Συμβούλιο της Επικρατείας   Ολομέλεια Συμβουλίου της Επικρατείας
 

ΤΟ ΕΡΓΟ "ΕΚΣΥΓΧΡΟΝΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΑΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ ΣτΕ" ΕΝΤΑΧΘΗΚΕ ΣΤΟ ΜΕΤΡΟ 2.2 "ΕΞΥΠΗΡΕΤΗΣΗ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΗ ΚΑΙ ΒΕΛΤΙΩΣΗ ΤΗΣ ΠΟΙΟΤΗΤΑΣ ΖΩΗΣ" ΤΟΥ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΙΑΚΟΥ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΟΣ "ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΤΗΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΑΣ" (ΕπΚτΠ) ΚΑΙ ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΗΘΗΚΕ ΣΕ ΠΟΣΟΣΤΟ 75% ΑΠΟ ΚΟΙΝOΤΙΚΟΥΣ ΠΟΡΟΥΣ.
Συγκρότηση του Δικαστηρίου

Της Φραντζέσκας Α. Γιαννακού, Παρέδρου του Συμβουλίου της Επικρατείας
Η διάρθρωση του Συμβουλίου της Επικρατείας σε τρεις βαθμούς, ήτοι Συμβούλους, Παρέδρους και Εισηγητές, έχει παραμείνει αναλλοίωτη στα 76 χρόνια της λειτουργίας του. Το σύστημα αυτό, με το οποίο επιτυγχάνεται, κατά τη διατύπωση του Hauriou, ο συγκερασμός του ενθουσιασμού των Εισηγητών, της ωριμότητας των Παρέδρων και της πείρας των Συμβούλων, επιτρέπει επίσης τη σταδιακή μύηση των λειτουργών του Δικαστηρίου στα κύρια καθήκοντά τους (1). Η εν λόγω διάρθρωση προέρχεται από το Γαλλικό Conseil d’ Etat, παρουσιάζει όμως ουσιώδεις διαφορές από αυτό, κυρίως όσον αφορά στον αριθμό των μελών των δύο Δικαστηρίων, στις αρμοδιότητες των Συμβούλων, στη δυνατότητα ψήφου των Παρέδρων και στο ρόλο των Εισηγητών.
Η σύνθεση του Συμβουλίου της Επικρατείας κατά την ίδρυσή του
Με τον ιδρυτικό του Συμβουλίου της Επικρατείας ν. 3713/1928 (Α΄ 273), ο οποίος ακολούθησε κατά βάση το ν. 290/1914 (Α΄ 260), λαμβάνοντας υπόψη και το από 27.11.1927 σχέδιο νόμου «περί συγκροτήσεως του Συμβουλίου της Επικρατείας», το οποίο είχε υποβληθεί στη διαλυθείσα Βουλή και είχε τύχει επεξεργασίας από την Κοινοβουλευτική Επιτροπή, ορίσθηκε ο αριθμός των δικαστών του Συμβουλίου της Επικρατείας σε 35 (10 Εισηγητές, 10 Παρέδρους και 15 Συμβούλους), «αναλόγως των προβλεπομένων επί του παρόντος αναγκών, ελήφθη δε μέριμνα, όπως είναι δυνατή εις το μέλλον η αύξησις του αριθμού τούτου, … κατόπιν σχετικής γνωμοδοτήσεως του Συμβουλίου Επικρατείας»(2). Οι Σύμβουλοι της Επικρατείας κατείχαν, σύμφωνα με τη ρητή έκφραση του άρθρου 7 του ν. 3713/1928, την ανωτάτη βαθμίδα στην υπαλληλική ιεραρχία, προηγούμενοι ως εκ τούτου όλων των πολιτικών υπαλλήλων (3), ήταν δε ισόβιοι (4). Χαρακτηριστικό της θέσεώς τους ήταν ότι ο ν. 3713/1928 προέβλεψε υψηλότερες αποδοχές για τα μέλη του Συμβουλίου της Επικρατείας έναντι των αρεοπαγιτών (άρθρο 8)(5). Τα καθήκοντα των Συμβούλων της Επικρατείας ήταν κατά συνταγματική επιταγή ασυμβίβαστα προς οποιαδήποτε υπαλληλικά καθήκοντα εκτός των καθηκόντων του καθηγητή της νομικής ή των οικονομικών επιστημών ανωτάτης σχολής. Δεν ήταν όμως ασυμβίβαστα προς τα καθήκοντα των Υπουργών. Ο νόμος επέτρεπε μόνον τη συμμετοχή των μελών του Συμβουλίου της Επικρατείας σε υπηρεσιακές κυβερνήσεις, απαγορεύοντας τη σύγχρονη άσκηση των καθηκόντων του Υπουργού και του Συμβούλου (άρθρο 19 του ν. 3713/1928). Οι Πάρεδροι και οι Εισηγητές απάρτιζαν, κατά την έκφραση του νόμου, το βοηθητικό προσωπικό του Συμβουλίου της Επικρατείας, στο οποίο επίσης ανήκαν ένας γραμματέας, δύο υπογραμματείς, πέντε γραφείς, πέντε δακτυλογράφοι και τέσσερις κλητήρες (άρθρο 10 του ν. 3713/1928). Οι Πάρεδροι δεν ήταν ισόβιοι, αλλά μόνιμοι (άρθρο 18 παρ. 1 του ν. 3713/1928). Οι Εισηγητές ήταν επίσης μόνιμοι, υπό τον περιορισμό του άρθρου 14 εδ. δ’ του αυτού νόμου.

Στο Συμβούλιο της Επικρατείας δεν προβλέφθηκε εισαγγελική αρχή, και τούτο με τη σκέψη ότι το δημόσιο συμφέρον εκπροσωπείται στην ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας δίκη, αφού το Κράτος ή το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου παρίσταται ως διάδικος σε αυτή. Εξάλλου, ο ν. 3713/1928 προέβλεψε θεσμό παραπλήσιο προς τον προβλεπόμενο στη Γαλλία θεσμό του Κυβερνητικού Επιτρόπου (6). Σύμφωνα με το άρθρο 39 του νόμου αυτού η εκδούσα την προσβαλλομένη πράξη διοικητική αρχή μπορούσε να αντιπροσωπευθεί με κάποιον από τους Παρέδρους του Συμβουλίου της Επικρατείας, τον οποίο όριζε κατ’ αίτηση αυτής ο Πρόεδρος του Συμβουλίου. Ο Πάρεδρος αυτός διατηρούσε πλήρη την ελευθερία της γνώμης του, την οποία υποστήριζε ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας, χωρίς να μετέχει στη σύνθεση του δικάζοντος Τμήματος. Η διάταξη αυτή έτυχε εφαρμογής και δη όταν δεν ήταν δυνατή η υπεράσπιση της προσβαλλομένης πράξεως με κάποιον Νομικό Σύμβουλο του Κράτους. Αργότερα, έπεσε σε αχρησία και καταργήθηκε με το ν.δ. 170/1973 (Α΄ 229) (7).

Η εκλογή και ο διορισμός των πρώτων Συμβούλων της Επικρατείας έγινε ευθέως από το Υπουργικό Συμβούλιο. Η επιλογή των προσώπων έγινε, κατά γενική αναγνώριση, με βάση απολύτως αντικειμενικά κριτήρια, από πρόσωπα τα οποία ανήκαν στον ακαδημαϊκό χώρο, καθώς και πρόσωπα που είχαν διακριθεί για τη γενικότερη εθνική δράση τους, κατά την άσκηση του δικαστικού ή δικηγορικού λειτουργήματος (8). Τα πρώτα μέλη του Συμβουλίου της Επικρατείας ήταν τα ακόλουθα: Κ. Ρακτιβάν (Πρόεδρος), Μ. Αγαθόνικος και Στ. Παπαφράγκος (Αντιπρόεδροι), Ν. Γιαμαλάκης, Σ. Παπαντωνάκης, Δ. Πίκουλας, Α. Φίλων, Θ. Αγγελόπουλος, Σ. Σεφεριάδης, Δ. Πολίτης, Π. Τριανταφυλλάκος, Χ. Οικονομόπουλος, Ν. Κολυβάς, Α. Γαζής και Φ. Παπαγεωργίου.

Όταν πλέον το Συμβούλιο της Επικρατείας συγκροτήθηκε σε Σώμα, προέβη στην πλήρωση των θέσεων του βοηθητικού προσωπικού, ήτοι στην πλήρωση των 10 θέσεων Παρέδρων και των 10 θέσεων Εισηγητών. Τους Παρέδρους επέλεξε το Συμβούλιο σύμφωνα με το νόμο χωρίς διαγωνισμό από πίνακα υποψηφίων, με την 4/28.2.1929 πράξη της Ολομελείας αυτού. Οι πρώτοι επιλεγέντες και διορισθέντες Πάρεδροι ήταν κατά τη σειρά επιλογής οι εξής: Σπ. Διβάρης, Εφέτης, Ν. Καμπάνης, Πρόεδρος Πρωτοδικών, Δ. Τσουπλακίδης, Πρόεδρος Πρωτοδικών, Γ. Καλογήρου, δικηγόρος, Σ. Σολιώτης, τμηματάρχης του Υπουργείου Δικαιοσύνης, Π. Μερτικόπουλος, τμηματάρχης του Υπουργείου Οικονομικών, Α. Ραγκούσης, δικηγόρος. Γ. Σπυρόπουλος, δικηγόρος, Χ. Μητρέλιας, δικηγόρος και Κ. Μηλιαρέσης, δικαστικός αντιπρόσωπος του Δημοσίου. Για την πλήρωση των δέκα θέσεων των Εισηγητών διεξήχθη διαγωνισμός, σύμφωνα με το νόμο, στον οποίο προσήλθαν εκατόν είκοσι περίπου υποψήφιοι, από τους οποίους πέτυχαν τελικώς και διορίστηκαν, κατά σειρά επιτυχίας, οι εξής: Μ. Στασινόπουλος, Γ. Παπαχατζής, Δ. Ψαρρός, Γ. Χαρμπούρης, Δ. Καρβελλάς, Ρ. Νικολαϊδης, Ν. Γρηγορίου, Αν. Μαρούδας, Δ. Μουρίκης και Γ.Δ. Σπυρόπουλος (9) - (10).

Αρχή
Το Συμβούλιο της Επικρατείας σήμερα
Σύμφωνα με το ισχύον σήμερα άρθρο 1 του π.δ/τος 18/1989 (Α΄ 8), μέλη του Συμβουλίου της Επικρατείας είναι ο Πρόεδρος, οι Αντιπρόεδροι και οι Σύμβουλοι της Επικρατείας (11). Στο δικαστικό προσωπικό του Συμβουλίου της Επικρατείας ανήκουν και οι Πάρεδροι και οι Εισηγητές. Με το ν.δ. 170/1973 καταργήθηκε ο, από της ιδρύσεως του Συμβουλίου της Επικρατείας, μειωτικός ορισμός των Παρέδρων και Εισηγητών ως βοηθητικού προσωπικού (12). Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 88 του Συντάγματος απολαύουν πλέον ισοβιότητας όλοι οι δικαστές του Συμβουλίου της Επικρατείας, όπως άλλωστε όλοι οι δικαστικοί λειτουργοί (13). Επίσης, για τους δικαστικούς λειτουργούς του Συμβουλίου της Επικρατείας ισχύουν οι απαγορεύσεις ασκήσεως άλλων καθηκόντων, όπως το Σύνταγμα ορίζει στο άρθρο 89 για όλους τους δικαστικούς λειτουργούς.

Σύμφωνα με το άρθρο 2 του π.δ/τος 18/1989 ο Πρόεδρος έχει τη γενική διεύθυνση των εργασιών του Συμβουλίου και το εκπροσωπεί στις σχέσεις του με τις δημόσιες αρχές. Ο Πρόεδρος προΐσταται της Ολομελείας. Κάθε Αντιπρόεδρος προΐσταται ενός από τα Τμήματα του Συμβουλίου. Ο Πρόεδρος μπορεί να προεδρεύει και σε οποιοδήποτε Τμήμα, κάτι το οποίο όμως δεν συμβαίνει στην πράξη. Ο Πρόεδρος και οι Σύμβουλοι έχουν αποφασιστική ψήφο. Οι Πάρεδροι ασκούν ιδίως έργα εισηγήσεως και μετέχουν στις συνεδριάσεις του Δικαστηρίου με ψήφο συμβουλευτική (14)-(15). Οι Εισηγητές βοηθούν τους Συμβούλους και τους Παρέδρους στην προπαρασκευή και διάγνωση των υποθέσεων (άρθρο 3 του π.δ/τος 18/1989).

Εξάλλου, λόγω της ραγδαίας αυξήσεως του φόρτου εργασίας, αυξήθηκε σταδιακά ο αριθμός των θέσεων δικαστών, με αποτέλεσμα να υπηρετούν σήμερα, εκτός από τον Πρόεδρο του Δικαστηρίου, 10 Αντιπρόεδροι, 50 Σύμβουλοι (εκ των οποίων 8 σε θέσεις προβλεπόμενες από το Σύνταγμα ότι καταλαμβάνονται από δικαστές των διοικητικών δικαστηρίων), 55 Πάρεδροι και 42 Εισηγητές (επί 50 οργανικών θέσεων ) (16).

Κατά το μεγαλύτερο διάστημα της λειτουργίας του Δικαστηρίου η εισαγωγή των δικαστών σε αυτό γινόταν είτε αποκλειστικά είτε κυρίως σε θέσεις Δοκίμων Εισηγητών (17), κατόπιν διαγωνισμού ενώπιον τριμελούς επιτροπής, που αποτελούνταν από Αντιπροέδρους και Συμβούλους της Επικρατείας. Ο διαγωνισμός προκηρυσσόταν με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης ύστερα από πρόταση του Προέδρου του Συμβουλίου της Επικρατείας. Σε αυτόν μπορούσαν να λάβουν μέρος και πτυχιούχοι Νομικής, οι οποίοι δεν είχαν δικηγορική προϋπηρεσία, εφόσον είχαν κάνει άσκηση στο Συμβούλιο με την επί ένα έτος παρακολούθηση των εργασιών του (18). Δυστυχώς, για πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα δεν προκηρυσσόταν εγκαίρως ο εν λόγω διαγωνισμός, με αποτέλεσμα να μην πληρούνται οι οργανικές θέσεις στον εισαγωγικό βαθμό. Από τα πρόσφατα στατιστικά στοιχεία προκύπτει ότι κατά τα έτη 1990-1992 οι οργανικές θέσεις των Εισηγητών παρουσίαζαν κατά μέσο όρο πληρότητα σε ποσοστό 72,5%, κατά τα έτη 1993-1996 μόλις 44% και κατά τα έτη 1997-2002 77%(19).

Παράλληλα με το προπεριγραφέν σύστημα ίσχυε για μία μικρή περίοδο και ο ν. 1388/1983 (Α΄ 113), χαρακτηριστικό του οποίου ήταν η προσπάθεια ενιαίας αντιμετωπίσεως της Δημόσιας Διοικήσεως και όλων των Δικαστηρίων της διοικητικής δικαιοδοσίας. Ο νόμος αυτός προέβλεπε «ένα σύστημα εκπαιδευτικής επαγγελματικής παρέμβασης που στηρίζεται σε δύο διοικούσες αρχές: Ι. Την αρχή της μακροπρόθεσμης αλλαγής στη μόρφωση και στην επαγγελματική επάρκεια των στελεχών της Διοικητικής Δικαιοσύνης και της Δημόσιας Διοίκησης. ΙΙ. Την αρχή της άμεσης μορφωτικής και επαγγελματικής βελτίωσης σ’ όλο το χώρο της Δημόσιας Διοίκησης». Για την εκπλήρωση των αρχών αυτών προβλέφθηκε η σύσταση Εθνικής Σχολής Δημόσιας Διοίκησης, η οποία ήταν «σχολή καθαρά παραγωγική» και αποσκοπούσε «στη δημιουργία στελεχών για τη Διοικητική Δικαιοσύνη, τη Δημόσια Διοίκηση και τους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης» (20).

Την τελευταία δεκαετία η εισαγωγή δικαστών στο Συμβούλιο της Επικρατείας στο βαθμό του Εισηγητή γίνεται πλέον, σύμφωνα με το ν. 2236/1994 (Α΄ 146), αποκλειστικά μέσω της Εθνικής Σχολής Δικαστών, η οποία εδρεύει στη Θεσσαλονίκη. Με το νόμο αυτό καταργήθηκε η επιλογή Εισηγητών του Συμβουλίου της Επικρατείας με ιδιαίτερο διαγωνισμό και επιχειρήθηκε η εφαρμογή ενιαίου τρόπου εισαγωγής υποψηφίων στο δικαστικό σώμα και η προπαρασκευή των δικαστικών λειτουργών για τα καθήκοντά τους, με μόνη διάκριση τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου, στο οποίο ενδιαφέρονται να υπηρετήσουν («κατεύθυνση» πολιτική ή διοικητική). Επιδίωξη του νομοθέτη ήταν «να αντιμετωπίσει αφενός το πρόβλημα της έλλειψης ειδικής προπαρασκευής των δικαστικών λειτουργών πριν από την έναρξη άσκησης του δικαιοδοτικού τους έργου και αφετέρου την ανάγκη διαρκούς επιμόρφωσης όσων ήδη υπηρετούν στο δικαστικό σώμα»(21). Σύμφωνα με τον ανωτέρω ν. 2236/1994, σκοπός της Σχολής είναι η επιλογή, η εκπαίδευση και η κατάρτιση των προοριζομένων να διορισθούν σε θέσεις δοκίμων δικαστικών λειτουργών του Συμβουλίου της Επικρατείας, του Ελεγκτικού Συνεδρίου, των πολιτικών και ποινικών δικαστηρίων και των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, καθώς και η διαρκής επιμόρφωση των υπηρετούντων δικαστικών λειτουργών (άρθρο 1). Η εισαγωγή στη Σχολή γίνεται με διαγωνισμό, ο οποίος προκηρύσσεται κάθε έτος με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης (άρθρο 2). Η εκπαίδευση είναι θεωρητική και πρακτική. Κατά την πρακτική τους άσκηση οι εκπαιδευόμενοι επεξεργάζονται, υπό την καθοδήγηση δικαστή, υποθέσεις που αυτός τους αναθέτει, συντάσσουν προεισηγήσεις κ.λπ. (άρθρο 3). Μετά το τέλος της εκπαιδεύσεως, η επιλογή γίνεται με βάση τη σειρά εγγραφής των εκπαιδευομένων στον πίνακα επιτυχίας και σύμφωνα με τη δήλωση προτίμησής τους. Ο χρόνος εκπαιδεύσεως στη Σχολή θεωρείται ως χρόνος πραγματικής υπηρεσίας (άρθρο 4 παρ. 3).

Οι επιλεγόμενοι εισέρχονται στο Δικαστήριο με το βαθμό του Δόκιμου Εισηγητή, προάγονται δε σε Εισηγητή αφού διανύσουν ευδοκίμως δοκιμαστική περίοδο έξι μηνών (άρθρο 4 παρ.1 του ν. 2236/1994). Σε Πάρεδρο προάγεται κατ’ εκλογή Εισηγητής με πέντε έτη υπηρεσίας, στην οποία συνυπολογίζεται και η υπηρεσία του ως Δόκιμου Εισηγητή (άρθρο 62 παρ. 1 του ν. 1756/1988, Α΄ 35, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 30 του ν. 2721/1999, Α΄ 112). Σε Σύμβουλο της Επικρατείας προάγεται κατ’ απόλυτο εκλογή Πάρεδρος με πέντε έτη υπηρεσίας στο βαθμό του Παρέδρου. Σε Αντιπρόεδρο του Συμβουλίου της Επικρατείας προάγεται Σύμβουλος με τρία έτη υπηρεσίας στο βαθμό του Συμβούλου. Σε Πρόεδρο του Συμβουλίου της Επικρατείας προάγεται Αντιπρόεδρος ή Σύμβουλος που έχει τέσσερα τουλάχιστον έτη υπηρεσίας στο βαθμό του Συμβούλου (άρθρο 62 του ν. 1756/1988). Σύμφωνα με το άρθρο 90 του ισχύοντος Συντάγματος, οι προαγωγές στις θέσεις των Συμβούλων της Επικρατείας και των Παρέδρων ενεργούνται με προεδρικό διάταγμα που εκδίδεται ύστερα από απόφαση του Ανωτάτου Δικαστικού Συμβουλίου (το οποίο συγκροτείται με αυξημένη σύνθεση όταν πρόκειται για προαγωγή σε θέση Συμβούλου της Επικρατείας). Σύμφωνα με την ίδια διάταξη, οι προαγωγές στις θέσεις του Προέδρου και του Αντιπροέδρου του Συμβουλίου της Επικρατείας ενεργούνται με προεδρικό διάταγμα που εκδίδεται ύστερα από πρόταση του Υπουργικού Συμβουλίου, με επιλογή μεταξύ των μελών του Δικαστηρίου.

Αρχή
Η συνταγματική μεταρρύθμιση του 2001
Περαιτέρω, το Σύνταγμα προβλέπει πλέον, για πρώτη φορά, στην παρ. 6 του άρθρου 88, όπως προστέθηκε με το από 6.4.2001 Ψήφισμα της Ζ’ Αναθεωρητικής Βουλής, ότι «Οι δικαστές των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων προάγονται στο βαθμό του Συμβούλου της Επικρατείας και στο ένα πέμπτο των θέσεων, όπως νόμος ορίζει». Η εισαγωγή της συνταγματικής αυτής διατάξεως έγινε προς ικανοποίηση παγίων αιτημάτων των δικαστών των διοικητικών δικαστηρίων (22). Η συνταγματική αυτή ρύθμιση εξειδικεύτηκε με τα άρθρα 7 έως και 13 του ν. 3068/2002 (Α΄ 274), με τα οποία ορίζεται ότι σε Σύμβουλο της Επικρατείας προάγεται, ύστερα από αίτησή του, και εφόσον δεν συμπληρώνει το εξηκοστό δεύτερο έτος της ηλικίας του μέχρι την 31η Δεκεμβρίου του έτους κενώσεως ή συστάσεως της θέσεως, Πρόεδρος Εφετών διοικητικών δικαστηρίων ή Εφέτης διοικητικών δικαστηρίων με επτά έτη υπηρεσίας στο βαθμό του Εφέτη. Η προαγωγή γίνεται κατ’ απόλυτη εκλογή, ύστερα από σύγκριση των ουσιαστικών προσόντων των κρινομένων. Η διαδικασία αυτή είναι αυτοτελής και ειδική σε σχέση με την προβλεπομένη από τον Κώδικα Καταστάσεως Δικαστικών Λειτουργών πάγια διαδικασία προαγωγής Παρέδρων του Συμβουλίου της Επικρατείας, οι οποίοι κρίνονται υποχρεωτικά χωρίς προηγούμενη αίτηση, μετά τη συμπλήρωση του κατά νόμο χρόνου, για την προαγωγή στον βαθμό του Συμβούλου Επικρατείας (23).
Αρχή
Γυναίκες δικαστές
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι ήδη κατά την ίδρυση του Δικαστηρίου είχε εκδηλωθεί ενδιαφέρον για την κατάληψη μιας από τις δέκα πρώτες θέσεις Εισηγητών από μία γυναίκα, την Αγνή Ρουσσοπούλου Στουδίτου, η οποία, όμως, αποκλείσθηκε από τον προκηρυχθέντα διαγωνισμό. Γι’ αυτό το λόγο άσκησε αίτηση ακυρώσεως, η οποία απορρίφθηκε με την 42/1929 απόφαση της Ολομελείας του Συμβουλίου της Επικρατείας. Στην απόφαση αναφέρονται χαρακτηριστικά τα ακόλουθα: «… Επειδή ο νόμος 3713 δεν περιλαμβάνει μεν διάταξιν ότι μόνον άρρενες δύνανται να διορισθώσιν εισηγηταί εν τω Συμβουλίω της Επικρατείας, αλλ’ εκ της διατυπώσεως των σχετικών προς τα προσόντα των μελών του Συμβουλίου της Επικρατείας και του βοηθητικού προσωπικού διατάξεων και του πνεύματος ου μόνον του νόμου τούτου, αλλά της όλης νομοθεσίας ημών και ιδία των νόμων περί οργανισμού των δικαστηρίων και περί προσόντων των δικαστικών υπαλλήλων, προκύπτει σαφώς ότι εις θέσεις οίαι αι των εισηγητών εν τω Συμβουλίω της Επικρατείας δεν επιτρέπεται ο διορισμός γυναικών. Η τοιαύτη δε νομοθετική αντίληψις δεν αντίκειται εις το άρθρον 6 του Συντάγματος…». Βέβαια, για την ορθότερη αξιολόγηση αυτής της αποφάσεως, θα πρέπει να σημειώσουμε ότι ο εισηγητής της υποθέσεως στήριξε την ως άνω άποψη, μεταξύ άλλων, α) στη νομολογία του Conseil d’ Etat, το οποίο με απόφασή του του έτους 1912 είχε δεχθεί ότι εφόσον ο νόμος όριζε οτι οι υποψήφιοι για θέσεις εισηγητών στο Υπουργείο Δημοσίας Εκπαιδεύσεως πρέπει να προσαγάγουν πιστοποιητικά στρατιωτικής υπηρεσίας, θέλησε να μπορούν να μετάσχουν μόνον άνδρες στο διαγωνισμό για τις θέσεις αυτές, και επομένως ορθώς αποκλείσθηκε μία γυναίκα από τον εν λόγω διαγωνισμό, και β) στον Γερμανό συγγραφέα Hellwig, ο οποίος υποστήριζε την ίδια χρονιά ότι άνευ ειδικής διατάξεως υπάρχει ασυμβίβαστο της δικαστικής λειτουργίας προς το γυναικείο φύλο ως αυτονόητη προϋπόθεση (24).

Έκτοτε η κατάσταση έχει αλλάξει ριζικά. Το 1958 διορίσθηκε Εισηγητής, κατόπιν διαγωνισμού, η Πηνελόπη Αθανασοπούλου, η πρώτη γυναίκα, η οποία σταδιοδρόμησε ως δικαστής στο Συμβούλιο της Επικρατείας. Σήμερα υπηρετούν στο Συμβούλιο της Επικρατείας 20 γυναίκες στο βαθμό του Εισηγητή (έναντι 16 ανδρών), 35 γυναίκες στο βαθμό του Παρέδρου (έναντι 19 ανδρών) και 13 γυναίκες στο βαθμό του Συμβούλου (έναντι 36 ανδρών). Παρατηρείται δηλαδή ότι πλέον οι γυναίκες αποτελούν την πλειοψηφία στους βαθμούς του Εισηγητή και του Παρέδρου, ενώ επίσης υπάρχει επαρκής αντιπροσώπευση του γυναικείου φύλου και στο βαθμό του Συμβούλου. Τέλος, το 2004 προήχθη σε θέση Αντιπροέδρου η Αθανασία Τσαμπάση, η οποία είναι η πρώτη γυναίκα Αντιπρόεδρος σε Ανώτατο Δικαστήριο της Χώρας.

Αρχή
1. Βλ. Ν. Κ. Αλιβιζάτο, «Η ίδρυση του ΣτΕ το 1928: ένα ιστορικό παράδοξο;» σε Χρ. Χατζηιωσήφ (επιμ.), Ιστορία της Ελλάδας του 20ού αιώνα, τ. Β’, τ. β’, Ο Μεσοπόλεμος 1922-1940, Αθήνα, Βιβλιόραμα, 2003, σελ. 244 επ.
2. Βλ. εισηγητική έκθεση επί των άρθρων 1 και 10 του ν. 3713/1928.
3. Βλ. εισηγητική έκθεση επί του άρθρου 7 του ν. 3713/1928, σύμφωνα με την οποία «η υπαλληλική ιεραρχική τάξις του Συμβουλίου Επικρατείας εκανονίζετο εν τω νόμω 290 συμφώνως προς την εν ισχύι διάταξιν του άρθρου 222 του οργανισμού των δικαστηρίων, όπερ τάσσει ως ισοβάθμους τον Πρόεδρον και τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, ενώ εις τους λοιπούς Αρεοπαγίτας αναγράφει τον βαθμόν Νομάρχου. – Από της νενομοθετημένης ταύτης βάσεως ουδείς υπήρχε λόγος να μακρυνθώμεν ως προς τους Συμβούλους της Επικρατείας, θα ήτο δ’ εντελώς άστοχος η υπό της Επιτροπής προταθείσα εξίσωσις των Συμβούλων προς Αρεοπαγίτας».
4. Κριτική για την ισοβιότητα των Συμβούλων, λόγω των διοικητικών τους καθηκόντων ασκεί ο Σ. Θεοδότου, «Η δικαστική μεταρρύθμισις του νόμου 3713 περί Συμβουλίου της Επικρατείας», ΘΕΜΙΣ, Μ΄, 25, σελ. 769-771.
5. Βλ. Ν. Κ. Αλιβιζάτο, ό.π. υποσ. 1.
6. Στο Γαλλικό Συμβούλιο της Επικρατείας διορίζεται για ένα ή δύο έτη ένας Πάρεδρος ως Κυβερνητικός Επίτροπος και με την ιδιότητα αυτή εκφράζει ανεξάρτητη γνώμη για τη νομιμότητα της προσβαλλομένης διοικητικής πράξεως.
7. Βλ. Δ. Ι. Κόρσο, Εισηγήσεις Διοικητικού Δικονομικού Δικαίου, τ. Α’, Αθήνα, 1980, σελ. 28-29. Επίσης, Μ. Δ. Στασινόπουλο, Δίκαιον των διοικητικών διαφορών, έκδοση τέταρτη, 1980, σελ. 141-142.
8. Βλ. Αντ. Ταβουλάρη, «Η πεντηκονταετία της λειτουργίας του ΣτΕ», ΕΔΔΔ, 23, 1979, σελ. 7. Βλ. επίσης Ν. Κ. Αλιβιζάτο, ό.π. υποσ. 1, κατά τον οποίο: «… η επιτυχία του νέου θεσμού οφείλει πολλά στην πρώτη σύνθεσή του. Δεν ήταν μόνον η επιλογή του Κωνσταντίνου Ρακτιβάν ως πρώτου προέδρου που προσέδωσε στο Συμβούλιο υπερκομματικό κύρος. Ήταν και ο διορισμός του αντιβενιζελικού Στ. Παπαφράγκου στη θέση του ενός εκ των δύο αντιπροέδρων και τουλάχιστον σε τέσσερις από τις δώδεκα θέσεις συμβούλων προσώπων γνωστών για τις αντικυβερνητικές πεποιθήσεις τους, των Α. Φίλωνος, Θ. Αγγελοπούλου, Π. Τριανταφυλλάκου και Ν. Κολυβά.
9. Τα ανωτέρω στοιχεία ελήφθησαν από τον Αντ. Ταβουλάρη, ό.π. υποσ. 8, σελ. 7-8.
10. Χαρακτηριστικό του υψηλού επιπέδου του διαγωνισμού είναι ότι στο προκριματικό του στάδιο οι υποψήφιοι εξετάζονταν υποχρεωτικά και στη γαλλική γλώσσα σύμφωνα με το άρθρο 10 του εκτελεστικού διατάγματος της 24/24.12.1928.
11. Με το ν.δ.170/1973 διαφοροποιήθηκαν οι βαθμοί του Προέδρου και Αντιπροέδρου σε σχέση προς τους Συμβούλους κατά συμμόρφωση προς τα οριζόμενα στο άρθρο 99 παρ. 2 του Συντάγματος του 1973 (και του 1968) περί προαγωγής στους βαθμούς αυτούς, αλλά με διατύπωση η οποία εναρμονίζεται προς άλλες διατάξεις του Συντάγματος, οι οποίες μεταχειρίζονται αόριστα τους όρους «σύμβουλοι» ή «μέλη του Συμβουλίου Επικρατείας», βλ. Ν. Ι. Γαβαλά, «Ο νέος νόμος περί Συμβουλίου Επικρατείας», ΕΔΔΔ, ΙΗ΄, 1974, σελ. 7.
12. Η διατύπωση αυτή είχε βελτιωθεί με το ν. 4290/1963 (Α΄ 49), στο άρθρο 3 του οποίου οριζόταν ότι οι Πάρεδροι και οι Εισηγητές αποτελούν «το επικουρικό δικαστικό προσωπικό» και ότι «όπου εις τον κωδικοποιημένον νόμον 3713 γίνεται λόγος περί βοηθητικού προσωπικού, άνευ άλλης διακρίσεως, νοείται εφεξής το επικουρικόν δικαστικόν προσωπικόν και η Γραμματεία μετά του λοιπού βοηθητικού προσωπικού».
13. Για την αναγκαιότητα του θεσμού της ισοβιότητας βλ. Μ. Ν. Πικραμένο, Η δικαστική ανεξαρτησία στη δίνη των πολιτικών κρίσεων, Αθήνα – Κομοτηνή, Αντ. Ν. Σάκκουλας, 2002, σελ. 62 επ., ο οποίος εξετάζει ιστορικά τις συνέπειες από την αναστολή του θεσμού αυτού.
14. Βλ. εισηγητική έκθεση επί του άρθρου 11 του ν. 3713/1928, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: «Εν τω καθορισμώ της αρμοδιότητος των παρέδρων ενεμείναμεν εις την αρχικήν διάταξιν του νόμου 290, καθ’ ην μετέχουσιν ούτοι της συνθέσεως του Συμβουλίου εις τμήματα και εις την ολομέλειαν, καθιστάμενοι και εισηγηταί, αλλά μετά ψήφου συμβουλευτικής. Το τελευταίον δε, διότι, ως υπεδεικνύετο ήδη εν τη αρχική εισαγωγική εκθέσει του νόμου 290, κατά την διατύπωσιν των σχετικών άρθρων του Συντάγματος εξάγεται, ότι αι κατ’ αυτό αρμοδιότητες απονέμονται εις Συμβούλιον απαρτιζόμενον εκ Συμβούλων, κατά τ’ αυτόθι οριζόμενα, οίτινες άρα δέον να ώσι τα αποφασίζοντα όργανα, οι δε πάρεδροι εισάγονται δια του νόμου, ως ανήκοντες εις το κατά το άρθρον 104 παρ. 3 του Συντάγματος, βοηθητικόν προσωπικόν, και τοιαύτα καθήκοντα δέον κατ’ ακολουθίαν ν’ ανατεθώσιν αυτοίς συνταγματικώς. Άλλως τε η όλη θέσις των παρέδρων εν τη συγκροτήσει του Σώματος και η διαγραφή των αρμοδιοτήτων αυτών είναι τοιαύτη, ώστε να παρέχη ευρύ πράγματι στάδιον ενεργείας και να ικανοποιή πληρέστατα ηθικώς τον εργαζόμενον πάρεδρον, να δημιουργή δε εξ αυτού ακριβώς άριστον υλικόν δια την πλήρωσιν των θέσεων των συμβούλων, αίτινες εν Γαλλία καταλαμβάνονται σταθερώς και αποκλειστικώς εκ της ιεραρχικής σειράς του Σώματος, μηδέποτε από μακρών ετών γενομένης χρήσεως της ευχερείας, ήν και ο εκεί νόμος παρέχει προς διορισμόν συμβούλων έξωθεν».
15. Χαρακτηριστική, επίσης, για την θέση των Παρέδρων είναι η 8/1998 απόφαση του Δικαστηρίου Αγωγών Κακοδικίας, σύμφωνα με την οποία «εφόσον η συμμετοχή των παρέδρων στη διαμόρφωση της δικαστικής κρίσεως δεν είναι αποφασιστική, η τυχόν επερχόμενη από τη δικαστική απόφαση ζημία στον ήδη ενάγοντα – διάδικο, δεν τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο προς τη δικαστική τους δράση…».
16. Η ευχέρεια που παρείχε ο ν. 3713/1928 για την αύξηση του αριθμού των Συμβούλων με έκδοση διατάγματος καταργήθηκε στη συνέχεια με το άρθρο 1 του διατάγματος της 30ής Μαρτίου 1937. Έκτοτε επιτρέπεται μόνον η δια νόμου αύξηση του αριθμού των Συμβούλων. Εξάλλου, στο Σύνταγμα του 1952 προβλεπόταν μέγιστος αριθμός των Συμβούλων (άρθρο 84).
17. Με τα άρθρα 3 του ν. 3713/1928, 2 του ν.δ/τος 3830/1958 και 3 του ν.δ/τος 92 της 6/18.2.1961 (Α΄ 22) προβλεπόταν η πλήρωση ποσοστού των θέσεων των Συμβούλων όχι από Παρέδρους, αλλά από πρόσωπα που είχαν ασκήσει δημόσια λειτουργήματα, π.χ. είχαν διατελέσει Υπουργοί ή Πρεσβευτές επί διετία, τακτικοί καθηγητές Πανεπιστημίου κ.λπ.. Για πρώτη φορά δεν περιελήφθη τέτοια διάταξη στο δικτατορικό Σύνταγμα του 1968.
18. Βλ. εισηγητική έκθεση επί των άρθρων 1 και 10 του ν. 3713/1928, όπου αναφέρεται ότι διατηρήθηκε η διάταξη του νόμου 290 «ότι εις τον διαγωνισμόν δύνανται να προσέρχωνται πτυχιούχοι της νομικής, άνευ προαπαιτήσεως δικηγορικής υπηρεσίας. Αντί τοιαύτης δ’ επεφυλάχθη η εν τω μέλλοντι καθιέρωσις ασκήσεως δια παρακολουθήσεως των εργασιών του Σώματος επί έν έτος. Ασφαλώς προτιμητέον είναι, όπως η σταδιοδρομία του εισερχομένου εις την ιεραρχίαν του Σώματος γίνη εντός αυτού και με την ειδικήν ασχολίαν εις τα θέματα της αρμοδιότητος τούτου, ενώ η δικηγορική προϋπηρεσία, προκειμένου μάλιστα περί αρχαρίου δικηγόρου, και ελαχίστη είναι και δεν προσπορίζει αυτώ επαρκώς τα αναγκαία εφόδια…».
19. Βλ. Δ. Ι. Μακρή, Οργάνωση και Επιτάχυνση της Έννομης Προστασίας στο Συμβούλιο της Επικρατείας κατά το διάστημα των ετών 1990-2002, Αθήνα – Κομοτηνή, Αντ. Ν. Σάκκουλας, 2004, σελ. 37.
20. Βλ. εισηγητική έκθεση επί του σχεδίου νόμου.
21. Βλ. εισηγητική έκθεση επί του σχεδίου νόμου. Πάντως, ο νομοθέτης παρείδε το γεγονός ότι με το σύστημα απευθείας εισαγωγής δικαστών στο ΣτΕ επιτυγχανόταν η εισαγωγή δικαστών με ιδιαίτερη επιστημονική επάρκεια, καθώς και ότι το σύστημα αυτό επέτρεπε την άσκηση των υποψηφίων για ένα χρόνο κοντά σε Παρέδρους του ΣτΕ.
22. Σύμφωνα με την εισηγητική έκθεση επί του κεφαλαίου Β΄ του ν. 3068/2002, «η καινοτομία του αναθεωρητικού νομοθέτη καλείται να εξυπηρετήσει ένα διπλό στόχο που είναι αφ’ ενός η ποιοτική ανέλιξη των δικαστών των διοικητικών δικαστηρίων και αφ’ ετέρου ο εμπλουτισμός του στελεχιακού δυναμικού του Συμβουλίου της Επικρατείας με τους άριστους από τους διοικητικούς δικαστές».
23. Βλ. ΣτΕ 643/2004 Ολ., με την οποία κρίθηκε περαιτέρω ότι η διάταξη του άρθρου 49 παρ. 2 του Κώδικα, κατά το μέρος που προβλέπει αναδρομή των προαγωγών στη λήξη του διμήνου από τη σύσταση ή την κένωση των θέσεων, προϋποθέτει την τήρηση μιας ενιαίας διαδικασίας προαγωγής στον ίδιο ιεραρχικά διαρθρωμένο κλάδο δικαστικών λειτουργών και δεν έχει έδαφος εφαρμογής στην παράλληλη και ειδική διαδικασία εξελίξεως των τακτικών διοικητικών δικαστών στο Συμβούλιο της Επικρατείας.
24. Η εισήγηση είναι δημοσιευμένη στο περιοδικό ΘΕΜΙΣ, Μ’, σελ. 726-733. Βλ. επίσης Σ. Α. Παπαφράγκο, Μελέται, Λόγοι, Διαλέξεις, Αθήνα, Αγγ. Αθ. Κλεισιούνη, 1940, σελ. 233 επ.
Αρχή
 
 
   © ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ, 2006 - 2010