου, κατά τα κριθέντα με την 25/2012 απόφαση του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου. Για τους ίδιους λόγους, η ρύθμιση αυτή δεν αντίκειται στο άρθρο 26 του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα (που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 2462/1997 – Α΄ 25), με το οποίο καθιερώνεται η ισότητα ενώπιον του νόμου. Τέλος, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην όγδοη σκέψη, η ένδικη νομοθετική ρύθμιση δεν αντίκειται στις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 5 και 25 παρ. 1 εδ. δ΄ του Συντάγματος, δεδομένου μάλιστα, όσον αφορά τη δεύτερη διάταξη, ότι το επιτόκιο για τις οφειλές των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου περιορίζεται μεν σε 6% αλλά δεν μηδενίζεται. Εξάλλου, και δεδομένου ότι η διάταξη του άρθρου 7 παρ. 2 του ν.δ. 496/1974 δεν αποτελεί δικονομική αλλά ουσιαστική διάταξη, από τη διαφοροποίηση του οριζόμενου με αυτήν επιτοκίου, σε σχέση με το εκάστοτε γενικώς ισχύον επιτόκιο για τις οφειλές των ιδιωτών, δεν τίθεται ζήτημα παραβίασης των άρθρων 20 παρ. 1 του Συντάγματος, 6 παρ. 1 της Ε.Σ.Δ.Α. και 2 παρ. 3 περ. α΄, β΄ και 14 παρ. 1 του ως άνω Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα, τα οποία κατοχυρώνουν το δικαίωμα δικαστικής προστασίας και δίκαιης δίκης, αφού με την ανωτέρω διάταξη τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου δεν εξοπλίζονται, έναντι των ιδιωτών, με προνόμια δικονομικού περιεχομένου (πρβλ. Α.Ε.Δ. 25/2012, Σ.τ.Ε.1663/2009 Ολομ., Ε.Δ.Δ.Α. Μεϊδάνης κατά Ελλάδος 22.5.2008 σκέψεις 34 έως 36). Τέλος, το άρθρο 7 παρ. 2 του ν.δ. 496/1974 δεν αντίκειται στα άρθρα 17 του Συντάγματος και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α., το οποίο επιτρέπει στον εθνικό νομοθέτη να αξιολογήσει τους λόγους δημόσιας ωφέλειας που μπορούν να δικαιολογήσουν επέμβαση στην περιουσία, ύστερα από στάθμιση ζητημάτων πολιτικής, κοινωνικής και οικονομικής φύσεως, αρκεί η εν λόγω εκτίμηση να μη στερείται προδήλως λογικής βάσης (Ε.Δ.Δ.Α. Sud Parisienne de Construction κατά Γαλλίας σκ. 36)· η προστασία δε της εθνικής οικονομίας της χώρας με τη νομοθετική επέμβαση σε ζητήματα παροχών κοινωνικής ασφάλισης αποτελεί, κατ’ αρχήν, νόμιμο σκοπό, συμβατό με τους γενικούς στόχους της Ε.Σ.Δ.Α. (βλ. σχετ. Ε.Δ.Δ.Α. Andrejeva κατά Λεττονίας 18.2.2009 σκ. 86). Τούτο, διότι, από τις μνημονευθείσες διατάξεις και τα πραγματικά δεδομένα, ενόψει των οποίων τέθηκαν σε ισχύ, προκύπτει ότι η νομοθετική αυτή ρύθμιση αποβλέπει, υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες, στην εξυπηρέτηση σκοπού επιτακτικού δημόσιου συμφέροντος, συνισταμένου στην προστασία της δημοσιονομικής ισορροπίας και της περιουσίας του Κράτους υπό ευρεία έννοια, ειδικότερα δε των οργανισμών κοινωνικής ασφάλισης· η ζημία δε που υφίστανται οι ιδιώτες από την καταβολή των υποχρεώσεων των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, και ειδικότερα των οργανισμών κοινωνικής ασφάλισης, με επιτόκιο 6%, αντί του καταρχήν γενικώς ισχύοντος μεγαλύτερου επιτοκίου, δεν είναι τέτοιας έκτασης, ώστε να θίγει τον πυρήνα της αξίωσης.
Αρχή
 5 ΣτΕ 1901/2014 (Ολομ.) - Κατάργηση της δημόσιας επιχείρησης ΕΡΤ Α.Ε.
10/6/2014
Με την 1901/2014 απόφαση της Ολομελείας του Δικαστηρίου απορρίφθηκε αίτηση ακυρώσεως κατά της υπ΄ αριθ. ΟΙΚ.02/11.6.2013 αποφάσεως του Υφυπουργού στον Πρωθυπουργό και του Υπουργού Οικονομικών «Κατάργηση της δημόσιας επιχείρησης “Ελληνική Ραδιοφωνία - Τηλεόραση, Ανώνυμη Εταιρεία” (ΕΡΤ - A.E.)» (B΄ 1414).

Με την απόφαση αυτή κρίθηκαν, ειδικότερα, μεταξύ άλλων, τα εξής: Με τις διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 1, 5 Α παρ. 1, 14 παρ. 1,2 και 9 και 15 παρ. 2 του Συντάγματος το κράτος καθίσταται ο ρυθμιστής της λειτουργίας της ραδιοτηλεόρασης και ο εγγυητής του πλουραλισμού των ιδεών και των πληροφοριών που μεταδίδονται. Το κράτος (η νομοθετική και η εκτελεστική εξουσία, καθώς και το Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης, ως ανεξάρτητη διοικητική αρχή) υποχρεούται, απέχοντας από επεμβάσεις στο περιεχόμενο των εκπομπών, να λαμβάνει όλα τα αναγκαία θετικά μέτρα (νομοθετικά, οργανωτικά, διοικητικά και ουσιαστικά), περιλαμβανομένης της επιβολής και εκτέλεσης των προβλεπομένων κυρώσεων, ώστε να διασφαλίζεται η καθολική παροχή της ραδιοτηλεοπτικής υπηρεσίας στην εθνική επικράτεια με πλήρη σεβασμό των συνταγματικών αξιών, με διαφάνεια ως προς το ιδιοκτησιακό καθεστώς, την οικονομική κατάσταση και τη χρηματοδότηση των μέσων ενημέρωσης, καθώς και με την αποτροπή της συγκέντρωσης του ελέγχου των μέσων αυτών. Από τις ως άνω, όμως, συνταγματικές διατάξεις δεν προκύπτει ότι επιβάλλεται η λειτουργία δημόσιου φορέα ραδιοτηλεόρασης. Ο νομοθέτης έχει την ευχέρεια, συνεκτιμώντας την οικονομική δυνατότητα του Κράτους σε κάθε συγκεκριμένη χρονική περίοδο, να επιλέξει αν, με κριτήριο την αποτελεσματικότερη εφαρμογή των συνταγματικών επιταγών για τη ραδιοτηλεόραση, είναι αναγκαίο και δυνατό να ιδρυθεί δημόσιος φορέας ραδιοτηλεόρασης. Σε περίπτωση, κατά την οποία επιλεγεί η ίδρυση δημόσιου φορέα ραδιοτηλεόρασης, αυτός επιβάλλεται, σύμφωνα με το Σύνταγμα, να έχει πλουραλιστική δομή, να οργανώνεται κατά τρόπο που αποτρέπει κυβερνητικές και κομματικές επιρροές και να λειτουργεί αυστηρά με βάση τις αρχές της αντικειμενικότητας, της αμεροληψίας και της πολυφωνίας. Οίκοθεν νοείται ότι η εκάστοτε νομοθετική επιλογή υπόκειται στον δικαστικό έλεγχο ως προς τη συμφωνία της με τις προμνημονευόμενες συνταγματικές επιταγές. Κατόπιν τούτων, ο λόγος ακυρώσεως κατά τον οποίο η προσβαλλόμενη πράξη με την οποία καταργείται η ΕΡΤ ΑΕ και παύει να υπάρχει πάροχος της δημόσιας υπηρεσίας στον τομέα της ραδιοτηλεόρασης πρέπει να ακυρωθεί λόγω αντιθέσεως των διατάξεων κατ΄ εξουσιοδότηση των οποίων εκδόθηκε (άρθρο 14Β του ν. 3429/2005) στο άρθρο 15 παρ. 2 του Συντάγματος, το οποίο επιβάλλει, κατά τους αιτούντες, την απρόσκοπτη λειτουργία δημόσιου ραδιοτηλεοπτικού φορέα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, προεχόντως διότι στηρίζεται στην εσφαλμένη εκδοχή ότι το άρθρο 15 παρ. 2 του Συντάγματος επιβάλλει να υπάρχει δημόσια ραδιοτηλεόραση. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την ίδια πράξη, η κατάργηση της ΕΡΤ Α.Ε. έγινε, πέραν των δημοσιονομικών λόγων, με σκοπό να ιδρυθεί νέος φορέας δημόσιας ραδιοτηλεόρασης, ο νόμος για την ίδρυση του οποίου (ν. 4173/2013) δημοσιεύθηκε πριν από τη συζήτηση της αιτήσεως ακυρώσεως, σύμφωνα δε με τις διατάξεις του νόμου αυτού ο ορισμός των οργάνων διοίκησης του νέου φορέα γίνεται, με εξαίρεση τον πρώτο ορισμό, χωρίς την ανάμιξη της νομοθετικής και εκτελεστικής εξουσίας. Άλλωστε, μέχρι να τεθεί σε λειτουργία ο νέος φορέας, άρχισε να λειτουργεί μεταβατικός φορέας δημόσιας ραδιοτηλεόρασης, ενώ συνεχίσθηκε, απρόσκοπτα, υπό τον έλεγχο του Εθνικού Συμβουλίου Ραδιοτηλεόρασης, και η λειτουργία των ιδιωτικών ραδιοτηλεοπτικών σταθμών εθνικής και τοπικής εμβέλειας. Επιπροσθέτως, ούτε από τις διατάξεις του άρθρου 10 της ΕΣΔΑ απορρέει για τα συμβαλλόμενα κράτη υποχρέωση να θεσπίζουν δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα, εφόσον υπάρχουν άλλα μέσα για τη διασφάλιση της ποιότητας και της ισορροπίας των προγραμμάτων Επομένως, εφόσον στην Ελλάδα υπάρχουν άλλα μέσα ενημέρωσης για τη διασφάλιση της ποιότητας και της ισορροπίας των προγραμμάτων, με τη λειτουργία μεγάλου αριθμού ιδιωτικών ραδιοτηλεοπτικών σταθμών υπό τον έλεγχο ανεξάρτητης αρχής («Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης»), η κατάργηση της ΕΡΤ Α.Ε. και των θυγατρικών της, με σκοπό μάλιστα να ιδρυθεί νέος φορέας δημόσιας ραδιοτηλεόρασης, δεν παραβιάζει το άρθρο 10 της ΕΣΔΑ. Εξάλλου, η κατάργηση του υφιστάμενου φορέα δημόσιας ραδιοτηλεόρασης και η διακοπή λειτουργίας του μέχρι τη λειτουργία νέου, προς τον σκοπό «εξορθολογισμού της παροχής, της λειτουργίας και του κόστους οργάνωσης της δημοσίας ραδιοτηλεοπτικής υπηρεσίας μέσω της ίδρυσης και διαμόρφωσης ενός νέου οργανισμού-προτύπου», συνιστά επιλογή του νομοθέτη αρχικώς και της κανονιστικώς δρώσης Διοικήσεως τελικώς. Η τελευταία αυτή επιλογή συνιστά ουσιαστική κρίση, η οποία ελέγχεται μόνο αν προβάλλεται με συγκεκριμένους ισχυρισμούς και προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου ότι παρίσταται αυθαίρετη και προδήλως απρόσφορη για την επίτευξη του επιδιωκομένου με την κανονιστική ρύθμιση σκοπού, στην προκείμενη δε περίπτωση, η Διοίκηση με τις απόψεις της και τα έγγραφα που προσκομίζει τεκμηριώνει κατ’ αρχήν την κρίση της για το πρόσφορο της ως άνω επιλογής για την επίτευξη των επιδιωκόμενων σκοπών δημοσίου συμφέροντος.
Αρχή
 6 ΣτΕ 1906/2014 Ολομ.- Η αποξένωση του Ελληνικού Δημοσίου από την πλειοψηφία του μετοχικού κεφαλαίου της ΕΥΔΑΠ ΑΕ αντίθετη προς τα άρθρα 5 παρ. 5 και 21 παρ. 3 του Συντάγματος
4/6/2014
Mε την απόφαση αυτή της Ολομέλειας του Δικαστηρίου ακυρώθηκε η 206/25.4.2012 (Β΄ 1363/26.4.2012) απόφαση της Διυπουργικής Επιτροπής Αναδιαρθρώσεων και Αποκρατικοποιήσεων κατά το μέρος της, με το οποίο μεταβιβάζονται από το Ελληνικό Δημόσιο στο ΤΑΙΠΕΔ Α.Ε. 36.245.240 μετοχές της ΕΥΔΑΠ Α.Ε. (ποσοστό 34,033% του μετοχικού κεφαλαίου).

Με την απόφαση αυτή κρίθηκαν τα εξής: «Η παροχή υπηρεσιών κοινής ωφελείας δεν συνιστά δραστηριότητα αναπόσπαστη από τον πυρήνα της κρατικής εξουσίας. Τούτο ισχύει και προκειμένου περί των υπηρεσιών υδρεύσεως και αποχετεύσεως, τις οποίες δύναται να παρέχει μια δημόσια επιχείρηση που λειτουργεί υπό νομικό καθεστώς ιδιωτικού δικαίου ως ανώνυμη εταιρεία. Ο χαρακτήρας, όμως, της δημοσίας επιχειρήσεως αναιρείται στην περίπτωση της αποξενώσεως του Ελληνικού Δημοσίου από τον έλεγχο της ανωνύμου εταιρείας δια του μετοχικού κεφαλαίου, ήτοι της αποξενώσεώς του από εκείνο το ποσοστό των μετοχών (μεγαλύτερο του 50% σύμφωνα με τις διατάξεις της νομοθεσίας και το καταστατικό) που εξασφαλίζει τα ιδιοκτησιακά δικαιώματα και τη δυνατότητα εκλογής, από τη Γενική Συνέλευση των μετόχων, της πλειοψηφίας των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου, το οποίο είναι το ανώτατο διοικητικό όργανο της εταιρείας που διαμορφώνει τη στρατηγική και πολιτική της ανάπτυξής της και διαχειρίζεται τα περιουσιακά στοιχεία της. Στην περίπτωση αυτή η δημόσια επιχείρηση ιδιωτικοποιείται όχι μόνον τύποις, δια της υπαγωγής της στις διατάξεις του ιδιωτικού δικαίου που διέπουν τις ανώνυμες εταιρείες, αλλά και κατ’ ουσίαν, μετατρεπόμενη σε ιδιωτική επιχείρηση, διότι παρέχεται σε ιδιώτες επενδυτές η νομική δυνατότητα συγκεντρώσεως του ποσοστού του μετοχικού κεφαλαίου που εξασφαλίζει τον ιδιοκτησιακό έλεγχο και την εκλογή της πλειοψηφίας των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου της εταιρείας. Η δε κατ’ ουσίαν μετατροπή της δημοσίας επιχειρήσεως σε ιδιωτική, που λειτουργεί με γνώμονα το κέρδος, καθιστά αβέβαιη τη συνέχεια της εκ μέρους της παροχής προσιτών υπηρεσιών κοινής ωφελείας, και δη υψηλής ποιότητας, η οποία δεν εξασφαλίζεται πλήρως με την κρατική εποπτεία. [...] Οι υπηρεσίες της ΕΥΔΑΠ Α.Ε. παρέχονται μονοπωλιακώς, σε μεγάλο πληθυσμό διαβιούντα υπό δυσμενείς οικιστικές συνθήκες στον περιορισμένο χώρο της Αττικής, από δίκτυα που είναι μοναδικά στην περιοχή και ανήκουν στα πάγια περιουσιακά στοιχεία της εταιρείας. Συνίστανται δε οι υπηρεσίες αυτές στην ύδρευση και στην αποχέτευση που είναι αναγκαίες για την υγιεινή διαβίωση και, ιδίως, στην παροχή του πόσιμου ύδατος, φυσικού αγαθού απαραίτητου για την επιβίωση που καθίσταται σπανιότερο συν τω χρόνω. Αβεβαιότητα ως προς τη συνέχεια της παροχής προσιτών υπηρεσιών κοινής ωφελείας με αυτόν τον βαθμό αναγκαιότητας δεν συγχωρείται από το άρθρο 5 του Συντάγματος, ειδικότερα δε από τη διάταξη της παραγράφου 5 που προσετέθη με το από 6.4.2001 Ψήφισμα της Ζ΄ Αναθεωρητικής Βουλής και κατοχυρώνει το δικαίωμα στην προστασία της υγείας, καθώς και από το άρθρο 21 παρ. 3 που ορίζει ότι το Κράτος μεριμνά για την υγεία των πολιτών. Συνεπώς, η αποξένωση του Ελληνικού Δημοσίου από την πλειοψηφία του μετοχικού κεφαλαίου της ΕΥΔΑΠ Α.Ε., του οποίου η διατήρηση είναι αναγκαία – υπό το δεδομένο νομικό καθεστώς – για να μη μετατραπεί η δημόσια επιχείρηση σε ιδιωτική, συνιστά παράβαση των άρθρων 5 παρ. 5 και 21 παρ. 3 του Συντάγματος και για τον λόγο αυτό, που βασίμως προβάλλεται, πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή η κρινόμενη αίτηση και να ακυρωθεί η προσβαλλομένη απόφαση της ΔΕΑΑ κατά το μέρος της, με το οποίο μεταβιβάζονται στο ΤΑΙΠΕΔ και οι τελευταίες μετοχές της εταιρείας που έχει στην κυριότητά του το Ελληνικό Δημόσιο [36.245.240 μετοχές που αντιστοιχούν σε ποσοστό 34,033% του μετοχικού κεφαλαίου] αλυσιτελούς καθισταμένης της εξετάσεως των λοιπών προβαλλομένων λόγων...».
Αρχή
 7 Απόφαση Επιτροπής Αναστολών 59/2014 (Ολ.)
10/4/2014
Με την απόφαση αυτή ανεστάλη η εκτέλεση της Γ.Π./ΟΙΚ.12449/7.2.2014 αποφάσεως του Υπουργού Υγείας (Β΄256/07.02.2014) και της 5239/11.2.2014 αποφάσεως του Προέδρου του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. (Β΄ 595/11.3.2014), οι οποίες αφορούν στην επιβολή για το έτος 2014 μηνιαίου ορίου (πλαφόν) δαπάνης συνταγογραφήσεως, ανερχομένου στο 80% της μέσης μηνιαίας δαπάνης συνταγογραφήσεως του προηγούμενου έτους (2013), πέραν του οποίου δεν δύναται να συνταγογραφεί ο κάθε ιατρός που συνταγογραφεί για τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ., ασχέτως εάν είναι συμβεβλημένος ιατρός του Οργανισμού.

Η Επιτροπή Αναστολών έκρινε, ειδικότερα, τα εξής: Η επίμαχη ρύθμιση καθιερώσεως του μηνιαίου ορίου του 80%, παρά την εύλογη, καταρχήν, επιδίωξη του Κράτους για περαιτέρω μείωση της φαρμακευτικής δαπάνης, ενόψει της προβληματικής καταστάσεως των οικονομικών του δεδομένων και των δυνατοτήτων του, δύναται να οδηγήσει σε υποβιβασμό του επιπέδου παροχής των υπηρεσιών υγείας προς τους πολίτες, ενόψει των εμποδίων που συνεπάγεται η εφαρμογή του ως άνω μέτρου για τους θεράποντες ιατρούς στον τομέα των φαρμάκων και ειδικότερα της αδυναμίας των ιατρών, οι οποίοι συμπληρώνουν το θεσπιζόμενο από τη ρύθμιση αυτή όριο, να προβαίνουν στην ενδεικνυόμενη, κατά τις επιταγές της επιστήμης, συνταγογράφηση και στην ολοκληρωμένη αντιμετώπιση των προβλημάτων υγείας των ασθενών τους. Εξάλλου, η ως άνω ρύθμιση, ως οριζόντιο μέτρο με το οποίο περιορίζεται η δυνατότητα των ιατρών να συνταγογραφούν στους ασφαλισμένους του Ε.Ο.Π.Υ.Υ., που αποτελούν τον κύριο όγκο των ασφαλισμένων της Χώρας, με βάση τον όγκο της συνταγογραφήσεως του προηγουμένου έτους, δύναται να πλήξει αδιακρίτως τόσο τους ιατρούς (και κατά συνέπεια τους ασθενείς τους), οι οποίοι τήρησαν και τηρούν τις χρονικώς προηγηθείσες ρυθμίσεις για τον περιορισμό της φαρμακευτικής δαπάνης, ειδικότερα δε τις διατάξεις περί συνταγογραφήσεως με βάση τη δραστική ουσία, όσο και εκείνους οι οποίοι, κατά τις βεβαιώσεις της Διοικήσεως, τις παραβιάζουν, συνταγογραφώντας, στις περιπτώσεις που δεν το επιτρέπει η σχετική νομοθεσία, με βάση την εμπορική ονομασία του φαρμάκου και υποδεικνύοντας την αγορά πρωτότυπων, υπό καθεστώς προστασίας, φαρμάκων (on patent), που αποζημιώνονται, κατά κανόνα, ακριβότερα, αντί για φάρμακα off patent ή γενόσημα. Ενόψει των ως άνω διαπιστώσεων και κατόπιν σταθμίσεως αφενός του δημοσίου συμφέροντος που συνίσταται στη μείωση της δημόσιας δαπάνης για την υγεία και αφετέρου του δημοσίου συμφέροντος που επιβάλλει την αποτροπή πιθανολογούμενης βλάβης της υγείας των πολιτών, συντρέχει περίπτωση να ανασταλεί η εκτέλεση των ανωτέρω αποφάσεων.
Αρχή
 8 1116-1117/2014 (Ολομ.): Αντικατάσταση τίτλων εκδόσεως ή εγγυήσεως Ελληνικού Δημοσίου (PSI) (αποσπάσματα)
31/3/2014
Με τις αποφάσεις αυτές απερρίφθησαν αιτήσεις ακυρώσεως κατά πράξεων που εξεδόθησαν σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου πρώτου (παρ.1-11) του ν.4050/2012 «Κανόνες τροποποιήσεως τίτλων, εκδόσεως ή εγγυήσεως του Ελληνικού Δημοσίου, με συμφωνία των Ομολογιούχων» (Α΄63).

……Επειδή, η επένδυση σε ομόλογα και λοιπούς τίτλους εκδόσεως ή εγγυήσεως κρατών, ως έννομη σχέση παροχής οικονομικής πίστης, δεν είναι απαλλαγμένη του κινδύνου της σύννομης περιουσιακής απώλειας, ακόμη και αν το δίκαιο που διέπει τους τίτλους δεν προβλέπει ότι πριν από τη λήξη τους είναι ενδεχόμενη η επαναδιαπραγμάτευση όρων τους, όπως η ονομαστική αξία, το τοκομερίδιο και ο χρόνος λήξεως. Τούτο, διότι από την έκδοση του τίτλου μέχρι τη λήξη του μεσολαβεί συνήθως ικανό χρονικό διάστημα, κατά το οποίο ενδέχεται να συμβούν γεγονότα απρόβλεπτα που περιορίζουν ουσιωδώς, ακόμη και μέχρι εκμηδενισμού, τις οικονομικές δυνατότητες του κράτους – εκδότη ή εγγυητή των τίτλων. Όταν συμβαίνουν τέτοια γεγονότα, το κράτος νομίμως επιδιώκει επαναδιαπραγμάτευση βάσει της ρήτρας “rebus sic standibus”, η οποία οριοθετεί τη γενική αρχή του δικαίου “pacta sunt servanda”. Η αντίθετη νομική εκδοχή στηρίζεται στην παραδοχή ότι το κράτος έχει απόλυτη φερεγγυότητα, ήτοι τη δυνατότητα να εξασφαλίζει πάντοτε τα αναγκαία κεφάλαια για την ικανοποίηση των πιστωτών του, λόγω της διαρκούς υπόστασής του, απεριόριστου πλούτου και ακλόνητης πιστοληπτικής ικανότητας. Η παραδοχή αυτή διαψεύδεται από την πραγματικότητα, όπως είναι κοινώς γνωστό και προκύπτει από την ανωτέρω αναφερόμενη από 17.2.2012 γνώμη της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ). Σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη γνώμη αυτή, ακόμη και τα οικονομικώς ισχυρότερα κράτη αρνούνται, ήδη από το έτος 2002, την παραδοχή της απόλυτης φερεγγυότητας του κράτους – οφειλέτη και αποδέχονται το ενδεχόμενο του περιορισμού της σε περίπτωση κρίσης χρέους. Εν προκειμένω, είναι αναμφισβήτητο ότι ήδη από το έτος 2010 κατέστη αδύνατη η εξυπηρέτηση του δημοσίου χρέους της Ελληνικής Δημοκρατίας (του οποίου το μεγαλύτερο ποσοστό καθίσταται ληξιπρόθεσμο εντός των προσεχών ετών) είτε από τα δημόσια έσοδα είτε με νέο δανεισμό από την αγορά δημοσίου χρέους. Όπως αναφέρεται στις αιτιολογικές εκθέσεις του ν. 4046/2012 και του ν. 4050/2012, οι προοπτικές είναι δυσοίωνες για τα δημόσια έσοδα που μειώνονται συνεχώς λόγω της παρατεταμένης ύφεσης της εθνικής οικονομίας, ο δε νέος δανεισμός από την αγορά είναι ουσιαστικώς απαγορευμένος λόγω της απώλειας της πρότερης πιστοληπτικής ικανότητας. Η αύξηση των δημοσίων εσόδων και η ανάκτηση της πιστοληπτικής ικανότητας θα απαιτήσει ικανό χρόνο σύμφωνα με τις ίδιες αιτιολογικές εκθέσεις και, εν τω μεταξύ, η Ελληνική Δημοκρατία, για τη χρηματοδότηση των πάσης φύσεως τρεχουσών αναγκών της, μόνον από το ΔΝΤ και από δανειακές συμβάσεις χρηματοδοτικής διευκόλυνσης που συνάπτει με τα κράτη – μέλη της Ευρωζώνης δύναται να αντλεί κεφάλαια, τα οποία είναι μάλιστα περιορισμένα. Συνεπώς, υπό τη δεδομένη μεταβολή των οικονομικών συνθηκών, η οποία αιφνιδίασε και έφερε την Ελληνική Δημοκρατία σε κατάσταση αδυναμίας να εκπληρώνει εμπροθέσμως και στο ακέραιο όλες τις οικονομικής φύσεως υποχρεώσεις της, ήτοι προ του κινδύνου της στάσης πληρωμών και της κατάρρευσης της εθνικής οικονομίας, η επιδίωξη, με τις διατάξεις του άρθρου πρώτου του ν. 4050/2012, μιας επαναδιαπραγμάτευσης μέρους του δημοσίου χρέους [ήτοι, του οφειλόμενου στον Ιδιωτικό Τομέα (Private Sector) χρέους] που αναμενόταν να έχει θετική έκβαση, δεν αντιβαίνει στα άρθρα 5 και 25 παρ. 1 του Συντάγματος και στις αρχές του Συντάγματος, του Ενωσιακού Δικαίου και της ΕΣΔΑ, τις οποίες επικαλούνται οι αιτούντες. Δεν αίρεται δε η συνταγματικότητα αυτής της ρύθμισης του νομοθέτη ακόμη και αν από δημοσιοποιηθέντα στοιχεία το Ελληνικό Δημόσιο προσείλκυσε επενδυτές, και είναι, άλλωστε, διαφορετικό το ζήτημα αν γι’ αυτή τη συναλλακτική συμπεριφορά, η οποία δεν ανάγεται στον κρίσιμο χρόνο αλλά στο χρόνο της εκδόσεως των τίτλων που τελικά αντικαταστάθηκαν, το Ελληνικό Δημόσιο θα ηδύνατο να εναχθεί από τους αιτούντες ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων. Εξ άλλου, οι διατάξεις του άρθρου πρώτου του ν. 4050/2012 δεν έθιξαν διαδικαστικά δικαιώματα των αιτούντων, ως επενδυτών σε άυλους τίτλους. Τούτο, διότι σύμφωνα με τα άρθρα 5 επ. του ν. 2198/1994 και τις λοιπές διατάξεις που αναφέρονται σε προηγούμενη σκέψη, από την έκδοση μέχρι τη λήξη των άυλων τίτλων ο εκδότης τους δεν είναι συμβεβλημένος με τους επενδυτές, αλλά με τα πρόσωπα που ορίζονται από τον Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος ως «φορείς» του Συστήματος Λογιστικής Παρακολούθησης Συναλλαγών. Οι εν λόγω φορείς του Συστήματος συναλλάσσονται μεν με τους επενδυτές για τη μεταβίβαση άυλων τίτλων, αλλά οι σχετικές συμβάσεις ενεργούν μεταξύ φορέων και επενδυτών και δεν παράγουν έννομα αποτελέσματα εις όφελος ή εις βάρος του Ελληνικού Δημοσίου ή της Τράπεζας της Ελλάδος. Η Τράπεζα της Ελλάδος, ως διαχειριστής του Συστήματος, δεν τηρεί λογαριασμούς επενδυτών, αλλά μόνον λογαριασμούς φορέων. Οι λογαριασμοί αυτοί, για κάθε φορέα, διακρίνονται σε λογαριασμούς ιδίου χαρτοφυλακίου και χαρτοφυλακίου των επενδυτών – πελατών του, κάθε δε λογαριασμός χαρτοφυλακίου επενδυτών – πελατών τηρείται συγκεντρωτικά για όλους τους πελάτες του οικείου φορέα, ήτοι όχι ονομαστικά κατά επενδυτή. Μόνον ο φορέας τηρεί, στα δικά του στοιχεία, ονομαστικό λογαριασμό για κάθε επενδυτή – πελάτη του, ο οποίος έχει αξίωση επί του άυλου τίτλου στρεφόμενη μόνο κατά του φορέα. Οι πληρωμές (τόκων και κεφαλαίου) προς απόσβεση των υποχρεώσεων του Ελληνικού Δημοσίου γίνονται από την Τράπεζα της Ελλάδος μόνο στους φορείς. Αξίωση δε του επενδυτή, εκ του τίτλου, γεννάται κατά του Ελληνικού Δημοσίου μόνο σε περίπτωση μη καταβολής από την Τράπεζα της Ελλάδος, στον φορέα, των ποσών ληξιπρόθεσμων τόκων και κεφαλαίου. Διαπραγματεύσεις μεταξύ Ελληνικού Δημοσίου και επενδυτικού κοινού, πλην φορέων, δεν λαμβάνουν χώρα κατά την έκδοση ούτε στην περίπτωση της επαναγοράς των άυλων τίτλων από το Ελληνικό Δημόσιο πριν από τη λήξη τους. Υπό την ως άνω ρύθμιση της έννομης σχέσης που συνδέει το Ελληνικό Δημόσιο (ως εκδότη ανώνυμων και άυλων τίτλων παρακολουθούμενων από το Σύστημα Λογιστικής Παρακολούθησης Συναλλαγών) με τους επενδυτές – πελάτες των φορέων, δεν γεννήθηκε, από το άρθρο 5 του Συντάγματος, αξίωση των αιτούντων για κλήση αυτών των ιδίων προς συμμετοχή στη διαπραγμάτευση που προβλέφθηκε, υπό τις συνθήκες που εκτίθενται στην προηγούμενη σκέψη, με τις διατάξεις του άρθρου πρώτου του ν. 4050/2012. Ειδικότερα, δεν αντιβαίνουν στo άρθρο 5 του Συντάγματος οι διατάξεις του εν λόγω νόμου, δυνάμει των οποίων : α) κλήθηκαν να μετάσχουν στη διαδικασία και να ψηφίσουν, ως ομολογιούχοι άυλων τίτλων, οι φορείς του Συστήματος που έχουν λογαριασμούς ιδίου χαρτοφυλακίου η/και χαρτοφυλακίου επενδυτών – πελατών τους στις οικείες καταχωρίσεις της Τράπεζας της Ελλάδος και β) ορίσθηκε ότι η συμμετοχή του ομολογιούχου στη διαδικασία θεωρείται ότι διενεργείται σύμφωνα με τις οδηγίες και με τη συναίνεση του επενδυτή – πελάτη του, χωρίς να γεννάται ευθύνη του Ελληνικού Δημοσίου, του Ο.Δ.ΔΗ.Χ. και της Τράπεζας της Ελλάδος, εάν ο ομολογιούχος μετέσχε στη διαδικασία χωρίς αυτή τη συναίνεση ή κατά παράβαση σχετικών οδηγιών. Ως προς το θέμα αυτό, άλλωστε, οι ρυθμίσεις του ν. 4050/2012 αντλούν πράγματι από τη διεθνή πρακτική, όπως ορθώς επισημαίνεται στην αιτιολογική έκθεση του νόμου. Τούτο, διότι στη διαδικασία επαναδιαπραγμάτευσης όρων ομολόγων και λοιπών τίτλων, όταν αυτή προβλέπεται από Ρήτρες Συλλογικής Δράσης (ΡΣΔ) [Collective Action Clauses (CACs)], καλείται νομίμως προς συμμετοχή ο ομολογιούχος (“holder in relation to a Bond), προκειμένου δε περί ομολόγων που δεν είναι τίτλοι ονομαστικοί ή τίτλοι στον κομιστή, αλλά τίτλοι ανώνυμοι και άυλοι, παρακολουθούμενοι νομίμως με σύστημα καταχωρίσεων στα στοιχεία του εκδότη, ως ομολογιούχος νοείται το φυσικό ή νομικό πρόσωπο, επ’ ονόματι του οποίου – είτε ως έχοντος ίδιο δικαίωμα επί του τίτλου είτε ως θεματοφύλακος (“custodian”) – o εκδότης τηρεί σχετικό λογαριασμό. Περαιτέρω, η θετική έκβαση αυτής της διαδικασίας εξαρτάται από την επίτευξη συμφωνίας μεταξύ του εκδότη των τίτλων και της πλειοψηφίας του κεφαλαίου, διότι κάθε ομολογιούχος μετέχει στην ψηφοφορία με ψήφους που αντιστοιχούν στην ονομαστική αξία των τίτλων που κατέχει. Το δε αποτέλεσμα της διαδικασίας είναι δεσμευτικό (“binding Effect”) για όλα τα πρόσωπα, τα οποία έχουν δικαιώματα επί ή εκ των τίτλων. Συνεπώς, η επαναδιαπραγμάτευση, ακόμη και κατά τους ως άνω θεμελιώδεις κανόνες της διεθνούς πρακτικής, είναι έννομη σχέση διαδικαστικώς οριοθετημένη μεταξύ του εκδότη των άυλων τίτλων και των ομολογιούχων, είτε ως κεφαλαιούχων είτε ως νομίμων εκπροσώπων των πελατών τους, ήτοι του ευρύτερου κοινού των ιδιωτών επενδυτών που ενδιαφέρονται για την αγορά δημοσίου χρέους. Εντός του πλαισίου αυτής της έννομης σχέσης τεκμαίρεται, κατ’ αρχήν, ότι οι σχέσεις του ομολογιούχου με τους πελάτες του είναι ομαλές και ο εκδότης των άυλων τίτλων δεν υποχρεούται να ζητεί σχετικές αποδείξεις. Όπως προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου, ύστερα από τη σύσταση της Ομάδας των 10 (G – 10) προς τους εκδότες κρατικών ομολόγων για τη χρήση ΡΣΔ, στην οποία αναφέρεται η ΕΚΤ στην από 17.2.2012 γνώμη, αυτοί οι θεμελιώδεις κανόνες αξιοποιήθηκαν στο Ηνωμένο Βασίλειο και στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής. Ακολούθως, έτυχαν επεξεργασίας από υποεπιτροπή της Ευρωπαϊκής Χρηματοοικονομικής Επιτροπής (“EFS sub – Committee on EU Sovereign Debt Markets”), έγιναν αντικείμενο διαβουλεύσεων με την ΕΚΤ, το ΔΝΤ και επενδυτικά ιδρύματα, εγκρίθηκαν από την Επιτροπή (“Economic and Financial Committee”) ως Πρότυποι Κανόνες Συλλογικής Δράσης (“Model Collective Action Clause”) για τα κράτη – μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης που μετέχουν στη Συνθήκη για τη θέσπιση του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Στήριξης (“European Stability Mechanism – ESM”) και έχουν ήδη εισαχθεί στο εσωτερικό δίκαιο των κρατών – μελών της Ευρωζώνης, ώστε να ισχύουν για τους νέους κρατικούς τίτλους που εκδίδονται στην Ευρωζώνη από 1.1.2013, εάν αυτοί (οι νέοι τίτλοι) έχουν διάρκεια μεγαλύτερη του ενός έτους [βλ. και απόφαση του Αναπληρωτή Υπουργού Οικονομικών 2/25248/0023Α /7.3.2013, Β΄ 583/13.3.2013, με την οποία εισήχθησαν οι ως άνω Πρότυποι Κανόνες Συλλογικής Δράσης στην εθνική νομοθεσία, ιδίως τον ορισμό του «κατόχου (holder) σε σχέση με ένα ομόλογο» στην παράγραφο 1 στοιχ. θ΄, σύμφωνα με τον οποίο, για το δικαίωμα ψήφου, ο εκδότης «δικαιούται να θεωρεί ως νόμιμο κάτοχο του ομολόγου», μεταξύ άλλων περιπτώσεων, «το πρόσωπο στο όνομα του οποίου το Ομόλογο είναι καταχωρημένο στα βιβλία και αρχεία του Εκδότη»]. Από τα ως άνω στοιχεία προκύπτει ότι οι διατάξεις του άρθρου πρώτου του ν. 4050/2012, δυνάμει των οποίων εκδόθηκαν οι προσβαλλόμενες πράξεις, δεν θεσπίσθηκαν κατά τρόπο αυθαίρετο από τον νομοθέτη, αλλά σύμφωνα με τα διεθνή συναλλακτικά ήθη, όπως αυτά εξελίσσονται. Οι παρατηρήσεις στην από 17.2.2012 γνώμη της ΕΚΤ επί του σχεδίου των διατάξεων προφανώς συνεκτιμήθηκαν και το κείμενο του νόμου διατυπώθηκε, τελικά, με απόλυτη σαφήνεια. Προβλέπεται δε παραλλήλως στον νόμο ότι θεωρούνται ομολογιούχοι και, κατά συνέπεια, καλούνται να μετάσχουν στη διαδικασία της ψηφοφορίας όλοι οι δικαιούχοι τίτλων που δεν παρακολουθούνται από το Σύστημα Λογιστικής Παρακολούθησης Συναλλαγών, το οποίο τελεί υπό τη διαχείριση της Τράπεζας της Ελλάδος, ήτοι α) οι κομιστές των ενσώματων ανώνυμων τίτλων, β) τα πρόσωπα που αναγράφονται ως δικαιούχοι στους ενσώματους ονομαστικούς τίτλους και γ) οι δικαιούχοι των άυλων τίτλων που δεν παρακολουθούνται από το εν λόγω Σύστημα. Άλλωστε, δεν προβάλλεται με το δικόγραφο της κρινομένης αιτήσεως ή με δικόγραφο προσθέτων λόγων ότι μέχρι τη λήξη της ψηφοφορίας και την επικύρωση του αποτελέσματός της υπεβλήθησαν στην Τράπεζα της Ελλάδος, ως διαχειριστή της διαδικασίας, ενστάσεις για οποιοδήποτε ζήτημα, είτε από τους αιτούντες είτε από τους φορείς του Συστήματος – ομολογιούχους, των οποίων οι αιτούντες είναι πελάτες. Τέλος, η ενεργοποίηση και πληρωμή συμβάσεων «ανταλλαγής κινδύνου αθέτησης» (“Credit Default Swap – CDS”) μετά τη λήξη της διαδικασίας και εξ αιτίας αυτής [ως «πιστωτικού γεγονότος» (“credit event”) κατά την έννοια των “Credit Derivative Definitions” της International Swaps and Derivatives Association (I.S.D.A.)], την οποία επικαλούνται οι αιτούντες με υπόμνημα, ανάγεται στην εφαρμογή αυτών των παράγωγων συμβάσεων και αφορά μόνον όσους αντλούν δικαιώματα ή αναλαμβάνουν υποχρεώσεις από αυτές, ήτοι αποτελεί θέμα που δεν όφειλε να σταθμίσει ο εθνικός νομοθέτης, διότι το Ελληνικό Δημόσιο δεν μετέχει στη σύναψη παράγωγων συμβάσεων σε σχέση με τα ομόλογα εκδόσεώς του. Υπό τα δεδομένα αυτά, οι εν λόγω διατάξεις του ν. 4050/2012, όπως θεσπίσθηκαν υπό όλως εξαιρετικές περιστάσεις, ήτοι προ του κινδύνου στάσης πληρωμών και κατάρρευσης της εθνικής οικονομίας λόγω των ιδιαιτέρως δυσμενών συνθηκών που ήδη εκτέθηκαν, δεν αντιβαίνουν, στο σύνολό τους, στα άρθρα 5 και 25 παρ. 1 του Συντάγματος και στις αρχές Συντάγματος, του Ευρωπαϊκού Ενωσιακού Δικαίου και της ΕΣΔΑ (μειοψ.)……

……Επειδή, τα ομόλογα και οι λοιποί τίτλοι, ενσώματοι ή άυλοι, δεν έχουν στις συναλλαγές περιουσιακή αξία ως πράγματα καθ’ αυτά. Σύμφωνα με το άρθρο 17 παρ. 1 του Συντάγματος, το οποίο ορίζει ότι «η ιδιοκτησία τελεί υπό την προστασία του Κράτους», ο ιδιοκτήτης τίτλων απολαύει συνταγματικής προστασίας λόγω της περιουσιακής σημασίας των ενοχικών δικαιωμάτων, τα οποία κατά την οικεία νομοθεσία είναι συνδεδεμένα με κτήση τίτλων και συνίστανται σε χρηματικές απαιτήσεις, για τις οποίες ανακύπτει δικαστικώς επιδιώξιμη αξίωση να ικανοποιηθούν όταν καταστούν ληξιπρόθεσμες (βλ. ΑΠ 541/2011). Η ακύρωση τίτλου, όμως, δεν είναι απαλλοτρίωση κατά την έννοια του άρθρου 17 παρ. 2 του Συντάγματος, ήτοι απαλλοτρίωση πράγματος που έχει περιουσιακή αξία καθ’ αυτό, ώστε να εξαρτάται η νομιμότητα της απαλλοτρίωσης από την καταβολή πλήρους χρηματικής αποζημίωσης και, μάλιστα, κατόπιν αποφάσεως δικαστηρίου που αποφαίνεται για το ύψος της περιουσιακής αξίας του πράγματος, δεδομένου ότι η παράγραφος αυτή αναφέρεται μόνο σε εμπράγματα δικαιώματα, όπως συνάγεται από τη διατύπωσή της, αλλά και από τις επόμενες παραγράφους του ίδιου άρθρου. Εξ άλλου, σύμφωνα με τα άρθρα 5 παρ. 1, 17 παρ. 1 και 25 παρ. 1 του Συντάγματος, σε περίπτωση συνδρομής σοβαρού λόγου δημοσίου συμφέροντος είναι επιτρεπτός ο περιορισμός των πάσης φύσεως ενοχικών δικαιωμάτων, εάν υπό τις δεδομένες συνθήκες κρίνεται αναγκαίος και πρόσφορος για την εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος και συμβατός με την αρχή της αναλογικότητας. …… το άρθρο 1 του ΠΠΠ της ΕΣΔΑ, το οποίο κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974 (Α΄ 256), ορίζει ότι η περιουσία κάθε φυσικού ή νομικού προσώπου είναι σεβαστή. Όμως, σύμφωνα με το ίδιο άρθρο, εάν συντρέχουν λόγοι δημοσίου συμφέροντος, μείωση της περιουσίας είναι επιτρεπτή, κατά τους όρους που προβλέπονται στην εθνική νομοθεσία και στις γενικές αρχές του διεθνούς δικαίου, ιδιαιτέρως δε υπό εξαιρετικές περιστάσεις, οι οποίες επιβάλλουν τη λήψη γενικών μέτρων οικονομικής και κοινωνικής στρατηγικής κατά την εκτίμηση των κρατικών αρχών, οι οποίες είναι και οι κατ’ αρχήν αρμόδιες να εκτιμήσουν σε κάθε περίσταση σε τι συνίσταται το δημόσιο συμφέρον και ποια είναι τα αναγκαία και πρόσφορα μέτρα για την εξυπηρέτησή του, έχοντας ευρύ περιθώριο εκτιμήσεως. Υπό αυτές τις προϋποθέσεις, δεν συνιστά παράβαση του άρθρου 1 του ΠΠΠ ΕΣΔΑ μείωση της περιουσίας, η οποία τηρεί την αρχή της δίκαιης ισορροπίας (“fair balance”) μεταξύ του γενικού συμφέροντος που αφορά το σύνολο και των απαιτήσεων για την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων του ατόμου [βλ. ΕΔΔΑ James και λοιποί κατά Ηνωμένου Βασιλείου, απόφαση της 21.2.1986 που ακολουθείται παγίως, ιδιαιτέρως δε ΕΔΔΑ Olczak κατά Πολωνίας, απόφαση της 7.11.2002 και Grainger και λοιποί κατά Ηνωμένου Βασιλείου, απόφαση της 10.7.2012]…..Εν προκειμένω… η ακύρωση των τίτλων των αιτούντων και η αντικατάστασή τους με τους νέους τίτλους, εκδόσεως του Ελληνικού Δημοσίου και του ΕΤΧΣ, συνεπάγεται ουσιαστικώς απώλεια κεφαλαίου κατά [100 – 46,5 =] 53,5 % ή και κατά ακόμη υψηλότερο ποσοστό, λόγω της μεταβολής του χρόνου λήξεως που προβλεπόταν στους ακυρωθέντες τίτλους. Αυτή η περιουσιακή απώλεια, ως περιορισμός ενοχικού δικαιώματος, ήταν ιδιαιτέρως σοβαρή, αλλά δεν προκύπτει ότι ήταν απρόσφορη ή μη αναγκαία ή υπέρμετρη, ώστε να κριθεί απαγορευμένη από τα άρθρα 17 παρ. 1, 25 παρ.1 του Συντάγματος και 1 του ΠΠΠ της ΕΣΔΑ. Τούτο, διότι υπό τις δεδομένες, όλως εξαιρετικές περιστάσεις, περί των οποίων εκτενώς έγινε λόγος στις προηγούμενες σκέψεις, όπως αυτές εκτιμήθηκαν από τη Βουλή των Ελλήνων και το Υπουργικό Συμβούλιο, καθώς και από τον Ιδιωτικό Τομέα με ευρύτατη πλειοψηφία, ήτοι με ψήφους 152.042.932.772,40 επί συνόλου 177.218.697.615,45 ανάλογα με τη συμμετοχή στο ανεξόφλητο κεφάλαιο του δημοσίου χρέους, ο περιορισμός των δικαιωμάτων του Ιδιωτικού Τομέα επί του δημοσίου χρέους κατά 53,5 % ή και κατά ακόμη υψηλότερο ποσοστό, κατά την κρίση του Δικαστηρίου στο πλαίσιο του οριακού ελέγχου συνταγματικότητας της ρύθμισης από την εξεταζόμενη άποψη, δεν εμφανίζεται ως μέτρο που υπερβαίνει το αναγκαίο όριο ή/και ως απρόσφορο για την επίτευξη του δημοσιονομικού στόχου της μείωσης του δημοσίου χρέους χάριν της διάσωσης της οικονομίας της Ελληνικής Δημοκρατίας από στάση πληρωμών και κατάρρευση, η οποία θα είχε απρόβλεπτες κοινωνικές και οικονομικές συνέπειες και, βεβαίως, θα έθετε σε σοβαρότατο κίνδυνο και την απόλαυση των δικαιωμάτων όλων των φυσικών και νομικών προσώπων που έχουν επενδύσει στο δημόσιο χρέος [βλ.ΕΔΔΑ Olzcak κατά Πολωνίας, Grainger και λοιποί κατά Ηνωμένου Βασιλείου, σε σχέση με το άρθρο 1 ΠΠΠ της ΕΣΔΑ] (μειοψ.) ……

……Επειδή, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 2198/1994, οι οποίες ήδη παρατέθηκαν και ερμηνεύθηκαν και σε προηγούμενες σκέψεις, η αγορά [πρωτογενής (ήτοι, κατά την έκδοση) ή δευτερογενής] και η κατ’ καθ’ οιονδήποτε άλλο τρόπο νόμιμη κτήση άυλων τίτλων εκδόσεως του Ελληνικού Δημοσίου, ανώνυμων και παρακολουθούμενων από το Σύστημα Λογιστικής Παρακολούθησης Συναλλαγών, γεννά έναντι του εκδότη ενοχικά δικαιώματα αναιτιώδη και μη διαφοροποιούμενα επί τη βάσει προσωπικών στοιχείων. Συνεπώς, η αρχή της ισότητας δεν επιβάλλει στο Ελληνικό Δημόσιο να επιφυλάσσει ιδιαίτερη ευνοϊκή μεταχείριση σε ορισμένους πιστωτές του επί τη βάσει των προσωπικών δεδομένων τους και συναφών υποκειμενικών στοιχείων και, συγκεκριμένα, σε φυσικά πρόσωπα με περιορισμένες οικονομικές δυνατότητες και προσδόκιμο χρόνο ζωής, τα οποία αντιλαμβάνονται τη συναλλακτική συμπεριφορά τους ως συμπεριφορά αποταμιευτών (και όχι ως συμπεριφορά επενδυτών, σύμφωνα με τον καθορισμό των ενοχικών δικαιωμάτων τους στον ν. 2198/1994 και τον όρο του νομοθέτη). Αντιθέτως, μάλιστα, η αρχή της ισότητας, όπως κατά τα διεθνή συναλλακτικά ήθη εφαρμόζεται ειδικότερα επί σχέσεων πλειόνων πιστωτών με τον ίδιο οφειλέτη, γνωστή ως αρχή «pari passu», επιβάλλει την πορεία μέχρι την τελική λύση των σχέσεων «με ίσο βήμα» (“on equal footing”), ώστε σε περίπτωση αδυναμίας ικανοποιήσεως του συνόλου των απαιτήσεων των πιστωτών κάθε πιστωτής να ικανοποιηθεί ανάλογα με το ύψος της απαίτησής του («pro rata»)………η υπαγωγή των αιτούντων και των άλλων φυσικών προσώπων στις διατάξεις του άρθρου πρώτου του ν. 4050/2012 δεν αντιβαίνει στο άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος, διότι στην προκειμένη περίπτωση της απρόοπτης εξέλιξης του συνόλου των πιστωτικών σχέσεων που απορρέουν από τις διατάξεις του ν. 2198/1994 τα φυσικά πρόσωπα δεν δικαιούνται, βάσει της αρχής της ισότητας, προνομιακή μεταχείριση έναντι των λοιπών πιστωτών του Ελληνικού Δημοσίου που αντλούν τα δικαιώματά τους από τις ίδιες διατάξεις, ακόμη και αν είναι μικρή η ονομαστική αξία των τίτλων τους ως απόλυτο μέγεθος και ως ποσοστό του συνολικού ανεξόφλητου κεφαλαίου (μειοψ.)……

[Με τις ανωτέρω αποφάσεις αντιμετωπίζονται, επίσης, ειδικότεροι ισχυρισμοί των διαδίκων σχετικοί με τις προπαρατεθείσες σκέψεις, δικονομικά ζητήματα και άλλοι λόγοι ακυρώσεως, όπως παράβαση των άρθρων 20 παρ.1 Συντ. και 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ, του άρθρου 4 παρ.5 Συντ., της από 27.3.1961 διεθνούς συμφωνίας (κυρ.ν.δ.4180/1961).]
Αρχή
 9 ΣτΕ 987 - 88/2014 (Ολομ.): Αντισυνταγματικότητα παρέκκλισης από το γενικό σύστημα εισαγωγής στην τριτοβάθμιο εκπαίδευση με την πρόβλεψη θέσεων που καταλαμβάνονται μόνο από μέλη πολύτεκνης οικογένειας
17/3/2014
Με τις 987 - 88/2014 αποφάσεις της Ολομελείας του Δικαστηρίου κρίθηκαν αντισυνταγματικές οι διατάξεις του άρθρου 2 παρ. 2 γ΄ περίπτωση ii αα΄ του ν. 2525/1997, όπως ισχύει μετά τις μεταβολές που επέφεραν τα άρθρα 59 παρ. 11 του ν. 3966/2011 και 44 παρ. 2 του ν. 4071/1012, οι οποίες εισήγαγαν παρέκκλιση από το γενικό σύστημα εισαγωγής στην τριτοβάθμια εκπαίδευση με την πρόβλεψη της σύστασης θέσεων, οι οποίες καταλαμβάνονται μόνο από υποψήφιους που έχουν την ιδιότητα του μέλους πολύτεκνης οικογένειας.

Με τις ανωτέρω αποφάσεις κρίθηκαν, ειδικότερα, τα εξής: Από τον συνδυασμό της καθιερούμενης με το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος αρχής της ισότητας με τις προστατευτικές της παιδείας διατάξεις του άρθρου 16 του Συντάγματος συνάγεται ότι ο κοινός νομοθέτης οφείλει να εξασφαλίζει την πρόσβαση στην τριτοβάθμια εκπαίδευση προσώπων κεκτημένων τα αναγκαία εφόδια για την ενεργό παρακολούθηση της θεωρητικής και πρακτικής διδασκαλίας μέσω συστήματος εισαγωγής, το οποίο στηρίζεται σε γενικά, αντικειμενικά και πρόσφορα κριτήρια και είναι σύμφωνο με τις αρχές της ισότητας, της ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας και της σταδιοδρομίας εκάστου ανάλογα με την προσωπική αξία και ικανότητά του, δεδομένου, άλλωστε, και ότι μόνο υπό αυτούς τους όρους είναι δυνατή η επίτευξη της αποστολής των ιδρυμάτων της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και η εύρυθμη λειτουργία τους. Όταν δε επιχειρείται νέα ρύθμιση για την πρόσβαση στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, ο νομοθέτης δύναται να θεσπίζει, να τροποποιεί και να μεταρρυθμίζει το σύστημα επιλογής των υποψηφίων καθιστώντας ακόμη και αυστηρότερες τις προϋποθέσεις εισαγωγής, εφ’ όσον σε κάθε περίπτωση διασφαλίζονται η ισότητα των ευκαιριών και ο αξιοκρατικός τρόπος επιλογής. Ένα σύστημα εισαγωγής, σύμφωνα με το οποίο οι υποψήφιοι παράλληλα με την ολοκλήρωση του κύκλου των σπουδών της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης αξιολογούνται, υποβαλλόμενοι σε δοκιμασία εξετάσεων και βαθμολόγηση, για την εισαγωγή τους στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, είναι συμβατό προς τις ανωτέρω συνταγματικές διατάξεις, εφ’ όσον τα κριτήρια της αξιολόγησης είναι αμιγώς ακαδημαϊκά, ήτοι εφ’ όσον οι υποψήφιοι εξετάζονται μόνο ως προς την ικανότητά τους σε μαθήματα και δεξιότητες συναφείς προς το γνωστικό αντικείμενο του τμήματος ή της σχολής, όπου επιθυμεί καθένας να εισαχθεί, χωρίς να λαμβάνονται υπ’ όψιν και άλλης φύσεως κριτήρια, μη ακαδημαϊκά. Περαιτέρω, με τη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 21 του Συντάγματος, της οποίας η θέσπιση αποσκοπεί στην αντιμετώπιση του δημογραφικού προβλήματος της Χώρας, το Σύνταγμα απευθύνει στον κοινό νομοθέτη έντονη υπόδειξη για τη λήψη κατάλληλων μέτρων φροντίδας υπέρ των πολύτεκνων οικογενειών επί τη βάσει των κρατουσών συνθηκών και εντός των ορίων που διαγράφουν οι άλλες συνταγματικές διατάξεις και αρχές. Η εκτίμηση του νομοθέτη υπόκειται σε έλεγχο ορίων από τα δικαστήρια, οι δε εκάστοτε νομοθετικές ρυθμίσεις περί κοινωνικής προστασίας ελέγχονται ως προς την τήρηση της αρχής της ισότητας σε συνδυασμό προς την απορρέουσα από τα άρθρα 4 παρ. 1 και 5 παρ. 1 του Συντάγματος αρχή της σταδιοδρομίας εκάστου κατά τον λόγο της προσωπικής του αξίας. Ενόψει των ανωτέρω, το άρθρο 2 παρ. 2 γ΄ περίπτωση ii αα΄ του ν. 2525/1997, όπως ισχύει μετά τις μεταβολές που επέφεραν τα άρθρα 59 παρ. 11 του ν. 3966/2011 και 44 παρ. 2 του ν. 4071/1012, το οποίο εισήγαγε παρέκκλιση από το γενικό σύστημα εισαγωγής στην τριτοβάθμια εκπαίδευση με την πρόβλεψη της σύστασης θέσεων, οι οποίες καταλαμβάνονται μόνο από υποψήφιους που έχουν την ιδιότητα του μέλους πολύτεκνης οικογένειας, αντίκειται στις αρχές της ισότητας και της αξιοκρατίας σύμφωνα με τις οποίες επιβάλλεται η εισαγωγή στην τριτοβάθμια εκπαίδευση με κριτήρια αμιγώς ακαδημαϊκά, ήτοι βάσει των ικανοτήτων και δεξιοτήτων των υποψηφίων, διότι η ιδιότητα του μέλους πολύτεκνης οικογένειας δεν συνδέεται με ικανότητες ή δεξιότητες του υποψηφίου και δεν αποτελεί κριτήριο που πληροί τις ως άνω προϋποθέσεις. Η αντίθεση του νέου συστήματος εισαγωγής στην τριτοβάθμια εκπαίδευση προς το Σύνταγμα δεν αίρεται με την επίκληση από τον νομοθέτη λόγων αναγομένων στην εύρυθμη λειτουργία των ιδρυμάτων της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης μέσω της παράλληλης κατάργησης του συστήματος μετεγγραφών. Τούτο, διότι οι μετεγγραφές προϋποθέτουν, πάντως, την εισαγωγή στην τριτοβάθμια εκπαίδευση βάσει συνταγματικώς έγκυρου από την ανωτέρω άποψη συστήματος. Περαιτέρω, η αντίθεση προς το Σύνταγμα δεν αίρεται εκ του ότι ο νομοθέτης χαρακτηρίζει τις θέσεις που διαθέτει στα μέλη των πολύτεκνων οικογενειών ως «επιπλέον» και ορίζει, περαιτέρω, ότι ο αριθμός των θέσεων αυτών καθορίζεται με υπουργική απόφαση χωρίς προηγούμενη γνώμη των οργάνων της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης που είναι αρμόδια για την εκτίμηση των εκπαιδευτικών δυνατοτήτων των οικείων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων, καθώς και ότι οι ίδιες θέσεις δεν διατίθενται στους υποψήφιους της γενικής κατηγορίας υποψηφίων αν δεν πληρωθούν από μέλη πολύτεκνων οικογενειών. Τούτο δε υπό πάσα εκδοχή, διότι α) εάν αυτές οι θέσεις διατίθενται καθ’ υπέρβαση των εκπαιδευτικών δυνατοτήτων των ιδρυμάτων, προκαλείται στην τριτοβάθμια εκπαίδευση δυσλειτουργία που δεν γίνεται ανεκτή από το άρθρο 16 του Συντάγματος και β) στην αντίθετη περίπτωση αφαιρούνται θέσεις από τους υποψήφιους της γενικής κατηγορίας, με αποτέλεσμα να αποκλείονται από την εισαγωγή στο τμήμα ή στη σχολή της προτίμησής τους ή ακόμη και από την πρόσβασή τους στην τριτοβάθμια εκπαίδευση υποψήφιοι με συγκριτικά πληρέστερες ικανότητες και δεξιότητες κατά παράβαση των δικαιωμάτων τους που κατοχυρώνονται από τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1, 5 παρ. 1 και 16 του Συντάγματος, οι οποίες επιβάλλουν να εισάγονται στις πεπερασμένου αριθμού θέσεις των οικείων ιδρυμάτων οι υποψήφιοι, οι οποίοι υπερτερούν σε διαγωνιστικές δοκιμασίες που βασίζονται σε αμιγώς ακαδημαϊκά κριτήρια, σύμφωνα με τα ήδη εκτεθέντα. Τέλος, ο περιορισμός των ως άνω δικαιωμάτων των υποψηφίων της γενικής κατηγορίας δεν ευρίσκει νόμιμο έρεισμα στις διατάξεις του άρθρου 21 παρ. 2 και 5 του Συντάγματος που επιβάλλουν τη λήψη μέτρων προστασίας των πολυμελών οικογενειών και μέτρων δημογραφικής πολιτικής. Τούτο, διότι επιβάλλεται μεν, βάσει αυτών των συνταγματικών διατάξεων, να ενισχύονται οι πολύτεκνες οικογένειες για την αντιμετώπιση των αυξημένων εξόδων που απαιτούνται για τη συντήρησή τους, καθώς και για την ανατροφή, την οικονομική εξασφάλιση των πάσης φύσεως σπουδών και την επαγγελματική αποκατάσταση των τέκνων τους, αλλά δεν είναι επιτρεπτό να παρέχονται στα μέλη των οικογενειών αυτών και διευκολύνσεις για την πρόσβαση στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, οι οποίες υπερακοντίζουν την προστασία που τους παρέχει το Σύνταγμα λόγω αφ’ ενός μεν του περιορισμού των αντίστοιχων δικαιωμάτων πρόσβασης των λοιπών πολιτών, αφ’ ετέρου δε της υποχώρησης των ακαδημαϊκών κριτηρίων πρόσβασης.
Αρχή
 10 ΣτΕ 519-520/2014 Ολομ.
12/3/2014
Απαλλαγή από το Ενιαίο Τέλος Ακινήτων (ΕΤΑΚ), ιδιοκτησιών που έχουν δεσμευθεί κατά την αρχαιολογική ή την πολεοδομική νομοθεσία.

Α.Κρίθηκε, λαμβανομένων υπόψη και των διατάξεων του ν. 3028/2002 «Για την προστασία των Αρχαιοτήτων και της εν γένει Πολιτιστικής Κληρονομιάς» (Α΄ 153), ότι στην έννοια του «ακινήτου που έχει δεσμευθεί από την αρχαιολογική υπηρεσία του Υπουργείου Πολιτισμού, λόγω αρχαιολογικής έρευνας» και που, ως εκ τούτου, απαλλάσσεται από το ενιαίο τέλος ακινήτων, κατά τα οριζόμενα στο ν. 3634/2008 (περίπτωση δ του άρθρου 8), υπάγεται κάθε ιδιωτικό ακίνητο όταν, λόγω της σημασίας του για την αρχαιολογική εν γένει έρευνα, δηλαδή για την ανακάλυψη, την ανάδειξη, τη διατήρηση ή την προστασία αρχαιοτήτων, και εξαιτίας των συνακόλουθων ενεργειών της αρχαιολογικής υπηρεσίας, η κατά προορισμό χρήση και εκμετάλλευσή του έχει περιορισθεί σε τέτοιο βαθμό, ώστε, κατά τον κρίσιμο χρόνο, να έχει καταστεί ουσιαστικά αδύνατη για τον ιδιοκτήτη του. Η υπαγωγή ενός τέτοιου ακινήτου σε φόρο ακίνητης περιουσίας, όπως το ένδικο ενιαίο τέλος ακινήτων, αφ’ ενός μεν θα συνιστούσε υπέρμετρη επιβάρυνση της ιδιοκτησίας, κατά παράβαση του άρθρου 17 του Συντάγματος και του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, αφ’ ετέρου δε θα ερχόταν σε αντίθεση με το άρθρο 4 παρ. 5 του Συντάγματος, αφού, υπό τις συνθήκες αυτές, η κυριότητα του ακινήτου, ως αντικείμενο του φόρου, δεν θα αποτελούσε, για τον ιδιοκτήτη, ένδειξη αντίστοιχης φοροδοτικής ικανότητας, διασφαλίζοντας, όπως θα έπρεπε, τη φορολόγησή του «ανάλογα με τις δυνάμεις του». Στην ένδικη υπόθεση επρόκειτο για ακίνητο εντός σχεδίου πόλεως και εντός κηρυγμένου αρχαιολογικού χώρου, εν μέσω απαλλοτριωμένων για αρχαιολογικούς σκοπούς ιδιοκτησιών και για το οποίο ήδη από το έτος 2006 είχε εκτιμηθεί από την αρμόδια αρχαιολογική υπηρεσία ότι αυτό είχε ιδιαίτερη σημασία για τον αρχαιολογικό χώρο μέσα στον οποίο βρισκόταν και για το λόγο αυτό είχε προταθεί η απαλλοτρίωσή του. Από τότε και μέχρι το έτος 2008 (κρίσιμο χρόνο της επίδικης φορολογίας του), η Διοίκηση ούτε τη διαδικασία απαλλοτρίωσης είχε προωθήσει ούτε οικοδομική άδεια είχε χορηγήσει. Υπό τα δεδομένα αυτά έγινε δεκτό ότι το ένδικο ακίνητο, αδρανοποιημένο κατά τον προορισμό του ως εντός σχεδίου πόλεως, υπαγόταν στην περίπτωση δ΄ του άρθρου 8 του ν. 3634/2008, ήταν δηλαδή, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, «δεσμευμένο από την αρχαιολογική υπηρεσία λόγω αρχαιολογικής έρευνας» και απαλλασσόταν, ως εκ τούτου, για το 2008, από την επιβολή ενιαίου τέλους ακινήτων.

Β.Κρίθηκε ότι ο ν. 3634/2008, θεσπίζοντας το Ε.Τ.ΑΚ. ως φόρο επί της ακίνητης περιουσίας, απέβλεψε στον καθορισμό της πραγματικής αγοραίας αξίας των ακινήτων ως βάσης επιβολής του φόρου. Προς τούτο, ως προς μεν τις τιμές εκκίνησης παρέπεμψε, για τις περιοχές όπου ισχύει το αντικειμενικό σύστημα, στη σχετική νομοθεσία, για δε τους περαιτέρω «συντελεστές αυξομείωσης» εξουσιοδότησε τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών να προβεί κανονιστικά στον καθορισμό τους, σχετικά δε εκδόθηκε η 1085787/888/0013/13.8.2008 κανονιστική απόφαση του Υφυπουργού Οικονομίας και Οικονομικών (Β΄ 1714/2008). Κατά την έννοια, επομένως, της εν λόγω εξουσιοδότησης, προκειμένου περί ακινήτων που τελούν υπό ειδικές συνθήκες από άποψη πολεοδομικών βαρών και περιορισμών, όπως είναι εκείνα που έχουν απαλλοτριωθεί λόγω ρυμοτομίας χωρίς να έχει συντελεσθεί η απαλλοτρίωση, θα έπρεπε να χρησιμοποιηθούν συντελεστές τέτοιοι που να αποδίδουν, κατά το δυνατόν, την πραγματική επίδραση που έχει η απαλλοτρίωση, υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες, στην αξία του ακινήτου κατά το χρόνο της φορολογίας, λαμβανομένου υπόψη ότι η ρυμοτομική απαλλοτρίωση ακινήτου συνεπάγεται την απαγόρευση της χρησιμοποίησής του για διαφορετικό σκοπό, όπως η ανοικοδόμηση και η εκτέλεση συναφών εργασιών, ενώ και μετά την αυτοδίκαιη άρση της ρυμοτομικής απαλλοτρίωσης ή τη δικαστική κρίση ότι συντρέχει υποχρέωση άρσης λόγω παρόδου ευλόγου χρόνου, το ακίνητο δεν καθίσταται εκ μόνου του λόγου τούτου οικοδομήσιμο, αλλά η Διοίκηση οφείλει να επανέλθει και να κρίνει σχετικά, έχοντας, μεταξύ άλλων, τη δυνατότητα, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, να δεσμεύσει και πάλι τη συγκεκριμένη ιδιοκτησία. Ειδικότερα, κρίθηκε ότι θα έπρεπε να ρυθμίζεται ιδιαιτέρως, με την πρόβλεψη μηδενικού συντελεστή, και, κατ’ ακολουθίαν, εξαίρεσης από το φόρο, η περίπτωση εκείνη, κατά την οποία οι νόμιμες συνέπειες της ρυμοτομικής απαλλοτρίωσης ακινήτου, σε συνδυασμό με τις συγκεκριμένες, χρονικές και άλλες, περιστάσεις, ιδίως δε τις σχετικές ενέργειες ή παραλείψεις του Δημοσίου, έχουν ουσιαστικά καταστήσει αδύνατη την κατά προορισμό χρήση και εκμετάλλευση του ακινήτου για τον ιδιοκτήτη του. Γιατί, η υπαγωγή ενός τέτοιου ακινήτου σε φόρο ακίνητης περιουσίας, όπως το ένδικο ενιαίο τέλος ακινήτων, αφ’ ενός μεν θα συνιστούσε υπέρμετρη επιβάρυνση της ιδιοκτησίας, κατά παράβαση του άρθρου 17 του Συντάγματος και του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, αφ’ ετέρου δε θα ερχόταν σε αντίθεση με το άρθρο 4 παρ. 5 του Συντάγματος, αφού, υπό τις συνθήκες αυτές, η κυριότητα του ακινήτου, ως αντικείμενο του φόρου, δεν θα αποτελούσε, για τον ιδιοκτήτη, ένδειξη αντίστοιχης φοροδοτικής ικανότητας, διασφαλίζοντας, όπως θα έπρεπε, τη φορολόγησή του «ανάλογα με τις δυνάμεις του». Τέτοια όμως ρύθμιση, δεν περιέχεται στην 1085787/888/0013/13.8.2008 κανονιστική απόφαση του Υφυπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, με την οποία καθορίζεται αδιακρίτως, για όλα τα ακίνητα που «έχουν κηρυχθεί απαλλοτριωτέα», ενιαίος συντελεστής 0,80 επί της αξίας τους. Επομένως, καθ’ ο μέρος προβλέπει εφαρμογή του ενιαίου αυτού συντελεστή, αντί μηδενικού, και σε περιπτώσεις ακινήτων εντός σχεδίου των οποίων η απαλλοτρίωση λόγω ρυμοτομίας έχει οδηγήσει, κατά τ’ ανωτέρω, σε αδυναμία χρήσης και εκμετάλλευσης κατά τον προορισμό τους, που είναι, κατ’ αρχήν, η δόμηση, η εν λόγω υπουργική απόφαση είναι ανίσχυρη ως εκτός εξουσιοδοτήσεως· με συνέπεια, τα εν λόγω ακίνητα να εξαιρούνται από το ενιαίο τέλος του ν. 3634/2008 ευθέως εκ του νόμου τούτου. Στην περίπτωση, άλλωστε, αυτή, η εξαίρεση καταλαμβάνει και την έκτακτη εισφορά του ν. 3808/2009, αφού και για την εισφορά αυτή εφαρμόζονται, κατά τα προεκτεθέντα, οι διατάξεις περί φορολογητέας αξίας που ισχύουν για το ενιαίο τέλος.
Αρχή
 
   © ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ, 2006 - 2014