Συμβούλιο της Επικρατείας   Ολομέλεια Συμβουλίου της Επικρατείας
 

ΤΟ ΕΡΓΟ "ΕΚΣΥΓΧΡΟΝΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΑΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ ΣτΕ" ΕΝΤΑΧΘΗΚΕ ΣΤΟ ΜΕΤΡΟ 2.2 "ΕΞΥΠΗΡΕΤΗΣΗ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΗ ΚΑΙ ΒΕΛΤΙΩΣΗ ΤΗΣ ΠΟΙΟΤΗΤΑΣ ΖΩΗΣ" ΤΟΥ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΙΑΚΟΥ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΟΣ "ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΤΗΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΑΣ" (ΕπΚτΠ) ΚΑΙ ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΗΘΗΚΕ ΣΕ ΠΟΣΟΣΤΟ 75% ΑΠΟ ΚΟΙΝOΤΙΚΟΥΣ ΠΟΡΟΥΣ.
main
Αρχείο πρόσφατων αποφάσεων
1 ΣτΕ 1251/2015 (Ολομέλεια) (9/4/2015)
2 ΣτΕ 1252/2015 (Ολομέλεια) (8/4/2015)
3 Περιλήψεις αποφάσεων στην Αγγλική γλώσσα (Judgment Summaries) (8/4/2015)
4 ΣτΕ 646/2015 (Ε' Τμήμα) (7/4/2015)
5 ΣτΕ 108/2015 εν συμβουλίω (Β΄Τμήμα) επί προδικαστικού ερωτήματος (12/3/2015)
6 ΣτΕ 519/2015 (Ολομέλεια) (19/2/2015)
7 ΣτΕ 527/2015 (Ολομέλεια) (19/2/2015)
8 ΣτΕ 177-178/2015 7μ (Β΄τμήμα) (9/2/2015)
9 ΣτΕ 144/2015 (Β’ Τμήμα) (9/2/2015)
10 ΣτΕ 86/2015 7μελούς (Β΄τμήμα, πρότυπη δίκη) (30/1/2015)
 1 ΣτΕ 1251/2015 (Ολομέλεια)
9/4/2015
Aίτηση ακυρώσεως Σχολής Αρχιτεκτόνων Μηχανικών Εθνικού Μετσοβίου Πολυτεχνείου κ.λπ. (117 αιτούντες) κατά Υπουργού Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων.
Ακυρώνει τις αποφάσεις του Υπουργού: α) Φ.1/161753/Β3/14/8.10.2014 «Ρύθμιση θεμάτων για τη μεταφορά θέσης εισαγωγής Πολυτέκνων, Τριτέκνων και Ειδικών Κατηγοριών» (Β΄2665) και β) Φ.1/161748/Β3/14/8.10.2014 «Ρύθμιση θεμάτων για μεταφορά θέσης εισαγωγής με οικονομικά κριτήρια του σχολικού έτους 2013-2014 στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση σύμφωνα με το άρθρο 47 του ν. 4274/2014 . . .» (Β΄2665). Απορρίπτει τις παρεμβάσεις.

ΕΚΚΡΕΜΕΙ ΚΕΙΜΕΝΟ
Αρχή
 2 ΣτΕ 1252/2015 (Ολομέλεια)
8/4/2015
Aίτηση ακυρώσεως Αθανασίου Γιακουμάκη κατά Υπουργού Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων.
Καταργεί τη δίκη επί της κρινομένης αιτήσεως κατά το μέρος της, με το οποίο ζητείται η ακύρωση διατάξεως της αποφάσεως του Υπουργού Φ./161753/Β3/8.10.2014 «Ρύθμιση θεμάτων για τη μεταφορά θέσης εισαγωγής Πολυτέκνων, Τριτέκνων και Ειδικών Κατηγοριών» (Β΄2665). Απορρίπτει την αίτηση κατά τα λοιπά.

ΕΚΚΡΕΜΕΙ ΚΕΙΜΕΝΟ
Αρχή
 3 Περιλήψεις αποφάσεων στην Αγγλική γλώσσα (Judgment Summaries)
8/4/2015
Summaries of the 4741/2014, 4003/2014 and 2192-2196/2014 judgments of the Council of State.

Judgment Summaries
Αρχή
 4 ΣτΕ 646/2015 (Ε' Τμήμα)
7/4/2015
Εκτός ορίων νομοθετικής εξουσιοδότησης κανονιστική πράξη περί παραχώρησης του συνόλου των αιγιαλών της χώρας στους πρωτοβάθμιους Ο.Τ.Α. και περί συλλήβδην εκ των προτέρων έγκρισης της περαιτέρω μεταβίβασης από τους Ο.Τ.Α. σε τρίτους του δικαιώματος απλής χρήσης αιγιαλού και παραλίας.

Με την ΣτΕ 646/2015 κρίθηκε παράνομη και ακυρωτέα κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Εσωτερικών με αντικείμενο, μεταξύ άλλων, την απευθείας παραχώρηση, με αντάλλαγμα, δικαιωμάτων απλής χρήσης στο σύνολο του αιγιαλού και της παραλίας στους πρωτοβάθμιους Ο.Τ.Α. και την έγκριση της περαιτέρω μεταβιβάσεως των δικαιωμάτων αυτών από τους Ο.Τ.Α. σε τρίτους. Ειδικότερα, το Δικαστήριο επανέλαβε την πάγια νομολογία του για τη συνταγματική προστασία των ακτών, ως οικοσυστημάτων που αποτελούν ουσιώδες μέρος του φυσικού περιβάλλοντος, και δη ευπαθές, τα οποία πρέπει να τελούν υπό ιδιαίτερο καθεστώς, ήπιας διαχειρίσεως και αναπτύξεως, εναρμονιζόμενο προς τη συνταγματικώς κατοχυρωμένη αρχή της βιώσιμης αναπτύξεως. Το καθεστώς αυτό αποτελεί συνήθως αντικείμενο ειδικού νόμου, σε κάθε περίπτωση, πάντως, οι ακτές αποτελούν ευθέως αντικείμενο της επιβαλλομένης με το άρθρο 24 του Συντάγματος προστασίας (ΣτΕ 2713/2013, 4542/2009, 2506/ 2002, 3346/1999 κ.ά.). Συναφώς, επεσήμανε ότι μέριμνα για την προστασία των ακτών λαμβάνεται και σε υπερεθνικό επίπεδο, με το πρωτόκολλο για την ολοκληρωμένη διαχείριση των παράκτιων ζωνών της Μεσογείου, το οποίο αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα της διεθνούς σύμβασης για την προστασία του θαλασσίου περιβάλλοντος και των παρακτίων περιοχών της Μεσογείου, δηλ. της διεθνούς σύμβασης της Βαρκελώνης, όπως έχει πλέον μετονομασθεί και αποτελεί μέρος του ενωσιακού δικαίου (ΣτΕ 3977/ 2010, 2752/2013, απόφαση του ΔΕΚ της 7.10.2004 Επιτροπή κατά Γαλλίας C- 239/03, για την προστασία της λίμνης Berre). Εξάλλου, το Δικαστήριο υπενθύμισε ότι τα κοινόχρηστα πράγματα, στα οποία, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 967 του Αστικού Κώδικα, 1 και 5 του αν. ν. 2344/1940 (Α΄ 154) και 2 του ν. 2971/2001 (Α΄ 285), περιλαμβάνονται ο αιγιαλός και η παραλία, ανήκουν στη δημόσια κτήση και προορίζονται για την άμεση εξυπηρέτηση δημοσίου σκοπού, ο οποίος συνίσταται στην κοινοχρησία τους. Με το δε άρθρο 970 του Αστικού Κώδικα τίθεται βασικός κανόνας του δημοσίου δικαίου κατά τον οποίο η, επί τη βάσει των κατ’ ιδίαν διατάξεων, παραχώρηση από την διοικητική αρχή σε φυσικά ή νομικά πρόσωπα ιδιαιτέρων δικαιωμάτων σε κοινόχρηστα πράγματα, είναι νόμιμη μόνον εάν και εφ’ όσον, και μετά την παραχώρηση των εν λόγω δικαιωμάτων, εξακολουθεί να εξυπηρετείται ή τουλάχιστον να μην αναιρείται η κατά τον προορισμό του πράγματος κοινή χρήση αυτού (ΣτΕ Ολομ. 394/ 1963, 1377/1971, 2799/1972, 61/1974, 1467/1990, 891-895/2008, ΣτΕ 2696/1980, 2188/1982, 4807/1984, 386/1989, 1708/1995, 2685/2010, 2793/2012). Ο κανόνας αυτός, του κατ’ αρχήν επιτρεπτού της παραχωρήσεως ιδιαιτέρων δικαιωμάτων σε κοινόχρηστα πράγματα υπό την προϋπόθεση όμως ότι εξυπηρετείται ή, τουλάχιστον, δεν αναιρείται η κοινή χρήση του πράγματος, σύμφωνα με τον προορισμό του, επαναλαμβάνεται, προκειμένου περί του αιγιαλού και της παραλίας, και στη σχετική ειδική διοικητική νομοθεσία (ν. 2971/2001, άρθρα 2, 13, 14 και 15 παρ. 3, τα οποία παρατίθενται σε επόμενες σκέψεις). Υπό το πρίσμα των ανωτέρω συνταγματικών και υπερνομοθετικών αρχών και κανόνων δικαίου, καθώς και της αποτυπωμένης στο άρθρο 2 παρ. 2 του ν. 2971/2001 γενικής ρήτρας περί ευθύνης του Κράτους για την προστασία του οικοσυστήματος των παράκτιων ζωνών, το Δικαστήριο έκρινε ότι: α) Οι ρυθμίσεις των άρθρων 13 και 15 του ίδιου νόμου, περί παραχώρησης απλής χρήσης αιγιαλού και παραλίας και περί γενικών ρυθμίσεων για τις παραχωρήσεις, αντίστοιχα, έχουν την έννοια ότι η παραχώρηση δικαιωμάτων απλής χρήσης επί του αιγιαλού και της παραλίας, στους πρωτοβάθμιους Ο.Τ.Α. για την άσκηση δραστηριοτήτων που είναι, καταρχήν, ήπιες και συμβατές με τον προορισμό των στοιχείων αυτών του φυσικού περιβάλλοντος ως κοινοχρήστων, πρέπει να γίνεται μεμονωμένα και κατά περίπτωση, ύστερα από εξατομικευμένη κρίση της Διοικήσεως, συνοδευόμενη από τα αναγκαία διαγράμματα, με την οποία θα τίθενται και οι αναγκαίοι όροι και περιορισμοί ενόψει των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών του υπό παραχώρηση συγκεκριμένου τμήματος του αιγιαλού, προκειμένου να διασφαλισθεί και η κατά προορισμό χρήση του ως κοινόχρηστου αγαθού. Ως εκ τούτου, η συλλήβδην παραχώρηση με την προσβαλλόμενη κ.υ.α. του συνόλου των αιγιαλών της χώρας στους πρωτοβάθμιους Ο.Τ.Α. βρίσκεται εκτός των ορίων της εξουσιοδοτήσεως της παρ. 5 του άρθρου 13 του ν. 2971/2001. Εξάλλου, ενόψει της, κατά τα εκτεθέντα, σημασίας του παράκτιου χώρου ως στοιχείου του φυσικού περιβάλλοντος, κατά την ορθή έννοια του νόμου (βλ. σχετικά και άρ. 9 παρ. 2 και 14 παρ. 6 του νόμου), η αρμοδιότητα παραχώρησης αιγιαλού και παραλίας ανήκει και στον Υπουργό Περιβάλλοντος, από κοινού με τους Υπουργούς Οικονομικών και Εσωτερικών και β) Η προβλεπόμενη στο άρθρο 15 παρ. 5 του ν. 2971/2001 έγκριση των Υπουργών Οικονομικών και Εσωτερικών για την περαιτέρω μεταβίβαση σε τρίτους του δικαιώματος απλής χρήσης αιγιαλού και παραλίας εκ μέρους των Ο.Τ.Α. ως παραχωρησιούχων, χορηγείται κατά περίπτωση, προκειμένου να επιτευχθούν οι στόχοι του νομοθέτη για την προστασία των παράκτιων οικοσυστημάτων, που κινδυνεύουν από την υπερεκμετάλλευση και να διαφυλαχθεί η κοινοχρησία τους, δεδομένου άλλωστε ότι δεν νοείται συλλήβδην εκ των προτέρων έγκριση εκ μέρους των αρμοδίων Υπουργών μεταβιβάσεων που θα χωρήσουν μελλοντικά. Τούτο διότι, αφενός έτσι απεμπολούν την αρμοδιότητα ασκήσεως εποπτείας επί των πράξεων των Ο.Τ.Α., ενώ ταυτόχρονα θέτουν σε διακινδύνευση τα παράκτια οικοσυστήματα. Συνεπώς, η διάταξη του άρθρου 8 της προσβαλλόμενης κ.υ.α., με την οποία εγκρίνεται η περαιτέρω μεταβίβαση του δικαιώματος απλής χρήσης αιγιαλού και παραλίας από τους Ο.Τ.Α. Α΄ βαθμού προς τρίτους, είναι εκτός των ορίων της εξουσιοδοτήσεως του άρθρου 15 παρ. 3 του ν. 2971/2001. Ενόψει, όμως, της σπουδαιότητας των πιο πάνω ζητημάτων, η υπόθεση παραπέμφθηκε στην επταμελή σύνθεση του Ε΄ Τμήματος.
Αρχή
 5 ΣτΕ 108/2015 εν συμβουλίω (Β΄Τμήμα) επί προδικαστικού ερωτήματος
12/3/2015
Απάντηση επί προδικαστικού ερωτήματος με απόφαση εν συμβουλίω - Η σωρευτική επιβολή πρόσθετου φόρου και ειδικού προστίμου λόγω αχρεώστητης επιστροφής Φ.Π.Α., δεν αντίκειται ούτε στο άρθρο 4 του 7ου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, ούτε στη συνταγματική αρχή της αναλογικότητας

Κατά την έννοια των άρθρων 1 παρ.2 του ν.3900/2010 και 34Α παρ.1 και 34Β παρ.1 του π.δ. 18/1989, όπως ισχύουν, εφόσον πρόκειται για ερώτημα είτε προδήλως απαράδεκτο είτε με πρόδηλη την απάντηση που προσήκει σε αυτό, το Συμβούλιο της Επικρατείας μπορεί να κρίνει επί αυτού και με απόφαση σε συμβούλιο, έστω και χωρίς προηγούμενη δημοσίευσή του στον ημερήσιο τύπο, αν δεν οδηγεί, βέβαια, στην κήρυξη νόμου ως αντισυνταγματικού. Η σωρευτική επιβολή πρόσθετου φόρου και ειδικού προστίμου, σύμφωνα με τα άρθρα 1 (παρ. 2) και 6 (παρ. 1) του ν. 2523/1997, λόγω αχρεώστητης επιστροφής Φ.Π.Α., δεν αντίκειται ούτε στο άρθρο 4 του 7ου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, ούτε στη συνταγματική αρχή της αναλογικότητας.
Αρχή
 6 ΣτΕ 519/2015 (Ολομέλεια)
19/2/2015
Συνταγματική η νέα οργάνωση των Α.Ε.Ι., βάσει του Ν. 4009/2011, όπως αυτός ισχύει (Συμβούλια Διοίκησης, Εκλογή Πρυτάνεων κ.λπ.)

Αριθμός 519/2015
ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ
ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 7 Φεβρουαρίου 2014, με την εξής σύνθεση: Σωτ. Ρίζος, Πρόεδρος, Αθ. Ράντος, Νικ. Ρόζος, Αντιπρόεδροι του Συμβουλίου της Επικρατείας, Δ. Μαρινάκης, Μ. Βηλαράς, Αικ. Σακελλαροπούλου, Μ.Ε. Κωνσταντινίδου, Μ. Γκορτζολίδου, Ε. Αντωνόπουλος, Αντ. Ντέμσιας, Σπ. Χρυσικοπούλου, Μ. Παπαδοπούλου, Ε. Κουσιουρής, Κ. Φιλοπούλου, Θ. Αραβάνης, Α. Χλαμπέα, Π. Μπραΐμη, Σ. Βιτάλη, Θ. Τζοβαρίδου, Σύμβουλοι, Κ. Λαζαράκη, Σπ. Καρύδα, Μ. Μπαμπίλη, Πάρεδροι. Από τους ανωτέρω οι Σύμβουλοι Μ. Γκορτζολίδου και Σ. Βιτάλη, καθώς και η Πάρεδρος Κ. Λαζαράκη μετέχουν ως αναπληρωματικά μέλη, σύμφωνα με το άρθρο 26 παρ. 2 του ν. 3719/2008. Γραμματέας η Μ. Παπασαράντη.
Για να δικάσει την από 17 Ιανουαρίου 2013 αίτηση:
των: 1) Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, το οποίο παρέστη με τον δικηγόρο Αντ. Αργυρό (Α.Μ. 7372), που τον διόρισε στο ακροατήριο ο Πρύτανης, 2) Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, το οποίο παρέστη με την δικηγόρο Ιφιγ. Καμτσίδου (Α.Μ. 1944 Δ.Σ. Θεσ/νίκης), που την διόρισε με πράξη ο Πρύτανης, 3) Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου, το οποίο παρέστη με τον ίδιο ως άνω δικηγόρο Αντ. Αργυρό καθώς και με τον Ανδρέα Γραμματικό, Νομικό Σύμβουλο του Κράτους, τους οποίους διόρισε στο ακροατήριο ο Πρύτανης, 4) Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης, 5) Παντείου Πανεπιστημίου Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών, 6) Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, 7) Πανεπιστημίου Αιγαίου, τα οποία παρέστησαν με τον ίδιο ως άνω δικηγόρο Αντ. Αργυρό, που τον διόρισαν με πράξεις τους οι Πρυτάνεις τους, 8) Πανεπιστημίου Πατρών, το οποίο παρέστη με τον ίδιο ως άνω δικηγόρο Αντ. Αργυρό, που τον διόρισε στο ακροατήριο ο Πρύτανης, 9) Ιονίου Πανεπιστημίου, το οποίο, με προφορική δήλωση στο ακροατήριο του ιδίου ως άνω πληρεξουσίου δικηγόρου του Αντ. Αργυρού, παραιτείται από το δικόγραφο αιτήσεως, 10) Πανεπιστημίου Πειραιώς, το οποίο παρέστη με τον ίδιο ως άνω δικηγόρο Αντ. Αργυρό, που τον διόρισε με πράξη ο Πρύτανής του, 11) Ανωτάτης Σχολής Καλών Τεχνών, η οποία παρέστη με τον ίδιο ως άνω δικηγόρο Αντ. Αργυρό, που τον διόρισε στο ακροατήριο ο Πρύτανης, 12) Πολυτεχνείου Κρήτης, το οποίο, με προφορική δήλωση στο ακροατήριο του ιδίου ως άνω πληρεξουσίου δικηγόρου του Αντ. Αργυρού, παραιτείται από το δικόγραφο αιτήσεως, 13) Γεωργίου Χαρβαλιά, ο οποίος παρέστη με τον ίδιο ως άνω δικηγόρο Αντ. Αργυρό, που τον διόρισε στο ακροατήριο, 14) Τριαντάφυλλου Αλμπάνη του Αθανασίου, ο οποίος παρέστη με τον ίδιο ως άνω δικηγόρο Αντ. Αργυρό, στον οποίο δόθηκε προθεσμία μέχρι τις 18/2/2014 για την νομιμοποίησή του, 15) Αγγελικής Δημητρακοπούλου, 16) Σίμου Ε. Σιμόπουλου, 17) Θεοδοσίου Πελεγρίνη και 18) Αντωνίας Μοροπούλου, οι οποίοι παρέστησαν με τον ίδιο ως άνω δικηγόρο Αντ. Αργυρό, που τον διόρισαν στο ακροατήριο,
κατά του Υπουργού Παιδείας και Θρησκευμάτων, Πολιτισμού και Αθλητισμού (ήδη Υπουργού Παιδείας και Θρησκευμάτων), ο οποίος παρέστη με την Ευαγγελία Σκαλτσά, Νομικό Σύμβουλο του Κράτους.
Η πιο πάνω αίτηση εισάγεται στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου, κατόπιν της από 18 Ιανουαρίου 2013 πράξης του Προέδρου του Συμβουλίου της Επικρατείας, λόγω σπουδαιότητάς της, σύμφωνα με τα άρθρα 14 παρ. 2 εδάφ. α, 20 και 21 του Π.Δ. 18/1989.
Με την αίτηση αυτή οι αιτούντες επιδιώκουν να ακυρωθεί η υπ’ αριθμ. ΥΑ Φ 122.1/908/144145/Β2/2012 απόφαση του Υπουργού Παιδείας και Θρησκευμάτων Πολιτισμού και Αθλητισμού και κάθε άλλη σχετική πράξη ή παράλειψη της Διοικήσεως.
Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως του εισηγητή, Συμβούλου Μ. Βηλαρά.
Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τους πληρεξούσιους των αιτούντων που παρέστησαν, καθώς και τον αντιπρόσωπο του 3ου των αιτούντων, οι οποίοι ανέπτυξαν και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους ακυρώσεως και ζήτησαν να γίνει δεκτή η αίτηση και την αντιπρόσωπο του Υπουργού, η οποία ζήτησε την απόρριψή της.
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου κ α ι
Α φ ο ύ μ ε λ έ τ η σ ε τ α σ χ ε τ ι κ ά έ γ γ ρ α φ α
Σ κ έ φ θ η κ ε κ α τ ά τ ο Ν ό μ ο
1. Επειδή, για την άσκηση της υπό κρίση αιτήσεως έχει καταβληθεί το νόμιμο παράβολο (995569 και 3471903/2013 ειδικά γραμμάτια παραβόλου).
2. Επειδή, με την αίτηση αυτή, η οποία έχει εισαχθεί στην Ολομέλεια, λόγω σπουδαιότητας, με την από 18.1.2013 πράξη του Προέδρου του Δικαστηρίου, ζητείται η ακύρωση της Φ.122.1/908/144145/ Β2/16.11.2012 αποφάσεως του Υπουργού Παιδείας και Θρησκευμάτων, Πολιτισμού και Αθλητισμού «Κωδικοποίηση διαδικασιών ανάδειξης των οργάνων διοίκησης των Α.Ε.Ι. και σύστημα ταξινομικής ψήφου» (ΦΕΚ 3048/16.11.2012, τ. Β΄, με πραγματική κυκλοφορία του φύλλου στις 21.11.2012).
3. Επειδή, το 9ο και το 12ο από τα αιτούντα Α.Ε.Ι. (Ιόνιο Πανεπιστήμιο και Πολυτεχνείο Κρήτης, αντίστοιχα), με προφορική δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου τους στο ακροατήριο, κατά τη συζήτηση της υποθέσεως, παραιτήθηκαν από το δικόγραφο της υπό κρίση αιτήσεως. Κατά συνέπεια, η δίκη πρέπει, ως προς τα Α.Ε.Ι. αυτά, να κηρυχθεί κατηργημένη, σύμφωνα με το άρθρο 30 παρ. 1 του π.δ/τος 18/1989 (Α΄ 8).
4. Επειδή, το δικόγραφο της υπό κρίση αιτήσεως υπογράφεται από δικηγόρο ως πληρεξούσιο των αιτούντων. Κατά τη συζήτηση, όμως, της υποθέσεως στο ακροατήριο, ο 14ος από τους αιτούντες (Πρύτανης του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων) δεν παρέστη με πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε εμφανίσθηκε για να δηλώσει ότι εγκρίνει την άσκηση της αιτήσεως, ενώ, εξάλλου, στην προσκομισθείσα εντός της χορηγηθείσας από τον Πρόεδρο του Δικαστηρίου προθεσμίας 4853/4.2.2014 πράξη του εν λόγω Πρύτανη για τη νομιμοποίηση του 6ου εκ των αιτούντων Α.Ε.Ι. Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, δεν αναφέρεται ότι εξουσιοδοτείται ο πληρεξούσιος δικηγόρος να εκπροσωπήσει και τον ίδιο τον Πρύτανη προσωπικά. Κατά συνέπεια, η υπό κρίση αίτηση πρέπει, ως προς τον αιτούντα αυτόν (14ο), να απορριφθεί ως απαράδεκτη, σύμφωνα με το άρθρο 27 του π.δ/τος 18/1989 (Α΄ 8), όπως ισχύει.
5. Επειδή, ο Ν. 4009/2011 που φέρει τον τίτλο «Δομή, λειτουργία, διασφάλιση της ποιότητας των σπουδών και διεθνοποίηση των ανωτάτων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων» (Α΄ 195) αναθεώρησε το θεσμικό πλαίσιο που διέπει την ανώτατη εκπαίδευση και θέσπισε νέους κανόνες οργανώσεως και λειτουργίας των Ανωτάτων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων (Α.Ε.Ι.). O νόμος αυτός, λόγω ορισμένων δυσλειτουργιών που παρουσιάσθηκαν κατά την εφαρμογή του, στο σκέλος κυρίως της διοικήσεως των Α.Ε.Ι., τροποποιήθηκε σε καίρια σημεία του με το Ν. 4076/2012 (Α΄ 159), με τη θέσπιση «βελτιωτικών παρεμβάσεων», οι οποίες, όπως εκτίθεται στην σχετική αιτιολογική έκθεση, «δεν ανατρέπουν τη βασική φιλοσοφία του Ν. 4009/2011, αλλά δημιουργούν βασιμότερες προϋποθέσεις για την καλύτερη, πληρέστερη και αποτελεσματικότερη εφαρμογή του». Ειδικότερα, ως προς την διάρθρωση της ανώτατης εκπαιδεύσεως και τη νομική μορφή των Α.Ε.Ι., το άρθρο 1 του Ν. 4009/2011 ορίζει ότι η ανώτατη εκπαίδευση παρέχεται από τα Α.Ε.Ι., τα οποία είναι νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου πλήρως αυτοδιοικούμενα και εποπτευόμενα από τον Υπουργό Παιδείας, Δια Βίου Μάθησης και Θρησκευμάτων (ήδη, Υπουργό Παιδείας και Θρησκευμάτων), σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 16 του Συντάγματος και στο νόμο (παρ. 1), ότι η ανώτατη εκπαίδευση αποτελείται από δύο παράλληλους τομείς, τον πανεπιστημιακό τομέα, ο οποίος περιλαμβάνει τα «Πανεπιστήμια» και τον τεχνολογικό τομέα, ο οποίος περιλαμβάνει τα «Τ.Ε.Ι.» (παρ. 2) και ότι τα ιδρύματα των δύο τομέων της ανώτατης εκπαιδεύσεως λειτουργούν παράλληλα, με διακριτή φυσιογνωμία, σκοπό και αποστολή, που διαφοροποιούνται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για τα Πανεπιστήμια και τα Τ.Ε.Ι., αντίστοιχα (παρ. 3). Εξάλλου, σχετικά με την διάρθρωση των Α.Ε.Ι., το άρθρο 7 του ιδίου νόμου, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 1 του Ν. 4076/2012, ορίζει ότι κάθε Ίδρυμα αποτελείται από Σχολές οι οποίες αποτελούν τις «βασικές» μονάδες του, εποπτεύουν και συντονίζουν την λειτουργία των Τμημάτων τους (παρ. 1), καθώς και ότι το Τμήμα αποτελεί την βασική «εκπαιδευτική και ακαδημαϊκή» μονάδα του Ιδρύματος (παρ. 2). Ο Ν. 4076/2012 δεν προβλέπει πλέον «προγράμματα σπουδών», τον συντονισμό, την εποπτεία και την λειτουργία των οποίων, σύμφωνα με την αρχική διατύπωση του εν λόγω άρθρου 7, είχαν οι Σχολές, οι οποίες αποτελούσαν τις «βασικές διοικητικές και ακαδημαϊκές» μονάδες του Ιδρύματος και ανέθεταν την υλοποίησή τους σε τμήματα που συνιστούσαν την βασική «εκπαιδευτική» μονάδα του Ιδρύματος, και αποτελούντο από το σύνολο των καθηγητών της Σχολής που διδάσκουν σε ένα «πρόγραμμα σπουδών». Στο πλαίσιο αυτό, το άρθρο 4 του Ν. 4076/2012 αποσαφηνίζει, στην παρ. 4, ότι: «Όπου στο ν. 4009/2011 (Α΄ 195) γίνεται αναφορά σε (προπτυχιακά) “Προγράμματα σπουδών” νοούνται εφεξής τα τμήματα…» και, στην παρ. 5, ότι: «Για τη λειτουργία των Τμημάτων εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις που ίσχυαν πριν την έναρξη ισχύος του ν. 4009/2011 (Α΄ 195)». Περαιτέρω, σχετικά με την οργανωτική δομή των Α.Ε.Ι., ο Ν. 4009/2011 ορίζει τα εξής: Στο άρθρο 8 παρ. 1 ότι: «Τα όργανα του Ιδρύματος είναι: α) το Συμβούλιο, β) ο Πρύτανης και γ) η Σύγκλητος», στο άρθρο 9 παρ. 1 ότι: «Όργανα της σχολής είναι: α) ο κοσμήτορας, β) η κοσμητεία και γ) η γενική συνέλευση» και, στο άρθρο 10 παρ. 1, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 4 παρ. 1 του Ν. 4076/2012, ότι: «Όργανα του Τμήματος είναι: α) ο Πρόεδρος, β) η Συνέλευση του Τμήματος και, εφόσον έχουν συσταθεί τομείς γ) ο Διευθυντής του Τομέα και δ) η Γενική Συνέλευση του Τομέα. Ως προς το νομικό καθεστώς των αρμοδιοτήτων των οργάνων αυτών εφαρμόζονται οι διατάξεις που ίσχυαν πριν τη θέση σε ισχύ του ν. 4009/2011 (Α΄ 195)».
6. Επειδή, ειδικότερα, σε ό,τι αφορά, πρώτον, το νέο θεσμοθετούμενο όργανο του Ιδρύματος, δηλαδή το Συμβούλιο, το άρθρο 8 παρ. 2 – 14 του Ν. 4009/2011, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 παρ. 1 – 7 του Ν. 4076/2012, μεταξύ άλλων, καθορίζει τον αριθμό των μελών του, τα ζητήματα τα σχετικά με την διαδικασία εκλογής τους, καθώς και τις αρμοδιότητες του οργάνου. Συγκεκριμένα, το Συμβούλιο αποτελείται από δεκαπέντε (15) μέλη, εκτός εάν ο αριθμός των καθηγητών πρώτης βαθμίδας του Ιδρύματος είναι μικρότερος των πενήντα, οπότε το Συμβούλιο αριθμεί έντεκα (11) μέλη. Τα εννέα (9) ή επτά (7) μέλη του δεκαπενταμελούς ή του ενδεκαμελούς Συμβουλίου, αντίστοιχα, είναι «εσωτερικά» μέλη του Ιδρύματος και, ειδικότερα, οκτώ (8) ή έξι (6) μέλη, αντίστοιχα, είναι καθηγητές πρώτης βαθμίδας ή αναπληρωτές καθηγητές και ένα (1) μέλος είναι εκπρόσωπος των φοιτητών του Ιδρύματος. Τα υπόλοιπα έξι (6) ή τέσσερα (4) μέλη, αντίστοιχα, είναι «εξωτερικά» (άρθρο 8 παρ. 2). Σύμφωνα με την πάγια ρύθμιση του νόμου, την ευθύνη της οργανώσεως της διαδικασίας αναδείξεως των εσωτερικών και των εξωτερικών μελών του Συμβουλίου σε κάθε ίδρυμα έχει η Πρυτανεία του Πανεπιστημίου, η οποία αποτελείται από τον Πρύτανη και τους Αναπληρωτές Πρύτανη, ή η Προεδρία του Τ.Ε.Ι., η οποία αποτελείται από τον Πρόεδρο και τους Αναπληρωτές Προέδρου, ενώ, κατά την πρώτη εφαρμογή της επίμαχης διατάξεως, η σχετική αρμοδιότητα ασκείται από το Πρυτανικό Συμβούλιο (άρθρο 8 παρ. 3). Τα «εσωτερικά» μέλη εκλέγονται από το σύνολο των καθηγητών του οικείου ιδρύματος με ενιαίο ψηφοδέλτιο και με σημείωση της εκλογής δίπλα στο όνομα των υποψηφίων της σειράς προτιμήσεως με διαδοχικούς ακέραιους αριθμούς (σύστημα ταξινομικής ψήφου). Σε περίπτωση δύο (2) διαδοχικών άγονων εκλογικών διαδικασιών, των οποίων το μεταξύ τους διάστημα δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει τις τρεις (3) εργάσιμες ημέρες, το αρμόδιο για τη διενέργεια των εκλογών όργανο υποχρεούται στην διεξαγωγή της εκλογικής διαδικασίας μέσω επιστολικής ή ηλεκτρονικής ψήφου, το αργότερο εντός της αποκλειστικής προθεσμίας των επτά (7) ημερών από την τελευταία άγονη ψηφοφορία. Σε περίπτωση άγονης εκλογικής διαδικασίας μέσω επιστολικής ή ηλεκτρονικής ψήφου, τότε υποχρεωτικά, εντός αποκλειστικής προθεσμίας επτά (7) ημερών, ως εσωτερικά μέλη του Συμβουλίου διορίζονται οι αρχαιότεροι καθηγητές πρώτης βαθμίδας του ιδρύματος. Η διαδικασία και ο τρόπος διενέργειας των ανωτέρω ψηφοφοριών, καθώς και κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή της παρούσης παραγράφου καθορίζεται με απόφαση του Υπουργού Παιδείας, Θρησκευμάτων, Πολιτισμού και Αθλητισμού (ήδη Υπουργού Παιδείας και Θρησκευμάτων) (8 παρ. 4). Στη συνέχεια, με την διάταξη του άρθρου 12 παρ. 7 του Ν. 4076/2012, η οποία προστέθηκε με το άρθρο 44 Α παρ. 16 του Ν. 4115/2013 (Α΄ 24), ορίσθηκε ότι με απόφαση του Υπουργού Παιδείας και Θρησκευμάτων ρυθμίζεται η δυνατότητα αναδείξεως όλων των «μονομελών» οργάνων των Α.Ε.Ι. μέσω εκλογικής διαδικασίας με ηλεκτρονική ψήφο, χωρίς την προγενέστερη διενέργεια αυτής με κάλπη. Εξάλλου, στη μεταβατική διάταξη της περιπτ. δ΄, της παρ. 22, του άρθρου 80, του Ν. 4009/2011, η οποία προστέθηκε με το άρθρο 47 περίπτ. δ΄ του Ν. 4025/2011 (Α΄ 228) ορίσθηκε ότι κατά την πρώτη εφαρμογή του νόμου και έως την έκδοση του Οργανισμού και του Εσωτερικού Κανονισμού κάθε Ιδρύματος (βλ. άρθρα 5 και 6 του Ν. 4009/2011, αντίστοιχα), η διαδικασία ορισμού και αναδείξεως εκπροσώπων των καθηγητών, των φοιτητών και κάθε είδους προσωπικού στα συλλογικά όργανα του Ιδρύματος, καθώς και ο τρόπος διεξαγωγής των εκλογικών διαδικασιών για την ανάδειξη των οργάνων αυτών ρυθμίζονται με απόφαση του Υπουργού Παιδείας, Δια Βίου Μάθησης και Θρησκευμάτων (ήδη Υπουργού Παιδείας και Θρησκευμάτων). Ακολούθως, τα εσωτερικά μέλη εκλέγουν τα «εξωτερικά» μέλη του Συμβουλίου, στα οποία περιλαμβάνεται και ο πρόεδρος του οργάνου, χωριστά το καθένα, με φανερή ψηφοφορία και πλειοψηφία των τεσσάρων πέμπτων (4/5) του συνόλου των εσωτερικών μελών ή, σε περίπτωση μη επιτεύξεως της απαιτούμενης πλειοψηφίας, με την απόλυτη πλειοψηφία των παρόντων εσωτερικών μελών, κατόπιν επαναληπτικής εκλογής. Προσόντα για την εκλογή εξωτερικού μέλους είναι η ευρεία αναγνώριση του υποψηφίου στην επιστήμη, στα γράμματα ή στις τέχνες, καθώς και η κατοχή αυξημένων τυπικών προσόντων και τουλάχιστον πτυχίου ημεδαπού ή αναγνωρισμένου αλλοδαπού Α.Ε.Ι. Κωλύονται, όμως, να εκλεγούν ως εξωτερικά μέλη πρόσωπα τα οποία είχαν οποιαδήποτε οικονομική συναλλαγή με σκοπό το κέρδος με το ίδρυμα την τελευταία πενταετία, καθώς και οι εν ενεργεία καθηγητές Α.Ε.Ι. της ημεδαπής ή οι συνταξιούχοι καθηγητές του ιδίου Α.Ε.Ι. Με πλειοψηφία των τεσσάρων πέμπτων (4/5) του συνόλου των μελών του Συμβουλίου ή, σε περίπτωση μη επιτεύξεως της εν λόγω πλειοψηφίας, με την απόλυτη πλειοψηφία των παρόντων μελών του οργάνου, κατόπιν επαναληπτικής ψηφοφορίας, μπορεί να παυθεί εξωτερικό μέλος για λόγους πλημμελούς ασκήσεως των υποχρεώσεων και των καθηκόντων του (άρθρο 8 παρ. 5). Ο εκπρόσωπος των φοιτητών του ιδρύματος εκλέγεται από το σύνολο των ενεργών φοιτητών (προπτυχιακών, μεταπτυχιακών και υποψηφίων διδακτόρων), με ενιαίο ψηφοδέλτιο και με άμεση, καθολική και μυστική ψηφοφορία (άρθρα 8 παρ. 6 και 49 παρ. 2, περίπτ. β΄). Σε περίπτωση άγονης εκλογικής διαδικασίας των εξωτερικών μελών ή του εκπροσώπου των φοιτητών, το Συμβούλιο συγκροτείται και λειτουργεί νόμιμα και χωρίς την εκλογή αυτών, έως την ανάδειξή τους (άρθρο 8 παρ. 2, περίπτ. β΄, εδάφιο δεύτερο). Τα μέλη του Συμβουλίου εκλέγουν, με πλειοψηφία των δύο τρίτων (2/3) του συνόλου ή, σε περίπτωση μη επιτεύξεως της πλειοψηφίας αυτής, με την απόλυτη πλειοψηφία των παρόντων μελών, κατόπιν επαναληπτικής ψηφοφορίας, τον αναπληρωτή Πρόεδρο του Συμβουλίου, μεταξύ των καθηγητών – εσωτερικών μελών του οργάνου (άρθρο 8 παρ. 7). Η σχετική διαδικασία ολοκληρώνεται με την έκδοση διαπιστωτικής πράξεως του Υπουργού Παιδείας και Θρησκευμάτων για τον διορισμό του προέδρου, του αναπληρωτή προέδρου και των μελών του Συμβουλίου (άρθρο 8 παρ. 14). Η θητεία των μελών του Συμβουλίου είναι τετραετής, πλην εκείνης του εκπροσώπου των φοιτητών που είναι ετήσια, χωρίς δυνατότητα επανεκλογής (άρθρο 8 παρ. 8). Στις συνεδριάσεις του Συμβουλίου μετέχει, χωρίς δικαίωμα ψήφου, ένας (1) εκπρόσωπος κάθε κατηγορίας προσωπικού του ιδρύματος, όταν συζητούνται θέματα που αφορούν την οικεία κατηγορία προσωπικού (άρθρο 8 παρ. 9). Τέλος, το Συμβούλιο ασκεί τις αρμοδιότητες που προβλέπονται στο νόμο, τον Οργανισμό και τον Εσωτερικό Κανονισμό του Ιδρύματος και ανάγονται στην χάραξη στρατηγικής για την ανάπτυξη του ιδρύματος, μετά από εισήγηση της Συγκλήτου, στην γενική εποπτεία και τον έλεγχο της λειτουργίας του ιδρύματος, στην έγκριση της προτάσεως για την έκδοση και αναθεώρηση του Οργανισμού, σύμφωνα με το άρθρο 5 του νόμου, στην έγκριση και αναθεώρηση του Εσωτερικού Κανονισμού, σύμφωνα με το άρθρο 6 του νόμου, στην ανάληψη πρωτοβουλιών για την σύνδεση του ιδρύματος με την κοινωνία και την οικονομία, καθώς και τη συμβολή του στην ανάπτυξη της χώρας, στον καθορισμό των κατευθύνσεων για την ανάπτυξη του ιδρύματος, στην έγκριση του προϋπολογισμού, του ετήσιου προγραμματισμού και απολογισμού για την αξιοποίηση της περιουσίας του ιδρύματος, στην έγκριση του ετήσιου απολογισμού των δραστηριοτήτων και της εν γένει λειτουργίας του ιδρύματος, στην παύση των κοσμητόρων από τα καθήκοντά τους, στην εποπτεία του Ν.Π.Ι.Δ. με τη μορφή Α.Ε. που προβλέπει ο νόμος, στο άρθρο 58, για την διαχείριση της περιουσίας και των κονδυλίων έρευνας των Α.Ε.Ι., στην συγκρότηση επιτροπών για την μελέτη ή διεκπεραίωση θεμάτων που εμπίπτουν στις αρμοδιότητές του και στον ορισμό ή μη διδάκτρων και του ύψους τους για τα μεταπτυχιακά προγράμματα σπουδών του ιδρύματος, ύστερα από γνώμη του Κοσμήτορα της αντίστοιχης σχολής (άρθρο 8 παρ. 10). Επίσης, το Συμβούλιο διορίζει τον Πρύτανη του Ιδρύματος (άρθρο 8, παρ. 16, περίπτ. δ΄), ενώ ο Πρόεδρος του Συμβουλίου εκδίδει διεθνή πρόσκληση εκδηλώσεως ενδιαφέροντος για την θέση του Πρύτανη (άρθρο 8, παρ. 16, περίπτ. α΄). Ως προς την διαδικασία εκλογής των Κοσμητόρων των σχολών, η αρμοδιότητα του Συμβουλίου περιορίζεται στην προεπιλογή υποψηφίων (δύο, εάν το Συμβούλιο είναι ενδεκαμελές και τριών, εάν είναι δεκαπενταμελές), ώστε μεταξύ αυτών να εκλεγεί ο Κοσμήτορας από τους καθηγητές και τους υπηρετούντες λέκτορες της σχολής με άμεση, μυστική και καθολική ψηφοφορία (άρθρο 9, παρ. 2, περιπτ. α΄ και β΄, όπως η παρ. αυτή τροποποιήθηκε με το άρθρο 3 παρ. 1 του Ν. 4076/2012), ενώ η σχετική με την παύση του Κοσμήτορα, για ανεπάρκεια στην εκτέλεση των καθηκόντων του, απόφαση του Συμβουλίου πρέπει να είναι αιτιολογημένη και λαμβάνεται με πλειοψηφία των τριών τετάρτων (3/4) του συνόλου των μελών του (άρθρο 9 παρ. 3, όπως αναριθμήθηκε με το άρθρο 3 παρ. 3 του Ν. 4076/2012). Σε ό,τι αφορά, δεύτερον, τον Πρύτανη του Ιδρύματος, οι διατάξεις του άρθρου 8 παρ. 15 – 18 του Ν. 4009/2011, όπως τροποποιήθηκαν με το άρθρο 2 παρ. 8 – 9 του Ν. 4076/2012 ορίζουν, ιδίως, τα ακόλουθα: Πρύτανης εκλέγεται καθηγητής πρώτης βαθμίδας Α.Ε.Ι. της ημεδαπής ή της αλλοδαπής, με ελληνική ιθαγένεια και άριστη γνώση της ελληνικής γλώσσας, αναγνωρισμένο κύρος και σημαντική διοικητική εμπειρία. Μετά την διεθνή πρόσκληση εκδηλώσεως ενδιαφέροντος του Προέδρου του Συμβουλίου και τις αναγκαίες ενέργειες για την προσέλκυση υποψηφιοτήτων, στις οποίες προβαίνει τριμελής επιτροπή συγκροτούμενη με απόφαση του Συμβουλίου και αποτελούμενη από καθηγητές πρώτης βαθμίδας του οικείου Ιδρύματος, το Συμβούλιο (προ)επιλέγει, εφόσον είναι ενδεκαμελές, δύο (2) και, εφόσον είναι δεκαπενταμελές, τρεις (3) υποψηφίους, μεταξύ αυτών που συγκεντρώνουν τα τυπικά προσόντα και ύστερα από συνεκτίμηση των ουσιαστικών τους προσόντων, από τους οποίους εκλέγεται ο Πρύτανης, από το σύνολο των καθηγητών του Ιδρύματος (συμπεριλαμβανομένων και των λεκτόρων Πανεπιστημίων και καθηγητών εφαρμογών Τ.Ε.Ι.), με άμεση, μυστική και καθολική ψηφοφορία και με την απόλυτη πλειοψηφία των έγκυρων ψήφων. Σε περίπτωση δύο (2) άγονων εκλογικών διαδικασιών, η εκλογική διαδικασία διεξάγεται μέσω επιστολικής ή ηλεκτρονικής ψήφου εντός αποκλειστικής προθεσμίας επτά (7) ημερών από την τελευταία άγονη ψηφοφορία, ενώ, σε περίπτωση που και η διαδικασία αυτή αποβεί άγονη, το αρμόδιο για την διενέργεια των εκλογών όργανο διεξάγει κλήρωση, μεταξύ των δύο (2) ή τριών (3), κατά περίπτωση (προ)επιλεγέντων από το Συμβούλιο υποψηφίων, για την ανάδειξη του Πρύτανη. Η διαδικασία και ο τρόπος διεξαγωγής των ανωτέρω ψηφοφοριών και της κληρώσεως, καθώς και κάθε αναγκαία σχετική λεπτομέρεια καθορίζονται με απόφαση του Υπουργού Παιδείας και Θρησκευμάτων. Ο Πρύτανης διορίζεται με απόφαση του Συμβουλίου, δημοσιευόμενη στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, για τετραετή θητεία, χωρίς δυνατότητα επανεκλογής για δεύτερη συνεχή θητεία στο ίδιο ίδρυμα (άρθρο 8 παρ. 15 – 16), ενώ για τον διορισμό του, ο Υπουργός Παιδείας και Θρησκευμάτων εκδίδει διαπιστωτική πράξη. Ως προς τις αρμοδιότητες του Πρύτανη, ο νόμος προβλέπει, μεταξύ άλλων, ότι προΐσταται του Ιδρύματος και το διευθύνει, εποπτεύει την εύρυθμη λειτουργία των υπηρεσιών του, επιβλέπει την τήρηση των νόμων, του Οργανισμού και του Εσωτερικού Κανονισμού, μεριμνά για την συνεργασία των οργάνων του Ιδρύματος, των διδασκόντων και των φοιτητών και εκπροσωπεί το Ίδρυμα δικαστικώς και εξωδίκως. Επίσης, ο Πρύτανης συγκαλεί την Σύγκλητο, καταρτίζει και αναμορφώνει τον ετήσιο τακτικό οικονομικό προϋπολογισμό και τελικό οικονομικό απολογισμό του Ιδρύματος καθώς και τον ετήσιο απολογισμό δραστηριοτήτων του, προκηρύσσει τις θέσεις καθηγητών, διορίζει τον Κοσμήτορα, εκδίδει τις πράξεις διορισμού του προσωπικού του Ιδρύματος, κατανέμει τις πιστώσεις, οργανώνει και καταργεί τα προγράμματα σπουδών, με απόφασή του εκδιδόμενη ύστερα από γνώμη της Συγκλήτου και εγκρινόμενη από το Συμβούλιο, μετέχει χωρίς ψήφο στις συνεδριάσεις του Συμβουλίου και μπορεί να μετέχει, επίσης, χωρίς ψήφο στις συνεδριάσεις όλων των λοιπών συλλογικών οργάνων του Ιδρύματος (άρθρο 8 παρ. 18). Τρίτον, σχετικά με την Σύγκλητο του Ιδρύματος, ο νόμος (άρθρο 8 παρ. 19 – 20 του Ν. 4009/2011, όπως τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με το άρθρο 2 παρ. 9 – 11 του Ν. 4076/2012) ορίζει ότι αποτελείται από τον Πρύτανη, τους Κοσμήτορες, τους Προέδρους των Τμημάτων μέχρι δύο (2) ανά Σχολή, από έναν (1) εκπρόσωπο των προπτυχιακών, μεταπτυχιακών φοιτητών και υποψηφίων διδακτόρων και από έναν εκπρόσωπο κάθε κατηγορίας προσωπικού, ενώ, ως προς την ακριβή σύνθεση, τον αριθμό των μελών της Συγκλήτου με δικαίωμα ψήφου και τις σχετικές λεπτομέρειες εφαρμογής, ο νόμος παραπέμπει στον Οργανισμό και τον Εσωτερικό Κανονισμό του Ιδρύματος (άρθρο 8 παρ. 19). Επίσης, ο νόμος, στο άρθρο 8 παρ. 20, όπως ισχύει, καθορίζει τις αρμοδιότητες της Συγκλήτου, με έμφαση στην χάραξη της εκπαιδευτικής και ερευνητικής πολιτικής του Ιδρύματος και, ιδίως, αναθέτει σε αυτήν το τεκμήριο αρμοδιότητας, υπό την έννοια ότι ασκεί όσες αρμοδιότητες δεν ανατίθενται από το νόμο ειδικώς σε άλλα όργανα του Ιδρύματος (το οποίο, αρχικά, ο Ν. 4009/2011, στο άρθρο 8 παρ. 18 περίπτ. ιη΄, καθιέρωνε υπέρ του Πρύτανη), καθώς και την αρμοδιότητα αναλήψεως πρωτοβουλιών για την συνεργασία του Ιδρύματος με εκπαιδευτικά ή μορφωτικά ιδρύματα και επιστημονικούς και κοινωνικούς φορείς της ημεδαπής ή της αλλοδαπής (την οποία, αρχικά, το άρθρο 8, παρ. 10, περίπτ. ε΄, του Ν. 4009/2011 ανέθετε στο Συμβούλιο του Ιδρύματος). Τέταρτον, σε ό,τι αφορά τον Κοσμήτορα της Σχολής, οι διατάξεις του άρθρου 9 παρ. 2 – 6 του Ν. 4009/2011, όπως τροποποιήθηκαν με το άρθρο 3 παρ. 1 – 5 του Ν. 4076/2012, καθορίζουν τα προσόντα των υποψηφίων, οι οποίοι πρέπει να είναι αναγνωρισμένου κύρους καθηγητές πρώτης βαθμίδας της Σχολής με διοικητική εμπειρία, την διαδικασία εκλογής του Κοσμήτορα από τους καθηγητές και τους υπηρετούντες λέκτορες της Σχολής, με άμεση, μυστική και καθολική ψηφοφορία και με την απόλυτη πλειοψηφία των εκλεκτόρων, τον διορισμό του από τον Πρύτανη για τετραετή θητεία, καθώς και τον ρόλο του Συμβουλίου στην σχετική διαδικασία, το οποίο περιορίζεται στην (προ)επιλογή, εφόσον είναι ενδεκαμελές δύο (2) και, εφόσον είναι δεκαπενταμελές, τριών (3) υποψηφίων μεταξύ αυτών που συγκεντρώνουν τα τυπικά προσόντα και ύστερα από εκτίμηση των ουσιαστικών τους προσόντων. Εξάλλου, ο Κοσμήτορας δεν έχει πλέον την αρμοδιότητα συγκροτήσεως των επιτροπών «επιλογής και εξέλιξης Καθηγητών» του άρθρου 19 του Ν. 4009/2011, την οποία του είχε αναθέσει αρχικά η διάταξη του άρθρου 9 παρ. 5, περίπτ. ε΄, του ιδίου νόμου, και η οποία ανατίθεται εφεξής στην Συνέλευση του Τμήματος, αλλά διατηρεί την σχετική αρμοδιότητα μόνο ως προς τις «επιτροπές αξιολόγησης» των καθηγητών του άρθρου 21 του Ν. 4009/2011. Εξάλλου, ως προς το εκπαιδευτικό προσωπικό των Α.Ε.Ι., στο άρθρο 16 του Ν. 4009/2011, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 34 παρ. 12 και 22 του Ν. 4115/2013 (Α΄ 24) ορίζεται, κυρίως, ότι το εκπαιδευτικό έργο στα Α.Ε.Ι. ασκείται από τους Καθηγητές οι οποίοι διακρίνονται σε Καθηγητές πρώτης βαθμίδας (Καθηγητές) Αναπληρωτές Καθηγητές και Επίκουρους Καθηγητές. Οι Καθηγητές και οι Αναπληρωτές Καθηγητές εκλέγονται ως μόνιμοι, ενώ οι Επίκουροι Καθηγητές εκλέγονται για τετραετή θητεία με δυνατότητα ανανεώσεως για άλλη μία θητεία μετά από κρίση. Οι θέσεις των καθηγητών είναι ενιαίες, ανήκουν στο Ίδρυμα και κατανέμονται και ανακατανέμονται στις Σχολές προπτυχιακών σπουδών σύμφωνα με τις εκπαιδευτικές ανάγκες των Σχολών αυτών, με εισήγηση του Πρύτανη και απόφαση της Συγκλήτου. Η διδασκαλία των μαθημάτων στα Α.Ε.Ι. καθώς και η άσκηση των λοιπών διδακτικών και ερευνητικών δραστηριοτήτων μπορεί να ανατίθενται, με ατομικές συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, διάρκειας ενός έως τριών ακαδημαϊκών ετών, πλήρους ή μερικής απασχόλησης, σε «εντεταλμένους διδασκαλίας». Επίσης, είναι δυνατή, με απόφαση της Κοσμητείας της οικείας σχολής, η «μετάκληση» καθηγητών σε κενές θέσεις καθηγητή πρώτης βαθμίδας, η δυνατότητα να καλούνται, ως «επισκέπτες καθηγητές», καταξιωμένοι έλληνες ή αλλοδαποί επιστήμονες, καθώς και, ως «επισκέπτες μεταδιδακτορικοί ερευνητές», έλληνες ή αλλοδαποί νέοι επιστήμονες κάτοχοι διδακτορικού διπλώματος, ενώ, με τον Οργανισμό του Ιδρύματος, μπορεί να προβλέπονται οι όροι και οι προϋποθέσεις συμμετοχής «συνταξιούχων καθηγητών» αποκλειστικά σε προγράμματα μεταπτυχιακών και διδακτορικών σπουδών. Εξάλλου, με τις διατάξεις του άρθρου 29 του Ν. 4009/2011, όπως τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με το άρθρο 34 παρ. 16 του Ν. 4115/2013 και το άρθρο 39 παρ. 27 του Ν. 4186/2013 (Α΄ 193), ρυθμίζονται το υπηρεσιακό καθεστώς και οι αρμοδιότητες των ειδικών κατηγοριών διδακτικού και εργαστηριακού προσωπικού του ιδρύματος, δηλ. του Ειδικού Εκπαιδευτικού Προσωπικού (Ε.Ε.Π.), του Εργαστηριακού Διδακτικού Προσωπικού (Ε.ΔΙ.Π.), του Ειδικού Τεχνικού Εργαστηριακού Προσωπικού (Ε.Τ.Ε.Π.) και των πανεπιστημιακών υποτρόφων. Περαιτέρω, τα άρθρα 77 και 78 του Ν. 4009/2011, όπως τροποποιήθηκαν με το άρθρο 5 του Ν. 4076/2012, τα άρθρα 34 και 48 του Ν. 4115/2013 και το άρθρο 39 του Ν. 4186/2013, περιέχουν μεταβατικές διατάξεις σχετικά με τα υπηρετούντα μέλη Δ.Ε.Π. των Α.Ε.Ι. και τα μέλη Ε.Π. των Τ.Ε.Ι., οι οποίες ρυθμίζουν την αντιστοιχία των βαθμίδων, θέματα εκκρεμών διαδικασιών εκλογής και εξέλιξης, καθώς και τα της τύχης των υπηρετούντων μόνιμων και με θητεία λεκτόρων Α.Ε.Ι. και καθηγητών εφαρμογών Τ.Ε.Ι. Τέλος, με τις μεταβατικές διατάξεις του άρθρου 12 του Ν. 4076/2012 ορίσθηκαν, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: α) η θητεία των μονομελών και συλλογικών οργάνων διοικήσεως των Α.Ε.Ι., η οποία ολοκληρώνεται την 31η Αυγούστου 2012, σύμφωνα με το νομοθετικό καθεστώς που ίσχυε κατά τον χρόνο εκλογής τους, παρατείνεται έως την 31η Δεκεμβρίου 2012, η ανάδειξη των νέων οργάνων πραγματοποιείται σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 4009/2011, όπως ισχύει, η δε πρώτη εκλογική διαδικασία για την ανάδειξη του Πρύτανη ολοκληρώνεται υποχρεωτικά έως και την 30ή Νοεμβρίου 2012 (παρ. 1), β) η θητεία των λοιπών μονομελών οργάνων, ολοκληρώνεται σύμφωνα με το νομοθετικό καθεστώς του χρόνου εκλογής τους, στη συνέχεια δε αναδεικνύονται δυνάμει των διατάξεων του Ν. 4009/2011, όπως ισχύει (παρ. 2) και γ) οι ρυθμίσεις για τα Πανεπιστήμια εφαρμόζονται αναλόγως και για τα Τ.Ε.Ι., εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά με ρητή ειδική διάταξη νόμου (παρ. 6).7. Επειδή, κατ’ επίκληση των μνημονευόμενων στην προηγούμενη σκέψη εξουσιοδοτικών διατάξεων, εκδόθηκαν οι ακόλουθες υπουργικές αποφάσεις: α) η Φ.122.1/311/125673α/Β2/4.11.2011 απόφαση της Υπουργού Παιδείας, Διά Βίου Μάθησης και Θρησκευμάτων, με θέμα «Εκλογική διαδικασία για την ανάδειξη των εσωτερικών μελών του Συμβουλίου κάθε Α.Ε.Ι.» (ΦΕΚ 2503/4.11.2011, τ. Β΄), με βάση την εξουσιοδοτική διάταξη του άρθρου 80, παρ. 22, περίπτ. δ΄, του Ν. 4009/2011, η οποία προστέθηκε με το άρθρο 47 περίπτ. δ΄ του Ν. 4025/2011, β) η Φ.122.1/309/125673/Β2/ 2.11.2011 απόφαση της ιδίας Υπουργού, με θέμα «Εφαρμογή του συστήματος ταξινομικής ψήφου, κατά τη διαδικασία εκλογής των καθηγητών – εσωτερικών μελών του Συμβουλίου κάθε Α.Ε.Ι.» (ΦΕΚ 2436/2.11.2011, τ. Β΄), κατ’ επίκληση της εξουσιοδοτικής διατάξεως του άρθρου 8, παρ. 4, περίπτ. β΄, τελευταίο εδάφιο, του Ν. 4009/2011, γ) η Φ.122.1/764/112039/Β2/21.9.2012 απόφαση του Υπουργού Παιδείας και Θρησκευμάτων, Πολιτισμού και Αθλητισμού, με θέμα «Εκλογική διαδικασία με ηλεκτρονική και επιστολική ψήφο για την ανάδειξη των οργάνων διοίκησης των Α.Ε.Ι.» (ΦΕΚ 2564/21.9.2012, τ. Β΄), κατ’ επίκληση των εξουσιοδοτικών διατάξεων του άρθρου 8, παρ. 4, περίπτ. β΄ και 16 του Ν. 4009/2011, όπως τροποποιήθηκαν με το άρθρο 2 παρ. 3 και 8 του Ν. 4076/2012, η οποία, μεταξύ άλλων, όρισε, στην μεταβατική διάταξη του άρθρου 13 παρ. 1 αυτής, ότι για τη διενέργεια των εκλογών αναδείξεως των εσωτερικών μελών του Συμβουλίου και του Πρύτανη των Α.Ε.Ι. με κάλπη εφαρμόζεται αναλογικά η ως άνω (υπό α΄) υπουργική απόφαση περί εκλογικής διαδικασίας προσαρμοσμένη με την κείμενη νομοθεσία (Ν. 4009/2011, όπως τροποποιήθηκε με το Ν. 4076/2012) και καθ’ ο μέρος δεν είναι αντίθετη με αυτή και δ) η ήδη προσβαλλόμενη Φ.122.1/908/144145/Β2/ 16.11.2012 απόφαση του αυτού Υπουργού, με βάση τις ίδιες εξουσιοδοτικές διατάξεις κατ’ επίκληση των οποίων εκδόθηκε η ανωτέρω (υπό γ΄) απόφαση. Η απόφαση αυτή, πέραν των «γενικών διατάξεων» του Κεφαλαίου Α΄ αυτής, οι οποίες αφορούν στο πεδίο εφαρμογής της αποφάσεως, στα όργανα διενέργειας των εκλογών καθώς και στην υποβολή υποψηφιοτήτων, την ανακήρυξη υποψηφίων και τους εκλογικούς καταλόγους, «κωδικοποιεί», στα επόμενα Κεφάλαια, τις προαναφερόμενες κανονιστικές υπουργικές αποφάσεις σχετικά με την «εκλογική διαδικασία με κάλπη (Κεφ. Β΄), με την «ηλεκτρονική» και «επιστολική» ψήφο (Κεφ. Γ΄, Δ΄ και Ε΄), καθώς και με την «εφαρμογή συστήματος ταξινομικής ψήφου» (Κεφ. Στ΄), τις οποίες και ανακαλεί «εξ’ υπαρχής» με την μεταβατική διάταξη του άρθρου 25 παρ. 2 αυτής, προβλέποντας, ωστόσο, στην παρ. 3 του ιδίου άρθρου, ότι «οι εκλογικές διαδικασίες ανάδειξης των οργάνων διοίκησης των Α.Ε.Ι. που διενεργήθηκαν κατά τα προβλεπόμενα στις ανακαλούμενες … υπουργικές αποφάσεις δεν θίγονται». Εξάλλου, μετά την άσκηση της υπό κρίση αιτήσεως, εκδόθηκε η Φ.122.1/184/16376/Β2/ 6.2.2013 απόφαση του Υπουργού Παιδείας και Θρησκευμάτων, Πολιτισμού και Αθλητισμού, με θέμα «Διαδικασία ανάδειξης των μονομελών οργάνων των ΑΕΙ μέσω εκλογικής διαδικασίας με ηλεκτρονική ψήφο» (ΦΕΚ 353/19.2.2013, τ. Β΄), βάσει της εξουσιοδοτικής διατάξεως της παρ. 7 του άρθρου 12 του Ν. 4076/2012, η οποία προστέθηκε με το άρθρο 44 παρ. 16 του Ν. 4115/2013 (Α΄ 24/30.1.2013, τ. Α΄). Στην τελευταία αυτή διάταξη προβλέπεται ότι η ανάδειξη των μονομελών οργάνων των ΑΕΙ (δηλ. του Πρύτανη, του Κοσμήτορα και του Προέδρου Τμήματος) δύναται να λαμβάνει χώρα μέσω εκλογικής διαδικασίας με ηλεκτρονική ψήφο, «χωρίς την προγενέστερη διενέργεια αυτής με κάλπη». Ενόψει της δυνατότητας αυτής, το πεδίο εφαρμογής της προσβαλλόμενης «κωδικοποιητικής» υπουργικής αποφάσεως περιορίζεται, ουσιαστικά, στην ανάδειξη των «εσωτερικών» μελών του Συμβουλίου του οικείου Ιδρύματος.
8. Επειδή, με την υπό κρίση αίτηση προβάλλεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι μη νόμιμη και ακυρωτέα, κατά το μέρος που προβλέπει το σύστημα ταξινομικής ψήφου, διότι η νέα εξουσιοδοτική διάταξη, όπως διαμορφώθηκε με το Ν. 4076/2012, δεν αναφέρεται στο εν λόγω εκλογικό σύστημα και, ως εκ τούτου, η σχετική ρύθμιση της προσβαλλόμενης αποφάσεως στερείται νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως. Συναφώς, προβάλλεται ότι, μετά την θέση σε ισχύ του Ν. 4076/2012, έχει καταργηθεί η αρχικώς εκδοθείσα υπουργική απόφαση περί εφαρμογής του συστήματος ταξινομικής ψήφου (Φ. 122.1/309/125673/Β2/2.11.2011), η οποία είχε εκδοθεί βάσει της εξουσιοδοτικής διατάξεως του άρθρου 8, παρ. 4, περίπτ. β΄, του Ν. 4009/2011, όπως ίσχυε αρχικά.
9. Επειδή, η προσβαλλόμενη απόφαση, στο σημείο 1 του προοιμίου αυτής, μνημονεύει τις εξουσιοδοτικές διατάξεις κατ’ επίκληση των οποίων εκδόθηκε και, συγκεκριμένα, τις διατάξεις του άρθρου 8 του Ν. 4009/2011, όπως τροποποιήθηκε, ιδίως, με το άρθρο 2, παρ. 3 και 8 του Ν. 4076/2012. Ειδικότερα, ως προς το ζήτημα της εκλογής των «εσωτερικών» μελών του Συμβουλίου, στο οποίο αφορά, στην ουσία, ο υπό κρίση λόγος ακυρώσεως, η κρίσιμη διάταξη του άρθρου 8, παρ. 4, περίπτ. β΄, του Ν. 4009/2011, όπως είχε τροποποιηθεί αρχικά με το άρθρο 47, περίπτ. α΄, του Ν. 4025/2011, όριζε τα εξής: «β) Τα εσωτερικά μέλη εκλέγονται από το σύνολο των καθηγητών του οικείου ιδρύματος με ενιαίο ψηφοδέλτιο και με σημείωση από τους εκλογείς δίπλα από το όνομα των υποψηφίων της σειράς προτίμησης με διαδοχικούς ακέραιους αριθμούς (σύστημα ταξινομικής ψήφου). Στην εκλογή συμμετέχουν και οι λέκτορες των Πανεπιστημίων/καθηγητές εφαρμογών των Τ.Ε.Ι., οι οποίοι υπηρετούν στο ίδρυμα σύμφωνα με τα άρθρα 77 και 78, αντίστοιχα. “Αν ο αριθμός των υποψηφίων είναι μικρότερος από τον αριθμό των εκλόγιμων θέσεων, οι εκλογές ματαιώνονται και επαναπροκηρύσσονται ... μέσα σε επτά ημέρες από τη λήξη της προθεσμίας για την υποβολή υποψηφιοτήτων. Τα εσωτερικά μέλη ανά σχολή δεν μπορούν να υπερβαίνουν τα δύο, εκτός αν το πηλίκο του αριθμού των εσωτερικών μελών του Συμβουλίου, πλην του φοιτητή, δια του αριθμού των σχολών του ιδρύματος είναι μεγαλύτερο του δύο. Ο περιορισμός του προηγούμενου εδαφίου δεν εφαρμόζεται αν, παρά το γεγονός ότι ο αριθμός των υποψηφίων υπερβαίνει τον αριθμό των εκλόγιμων θέσεων, η κάλυψη του συνόλου των θέσεων αυτών καθίσταται αδύνατη λόγω του περιορισμού”. Με απόφαση του Υπουργού Παιδείας, Δια Βίου Μάθησης και Θρησκευμάτων, που εκδίδεται άπαξ σε προθεσμία ενός μήνα από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου και δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, καθορίζονται τα θέματα που αφορούν την εφαρμογή του συστήματος της ταξινομικής ψήφου». Ακολούθως, το άρθρο 2 παρ. 3 του Ν. 4076/2012 όρισε τα εξής: «Η πρώτη και η δεύτερη περίοδος της περίπτωσης β΄ της παρ. 4 του άρθρου 8 του Ν. 4009/2011 (Α΄ 195) τροποποιείται ως εξής: “β) Τα εσωτερικά μέλη εκλέγονται από το σύνολο των καθηγητών του οικείου ιδρύματος με ενιαίο ψηφοδέλτιο και με σημείωση της εκλογής δίπλα από το όνομα των υποψηφίων της σειράς προτίμησης με διαδοχικούς ακέραιους αριθμούς (σύστημα ταξινομικής ψήφου). Στην εκλογή συμμετέχουν και οι υπηρετούντες λέκτορες των Πανεπιστημίων/καθηγητών εφαρμογών των Τ.Ε.Ι., οι οποίοι υπηρετούν στο ίδρυμα, σύμφωνα με τα άρθρα 77 και 78. Τα εσωτερικά μέλη ανά Σχολή δεν μπορούν να υπερβαίνουν τα δύο. Σε περίπτωση δύο (2) διαδοχικών άγονων εκλογικών διαδικασιών, των οποίων το μεταξύ τους διάστημα δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει τις τρεις (3) εργάσιμες ημέρες, το αρμόδιο για τη διενέργεια των εκλογών όργανο υποχρεούται στη διεξαγωγή της εκλογικής διαδικασίας μέσω επιστολικής ή ηλεκτρονικής ψήφου, το αργότερο εντός της αποκλειστικής προθεσμίας των επτά (7) ημερών από την τελευταία άγονη ψηφοφορία. Σε περίπτωση άγονης εκλογικής διαδικασίας μέσω επιστολικής ή ηλεκτρονικής ψήφου, τότε υποχρεωτικά, εντός αποκλειστικής προθεσμίας επτά (7) ημερών, ως εσωτερικά μέλη του Συμβουλίου διορίζονται οι αρχαιότεροι καθηγητές πρώτης βαθμίδας του ιδρύματος, με τους περιορισμούς του δεύτερου εδαφίου της περίπτωσης α΄ της παραγράφου 4 του άρθρου 8 του παρόντος νόμου [κατά το οποίο, δεν επιτρέπεται να είναι υποψήφιοι καθηγητές οι οποίοι αποχωρούν από την υπηρεσία πριν από τη λήξη της τετραετούς θητείας των μελών του Συμβουλίου]. Η διαδικασία και ο τρόπος διενέργειας των ανωτέρω ψηφοφοριών, καθώς και κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή της παρούσης παραγράφου καθορίζεται με απόφαση του Υπουργού Παιδείας και Θρησκευμάτων, Πολιτισμού και Αθλητισμού». Από τον συνδυασμό των ως άνω διατάξεων προκύπτει ότι η αναφορά, στο άρθρο 2 παρ. 3 του Ν. 4076/2012, στην «πρώτη και δεύτερη περίοδο» της τροποποιούμενης διατάξεως (του άρθρου 8, παρ. 4, περίπτ. β΄, όπως ίσχυε) έχει γίνει εκ παραδρομής, διότι υπό διαφορετική ερμηνευτική εκδοχή, αν δηλ. η τροποποίηση αφορά μόνο την πρώτη και δεύτερη περίοδο της επίμαχης διατάξεως, το κείμενο που προκύπτει δεν έχει νόημα και συνέπεια, ιδίως ως προς τη ρύθμιση για τον περιορισμό του αριθμού των εσωτερικών μελών του Συμβουλίου ανά Σχολή. Εξάλλου, στην τροποποιητική διάταξη του άρθρου 2 παρ. 3 του Ν. 4076/2012 μνημονεύεται ρητώς το «σύστημα ταξινομικής ψήφου», ενώ και η παρεχόμενη με την ίδια διάταξη εξουσιοδότηση για την έκδοση αποφάσεως του Υπουργού Παιδείας και Θρησκευμάτων, Πολιτισμού και Αθλητισμού αφορά στην διαδικασία και τον τρόπο διενέργειας των ψηφοφοριών, καθώς και σε κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή της «παρούσας παραγράφου». Με τα δεδομένα αυτά, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο εξεταζόμενος λόγος ακυρώσεως, με τον οποίο προβάλλεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται εξουσιοδοτικού ερείσματος, κατά το μέρος που περιλαμβάνει διατάξεις για το σύστημα ταξινομικής ψήφου. Περαιτέρω, ο ειδικότερος ισχυρισμός των αιτούντων ως προς την ισχύ της αρχικής υπουργικής αποφάσεως περί εφαρμογής του συστήματος ταξινομικής ψήφου, μετά την θέση σε ισχύ του Ν. 4076/2012, είναι απορριπτέος, αφενός, ως αλυσιτελώς προβαλλόμενος, εφόσον η ίδια ρύθμιση περιλαμβάνεται στην προσβαλλόμενη «κωδικοποιητική» υπουργική απόφαση και, αφετέρου, ως αβάσιμος διότι η επίμαχη (αρχική) υπουργική απόφαση δεν καταργήθηκε με την κατάργηση της εξουσιοδοτικής διατάξεως κατ’ επίκληση της οποίας είχε εκδοθεί, αφού δεν περιελήφθη στο Ν. 4076/2012 ρητή σχετική πρόβλεψη (βλ. σχετ. ΣτΕ 1222/2009, σκ. 7, 732/2006, σκ. 5, 3023/1990, σκ. 3), αλλά ανακλήθηκε, κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 25 παρ. 2 και 3 της προσβαλλόμενης «κωδικοποιητικής» υπουργικής αποφάσεως.
10. Επειδή, προβάλλεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι παράνομη και ακυρωτέα, διότι εκδόθηκε κατ’ επίκληση της εξουσιοδοτικής διατάξεως του άρθρου 8, παρ. 4, εδάφ. β΄, του Ν. 4009/2011, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 παρ. 3 του Ν. 4076/2012, η οποία, κατά παράβαση του άρθρου 43, παρ. 2, δεύτερο εδάφιο, του Συντάγματος, εξουσιοδοτεί τον Υπουργό Παιδείας και Θρησκευμάτων, Πολιτισμού και Αθλητισμού (ήδη Υπουργό Παιδείας και Θρησκευμάτων) να ρυθμίσει ζήτημα ευρύ και ιδιαίτερης σημασίας, για την ρύθμιση του οποίου αποδέκτης της σχετικής εξουσιοδοτήσεως αρμόδιος είναι ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, σύμφωνα με το άρθρο 43, παρ. 2, πρώτο εδάφιο, του Συντάγματος. Ειδικότερα, προβάλλεται ότι η εξουσιοδότηση αυτή είναι τόσο γενική και αόριστη ώστε να καταλείπει στην διοίκηση απόλυτη ευχέρεια καθορισμού του εκλογικού συστήματος και της διαδικασίας εκλογής. Ως προς το εκλογικό σύστημα, κατά τους ισχυρισμούς των αιτούντων, η νομοθετική ρύθμιση, πέραν του χαρακτηρισμού της ψήφου ως «ταξινομικής», στερείται παντός ουσιαστικού περιεχομένου σε σχέση με το εκλογικό σύστημα και τον τρόπο τελικής επιλογής των εσωτερικών μελών του Συμβουλίου.
11. Επειδή, η προσβαλλόμενη υπουργική απόφαση με τον τίτλο «Κωδικοποίηση διαδικασιών ανάδειξης των οργάνων διοίκησης των Α.Ε.Ι. και σύστημα ταξινομικής ψήφου», επικαλείται στο προοίμιό της, ως εξουσιοδοτικό έρεισμα, τις διατάξεις του άρθρου 8 του Ν. 4009/2011, όπως τροποποιήθηκε, ιδίως, με τις διατάξεις του άρθρου 2 παρ. 3 και 8 του Ν. 4076/2012, όπως αυτές παρατίθενται ανωτέρω στη σκ. 6. Στις διατάξεις αυτές καθιερώνεται η εκλογική διαδικασία αναδείξεως των εσωτερικών μελών του Συμβουλίου και του Πρύτανη των Α.Ε.Ι. τόσο μέσω κάλπης όσο και μέσω ηλεκτρονικής και επιστολικής ψήφου, σε περίπτωση δύο (2) διαδοχικών άγονων εκλογικών διαδικασιών με κάλπη. Ως προς τον τρόπο αναδείξεως του Πρύτανη, ο νόμος ορίζει ότι εκλέγεται με άμεση, μυστική και καθολική ψηφοφορία, από τους καθηγητές και τους υπηρετούντες λέκτορες του Ιδρύματος, ενώ, για την εκλογή των εσωτερικών μελών του Συμβουλίου από το σύνολο των καθηγητών του οικείου Ιδρύματος, ο νόμος καθιερώνει «σύστημα ταξινομικής ψήφου» το οποίο, στην εξουσιοδοτική διάταξη χαρακτηρίζεται ως το σύστημα στο οποίο η εκλογή γίνεται «με ενιαίο ψηφοδέλτιο και με σημείωση της εκλογής δίπλα στο όνομα των υποψηφίων της σειράς προτιμήσεως με διαδοχικούς ακέραιους αριθμούς». Στην αιτιολογική έκθεση του νόμου αναφέρεται σχετικά ότι το επίμαχο σύστημα εισάγεται «ώστε να διασφαλισθεί η ισόρροπη εκπροσώπηση της κοινότητας του Ιδρύματος στο Συμβούλιο, χωρίς αποκλεισμούς ή κυριαρχία επιμέρους αντιλήψεων», ενώ, στο πλαίσιο επιδιώξεως, προφανώς, του ιδίου στόχου, η εξουσιοδοτική διάταξη προβλέπει, επίσης, ότι τα εσωτερικά μέλη του Συμβουλίου ανά Σχολή δεν μπορούν να υπερβαίνουν τα δύο. Σε ό,τι αφορά την εφαρμογή του καθιερούμενου από την εξουσιοδοτική διάταξη συστήματος της ταξινομικής ψήφου για την εκλογή των καθηγητών-εσωτερικών μελών του Συμβουλίου κάθε Α.Ε.Ι., η προσβαλλόμενη υπουργική απόφαση ρυθμίζει ζητήματα σχετικά με: α) τον τρόπο καταρτίσεως των ψηφοδελτίων, τα οποία απεικονίζονται στο Παράρτημα της αποφάσεως, β) τον τρόπο της ψηφοφορίας και γ) τον τρόπο καταμέτρησης των ψήφων, τον υπολογισμό του εκλογικού μέτρου, τον συντελεστή βαρύτητας των ψηφοδελτίων καθώς και τον τρόπο εκλογής ή αποκλεισμού των υποψηφίων σε κάθε γύρο καταμέτρησης, μέχρις ότου καλυφθούν όλες οι εκλόγιμες θέσεις. Με τα δεδομένα αυτά, η παροχή εξουσιοδοτήσεως για την ρύθμιση με υπουργική απόφαση της διαδικασίας και του τρόπου διεξαγωγής της ψηφοφορίας με κάλπη και, ενδεχομένως, με ηλεκτρονική – επιστολική ψήφο, δεν παραβιάζει, κατά τα νενομολογημένα (Σ.τ.Ε. 1210/2010, 2667/2001, 2967, 2820/1999, 1370/1985), το άρθρο 43, παρ. 2, εδάφιο δεύτερο, του Συντάγματος, δεδομένου ότι αφορά σε ζητήματα λεπτομερειακού και τεχνικού χαρακτήρα, η βασική ρύθμιση των οποίων περιλαμβάνεται στο νόμο. Περαιτέρω, σε ό,τι αφορά το «σύστημα ταξινομικής ψήφου» για την ανάδειξη των εσωτερικών μελών του Συμβουλίου κάθε Α.Ε.Ι., ο νόμος, πέραν των ρυθμίσεων που αναφέρονται στα προσόντα εκλογιμότητας των υποψηφίων, στο δικαίωμα του εκλέγειν, καθώς και στην επιλογή μέχρι δύο (2) εσωτερικών μελών του Συμβουλίου ανά Σχολή, προσδιορίζει με σαφήνεια τα βασικά χαρακτηριστικά του επίμαχου εκλογικού συστήματος που συνίστανται, πρώτον, στην συγκρότηση του εκλογικού σώματος, αποτελούμενου από το σύνολο των καθηγητών του οικείου Ιδρύματος, δεύτερον, στην διεξαγωγή της ψηφοφορίας με ενιαίο ψηφοδέλτιο και, τρίτον, στην σημείωση από τους εκλογείς δίπλα στο όνομα των υποψηφίων της σειράς προτιμήσεως με διαδοχικούς ακέραιους αριθμούς. Ενόψει των βασικών αυτών επιλογών του νομοθέτη, η παροχή εξουσιοδοτήσεως για την ρύθμιση, με υπουργική απόφαση, των προαναφερόμενων ζητημάτων εφαρμογής του καθιερούμενου στο νόμο εκλογικού συστήματος, δεν αντίκειται στο άρθρο 43, παρ. 2, εδάφιο δεύτερο, του Συντάγματος, στο μέτρο που τα ζητήματα που καταλείπονται προς ρύθμιση με υπουργική απόφαση έχουν, προεχόντως, χαρακτήρα τεχνικών ζητημάτων εφαρμογής ενός σχετικά πολύπλοκου εκλογικού συστήματος, η ρύθμιση του οποίου απαιτεί εξειδικευμένες επιστημονικές γνώσεις (πρβλ. ΣτΕ 3539/2003, 3472/2001). Κατά συνέπεια, ο εξεταζόμενος λόγος ακυρώσεως είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
12. Επειδή, προβάλλεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι νόμιμη και πρέπει να ακυρωθεί, διότι η επίμαχη «κωδικοποίηση» δεν στηρίζεται σε ειδική εξουσιοδότηση ενώ, εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 19 παρ. 2 του Ν. 4048/2012 (Α΄ 34), η κωδικοποίηση αμιγώς κανονιστικών διατάξεων γίνεται με προεδρικό διάταγμα που εκδίδεται με πρόταση των κατά περίπτωση αρμοδίων Υπουργών. Όπως έχει κριθεί, για την κωδικοποίηση κανονιστικών διατάξεων απαιτείται ειδική νομοθετική εξουσιοδότηση (βλ. Π.Ε. 154/2007, 168/2003, πρβλ. ΣτΕ 2229/1989 7μ.). Ωστόσο, εν προκειμένω, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης υπουργικής αποφάσεως, αυτή δεν αποτελεί μία απλή, συστηματική διατύπωση σε ενιαίο κείμενο ισχυουσών διατάξεων, καθ’ όσον θεσπίζει το πρώτον και νέους κανόνες δικαίου, αφενός, με την συμπερίληψη εν μέρει διαφορετικών ρυθμίσεων από τις μέχρι τότε ισχύουσες και «κωδικοποιούμενες» υπουργικές αποφάσεις, ιδίως σε σχέση με την αρχική απόφαση που ρύθμιζε την εκλογική διαδικασία (βλ. π.χ. άρθρα 1 έως 3, 7 παρ. 4, 9 της προσβαλλόμενης αποφάσεως) και, αφετέρου, με την ανάκληση των «κωδικοποιούμενων» προγενέστερων υπουργικών αποφάσεων (άρθρο 25 παρ. 2 και 3 της προσβαλλόμενης αποφάσεως, βλ. ΣτΕ 3182/2008 7μ.). Συνεπώς, δεν πρόκειται για επίσημη κωδικοποίηση στερούμενη κανονιστικού χαρακτήρα, αλλά για νέα ρύθμιση της εν γένει εκλογικής διαδικασίας. Με τα δεδομένα αυτά, ο περί του αντιθέτου προβαλλόμενος λόγος ακυρώσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Περαιτέρω, ο επί μέρους ισχυρισμός των αιτούντων περί παραβάσεως εν προκειμένω του (τότε ισχύοντος και ήδη καταργηθέντος με το άρθρο 5 του Ν. 4142/2013, Α΄ 83/9.4.2013) άρθρου 19 παρ. 2 του Ν. 4048/2012, πέραν του απαραδέκτου της προβολής του το πρώτον, με το υπόμνημα που κατέθεσαν οι αιτούντες μετά τη συζήτηση της υποθέσεως, εντός της χορηγηθείσης από τον Πρόεδρο του Δικαστηρίου προθεσμίας, είναι, εν πάση περιπτώσει, αβάσιμος και απορριπτέος, διότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της επίμαχης διατάξεως, η οποία αφορά σε επίσημη κωδικοποίηση κανονιστικών διατάξεων.
13. Επειδή, ακολούθως, προβάλλεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι παράνομη και ακυρωτέα, ως εκδοθείσα κατ’ επίκληση των προαναφερόμενων διατάξεων του άρθρου 8 του Ν. 4009/2011, όπως ισχύουν, οι οποίες, προβλέποντας την εκλογή «εξωτερικών» μελών στο Συμβούλιο των Α.Ε.Ι., πλήττουν τις αρχές της ακαδημαϊκής ελευθερίας και της πλήρους αυτοδιοικήσεως των Α.Ε.Ι., κατά παράβαση του άρθρου 16 του Συντάγματος. Ειδικότερα, σε σχέση με την αρχή της πλήρους αυτοδιοικήσεως των Α.Ε.Ι., ο υπό κρίση λόγος ακυρώσεως περιλαμβάνει τέσσερα σκέλη, με τα οποία προβάλλονται ως αντισυνταγματικές οι ακόλουθες ρυθμίσεις: α) η συμμετοχή «τρίτων» ιδιωτών, που δεν διαθέτουν την ακαδημαϊκή ιδιότητα, ούτε προσόντα αντίστοιχα με εκείνα των μελών Δ.Ε.Π. των ελληνικών Α.Ε.Ι. και δεν έχουν την ιδιότητα του δημοσίου λειτουργού, ως εξωτερικών μελών στο Συμβούλιο του οικείου Α.Ε.Ι., β) η μη εκλογιμότητα, ως εξωτερικών μελών του Συμβουλίου, των εν ενεργεία καθηγητών Α.Ε.Ι. της ημεδαπής και των συνταξιούχων καθηγητών του ιδίου Α.Ε.Ι., κατά παράβαση του άρθρου 4 του Συντάγματος, σε βάρος των ακαδημαϊκών δασκάλων, ιδίως δε των καθηγητών της ημεδαπής, χωρίς προφανείς λόγους δημοσίου συμφέροντος, γ) η μη θέσπιση, με την επιφύλαξη του ήδη αναφερθέντος κωλύματος οικονομικής συναλλαγής (του άρθρου 8, παρ. 5, περίπτ. α΄ του Ν. 4009/2011, όπως ισχύει), οιουδήποτε επαγγελματικού ασυμβίβαστου των εξωτερικών μελών του Συμβουλίου του Α.Ε.Ι., αναφορικά με την ιδιότητά τους αυτή, πράγμα που είναι απαραίτητο, λόγω της ιδιότητάς τους και των καθηκόντων τους, ώστε να διασφαλίζονται οι συνταγματικά κατοχυρωμένες αρχές της αξιοκρατίας και της διαφάνειας, και δ) η επιλογή των εξωτερικών μελών του Συμβουλίου από ένα εξαιρετικά μικρό σε αριθμό εκλεκτορικό σώμα, αποτελούμενο αποκλειστικά από καθηγητές του οικείου Α.Ε.Ι. (δηλ. τα εσωτερικά μέλη του Συμβουλίου), χωρίς την ισότιμη συμμετοχή και των λοιπών παραγόντων της ακαδημαϊκής κοινότητας (φοιτητών και διοικητικού προσωπικού), κατά παράβαση της αρχής της πλήρους αυτοδιοικήσεως των Α.Ε.Ι.
14. Επειδή, το ισχύον Σύνταγμα, στο άρθρο 16, ορίζει, μεταξύ άλλων, τα εξής: «1. Η τέχνη και η επιστήμη, η έρευνα και η διδασκαλία είναι ελεύθερες· η ανάπτυξη και η προαγωγή τους αποτελεί υποχρέωση του Κράτους. Η ακαδημαϊκή ελευθερία και η ελευθερία της διδασκαλίας δεν απαλλάσσουν από το καθήκον υπακοής στο Σύνταγμα. 2. ... 3. ... 4. ... 5. Η ανώτατη εκπαίδευση παρέχεται αποκλειστικά από ιδρύματα που αποτελούν νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου με πλήρη αυτοδιοίκηση. Τα ιδρύματα αυτά τελούν υπό την εποπτεία του Κράτους, έχουν δικαίωμα να ενισχύονται οικονομικά από αυτό και λειτουργούν σύμφωνα με τους νόμους που αφορούν τους οργανισμούς τους ... 6. Οι καθηγητές των ανώτατων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων είναι δημόσιοι λειτουργοί. Το υπόλοιπο διδακτικό προσωπικό τους επιτελεί επίσης δημόσιο λειτούργημα, με τις προϋποθέσεις που νόμος ορίζει. Τα σχετικά με την κατάσταση όλων αυτών των προσώπων καθορίζονται από τους οργανισμούς των οικείων ιδρυμάτων ... 7. ... 8. ... 9. ...». Σύμφωνα με τις συνταγματικές αυτές διατάξεις, η ανώτατη εκπαίδευση, η οποία έχει ως αποστολή την προαγωγή και μετάδοση της επιστημονικής γνώσεως μέσω της έρευνας και της διδασκαλίας, παρέχεται αποκλειστικά από ιδρύματα που αποτελούν νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου. Με τις ίδιες διατάξεις καθορίζονται οι βασικές αρχές που διέπουν την παροχή της ανώτατης εκπαιδεύσεως, για την οποία θεσπίζονται συγκεκριμένα οργανωτικά και λειτουργικά πλαίσια που οριοθετούν την δράση όχι μόνο της διοικήσεως αλλά και του κοινού νομοθέτη. Οι αρχές αυτές είναι, αφενός, η αρχή της ακαδημαϊκής ελευθερίας και, αφετέρου, η αρχή της πλήρους αυτοδιοικήσεως (ΣτΕ 2801/1984 Ολομ., 411/2008, Π.Ε. 144/2008 Ολομ., κ.ά.). Η αρχή της ακαδημαϊκής ελευθερίας, η οποία εγγυάται την αδέσμευτη επιστημονική σκέψη, έρευνα και διδασκαλία, αποτελεί ατομικό δικαίωμα του πανεπιστημιακού ερευνητή ή διδασκάλου, το οποίο ασκείται ως οργανωμένη δραστηριότητα εντός του πλαισίου λειτουργίας των ανωτάτων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων. Η ελευθερία αυτή είναι, ως προς το περιεχόμενο και την μέθοδο της διδασκαλίας και της έρευνας, απόλυτη και ισχύει έναντι πάντων, μη επιδεχόμενη άλλους περιορισμούς πέραν εκείνων που απορρέουν από την υποχρέωση σεβασμού, εκ μέρους του πανεπιστημιακού διδασκάλου ή ερευνητή, των λοιπών διατάξεων του Συντάγματος (ΣτΕ 2786-8/1984 Ολομ.). Από την εν λόγω αρχή απορρέει η υποχρέωση του κοινού νομοθέτη, κατά την οργάνωση των καθηκόντων των μελών του διδακτικού και ερευνητικού προσωπικού των ανωτάτων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων, να διασφαλίζει την ακώλυτη άσκηση του έργου τους (ΣτΕ 1731/1986 Ολομ., 2786, 2801/1984 Ολομ., 81/2007, 3479/2001 κ.ά.). Η αρχή της πλήρους αυτοδιοικήσεως των ανωτάτων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων έχει ως περιεχόμενο την εξουσία των εν λόγω ιδρυμάτων να αποφασίζουν για τις δικές τους υποθέσεις με δικά τους όργανα, τα οποία καθορίζονται μεν από τον κοινό νομοθέτη, απαρτίζονται όμως από πρόσωπα που είναι επιφορτισμένα ή μετέχουν, κατά τα ανωτέρω, στην πραγματοποίηση της εκπαιδευτικής και ερευνητικής αποστολής τους. Ως αναγκαίο περιορισμό της πλήρους αυτοδιοικήσεως των Α.Ε.Ι., οι ίδιες συνταγματικές διατάξεις καθιερώνουν την κρατική εποπτεία επί των ιδρυμάτων αυτών, περιεχόμενο της οποίας είναι, κατά την έννοια του Συντάγματος, ο έλεγχος νομιμότητας, από κρατικό όργανο, των πράξεων των οργάνων τους (ΣτΕ 874/1992 Ολομ., 2801/1984 Ολομ.). Περαιτέρω, η ως άνω εξουσία, στην οποία περιλαμβάνεται, προεχόντως, η επιλογή του διδακτικού και ερευνητικού προσωπικού των Α.Ε.Ι., περιορίζεται, ως αμιγώς διοικητική, στην εφαρμογή των κανόνων δικαίου που διέπουν την οργάνωση και λειτουργία τους και δεν περιλαμβάνει και το δικαίωμα θεσπίσεως των σχετικών κανόνων ή της συμπράξεως στην παραγωγή τους κατά τρόπο δεσμευτικό για τα νομοθετικά όργανα, πράγμα που προϋποθέτει όχι απλώς αυτοδιοίκηση αλλά αυτονομία των εν λόγω ιδρυμάτων, η οποία δεν τους παραχωρήθηκε από το Σύνταγμα. Εντός του πλαισίου αυτού, η θέσπιση των κανόνων για τη ρύθμιση ζητημάτων οργανώσεως και λειτουργίας των Α.Ε.Ι., στα οποία περιλαμβάνεται και ο τρόπος συγκροτήσεως και λειτουργίας των συλλογικών τους οργάνων (ΣτΕ 195/1984 Ολομ.), ανήκει στην αρμοδιότητα της νομοθετικής λειτουργίας και ασκείται από τα όργανα και με τη διαδικασία που προβλέπει το Σύνταγμα, όπως συμβαίνει και με την οργάνωση οποιασδήποτε δημόσιας υπηρεσίας, είτε κρατικής, είτε αυτοδιοικούμενης, κατά τόπο ή καθ’ ύλη. Υπό την επιφύλαξη της διασφαλίσεως των προαναφερόμενων δύο συνταγματικών αρχών, ο νομοθέτης, κατά την άσκηση της αρμοδιότητάς του αυτής, ούτε δεσμεύεται από τις σχετικές απόψεις των ενδιαφερομένων ιδρυμάτων, ούτε υποχρεούται να ακολουθήσει ορισμένο οργανωτικό και λειτουργικό πρότυπο (ΣτΕ 1731/1986 Ολομ., Π.Ε. 144/2008 Ολομ.), αλλά διαθέτει ευρύτατα περιθώρια εξουσίας να οργανώνει το θεσμικό πλαίσιο για την δομή και λειτουργία των Α.Ε.Ι. ανάλογα με τη φύση του ρυθμιζόμενου θέματος (ΣτΕ 982/2012 Ολομ.) και να ορίζει τα πρόσωπα που μετέχουν στη διοίκησή τους, προβλέποντας διαφορετικό τρόπο αναδείξεως ή συμμετοχής στα όργανα από εκείνο που ίσχυε στο παρελθόν, ενόψει και των εκάστοτε ισχυουσών στα πανεπιστήμια συνθηκών, ώστε να μπορούν αυτά να ανταποκριθούν στις εξελισσόμενες επιστημονικές, κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες, με σκοπό την ικανοποίηση των σύγχρονων και πολυεπίπεδων στόχων του πανεπιστημίου (ΣτΕ 982/2012 Ολομ., 1731/1986 Ολομ., Π.Ε. 144/2008 Ολομ., πρβλ. ΣτΕ 32/2009 7μ.).
15. Επειδή, όπως προκύπτει από την αιτιολογική έκθεση του Ν. 4009/2011, με τις διατάξεις του άρθρου 8 του εν λόγω νόμου που εισάγουν τις επίμαχες ρυθμίσεις, με τις οποίες προβλέπεται η συμμετοχή και «εξωτερικών» μελών στο Συμβούλιο των Α.Ε.Ι., επιδιώκεται η ενίσχυση της εξωστρέφειας των ιδρυμάτων αυτών, με τη συμμετοχή στην διοίκησή τους διακεκριμένων προσώπων τα οποία μπορούν να συνδράμουν στην καλύτερη οργάνωση και λειτουργία τους, καθώς και η σύνδεσή τους με την κοινωνία και την οικονομία. Περαιτέρω, η συνολική αναδιοργάνωση του τρόπου διοικήσεως και λειτουργίας της ανώτατης εκπαιδεύσεως, η οποία επιχειρείται με τις ίδιες διατάξεις δικαιολογείται, κατά την αιτιολογική έκθεση του νόμου, από τις ακόλουθες διαπιστώσεις: α) το υφιστάμενο σύστημα ανώτατης εκπαιδεύσεως είναι αγκιστρωμένο σε παρωχημένες δομές που υπονομεύουν τους στόχους που οφείλει να υπηρετεί, β) ο τρόπος εκλογής των οργάνων διοικήσεως των Α.Ε.Ι. δημιουργεί εξαρτήσεις και αδράνειες που περιορίζουν την αποτελεσματικότητα της διοικήσεως των ιδρυμάτων και την ικανότητά τους να ανταποκρίνονται με ποιότητα στις αυξανόμενες ανάγκες και τις προσδοκίες της κοινωνίας και της οικονομίας, γ) στο υφιστάμενο πλαίσιο δεν αποτρέπονται φαινόμενα κομματισμού και ευνοιοκρατίας, ενώ ευνοούνται οι διαφορές και συγκρούσεις μεταξύ των μελών της ακαδημαϊκής κοινότητας και δ) εν τέλει, το σημερινό πρότυπο διοικήσεως των Α.Ε.Ι. ευνοεί την εκπαιδευτική και ερευνητική εσωστρέφεια και περιορίζει τις υπαρκτές δυνατότητες των ιδρυμάτων να αντιμετωπίζουν αποτελεσματικά τις διαφοροποιημένες ανάγκες τους. Οι προαναφερόμενες επιδιώξεις εντάσσονται στον γενικότερο στόχο του νόμου, όπως αυτός διευκρινίζεται στην αιτιολογική έκθεση και ο οποίος συνίσταται στην απαλλαγή των Α.Ε.Ι. από τις υπάρχουσες παθογένειες και στην δημιουργία των προϋποθέσεων μιας νέας εποχής για την επιστήμη, την ανάπτυξη και την προοπτική των νέων ανθρώπων και, επομένως, για ολόκληρη τη Χώρα, συγκροτώντας ισχυρά αυτοδιοικούμενα ιδρύματα με νέα αντίληψη και λαμβάνοντας υπόψη τα δεδομένα αντίστοιχων εκπαιδευτικών μεταρρυθμίσεων που έχουν εφαρμοσθεί, ιδίως, στις χώρες της Ευρώπης και στις Η.Π.Α., σύμφωνα με τα οποία οι θεσμοί που εισάγονται ενισχύουν τις ακαδημαϊκές και επιταχύνουν τις αναπτυξιακές επιδόσεις, συμβάλλοντας αποφασιστικά στην δημιουργία της κοινωνίας της γνώσεως. Εξάλλου, από το περιεχόμενο των επίμαχων ρυθμίσεων του άρθρου 8 του Ν. 4009/2011, όπως ισχύει, σχετικά με την συμμετοχή «εξωτερικών» μελών στο Συμβούλιο των Α.Ε.Ι., συνάγεται ότι οι ρυθμίσεις αυτές κινούνται εντός των πλαισίων της αρχής της πλήρους αυτοδιοικήσεως των Α.Ε.Ι. και δεν θίγουν το δικαίωμα των ιδρυμάτων αυτών να αποφασίζουν επί των υποθέσεών τους με δικά τους όργανα, για τους ακόλουθους λόγους: Πρώτον, η συγκρότηση του Συμβουλίου και, ειδικότερα, η επιλογή των εξωτερικών μελών γίνεται με εκλογή από τα «εσωτερικά» μέλη, τα οποία, όπως έχει ήδη εκτεθεί, προέρχονται από τους πλήρους απασχολήσεως καθηγητές πρώτης βαθμίδας και τους αναπληρωτές καθηγητές του ιδρύματος και έχουν εκλεγεί από το σύνολο των καθηγητών και φοιτητών του οικείου Α.Ε.Ι., χωρίς την μεσολάβηση οποιουδήποτε οργάνου της κρατικής διοικήσεως ή άλλου οργάνου και, ως εκ τούτου, αντλούν τη νομιμοποίησή τους από τα μέλη της πανεπιστημιακής κοινότητας, τα οποία κατ’ αυτό τον τρόπο εκπροσωπούνται έμμεσα, πέραν της άμεσης εκπροσωπήσεώς τους από τα εσωτερικά μέλη. Δεύτερον, το κατ’ αυτό τον τρόπο συγκροτούμενο Συμβούλιο παραμένει όργανο εντεταγμένο στην οργανωτική δομή του οικείου Α.Ε.Ι., δεδομένου ότι τα εξωτερικά μέλη, σε ό,τι αφορά τον σκοπό για τον οποίο επελέγησαν, καθίστανται, μετά την εκλογή τους από τα εσωτερικά μέλη, όργανα του Α.Ε.Ι. και παράγοντες που μετέχουν στην εν γένει εκπαιδευτική και ερευνητική αποστολή του (πρβλ. ΣτΕ 32/2009 7μ., 4076/1990). Τρίτον, τα εξωτερικά μέλη αποτελούν, εν πάση περιπτώσει, την μειοψηφία του Συμβουλίου. Τέταρτον, για την εκλογή των εξωτερικών μελών απαιτείται, κατ’ αρχήν, αυξημένη πλειοψηφία των τεσσάρων πέμπτων (4/5) του συνόλου των εσωτερικών μελών, ώστε να διασφαλίζεται η εκλογή προσώπων ευρύτερης αποδοχής και αναγνωρίσεως και μόνον επικουρικά, δηλαδή σε περίπτωση μη επιτεύξεως της αυξημένης αυτής πλειοψηφίας, αρκεί για την εκλογή των εξωτερικών μελών η απόλυτη πλειοψηφία των παρόντων εσωτερικών μελών του Συμβουλίου. Πέμπτον, με πλειοψηφία των τεσσάρων πέμπτων (4/5) του «συνόλου των μελών» του Συμβουλίου και, επικουρικά, δηλ. σε περίπτωση μη επιτεύξεως της πλειοψηφίας αυτής, με την «απόλυτη πλειοψηφία των παρόντων μελών» του οργάνου μπορεί να παυθεί εξωτερικό μέλος για λόγους πλημμελούς ασκήσεως των καθηκόντων του, χωρίς να προβλέπεται αντίστοιχη διαδικασία για τα εσωτερικά μέλη. Έκτον, διότι το Σύνταγμα δεν απαιτεί συγκεκριμένες ιδιότητες για τα μέλη που συγκροτούν τα όργανα διοικήσεως των πανεπιστημιακών ιδρυμάτων, ούτε ορίζει συγκεκριμένο τρόπο αναδείξεώς τους, αποκλείοντας μόνο την κρατική παρέμβαση στην σχετική διαδικασία. Έβδομον, το Συμβούλιο δεν ασκεί την τρέχουσα διοίκηση του Ιδρύματος αλλ’ αποτελεί, μέσα στο πλαίσιο και υπό τις προϋποθέσεις που ορίζει ο νόμος, όργανο χαράξεως στρατηγικής, ελέγχου και λογοδοσίας της τρέχουσας διοικήσεως των ΑΕΙ, η οποία ανήκει στον Πρύτανη και την Σύγκλητο. Εξάλλου, το Συμβούλιο δεν ασκεί stricto sensu ακαδημαϊκές αρμοδιότητες, ενώ και όσες από τις αρμοδιότητές του άπτονται ακαδημαϊκών ζητημάτων ασκούνται μετά από εισήγηση, πρόταση ή γνώμη (απλή ή σύμφωνη) άλλου οργάνου (βλ. π.χ. τα άρθρα 5 παρ. 1 και 6 παρ. 1 του Ν. 4009/2011, κατά τα οποία ο μεν Οργανισμός κάθε ιδρύματος εγκρίνεται «με προεδρικό διάταγμα ... ύστερα από πρόταση του Πρύτανη, η οποία διατυπώνεται μετά από γνώμη της Συγκλήτου και εγκρίνεται από το Συμβούλιο», ο δε Εσωτερικός Κανονισμός κάθε ιδρύματος εγκρίνεται με απόφαση του οικείου Συμβουλίου «που εκδίδεται ύστερα από εισήγηση του πρύτανη και σύμφωνη γνώμη της Συγκλήτου και δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως»), περιορίζονται δε αποκλειστικά στην θέσπιση των κανόνων που αφορούν στα επίμαχα ζητήματα και στην οργάνωση του πλαισίου εντός του οποίου θα ασκούνται οι ακαδημαϊκές αρμοδιότητες και όχι στην άσκηση, καθεαυτήν, των εν λόγω αρμοδιοτήτων. Η ερμηνεία αυτή ενισχύεται και από σειρά σημαντικών τροποποιήσεων που επέφερε στις αρχικές ρυθμίσεις του Ν. 4009/2011 ο Ν. 4076/2012, από τις οποίες προκύπτει σαφής περιορισμός, αν όχι υποβάθμιση, της συμμετοχής του Συμβουλίου στην άσκηση της διοικήσεως των Α.Ε.Ι., σε σχέση με την ενίσχυση του ρόλου των λοιπών μελών της ακαδημαϊκής κοινότητας στα άλλα όργανα του Ιδρύματος, της Σχολής και των Τμημάτων. Συγκεκριμένα, ως προσόντα για την εκλογή «εξωτερικού» μέλους του Συμβουλίου, ο νόμος προβλέπει την ευρεία αναγνώριση του υποψηφίου στην επιστήμη, στα γράμματα ή στις τέχνες καθώς και ότι ο υποψήφιος θα πρέπει να διαθέτει αυξημένα τυπικά προσόντα και τουλάχιστον πτυχίο ημεδαπού ή αναγνωρισμένου αλλοδαπού Α.Ε.Ι., ενώ δεν προβλέπονται, πλέον, ως προσόντα του υποψηφίου «η διάκρισή του στην κοινωνική, οικονομική, πολιτική ή πολιτιστική ζωή σε εθνικό ή σε διεθνές επίπεδο και η γνώση και εμπειρία από θέση ευθύνης» (άρθρο 8, παρ. 5, περίπτ. α΄). Η αρμοδιότητα αναλήψεως πρωτοβουλιών για τη συνεργασία του ιδρύματος «με εκπαιδευτικά ή μορφωτικά ιδρύματα και επιστημονικούς και κοινωνικούς φορείς της ημεδαπής ή της αλλοδαπής», την οποία αρχικά ο νόμος ανέθετε στο Συμβούλιο (άρθρο 8, παρ. 10, περίπτ. ε’ του Ν. 4009/2011), ανατίθεται πλέον στην Σύγκλητο (άρθρο 8, παρ. 20, περίπτ. ιζ΄, του Ν. 4009/2011, προστεθείσα με το άρθρο 2 παρ. 11 του Ν. 4076/2012). Η αρμοδιότητα για την χάραξη της στρατηγικής για την ανάπτυξη του ιδρύματος και την διαμόρφωση της ιδιαίτερης φυσιογνωμίας του, την οποία, αρχικά, το Συμβούλιο ασκούσε χωρίς την σύμπραξη άλλου οργάνου, ασκείται πλέον από το Συμβούλιο «μετά από εισήγηση της Συγκλήτου» (άρθρο 8, παρ. 10, περίπτ. α’, όπως ισχύει). Περαιτέρω, ενώ αρχικά το Συμβούλιο ήταν αρμόδιο για την «εκλογή των κοσμητόρων των σχολών» (άρθρο 8, παρ. 10, περίπτ. ι’, του Ν. 4009/2011), η αρμοδιότητά του περιορίζεται, πλέον, στην προεπιλογή των υποψηφίων, ώστε μεταξύ αυτών να εκλεγεί ο κοσμήτορας «από τους καθηγητές και τους υπηρετούντες λέκτορες της Σχολής, με άμεση μυστική και καθολική ψηφοφορία» και, ακολούθως, να διορισθεί από τον Πρύτανη (άρθρο 9, παρ. 2, περίπτ. α’ και β’, του Ν. 4009/2011, όπως ισχύει). Το τεκμήριο αρμοδιότητας, το οποίο αρχικά ο νόμος ανέθετε στον Πρύτανη (άρθρο 8, παρ. 18, περίπτ. ιη΄, του Ν. 4009/2011), ανατίθεται πλέον στην Σύγκλητο (άρθρο 8, παρ. 20, περίπτ. ιζ΄, του Ν. 4009/2011, όπως ισχύει). Τέλος, όπως έχει ήδη εκτεθεί στην πέμπτη σκέψη της παρούσης αποφάσεως, με το Ν. 4076/2012 δεν προβλέπονται πλέον «προγράμματα σπουδών», ενώ το Τμήμα επανήλθε ως η «βασική εκπαιδευτική και ακαδημαϊκή μονάδα του Ιδρύματος» έναντι της Σχολής (άρθρο 7, παρ. 1 και 2, του Ν. 4009/2011, όπως ισχύει), για δε την λειτουργία του εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις που ίσχυαν πριν την έναρξη ισχύος του Ν. 4009/2011 (άρθρο 4 παρ. 5 του Ν. 4076/2012). Με τα δεδομένα αυτά, ο προβαλλόμενος στα πλαίσια του πρώτου σκέλους του υπό κρίση λόγου ακυρώσεως ισχυρισμός, κατά τον οποίο οι προαναφερόμενες ρυθμίσεις του Ν. 4009/2011, όπως αυτές ισχύουν μετά το Ν. 4076/2012, με τις οποίες προβλέπεται η συμμετοχή «εξωτερικών» μελών στο Συμβούλιο κάθε Α.Ε.Ι. παραβιάζουν την αρχή της πλήρους αυτοδιοικήσεως των ανωτάτων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Ακολούθως, αβάσιμος και απορριπτέος είναι ο κρινόμενος λόγος ακυρώσεως, κατά το δεύτερο σκέλος του, με το οποίο προβάλλεται παράβαση της συνταγματικής αρχής της ισότητας, λόγω μη εκλογιμότητας ως εξωτερικών μελών του Συμβουλίου των εν ενεργεία καθηγητών Α.Ε.Ι. της ημεδαπής και των συνταξιούχων καθηγητών του ιδίου Α.Ε.Ι., την οποία καθιερώνει το άρθρο 8, παρ. 5, περίπτ. α΄, του Ν. 4009/2011, όπως ισχύει. Και τούτο διότι η ρύθμιση αυτή, θεσπίζοντας αφηρημένα και αντικειμενικά κριτήρια για τα προσόντα εκλογιμότητας των εξωτερικών μελών του Συμβουλίου κάθε Α.Ε.Ι., εξυπηρετεί προδήλως τον συνταγματικά θεμιτό σκοπό για την προώθηση της εξωστρέφειας των Α.Ε.Ι. και είναι αλληλένδετη προς την φύση των «εξωτερικών» μελών του οργάνου, δηλαδή μελών μη προερχομένων από το ίδιο το ίδρυμα. Εξάλλου, από τους εν ενεργεία καθηγητές του οικείου ιδρύματος προέρχονται τα «εσωτερικά» μέλη του Συμβουλίου, ενώ οι συνταξιούχοι καθηγητές μπορούν να εκλεγούν ως εξωτερικά μέλη σε Συμβούλια άλλων Α.Ε.Ι. Περαιτέρω, απορριπτέος ως αβάσιμος είναι ο εξεταζόμενος λόγος και κατά το τρίτο σκέλος του, με το οποίο προβάλλεται ότι η συμμετοχή «εξωτερικών» μελών στο Συμβούλιο των Α.Ε.Ι., χωρίς παράλληλα να εμποδίζεται η εκ μέρους τους άσκηση ιδιωτικών δραστηριοτήτων, δεν διασφαλίζει τις αρχές της διαφάνειας και της αξιοκρατίας, δεν προστατεύει τα ΑΕΙ από «ξένα προς αυτά συμφέροντα και επιρροές» και μεταβάλλει την φύση και δραστηριότητα των Α.Ε.Ι., κατά παράβαση του άρθρου 16 παρ. 5 του Συντάγματος. Και τούτο διότι, με την επίμαχη ρύθμιση, ο νομοθέτης αποσκοπεί στην προσέλκυση ως υποψηφίων εξωτερικών μελών ατόμων τα οποία τυγχάνουν ευρείας αναγνωρίσεως στην επιστήμη, στα γράμματα ή στις τέχνες -πέραν των αυξημένων τυπικών προσόντων τους- ενώ προβλέπει ότι κωλύονται να εκλεγούν ως εξωτερικά μέλη του Συμβουλίου πρόσωπα τα οποία είχαν οποιαδήποτε οικονομική συναλλαγή με σκοπό το κέρδος με το ίδρυμα την τελευταία πενταετία, αποσκοπώντας στην προστασία του ιδρύματος από την εκλογή εξωτερικών μελών με γνώμονα την εξυπηρέτηση οικονομικών συμφερόντων. Εξάλλου, η αιτίαση ότι με την συμμετοχή εξωτερικών μελών στο Συμβούλιο Α.Ε.Ι. κινδυνεύει η αποστολή των ιδρυμάτων από ξένα συμφέροντα και επιρροές, ερειδόμενη σε καθαρά υποθετική βάση, είναι απορριπτέα ως αορίστως προβαλλόμενη και αναπόδεικτη. Τέλος, και ως προς το τέταρτο και τελευταίο σκέλος ο εξεταζόμενος λόγος ακυρώσεως, με τον οποίο προβάλλεται ότι η εκλογή των «εξωτερικών» μελών του Συμβουλίου από ένα ολιγάριθμο «εκλεκτορικό σώμα», αποτελούμενο αποκλειστικά από τους καθηγητές του οικείου ιδρύματος, χωρίς την ισότιμη συμμετοχή των λοιπών παραγόντων της ακαδημαϊκής κοινότητας (φοιτητών και διοικητικού προσωπικού), παραβιάζει την αρχή της πλήρους αυτοδιοικήσεως των Α.Ε.Ι.είναι αβάσιμος. Στα πλαίσια του ελέγχου συνταγματικότητας του οργανωτικού σχήματος των Α.Ε.Ι., όπως αυτό καθιερώθηκε με το Ν. 1268/1982 «Για τη δομή και λειτουργία των Ανωτάτων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων» (Α΄ 87) και χαρακτηρίσθηκε ως «πανεπιστήμιο των ομάδων» («Gruppenuniversität»), κρίθηκε ότι ο συνταγματικός νομοθέτης δεν επέβαλε συγκεκριμένο πρότυπο οργανώσεως των Α.Ε.Ι., όπως λ.χ. εκείνο του Ν. 5343/1932 (Α΄ 85), γνωστό και ως «πανεπιστήμιο των τακτικών καθηγητών» («Ordinarienuniversität»), αλλά διαφύλαξε στον κοινό νομοθέτη την ευχέρεια να επιλέγει το κατάλληλο πρότυπο κατά τις απαιτήσεις της εξελισσόμενης επιστήμης και τεχνολογίας και ενόψει των εκάστοτε κρατουσών οικονομικών και κοινωνικών συνθηκών (ΣτΕ 2801/1984 Ολομ.). Περαιτέρω δε κρίθηκε ότι, λόγω της αποφασιστικής συμβολής των πρυτανικών αρχών στην άσκηση αρμοδιοτήτων, που εξέρχονται από τα αμιγή διοικητικά καθήκοντα, δεν είναι επιτρεπτό, κατά την έννοια της πλήρους αυτοδιοικήσεως, να μετέχουν στο εκλεκτορικό σώμα εκλογής των πρυτανικών αρχών εκπρόσωποι του διοικητικού προσωπικού, που ασκεί μόνο διοικητικά καθήκοντα, άσχετα προς το επιτελούμενο στα πανεπιστήμια έργο προαγωγής και μεταδόσεως της επιστήμης και έρευνας (ΣτΕ 2805/1984, Ολομ.). Εξάλλου, ενόψει της προαναφερόμενης ευχέρειας που το Σύνταγμα αναγνωρίζει στον κοινό νομοθέτη, κρίθηκε, ακολούθως, ότι, στο μέτρο που «η ανάδειξη των πρυτανικών αρχών έχει προεχόντως διοικητικό χαρακτήρα», δεν αντίκειται στις ως άνω διατάξεις του άρθρου 16 του Συντάγματος η διάταξη του άρθρου 8 παρ. 1 του μεταγενέστερου Ν. 3549/2007 «Μεταρρύθμιση του θεσμικού πλαισίου για τη δομή και λειτουργία των Ανωτάτων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων» (Α΄ 69), η οποία προέβλεπε την συμπερίληψη του διοικητικού προσωπικού των Α.Ε.Ι. σε ενιαία τρίτη ομάδα εκλεκτόρων (μαζί με τους βοηθούς, επιστημονικούς συνεργάτες και επιμελητές, τα μέλη του ΕΕΔΙΠ και τα μέλη του ΕΤΕΠ) για την ανάδειξη των πρυτανικών αρχών, η οποία συμμετέχει στην διαμόρφωση του τελικού εκλογικού αποτελέσματος με μικρό σε σχέση με τις άλλες δύο ομάδες (μέλη ΔΕΠ και φοιτητές), ποσοστό βαρύτητας ψήφου (10% έναντι 50% για τα μέλη ΔΕΚ και 40% για τους φοιτητές) (ΣτΕ 982/2012, Ολομ.). Από όλα τα ανωτέρω, συνάγεται ότι, εφόσον στο Σύνταγμα δεν ορίζεται συγκεκριμένος τρόπος αναδείξεως των πανεπιστημιακών οργάνων, ούτε ποιές ακριβώς ιδιότητες πρέπει να έχουν τα μέλη τους, το οργανωτικό σχήμα του «πανεπιστημίου των ομάδων», όπως αυτό καθιερώθηκε, κατά βάση, με το Ν. 1268/1982, είναι ένα από τα επιτρεπόμενα κατά το Σύνταγμα πρότυπα οργανώσεως των Α.Ε.Ι., το οποίο δύναται να τροποποιηθεί ή αντικατασταθεί από άλλο, κατά την κρίση του νομοθέτη, λαμβανομένου μάλιστα υπόψη ότι τα πανεπιστήμια αποτελούν νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου προεχόντως ιδρυματικού και όχι σωματειακού χαρακτήρα (βλ. σχετ. ΣτΕ 2746/2010, σκ. 3 και 982/2012 Ολομ., σκ. 3). Με τα δεδομένα αυτά, ο υπό κρίση λόγος ακυρώσεως είναι και κατά το τέταρτο σκέλος του απορριπτέος ως αβάσιμος, ειδικότερα, διότι: α) τα εξωτερικά μέλη του Συμβουλίου των Α.Ε.Ι. εκλέγονται έμμεσα από το σύνολο των καθηγητών και των φοιτητών του οικείου ιδρύματος, οι οποίοι εκλέγουν με άμεση ψηφοφορία τα εσωτερικά μέλη, χωρίς η έμμεση αυτή αυτοδιοίκηση να είναι αντίθετη με το Σύνταγμα, λόγω του προαναφερόμενου χαρακτήρα των Α.Ε.Ι. ως νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου ιδρυματικού και όχι σωματειακού χαρακτήρα, β) η συμμετοχή του διοικητικού προσωπικού των Α.Ε.Ι. στην σχετική διαδικασία δεν είναι, κατά τα ήδη εκτεθέντα, συνταγματικά επιβεβλημένη, γ) το προσωπικό των ειδικών κατηγοριών «διδακτικού και εργαστηριακού προσωπικού του ιδρύματος», του άρθρου 29 του Ν. 4009/2011, δεν εκπροσωπείται μεν στην διαδικασία εκλογής των εξωτερικών μελών του Συμβουλίου, μετέχει, όμως, με εκπροσώπους όλων των επιμέρους κατηγοριών του (Ε.Ε.Π., Ε.ΔΙ.Π., Ε.Τ.Ε.Π.) στην Σύγκλητο του οικείου Α.Ε.Ι., δηλαδή στο όργανο που ασκεί κατ’ εξοχήν αρμοδιότητες σχετικές με το επιστημονικό και ερευνητικό έργο των Α.Ε.Ι. (βλ. άρθρα 8, παρ. 19, περίπτ. ε΄, και 29 του Ν. 4009/2011), ενώ παρίσταται, χωρίς δικαίωμα ψήφου, στις συνεδριάσεις του Συμβουλίου του ιδρύματος που το αφορούν (άρθρο 8, παρ. 9 του Ν. 4009/2011) και δ) η επιλογή από το νομοθέτη της συγκεκριμένης μορφής εκπροσωπήσεως των επί μέρους κατηγοριών του προσωπικού των Α.Ε.Ι. στο Συμβούλιο του ιδρύματος, η οποία εναπόκειται στην ευχέρειά του, εξυπηρετεί τον προαναφερθέντα σκοπό της επίμαχης ρυθμίσεως, δηλαδή την αντιμετώπιση της παθογένειας των Α.Ε.Ι. από το προηγούμενο πρότυπο διοικήσεως και οργανώσεώς τους, το οποίο συνεπήγετο σχέσεις εξαρτήσεως μεταξύ των μελών της πανεπιστημιακής κοινότητας. Ο σκοπός δε αυτός είναι συνταγματικά θεμιτός και δεν παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας, στο μέτρο που η επιλεγείσα ρύθμιση είναι, κατ’ αρχήν, κατάλληλη και δεν υπερακοντίζει τον σκοπό αυτό. Εξάλλου, με την πρόβλεψη συμμετοχής στο Συμβούλιο των Α.Ε.Ι. «εξωτερικών» μελών δεν κωλύεται η άσκηση της κατοχυρωμένης στο άρθρο 16 του Συντάγματος ακαδημαϊκής ελευθερίας, δηλαδή η ελευθερία της επιστημονικής έρευνας και διδασκαλίας των πανεπιστημιακών δασκάλων και ερευνητών, διότι από καμμία διάταξη του Ν. 4009/2011, όπως ισχύει, δεν προκύπτει ότι τίθεται σε κίνδυνο η ακώλυτη άσκηση του έργου τους. Κατά συνέπεια, ο περί του αντιθέτου προβαλλόμενος, στα πλαίσια του εξεταζόμενου λόγου ακυρώσεως, ισχυρισμός των αιτούντων είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
16. Επειδή, περαιτέρω, με άλλο ισχυρισμό αμφισβητείται η συνταγματικότητα του αποκλεισμού του δικαιώματος του εκλέγεσθαι των επίκουρων καθηγητών Α.Ε.Ι. ως εσωτερικών μελών του Συμβουλίου του οικείου ιδρύματος. Και ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, ενόψει του ότι, κατά τα προεκτεθέντα, τα Α.Ε.Ι. είναι οργανισμοί, προεχόντως, ιδρυματικού και όχι σωματειακού χαρακτήρα καθώς και του ότι το Σύνταγμα δεν επιβάλλει το ίδιο την συγκεκριμένη ιδιότητα που πρέπει να έχουν τα μέλη των οργάνων των Α.Ε.Ι. Κατά συνέπεια, απόκειται στην ευχέρεια του νομοθέτη να ορίσει ότι τα εσωτερικά μέλη του Συμβουλίου θα προέρχονται από τους Καθηγητές και τους Αναπληρωτές Καθηγητές του οικείου ιδρύματος, οι οποίοι εκλέγονται ως μόνιμοι και όχι και από τους επίκουρους καθηγητές, οι οποίοι εκλέγονται με τετραετή θητεία – με δυνατότητα ανανεώσεως για άλλη μία θητεία ύστερα από κρίση (άρθρο 16 παρ. 2 του Ν. 4009/2011) – σε συνδυασμό και με την ρύθμιση του άρθρου 8, παρ. 4, περίπτ. α΄, του Ν. 4009/2011, η οποία, ορίζοντας ότι «δεν επιτρέπεται να είναι υποψήφιοι [ως εσωτερικά μέλη] καθηγητές οι οποίοι αποχωρούν από την υπηρεσία πριν από τη λήξη της τετραετούς θητείας», αποσκοπεί, προδήλως, στην σταθερότητα της συνθέσεως του οργάνου και στην συνεχή και απρόσκοπτη λειτουργία του καθ’ όλη την διάρκεια της τετραετούς θητείας του. Επισημαίνεται, άλλωστε, ότι οι επίκουροι καθηγητές έχουν το δικαίωμα του εκλέγειν για την ανάδειξη των εσωτερικών μελών του Συμβουλίου, από τα οποία εκπροσωπούνται έμμεσα στο εν λόγω συλλογικό όργανο του οικείου Α.Ε.Ι., ενώ συμμετέχουν άμεσα τόσο στην Γενική Συνέλευση της Σχολής (άρθρο 9 παρ. 10 του Ν. 4009/2011, όπως αναριθμήθηκε και αντικαταστάθηκε με το άρθρο 3 παρ. 8 του Ν. 4076/2012), όσο και στην Συνέλευση του Τμήματος (άρθρο 10, παρ. 5 του Ν. 4009/2011, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 4 παρ. 3 του Ν. 4076/2012).
17. Επειδή, στη συνέχεια, με άλλο λόγο αμφισβητείται η συνταγματικότητα (αντίθεση στις αρχές της ακαδημαϊκής ελευθερίας και της αυτοδιοικήσεως) των ρυθμίσεων του άρθρου 8 του Ν. 4009/2011, όπως ισχύει, με τις οποίες προβλέπεται: α) η συμμετοχή στην διαδικασία εκλογής και διορισμού του Πρύτανη και προσώπων τα οποία δεν προέρχονται από το ίδρυμα, ιδίως δε των «εξωτερικών» μελών του Συμβουλίου, β) η δυνατότητα επιλογής ως Πρύτανη προσώπου που δεν είναι μέλος της πανεπιστημιακής κοινότητας του συγκεκριμένου εκάστοτε Α.Ε.Ι., γ) η πρόβλεψη κριτηρίων για την συνδρομή των προσόντων του υποψηφίου Πρύτανη, τα οποία είναι αόριστα και, όπως τίθενται, δεν μπορούν να ελεγχθούν για την τήρηση των κανόνων διαφάνειας και αξιοκρατίας, αφού αφήνουν σημαντικά περιθώρια ουσιαστικής εκτιμήσεως από τα πρόσωπα που κάνουν την επιλογή, δ) η εκλογή του Πρύτανη μόνο από τους Καθηγητές του ιδρύματος και όχι από όλα τα μέλη της ακαδημαϊκής κοινότητας, ε) ο αποκλεισμός της δυνατότητας όλων των μελών της ακαδημαϊκής κοινότητας να λάβουν, ως εκλόγιμοι, μέρος στην διαδικασία εκλογής του Πρύτανη, λόγω της «προεπιλογής» των υποψηφίων από το Συμβούλιο και στ) ο περιορισμός του ρόλου του Πρύτανη έναντι του Συμβουλίου στην διοίκηση των Ιδρυμάτων. Ως προς τον πρώτο από τους ισχυρισμούς αυτούς παρατηρούνται τα εξής: Όπως έχει ήδη εκτεθεί στην έκτη σκέψη της παρούσης αποφάσεως, το Συμβούλιο μετέχει στην διαδικασία εκλογής του Πρύτανη του Ιδρύματος, αφενός, μέσω της προεπιλογής από αυτό των υποψηφίων και, αφετέρου, με την έκδοση της αποφάσεως διορισμού του εκλεγέντος Πρύτανη, η οποία δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (άρθρο 8, παρ. 16, περιπτ. γ΄ και δ΄, του Ν. 4009/2011, όπως ισχύει). Η συμμετοχή, κατά τον ως άνω τρόπο, του Συμβουλίου στην επίμαχη διαδικασία δεν προσκρούει στο Σύνταγμα, διότι, κατά τα ήδη λεπτομερώς εκτεθέντα στις σκέψεις 13, 14 και 15, η σύνθεση του οργάνου αυτού και από εξωτερικά μέλη δεν παραβιάζει τις συνταγματικές αρχές της ακαδημαϊκής ελευθερίας και της πλήρους αυτοδιοικήσεως των Α.Ε.Ι. Ως εκ τούτου, ο κρινόμενος περί του αντιθέτου ισχυρισμός των αιτούντων είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Εξάλλου, αβάσιμος και απορριπτέος είναι και ο δεύτερος προβαλλόμενος ισχυρισμός, εφόσον, κατά το νόμο (άρθρο 8 παρ. 15 και 16 του Ν. 4009/2011, όπως ισχύει), ως Πρύτανης εκλέγεται καθηγητής πρώτης βαθμίδας Α.Ε.Ι. της ημεδαπής, ή της αλλοδαπής με τα ίδια ακριβώς προσόντα, ενώ, με την διεύρυνση του κύκλου των υποψηφίων, μέσω διεθνούς προσκλήσεως ενδιαφέροντος εκδιδόμενης από τον Πρόεδρο του Συμβουλίου, ο νομοθέτης αποσκοπεί, όπως εκτίθεται ειδικότερα στην αιτιολογική έκθεση του Ν. 4009/2011, στην προσέλκυση ως υποψηφίων ελλήνων ακαδημαϊκών δασκάλων της ημεδαπής ή της αλλοδαπής, με πλούσια διοικητική εμπειρία για την ανάδειξή τους στο αξίωμα του Πρύτανη, ο οποίος είναι ο «ακαδημαϊκός ηγέτης του Ιδρύματος και έχει την ευθύνη της διοίκησής του». Πέραν δε τούτων, ο Πρύτανης αντλεί τη νομιμοποίησή του μέσω της εκλογής του με άμεση, μυστική και καθολική ψηφοφορία από τα μέλη της ακαδημαϊκής κοινότητας (καθηγητές και υπηρετούντες λέκτορες) του οικείου Α.Ε.Ι. Περαιτέρω, ο τρίτος επί μέρους ισχυρισμός των αιτούντων ως προς τα προβλεπόμενα στο νόμο κριτήρια επιλογής του Πρύτανη είναι απορριπτέος, διότι πρόκειται για κριτήρια πρόσφορα (καθηγητής πρώτης βαθμίδας Α.Ε.Ι. της ημεδαπής ή της αλλοδαπής, με ελληνική ιθαγένεια και άριστη γνώση της ελληνικής γλώσσας, αναγνωρισμένο κύρος και σημαντική διοικητική εμπειρία) για την εξυπηρέτηση του σκοπού του νόμου και τα οποία διαγιγνώσκονται κατόπιν αξιολογικής κρίσεως. Επίσης, αβάσιμος και απορριπτέος είναι ο τέταρτος ισχυρισμός που αφορά στο εκλεκτορικό σώμα για την εκλογή του Πρύτανη, προεχόντως, διότι ο νόμος (άρθρο 8, παρ. 16, περίπτ. α΄, του Ν. 4009/2011, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 παρ. 8 του Ν. 4076/2012) προβλέπει ότι ο Πρύτανης εκλέγεται όχι μόνο από τους Καθηγητές αλλά και «από τους υπηρετούντες λέκτορες του ιδρύματος». Ακολούθως, και ο πέμπτος ισχυρισμός είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, διότι με την ανάθεση στο Συμβούλιο της αρμοδιότητας προεπιλογής δύο (2) ή τριών (3), κατά περίπτωση, υποψηφίων μεταξύ εκείνων που έχουν τα νόμιμα προσόντα (άρθρο 8, παρ. 16, περίπτ. γ΄, του Ν. 4009/2011, όπως ισχύει), ο νομοθέτης επεδίωξε την ισόρροπη κατανομή αρμοδιοτήτων και ρόλων μεταξύ του Πρύτανη και του Συμβουλίου του Ιδρύματος, στο πλαίσιο της νέας οργανώσεως των Α.Ε.Ι., με στόχο την προσαρμογή και ανάπτυξή τους στις σύγχρονες συνθήκες. Τέλος, απορριπτέος, ως ερειδόμενος επί εσφαλμένης προϋποθέσεως είναι και ο έκτος και τελευταίος προβαλλόμενος στα πλαίσια του κρινόμενου λόγου ακυρώσεως ισχυρισμός περί περιορισμού του ρόλου του Πρύτανη έναντι του Συμβουλίου στην διοίκηση των Α.Ε.Ι., διότι, όπως έχει ήδη εκτεθεί στην έκτη σκέψη, μετά τις σημαντικές τροποποιήσεις που επέφερε στις αρχικές ρυθμίσεις του Ν. 4009/2011 ο Ν. 4076/2012, μεταβλήθηκε ο συσχετισμός μεταξύ των οργάνων διοικήσεως των Α.Ε.Ι., με αποτέλεσμα τον σαφή περιορισμό, αν όχι υποβάθμιση, του ρόλου του Συμβουλίου στην άσκηση της διοικήσεως των Α.Ε.Ι., έναντι των λοιπών οργάνων του Ιδρύματος, δηλαδή του Πρύτανη και της Συγκλήτου.
18. Επειδή, προβάλλεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι παράνομη και ακυρωτέα, ως εκδοθείσα κατ’ εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 8 και 9 του Ν. 4009/2011, με τις οποίες προβλέπεται η συμμετοχή του Συμβουλίου στην διαδικασία εκλογής του Κοσμήτορα της Σχολής και η παύση του με απόφαση του Συμβουλίου, το οποίο ασκεί τις εν λόγω αρμοδιότητες με βάση και ακαδημαϊκά κριτήρια, χωρίς, όμως, το όργανο αυτό να διαθέτει την ακαδημαϊκή – επιστημονική επάρκεια για μία τέτοια κρίση, ενώ και τα «εσωτερικά» μέλη του οργάνου ενδέχεται να μην έχουν οποιαδήποτε σχέση με το επιστημονικό αντικείμενο των υποψηφίων κοσμητόρων. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, προεχόντως, ενόψει των ρυθμίσεων του άρθρου 9, παρ. 2 – 6, του Ν. 4009/2011, όπως τροποποιήθηκαν με το άρθρο 3, παρ. 1 – 5 του Ν. 4076/2012, από τις οποίες προκύπτει, μεταξύ άλλων, ότι: α) το Συμβούλιο δεν εκλέγει πλέον τον Κοσμήτορα, αλλά η αρμοδιότητά του περιορίζεται στην (προ)επιλογή, εφόσον είναι ενδεκαμελές δύο (2) και, εφόσον είναι δεκαπενταμελές, τριών (3) υποψηφίων μεταξύ αυτών που συγκεντρώνουν τα τυπικά προσόντα και ύστερα από συνεκτίμηση των ουσιαστικών τους προσόντων, β) ο Κοσμήτορας εκλέγεται πλέον από τους Καθηγητές και τους υπηρετούντες λέκτορες της Σχολής, με άμεση, μυστική και καθολική ψηφοφορία και, ακολούθως, διορίζεται από τον Πρύτανη, γ) ο κυριαρχικός ρόλος του Κοσμήτορα στην οικεία Σχολή, τον οποίο του επεφύλασσε αρχικά ο νόμος, έχει περιορισθεί σημαντικά, εφόσον δεν έχει πλέον την αρμοδιότητα συγκροτήσεως των «επιτροπών επιλογής και εξέλιξης καθηγητών», του άρθρου 19 του Ν. 4009/2011 (δηλ. των «εκλεκτορικών σωμάτων»), την οποία του είχε αναθέσει η διάταξη του άρθρου 9, παρ. 5, περίπτ. ε΄, του Ν. 4009/2011 και η οποία ανατίθεται εφεξής στην Συνέλευση του Τμήματος, κατόπιν σύμφωνης γνώμης της Κοσμητείας, αλλά διατηρεί την σχετική αρμοδιότητα μόνο ως προς τις «επιτροπές αξιολόγησης» των Καθηγητών, του άρθρου 21 του Ν. 4009/2011 και δ) το Συμβούλιο, ναι μεν κατά την διάταξη του άρθρου 9, παρ. 3, του Ν. 4009/2011, όπως αναριθμήθηκε με το άρθρο 3, παρ. 3, του Ν. 4076/2012, έχει την αρμοδιότητα να παύει τον Κοσμήτορα, για ανεπάρκεια στην εκτέλεση των καθηκόντων του, όμως η απόφασή του λαμβάνεται με αυξημένη πλειοψηφία των τριών τετάρτων (3/4) του συνόλου των μελών του, από τα οποία τουλάχιστον η πλειοψηφία διαθέτει την απαιτούμενη προς τούτο ακαδημαϊκή και επιστημονική επάρκεια. Με τα δεδομένα αυτά η ρύθμιση δεν προσκρούει σε κάποια συνταγματική αρχή ή διάταξη, εντάσσεται δε στην επιδιωκόμενη από το νομοθέτη ισόρροπη κατανομή αρμοδιοτήτων και ρόλων μεταξύ, αφενός, του Συμβουλίου και, αφετέρου, των λοιπών οργάνων των Α.Ε.Ι. και των Σχολών τους, με στόχο την ανταπόκρισή τους στις νέες ανάγκες και την προσαρμογή τους στις σύγχρονες συνθήκες. Εξάλλου, σύμφωνα με το νόμο (άρθρο 9, παρ. 2, περίπτ. β΄, του Ν. 4009/2011, όπως ισχύει), η διαδικασία εκλογής του Κοσμήτορα διενεργείται από τριμελή επιτροπή Καθηγητών πρώτης βαθμίδας του Ιδρύματος, από τους οποίους δύο (2) ανήκουν στην οικεία Σχολή, ενώ ένας (1) προέρχεται από άλλη, μεταξύ δε των αρμοδιοτήτων της επιτροπής αυτής, η οποία ορίζεται από τον Πρύτανη, περιλαμβάνονται η συγκέντρωση των υποψηφιοτήτων, καθώς και η εκλογιμότητα των υποψηφίων, προφανώς μετά από συνεκτίμηση όχι μόνο των διοικητικών αλλά και των ακαδημαϊκών τους προσόντων.
19. Επειδή, προβάλλεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι μη νόμιμη και ακυρωτέα, διότι, προβλέποντας ένα περίπλοκο εκλογικό σύστημα και την δυνατότητα ηλεκτρονικής καταμέτρησης των ψήφων, προάγει την αδιαφάνεια, αποκλείει τον έλεγχο της εφορευτικής επιτροπής, καθώς και την δικαστική προστασία των θιγομένων. Η προσβαλλόμενη απόφαση ρυθμίζει τον τρόπο οργανώσεως της εκλογικής διαδικασίας αναδείξεως των εσωτερικών μελών του Συμβουλίου και τον Πρύτανη των Α.Ε.Ι., αφενός, μέσω κάλπης (Κεφάλαιο Β΄) και, αφετέρου, σε περίπτωση δύο άγονων εκλογικών διαδικασιών με κάλπη, μέσω ηλεκτρονικής και επιστολικής ψήφου (Κεφάλαιο Γ΄), σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 8 του Ν. 4009/2011 όπως έχουν τροποποιηθεί και ισχύουν μετά το Ν. 4076/2012. Ρυθμίζει, επίσης (Κεφάλαιο ΣΤ΄), την εφαρμογή του συστήματος της ταξινομικής ψήφου (κατά τα οριζόμενα στην εξουσιοδοτική διάταξη του άρθρου 8, παρ. 4, περίπτ. β΄, του Ν. 4009/2011, όπως τροποποιήθηκε με το Ν. 4076/2012), κατά το οποίο ο εκλογέας εκφράζει την βούληση και την προτίμησή του στους υποψηφίους, οι οποίοι αναγράφονται σε ενιαίο ψηφοδέλτιο κατ’ αλφαβητική σειρά, χωρίς άλλα διακριτικά γνωρίσματα συνδυασμών, με διαδοχικούς και συνεχόμενους ακέραιους αριθμούς (1, 2, 3 κ.λπ.). Λόγω της σχετικής πολυπλοκότητας της διαδικασίας καταμέτρησης των ψήφων, προβλέπεται στην προσβαλλόμενη απόφαση (άρθρο 22 παρ. 1) ότι αυτή «μπορεί να διενεργείται ηλεκτρονικά». Περαιτέρω, όπως εκθέτει η διοίκηση στο έγγραφο με τις απόψεις της προς το Δικαστήριο και προκύπτει από τον δικτυακό τόπο του Υπουργείου Παιδείας και Θρησκευμάτων στον οποίο γίνεται παραπομπή, η ηλεκτρονική διαδικασία, αφενός, διευκολύνει δραστικά την καταμέτρηση των ψήφων και, αφετέρου, αποτυπώνει κάθε ψηφοδέλτιο σε κάθε στάδιο της εκλογικής διαδικασίας, καθιστώντας διαφανή την διαδικασία και ευχερέστατο τον έλεγχο των αποτελεσμάτων. Η ηλεκτρονική αυτή διαχείριση του εκλογικού συστήματος δεν αποκλείει τον «χειροκίνητο» έλεγχο της διαδικασίας καταμέτρησης, ο οποίος είναι εφικτός, πλην χρονοβόρος. Με τα δεδομένα αυτά και λαμβανομένου υπόψη α) ότι το θεσμοθετούμενο εκλογικό σύστημα της «ταξινομικής ψήφου», παρ’ ότι περίπλοκο (βλ. ιδίως το άρθρο 22 της προσβαλλόμενης αποφάσεως, κατά το οποίο η εκλογή των υποψηφίων λαμβάνει χώρα σε περισσότερους του ενός γύρους καταμέτρησης των ψήφων), έχει τύχει εφαρμογής ακόμη και σε βουλευτικές ή προεδρικές εκλογές, όπου κατά τεκμήριο οι εκλογείς και οι υποψήφιοι είναι πολυπληθείς (π.χ. Ιρλανδία, Αυστραλία, Ν. Ζηλανδία), και β) ότι η ηλεκτρονική καταμέτρηση των ψήφων δεν προβλέπεται ως αποκλειστικός τρόπος εξαγωγής των αποτελεσμάτων, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι οι ισχυρισμοί των αιτούντων περί αδυναμίας ελέγχου των εκλογικών αποτελεσμάτων εκ μέρους της Εφορευτικής Επιτροπής και περί ελλείμματος εν προκειμένω δικαστικής προστασίας των ενδιαφερομένων. Εν πάση περιπτώσει, σύμφωνα με το άρθρο 7, παρ. 4, της προσβαλλόμενης αποφάσεως, που εφαρμόζεται σε περίπτωση εκλογικής διαδικασίας με κάλπη, πριν την ενιαία καταμέτρηση των ψήφων από την Κεντρική Εφορευτική Επιτροπή (Κ.Ε.Ε.), η εφορευτική επιτροπή κάθε εκλογικού τμήματος συντάσσει «πρακτικό καταμέτρησης ψηφοδελτίων», το οποίο παραδίδει μαζί με τα ψηφοδέλτια, τους φακέλους και το πρωτόκολλο ψηφοφορίας στην Κ.Ε.Ε., τα οποία φυλάσσονται και μπορούν να ελεγχθούν απευθείας και χωρίς την χρήση ηλεκτρονικού συστήματος, σε περίπτωση υποβολής ενστάσεων, κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 8 της αποφάσεως. Επίσης, η Κ.Ε.Ε. συντάσσει τελικό πρακτικό (πρακτικό εκλογής), στο οποίο, «εκτός από τα συνήθη στοιχεία, περιέχονται: α) ο συνολικός αριθμός των εγγεγραμμένων στους εκλογικούς καταλόγους εκλογέων, β) ο συνολικός αριθμός των ψηφισάντων, γ) ο συνολικός αριθμός των έγκυρων, άκυρων και λευκών ψηφοδελτίων, δ) το περιεχόμενο εκάστου ψηφοδελτίου και ο αριθμός των προτιμήσεων που αναγράφονται σε αυτό, ε) η κατανομή των ψηφοδελτίων ανά υποψήφιο σε κάθε γύρο καταμέτρησης, στ) ο συνολικός αριθμός ψήφων που έλαβε κάθε υποψήφιος σε κάθε γύρο, ζ) η κατάταξη των υποψηφίων με φθίνουσα σειρά ανά γύρο, η) οι υποψήφιοι που εξελέγησαν, οι υποψήφιοι που αποκλείστηκαν ανά γύρο καταμέτρησης, η διαδικασία εκλογής ή αποκλεισμού τους και ο αριθμός των ψήφων με βάση τις οποίες εξελέγησαν ή αποκλείστηκαν, θ) ο αριθμός και το περιεχόμενο των ψηφοδελτίων που μεταφέρθηκαν σε άλλους υποψηφίους, η κατανομή των ψήφων μεταξύ των υποψηφίων και ο συντελεστής βαρύτητας εκάστου ψηφοδελτίου σε κάθε γύρο καταμέτρησης, ι) τα αποτελέσματα των τυχόν κληρώσεων και οι υποψήφιοι μεταξύ των οποίων διεξήχθησαν, ια) η τελική κατάταξη των εκλεγέντων υποψηφίων, ο αριθμός των ψήφων που συγκέντρωσαν και ο γύρος στον οποίο εξελέγησαν και ιβ) οι ενστάσεις που υποβλήθηκαν και οι αποφάσεις επί αυτών. Τέλος, στο πρακτικό αναγράφονται τα αποτελέσματα της καταμέτρησης και διαλογής των ψήφων, με την ακόλουθη σειρά: Προτάσσονται οι εκλεγέντες υποψήφιοι, οι οποίοι κατατάσσονται κατά αύξουσα σειρά, ανάλογα με το γύρο στον οποίο εξελέγησαν, έπονται οι υποψήφιοι που αποκλείστηκαν, ακολουθούν οι υποψήφιοι που δεν εξελέγησαν» (άρθρο 9 παρ. 4). Το πρακτικό εκλογής, τα πρακτικά καταμέτρησης και τα πρωτόκολλα ψηφοφορίας, τα ψηφοδέλτια με τη σειρά αρίθμησής τους, οι αριθμημένοι φάκελοι και το λοιπό εκλογικό υλικό φυλάσσονται με ευθύνη της Κ.Ε.Ε., σε συνεργασία με την αρμόδια υπηρεσία τεχνικής υποστήριξης του οικείου Α.Ε.Ι. (άρθρο 9, παρ. 5, τελευταίο εδάφιο). Αντίστοιχες ρυθμίσεις περιέχει η προσβαλλόμενη απόφαση, αφενός, για την εκλογική διαδικασία με ηλεκτρονική ψήφο (άρθρο 12, παρ. 2 και 3) και, αφετέρου, για την εκλογική διαδικασία με επιστολική ψήφο (άρθρα 17 – 18).
20. Επειδή, προβάλλεται ότι η προσβαλλόμενη είναι παράνομη και ακυρωτέα διότι, κατά το μέρος που προβλέπει τη δυνατότητα ασκήσεως του εκλογικού δικαιώματος από απόσταση, χωρίς την αυτοπρόσωπη παρουσία του ψηφοφόρου στο εκλογικό τμήμα και καθιερώνει την χρήση υπολογιστικού συστήματος και αυτοματοποιημένων μεθόδων για την οργάνωση και διεξαγωγή της όλης εκλογικής διαδικασίας, προάγει την αδιαφάνεια και αποκλείει την δικαστική προστασία, ενώ δεν διασφαλίζει τις προϋποθέσεις ασφάλειας, την ακεραιότητα, την εγγύηση και τη μυστικότητα της ψήφου. Ειδικότερα, προβάλλονται οι εξής επιμέρους ισχυρισμοί: α) ότι δεν είναι δυνατός ο έλεγχος για την ταυτοπροσωπία του ψηφοφόρου από την εφορευτική επιτροπή του Πανεπιστημίου, β) ότι δεν αποτρέπει την περίπτωση υποκλοπής των στοιχείων του ψηφοφόρου ή επιβολής συγκεκριμένης ψήφου από τρίτους, εφόσον η ψηφοφορία θα γίνεται από απομακρυσμένη πρόσβαση χωρίς τον έλεγχο της εφορευτικής επιτροπής, γ) ότι η εφορευτική επιτροπή δεν έχει κανένα άλλο ρόλο πέραν της αρμοδιότητας να δώσει τους χρόνους ενάρξεως και λήξεως της ψηφοφορίας, ενώ περιορίζεται στην επικύρωση των ηλεκτρονικών εκλογικών αποτελεσμάτων, τα οποία επεξεργάζεται, υπολογίζει και εξάγει ένα εντελώς ανεξέλεγκτο υπολογιστικό σύστημα, σύμφωνα με τις οδηγίες που δίνονται όχι από τα όργανα του Πανεπιστημίου που έχουν την ευθύνη της εκλογής αλλά από το Υπουργείο Παιδείας, δ) ότι η διενέργεια των εκλογών δεν είναι αποκλειστική ευθύνη των αρμοδίων οργάνων του Πανεπιστημίου, καθώς ευθύνη έχουν και εξωτερικά μέλη (άγνωστα στην εφορευτική επιτροπή), όπως αυτά ορίζονται από το σύστημα διαχειρίσεως “ΖΕΥΣ”, ε) ότι ψηφιοποιείται μία διαδικασία, η οποία αποτελεί τον κορυφαίο θεσμό της δημοκρατίας και υποβιβάζεται η άσκηση ενός θεμελιώδους πολιτικού δικαιώματος στο επίπεδο των ηλεκτρονικών συναλλαγών στις οποίες προβαίνει καθημερινά ο πολίτης, και στ) ότι ευνοεί τους ψηφοφόρους εκείνους που έχουν εξοικειωθεί με τις νέες τεχνολογίες και οδηγεί στον αποκλεισμό των υπολοίπων από τις διαδικασίες λήψεως αποφάσεων.
21. Επειδή, στο κεφάλαιο Γ΄, με τον τίτλο «Ηλεκτρονική Ψήφος», της προσβαλλόμενης «κωδικοποιητικής» υπουργικής αποφάσεως, περιγράφονται η εκλογική διαδικασία (άρθρο 11), το πέρας αυτής, ο τρόπος συντάξεως των πρακτικών και του πίνακα αποτελεσμάτων (άρθρο 12) καθώς και τα της υποβολής τυχόν ενστάσεων (άρθρο 13). Όπως προκύπτει από τις διατάξεις του άρθρου 11, παρ. 3 και 4, της εν λόγω αποφάσεως και τα όσα αναλυτικά αναφέρονται στον δικτυακό τόπο του Υπουργείου Παιδείας και Θρησκευμάτων στον οποίο γίνεται παραπομπή (βλ. κείμενο υπό τον τίτλο «Απαντήσεις για τους ψηφοφόρους-Το σύστημα Ζευς με απλά λόγια»), ο έλεγχος της ταυτοπροσωπίας του ψηφοφόρου διασφαλίζεται μέσω της διαδικασίας αποστολής ειδικού-εξατομικευμένου ηλεκτρονικού μηνύματος σε όλους τους εγγεγραμμένους εκλογείς, το οποίο περιλαμβάνει την ακριβή διαδικτυακή διεύθυνση, στην οποία ο εκλογέας ασκεί το εκλογικό του δικαίωμα, καθώς και κάθε άλλη απαραίτητη πληροφορία. Ο ψηφοφόρος, αφού καταχωρήσει την ψήφο του στο ηλεκτρονικό σύστημα, λαμβάνει μια ψηφιακή «Απόδειξη Καταχώρησης Ψήφου», η οποία αποτελεί τεκμήριο της συμμετοχής του στην ψηφοφορία και θα πρέπει να κατατίθεται μαζί με κάθε τυχόν ένσταση του εκλογέα. Με τα ανωτέρω δεδομένα, πρέπει ν’ απορριφθεί ως αβάσιμος ο ισχυρισμός των αιτούντων, με τον οποίο προβάλλεται ότι με το σύστημα της ηλεκτρονικής ψηφοφορίας δεν διασφαλίζεται ο έλεγχος της ταυτοπροσωπίας του ψηφοφόρου. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τον ως άνω δικτυακό τόπο, κατά την ηλεκτρονική ψηφοφορία προβλέπονται διαδικασίες, προκειμένου να διασφαλισθεί ότι δεν θα υπάρξει υποκλοπή των στοιχείων του ψηφοφόρου ή επιβολή συγκεκριμένης ψήφου από τρίτους. Ειδικότερα, προβλέπεται ότι κάθε ψηφοφόρος μπορεί να ψηφίσει όσες φορές θέλει μέχρι να λήξει η διαδικασία της ψηφοφορίας, ώστε, στην περίπτωση που ψήφισε με εξωτερική επιρροή, να έχει την δυνατότητα να ξαναψηφίσει με τρόπο που εκφράζει ελεύθερα και ανεπηρέαστα τις επιλογές του. Παράλληλα, αντιμετωπίζεται ο κίνδυνος να διπλομετρηθούν ψήφοι, καθόσον προβλέπεται ότι κάθε νέα ψήφος στην απόδειξη της καταχωρήσεώς της αναφέρει σαφώς την ακύρωση της προηγούμενης ψήφου. Επίσης, εξασφαλίζεται και η περίπτωση υποκλοπής των στοιχείων του ψηφοφόρου, διότι, εάν ο ψηφοφόρος δεν παρέλαβε καθόλου ηλεκτρονικό μήνυμα ή εάν το έλαβε και δει στην σελίδα του ότι ψήφισε ενώ γνωρίζει ότι δεν έχει ψηφίσει, μπορεί ν’ απευθυνθεί αμέσως στην εφορευτική επιτροπή, η οποία οφείλει αμελλητί να προβεί στην εξέταση και επίλυση του ζητήματος, εξασφαλίζοντας το δικαίωμα της ψήφου, ενώ προβλέπεται και η «διαδικασία ελέγχου ψήφου» μέσω «κωδικών ελέγχου», που μπορούν να χρησιμοποιηθούν αν ο χρήστης έχει την υποψία ότι ο υπολογιστής του έχει παραβιασθεί από κακόβουλο λογισμικό. Με τα δεδομένα αυτά, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι οι περί του αντιθέτου ισχυρισμοί των αιτούντων, οι οποίοι, άλλωστε, δεν αμφισβητούν με ειδικότερες αιτιάσεις την αποτελεσματικότητα και αξιοπιστία των προβλεπόμενων, εξόχως τεχνικών, διαδικασιών αντιμετωπίσεως των πιθανών περιπτώσεων υποκλοπής των στοιχείων του ψηφοφόρου και επιβολής συγκεκριμένης ψήφου από τρίτους. Εξάλλου, σύμφωνα με τα όσα προκύπτουν από τις ως άνω διατάξεις της προσβαλλόμενης αποφάσεως και τα όσα αναφέρονται στον δικτυακό τόπο του Υπουργείου Παιδείας και Θρησκευμάτων, στον οποίο παραπέμπει η Διοίκηση με τις απόψεις της, το απόρρητο της ψήφου διασφαλίζεται μέσω των διαδικασιών της «κρυπτογράφησης της ψήφου» και της «ανώνυμης μίξης των κρυπτογραφημένων ψηφοδελτίων». Ειδικότερα, για την κρυπτογράφηση των ψήφων σε κάθε ψηφοφορία, υπάρχουν πολλαπλά «κρυπτογραφικά κλειδιά», οι «Κωδικοί Ψηφοφορίας», τα οποία κατέχουν και διαφυλάσσουν με προσωπική ευθύνη τα μέλη της εφορευτικής επιτροπής, ενώ και το σύστημα «Ζευς» κατέχει επίσης έναν κωδικό, με αποτέλεσμα το απόρρητο να προσβάλλεται μόνο εάν κάποιος έχει διαθέσιμους ταυτόχρονα τους κωδικούς όλων των μελών, καθώς και αυτόν του συστήματος ‘Ζευς’, πράγμα το οποίο είναι πρακτικά αδύνατο. Ως προς την «ανώνυμη μίξη των κρυπτογραφημένων ψηφοδελτίων», προβλέπεται μία τεχνική διαδικασία «μαθηματικής απόδειξης» για το ότι η μίξη έγινε σωστά. Με τα δεδομένα αυτά και λαμβανομένου υπ’ όψιν ότι τα εν λόγω ζητήματα είναι εξόχως τεχνικά, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο υπό κρίση λόγος ακυρώσεως, κατά το μέρος που με αυτόν προβάλλεται ότι με το σύστημα ηλεκτρονικής ψηφοφορίας δεν διασφαλίζονται προϋποθέσεις για την ασφάλεια, την ακεραιότητα, την εγγύηση και τη μυστικότητα της ψήφου, χωρίς να αμφισβητούνται οι προβλεπόμενες διαδικασίες με ειδικότερους ισχυρισμούς. Περαιτέρω, από τα προαναφερόμενα προκύπτει ότι ο ρόλος της εφορευτικής επιτροπής είναι θεμελιώδης σε όλες τις φάσεις της εκλογικής διαδικασίας, καθόσον διασφαλίζει το απόρρητο της ψηφοφορίας μέσω της διαδικασίας των «Κωδικών Ψηφοφορίας», για τους οποίους κάθε μέλος ευθύνεται, προσωπικά, πειθαρχικά και οι οποίοι είναι απαραίτητοι για την παραγωγή των αποτελεσμάτων, φυλάσσει το πρακτικό καταμετρήσεως, το πρακτικό εκλογής και το λοιπό εκλογικό υλικό σε συνεργασία με την αρμόδια υπηρεσία τεχνικής υποστηρίξεως του οικείου ΑΕΙ και, τέλος, αποφαίνεται επί των ενστάσεων κατά του κύρους των εκλογών. Ως εκ τούτου, είναι αβάσιμος και απορριπτέος και ο περί του αντιθέτου ισχυρισμός των αιτούντων. Εξάλλου, η συμμετοχή των εξωτερικών μελών που ορίζονται από το σύστημα «Ζευς» περιορίζεται μόνο στην κατοχή ενός «Κωδικού Ψηφοφορίας» ο οποίος, σε συνδυασμό με τους τρεις κωδικούς που διατίθενται στα μέλη της εφορευτικής επιτροπής, διασφαλίζει το απόρρητο της ψηφοφορίας, ενώ ο ρόλος της εφορευτικής επιτροπής είναι, κατά τα ήδη εκτεθέντα, θεμελιώδης σε όλες τις φάσεις της εκλογικής διαδικασίας. Συνεπώς, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος και ο επί μέρους ισχυρισμός των αιτούντων ότι το εν λόγω σύστημα ηλεκτρονικής ψηφοφορίας προβλέπει πως η διενέργεια εκλογών δεν είναι αποκλειστική ευθύνη των αρμοδίων οργάνων του Πανεπιστημίου. Εξάλλου, το γεγονός της ψηφιοποίησης της εκλογικής διαδικασίας, αφενός, δεν απαγορεύεται από καμία συνταγματική ή άλλη υπερνομοθετικής ισχύος διάταξη και, αφετέρου, αποσκοπεί στην εξασφάλιση της ασκήσεως του εκλογικού δικαιώματος, σε περίπτωση που αυτή δεν μπορεί να ασκηθεί με την φυσική παρουσία των ψηφοφόρων, όπως προκύπτει από την οικεία εξουσιοδοτική διάταξη. Ως εκ τούτου, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο υπό κρίση λόγος ακυρώσεως, κατά το μέρος που με αυτόν προβάλλεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι παράνομη και ακυρωτέα, διότι υποβιβάζει την άσκηση ενός θεμελιώδους δικαιώματος στο επίπεδο των ηλεκτρονικών συναλλαγών, στις οποίες προβαίνει καθημερινά ο πολίτης. Τέλος, λαμβανομένου υπ’ όψιν, ότι ο ηλεκτρονικός τρόπος ψηφοφορίας απευθύνεται σε μέλη ΔΕΠ Α.Ε.Ι. και Τ.Ε.Ι., που κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας είναι άνθρωποι εξοικειωμένοι με τις νέες τεχνολογίες, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο υπό κρίση λόγος ακυρώσεως, κατά το μέρος που με αυτόν προβάλλεται ότι ο ηλεκτρονικός τρόπος ψηφοφορίας ευνοεί τους ψηφοφόρους που έχουν εξοικειωθεί με τις νέες τεχνολογίες και οδηγεί στον αποκλεισμό των υπολοίπων από τις διαδικασίες λήψεως αποφάσεων.
22. Επειδή, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στις προηγούμενες σκέψεις, πρέπει η παρούσα δίκη να καταργηθεί ως προς το 9ο και 12ο από τα αιτούντα Α.Ε.Ι. και η υπό κρίση αίτηση να απορριφθεί ως προς τους λοιπούς αιτούντες.
Δ ι ά τ α ύ τ α

Καταργεί την δίκη ως προς τους 9ο και 12ο των αιτούντων.
Απορρίπτει την αίτηση, κατά τα λοιπά.
Διατάσσει την κατάπτωση του παραβόλου.
Επιβάλλει στους λοιπούς αιτούντες, συμμέτρως, την δικαστική δαπάνη του Δημοσίου, η οποία ανέρχεται στο ποσό των τετρακοσίων εξήντα (460) ευρώ.Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 14 Μαρτίου 2014. και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 16ης Φεβρουαρίου 2015.
Ο Πρόεδρος     Η Γραμματέας

Σωτ. Αλ. Ρίζος      Μ. Παπασαράντη

Αρχή
 7 ΣτΕ 527/2015 (Ολομέλεια)
19/2/2015
Αντισυνταγματικότητα των ρυθμίσεων του Ν. 3848/2010 περί του διορισμού αναπληρωτών καθηγητών στη Δευτεροβάθμια εκπαίδευση

Αριθμός 527/2015
ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ
ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 6 Ιουνίου 2014, με την εξής σύνθεση: Σωτ. Ρίζος, Πρόεδρος, Γ. Παπαγεωργίου, Ιω. Μαντζουράνης, Αικ. Σακελλαροπούλου, Δ. Αλεξανδρής, Δ. Σκαλτσούνης, Αρ.-Γ. Βώρος, Σπ. Μαρκάτης, Φ. Ντζίμας, Ηρ. Τσακόπουλος, Α. Καλογεροπούλου, Β. Ραφτοπούλου, Κων. Φιλοπούλου, Δ. Μακρής, Β. Αναγνωστοπούλου - Σαρρή, Σ. Βιτάλη, Ηλ. Μάζος, Β. Κίντζιου, Ελ. Παπαδημητρίου, Σύμβουλοι, Κ. Μαρίνου, Μ. – Ελ. Παπαδημήτρη, Χ. Χαραλαμπίδη, Πάρεδροι. Από τους ανωτέρω οι Σύμβουλοι Ηρ. Τσακόπουλος και Β. Ραφτοπούλου, καθώς και η Πάρεδρος Κ. Μαρίνου, μετέχουν ως αναπληρωματικά μέλη, σύμφωνα με το άρθρο 26 παρ. 2 του ν. 3719/2008. Γραμματέας η Μ. Παπασαράντη. Για να αποφανθεί επί προδικαστικών ερωτημάτων που υποβλήθηκαν με την 2223/2012 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών (άρθρο 1 παρ. 2 ν. 3900/2010), σχετικά με την από 20 Σεπτεμβρίου 2010 αίτηση:
των: 1) Ελένης Αντωνίου του Βασιλείου, κατοίκου Αθηνών κ.λπ , ………
κατά του Υπουργού Παιδείας και Θρησκευμάτων, Πολιτισμού και Αθλητισμού και ήδη Υπουργού Παιδείας και Θρησκευμάτων, ο οποίος παρέστη με τις: 1) Ευαγγελία Σκαλτσά, Νομικό Σύμβουλο του Κράτους και 2) Φωτεινή Δεδούση, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.Στη δίκη παρεμβαίνουν οι: Α. 1) Ελένη Βοζινίδου του Θεοδώρου, κ.λπ. ………..
Η πιο πάνω αίτηση παραπέμφθηκε στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου, κατόπιν της 1175/2014 αποφάσεως του Γ΄ Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας, προκειμένου να επιλύσει η Ολομέλεια το ζήτημα που αναφέρεται στην απόφαση.
Με την αίτηση αυτή οι αιτούντες επιδιώκουν να ακυρωθούν: α) η παράλειψη της Υπουργού Παιδείας, Διά Βίου Μάθησης και Θρησκευμάτων να τους διορίσει κατά το σχολικό έτος 2010-2011 στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, όπως η παράλειψη αυτή εκδηλώθηκε με τις 100369/Δ2/12.8.2010, Φ.361.1/269/102629/Δ1/20.8.2010 και Φ.361.1/270/102630/Δ1/20.8.2010 αποφάσεις της Υπουργού (Γ΄ 772/2010, διορθώσεις σφαλμάτων Γ΄ 840/2010 και 904/2010), με τις οποίες διορίστηκαν εκπαιδευτικοί κλάδων και ειδικοτήτων των αιτούντων, κατά παράλειψη των τελευταίων και β) το 71603/Δ2/21.6.2010 έγγραφο του Διευθυντή της Διεύθυνσης Προσωπικού Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης του Υπουργείου Παιδείας, Διά Βίου Μάθησης και Θρησκευμάτων, απαντητικό στην από 31.5.2010 αίτηση ορισμένων αιτούντων.
Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της παραπεμπτικής αποφάσεως, η οποία επέχει θέση εισηγήσεως, από τον εισηγητή, Σύμβουλο Δ. Σκαλτσούνη.Κατόπιν το Δικαστήριο άκουσε τους πληρεξουσίους των αιτούντων που παρέστησαν, οι οποίοι τοποθετήθηκαν επί των προδικαστικών ερωτημάτων, ανέπτυξαν και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους ακυρώσεως και ζήτησαν να γίνει δεκτή η αίτηση, τον πληρεξούσιο των παρεμβαινουσών που παρέστησαν, ο οποίος τοποθετήθηκε επί των προδικαστικών ερωτημάτων και ζήτησε να γίνει δεκτή η παρέμβαση και τις αντιπροσώπους του Υπουργού, οι οποίες διατύπωσαν την άποψή τους επί των ερωτημάτων και των λόγων ακυρώσεως και ζήτησαν την απόρριψη της αίτησης.
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το Δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του Δικαστηρίου κ α ι
Α φ ο ύ μ ε λ έ τ η σ ε τ α σ χ ε τ ι κ ά έ γ γ ρ α φ α

Σ κ έ φ θ η κ ε κ α τ ά τ ο Ν ό μ ο

1. Επειδή, το Διοικητικό Εφετείο Αθηνών με την 2223/2012 απόφασή του υπέβαλε στο Συμβούλιο της Επικρατείας προδικαστικά ερωτήματα κατά το άρθρο 1 παρ. 2 του ν. 3900/2010 (Α΄ 213), τα οποία αφορούν εκκρεμή ενώπιόν του αίτηση ακυρώσεως των Ελένης Αντωνίου κ.λπ. Οι αιτούντες είναι εκπαιδευτικοί περιληφθέντες στους οριστικούς πίνακες διοριστέων του Ανώτατου Συμβουλίου Επιλογής Προσωπικού (Α.Σ.Ε.Π.) του διαγωνισμού έτους 2008 και ζητούν να ακυρωθεί: α) η παράλειψη της Υπουργού Παιδείας, Διά Βίου Μάθησης και Θρησκευμάτων να τους διορίσει κατά το σχολικό έτος 2010-2011 στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, όπως η παράλειψη αυτή εκδηλώθηκε με τις 100369/Δ2/12.8.2010, Φ.361.1/269/102629/Δ1/20.8.2010 και Φ.361.1/270/102630/Δ1/20.8.2010 αποφάσεις της Υπουργού (Γ΄ 772/2010, διορθώσεις σφαλμάτων Γ΄ 840/2010 και 904/2010), με τις οποίες διορίστηκαν εκπαιδευτικοί κλάδων και ειδικοτήτων των αιτούντων, κατά παράλειψη των τελευταίων∙ β) το 71603/Δ2/21.6.2010 έγγραφο του Διευθυντή της Διεύθυνσης Προσωπικού Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης του Υπουργείου Παιδείας, Διά Βίου Μάθησης και Θρησκευμάτων, απαντητικό στην από 31.5.2010 αίτηση ορισμένων αιτούντων.
2. Επειδή, η υπόθεση εισήχθη ενώπιον του Γ΄ Τμήματος υπό επταμελή σύνθεση. Το Τμήμα εξέδωσε την 1175/2014 απόφαση, με την οποία έκρινε οριστικώς ότι τα προδικαστικά ερωτήματα είχαν υποβληθεί παραδεκτώς. Περαιτέρω, με οριστικές διατάξεις της ίδιας απόφασης το Τμήμα έκρινε απαράδεκτη την παράσταση ενώπιόν του των αιτουσών Αικατερίνης Παντελιού, Μαρίας Βασιλάκη και Βασιλικής Μαυραγάνη, οι οποίες δεν είχαν νομιμοποιηθεί ενώπιον του Εφετείου· έκρινε επίσης παραδεκτή την παρέμβαση των Ελένης Βοζινίδου κ.λπ., οι οποίοι είναι, κατά τα προβαλλόμενα, όπως οι αιτούντες, εκπαιδευτικοί περιληφθέντες στους οριστικούς πίνακες διοριστέων του Α.Σ.Ε.Π. του διαγωνισμού έτους 2008 και μη διορισθέντες έως και το σχολικό έτος 2010-2011, ήδη δε διάδικοι σε εκκρεμείς δίκες, στις οποίες τίθενται τα ίδια ζητήματα (άρθρο 1 παρ. 1 εδαφ. όγδοο ν. 3900/2010, όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση της παρ. 1 από το άρθρο 40 παρ. 1 του ν. 4055/2012 - Α΄ 51). Επί της ουσίας, το Τμήμα έκρινε ότι ετίθετο ζήτημα αντιθέσεως του άρθρου 9 παρ. 1, 8 και 9 του ν. 3848/2010 (Α΄ 71) προς τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 και 103 παρ. 7 του Συντάγματος. Για το λόγο αυτό, αλλά και λόγω σπουδαιότητας, το ζήτημα και η υπόθεση, κατά τις μη οριστικές κρίσεις της απόφασης, παραπέμφθηκαν στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου (άρθρα 100 παρ. 5 Συντάγματος, 14 παρ. 2 περ. β΄ και 5 εδαφ. τελευταίο π.δ. 18/1989 – Α΄ 8 αντίστοιχα).
3. Επειδή, ενώπιον της Ολομελείας παρενέβησαν κατ’ επίκληση του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3900/2010 οι Άννα Κελεπούρη κ.λπ. Η παρέμβαση κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 5.6.2014, μια ημέρα πριν από τη συζήτηση της υπόθεσης (6.6.2014). Συνεπώς, είναι εκπρόθεσμη και άρα απορριπτέα ως απαράδεκτη (άρθρο 49 παρ. 2 π.δ. 18/1989).
4. Επειδή, κατά την παρ. 1 του άρθρου 103 του Συντάγματος: «Οι δημόσιοι υπάλληλοι είναι εκτελεστές της θέλησης του Κράτους και υπηρετούν το λαό·... Τα προσόντα και ο τρόπος του διορισμού τους ορίζονται από το νόμο»· κατά την παρ. 7, προστεθείσα με το από 6.4.2001 Ψήφισμα της Ζ΄ Αναθεωρητικής Βουλής: «Η πρόσληψη υπαλλήλων στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, ..., γίνεται είτε με διαγωνισμό είτε με επιλογή σύμφωνα με προκαθορισμένα και αντικειμενικά κριτήρια και υπάγεται στον έλεγχο ανεξάρτητης αρχής, όπως νόμος ορίζει. …». Τέλος, κατά την παρ. 6 του άρθρου 118, προστεθείσα με το ίδιο Ψήφισμα: «Προβλεπόμενες ή διατηρούμενες στο νόμο 2190/1994, όπως αυτός ισχύει, εξαιρέσεις από την αρμοδιότητα του Ανώτατου Συμβουλίου Επιλογής Προσωπικού εξακολουθούν να ισχύουν».
5. Επειδή, με την παρ. 7 του άρθρου 103 του Συντάγματος κατοχυρώνονται οι αρχές της αξιοκρατίας και της διαφάνειας κατά το διορισμό των δημόσιων υπαλλήλων, οι οποίες συνάγονται, καταρχήν, και από τις γενικότερες διατάξεις της παρ. 1 του ίδιου άρθρου και αποτελούν ειδικότερη έκφραση της συνταγματικής αρχής της ισότητας και του δικαιώματος ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας και συμμετοχής στην οικονομική ζωή της χώρας (άρθρα 4 παρ. 1 και 5 παρ. 1 Συντάγματος). Ειδικότερα, η πρόσληψη υπαλλήλων α) γίνεται με δύο τρόπους, είτε με διαγωνισμό είτε με επιλογή σύμφωνα με προκαθορισμένα και αντικειμενικά κριτήρια και β) υπάγεται στον έλεγχο ανεξάρτητης αρχής. Ο έλεγχος μπορεί είτε να είναι πλήρης, είτε να αφορά τη νομιμότητα της διαδικασίας του διαγωνισμού ή της επιλογής και να περιλαμβάνει τον έλεγχο νομιμότητας της πράξης με την οποία τελειούται η οικεία, κατά περίπτωση, διαδικασία· μέσω δε αυτού, ενόψει της φύσεως της διαδικασίας ως σύνθετης διοικητικής ενέργειας, ελέγχεται η νομιμότητα και των προηγούμενων σταδίων αυτής (βλ. σχετ. Π.Ε. 230/2008 Ολομ.). Ενόψει των ανωτέρω, η, μεταβατικού χαρακτήρα και εξαιρετική, διάταξη της παρ. 6 του άρθρου 118 πρέπει να ερμηνευθεί στενά, ως έχουσα την έννοια ότι εξακολουθούν να ισχύουν, και μετά τη συνταγματική αναθεώρηση, οι προβλεπόμενες στο ν. 2190/1994 (Α΄ 28) εξαιρέσεις από την αρμοδιότητα του Α.Σ.Ε.Π., εφόσον δεν είχαν καταργηθεί ή τροποποιηθεί όχι μόνον άμεσα, με ευθεία αναφορά στις διατάξεις του νόμου αυτού, αλλά και έμμεσα, με μεταγενέστερες νομοθετικές ρυθμίσεις μέχρι την ψήφιση στις 6.4.2001 του αναθεωρημένου Συντάγματος. Επομένως, για να κριθεί η συμβατότητα με τις ως άνω διατάξεις του Συντάγματος νομοθετικών ρυθμίσεων μεταγενέστερων της συνταγματικής αναθεώρησης, με τις οποίες μεταβάλλονται οι προϋποθέσεις και ο τρόπος διορισμού των μόνιμων εκπαιδευτικών της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, θα ληφθούν υπόψη όχι μόνον η μνημονευόμενη στην έβδομη σκέψη διάταξη του άρθρου 14 παρ. 2 περ. γ΄ του ν. 2190/1994, η οποία εξαίρεσε τους διορισμούς αυτούς από την αρμοδιότητα του Α.Σ.Ε.Π., αλλά και η όλη εξέλιξη του νομοθετικού καθεστώτος επί του ζητήματος αυτού και, ειδικότερα, οι μεταγενέστερες του νόμου αυτού και προγενέστερες της συνταγματικής αναθεώρησης διατάξεις, με τις οποίες έμμεσα τροποποιήθηκε ή και καταργήθηκε η τελευταία διάταξη (Σ.τ.Ε. 3593 - 3595/2008 Ολομ.).
6. Επειδή, υπό την ισχύ του ν. 1566/1985 (Α΄ 167) και σύμφωνα με το άρθρο 15 αυτού, οι διορισμοί των εκπαιδευτικών στα δημόσια σχολεία γίνονταν από ετήσιους πίνακες διοριστέων (επετηρίδα), με σειρά καθοριζόμενη, για τους εκπαιδευτικούς της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης από το βαθμό του πτυχίου και της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης από την ημερομηνία υποβολής της αίτησης. Κατά το άρθρο 17, αν απουσίαζαν από τα σχολεία εκπαιδευτικοί, καθώς και αν υπήρχαν άλλες έκτακτες ανάγκες, δημιουργούμενες κατά τη διάρκεια του διδακτικού έτους, προσλαμβάνονταν με αίτησή τους προσωρινοί αναπληρωτές με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου από αυτούς που είχαν υποβάλει αίτηση διορισμού σε θέσεις μόνιμων εκπαιδευτικών (παρ. 1). Προσωρινοί αναπληρωτές προσλαμβάνονταν επίσης με μειωμένο ωράριο διδασκαλίας, όταν οι προβλεπόμενες από το πρόγραμμα ώρες διδασκαλίας δεν δικαιολογούσαν διορισμό μόνιμων εκπαιδευτικών (παρ. 2). Η πρόσληψη προσωρινών αναπληρωτών γινόταν με πράξη των προϊσταμένων των διευθύνσεων πρωτοβάθμιας ή δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, ύστερα από πρόταση των περιφερειακών υπηρεσιακών συμβουλίων. Σε περίπτωση υποβολής περισσότερων αιτήσεων για τις ίδιες θέσεις, ετηρείτο η σειρά υποβολής των αιτήσεων για το διορισμό σε θέσεις μόνιμων εκπαιδευτικών. Η απόλυση των προσωρινών αναπληρωτών γινόταν αυτοδικαίως με τη λήξη του διδακτικού έτους χωρίς αποζημίωση. Αν δεν υπήρχαν ή δεν προσφέρονταν για πρόσληψη σε θέσεις προσωρινών αναπληρωτών υποψήφιοι για διορισμό εκπαιδευτικοί, μπορούσαν, καταρχήν, να προσληφθούν ως προσωρινοί αναπληρωτές ιδιώτες έχοντες τα προσόντα διορισμού (παρ. 3). Τέλος, με την παρ. 17 του άρθρου 14 θεσπίστηκε η δυνατότητα και καθορίστηκαν οι προϋποθέσεις πρόσληψης ωρομισθίων.
7. Επειδή, με τα άρθρα 1 και 2 του ν. 2190/1994 συνεστήθη ως ανεξάρτητη Αρχή το Α.Σ.Ε.Π., στο οποίο ανατέθηκε η αρμοδιότητα ελέγχου της ορθής εφαρμογής των διατάξεων που διέπουν τους διορισμούς και τις προσλήψεις στο δημόσιο τομέα. Σκοπός του νόμου ήταν, κατά την εισηγητική του έκθεση, «η απεξάρτηση των προσλήψεων και διορισμών στο δημόσιο τομέα από οποιαδήποτε κυβερνητική ή άλλη παρέμβαση και η αποκατάσταση της αξιοπιστίας της κοινής γνώμης στον ευαίσθητο αυτό τομέα», καθώς και η καθιέρωση συστήματος «με κύρια χαρακτηριστικά τη διαφάνεια, την αντικειμενικότητα και την αξιοκρατία υπό την εγγύηση του Α.Σ.Ε.Π.», ενώ «βασικές μέθοδοι (ή διαδικασίες) του συστήματος προσλήψεων είναι, αφενός ο διαγωνισμός για τις θέσεις των διοικητικών υπό στενή έννοια, καθηκόντων ... και αφετέρου η σειρά (πίνακες) προτεραιότητας, βάσει σαφώς καθορισμένων αξιοκρατικών κριτηρίων για τις λοιπές θέσεις...». Με το άρθρο 14 παρ. 2 ορίστηκαν κατηγορίες δημόσιων λειτουργών και υπαλλήλων εξαιρούμενες από το εισαγόμενο με το νόμο σύστημα προσλήψεων, είτε διότι διείποντο από ειδικό συνταγματικό ή νομοθετικό καθεστώς με ειδικές διαδικασίες πρόσληψης είτε διότι η φύση των καθηκόντων τους δεν συμβιβαζόταν με το σύστημα του νόμου. Στις εξαιρέσεις υπήχθη, μεταξύ των άλλων, το εκπαιδευτικό προσωπικό της δημόσιας πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης (περ. γ΄), για το οποίο ίσχυε σύστημα προσλήψεων με βάση ετήσιους πίνακες διοριστέων.
8. Επειδή, με το άρθρο 6 του ν. 2525/1997 (Α΄ 188) καταργήθηκε από το έτος 1998 το σύστημα κατάρτισης πινάκων διοριστέων μόνιμων εκπαιδευτικών με βάση τη σειρά εγγραφής στην επετηρίδα και αντικαταστάθηκε από σύστημα κατάρτισης πινάκων διοριστέων με βάση την επιτυχία σε διαγωνισμό διενεργούμενο, ανά διετία, με αφετηρία το έτος 1998, από το Α.Σ.Ε.Π. (παρ. 1 και 3)· προβλέφθηκε δε μεταβατική περίοδος πέντε ετών (1998-2002) παράλληλης λειτουργίας των δύο συστημάτων, με διαδοχικά μειούμενο το ποσοστό των διοριζομένων με βάση την επετηρίδα (παρ. 2). Kατά τη μεταβατική περίοδο προβλέφθηκε ειδική ευνοϊκή ρύθμιση για τους εκπαιδευτικούς που υπηρέτησαν ως προσωρινοί αναπληρωτές ή ωρομίσθιοι, συνιστάμενη στην, υπό προϋποθέσεις, προσαύξηση της βαθμολογίας τους στους διαγωνισμούς του Α.Σ.Ε.Π. (παρ. 5). Με τα δεδομένα αυτά, ο νομοθέτης δεν εξομοίωσε τους προσωρινούς αναπληρωτές με τους λοιπούς αδιόριστους εκπαιδευτικούς, αλλά διαφοροποίησε τους εκπαιδευτικούς της κατηγορίας αυτής από τους άλλους, με την ενίσχυση της βαθμολογίας τους καθόλη τη μεταβατική περίοδο, διευκολύνοντας τον ταχύτερο διορισμό τους στη δημόσια εκπαίδευση (Σ.τ.Ε. 3593 - 3595/2008).
9. Επειδή, περαιτέρω, με το άρθρο 138 του ν. 2725/1999 (Α΄ 121) θεσπίστηκαν δύο ρυθμίσεις υπέρ των προσωρινών αναπληρωτών, οι οποίοι ήταν ως τις 31.12.1997 εγγεγραμμένοι στους πίνακες διοριστέων εκπαιδευτικών του ν. 1566/1985: α) η κατά προτεραιότητα πρόσληψή τους ως προσωρινών αναπληρωτών από το διδακτικό έτος 1999-2000, με δυνατότητα ανανέωσης της σύμβασης για καθένα από τα επόμενα διδακτικά έτη μέχρι το 2002-2003 και μέχρι την εξάντληση του οικείου πίνακα, εφόσον δεν διορίζονταν σε θέσεις μόνιμων εκπαιδευτικών κατά το ν. 1566/1985· β) ο διορισμός τους, κατά σειρά εγγραφής στον οικείο πίνακα, σε κενές οργανικές θέσεις εκπαιδευτικών και σε ποσοστά οριζόμενα με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, με βάση το σύνολο των κενών θέσεων κατά κλάδο από το έτος 2003 και εφεξής. Στη συνέχεια, με το ν. 2834/2000 (Α΄ 160) επιχειρήθηκε η μεταρρύθμιση του ν. 2525/1997 με κύριο στόχο τη βελτίωση της διαδικασίας διαγωνισμού του Α.Σ.Ε.Π., προκειμένου να επιτυγχάνεται η πρόσληψη του καλύτερου δυναμικού των εκπαιδευτικών. Προς τούτο προβλέφθηκαν: α) η εισαγωγή του κλειστού αριθμού των θέσεων, οι οποίες ορίζονταν με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων (άρθρο 1 παρ. 3)• β) η προσθήκη των θέσεων, που έμεναν ακάλυπτες εξαιτίας έλλειψης επιτυχόντων, στις θέσεις του επόμενου διαγωνισμού (άρθρο 1 παρ. 5)∙ γ) η ανάθεση στο Α.Σ.Ε.Π. της ευθύνης σύνταξης και ελέγχου των πινάκων των διοριστέων εκπαιδευτικών (άρθρο 1 παρ. 7, με το οποίο αντικαταστάθηκε η παρ. 5 του άρθρου 6 του ν. 2525/1997, όπως αυτή είχε συμπληρωθεί με την παρ. 3 του άρθρου 6 του ν. 2740/1999 – Α΄ 186)· δ) η κατάταξη των υποψηφίων στους πίνακες διοριστέων ύστερα από συνεκτίμηση του βαθμού πτυχίου, μεταπτυχιακών τίτλων σπουδών, διδακτορικού και προηγούμενης εκπαιδευτικής εμπειρίας (άρθρο 1 παρ. 7).
10. Επειδή, ακολούθως, με την παρ. 7 του άρθρου 1 του ν. 2942/2001 (Α΄ 202) ορίστηκε ότι οι προσωρινοί αναπληρωτές και ωρομίσθιοι εκπαιδευτικοί όλων των κλάδων και ειδικοτήτων για τις διδακτικές ανάγκες των σχολείων πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης προσλαμβάνονται κατά σειρά: α) από τους εγγεγραμμένους στον ενιαίο πίνακα αναπληρωτών εκπαιδευτικών του άρθρου 138 του ν. 2725/1999 κατά τη σειρά εγγραφής τους στον πίνακα· β) από τους περιλαμβανομένους στον πίνακα διοριστέων του διαγωνισμού του Α.Σ.Ε.Π. κατά τη σειρά εγγραφής τους στον πίνακα· γ) από ενιαίο πίνακα αναπληρωτών εκπαιδευτικών, συντασσόμενο για κάθε έτος, με βάση το σύνολο της υπηρεσίας· δ) από άλλους υποψήφιους εκπαιδευτικούς έχοντες τα προσόντα διορισμού κατά σειρά εξαρτώμενη από το σύνολο της υπηρεσίας τους σε θέσεις αναπληρωτών ή ωρομισθίων. Επακολούθησε ο ν. 3027/2002 (Α΄ 152), με την παρ. 1 του άρθρου 7 του οποίου ορίστηκε ότι: «α) Από το έτος 2003 και εφεξής οι διορισμοί εκπαιδευτικών πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης στις κενές οργανικές θέσεις πραγματοποιούνται ως εξής: αα) σε ποσοστό 75% από όσους επιτυγχάνουν στο διαγωνισμό του Α.Σ.Ε.Π. και κατά τη σειρά της βαθμολογίας και ββ) σε ποσοστό 25% από όσους είναι εγγεγραμμένοι στον πίνακα αναπληρωτών του άρθρου 138 του ν. 2725/1999 και κατά τη σειρά εγγραφής τους. Αν δεν υπάρχουν υποψήφιοι για διορισμό στην κατηγορία αα΄, οι κενές θέσεις πληρούνται μέχρι να εξαντληθούν, με διορισμό υποψηφίων της κατηγορίας ββ΄. β) Κατ’ εξαίρεση, κατά τους διορισμούς εκπαιδευτικών του έτους 2005, όσοι υποψήφιοι υπάγονται στην υποπερίπτωση ββ΄ της περίπτωσης α΄ διορίζονται σε κενές και συνιστώμενες θέσεις με απόλυτη προτεραιότητα έναντι των υποψηφίων κάθε άλλης κατηγορίας. γ) Μετά την εξάντληση του αριθμού των υποψηφίων του πίνακα της υποπερίπτωσης ββ΄ της περίπτωσης α΄, το ποσοστό των θέσεων καλύπτεται από τους εγγεγραμμένους σε ενιαίο πίνακα αναπληρωτών εκπαιδευτικών, ο οποίος συντάσσεται για κάθε έτος και στον οποίο κατατάσσονται, κατά σειρά που εξαρτάται από το σύνολο των μορίων τους: αα) όσοι έχουν προϋπηρεσία προσωρινού αναπληρωτή ή και ωρομίσθιου εκπαιδευτικού σε δημόσια σχολεία πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, αρμοδιότητας του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων και ββ) όσοι επέτυχαν τη βαθμολογική βάση στον τελευταίο διαγωνισμό του Α.Σ.Ε.Π.». Με την παρ. 2 ορίστηκε ότι: «Σε όσους υπάγονται στις υποπεριπτώσεις αα΄ και ββ΄ της περίπτωσης γ΄ της προηγούμενης παραγράφου προσμετρώνται μόρια ως ακολούθως: α) Σε όσους έχουν προϋπηρεσία προσωρινού αναπληρωτή ή ωρομίσθιου εκπαιδευτικού, ένα μόριο για κάθε μήνα της προϋπηρεσίας τους αυτής, ανεξάρτητα από τη συμμετοχή τους ή όχι στον τελευταίο διαγωνισμό του Α.Σ.Ε.Π. β) Σε όσους έλαβαν τη βαθμολογική βάση κατά τον τελευταίο διαγωνισμό, ένα μόριο για κάθε βαθμολογική μονάδα πάνω από τη βαθμολογική βάση. ...». Με την παρ. 3 ορίστηκε ότι: «α) Για το έτος 2002, στις κενές οργανικές θέσεις εκπαιδευτικών..., όπως αυτές είχαν προσδιορισθεί κατά την προκήρυξη του διαγωνισμού του Α.Σ.Ε.Π. του έτους 2000, διορίζονται όσοι είναι εγγεγραμμένοι στον πίνακα διοριστέων του Α.Σ.Ε.Π., καθώς και όσοι είναι εγγεγραμμένοι στον πίνακα υποψηφίων διοριστέων του ν. 1566/1985, σύμφωνα με τα ποσοστά που προβλέπονται στην παρ. 2 του άρθρου 6 του ν. 2525/1997... β) Για την πλήρωση κενών οργανικών θέσεων ... πέραν αυτών που έχουν προσδιορισθεί σύμφωνα με τα παραπάνω, διορίζονται... : αα) όσοι έλαβαν τη βαθμολογική βάση στο διαγωνισμό του Α.Σ.Ε.Π. του έτους 2000, σε ποσοστό 25% ... ββ) όσοι είναι εγγεγραμμένοι στους πίνακες προσωρινών αναπληρωτών του άρθρου 138 του ν. 2725/1999, σε ποσοστό 75%...». Τέλος, με την παρ. 4 ορίστηκε ότι: «Για την πρόσληψη προσωρινών αναπληρωτών εκπαιδευτικών στα σχολεία πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης από το σχολικό έτος 2002 - 2003 και εφεξής, καταργούνται οι πίνακες των περιπτώσεων γ΄ και δ΄ της παρ. 7 του άρθρου 1 του ν. 2942/2001 και, πέραν του πίνακα του άρθρου 138 του ν. 2725/1999, ο οποίος προηγείται, συντάσσεται, για κάθε έτος, ενιαίος πίνακας προσωρινών αναπληρωτών εκπαιδευτικών, στον οποίο κατατάσσονται κατά σειρά όσοι έχουν τις προϋποθέσεις της περίπτωσης γ΄ της παραγράφου 1 σε συνδυασμό με τις διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου αυτού. Αν εξαντληθούν οι πίνακες των υποψηφίων της κατηγορίας αυτής, προσλαμβάνονται προσωρινοί αναπληρωτές από συμπληρωματικό πίνακα υποψηφίων, ο οποίος συντάσσεται ύστερα από πρόσκληση ενδιαφέροντος και στον οποίο κατατάσσονται οι αιτούντες με βάση την ημερομηνία κτήσης του πτυχίου τους και σε περίπτωση σύμπτωσης της ημερομηνίας αυτής με το βαθμό του πτυχίου τους. ... [το τελευταίο εδάφιο προστέθηκε με το άρθρο 13 παρ. 1 περ. α΄ του ν. 3149/2003 - Α΄ 141. Σύμφωνα με την περ. β΄ η ισχύς της παραγράφου αυτής ανέτρεξε στην έναρξη εφαρμογής του ν. 3027/2002]. Εξ άλλου, με την παρ. 34 του άρθρου 6 του ίδιου ν. 3027/2002 [η οποία τροποποιήθηκε αρχικώς με το άρθρο 9 παρ. 1 α΄, β΄ και γ΄ του ν. 3391/2005 (Α΄ 240) και το άρθρο 23 παρ. 2 του ν. 3467/2006 (Α΄ 128) και στη συνέχεια αντικαταστάθηκε από το άρθρο 2 του ν. 3687/2008 (Α΄ 159), ενώ ακολούθησαν και άλλες τροποποιήσεις με τους ν. 3848/2010, 3879/2010 (Α΄ 163), 3966/2011 (Α΄ 118) και 4076/2012 (Α΄ 159)] καθορίστηκε ποια προϋπηρεσία αναγνωρίζεται ως προϋπηρεσία αναπληρωτή ή ωρομίσθιου εκπαιδευτικού (προϋπηρεσία σε δημόσια σχολεία Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης αρμοδιότητας του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, στα Μουσικά Σχολεία, στα Τμήματα Αθλητικών Διευκολύνσεων, στις Σχολικές Μονάδες Ειδικής Αγωγής, στα Ναυτικά Λύκεια, στα Μεταλυκειακά Προπαρασκευαστικά Κέντρα, στα Ολοήμερα Σχολεία Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης, στα Εκκλησιαστικά Σχολεία, στη Σιβιτανίδειο Δημόσια Σχολή Τεχνών και Επαγγελμάτων κ.α.)· καθορίστηκαν επίσης (ανωτέρω άρθρο 2 ν. 3687/2008) και οι αντίστοιχοι φορείς πρόσληψης, προκειμένου να προσμετρηθεί η εν λόγω προϋπηρεσία (Υπουργείο Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, Υπουργείο Εμπορικής Ναυτιλίας, Αιγαίου και Νησιωτικής Πολιτικής για τα Δημόσια Ναυτικά Λύκεια, πριν από την υπαγωγή τους στο Υπουργείο Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, η διοίκηση της Σιβιτανιδείου Δημόσιας Σχολής Τεχνών και Επαγγελμάτων, για τις σχολές και τα τμήματα αυτής κ.ά.).
11. Επειδή, επακολούθησε ο ν. 3255/2004 (Α΄ 138), στο άρθρο 6 του οποίου ορίστηκαν τα εξής: «1. ... 2. α) Από την έναρξη του σχολικού έτους 2005-2006 και εφεξής, οι διορισμοί εκπαιδευτικών πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης στις κενές οργανικές θέσεις πραγματοποιούνται ως εξής: αα) σε ποσοστό 60% από όσους επιτυγχάνουν στο διαγωνισμό του Ανωτάτου Συμβουλίου Επιλογής Προσωπικού (Α.Σ.Ε.Π.) και κατά τη σειρά της βαθμολογίας, ββ) σε ποσοστό 40% από ενιαίο πίνακα αναπληρωτών, ο οποίος συντάσσεται για κάθε έτος και στον οποίο κατατάσσονται κατά σειρά που εξαρτάται από την πραγματική προϋπηρεσία προσωρινού αναπληρωτή ή ωρομίσθιου εκπαιδευτικού σε δημόσια σχολεία πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης αρμοδιότητας του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων. Αν δεν υπάρχουν υποψήφιοι για διορισμό στην κατηγορία της υποπεριπτώσεως αα΄ οι κενές θέσεις πληρούνται, μέχρι να εξαντληθούν, με διορισμό υποψηφίων της κατηγορίας της υποπεριπτώσεως ββ΄. β) Κατ’ εξαίρεση, κατά τους διορισμούς εκπαιδευτικών του σχολικού έτους 2004-2005, όσοι υποψήφιοι είναι εγγεγραμμένοι στον πίνακα αναπληρωτών του άρθρου 138 του ν. 2725/1999, διορίζονται σε κενές και συνιστώμενες θέσεις κατά τη σειρά εγγραφής τους. 3. … 5. α) Από την έναρξη του σχολικού έτους 2005-2006 η πρόσληψη προσωρινών αναπληρωτών εκπαιδευτικών στα σχολεία πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης γίνεται από ενιαίο πίνακα που συντάσσεται για κάθε έτος και στον οποίο κατατάσσονται, με αίτησή τους, οι υποψήφιοι εκπαιδευτικοί κατά σειρά που εξαρτάται από το σύνολο των μορίων ως ακολούθως: αα) Σε όσους έχουν προϋπηρεσία προσωρινού αναπληρωτή ή ωρομισθίου εκπαιδευτικού, ένα μόριο για κάθε μήνα της προϋπηρεσίας τους. ββ) Σε όσους έλαβαν τη βαθμολογική βάση κατά τον τελευταίο προ της συντάξεως του ως άνω πίνακα διαγωνισμό του Α.Σ.Ε.Π., ένα μόριο για κάθε βαθμολογική μονάδα πάνω από τη βαθμολογική βάση. γγ) Σε όσους έλαβαν τη βαθμολογική βάση κατά τον αντίστοιχο προτελευταίο διαγωνισμό μισό μόριο για κάθε βαθμολογική μονάδα πάνω από τη βαθμολογική βάση. Όσοι υπάγονται σε περισσότερες της μιας από τις ανωτέρω περιπτώσεις λαμβάνουν αθροιστικά τα μόρια αυτών. β) Από την έναρξη του σχολικού έτους 2005-2006 η πρόσληψη ωρομίσθιων εκπαιδευτικών στα σχολεία της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης γίνεται από ενιαίο πίνακα ωρομισθίων που συντάσσεται κατά Περιφερειακή Διεύθυνση Εκπαίδευσης κάθε έτος σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στην περίπτωση α΄. ... γ) ... 6. ...». Στη συνέχεια, με το άρθρο 5 του προαναφερθέντος ν. 3687/2008 ορίστηκε ότι: «1. Όσοι εκπαιδευτικοί συμπληρώνουν την 30.6.2008 πραγματική προϋπηρεσία τουλάχιστον τριάντα (30) μηνών προσωρινού αναπληρωτή ή ωρομίσθιου εκπαιδευτικού σε δημόσια σχολεία Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης, αρμοδιότητας του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, διορίζονται από το σχολικό έτος 2008-2009 και το αργότερο μέχρι και το σχολικό έτος 2012-2013, σε αναλογία που ορίζεται κατ’ έτος στο ένα πέμπτο (1/5) του συνολικού αριθμού των ως άνω εκπαιδευτικών και με σειρά που εξαρτάται από την προαναφερθείσα συνολική προϋπηρεσία την 30.6.2008, κατά προτεραιότητα έναντι των εγγεγραμμένων στον πίνακα της περίπτωσης ββ΄ της παραγράφου 2α΄ του άρθρου 6 του ν. 3255/2004 ... και της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου και πέραν των οριζόμενων ποσοστών με τις διατάξεις της περίπτωσης α΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 6 του ν. 3255/2004. Ο αριθμός των διοριζομένων ανά σχολικό έτος και κατά κλάδο και ειδικότητα καθορίζεται με κοινή υπουργική απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων. 2. Εκπαιδευτικοί που συμπληρώνουν είκοσι τέσσερις (24) μήνες πραγματικής προϋπηρεσίας προσωρινού αναπληρωτή ή ωρομίσθιου εκπαιδευτικού σε δημόσια σχολεία Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης, αρμοδιότητας του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, και έχουν λάβει τη βαθμολογική βάση σε οποιονδήποτε διαγωνισμό εκπαιδευτικών του Α.Σ.Ε.Π., διορίζονται από το σχολικό έτος 2008-2009 και εφεξής στον κλάδο επιτυχίας τους και μόνο, σύμφωνα με τις ανάγκες της Υπηρεσίας, και με σειρά που εξαρτάται από την προαναφερθείσα συνολική προϋπηρεσία, κατά προτεραιότητα έναντι των εγγεγραμμένων στον πίνακα της περίπτωσης ββ΄ της παραγράφου 2α του άρθρου 6 του ν. 3255/2004 και μετά τους εκπαιδευτικούς της προηγούμενης παραγράφου πέραν των οριζόμενων ποσοστών με τις διατάξεις της περίπτωσης α΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 6 του ν. 3255/2004. Ο αριθμός των διοριζομένων ανά σχολικό έτος και κατά κλάδο και ειδικότητα καθορίζεται με κοινή υπουργική απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων. ... 3. ...». Περαιτέρω, με το άρθρο 41 παρ. 4 του ν. 3762/2009 (Α΄ 75) ορίστηκε ότι αναπληρωτές και ωρομίσθιοι εκπαιδευτικοί των μνημονευόμενων στη διάταξη αυτή κλάδων (ΠΕ1 Θεολόγων, ΠΕ2 Φιλολόγων κ.ά.), οι οποίοι απασχολούνταν στα T.E.E. Μαθητείας Α΄ και Β΄ κύκλου του Ο.Α.Ε.Δ. (κ.υ.α. 40026/1999, Β΄ 171) «εντάσσονται, μετά από αίτησή τους, στον ενιαίο πίνακα αναπληρωτών της παραγράφου 5 του άρθρου 6 του ν. 3255/2004 … από το σχολικό έτος 2009-2010. Η προϋπηρεσία των ωρομισθίων υπολογίζεται από 17.2.1999 μέχρι το μισό του υποχρεωτικού ωραρίου του νεοδιόριστου εκπαιδευτικού του οικείου κλάδου… Οι ανωτέρω αποκτούν δικαίωμα διορισμού σε θέσεις μόνιμων εκπαιδευτικών από το σχολικό έτος 2010 - 2011, η δε προϋπηρεσία τους, όπως αναγνωρίζεται σύμφωνα με το προηγούμενο εδάφιο, υπολογίζεται ως πραγματική, κατά την έννοια της παραγράφου 2 του άρθρου 6 του ν. 3255/2004…».
12. Επειδή, τέλος, ο ν. 3848/2010 «Αναβάθμιση του ρόλου του εκπαιδευτ[ικ]ού - καθιέρωση κανόνων αξιολόγησης και αξιοκρατίας στην εκπαίδευση και λοιπές διατάξεις», στο Κεφάλαιο Α΄ αυτού με τίτλο «Κάλυψη θέσεων και λειτουργικών αναγκών της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης» (άρθρα 1 - 9) όρισε, μεταξύ άλλων, τα εξής [όπως οι διατάξεις αυτές ίσχυαν κατά τον κρίσιμο χρόνο, πριν από τις τροποποιήσεις που επέφεραν οι νόμοι 4093/2012 - Α΄ 222 και 4186/2013 - Α΄ 193]: άρθρο 1: Διαγωνισμός του Α.Σ.Ε.Π. «Οι κενές θέσεις εκπαιδευτικών και οι λειτουργικές ανάγκες της πρωτοβάθμιας και της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης καλύπτονται από όσους συγκεντρώνουν βαθμολογία πάνω από τη βάση στο διαγωνισμό του Ανώτατου Συμβουλίου Επιλογής Προσωπικού (Α.Σ.Ε.Π.), όπως ορίζεται στις επόμενες διατάξεις»∙ άρθρο 2: Διενέργεια του διαγωνισμού «1. Το Α.Σ.Ε.Π. προκηρύσσει και διενεργεί ... διαγωνισμό για την κατάρτιση πίνακα κατάταξης εκπαιδευτικών κατά κλάδο και ειδικότητα με σκοπό το διορισμό ή την πρόσληψή τους στην πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση, ύστερα από αίτημα του Υπουργείου Παιδείας, Δια Βίου Μάθησης και Θρησκευμάτων, το οποίο διαμορφώνεται ανάλογα με τις εκπαιδευτικές ανάγκες. 2. Στο διαγωνισμό γίνονται δεκτοί όσοι διαθέτουν τα ειδικά τυπικά προσόντα διορισμού στην πρωτοβάθμια ή δευτεροβάθμια εκπαίδευση σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις, καθώς και πιστοποιημένη παιδαγωγική και διδακτική επάρκεια ... 3. ... 5. Οι μετέχοντες στο διαγωνισμό κατατάσσονται αρχικώς σε πίνακες κατά φθίνουσα σειρά βαθμολογίας κατά κλάδο και ειδικότητα, οι οποίοι καταρτίζονται και ελέγχονται από το Α.Σ.Ε.Π., σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις. Οι πίνακες δημοσιοποιούνται σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία περί Α.Σ.Ε.Π. και αναρτώνται στην ιστοσελίδα του Υπουργείου Παιδείας, Δια Βίου Μάθησης και Θρησκευμάτων και στις διευθύνσεις εκπαίδευσης. Ακολούθως καταρτίζονται, κατά φθίνουσα σειρά βαθμολογίας, οι πίνακες όσων συγκέντρωσαν τη βαθμολογική βάση, κατά κλάδο και ειδικότητα. Η συνολική βαθμολογία προκύπτει από το μέσο όρο βαθμολογίας σε όλες τις θεματικές ενότητες. ... 6. ...»• άρθρο 3: Τελικοί πίνακες κατάταξης εκπαιδευτικών «1. Μετά την οριστικοποίηση των αποτελεσμάτων του διαγωνισμού συντάσσονται από το Α.Σ.Ε.Π., κατά κλάδο και ειδικότητα, οι τελικοί πίνακες κατάταξης εκπαιδευτικών πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης ..., στους οποίους εντάσσονται όσοι συγκέντρωσαν τη βαθμολογική βάση στο διαγωνισμό αυτόν ... Η σειρά κατάταξης των μετεχόντων στον τελικό πίνακα προσδιορίζεται από τις μονάδες που συγκέντρωσαν στο διαγωνισμό, από ακαδημαϊκά κριτήρια, από την προϋπηρεσία τους ως εκπαιδευτικών και από κοινωνικά κριτήρια ... 2. ...»∙ άρθρο 5: Πρόσληψη προσωρινών αναπληρωτών και ωρομίσθιων εκπαιδευτικών «1. Αν για οποιαδήποτε αιτία απουσιάζουν από σχολικές μονάδες πρωτοβάθμιας ή δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης εκπαιδευτικοί ή δημιουργηθούν έκτακτα λειτουργικά κενά κατά τη διάρκεια του διδακτικού έτους, προσλαμβάνονται, με αίτησή τους, προσωρινοί αναπληρωτές εκπαιδευτικοί με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου. Αν οι προβλεπόμενες από το πρόγραμμα ώρες διδασκαλίας και ασκήσεων στο ίδιο σχολείο της ίδιας πόλης ή περιοχής μετάθεσης είναι περισσότερες από τέσσερις και λιγότερες από δεκαέξι και δεν δικαιολογούν το διορισμό μόνιμου εκπαιδευτικού, προσλαμβάνονται προσωρινοί αναπληρωτές εκπαιδευτικοί με μειωμένο ωράριο διδασκαλίας. 2. Η πρόσληψη προσωρινών αναπληρωτών εκπαιδευτικών στις σχολικές μονάδες πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης γίνεται με βάση πίνακες κατάταξης, οι οποίοι συντάσσονται ανά κλάδο ή ειδικότητα για κάθε σχολικό έτος από το Υπουργείο Παιδείας, Δια Βίου Μάθησης και Θρησκευμάτων. Οι ανωτέρω πίνακες συντάσσονται σύμφωνα με τη σειρά που έχουν οι εκπαιδευτικοί στους τελικούς πίνακες του άρθρου 3 και τις δηλώσεις προτίμησής τους. 3. ...»• άρθρο 9: Μεταβατικές διατάξεις «1. Κατά την περίοδο έως και το σχολικό έτος 2011-2012 οι διορισμοί μόνιμων εκπαιδευτικών στην πρωτοβάθμια και τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση γίνονται σε ποσοστό 60% από τους ισχύοντες πίνακες διοριστέων εκπαιδευτικών του Α.Σ.Ε.Π. και σε ποσοστό 40% από τους κατά την παράγραφο 2 ενιαίους πίνακες προσωρινών αναπληρωτών εκπαιδευτικών με πραγματική προϋπηρεσία. Με απόφαση του Υπουργού Παιδείας, Διά Βίου Μάθησης και Θρησκευμάτων, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, μπορεί να παρατείνεται η μεταβατική περίοδος του προηγούμενου εδαφίου έως τη διενέργεια του πρώτου διαγωνισμού του Α.Σ.Ε.Π. κατά τις διατάξεις του παρόντος νόμου. 2. Οι ενιαίοι πίνακες προσωρινών αναπληρωτών εκπαιδευτικών που ισχύουν κατά τη δημοσίευση του νόμου αυτού στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως παύουν να τροφοδοτούνται με νέα στοιχεία προϋπηρεσίας από την 1η Ιουλίου 2010 και ισχύουν μέχρι την κατάρτιση των πινάκων που προβλέπονται στο άρθρο 3. 3. Οι προσλήψεις προσωρινών αναπληρωτών και ωρομισθίων στην πρωτοβάθμια και τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση κατά την περίοδο έως και το σχολικό έτος 2011-2012 γίνονται από τους πίνακες της παραγράφου 2. 4. ... 8. Μέχρι και το σχολικό έτος 2014-2015 όσοι εκπαιδευτικοί συμπλήρωσαν την 30ή Ιουνίου 2008 πραγματική προϋπηρεσία τουλάχιστον τριάντα (30) μηνών προσωρινού αναπληρωτή ή ωρομίσθιου εκπαιδευτικού σε δημόσια σχολεία πρωτοβάθμιας ή δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης αρμοδιότητας του Υπουργείου Παιδείας, Δια Βίου Μάθησης και Θρησκευμάτων, διορίζονται επιπλέον, εφόσον υπάρχουν εκπαιδευτικές ανάγκες και δεν έχουν διοριστεί κατά τις διατάξεις του παρόντος νόμου, κατά σειρά που εξαρτάται από την προαναφερθείσα συνολική προϋπηρεσία. Ο αριθμός των διοριζομένων ανά σχολικό έτος και κατά κλάδο και ειδικότητα καθορίζεται με απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Παιδείας, Δια Βίου Μάθησης και Θρησκευμάτων. 9. Η παράγραφος 1 του άρθρου 5 του ν. 3687/2008 καταργείται. Η παράγραφος 2 του ίδιου άρθρου ισχύει μέχρι την κατάρτιση του πρώτου πίνακα του άρθρου 3 του παρόντος νόμου. 10. ...». Η μεταβατική κατά τα άνω περίοδος της παρ. 1 του άρθρου 9 για τους διορισμούς μόνιμων εκπαιδευτικών στην Πρωτοβάθμια και τη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση παρατάθηκε αρχικά με την 21406/Δ2/2012 απόφαση της Υπουργού Παιδείας, Διά Βίου Μάθησης και Θρησκευμάτων (Β΄ 615) έως και το σχολικό έτος 2012-2013, ακολούθως, με την 49104/Δ1/2013 απόφαση του Υπουργού Παιδείας και Θρησκευμάτων, Πολιτισμού και Αθλητισμού (Β΄ 1017) έως και το σχολικό έτος 2013-2014 και με την 80110/Δ1/2014 απόφαση του Υπουργού Παιδείας και Θρησκευμάτων (Β΄ 1435) έως και το σχολικό έτος 2014 - 2015.
13. Επειδή, η μεταβατική διάταξη του άρθρου 9 παρ. 1 του ν. 3848/2010, κατά το μέρος που προβλέπει ότι οι διορισμοί μόνιμων εκπαιδευτικών γίνονται, κατά το χρόνο που αυτή ισχύει, σε ποσοστό 40% από ενιαίους πίνακες αναπληρωτών με πραγματική προϋπηρεσία (πρβλ. και τη μνημονευθείσα στην ενδέκατη σκέψη ρύθμιση του άρθρου 6 παρ. 2 περ. α΄ υποπερ. ββ΄ του ν. 3255/2004), με αποτέλεσμα τον περιορισμό των διορισμών από τους πίνακες διοριστέων του διαγωνισμού του Α.Σ.Ε.Π., αντίκειται στις αρχές της ισότητας και της αξιοκρατίας (άρθρα 4 παρ. 1 και 103 παρ. 7 Συντάγματος). Τούτο, για τους εξής λόγους: α) Με το άρθρο 118 παρ. 6 του Συντάγματος εξακολούθησαν μεν να ισχύουν, μετά τη συνταγματική αναθεώρηση του 2001, οι προβλεπόμενες στο ν. 2190/1994 εξαιρέσεις, μεταξύ των οποίων η κατά το άρθρο 14 παρ. 2 περ. γ΄ εξαίρεση από τον έλεγχο του Α.Σ.Ε.Π. των διορισμών των εκπαιδευτικών πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης· πλην, η εξαίρεση αυτή, σύμφωνα και με όσα εκτέθηκαν στην ένατη σκέψη, περιλαμβάνει, όσον αφορά τους αναπληρωτές ή ωρομίσθιους, μόνο τους εγγεγραμμένους στον πίνακα του άρθρου 138 του ν. 2725/1999, από τον οποίο διορίστηκαν ως μόνιμοι, μετά τη συνταγματική αναθεώρηση (6.4.2001), αναπληρωτές ή ωρομίσθιοι του ν. 1566/1985, κατά τα εκτεθέντα στις δέκατη και ενδέκατη σκέψεις (άρθρα 7 παρ. 3 περ. β΄ υποπερ. ββ΄ ν. 3027/2002, 6 παρ. 2 περ. β΄ ν. 3255/2004) (πρβλ. Σ.τ.Ε. 3593 - 3595/2008). Συνιστά, δηλαδή, στην ουσία, η εξαίρεση αυτή, επέκταση νομοθετικής ρύθμισης προγενέστερης της συνταγματικής αναθεώρησης του 2001 και δεν εκτείνεται σε νέες ρυθμίσεις μετά τη συνταγματική αναθεώρηση, ασύνδετες προς το νομοθετικό καθεστώς που ίσχυε πριν από τις 6.4.2001. Τέτοια ρύθμιση αποτελεί ο διορισμός μόνιμων εκπαιδευτικών από πίνακες αναπληρωτών κατά το άρθρο 9 παρ. 1 του ν. 3848/2010, ο οποίος δεν υπόκειται στον έλεγχο του Α.Σ.Ε.Π., όπως απαιτείται κατά τη διάταξη του πρώτου εδαφίου της παρ. 7 του άρθρου 103 του Συντάγματος, κατά τα εκτεθέντα στην πέμπτη σκέψη. β) Ναι μεν ο διορισμός μόνιμων εκπαιδευτικών από πίνακες αναπληρωτών κατά το άρθρο 9 παρ. 1 του ν. 3848/2010 αποτελεί επιλογή σύμφωνα με προκαθορισμένα και αντικειμενικά κριτήρια (κατάταξη σε πίνακα αναπληρωτών με βάση την πραγματική προϋπηρεσία του εκπαιδευτικού), όπως δε έχει κριθεί (Σ.τ.Ε. 3593 - 3595/2008), η προϋπηρεσία και η εμπειρία συνιστούν τέτοια κριτήρια• η απόκτηση όμως της προϋπηρεσίας αυτής ανάγεται σε προσλήψεις αναπληρωτών ή ωρομισθίων, οι οποίες δεν είχαν υπαχθεί στον έλεγχο ανεξάρτητης αρχής και, ενόψει και των σχετικών διάσπαρτων στη νομοθεσία διατάξεων (όπως αυτές που αφορούν τις μνημονευθείσες στις δέκατη και ενδέκατη σκέψεις περιπτώσεις των άρθρων 6 παρ. 34 του ν. 3027/2002 και 41 παρ. 4 του ν. 3762/2009), δεν προκύπτει ότι έχουν γίνει με αξιοκρατικές εγγυήσεις [σχετ. το 82394/Δ2/27.5.2014 έγγραφο του Υπουργείου Παιδείας και Θρησκευμάτων προς το Δικαστήριο, στο οποίο διαλαμβάνεται, κατ’ επίκληση του άρθρου 21 του ν. 2190/1994, ότι «αναφορικά με τη σύναψη συμβάσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου για τις προσλήψεις αναπληρωτών εκπαιδευτικών πλήρους ή μειωμένου ωραρίου, είναι σαφές ότι αυτή δεν υπόκειται σε έλεγχο από το Α.Σ.Ε.Π.»]. Τα ανωτέρω ισχύουν και όσον αφορά το διορισμό ως μόνιμων, α) εκπαιδευτικών με τριακοντάμηνη πραγματική υπηρεσία αναπληρωτών ή ωρομισθίων και β) εκπαιδευτικών με εικοσιτετράμηνη πραγματική υπηρεσία αναπληρωτών ή ωρομισθίων, οι οποίοι έχουν λάβει τη βαθμολογική βάση σε οποιονδήποτε διαγωνισμό εκπαιδευτικών του Α.Σ.Ε.Π. (άρθρο 9 παρ. 8 και 9 του ν. 3848/2010). Η προϋπηρεσία, πάντως, αναπληρωτή ή ωρομίσθιου εκπαιδευτικού επιτρεπτώς, κατ’ αρχήν (πρβλ. ανωτ. Σ.τ.Ε. 3593 - 3595/2008), λαμβάνεται υπόψη προκειμένου να προσαυξηθεί η βαθμολογία σε διαγωνισμό του Α.Σ.Ε.Π. για το διορισμό σε θέσεις μονίμων εκπαιδευτικών (άρθρο 1 παρ. 7 ν. 2834/2000 και ήδη άρθρο 3 παρ. 1 ν. 3848/2010), ενώ, κατά τα εκτεθέντα σε προηγούμενες σκέψεις, έχει λειτουργήσει ως κριτήριο για την εκ νέου πρόσληψη εκπαιδευτικών ως αναπληρωτών ή ωρομισθίων και την απόκτηση, ως εκ τούτου, περαιτέρω σχετικής προϋπηρεσίας κ.ο.κ. Τέλος, όσον αφορά ειδικώς τους προαναφερθέντες εκπαιδευτικούς με εικοσιτετράμηνη πραγματική υπηρεσία, οι οποίοι έχουν λάβει τη βαθμολογική βάση σε οποιονδήποτε διαγωνισμό εκπαιδευτικών του Α.Σ.Ε.Π., ανεπιτρέπτως αυτοί προτιμώνται, έναντι άλλων επιτυχόντων εκπαιδευτικών του Α.Σ.Ε.Π., ως εκ της προϋπηρεσίας τους και της λήψεως απλώς της βαθμολογικής βάσης στον ίδιο ή, πολύ περισσότερο, σε προηγούμενο διαγωνισμό, διότι ελλείπει η απαραίτητη σύγκριση μεταξύ των επιτυχόντων, η οποία θα επέτρεπε το διορισμό κάθε φορά των αξιότερων υποψηφίων (πρβλ. Σ.τ.Ε. 2396 - 2398/2004 Ολομ.).
14. Επειδή, με τις 2Π/2008, 3Π/2008, 4Π/2008 και 5Π/2008 προ-κηρύξεις του Α.Σ.Ε.Π. (Τεύχος Προκηρύξεων Α.Σ.Ε.Π. 515, 516, 531 και 530/2008 αντίστοιχα) προκηρύχθηκε η διεξαγωγή διαγωνισμού, προκειμέ¬νου να καταρτιστούν πίνακες διοριστέων εκπαιδευτικών λειτουργών πρω¬τοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης για τα σχολικά έτη 2009-2010 και 2010-2011 [είχαν προηγηθεί, ανά διετία, από το 1998, κατά το προα¬ναφερθέν άρθρο 6 παρ. 3 του ν. 2525/1997, προκηρύξεις του Α.Σ.Ε.Π. για την κατάρτιση πινάκων διοριστέων σε θέσεις εκπαιδευτικών λειτουργών στην πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση για τα σχολικά έτη 1998-1999 έως και 2008-2009 –βλ. προκηρύξεις Α.Σ.Ε.Π. 2/1998, 7/1Π/2000, 12/2Π/2000, 25/1Π/2002, 25/1Π/2004 και 10Π/2006 (Τεύχος Προκηρύξεων Α.Σ.Ε.Π. 14/1998, 122, 362/2000, 262/2002, 475/2004 και 500/2006 αντίστοιχα), καθώς και 82394/Δ2/27.5.2014 έγγραφο του Υπουργείου Παιδείας και Θρησκευμάτων προς το Δικαστήριο]. Με τις ως άνω προκηρύξεις του έτους 2008 προκηρύχθηκαν, μεταξύ άλλων, θέσεις των κλάδων των αιτούντων. Οι προκηρυχθείσες θέσεις διοριστέων του Α.Σ.Ε.Π. αντιστοιχούσαν στο, κατά το άρθρο 6 παρ. 2 περ. α΄ υποπερ. αα΄ του ν. 3255/2004, ποσοστό 60% του συνόλου των προς πλήρωση κενών οργανικών θέσεων, ο δε αριθμός τους καθορίστηκε για την ως άνω διετία με την 109363/Δ2/2008 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οι¬κονομικών και Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων (Β΄ 1738), αφού λήφ¬θηκε υπόψη και εγκρίθηκε η προκαλούμενη δαπάνη στον κρατικό προϋ¬πολογισμό. Οι αιτούντες έλαβαν μέρος στο διαγωνισμό, αναδείχθηκαν επι¬τυχόντες, λόγω δε της σειράς επιτυχίας περιελήφθησαν στους πίνακες δι¬οριστέων των αντίστοιχων κλάδων (Γ΄ 555/2009, 571/2009, 630/2009, 647/2009, 715/2009, 839/2009, 874/2009, 976/2009, 1018/2009 και 1023/2009). Στη συνέχεια, για το σχολικό έτος 2009-2010 το Υπουργείο Παιδείας, Διά Βίου Μάθησης και Θρησκευμάτων διόρισε το ένα δεύτερο (περίπου) των διοριστέων εκπαιδευτικών του διαγωνισμού, κάλυψε δη¬λαδή το μισό των προκηρυχθεισών θέσεων, ως όφειλε· κάλυψε επίσης το μισό των θέσεων που αντιστοιχούσαν στο, κατά το άρθρο 6 παρ. 2 περ. α΄ υποπερ. ββ΄ του ν. 3255/2004, ποσοστό 40% του συνόλου των προς πλήρωση κενών οργανικών θέσεων. Όσον αφορά όμως το σχολικό έτος 2010 - 2011, ενώ υπό το νομοθετικό καθεστώς πριν από το ν. 3848/2010 και βάσει των προκηρύξεων του Α.Σ.Ε.Π. θα έπρεπε να διοριστεί το υπό¬λοιπο μισό (περίπου) του αριθμού των διοριστέων εκπαιδευτικών του δια¬γωνισμού, θα έπρεπε δηλαδή να καλυφθεί το υπόλοιπο μισό των προκη¬ρυχθεισών θέσεων, τούτο δεν ήταν πλέον, κατά την άποψη της Διοική¬σεως, δυνατόν, αφού με τις μεταβατικές διατάξεις του άρθρου 9 παρ. 1 του ν. 3848/2010 ο χρόνος εντός του οποίου θα διορίζονταν ως μόνιμοι εκπαι¬δευτικοί σε ποσοστό 60% από τους ισχύοντες πίνακες διοριστέων εκπαι¬δευτικών του Α.Σ.Ε.Π. παρατάθηκε πέραν του ανωτέρω σχολικού έτους 2010-2011, έως και το σχολικό έτος 2011-2012, με δυνατότητα περαιτέρω παράτασης της μεταβατικής περιόδου ως τη διενέργεια του πρώτου κατά τις διατάξεις του νόμου αυτού διαγωνισμού του Α.Σ.Ε.Π., σε συνδυασμό και με τις προβλέψεις αφενός της ίδιας παρ. 1 περί της αναλογίας 60% - 40% και αφετέρου των παρ. 8 και 9 του ίδιου άρθρου σχετικά με το διορι-σμό εκπαιδευτικών που είχαν συμπληρώσει στις 30.6.2008 τουλάχιστον τριακοντάμηνη πραγματική προϋπηρεσία προσωρινού αναπληρωτή ή ωρομίσθιου εκπαιδευτικού (μέχρι και το σχολικό έτος 2014-2015) ή αντί-στοιχη εικοσιτετράμηνη πραγματική προϋπηρεσία με επιτυχία σε διαγωνι-σμό εκπαιδευτικών του Α.Σ.Ε.Π. Κατόπιν τούτων, με την 102548/Δ2/20.8.2010 απόφαση της Υπουργού Παιδείας, Διά Βίου Μάθη-σης και Θρησκευμάτων κατανεμήθηκαν για το σχολικό έτος 2010-2011 κατά κλάδο και ειδικότητα, 2.762 οργανικές θέσεις εκπαιδευτικών Πρωτο¬βάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης, οι οποίες είχαν εγκριθεί με τις ΔΙΠΠ/Φ.ΕΓΚΡΙΤ.10/308Α/20548/1.8.2008 και ΔΙΠΠ/Φ.ΕΓΚΡΙΤ.10/36/17875/19.8.2010 αποφάσεις της επιτροπής του άρθρου 2 παρ. 1 της 33/2006 Π.Υ.Σ. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονταν οι θέσεις των κλάδων των αιτούντων. Με την 2/55954/0020/23.8.2010 από-φαση του Υφυπουργού Οικονομικών οι προβλέψεις των θέσεων αυτών εγ¬γράφηκαν στον προϋπολογισμό εξόδων του Υπουργείου Παιδείας, Διά Βίου Μάθησης και Θρησκευμάτων, ενώ με τις 102479β/Δ2/26.8.2010 και 102479γ/Δ2/26.8.2010 κοινές αποφάσεις των Υφυπουργών Οικονομικών και Παιδείας, Διά Βίου Μάθησης και Θρησκευμάτων (Β΄ 1318, διόρθωση σφαλμάτων Β΄ 1570) καθορίστηκαν οι θέσεις μόνιμου διορισμού κατά εκ¬παιδευτικό κλάδο, μεταξύ άλλων, για τους εκπαιδευτικούς που είχαν συ¬μπληρώσει εικοσιτετράμηνη και τριακοντάμηνη πραγματική υπηρεσία. Οι πιο πάνω θέσεις καλύφθηκαν με τις 100369/Δ2/12.8.2010, Φ.361.1/269/102629/Δ1/20.8.2010 και Φ.361.1/270/102630/Δ1/20.8.2010 προσβαλλόμενες αποφάσεις της Υπουργού Παιδείας, Διά Βίου Μάθησης και Θρησκευμάτων, με τις οποίες έγιναν οι διορισμοί για το σχολικό έτος 2010-2011 των εκπαιδευτικών των κλάδων και ειδικοτήτων των αιτούντων, κατά παράλειψη αυτών.
15. Επειδή, με την 2223/2012 απόφασή του το Διοικητικό Εφετείο Αθηνών υπέβαλε στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα: α) αν και σε ποια έκταση έχουν εφαρμογή, επί των κατά το άρθρο 9 του ν. 3848/2010 διορισμών των εκπαιδευτικών της πρωτοβάθμιας και της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, τα άρθρα 10 και 11 του ν. 3833/2010 και αν, σε καταφατική περίπτωση, έχει παραβιαστεί, με τις διατάξεις αυτές, η αρχή της αναλογικότητας· β) αν, με τη μεταβατική διάταξη του άρθρου 9 παρ. 1 του ν. 3848/2010 και τη συναφή προς αυτή μη τήρηση αναληφθεισών νομοθετικών δεσμεύσεων που αφορούσαν διορισμό των εκπαιδευτικών του πίνακα διοριστέων του Α.Σ.Ε.Π. του διαγωνισμού του έτους 2008 το αργότερο μέχρι και το σχολικό έτος 2010-2011, έχει παραβιαστεί ή όχι η αρχή της προστατευόμενης εμπιστοσύνης· γ) αν έχουν ή όχι παραβιαστεί τα άρθρα 4 παρ. 1, 103 παρ. 7 και 118 παρ. 6 του Συντάγματος με τη διάταξη του άρθρου 9 παρ. 1 του ν. 3848/2010, κατά το μέρος που αυτή προβλέπει αναλογία 60% - 40% για τους διορισμούς από το σχολικό έτος 2010-2011, αντιστοίχως των εκπαιδευτικών του πίνακα διοριστέων του Α.Σ.Ε.Π. και των εκπαιδευτικών του ενιαίου πίνακα αναπληρωτών· δ) αν έχει ή όχι παραβιαστεί, με τις διατάξεις του άρθρου 9 παρ. 8 και 9 του ν. 3848/2010, η αναλογία 60% - 40% σε βάρος των εκπαιδευτικών του πίνακα διοριστέων του Α.Σ.Ε.Π., εξ αιτίας του διορισμού αναπληρωτών εκπαιδευτικών με τριακοντάμηνη και εικοσιτετράμηνη προϋπηρεσία, πέραν της ποσόστωσης του 40% των αναπληρωτών του ενιαίου πίνακα.
16. Επειδή, όσον αφορά το τρίτο ερώτημα, κατά τα εκτεθέντα στη δέκατη τρίτη σκέψη, η ρύθμιση της παρ. 1 του άρθρου 9 του ν. 3848/2010, καθώς και οι ειδικότερες σχετικές ρυθμίσεις των παρ. 8 και 9 του ίδιου άρθρου, αντίκεινται στις κατοχυρούμενες από τα άρθρα 4 παρ. 1 και 103 παρ. 7 του Συντάγματος αρχές της ισότητας και της αξιοκρατίας και είναι, ως εκ τούτου, ανίσχυρες.
17. Επειδή, κατόπιν της διαπιστώσεως της αντισυνταγματικότητας των ανωτέρω διατάξεων του άρθρου 9 παρ. 1, 8 και 9 του ν. 3848/2010, κατά τα εκτεθέντα στη δέκατη τρίτη και τη δέκατη έκτη σκέψη, αποβαίνει αλυσιτελής η απάντηση τόσο στο δεύτερο και το τέταρτο ερώτημα, με τα οποία τίθενται περαιτέρω ζητήματα ως προς το κύρος των εν λόγω διατάξεων, όσο και στο πρώτο ερώτημα, που αφορά τα άρθρα 10 και 11 του ν. 3833/2010, δεδομένου ότι η προσβαλλόμενη παράλειψη διορισμού των αιτούντων οφείλεται προεχόντως στην εφαρμογή των προαναφερθεισών αντισυνταγματικών διατάξεων του ν. 3848/2010.18. Επειδή, κατόπιν των ανωτέρω, το Δικαστήριο κρίνει ότι η υπόθεση πρέπει να παραπεμφθεί προς περαιτέρω εκδίκαση στο Διοικητικό Εφετείο Αθηνών (άρθρο 1 παρ. 1 εδαφ. έκτο ν. 3900/2010, όπως ισχύει, αναλόγως εφαρμοζόμενο).
Δ ι ά τ α ύ τ α

Απορρίπτει την παρέμβαση των Άννας Κελεπούρη κ.λπ.
Επιλύει, κατά το σκεπτικό, το τεθέν με το τρίτο προδικαστικό ερώτημα ζήτημα.
Απέχει της απαντήσεως στα λοιπά ερωτήματα.
Παραπέμπει την υπόθεση στο Διοικητικό Εφετείο Αθηνών.
Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 26 Ιουνίου 2014 και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 16ης Φεβρουαρίου 2015.
Ο Πρόεδρος      Η Γραμματέας

Σωτ. Αλ. Ρίζος      Μ. Παπασαράντη

Αρχή
 8 ΣτΕ 177-178/2015 7μ (Β΄τμήμα)
9/2/2015
Απαράδεκτα τα προδικαστικά ερωτήματα που υπεβλήθησαν σχετικά με τη συμφωνία του άρθρου 79 παρ.5 περ.α΄του Κ.Δ.Δ. (όπως τέθηκε με το άρθρο 20 παρ.1 του ν.3900/2010) με το Σύνταγμα, εφόσον τυχόν αντισυνταγματικότητα της διάταξης δεν ασκεί επιρροή στην έκβαση των εν λόγω δικών.

Απαράδεκτα τα προδικαστικά ερωτήματα που υπεβλήθησαν σχετικά με τη συμφωνία του άρθρου 79 παρ.5 περ.α΄του Κ.Δ.Δ. (όπως τέθηκε με το άρθρο 20 παρ.1 του ν.3900/2010) με το Σύνταγμα, εφόσον τυχόν αντισυνταγματικότητα της διάταξης δεν ασκεί επιρροή στην έκβαση των εν λόγω δικών.
Αρχή
 9 ΣτΕ 144/2015 (Β’ Τμήμα)
9/2/2015
Υποβολή προδικαστικού ερωτήματος στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Υποβάλλεται στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα: «Η Οδηγία 92/12/ΕΟΚ, ερμηνευόμενη ενόψει των γενικών αρχών του δικαίου της Ένωσης, ιδίως δε των αρχών της αποτελεσματικότητας αυτού, της ασφάλειας δικαίου και της αναλογικότητας, έχει την έννοια ότι απαγορεύει την εφαρμογή, σε υπόθεση όπως η παρούσα, νομοθετικής διάταξης κράτους μέλους, όπως είναι εκείνη του άρθρου 108 του Τελωνειακού Κώδικα, σύμφωνα με την οποία μπορεί να κηρυχθεί αλληλεγγύως υπεύθυνος για την πληρωμή διοικητικών προστίμων, λόγω λαθρεμπορίας, ο εγκεκριμένος αποθηκευτής προϊόντων τα οποία διακινήθηκαν από τη φορολογική αποθήκη του υπό καθεστώς αναστολής επιβολής των αναλογούντων φόρων και τα οποία εξήλθαν αντικανονικώς από το εν λόγω καθεστώς, συνεπεία λαθρεμπορικής παράβασης, ανεξαρτήτως του εάν αυτός είχε, κατά το χρόνο διάπραξης της παράβασης, την κυριότητα των εμπορευμάτων, βάσει των κανόνων του ιδιωτικού δικαίου, και, περαιτέρω, ανεξαρτήτως του εάν οι δράστες της παράβασης, που ενεπλάκησαν στη διακίνηση αυτή, είχαν συνάψει ορισμένη συμβατική σχέση με τον εγκεκριμένο αποθηκευτή, από την οποία να προκύπτει ότι δρούσαν ως εντολοδόχοι του;»
Αρχή
 10 ΣτΕ 86/2015 7μελούς (Β΄τμήμα, πρότυπη δίκη)
30/1/2015
Συνταγματικές οι διατάξεις του ν.3842/2010 σχετικά με τον προσδιορισμό της αξίας των ακινήτων για την επιβολή Φ.Α.Π.

Οι διατάξεις των άρθρων 32 και 34 του ν. 3842/2010, ερμηνευόμενες σε συνδυασμό με εκείνες του άρθρου 4 της κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 34 παρ.6 του νόμου τούτου (ν. 3842/2010) εκδοθείσης ΠΟΛ 1225/24.12.2012 απόφασης του Υφυπουργού Οικονομικών (Β 3573) [όπως τροποποιήθηκε με την ΠΟΛ 1188/30.7.2013 όμοια (Β 1919)], με τις οποίες παρέχεται στον φορολογούμενο η δυνατότητα να αμφισβητήσει την φορολογητέα αξία ακινήτων όπως έχει προσδιοριστεί στο εκκαθαριστικό σημείωμα - δήλωση Φ.Α.Π. βάσει του αντικειμενικού τρόπου προσδιορισμού αγοραίας αξίας και, στην συνέχεια, να ζητήσει από το δικαστήριο, με προσφυγή του κατά της σχετικής απορριπτικής πράξης του προϊσταμένου της αρμόδιας Δ.Ο.Υ., τον εκ μέρους του προσδιορισμό της, δεν είναι, κατά το μέρος αυτό, αντίθετες με το Σύνταγμα.
Αρχή
 
   © ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ, 2006 - 2014